← Κύπρος

ADONIS ELECTRICAL INSTALLATIONS LTD ν. STARWARD PROPERTIES LIMITED, Αρ.Αγωγής: 3550/2012, 13/3/2017

ADONIS ELECTRICAL INSTALLATIONS LTD ν. STARWARD PROPERTIES LIMITED, Αρ.Αγωγής: 3550/2012, 13/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 3550/2012 Μεταξύ: ADONIS ELECTRICAL INSTALLATIONS LTD Ενάγουσας και STARWARD PROPERTIES LIMITED Ενα0γομένης ----------- Ημερομηνία: 13 Μαρτίου 2017 Για την ενάγουσα: κος Μ.Ορφανίδης Για την εναγομένη: κος Α.Χαβιαράς Α Π Ο Φ Α Σ Η Επιβάλλεται να τεθεί από τώρα ότι η υπό κρίση υπόθεση έχει δισυπόστατο ρόλο. Είναι η αξίωση της ενάγουσας, αφενός και η ανταπαίτηση της εναγομένης, αφετέρου. Η μεν αξίωση της πρώτης εδράζεται σε υπόλοιπο διατακτικών και/ή εκτελεσθείσες εργασίες, η δε ανταπαίτηση της δεύτερης επί τω ότι κατέβαλε χρήματα χωρίς χαριστική πρόθεση. Προτού υπεισέλθω στις ιδιαίτερες αιτιάσεις εκάστου μέρους, παρατηρώ ότι τα δικόγραφα διαγράφουν ένα πλαίσιο παραδεκτών γεγονότων και ως εκ τούτου αρμόζει πριν οτιδήποτε άλλο να συνοψίσω τούτο, εφόσον με αυτό τον τρόπο θα συντμηθεί και διευκολυνθεί η πάρα πέρα διαδικασία. Παρατηρώ λοιπόν ότι κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο η ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη και διεξάγει ηλεκτρολογικές και άλλες συναφείς εργασίες. Από την άλλη η εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια κατοικίας στο Στρόβολο, με την ονομασία FINEAS STREET PROJECT (στη συνέχεια το έργο). Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι την 17.10.2007 οι διάδικοι υπέγραψαν συμφωνία η οποία προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα· α. ότι η ενάγουσα θα εκτελέσει ηλεκτρολογικές εργασίες στα υποστατικά της εναγομένης σύμφωνα με τις προδιαγραφές και τα σχέδια, προς πλήρη ικανοποίηση του μηχανικού και για ποσό £32.000,00 ή €54.675,00 πλέον Φ.Π.Α., β. ότι η προθεσμία πληρωμής των πιστοποιητικών από την ημέρα πιστοποίησης του μηχανικού καθορίζεται σε 15 ημέρες, και γ. ότι η προσφορά της ενάγουσας έγινε βάσει των τότε υφιστάμενων σχεδίων και τυχόν αλλαγές θα συμφωνούνται. Για το παραδεκτό των πιο πάνω όρων της συμφωνίας σχετική είναι η 3η παράγραφος της έκθεσης απαιτήσεως vis a vis της 4ης παραγράφου της υπεράσπισης. Περιπλέον, παραδεκτό γεγονός συνιστά και το ότι η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα κάποια ποσά. Τούτα έχουν ως εξής· €5.000,00 την 17.7.2009, €5.000,00 την 31.7.2009, €10.000,00 την 23.12.2009 και €10.000,00 την 15.9.

  1. Όλα τα πιο πάνω συνιστούν δικογραφημένες παραδοχές και ως εκ τούτου υιοθετούνται από το δικαστήριο και καθίστανται ευρήματα τούτου. Ας δούμε τώρα σε τι συνίσταται η δικογραφημένη εκδοχή εκάστου μέρους. Είναι βασική θέση της ενάγουσας ότι επιβλέπων μηχανικός του έργου διορίστηκε ο Ανδρέας Σωτηρίου. Μάλιστα συμφωνήθηκε, διατείνεται η ενάγουσα, πως η πληρωμή θα γίνεται κατόπιν πιστοποιήσεως τούτου, δηλαδή του Ανδρέα Σωτηρίου. Κατ'αυτό τον τρόπο η ενάγουσα εκτέλεσε, αποπεράτωσε και παρέδωσε εργασίες προς πλήρη ικανοποίηση του επιβλέποντα μηχανικού. Ο δε τελευταίος κατά ή περί την 29.6.2009 εξέδωσε το διατακτικό υπ'αριθμό 5, με το οποίο πιστοποίησε ότι έναντι της εκτελεσθείσας εργασίας η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα ποσό €58.384,33 και παρέμεινε υπόλοιπο προς πληρωμή ύψους €71.676,00, πλέον €10.751,40 ως Φ.Π.Α., σύνολο € 82.427,
  2. Στο διατακτικό υπ'αριθμό 5 η συνολική αξία της εκτελεσθείσας εργασίας αποτιμήθηκε σε €126.351,
  3. Αργότερα, την 26.7.2010, ο Ανδρέας Σωτηρίου εξέδωσε το διατακτικό υπ'αριθμό 6, βάσει του οποίου η εναγομένη φέρεται να οφείλει στην ενάγουσα επιπλέον ποσό €9.556,70 πλέον €1.433,51 ως Φ.Π.Α., σύνολο €10.990,21, ως επιστροφή αποκοπών. Αφότου η εναγομένη κατέβαλε διάφορα ποσά, παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο €53.417,
  4. Η ενάγουσα απαίτησε τούτο αλλά η εναγομένη αμέλησε και/ή παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να το καταβάλει. Στην αντίπερα όχθη η εναγομένη δέχεται, όπως έχει ήδη λεχθεί, τη συνομολόγηση συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Διατείνεται όμως ότι τούτη η συμφωνία συνομολογήθηκε βάσει προσφοράς της ενάγουσας ημερομηνίας 4.7.
