ΖΗΝΩΝΑΣ ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ ν. ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΦΟΡΕΙΑ ΤΣΕΡΙΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4007/2010, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4007/2010 Μεταξύ: ΖΗΝΩΝΑΣ ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ Ενάγοντας και ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΦΟΡΕΙΑ ΤΣΕΡΙΟΥ Εναγόμενου 31 Μαρτίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Α. Δανός. Για Εναγόμενο: κα Ε. Νικολάου. ----------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας έχει αξίωση έναντι των εναγομένων για το ποσό των €60.000,00 ως αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Προβάλει αξίωση και για παραδειγματικές αποζημιώσεις. Οι αποζημιώσεις αυτές έχουν καθορισθεί σύμφωνα με την παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαιτήσεως ως διαφυγόν κέρδος από την διαχείριση του κυλικείου για την περίοδο από 01.04.2010 μέχρι τις 30.06.
- Σύμφωνα με τον ενάγοντα ανέλαβε την διαχείριση του κυλικείου στο Α' Δημοτικό Τσερίου με γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 01.09.
- Σύμφωνα με την συμφωνία που κατατέθηκε ως τεκμήριο η συμφωνία είχε ημερομηνίας λήξης στις 30 Ιουνίου 2012, δηλαδή ο ενάγοντας θα αναλάμβανε την διαχείριση του κυλικείου έναντι του ποσού του ενοικίου €350 μηνιαίως εκτός τους καλοκαιρινούς μήνες του Ιουλίου και Αυγούστου. Ο ενάγοντας υπέδειξε κατά την ένορκη του μαρτυρία ότι δεν υπήρχε ρητή πρόνοια για τερματισμό της συμφωνίας πριν την λήξη της στις 30 Ιουνίου
- Ως διαχειριστής του κυλικείου ισχυρίζεται ότι είχε καθαρό εισόδημα €3.000,00 μηνιαίως. Το κέρδος του επί των εδεσμάτων που πωλούσε ήταν περίπου 40 %. Η Σχολική Εφορεία του απέστειλε επιστολή τερματισμό της συμφωνίας αρχές Μαρτίου 2010 ισχυριζόμενη ότι ο ενάγοντας είχε παραχωρήσει την διαχείριση του κυλικείου σε τρίτο άτομο. Στην συνέχεια αρνήθηκε να αποχωρήσει και η Σχολική Εφορεία άλλαξε τις κλειδωνιές του κυλικείου, του απέκλεισαν την είσοδο του κυλικείου και κατακράτησαν τον εξοπλισμό και προσωπικά αντικείμενα που ήταν μέσα στο κυλικείο. Παράλληλα το ίδιο χρονικό διάστημα κήρυξαν προσφορές και παραχώρησαν την διαχείριση του κυλικείου σε άλλο πρόσωπο . Ήταν θέση του ενάγοντα ότι πραγματικός λόγος που εκδιώχθηκε από το κυλικείο ήταν προσωπικές αντιπάθειες με μέλη της σχολικής Εφορείας και την διεύθυνση του σχολείου. Δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση ο ενάγοντας. Αντί να απαντά στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση βρισκόταν συνεχώς σε διαμάχη με την κα. Νικολάου με απαντήσεις του τύπου «Θα αστειεύεστε», επί παραδείγματι, όταν αυτή του υπέβαλε τις θέσεις της. Προέκυψε ότι προέβη σε ανακρίβειες στην γραπτή του δήλωση προφανώς για σκοπούς εντυπωσιασμού. Επί παραδείγματι, είχε δηλώσει για να εξηγήσει πως προκύπτει το καθαρό εισόδημα των €3.000,00 μηνιαίως και να διογκώσει τα πραγματικά του έσοδα από την επιχείρηση κυλικείου, ότι το σχολείο είχε 256 μαθητές. Όταν του υποδείχθηκε με αναφορά στο τεκμήριο 2, ότι οι μαθητές ήταν λιγότεροι ανέφερε ότι οι αναφορές του ήταν στο περίπου αγνοώντας βέβαια ότι είχε αναφέρει ως γεγονός τον συγκεκριμένο αριθμό των μαθητών του σχολείου στην ένορκη του μαρτυρία. Αρχικά ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί κατά πόσο είχε πληρώσει το ενοίκιο του Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2010, ενώ στην συνέχεια αποδείχθηκε ότι ήταν εις γνώση του ότι δεν ήταν τυπικός με την πληρωμή του ενοικίου,. Στη συνέχεια προέβαλε δικαιολογία για την μη πληρωμή του ενοικίου για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο
- Συνεπώς, η αρχική του θέση ότι δεν θυμόταν εάν είχε πληρώσει το ενοίκιο δεν ήταν η αλήθεια. Επανέλαβε το ίδιο με την πληρωμή του ηλεκτρικού ρεύματος. Φάνηκε κατά την αντεξέταση ότι γνώριζε πολύ καλά ότι δεν είχε πληρώσει το ρεύμα ενώ αρχικά εξέφρασε άγνοια για το γεγονός. Πρόβαλε τη θέση ότι η σχολική Εφορεία είχε κλέψει τα αντικείμενα του, το εμπόρευμά του αλλά και τον εξοπλισμό του από τον χώρο του κυλικείου. Ενώ αργότερα παραδέχθηκε ότι κλήθηκε να παραλάβει τα αντικείμενα από το κυλικείο και αρνήθηκε να το πράξει. Περαιτέρω, υπέγραψε το τεκμήριο 4 ότι παρέλαβε τα αντικείμενα του σε κατοπινό στάδιο και ότι αυτά βρισκόταν σε καλή κατάσταση. Βέβαια, πρόβαλε την εκδοχή ότι πιέστηκε να υπογράψει το τεκμήριο 4 αλλά είναι άξιον απορίας γιατί αυτή η εκδοχή προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο έξη χρόνια μετά την παραλαβή των αντικειμένων. Δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει την θέση ότι είχε κέρδη από την επιχείρηση ύψους €3.000,00 μηνιαίως. Δεν πέρασε απαρατήρητη η προσπάθεια του να διογκώσει τα έσοδά του με πεπλανημένα και ψευδή στοιχεία στο Δικαστήριο όπως τον αριθμό των μαθητών του σχολείου. Αναφορικά με την επιστολή τερματισμού ήταν θέση του στην κυρίως εξέταση ότι την παρέλαβε τον Μάρτιο 2010 ενώ αντεξεταζόμενος άλλαξε την θέση του και ανέφερε ότι την επιστολή τερματισμού την είχε παραλάβει αργότερα από τον Μάρτιο
- Αυτό το ψέμα το είπε σκόπιμα διότι η επιστολή τερματισμού περιέχει σωρευτικά τους λόγους για τους οποίους η σχολική Εφορεία Τσερίου επέλεξε να τερματίσει τον συμβόλαιο του. Ήταν θέση του ότι μοναδικός λόγος που επικαλέστηκε η Σχολική Εφορεία να τερματίσει το συμβόλαιο ήταν ότι έδωσε δικαίωμα σε τρίτα πρόσωπα να διαχειρίζονται το κυλικείο ενώ από την επιστολή την οποία έλαβε τότε (τεκμήριο 5) προκύπτει ότι ο λόγος του τερματισμού ήταν και σωρεία παραπόνων για απαράδεκτη συμπεριφορά του ενάγοντα κατά την διαχείριση του κυλικείου καθώς και μη πληρωμή του ενοικίου. Γι' αυτό θεωρώ ότι σκόπιμα προσάρμοσε την θέση του ότι την επιστολή την έλαβε αργότερα για να εξηγήσει γιατί είχε πει αρχικά ότι ο λόγος του τερματισμού ήταν αποκλειστικά η λειτουργία του κυλικείου από τρίτο άτομο. Ήταν θέση του ότι τα παράπονα εναντίον του προέρχονταν από μικρή ομάδα ατόμων που τον συκοφαντούσαν εξαιτίας δικών τους συμφερόντων. Στη συνέχεια φάνηκε ότι καταγγελίες εναντίον του έγιναν από το Σύνδεσμο Γονέων, από την Διευθύντρια και δασκάλες του σχολείου, την αστυνομία, μαθητές και ακόμη και από την τοπική επιτροπή ελέγχου σχολικών κυλικείων (βλ. τεκμήριο 8). Δεν ήταν πειστική επομένως, η εξήγησή του ότι εκδιώχθηκε από το κυλικείο επειδή υπήρχαν λόγοι συμφέροντος των λίγων ή επειδή κινήθηκε εναντίον του ενορχηστρωμένη σκευωρία από λίγα άτομα. Ούτε είναι αλήθεια ότι το πρόβλημα και τα παράπονα εναντίον του άρχισαν με την καταγγελία μαθήτριας, η οποία ανέφερε στη διεύθυνση του σχολείου ότι ο ενάγοντας της επιτέθηκε άσεμνα δηλαδή της υπέδειξε τα γεννητικά του όργανα. Ανέφερε ότι αυτή η μαθήτρια του δημοτικού ήταν καθοδηγούμενη από άλλους να του δημιουργήσει πρόβλημα, αλλά δεν εξήγησε πως και από ποιους ήταν καθοδηγούμενη. Ήταν θέση του ενόρκως κατά την κυρίως εξέταση ότι ουδέποτε έγινε κακή έκθεση της επιτροπής ελέγχου. Όμως, κατά την αντεξέταση, φάνηκε ότι υπήρχε αρνητική έκθεση, ήτοι το τεκμήριο 8, και ότι η έκθεση ήταν εις γνώση του αφού φέρει την υπογραφή του. Αρχικά είπε ότι είχε κακές σχέσεις μόνο με την διευθύντρια, αργότερα, κατά την αντεξέταση παραδέχθηκε ότι είχε και κακές σχέσεις και με την υποδιευθύντρια του δημοτικού σχολείου. Μάλιστα οι σχέσεις ήταν τόσο κακές που της είχε στείλει υβριστικό ηλεκτρονικό μήνυμα. Προκύπτει, από όλα τα πιο πάνω παραδείγματα ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα όχι μόνο δεν τεκμηριώθηκαν αλλά θα πρέπει να απορριφθούν ως αναληθείς διότι έρχονται σε αντίθεση με την προσκομισθείσα μαρτυρία κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η ποιότητα της μαρτυρίας του ενάγοντα ήταν τόσο κακή που δεν μπορώ να στηριχθώ σ' αυτή για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων. Σε αντίθεση με αυτόν, ο πρόεδρος της σχολικής Εφορείας προέβη σε συγκεκριμένους και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς για τους λόγους που η σχολική Εφορεία αναγκάστηκε να διακόψει το συμβόλαιο διαχείρισης του κυλικείου του πριν την λήξη του. Δεν ήταν αυθαίρετη η απόφαση του ΜΥ1, Αλκιβιάδη Κωνσταντίνου, να αναλάβει δράση να εκδιώξει τον ενάγοντα από το κυλικείο ούτε συντονισμένη προσπάθεια μικρού αριθμού ατόμων με αλλότρια κίνητρα να τον βλάψει ώστε να εξυπηρετηθούν άλλα ιδιωτικά συμφέροντα. Εξήγησε ότι άκουσε καταγγελίες από πολλούς γονείς και από φορείς μέχρι να παρθεί αυτή η απόφαση που ήταν αναπόφευκτη. Το περιστατικό της καταγγελίας μαθήτριας για άσεμνη επίθεση στις 03.03.2010 ήταν το αποκορύφωμα αυτών των καταγγελιών και πλέον δεν μπορούσε ως πρόεδρος της Εφορείας να μην δράσει με τον τερματισμό του συμβολαίου. Αυτές οι καταγγελίες φαίνεται να ήταν βάσιμες και προέρχονταν από πολλά πρόσωπα. Περαιτέρω, κατά τις επισκέψεις του στο κυλικείο έβλεπε άλλους αντί τον ίδιο να διαχειρίζονται το κυλικείο. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν πλήρωνε το ενοίκιο που είχε συμφωνηθεί, ήταν ικανοποιητική δικαιολογία να προβεί άμεσα με τον τερματισμό της συμφωνίας. Αναφορικά με την έξωση ήταν εμφατικός ότι ουδέποτε εξουσιοδότησε οποιονδήποτε να εκβιάσει τον ενάγοντα να υπογράψει το τεκμήριο
- H διευθύντρια του σχολείου, ΜΥ2, Χρυστάλλα Χόπλαρου, επιβεβαίωσε τα λεχθέντα του ΜΥ1, ότι ο ενάγοντας δεν λειτουργούσε ορθά το σχολικό κυλικείο και επιβεβαίωσε ότι υπήρχε σωρεία παραπόνων εναντίον του από τα παιδιά και από το προσωπικό του σχολείου. Ήταν απότομος στην συμπεριφορά του με τα παιδιά, δεν τηρούσε τις συνθήκες υγιεινής και πωλούσε προϊόντα στο κυλικείο που ήταν απαγορευμένα από τον κατάλογο που είχε εγκριθεί από το Υπουργείο. Με εξαίρεση την ίδια και την βοηθό - διευθύντρια του σχολείου όλο το προσωπικό του σχολείου δεν έκανε παραγγελίες από το κυλικείο. Η ΜΥ2 διαπίστωσε ότι ήταν τόσο άσχημη η κατάσταση, που ζήτησε όπως γίνει νωρίτερα ο καθορισμένος από το νόμο έλεγχος της καντίνας από την τοπική επιτροπή ελέγχου, με την ελπίδα ότι θα υπήρχε βελτίωση της κατάστασης. Η ΜΥ2 περιέγραψε την κατάσταση της καντίνας ως «χάλια». Το περιστατικό