  5. Καίτοι παραδέχεται το διορισμό επιβλέποντα μηχανικού, κατηγορηματικά αρνείται ότι τούτος ήταν ο Ανδρέας Σωτηρίου. Επί του προκειμένου υποστηρίζει ότι επιβλέπων μηχανικός του έργου ήταν η εταιρεία EMECH ENGINEERING (στη συνέχεια η EMECH), ενώ χαρακτηρίζει τον Ανδρέα Σωτηρίου συνεργάτη της ενάγουσας. Σε αυτό μάλιστα το πλαίσιο ισχυρισμών προσθέτει ότι· ουδέποτε συμφωνήθηκε πως οι πληρωμές θα γίνονταν μετά από πιστοποίηση του Ανδρέα Σωτηρίου. Σε τούτη την πιστοποίηση θα προέβαινε, διατείνεται η εναγομένη, ο επιβλέπων μηχανικός του έργου. Συνακόλουθα αρνείται τον ισχυρισμό περί διορισμού του Ανδρέα Σωτηρίου ως επιβλέποντος μηχανικού, καθώς επίσης ότι εξεδόθη το διατακτικό υπ'αριθμό 5 ή οποιοδήποτε άλλο διατακτικό. Προσθέτει δε ότι οι επιβλέποντες μηχανικοί του έργου, δηλαδή η εταιρεία EMECH, ουδέποτε εξέδωσαν διατακτικά πληρωμής αφού ποτέ δεν ενέκριναν τη διεκπεραίωση και χρέωση των εργασιών. Τονίζει ακόμη ότι η EMECH δεν ικανοποιήθηκε από την ποιότητα εργασίας της ενάγουσας. Αν ορθά αντιλαμβάνομαι τους δικογραφημένους ισχυρισμούς κάπου εδώ ολοκληρώνονται οι ισχυρισμοί της εναγομένης που άπτονται της υπεράσπισης. Όσα ακολουθούν δεν αφορούν αμιγώς την υπεράσπιση, αλλά και την ανταπαίτηση. Η εναγομένη λοιπόν ισχυρίζεται ότι κατέβαλε στην ενάγουσα ποσό μεγαλύτερο από αυτό που όφειλε βάσει της προσφοράς της μεταξύ τους συμφωνίας, αλλά και των εκτελεσθεισών εργασιών. Επαναλαμβάνει η εναγομένη ότι οι τιμές μονάδος που τα μέρη συμφώνησαν αναγράφονται στην προσφορά 4.7.
  6. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας των διαδίκων τυχόν αλλαγή θα έπρεπε να συμφωνηθεί, πράγμα που ουδέποτε έγινε. Η δε συμφωνηθείσα αξία της ανατεθείσας εργασίας ήταν £32.000,00 ή €54.675,25 πλέον Φ.Π.Α.. Με την εκτέλεση των εργασιών, αναφέρει η εναγομένη, εκδίδονταν τιμολόγια τα οποία εξοφλούσε. Βάσει αυτών των τιμολογίων φαίνεται, αναφέρει η εναγομένη, ότι κατέβαλε στην ενάγουσα ποσό €62.485,
  7. Πέραν όμως των τιμολογίων στην ενάγουσα κατέβαλε και διάφορα άλλα ποσά, μετά από προφορικές παρακλήσεις. Συγκεκριμένα, μεταξύ 8.5.2009 και 15.9.2010, μετά από προφορικές παρακλήσεις κατέβαλε το ποσό των €35.000,
  8. Αυτό εν προκειμένω είναι και το ποσό που αξιώνει ανταπαιτητικώς [€35.000,00]. Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι το δικαστήριο καλείται να αποφανθεί για τα εξής θέματα· τί πραγματικά συμφώνησαν οι διάδικοι και συγκεκριμένα ποια ήταν η αξία των εργασιών που συμφωνήθηκαν; Διορίστηκε επιβλέπων μηχανικός του έργου και αν ναι ποιος; Πως ελέγχονταν και υποβάλλονταν διά πληρωμή οι εκτελεσθείσες εργασίες, εν ολίγοις εκδίδονταν διατακτικά ή τιμολόγια; Τι ποσό κατέβαλε η εναγομένη στην ενάγουσα; Παραμένει υπόλοιπο και αν ναι, ποιος το οφείλει, η ενάγουσα ή η εναγομένη; Αυτά είναι τα επίδικα θέματα και αυτά είναι που το δικαστήριο καλείται να απαντήσει. Με διαγεγραμμένο πλέον το σύνολο αμφότερων των ισχυρισμών, στρέφομαι να συνοψίσω τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Κλήθηκαν εν προκειμένω τρεις μάρτυρες, δύο από την ενάγουσα και ένας από την εναγομένη. Η ενάγουσα κάλεσε τον Άδωνη Νικολαΐδη, διευθυντή της ενάγουσας και τον Ανδρέα Σωτηρίου, δηλαδή τον επιβλέποντα μηχανικό, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Από την άλλη η εναγομένη κάλεσε τον Νίκο Λάρκου. Σειρά έχει τώρα η σύνοψη της μαρτυρίας. Περιττό να ειπωθεί ότι τούτη η σύνοψη περιορίζεται αποκλειστικά στα επίδικα ζητήματα και ως εκ τούτου παραλείπεται επανάληψη όσων έχουν ήδη διαπιστωθεί. Ο Άδωνης Νικολαΐδης (Μ.Ε.1) ανέφερε ότι είναι ο διευθυντής της ενάγουσας εταιρείας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι την 17.10.2007 οι διάδικοι συνομολόγησαν συμφωνία, εν προκειμένω αυτή που τα δικόγραφα καθιστούν παραδεκτή, το έγγραφο της οποίας παρουσίασε στο δικαστήριο (βλ. τεκμήριο 1). Η μαρτυρία τούτου εστιάστηκε στη συμβολή του Ανδρέα Σωτηρίου στη διεκπεραίωση του έργου. Ο μάρτυρας υποστήριξε ότι ο Ανδρέας Σωτηρίου διορίστηκε από την EMECH για παροχή υπηρεσιών συμβούλου ηλεκτρολόγου μηχανικού. Ωσαύτως αρνήθηκε ότι ήταν συνεργάτης της ενάγουσας. Περαιτέρω, υποστήριξε πως την 29.6.2009 ο Σωτηρίου εξέδωσε το διατακτικό υπ'αριθμό 5, δηλαδή το τεκμήριο