με την καταγγελία της μαθήτριας, για άσεμνη επίθεση, δεν ήταν η πραγματική αιτία που η σχολική εφορεία τερμάτισε το συμβόλαιο ενοικίασης αλλά η αφορμή. Αρνήθηκε, ότι είχε προσωπικές διαφορές με τον ενάγοντα. Τον ενάγοντα δεν τον γνώριζε προηγουμένως. Επίσης, αρνήθηκε ότι της είχε κάνει παράπονο ο ενάγοντας σε σχέση με την καθαριότητα των τουαλέτων του σχολείου. Απέρριψε την θέση ότι, είχε ειδική σχέση με τους ανταγωνιστές του ενάγοντα σε σχέση με την επικύρωση της προσφοράς της διαχείρισης του κυλικείου. Η ΜΥ2 ήταν ήπια στον τόνο της και στην κριτική της κατά του ενάγοντα. Δεν διέκρινα ότι έτρεφε μίσος η εμπάθεια προς το πρόσωπό του. Αντιθέτως, με επιχειρήματα και στοιχεία, με έπεισε ότι υπήρχαν γνήσια προβλήματα σε σχέση με την λειτουργία του σχολικού κυλικείου και ότι γι' αυτά τα προβλήματα ευθυνόταν αποκλειστικά ο ενάγοντας. Είπε ότι κατέγραψε αυτά που τους είχε πει ο ενάγοντας μετά το περιστατικό της καταγγελίας της μαθητιάς, και ανέφερε ότι ήταν έτοιμη να παρουσιάσει το σημειωματάριο της όπου κατέγραψε τι είχε συμβεί την ημέρα που την επισκέφθηκε ο ενάγοντας στο γραφείο της και φώναζε. Επιπρόσθετα, ως ανέφερε και η ίδια, την απόφαση για τερματισμό της συμφωνίας δεν την πήρε η ίδια αλλά η σχολική Εφορεία. Δεν θα είχε την δύναμη ή την επιρροή μόνη της να επιφέρει τερματισμό των υπηρεσιών του ενάγοντα εάν τα προβλήματα της καντίνας ήταν κατασκευασμένα από την ίδια για να βλάψει τον ενάγοντα. Την ίδια ακριβώς εικόνα σε σχέση με την κακή διαχείριση του κυλικείου περιέγραψε και η ΜΥ3, Ελένη Κουδουνάρη, Βοηθός Διευθύντρια του Δημοτικού Σχολείου. Η ΜΥ3, έδωσε μαρτυρία αμέσως μετά με την ΜΥ2 και της υποβλήθηκαν περίπου οι ίδιες ερωτήσεις με την ΜΥ2 κατά την αντεξέταση. Δεν υπήρχε ο χρόνος ή η ευκαιρία οι δυο γυναίκες να συνεννοηθούν μεταξύ τους για το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Παρόλο τούτο, η ΜΥ3 περιέγραψε ακριβώς την ίδια κατάσταση των πραγμάτων σε σχέση με τα προβλήματα στην λειτουργία του κυλικείου. Από τα λεγόμενα της αντιλήφθηκα ότι η υπόθεση της άσεμνης επίθεσης της μαθήτριας, οδηγήθηκε στο Ποινικό Δικαστήριο αλλά ότι δεν υπήρξε καταδικαστική απόφαση. Ανέφερε επίσης, ότι ο ενάγοντας πέτυχε την κατακύρωση της προσφοράς του επειδή ήταν η ψηλότερη προσφορά όλων των προσφορών που υποβλήθηκαν. Κατέρριψε την θέση του ενάγοντα ότι έβγαζε πολλά κέρδη, από την επιχείρηση του κυλικείου. Εξήγησε ότι έχασε όλο το προσωπικό του σχολείου από πελάτες του συνεπώς, δεν είναι δυνατόν η διαχείριση του κυλικείου να του επέφερε τα κέρδη που ισχυρίζεται με την απαίτησή του. Ανέφερε ότι δεν άκουσε η ίδια προσωπικά τον ενάγοντα να φωνάζει στα παιδιά, αλλά εξήγησε ότι υπήρχαν παράπονα από παιδιά για την συμπεριφορά του ενάγοντα. Ενώπιον της συμπεριφερόταν καλά και αυτό είναι λογικό διότι ο ενάγοντας θα πρόσεχε να μην συμπεριφέρεται άσχημα όταν αυτή ήταν παρούσα. Όμως όταν ο ενάγοντας βρισκόταν μόνος με τα παιδιά η συμπεριφορά του δεν ήταν η αρμόζουσα και έτσι συνεχώς υπήρχαν παράπονα για την συμπεριφορά του. Η ΜΥ3, ήταν μετρημένη, δεν θεωρώ ότι διακατέχεται από έχθρα ή εμπάθεια προς το πρόσωπο του ενάγοντα. Δεν υπήρχε καμία ένδειξη ότι η ΜΥ3 είχε αλλότριο κίνητρο να διώξει τον ενάγοντα από το κυλικείο. Αντιθέτως, το γεγονός ότι όλα τα πρόσωπα που είχαν κάποια ανάμιξη με τον ενάγοντα σε σχέση την λειτουργία του κυλικείου, δεν είχαν τίποτε καλό να πουν για τον ενάγοντα και τις υπηρεσίες που παρείχε, δείχνει ότι δεν υπήρχε καμία σκευωρία εναντίον του αλλά ότι ο ίδιος ευθύνεται για τον πρόωρο τερματισμό της συμφωνίας. Ως προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης, η συμπεριφορά του ενάγοντα ήταν πράγματι άσχημη και δεν λειτουργούσε το κυλικείο σύμφωνα με τους κανόνες και το νόμο. Δηλαδή, ο ενάγοντας δεν είχε καταβάλει το μηναίο ενοίκιο έγκαιρα και είχε παραλείψει να πληρώσει τους λογαριασμούς για την λειτουργία του κυλικείου. Περαιτέρω, υπήρχε σωρεία καταγγελιών εναντίον του για απότομη και μη σωστή συμπεριφορά έναντι των παιδιών καθώς και μία καταγγελία εις βάρος του από μαθήτρια για άσεμνη επίθεση, η οποία διερευνάτο από την αστυνομία. Ο ενάγοντας, δεν ήταν, ως όφειλε, πάντοτε παρών κατά τη λειτουργία του κυλικείου και άφηνε την διαχείριση της καντίνας στον πατέρα του και/ή στην σύζυγο του χωρίς την έγκριση της Σχολικής Εφορείας αλλά και χωρίς να εξασφαλίσει γι' αυτούς τα απαραίτητα πιστοποιητικά υγείας. Δεν τηρούσε τις σωστές συνθήκες υγιεινής κατά την λειτουργία του κυλικείου. Τέλος, δεν τήρησε τον ειδικό κατάλογο προϊόντων που είχε εγκριθεί από το Υπουργείο και παρέθετε προς πώληση είδη που δεν είχαν εγκριθεί. Το ερώτημα προς εξέταση είναι κατά πόσο η σχολική Εφορεία υπό τις δοσμένες συνθήκες είχε την εξουσία να τερματίσει την συμφωνία ενοικίασης πριν την λήξη της; H γραπτή συμφωνία που είχε υπογραφεί μεταξύ των μερών είναι λιτή και δεν αναφέρει ρητώς πως πετυχαίνεται λύση ή τερματισμός της συμφωνίας πριν την λήξη της περιόδου ενοικίασης. Η γραπτή συμφωνία περιέχει όρο ότι ο ενοικιαστής πρέπει να πληρώνει το ενοίκιο και τους λογαριασμούς ρεύματος, καθώς επίσης ότι πρέπει να αναλάβει να διαθέτει προς πώληση μόνο τα είδη και τιμές του καταλόγου των κυλικείων του είχε εγκριθεί από το Υπουργείο. Όμως, δεν υπάρχει πρόνοια πουθενά σε σχέση με τις συνέπειες μη τήρησης αυτών των όρων. Προκύπτει από τις περιστάσεις που πλαισιώνουν την σύναψη της συμφωνίας ότι, τα μέρη κατά την σύναψη της συμφωνίας είχαν υπόψη τους τις πρόνοιες του Νόμου, Ν.60
(1)/00, που προβλέπει για τη σύσταση και λειτουργία κεντρικής επιτροπής ελέγχου σχολικών κυλικείων. Η όλη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την κατακύρωση της προσφοράς του ενάγοντα προδιαγράφεται από τις πρόνοιες του νόμου. Οπότε, είναι φανερό ότι η πρόθεση των μερών είναι οι όροι της συμφωνίας να συμμορφώνονται με τις πρόνοιες του νόμου και εκεί όπου η συμφωνία είναι σιωπηρή να υπάρχει καθοδήγηση για την ερμηνεία της συμφωνίας από τις πρόνοιες του νόμου. Κατά πόσο ένας όρος σιωπηρός μπορεί να αποτελέσει αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας ως θέμα του δικαίου είναι κάτι που εξαρτάται από την πρόθεση των μερών ως αυτό προκύπτει από το λεκτικό της συμφωνίας και από τις συνθήκες που περιβάλλουν την περίπτωση κατά την σύναψη της συμφωνίας. Chitty on Contracts General Principles[1]. Η συμφωνία μεταξύ των μερών, τεκμήριο 1, προνοούσε τα εξής: «ΣΧΟΛΙΚΗ ΕΦΟΡΕΙΑ ΤΣΕΡΙΟΥ ΣΥΜΦΩΝΙΑ Η Συμφωνία που έγινε σήμερα στις 23 Ιουνίου 2009 στα Γραφεία της Σχολικής Εφορείας Τσερίου μεταξύ του Προέδρου της Σχολικής Εφορείας Τσερίου, δια και στο όνομα της Σχολικής Εφορείας Τσερίου (από τώρα και στο εξής καλουμένων «ο ιδιοκτήτης» εφ' ενός και του/της Ζήνων Καραπάνος (από τώρα και στο εξής καλουμένου «ο/η Διαχειριστής/στρια»), αφ' ετέρου, μαρτυρεί τα ακόλουθα: · Ο διαχειριστής/στρια αναλαμβάνει την εκμετάλλευση του Κυλικείου και την εξυπηρέτηση των μαθητών και του προσωπικού στο Α' Δημοτικό Σχολείο Τσερίου. · Ο ιδιοκτήτης έχει αποδεχτεί προσφορά του διαχειριστή για την παροχή των πιο πάνω υπηρεσιών για το ποσό των €350 μηνιαίως. Το μηνιαίο ενοίκιο θα καταβάλλεται πριν το τέλος του εκάστοτε μήνα για 10 μήνες, από Σεπτέμβριο μέχρι Ιούνιο. Τους μήνες Ιούλιο και Αύγουστο δεν θα καταβάλλεται οποιοδήποτε ποσό. · Ο διαχειριστής αναλαμβάνει όλα τα έξοδα λειτουργίας του κυλικείου και τον απαραίτητο εξοπλισμό. · Ο διαχειριστής υποχρεούται να συμμορφώνεται στα είδη και τις τιμές του καταλόγου κυλικείων Σχολείων Δημοτικής Εκπαίδευσης. · Ο διαχειριστής αναλαμβάνει να πληρώνει προς τον ιδιοκτήτη την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος στο κυλικείο, σύμφωνα με την ένδειξη του μετρητή. · Ημερομηνία έναρξης εργασιών ορίζεται η 1η Σεπτεμβρίου
- · Ημερομηνία λήξης του Συμβολαίου ορίζται η 30η Ιουνίου
- Ο ιδιοκτήτης Ο/Η Διαχειριστής/στρια Πλήρες όνομα: ..... Μάρτυρες: ........». Δια την ορθή ερμηνεία μίας συμφωνίας είναι ανάγκη να ληφθούν υπόψη κάποιοι κανόνες που διέπουν το ζήτημα αυτό. Ο γενικός κανόνας είναι ότι σκοπός της ερμηνείας της συμφωνίας είναι να εξευρεθεί η πρόθεση των μερών. Στην Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσία[2], λέχθηκε ότι διαπιστώνεται η πρόθεση των μερών από τη γλωσσική διατύπωση της συμφωνίας. Όμως η ερμηνεία που θα αποδοθεί σε αυτές τις λέξεις δεν μπορεί να βρεθεί εντελώς ανεξάρτητα και ασύνδετα από το πραγματικό υπόβαθρο που πλαισιώνει τη σύναψη της συμφωνίας. Επίσης στην Κουνούνα ν. Κώστας Κυριάκου Υιοί Λτδ[3], ως και επίσης στην Λάμπρου ν. Παράσχου[4], επεξηγήθηκε ότι ο σκοπός των μερών μπορεί να συναχθεί μόνο από το σύνολο του κειμένου και όταν η σύμβαση είναι σαφής ως προς το νόημα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει διαφορετικό νόημα στη σύμβαση από αυτό που οι ίδιες οι λέξεις της σύμβασης ενέχουν. Η υπόθεση Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ[5], επεξηγεί ότι η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας για την ορθή ερμηνεία των όρων της σύμβασης επιτρέπεται όποτε διαπιστώνεται η ύπαρξη κενού ή αμφιβολιών. Τούτο ισχύει όχι μόνο σε σχέση με την ερμηνεία της συμφωνίας αλλά και για την εφαρμογή της. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα αυτής της απόφασης το οποίο είναι βοηθητικό. «When any doubt arises upon the true meaning or sense of the words themselves, or any difficulty as to their application under the surrounding circumstances, the sense and meaning of the language may be investigated and ascertained by evidence dehors the instrument itself; for both reason and common sense agree that by no other means can the language of the instrument be made to speak the real mind of the party». Ελεύθερη μετάφραση: «Όταν υπάρχει αμφιβολία σε σχέση με την πραγματική ερμηνεία και έννοια των λέξεων της σύμβασης ή υπάρχει δυσκολία σε σχέση με την εφαρμογή τους έχοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης τότε η ερμηνεία των λέξεων μπορεί να εξεταστεί και να διαπιστωθεί λαμβάνοντας υπόψη μαρτυρία που βρίσκεται εκτός του κειμένου της σύμβασης. Η λογική και κοινή λογική υπαγορεύουν ότι πρέπει να αποδοθεί τέτοια ερμηνεία στις λέξεις της σύμβασης που να φανερώνουν την πραγματική πρόθεση του συμβαλλόμενου μέρους». Για τον καθορισμό των δικαιωμάτων και ευθυνών των μερών σημασία έχει η πρόθεση των μερών κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Αυτοί οι κανόνες επεξηγήθηκαν με σαφήνεια από τον Δικαστή κ. Π. Καλλή στην απόφαση Μετάλλικα Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ. ν G & C Exhaust Systems Ltd.