  9. Ο λόγος που τούτο το διατακτικό ανέρχεται στο ποσό των €82.327,40, δηλαδή υπερβαίνει του συμφωνηθέντος, οφείλεται, σύμφωνα με το Μ.Ε.1, στο γεγονός ότι μετά την αρχική προσφορά της ενάγουσας, η οποία ήτο για ποσό €54.675,00 πλέον Φ.Π.Α., συμφωνήθηκαν και εκτελέσθηκαν επιπρόσθετες εργασίες που επέφεραν ριζικές αλλαγές στα σχέδια και συνακόλουθα αύξησαν το συμφωνηθέν ποσό. Τούτες οι αλλαγές ήταν σε γνώση τόσο του Σωτηρίου όσο και της εναγομένης. Προς υποστήριξη τούτων των θέσεων ο Μ.Ε.1 παρουσίασε στο δικαστήριο τόσο τα αρχικά αρχιτεκτονικά σχέδια (βλ. τεκμήριο 6), όσο και τα τροποποιημένα σχέδια και πίνακες (βλ. τεκμήριο 7). Ήταν η θέση του πως μετά την αρχική προσφορά που η ενάγουσα έδωσε στην εναγομένη, υποστήριξε εν προκειμένω ότι τούτη η προσφορά είναι ημερομηνίας 17.10.2007, ο Νίκος Λάρκου, δηλαδή ο ιδιοκτήτης ή ο φερόμενος ως ιδιοκτήτης της εναγομένης και του έργου, αποφάσισε να αναβαθμίσει την ηλεκτρολογική εγκατάσταση. Τούτη η απόφασή του οδήγησε σε διακοπή των εργασιών μέχρι και τον Φεβρουάριο του 2008, ότε και ετοιμάστηκαν νέα σχέδια, δηλαδή το τεκμήριο
  10. Είναι οι εργασίες αυτών των νέων σχεδίων, τεκμήριο 7, που σύμφωνα με τον Μ.Ε.1 οφείλονται διά την αύξηση της αρχικής προσφοράς που έδωσε στην εναγομένη. Πέραν τούτου, ο Μ.Ε.1 παρουσίασε στο δικαστήριο και το διατακτικό υπ'αριθμό 6 (βλ. τεκμήριο 4), το οποίο δηλώνει πως η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα συνολικό ποσό €10.990,
  11. Εν κατακλείδι, ο Μ.Ε.1 παρουσίασε και αριθμό επιταγών (βλ. τεκμήρια 3 και 5), δηλαδή πληρωμές που διενήργησε η εναγομένη προς όφελος της ενάγουσας έναντι των οφειλομένων ποσών. Η σημασία τούτων έγκειται στη δήλωση του Μ.Ε.1 πως εκδότης των επιταγών, δηλαδή το πρόσωπο που υπέγραψε τούτες στην παρουσία του Μ.Ε.1, ήταν ο Νίκος Λάρκου. Δεύτερος μάρτυρας για την ενάγουσα ήταν ο Ανδρέας Σωτηρίου (Μ.Ε.2), ο οποίος ανέφερε ότι είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός. Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2, κατόπιν οδηγιών της EMECH ανέλαβε τον Σεπτέμβριο του 2007 το ρόλο συμβούλου ηλεκτρολόγου μηχανικού του έργου. Ο ίδιος είναι που ετοίμασε το συμβόλαιο που την 17.10.2007 υπεγράφη από τα μέρη. Και ο Μ.Ε.2 έκανε λόγο για εκτεταμένες αλλαγές που σαν αποτέλεσμα είχαν την αύξηση του κόστους της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης. Σε αυτό το πλαίσιο ο Μ.Ε.2 είδε και αναγνώρισε τόσο το τεκμήριο 6 όσο και το τεκμήριο
  12. Το αυξημένο ποσό στο τεκμήριο 2, δηλαδή το διατακτικό υπ'αριθμό 5, οφείλεται, σύμφωνα με τον Μ.Ε.2, σε αυτές τις αλλαγές που έχουν γίνει. Περιπλέον, ήταν η θέση του Μ.Ε.2 ότι η ενάγουσα πληρωνόταν μετά που ήλεγχε τις εργασίες ο ίδιος και ικανοποιείτο ότι έγιναν με βάση τα σχέδια. Τέλος, υποστήριξε ότι οι εργασίες που ανατέθηκαν στην ενάγουσα διεκπεραιώθηκαν κανονικά και αφού τις ήλεγξε εξέδωσε τα σχετικά πιστοποιητικά. Ο Νίκος Λάρκου, μοναδικός μάρτυρας για την υπεράσπιση, ανέφερε ότι η εναγομένη του ανέθεσε την επίβλεψη του έργου. Η διαχείριση των μηχανολογικών εργασιών, ανέφερε, ανατέθηκε στην EMECH. Δέχεται όμως ότι ο Σωτηρίου (Μ.Ε.2) ήταν εργοδοτούμενος της EMECH. Περιπλέον, δέχεται ότι το τεκμήριο 1 είναι η συμφωνία των μερών σε σχέση με τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις. Υποστηρίζει όμως ότι δυνάμει του τεκμηρίου 1 τυχόν έξτρα εργασίες έπρεπε να συμφωνηθούν γραπτώς. Κάτι τέτοιο, λέει ο Λάρκου, ουδέποτε έγινε. Μάλιστα προωθεί τούτη τη θέση λέγοντας ότι, όντως το Φεβρουάριο του 2008 η εναγομένη αποφάσισε να κάνει μετατροπές στην ηλεκτρολογική εγκατάσταση και δη να εγκαταστήσει ολοκληρωμένο σύστημα αυτοματισμού. Σύμφωνα με το Λάρκου, αυτή η απόφαση της εναγομένης είχε σαν αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας των εργασιών που συμφωνήθηκαν με την ενάγουσα. Προς υποστήριξη τούτου παραπέμπει στο τεκμήριο 1 και δη στην τέταρτη σελίδα της προσφοράς ημερομηνίας 4.7.2007, παράγραφο 22, όπου φαίνεται ότι η ενάγουσα ανέλαβε την αγορά των υλικών. Ως εκ τούτου, λέει ο Λάρκου, εφόσον το σύστημα αυτοματισμού περιόρισε τα υλικά που η ενάγουσα είχε να εγκαταστήσει, λογικό είναι ότι έπρεπε να μειωθεί η αξία των εκτελεσθεισών εργασιών. Εν τούτοις τίποτα ανάλογο αναφέρεται στο τεκμήριο 2, είπε ο μάρτυρας. Περιπλέον, πρόσθεσε ότι επιστολή που του έστειλε η ενάγουσα την 11.3.2008 (βλ. τεκμήριο 9), ομιλεί για επαναξιολόγηση της προσφοράς μετά την αγορά του συστήματος αυτοματισμού, αλλά τίποτα αναφέρει για επιπλέον εργασίες. Ότι η εναγομένη είναι εκείνη που αγόρασε τα υλικά της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης, ο Λάρκου το υποστηρίζει με το τεκμήριο 11, δηλαδή διάφορα τιμολόγια που έλαβε από διάφορες εταιρείες, όπως την Έτη Φωτός, Schweifel GmbH και Group 4 Securitas (Cyprus) Ltd. Η συνολική αξία τούτων, αναφέρει, ανέρχεται σε €66.379,