[6] στο ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες μία σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης... Αν οι πρόνοιες μίας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτα που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να το ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό του, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων». Δεν υπάρχει ολοκληρωμένη συμφωνία μεταξύ των μερών. Πιο ειδικά δεν υπάρχει ρητός όρος της συμφωνίας που να καθορίζει ποιοι όροι της συμφωνίας είναι ουσιώδης ώστε η παραβίαση τέτοιου όρου να δημιουργεί δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. Δεν υπάρχει κανένας όρος στην συμφωνία που να καθορίζει ποιες είναι οι συνέπειες της συμφωνίας στην περίπτωση που ο ενάγοντας συστηματικά συμπεριφέρεται απότομα στα παιδιά, με αποτέλεσμα να υπάρχουν σωρεία παραπόνων εναντίον του για ανάρμοστη συμπεριφορά. Εφόσον δεν υπάρχει ρητή πρόνοια που να καθορίζει πότε υπάρχει δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας, τότε θα πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρχε παραβίαση ουσιώδους όρου που να δίδει αυτό το δικαίωμα στην σχολική Εφορεία. Εφόσον οι πρόνοιες του νόμου 60
(1)/00 συνιστούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας των μερών, νοείται ότι ρητές πρόνοιες του νόμου που επιβάλλουν μία υποχρέωση στον αδειούχο κυλικειάρχη συνιστούν ουσιώδης πρόνοιες της συμφωνίας . Στην υπόθεση Τσιαλή ν Δώρα Χατζηανδρέου[7] το Εφετείο επεξήγησε ότι η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου της συμφωνίας γίνεται πάντοτε ώστε να εξαχθεί η πραγματική πρόθεση των μερών σε σχέση με τα συμφωνηθέντα κατά τον χρόνο σύναψης της συμφωνίας. Δεν ενσωματώνεται ο εξυπακουόμενος όρος στην συμφωνία, ώστε το Δικαστήριο να συμπληρώσει μία ημιτελής συμφωνία αλλά ενσωματώνεται ως ουσιώδης όρος στη συμφωνία επειδή τα γεγονότα και περιστάσεις, οδηγούν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι η περίληψη αυτού του όρου στην συμφωνία αντικατοπτρίζει ορθά την πρόθεση των μερών κατά την σύναψη της μαρτυρίας. «Και όντως προέκυπτε. Η μη ύπαρξη ρητού προς τούτο όρου στη συμφωνία της 28.04.1958, η οποία ήταν και η βασική και ουσιαστική μεταξύ του Εφεσείοντα και της Εφεσίβλητης ως προς την οικοδόμηση του πρώτου ορόφου, δεν ήταν καθοριστική. Αν και η πρωταρχική αναφορά του δικαστηρίου είναι στους ρητούς όρους της συμφωνίας, ως η εκπεφρασμένη πρόθεση τους, η διερεύνηση της πρόθεσης αυτής ως προς μη ρητά προνοηθέντα στη συμφωνία επεκτείνεται σε όλες τις παραμέτρους του πράγματος, όχι για να καταστεί το δικαστήριο δημιουργός μιας συμφωνίας που τα μέρη δεν έκαναν αλλά αντίθετα για να δώσει πλήρες κράτος στην πραγματική τους συμφωνία. Όπως το έθεσε ο Kelly, C.B., στην υπόθεση Gwyn v. Neath Canal Co[8], στη σ. 215: The result of all the authorities is, that when a court of law can clearly collect from the language within the four corners of a deed, or instrument in writing, the real intentions of the parties, they are bound to give effect to it by supplying anything necessarily to be inferred from the terms used, and by rejecting as superfluous whatever is repugnant to the intention so discerned». Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου ως θέμα ερμηνείας της συμφωνίας είναι καθήκον και έργο του δικαστηρίου. Εδράζεται στην αναγνώριση ότι τα μέρη δεν διατυπώνουν πάντοτε ρητά στη γραπτή τους συμφωνία παρά μόνο τα βασικά της στοιχεία, αφήνοντας άλλα να προκύπτουν έστω και αν δεν ελέχθησαν. Η διακρίβωση εξυπακουόμενου όρου αποδίδεται στην ανάγκη να δοθεί αποτελεσματικότητα και πληρότητα στη συμφωνία, εκφράζοντας εκείνο που, αν και δεν ελέχθη, αντιπροσωπεύει την εμφανή και αναγκαία πρόθεση των μερών. «Η κλασσική διατύπωση της αρχής προέρχεται από τον Bowen L.J., στην υπόθεση The Moorcock[9], στη σ. 68: Now, an implied warranty, or, as it is called, a covenant in law, as distinguished from an express contract or express warranty, really is in all cases founded upon the presumed intention of the parties, and upon reason. The implication which the law draws from what must obviously have been the intention of the parties, the law draws with the object of giving efficacy to the transaction and preventing such a failure of consideration as cannot have been within the contemplation of either side; and I believe if one were to take all the cases, and there are many, of implied warranties or covenants in law, it will be found that in all of them the law is raising an implication from the presumed intention of the parties with the object of giving to the transaction such efficacy as both parties must have intended that at all events it should have». Είναι αυτή η αμεσότητα της αναγκαιότητας του εξυπακουόμενου όρου που καθιστά δυνατή όσο και επιτακτική τη διακρίβωση του. Ο Mackinnon, L.J., στην υπόθεση Shirlaw v. Southern Foundries