  13. Εν κατακλείδι, διατείνεται πως σε διάφορες ημερομηνίες η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα ποσά που της ζητούντο. Πάντα όμως, διατείνεται ο Λάρκου, τα ποσά αυτά καταβάλλονταν βάσει τιμολογίων που εξέδιδε η ενάγουσα. Ο μάρτυρας ανέφερε συγκεκριμένους αριθμούς τιμολογίων και επιταγές που εξόφλησαν τούτα. Εν τούτοις καταλήγει ότι ένα ποσό της τάξης των €35.000,00 καταβλήθηκε δίχως να προηγηθεί η έκδοση τιμολογίου και αυτό είναι που η εναγομένη ζητά την επιστροφή του. Με γνώμονα όλα τα πιο πάνω σπεύδω σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Σημειώνω συναφώς ότι παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων με κριτήριο τα εγγενή της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικά (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ.333). Σημειώνω περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίστηκε σε ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτάθηκε και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ.1056). Τέλος, είχα πάντα κατά νου ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ.316 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ.614). Προτού όμως αποφανθώ σε σχέση με την αξιοπιστία των μαρτύρων, κρίνω αναγκαίο να επιληφθώ ενός νομικού ζητήματος το οποίο πιστεύω ότι συναρτάται και κατ'επέκταση καθορίζει την αξιολόγηση που ακολουθεί. Τούτο έχει να κάνει με το τεκμήριο 1, δηλαδή τη συμφωνία των διαδίκων και τις πρόνοιες που εκεί καταγράφονται. Επιβάλλεται να ερμηνευτεί τούτο το έγγραφο, δηλαδή να διαπιστωθεί εκείνο που τα μέρη συμφώνησαν, εφόσον μόνο έτσι θα αποκαλυφθεί κατά πόσο ορθά ερμηνεύουν τη σύμβαση ή επιχειρούν να παραπλανήσουν το δικαστήριο. Γι'αυτούς λοιπόν τους λόγους σπεύδω να ερμηνεύσω τη σύμβαση, τεκμήριο 1. Όπως έχει νομολογηθεί η ερμηνεία εγγράφου σύγκειται στην εξακρίβωση του νοήματος που προσλαμβάνουν οι λέξεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, εφόσον εκλαμβάνεται ότι αυτές οι λέξεις είναι που αποδίδουν και αποκαλύπτουν τις προθέσεις των μερών. Η σημασία της φρασεολογίας που ενσωματώθηκε στη σύμβαση και δη ότι αυτή υπερτερεί έναντι τυχόν διαφορετικών προθέσεων που τα μέρη είχαν αλλά δεν εξωτερίκευσαν, εύγλωττα αποδίδεται στην υπόθεση Monypenny ν. Monypenny
(1861)9 H.L.C.114, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λαζούρας ν. Σκυλλουριώτου
(1992)1Α Α.Α.Δ.168, 173. Λέχθηκε εκεί ότι. «The question is not what the parties to a deed may have intended to do by entering into that deed, but what is the meaning of the words used in that deed: a most important distinction in all cases of construction and the disregard of which often leads to erroneous conclusions.» Συνεπώς ζητούμενο δεν είναι οι ενδόμυχες και ουδέποτε αποκαλυφθείσες στην άλλη πλευρά προθέσεις ενός μέρους, αλλά το αντικειμενικό νόημα όσων περιέχονται στη συμφωνία. Όπως υποδεικνύεται στη Χ'Στυλλή ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Πολ.Έφ.38/2009, ημερομηνίας 22.5.2012, η προσήλωση στα γραφόμενα της σύμβασης και ο αποκλεισμός εξωγενούς μαρτυρίας, αναπτύχθηκε για να προσδώσει βεβαιότητα στις καθημερινές συναλλαγές. Ως εκ των πιο πάνω, κριτής του εγγράφου είναι το δικαστήριο και όχι η υποκειμενική αντίληψη που οι διάδικοι σχηματίζουν. Σε αυτή δε τη διεργασία κριτήριο δεν είναι άλλο από την αντίληψη του μέσου λογικού ανθρώπου (βλ. Θεολόγου ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ
(1998)1Α Α.Α.Δ.407, 413). Στη δοσμένη περίπτωση η συμφωνία των διαδίκων αφορά ηλεκτρολογικές εργασίες. Η αξία τούτων συμφωνήθηκε στις £32.000,
  1. Εν τούτοις τα μέρη συνάρτησαν τη συμφωνία με υφιστάμενα αρχιτεκτονικά σχέδια και περαιτέρω, δήλωσαν ότι τυχόν αλλαγές θα συμφωνούνται. Συνεπώς άφησαν ανοικτό το ενδεχόμενο αλλαγών, φτάνει μόνο να συμφωνηθούν. Για δύο, τουλάχιστον, ζητήματα, η συμφωνία παραπέμπει σε επιβλέποντα μηχανικό. Το πρώτο έχει να κάνει με την εκτέλεση των εργασιών. Αναφέρεται εν προκειμένω ότι ο εργολάβος θα εκτελέσει το έργο συμφώνως των προδιαγραφών και των σχεδίων, προς πλήρη ικανοποίηση του μηχανικού. Το άλλο ζήτημα αφορά τον τρόπο πληρωμής, δηλαδή ότι ο εργολάβος πληρώνεται μετά από πιστοποίηση του επιβλέποντος μηχανικού. Εν τούτοις αξιοπρόσεκτο είναι ότι ενώ η συμφωνία αναφέρεται σε επιβλέποντα μηχανικό, πουθενά κατονομάζεται τούτος. Δηλαδή ουδεμία πρόνοια της συμφωνίας αναφέρει ποιος είναι ο επιβλέπων μηχανικός του έργου. Η περί τούτου αντίθετη θέση της ενάγουσας, δηλαδή ότι επειδή αναφέρεται το όνομα του Σωτηρίου στο λογότυπο της σελίδας, συγκεκριμένα στο κάτω μέρος του εγγράφου, σημαίνει πως αυτό είναι το πρόσωπο που συμφωνήθηκε να αναλάβει ως επιβλέπων μηχανικός, δεν δικαιολογείται. Πρόκειται απλώς για λογότυπο που δεν ενσωματώθηκε στη συμφωνία, δηλαδή δεν ήταν πρόθεση να καταστεί όρος τούτης. Με αυτό δεν αποκλείω την πιθανότητα ο Σωτηρίου να ήταν ο επιβλέπων μηχανικός του έργου. Περιορίζομαι μόνο σε διαπίστωση πως η συμφωνία των μερών δεν τον κατονομάζει. Περιπλέον, η συμφωνία των διαδίκων μεριμνά και για τον χρόνο αποπληρωμής. Ρητά αναφέρει ότι τούτος ανέρχεται σε 15 ημέρες από την έκδοση του πιστοποιητικού από τον επιβλέποντα μηχανικό. Εν