(1926)Ltd
(1939)2 K.B. 206, στη σελ. 227 την εξέφρασε παραστατικά με ένα απόσπασμα από μελέτη του: «Prima facie that which in any contract is left to be implied and need not be expressed is something so obvious that it goes without saying; so that, if while the parties were making their bargain, an officious bystander were to suggest some express provision for it in the agreement, they would testily suppress him with a common, 'oh, of course». Ως και στην πιο πάνω υπόθεση στην παρούσα καθίσταται επιτακτική ανάγκη διακρίβωση εξυπακουόμενων όρων αυτονόητα για την λειτουργικότητα της συμφωνίας. Ο ενάγοντας θα λειτουργούσε ένα κυλικείο σε δημοτικό σχολείο. Είναι αυτονόητο ότι θα το λειτουργούσε το κυλικείο σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου και επίσης θα ήταν αυτονόητο ότι στην περίπτωση που παρανομούσε και δεν τηρούσε τα συμφωνηθέντα η σχολική Εφορεία θα είχε το δικαίωμα να τερματίσει την συμφωνία. Ο νόμος προνοεί ότι στην περίπτωση που ο αδειούχος του κυλικείου αθετούσε τις υποχρεώσεις με βάση τον νόμο και κατά συνέπεια των συμφωνηθέντων όρων της συμφωνίας θα είχε το δικαίωμα η σχολική Εφορεία όχι μόνο να τερματίσει την συμφωνία αλλά και να του επιβάλει πρόστιμο. Αυτές είναι κύριες πρόνοιες του Νόμου που προβλέπει για την σύσταση και Λειτουργία Κεντρικής Επιτροπής ελέγχου σχολικών Κυλικείων 60
(1)/2000: «16.-
(1)Η Εφορεία ή ο Γενικός Διευθυντής, ανάλογα με την περίπτωση, αμέσως μόλις πάρει την προβλεπόμενη στο άρθρο 14 έκθεση, επιλαμβάνεται του θέματος και έχει εξουσία να επιβάλει στον αδειούχο του παρανομούντος κυλικείου όλες ή οποιαδήποτε από τις πιο κάτω κυρώσεις, αφού προηγουμένως δώσει την ευκαιρία στον ενδιαφερόμενο να ακουστεί: (α) Πρόστιμο μέχρι δύο χιλιάδες λίρες. (β) τερματισμό του εγγράφου συμβολαίου και άμεση παράδοση του κυλικείου· (γ) κατακράτηση μέρους ή ολόκληρου του ποσού της εγγύησης που κατατίθεται από τον αδειούχο κυλικείου μαζί με την προσφορά που υποβάλλει για παραχώρηση και εκμετάλλευση του κυλικείου.
(2)Σε περίπτωση που ο αδειούχος κυλικείου αρνείται ή παραλείπει να καταβάλει το ποσό του προστίμου που επιβάλλεται δυνάμει του εδαφίου
(1), τότε, το επιβαλλόμενο ποσό προστίμου εισπράττεται από το ποσό εγγύησης που κατατίθεται από τον αδειούχο κυλικείου.
(3)Σε κάθε περίπτωση που επιβάλλεται και εισπράττεται πρόστιμο από το ποσό της εγγύησης ή κατακρατείται μέρος της εγγύησης, ο αδειούχος κυλικείου υποχρεούται να αναπληρώνει την εγγύηση με το ανάλογο ποσό, ώστε το ολικό ποσό εγγύησης να είναι πάντοτε ίσο με εκείνο το ποσό που υποχρεούται να καταθέτει, δυνάμει των όρων προσφοράς, για την παραχώρηση και εκμετάλλευση του κυλικείου.
(4)Σε περίπτωση που αδειούχος κυλικείου αρνείται ή παραλείπει εντός εύλογου χρόνου να καταβάλει το ποσό προστίμου που επιβλήθηκε, δυνάμει του εδαφίου
(1), ή να αναπληρώσει το ανάλογο ποσό εγγύησης που προβλέπεται στο εδάφιο
(3), τότε η άδεια παραχώρησης και εκμετάλλευσης του κυλικείου τερματίζεται αμέσως και ο αδειούχος κυλικείου υποχρεούται σε άμεση παράδοση του κυλικείου.
(5)Σε περίπτωση που αδειούχος κυλικείου αρνείται ή παραλείπει να παραδώσει το κυλικείο μετά τον τερματισμό της συμφωνίας είτε δυνάμει της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)είτε δυνάμει του εδαφίου
(4), η Εφορεία έχει εξουσία να επέμβει και να εκβάλει τον αδειούχο από το κυλικείο και να αναλάβει κατοχή αυτού, χωρίς να χρειάζεται η προσφυγή σε οποιαδήποτε δικαστικά καταναγκαστικα Το άρθρο 17 του Ν. 60
(1)/2000 απαριθμεί διάφορες υποχρεώσεις του αδειούχου κυλικείου. Οι πιο κάτω υποχρεώσεις πρέπει να τηρηθούν ώστε να εξυπηρετούνται τα παιδιά και το προσωπικό και για να παρέχονται υπηρεσίες και προιοντα στους μαθητές και το προσωπικό συγκεκριμένων προδιαγραφών και επιπέδου. Υποχρεώσεις αδειούχου κυλικείου 17.-
(1)Ο αδειούχος κυλικείου και οποιοδήποτε πρόσωπο εργοδοτείται απ' αυτόν οφείλει να συμμορφώνεται στις πρόνοιες του Παραρτήματος Ι του παρόντος Νόμου αναφορικά με την τήρηση συνθηκών υγιεινής στο κυλικείο.
(2)Ο αδειούχος κυλικείου οφείλει να παρευρίσκεται στο κυλικείο του σχολείου όλες τα εργάσιμες μέρες και ώρες του σχολείου για εξυπηρέτηση των μαθητών, του διδακτικού, του γραμματειακού και άλλου προσωπικού που έχει σχέση με το σχολείο, καθώς και σε ώρες που καθορίζει ο εργοδότης ή, σε περίπτωση σοβαρού κωλύματος, εξουσιοδοτεί εκπρόσωπό του να παρευρίσκεται ως ανωτέρω, μετά από έγκριση του εργοδότη.
(3)Ο αδειούχος κυλικείου οφείλει να εργοδοτεί τον αναγκαίο αριθμό προσωπικού για γρήγορη και πλήρη εξυπηρέτηση του διδακτικού προσωπικού, έτσι ώστε η εξυπηρέτηση των μαθητών να μη γίνεται σε βάρος της εξυπηρέτησης του προσωπικού ή και αντίθετα.