κατακλείδι, η ολοκλήρωση του έργου τοποθετείται τον Οκτώβριο του 2008, ενώ περαιτέρω πρόνοιες της συμφωνίας άπτονται τυχόν καθυστέρησης στην ολοκλήρωση, ως επίσης της περιόδου εγγυήσεως. Με διαπιστωμένες πλέον τις πρόνοιες της συμφωνίας, στρέφομαι σε αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Αρχίζω με ένα γενικό σχόλιο· τόσο ο Άδωνης Νικολαΐδης όσο και ο Ανδρέας Σωτηρίου άφησαν θετικότατες εντυπώσεις. Η μαρτυρία τους είναι απαλλαγμένη αντιφάσεων και αοριστιών, υποστηρίζεται από το λοιπό μαρτυρικό υλικό και συνάδει με τη λογική. Εν αντιθέσει με τη μαρτυρία του Νίκου Λάρκου που κατέστη φανερό ότι σκοπός τούτου δεν ήταν η αποκάλυψη της αλήθειας αλλά η εξυπηρέτηση ίδιου συμφέροντος. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή, έχοντας βεβαίως κατά νου τα συγκεκριμένα ερωτήματα που έχουν τεθεί, εφόσον τούτα είναι που προσδιορίζουν τα επίδικα ζητήματα. Μπορεί να λεχθεί ότι βαρόμετρο διά την αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας είναι η μαρτυρία του Σωτηρίου. Αυτό γιατί τούτος ο μάρτυρας είναι πραγματικά ανεξάρτητος και δεν έχει οιονδήποτε προσωπικό συμφέρον να εξυπηρετήσει. Λέγοντας αυτό δεν παραγνωρίζω ότι σε κάποιο βαθμό ο Λάρκου επιχείρησε να υποβαθμίσει το ρόλο του Σωτηρίου στο έργο και επιπλέον, υποστήριξε ότι τη μαρτυρία τούτου είναι κατασκευασμένη και απλώς σκοπεί σε εξυπηρέτηση της αξίωσης. Χωρίς περιστροφές απαντώ ότι δεν ευσταθεί κάτι τέτοιο. Περαιτέρω αυτή ακριβώς η στάση του Λάρκου σε σχέση με το Σωτηρίου είναι και ένας από τους λόγους που κρίνεται αναξιόπιστος. Και εξηγώ. Όλοι οι μάρτυρες συμφωνούν ότι ο Σωτηρίου προσλήφθηκε από την EMECH. Τόσο ο Νικολαΐδης όσο και ο Σωτηρίου δεν δίστασαν να δηλώσουν τούτο. Δέχονται περαιτέρω ότι ο Σωτηρίου είναι εκείνος που ετοίμασε τα σχέδια, τεκμήρια 6 και 7, πάντα βάσει οδηγιών της EMECH. Επίσης γεγονός αποτελεί ότι ο Σωτηρίου είναι εκείνος που ετοίμασε το τεκμήριο 1, δηλαδή τη συμφωνία των διαδίκων, αφότου πρώτα ζήτησε και έλαβε προσφορές. Παρεμβάλλω εδώ ότι η προσφορά της ενάγουσας, η οποία αποτελεί μέρος του τεκμηρίου 1, είναι ημερομηνίας 4.7.
  2. Αυτή η εμπλοκή του Σωτηρίου στη διαδικασία είναι και ο λόγος που σε κάθε σελίδα των εν λόγω εγγράφων, συμφωνίας και προσφοράς, αναγράφεται το λογότυπο και τα στοιχεία τούτου. Εν κατακλείδι, ο Λάρκου δέχεται ότι γνώριζε τη συμμετοχή του Σωτηρίου στο έργο. Όλα αυτά, εν πολλοίς αναμφισβήτητα γεγονότα, αποκαλύπτουν ότι ο Σωτηρίου γνωρίζει το έργο πολύ καλά, καθ'ότι είχε ρυθμιστικό ρόλο. Την ίδια όμως ώρα η εμπλοκή του δεν υπόκειτο στις ορέξεις οιουδήποτε από τους διαδίκους, εφόσον η σχέση του ήταν με την EMECH και όχι με τους διαδίκους. Γι'αυτό ακριβώς λέγω ότι ήταν πραγματικά ανεξάρτητος. Υπό το φως όλων των ανωτέρω ξαφνιάζει η μαρτυρία του Λάρκου ότι δήθεν ο Σωτηρίου δεν είχε ρόλο. Όχι μόνο είχε, αλλά είναι το άτομο που ετοίμασε τα ηλεκτρολογικά σχέδια (τεκμήριο 6), καθώς επίσης τα τροποποιητικά σχέδια (τεκμήριο 7), αλλά και τη συμφωνία (τεκμήριο 1). Είναι δε το άτομο που ο Λάρκου του ζήτησε να συναντηθεί με την εταιρεία Έτη Φωτός. Ο ρόλος του δεν ήταν ασήμαντος, ήταν ο υπεύθυνος της ηλεκτρολογικής εγκατάστασης. Αυτός ήταν ο υπεύθυνος και όχι η EMECH. Η τελευταία ήταν ο project manager, όπως όλα δέχονται και υπό αυτή την ιδιότητα προσέλαβε μηχανικούς άλλων ειδικοτήτων. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί ο Λάρκου δέχεται πως η EMECH προσέλαβε υδραυλικό, αλλά στην έκταση που αφορά την ηλεκτρολογική εγκατάσταση υποστηρίζει ότι ο Σωτηρίου ήταν συνεργάτης είτε της EMECH είτε της ενάγουσας. Τότε ποιος ήταν ο υπεύθυνος διά την ηλεκτρολογική εγκατάσταση; Η ενάγουσα δεν μπορεί να ήταν εφόσον ο Νικολαΐδης ρητά δήλωσε ότι δεν έχει τα προσόντα μηχανικού. Η δε EMECH δεν νοείται να ήταν, εφόσον ήταν ο project manager. Είχε δηλαδή οργανωτικό ρόλο, εξ ου και προσέλαβε και τον υδραυλικό. Αν η EMECH ήταν η υπεύθυνη για την ηλεκτρολογική εγκατάσταση, δηλαδή ο μηχανικός του έργου, τότε δεν θα είχε εμπλοκή στην εργοδότηση των λοιπών μηχανικών. Δεν είναι όμως αυτός ο ρόλος που της αποδίδεται από τη μαρτυρία. Η μαρτυρία θέλει την EMECH να είναι ο project manager του έργου. Οι δε αιτιάσεις του Λάρκου ότι επειδή ο Σωτηρίου δεν αφαίρεσε οιονδήποτε ποσό και ούτε μείωσε την τιμή μονάδος της συμφωνίας (τεκμήριο 1), πράγμα που ήτο αναγκαίο μετά την αγορά του συστήματος αυτοματισμού, δεν μπορεί να γίνει αποδεχτός. Τούτη η θέση ουδέποτε τέθηκε στο Σωτηρίου ώστε να τη σχολιάσει, συνεπώς ανεπίτρεπτο είναι για το Λάρκου να την επικαλείται εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς, δηλαδή δίχως αντίλογο. Αν αυτή ήταν η θέση της υπεράσπισης, όφειλε να δώσει στο Σωτηρίου την ευχέρεια απάντησης, πράγμα που δεν έκανε (βλ. Frederickou Schools Co Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc
(2002)1Γ Α.Α.Δ.1527, 1540). Και κάτι ακόμα, καμία πτυχή της μαρτυρίας του Σωτηρίου δεν αφήνει να νοηθεί ότι είτε απέκρυψε οιαδήποτε στοιχεία, είτε ήταν εμπαθής με οιονδήποτε από τους διαδίκους. Μοναδικό γνώρισμα της μαρτυρίας του είναι η σαφήνεια και λεπτομέρεια. Ο μάρτυρας απάντησε το σύνολο των ερωτήσεων που του τέθηκαν επεξηγώντας τί πραγματικά έγινε. Ενδεικτική είναι η χωρίς περιστροφές θέση του ότι τα διατακτικά τα έστελνε στην EMECH και όχι στην εναγομένη. Περιπλέον, δεν μπορώ να μην παρατηρήσω ότι η μαρτυρία των μαρτύρων της ενάγουσας, Νικολαΐδη και Σωτηρίου, αλληλοϋποστηρίζεται. Και εξηγώ· η συμμετοχή του Σωτηρίου στην όλη διαδικασία σε σχέση με το έργο, δικαιολογείται τόσο από τα λεγόμενα του Νικολαΐδη, δηλαδή ότι τους κάλεσε να υποβάλουν προσφορές, αλλά και από το λογότυπο του που είναι στο τέλος κάθε σελίδας που εμπεριέχεται τόσο στη συμφωνία όσο και στην προσφορά. Όπως εξήγησε ο Νικολαΐδης, τους ζητήθηκε η προσφορά να τυπωθεί σε χαρτί με το εν λόγω λογότυπο και αυτό έπραξαν. Επαναλαμβάνω ότι με αυτό δεν εννοώ πως η συμφωνία κατονομάζει τον Σωτηρίου ως επιβλέπων μηχανικό. Ακριβώς το αντίθετο έχει διαπιστωθεί. Η συμφωνία των διαδίκων δεν κατονομάζει συγκεκριμένο πρόσωπο ως επιβλέπων μηχανικό. Τα λεγόμενα όμως των μαρτύρων της ενάγουσας υποστηρίζονται, έστω εμμέσως, από αυτό το λογότυπο του Σωτηρίου στο τέλος της κάθε σελίδας. Από την άλλη η έκδοση διατακτικού, δηλαδή η πράξη αφ'εαυτή, προβλέπεται στη συμφωνία των διαδίκων (τεκμήριο 1) και τούτο είναι παραδεχτό με βάση τα δικόγραφα. Αυτός είναι ο τρόπος πληρωμής που εκεί αναφέρεται και συνεπώς αυτή πρέπει να ήταν η διαδικασία που ακολουθούσαν τα μέρη. Συνεπώς και αυτό είναι μια πτυχή της μαρτυρίας που υποστηρίζει, εμμέσως, τη θέση της ενάγουσας, εφόσον αυτό είναι που αναφέρεται στη συμφωνία των διαδίκων. Το γεγονός λοιπόν ότι η συμφωνία αναφέρεται σε έκδοση διατακτικών από επιβλέποντα μηχανικό, χρόνο αποπληρωμής τούτων και επίβλεψη από μηχανικό, υποστηρίζει τη συναφή θέση του Σωτηρίου ότι γι'αυτό ακριβώς το ρόλο προσελήφθη από την EMECH. Παρεμβάλλω εδώ ότι η θέση του Λάρκου πως οι πληρωμές διενεργούνταν βάσει τιμολογίων που εκδίδονταν από την ενάγουσα, δεν φαίνεται να δικαιολογείται. Διερωτάται κανείς· δοθέντος ότι η συμφωνία ομιλεί για διατακτικά, γιατί να εκδίδονται τιμολόγια. Εξ ορισμού το τιμολόγιο εκδίδεται από το πρόσωπο που προσφέρει κάποιες υπηρεσίες, ενώ το διατακτικό εκδίδεται από εκείνον που εποπτεύει τούτες. Μάλιστα στην πρώτη περίπτωση δεν επιβάλλεται η συνομολόγηση συμφωνίας. Στη δεύτερη όμως χρειάζεται, ώστε να τεθούν γραπτώς οι ευθύνες και αρμοδιότητες των εμπλεκομένων. Εν πάση περιπτώσει, εδώ η συμφωνία των μερών ομιλεί για έκδοση διατακτικών και αυτό υποστηρίζεται από τη μαρτυρία των μαρτύρων της ενάγουσας. Αυτή μάλιστα είναι η φύση των τεκμηρίων 2 και 4 και ουδεμία μαρτυρία αφήνει να νοηθεί ότι τα εν λόγω έγγραφα είναι παραποιημένα ή πλαστά. Πέραν των πιο πάνω υποδεικνύεται ότι επί του προκειμένου η μαρτυρία του Λάρκου είναι συγκεχυμένη και αντιφατική. Τη στιγμή που υποστηρίζει ότι οι πληρωμές διενεργούντο βάσει τιμολογίων, στη δήλωσή του αναφέρει ότι η EMECH θα έπρεπε να εγκρίνει οιεσδήποτε πληρωμές (βλ. 3η παράγραφο εγγράφου Γ). Και ερωτώ· τί ήταν εκείνο που θα ενέκρινε η EMECH, το τιμολόγιο; Τι αξία έχει τέτοια ενέργεια, μήπως θα προσέδιδε ισχύ στην απαίτηση της ενάγουσας, ή μήπως μπορούσε [η EMECH] να αρνηθεί την έγκριση του τιμολογίου; Αν όμως αυτή είναι η θέση, δηλαδή ότι η EMECH όφειλε, καθηκόντως, να εγκρίνει την τιμολόγηση, τότε πως η ενάγουσα βρέθηκε με επιπλέον ποσό €35.000,00 ως είναι η θέση του Λάρκου σε σχέση με την ανταπαίτηση. Είτε το σύνολο των δοσοληψιών περνούσε από την EMECH, και συνεπώς ενάγουσα και Λάρκου δεν είχαν άμεση επαφή, είτε ο τρόπος πληρωμής ήταν άλλος απ'εκείνο που εισηγείται η υπεράσπιση, φερ'ειπείν όπως οι Νικολαΐδης και Σωτηρίου ανέφεραν, δηλαδή ότι ο τελευταίος εξέδιδε διατακτικό και η εναγομένη πλήρωνε, όπως άλλωστε προβλέπεται στο τεκμήριο 1, είτε απλώς ο Λάρκου ψεύδεται για την καταβολή των €35.000,
  1. Ρητά δηλώνω ότι η γνώμη μου είναι πως η αλήθεια κατοικεί στην μαρτυρία των πρώτων και όχι του Λάρκου. Το παραλήρημα στη μαρτυρία του Λάρκου δεν περιορίζεται στον τρόπο πληρωμής. Επεκτείνεται εν προκειμένω και σε εκείνο που συμφωνήθηκε. Στη δήλωσή του και πάλι δηλώνει πως οι όποιες έξτρα εργασίες θα έπρεπε να συμφωνούνταν γραπτώς (βλ. 5η παράγραφο εγγράφου Γ). Ομολογώ ότι δεν κατανοώ που εδράζεται η σχετική θέση. Έχει ήδη υποδειχθεί ότι η συμφωνία (τεκμήριο 1) αναφέρει πως τυχόν αλλαγές θα συμφωνούνται. Εν τούτοις δεν αναφέρεται εκεί ότι πρέπει να συμφωνούνται γραπτώς και ούτε βλέπω λόγο για κάτι τέτοιο. Το μόνο που εξυπηρετεί τούτη η θέση του Λάρκου είναι την επιτήδεια προσπάθειά του να αποφύγει τις ευθύνες του από το συμφωνηθέντα και συγκεκριμένα το γεγονός ότι ζήτησε τροποποιήσεις των σχεδίων, εξ ου και ο Σωτηρίου ετοίμασε το τεκμήριο