(4)Ο αδειούχος κυλικείου και το προσωπικό που εργοδοτεί οφείλουν να παρακολουθούν τα σεμινάρια για την υγιεινή και την ασφάλεια των τροφίμων που οργανώνονται κατά καιρούς από το Υπουργείο Υγείας. Είδη προσφερόμενα από το κυλικείο
- Τα είδη που θα προσφέρει ο αδειούχος κυλικείου είναι αυτά και μόνο που αναφέρονται στον εκάστοτε εγκεκριμένο κατάλογο. Τιμοκατάλογος κυλικείου
- Ο αδειούχος κυλικείου είναι υποχρεωμένος να διατηρεί αναρτημένο σε περίοπτη θέση μέσα και έξω από το κυλικείο τον εκάστοτε σε ισχύ κατάλογο. Προϊόντα προμηθευόμενα από εγγεγραμμένο κατασκευαστή ή παρασκευαστή
- Σε περίπτωση που αδειούχος κυλικείου προμηθεύεται προϊόντα για σκοπούς πώλησης τους από το κυλικείο, τα οποία περιλαμβάνονται στον Πίνακα των περί Υγιεινής Τροφίμων Γενικών Κανονισμών του 1970, οφείλει να βεβαιώνεται ότι τα προμηθευόμενα προϊόντα προέρχονται από εγγεγραμμένο κατασκευαστή ή παρασκευαστή και ότι αυτά προέρχονται από υποστατικά που πληρούν τις πρόνοιες των πιο πάνω Κανονισμών. Πιστοποιητικό υγείας και λευκού ποινικού μητρώου
- Ο αδειούχος κυλικείου και οποιοδήποτε πρόσωπο εργοδοτείται από αυτόν οφείλει να υποβάλλει κάθε χρόνο στην Εφορεία τα πιο κάτω: (α) Πιστοποιητικό υγείας από κυβερνητικό νοσοκομείο (που να περιλαμβάνει εξέταση για σαλμονέλα, παράσιτα και δερματικές παθήσεις). (β) Πιστοποιητικό λευκού ποινικού μητρώου». Όλες οι πιο πάνω πρόνοιες του νόμου θα πρέπει να ερμηνευτούν ότι είναι ουσιώδης όροι σε σχέση με την εκτέλεση της συμφωνίας. Σε διαφορετική περίπτωση ο εμπορικός σκοπός της συμφωνίας που ήταν η λειτουργία κυλικείου κάποιων συγκεκριμένων προδιαγραφών ώστε να εξυπηρετούνται οι μαθητές και το προσωπικό δεν εξυπηρετείται. Νοείται ότι ο ενάγοντας συμφώνησε και αποδέχτηκε αυτές τις προϋποθέσεις κατά την υποβολή της προσφοράς του. Η προσφορά του έγινε αποδεκτή, ως ήταν η πρόθεση των μερών, υπό την αίρεση ότι θα τηρούσε αυτούς τους ουσιώδης όρους της συμφωνίας. Επί παραδείγματι, ήταν πρόθεση των μερών, κατά την σύναψη της συμφωνίας ότι ο ενάγοντας δεν θα διέθετε προς πώληση προϊόντα που δεν καταγράφονται στον κατάλογο που είχε εγκριθεί. Είναι όρος με τον οποίο συμφώνησε ο ενάγοντας για να αναλάβει την διαχείριση και λειτουργία του κυλικείου κατά την σύναψη της συμφωνίας. Μόνο μία ρητή πρόνοια στην συμφωνία θα απάλλαται τον ενάγοντα από την υποχρέωση να λειτουργεί το κυλικείο με τον τρόπο που προδιαγράφεται στον νόμο. Το ότι αυτές οι πρόνοιες του νόμου συνιστούν ουσιώδης όρους της συμφωνίας της λειτουργίας του κυλικείου αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ο ενάγοντας ελέγχεται περιοδικά και αξιολογείται από τοπική επιτροπή ότι συμμορφώνεται μ' αυτές τις πρόνοιες, (βλ. τεκμήριο 8). Επομένως, οι πρόνοιες του νόμου είναι εξυπακουόμενοι ουσιώδης όροι της συμφωνίας που αντιπροσωπεύει την πρόθεση των μερών κατά την σύνοψη της μαρτυρίας και η αθέτησή της δίδει το δικαίωμα τερματισμού της συμφωνίας. Στην υπόθεση Στυλιανού ν Εφορείας Ελληνικών Εκπαιδευτικών Στροβόλου[10] συνάφθηκε συμφωνία διαχείρισης κυλικείου ενώ ήταν γνωστό και στα δύο τα μέρη ότι όλοι οι όροι της συμφωνίας θα είχαν εφαρμογή υπό την αίρεση ότι η Σχολική Εφορεία θα πετύχαινε να ανακτήσει την κατοχή του κυλικείου από τρίτο άτομο. Το εφετείο επεξήγησε ότι δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί στην συμφωνία ότι υπήρχε ρήτρα εξαίρεσης των ουσιωδών ορών της συμφωνίας εκτός και εάν αυτό προνοείτο ρητώς στην συμφωνία. «Ως προς τη συμβατική ευθύνη, όπως και πρωτόδικα, οι εφεσείοντες συζήτησαν ένα συγκεκριμένο σημείο. Στην σύντομη αλλά περιεκτική αγόρευσή του ευπαίδευτου συνηγόρου τους υποστηρίζεται πως ο όρος της σύμβασης που παραθέσαμε συνιστά ρήτρα εξαίρεσης (exclusion clause) η οποία, όπως είναι διατυπωμένη, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι καλύπτει και την παράβαση από την εφεσίβλητη του θεμελιώδους όρου της σύμβασης αναφορικά με την καθόλου παράδοση της κατοχής των κυλικείων. Ο όρος αναφέρεται σε «καθυστέρηση» στην παράδοση, δεν περιλαμβάνει και την «ματαίωση» της σύμβασης που επήλθε με τη μη παράδοση οποτεδήποτε μέσα στο χρονικό όριο της ισχύος της και, στην απουσία τέτοιας ολοκάθαρης συμφωνίας, η εφεσίβλητη πρέπει να θεωρηθεί υπόλογη. Επικαλέστηκε συναφώς την υπόθεση Suisse Atlant. etc v. N.V. Rotterdam etc[11]. Επίσης τις υποθέσεις Photo Production Ltd v. Securicor[12]και Alisa Graig v. Malvern Fishing[13] που την ακολούθησαν. Στην υπόθεση Swisse Atlant. etc., (ανωτέρω) αποδοκιμάστηκε η αντίληψη πως, ως θέμα νόμου, αποκλειόταν η συνομολόγηση ρήτρας εξαίρεσης ή περιορισμού της ευθύνης σε σχέση με θεμελιώδη παράβαση σύμβασης (fundamental breach) ή παράβαση θεμελιώδους όρου της σύμβασης (fundamental term). Αναγνωρίστηκε πως οι συμβαλλόμενοι, ως έχοντες την ελευθερία του συμβάλλεσθαι, διατηρούν πάντα τη δυνατότητα να συνομολογήσουν τέτοια ρήτρα και επεξηγήθηκε πως η ουσία της νομολογίας σε σχέση με το ανίσχυρο της, είχε στη βάση της όχι κάποιο κανόνα δικαίου αλλά μόνο την εμβέλεια της συγκεκριμένης ρήτρας, ενόψει της διατύπωσης της στο πλαίσιο του συνόλου της σύμβασης. Ρήτρες τέτοιας μορφής χρειάζεται να είναι ξεκάθαρα διατυπωμένες αν πρόκειται να θεωρηθεί ότι εκτείνονται και στις περιπτώσεις θεμελιώδους παράβασης ή παράβασης θεμελιώδους όρου της σύμβασης». Συνεπώς, δεν μπορεί να ερμηνευθεί στην συμφωνία ότι ο ενάγοντας είχε απαλλαγεί από την υποχρέωση να τηρεί τους ουσιώδης όρους της συμφωνίας, ήτοι να πληρώνει ενοίκιο, να έχει την πρέπουσα συμπεριφορά, να είναι πάντα παρών κατά την λειτουργία του κυλικείου και/ή να έχει πιστοποιητικά υγείας για άλλο προσωπικό του κυλικείου που είχε εγκριθεί να είναι παρών από την Σχολική Εφορεία κτλ, εκτός και εάν τα μέρη είχαν προβλέψει κάτι τέτοιο με ρητή πρόνοια στην συμφωνία. Ως εκ τούτου, εφόσον δεν υπάρχει στην συμφωνία ρητός όρος εξαίρεσης εκτέλεσης των ουσιωδών όρων της συμφωνίας, η παραβίαση τους θα πρέπει να θεωρείται ότι δίδει δικαίωμα στο άλλο μέρος που δεν υπαίτιο να τερματίσει την συμφωνία. Συνεπώς, ορθά και νόμιμα τερμάτισε την συμφωνία η σχολική Εφορεία με την αποστολή της επιστολής 4 Μαρτίου, 2010, με την οποία τερμάτισε την συμφωνία διαχείρισης του κυλικείου και καλούσε τον Ενάγοντα να παραδώσει την ελεύθερη κατοχή του κυλικείου μέχρι τις 05.03.
- Εφόσον με βάση τα πραγματικά ευρήματα της υπόθεσης διαπιστώνεται ότι ο ενάγοντας προέβη σε σωρεία παραβιάσεων ουσιωδών όρων της συμφωνίας, η Σχολική Εφορεία είχε το δικαίωμα και ορθά προχώρησε με τον τερματισμό της συμφωνίας. Εφόσον, η Σχολική Εφορεία είχε το δικαίωμα να τερματίσει την συμφωνία είναι αβάσιμη η απαίτηση του ενάγοντα να διεκδικεί οποιεσδήποτε αποζημιώσεις για παραβίαση των συμφωνηθέντων. Εφόσον, το δικαίωμα του ενάγοντα να κατέχει και να διαχειρίζεται το κυλικείο πηγάζει από συμβατικό δικαίωμα, δυνάμει της γραπτής σύμβασης διαχείρισης, τεκμήριο 1, οι αξιώσεις που ζητεί δεν μπορεί να έχουν άλλη βάση αγωγής εκτός του δίκαιο των συμβάσεων. Η αξίωση του ενάγοντα για παραδειγματικές αποζημιώσεις είναι αβάσιμη, καθότι είχε το δικαίωμα να κατέχει το κυλικείο δυνάμει γραπτής σύμβασής. Αφ' ης στιγμής είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η σύμβαση αυτή νόμιμα τερματίσθηκε, ο ενάγοντας δεν είχε το δικαίωμα πλέον να κατέχει και να διαχειρίζεται το κυλικείο. Επομένως, η αξίωση του για παραδειγματικές αποζημιώσεις, συνέπεια της εκδίωξης του από το κυλικείο είναι αβάσιμη εφόσον το συμβατικό του δικαίωμα να κατέχει το κυλικείο νόμιμα είχε τερματισθεί. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται και τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σε σχέση με την ανταπαίτηση είναι αναντίλεκτο γεγονός που προκύπτει από την μη αμφισβητούμενη μαρτυρία ότι ο ενάγοντας κατείχε και λειτουργούσε το κυλικείο κατά τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο
- Ο ενάγοντας παραδέχθηκε ενόρκως ότι παρέλειψε να πληρώσει το ενοίκιο για την συγκεκριμένη περίοδο επικαλούμενος οικονομικές δυσκολίες. Εφόσον, κατά εκείνη την περίοδο η συμφωνία ήταν σε ισχύ και ο ενάγοντας κατά εκείνη την περίοδο κατείχε και διαχειριζόταν το κυλικείο κρίνω ότι αυτό το μέρος της ανταπαίτησης έχει αποδειχθεί ικανοποιητικά. Σε σχέση με την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος η γραπτή συμφωνία διαχείρισης περιείχε ρητή πρόνοια ότι ο διαχειριστής έπρεπε να αναλάβει να πληρώσει στην Σχολική Εφορεία την κατανάλωση του ηλεκτρικού ρεύματος στο κυλικείο, σύμφωνα με την ένδειξη του μετρητή. Οι εναγόμενοι προσκόμισαν θετική μαρτυρία για την αξία του ηλεκτρικού ρεύματος που καταναλώθηκε από 03.02.2010 μέχρι 08.04.2010, ήτοι το ποσό των €71,
- Όμως, όπως προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, η συμφωνία τερματίσθηκε στις 04.03.2010, και ο εναγόμενος έπαψε να κατέχει και να διαχειρίζεται το κυλικείο από τις αρχές Μαρτίου
- Εφόσον, δεν έχω θετική μαρτυρία σε σχέση με την κατανάλωση του ρεύματος από τον μετρητή μέχρι την ημέρα που απώλεσε ο ενάγοντας την κατοχή του κυλικείου, και οι εναγόμενοι δεν προσκόμισαν θετική μαρτυρία που να διαχωρίζει το ποσό των €71,00, ώστε να γνωρίζει το Δικαστήριο την αξία του ρεύματος που καταναλώθηκε μέχρι τις 04.03.2010 βάσει τις μετρήσεις του μετρητή αυτό το μέρος της ανταπαίτησης δεν έχει αποδειχθεί. Ως εκ τούτου, σε σχέση με την ανταπαίτηση εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα για το ποσό των €700,
- (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 31st edition Chapter 13 par. 13-003 Terms implied by law [2] 1 ΑΑΔ
(1999)σελ. 630 [3] 1 ΑΑΔ
(2001)2126 [4] 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 397 [5] 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 168 [6] 1 ΑΑΔ
(2001)σελ. 500 [7] 1 ΑΑΔ 1250
(2000)[8]
(1865)L.R. 3 Ex. 209 [9]
(1889)14 P.D. 64 [10] 1 ΑΑΔ 1924
(1998)[11] [1966] 2 All E.R. 61 [12] [1980] 1 All ER 556 [13] [1983] 1 All ER 101