  2. Αρμόζει να υποδειχθεί εδώ ότι όλοι δέχονται πως το τεκμήριο 7 είναι τα αναθεωρημένα σχέδια. Μάλιστα σε ερώτηση της ενάγουσας καταφατική ήταν η απάντηση του Λάρκου ότι το τεκμήριο 7 δείχνει τη δουλειά που τελικά έγινε στο έργο. Επιχείρησε εν τούτοις να μειώσει την αξία των υπηρεσιών που εν τέλει πρόσφερε η ενάγουσα, υποστηρίζοντας ότι βάσει της προσφοράς (η προσφορά είναι μέρος του τεκμηρίου 1), η ενάγουσα ανέλαβε την αγορά των αναγκαίων υλικών. Δοθέντος ότι το σύστημα αυτοματισμού αγοράστηκε απευθείας από την εναγομένη, περί τούτου δεν υπάρχει αμφιβολία και το τεκμήριο 11 δικαιολογεί τη σχετική θέση, αυτό περιόρισε τα υλικά που εν τέλει τοποθέτησε η ενάγουσα και συνεπώς η τελευταία όφειλε, υποστηρίζει ο Λάρκου, να μειώσει την αξία των υπηρεσιών που συμφωνήθηκαν στο τεκμήριο
  3. Η σχετική εισήγηση του Λάρκου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο λόγος διά αυτό είναι νομικός και έγκειται σε εκείνο που ενωρίτερα αναφέρθηκε, δηλαδή ότι ουδέποτε τέθηκε στους μάρτυρες της ενάγουσας ώστε να τοποθετηθούν σχετικά. Είναι τούτο τακτικισμός ανεπίτρεπτος, εφόσον δεν προάγει το δίκαιο και δη την αποκάλυψη της αλήθειας. Αν η υπεράσπιση επιθυμούσε να προωθήσει τέτοια θέση, όφειλε να αμφισβητήσει τους μάρτυρες της ενάγουσας σχετικά και να τους θέσει την εκδοχή της. Δεν νοείται αντιπαράθεση χωρίς να τεθεί η θέση στην άλλη πλευρά, όπως ούτε αιφνίδια αποκάλυψη θέσης. Αυτό είναι που συνιστά τακτικισμό και γι'αυτό ακριβώς το λόγο η νομολογία απορρίπτει τέτοια προσέγγιση. Παρ'όλα αυτά, διερωτάται κανείς, υπό ποια ιδιότητα αναφέρει ο Λάρκου όλα τα πιο πάνω. Εν ολίγοις ποια η γνώση και ικανότητά του να ομιλήσει διά τις διαφορές των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων μεταξύ των σχεδίων; Η απάντηση δόθηκε από τον ίδιο [το Λάρκου] όταν του υποβλήθηκε ότι· «Ε: Επίσης έχω πληροφορηθεί ότι η διασυρμάτωση ειδικά του φωτισμού σε τέτοια συστήματα είναι διαφορετική από την διασυρμάτωση σε συμβατικές ηλεκτρολογικές.» Η απάντηση που έδωσε ήταν: «Δεν μπορώ να ξέρω τα τεχνικά». Και δικαίως βεβαίως εφόσον δεν είναι τεχνικός και τα ζητήματα αυτά εκφεύγουν του πεδίου γνώσης του. Πώς όμως αποφαίνεται περί μειώσεως του αρχικού κόστους των σχεδίων. Ποια είναι η πραγματική αλλά και τεχνική βάση επί της οποίας εδράζει τούτη την εισήγηση; Τη στιγμή μάλιστα που δέχεται ότι τα τελευταία σχέδια, δηλαδή το τεκμήριο 7, διαφοροποίησαν την εργασία προσθέτοντας δύο λίμνες, μια δεξαμενή και ένα σταθμό αφαλάτωσης. Επί του προκειμένου καθοριστική και επεξηγηματική είναι η αναμφισβήτητη μαρτυρία του Σωτηρίου και συγκεκριμένα το τεκμήριο
  4. Είτε τούτο κριθεί ως διατακτικό είτε όχι, η ουσία είναι η ίδια, εφόσον στο έγγραφο σημειώνονται όλες οι εργασίες που έγιναν από την ενάγουσα και οι οποίες ελέγχθηκαν και πιστοποιήθηκαν από το Σωτηρίου. Εν ολίγοις, στο τεκμήριο 2 αναγράφονται όλες οι εργασίες, καθώς και η κοστολόγηση τούτων, όπως ο Σωτηρίου επιβεβαίωσε ότι εκτελέσθηκαν στην οικοδομή. Μάλιστα ο μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε επί του προκειμένου. Ως εκ τούτου δέχομαι τη θέση του ότι η τιμή μονάδος δεν άλλαξε μεταξύ των παλαιών σχεδίων με τα αναθεωρημένα (τεκμήρια 6 και 7), εν τούτοις οι εκτελεσθείσες εργασίες αυξήθηκαν και συγκεκριμένα είναι εκείνες που αναφέρονται στο τεκμήριο
  5. Δυνάμει όλων των πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα· η συμφωνία των διαδίκων είναι βεβαίως το τεκμήριο
  6. Εν τούτοις στην πορεία του πράγματος και συγκεκριμένα μετά την έναρξη των εργασιών, η εναγομένη έλαβε νέες αποφάσεις, εν προκειμένω για τοποθέτηση συστήματος αυτοματισμού, που ως αποτέλεσμα είχε την τροποποίηση των υφιστάμενων σχεδίων. Το τεκμήριο 6 είναι τα αρχικά σχέδια, ενώ το τεκμήριο 7 είναι τα σχέδια μετά τις τροποποιήσεις. Αποτέλεσμα όμως τούτων των τροποποιήσεων ήταν η αύξηση της αξίας των εκτελεσθεισών εργασιών. Δηλαδή χωρίς νέα γραπτή συμφωνία, απλώς με τροποποίηση των αρχιτεκτονικών σχεδίων, τα μέρη συναίνεσαν σε τροποποίηση όσων αρχικά συμφώνησαν. Οι εργασίες που γίνονταν ελέγχονταν από τον Σωτηρίου, ο οποίος καθηκόντως εξέδιδε διατακτικά τα οποία απέστελλε στην EMECH που ήταν ο project manager. Τα διατακτικά αυτά παρουσιάζονταν από την ενάγουσα στην εναγομένη, δηλαδή τον Νίκο Λάρκου που εκπροσωπούσε την εναγομένη, και πληρώνονταν. Τα διατακτικά 5 και 6, δηλαδή τα τεκμήρια 2 και 4, αντίστοιχα, δεν έχουν εξοφληθεί πλήρως. Οι δε εκτελεσθείσες εργασίες που αφορούν τούτα, είναι όσα εκεί αναφέρονται και ελέγχθησαν από το Σωτηρίου. Ο τελευταίος εξέδωσε τα διατακτικά αυτά, τεκμήρια 2 και 4, αφότου ικανοποιήθηκε για την ποιότητα των εκτελεσθεισών εργασιών. Σήμερα η εναγομένη εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των €53.417,61, το οποίο οφείλεται λόγω των εργασιών που αφορούν τα τεκμήρια 2 και
  7. Εν όψει όλων των πιο πάνω είναι περιττό να λεχθεί ότι εφόσον υιοθετήθηκε η θέση της ενάγουσας δεν νοείται επιτυχία της ανταπαίτησης, εφόσον η τελευταία αυτή θέση είναι αντιφατική προς την έκδοση διατακτικών και περαιτέρω, η κρίση ότι ο Λάρκου είναι αναξιόπιστος αφήνει τη σχετική εισήγηση μετέωρη μαρτυρίας που να την υποστηρίζει. Ως εκ τούτου η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τώρα, η υπεράσπιση διατείνεται πως τα τεκμήρια 2 και 4 δεν είναι διατακτικά και συνεπώς το δικαστήριο δεν πρέπει να προσδώσει σε αυτά τις γνωστές νομολογιακές αρχές. Εν πρώτοις απαντώ ότι η σχετική εισήγηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί, η έκδοση διατακτικών σε σχέση με την πρόοδο των εργασιών, καθώς και την επαρκή εκτέλεση τούτων, ήταν όρος της συμφωνίας που συνομολόγησαν οι διάδικοι. Μάλιστα από αυτό εξαρτάτο και η πληρωμή. Υπό αυτή την έννοια δεν αντιλαμβάνομαι το επιχείρημα ότι τα τεκμήρια 2 και 4 δεν είναι διατακτικά, δοθέντος μάλιστα ότι η αξιόπιστη μαρτυρία του Σωτηρίου τον θέλει να έχει αυτό ακριβώς το ρόλο, δηλαδή του επιβλέποντος μηχανικού. Ισχύουν συνεπώς όσα η νομολογία τονίζει για τα διατακτικά εφόσον τα τεκμήρια 2 και 4 είναι διατακτικά. Επί του προκειμένου σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από τους Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4
(3). Αναφέρεται εκεί ότι: «134.Effect of a final certificate. Except where the architect is disqualified from certifying or where the certificate may otherwise be dispensed with, the final certificate will be binding and, depending on the terms of the contract, may also be conclusive, otherwise than where there is fraud. Thus, where a final certificate states an amount as due to the contractor which includes sums in respect of additional work which is not ordered in writing, the employer cannot resist payment in respect of the additional work. The binding effect of a final certificate may, subject to the express terms of the contract, be open to review by the court, adjudicator or arbitrator in proceedings. Whether (and, if so, upon what matters) a final certificate is conclusive is a question of the construction of the particular terms of the contract. The contract may provide that the final certificate will not become conclusive until the expiration of a specified period from issue. It may also provide that the certificate may be prevented from becoming conclusive by either side taking prescribed steps. Even where the arbitrator or court has the power to review certificates in general, the final certificate may be expressly rendered conclusive in some respects. Where a contractor has agreed to take proceedings in the courts, he is not stopped or precluded from relying on the conclusive effects of the final certificate issued on a date subsequent to the start of the proceedings. But a final certificate may be conclusive that the works have been properly completed only when the matter is judged at the date of the certificate. Where the certificate has been given within the jurisdiction conferred on the architect or engineer, and in the absence of fraud or collusion, it cannot be attacked on the grounds that the certifier was mistaken or that the certificate is unreasonable. If the certificate is based on erroneous reports by an agent of the employer, and not on a fraud of the contractor, it is conclusive against the employer.» Απ'όλα τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι το κατά πόσο διατακτικό είναι καθοριστικό (conclusive) για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των μερών, εξαρτάται από το λεκτικό της συμφωνίας που συνομολόγησαν τα μέρη. Διατακτικό θεωρείται οριστικό και αμετάκλητο εκεί όπου με τρόπο ρητό και αδιαμφισβήτητο το λεκτικό της συμφωνίας το καθιστά τέτοιο. Σε τέτοια μάλιστα περίπτωση το περιεχόμενο του είναι δεσμευτικό και το δικαστήριο δεν παρεμβαίνει. Η σύγχρονη αντίληψη για την ερμηνεία συμφωνιών τούτου του είδους, εντοπίζεται στην ομιλία του Lord Hoffmann στην υπόθεση Beaufort Developments (NI) Ltd v. Gilbert - Ash NI Ltd
(1998)2 All ER 778. Στην υπό κρίση περίπτωση η συμφωνία των διαδίκων προσδίδει ιδιαίτερο ρόλο σε τούτο το διατακτικό, εφόσον με αυτό τον τρόπο ελέγχονταν οι εργασίες και διενεργούνταν οι πληρωμές. Εν πάση περιπτώσει το περιεχόμενο των δύο αυτών διατακτικών, τεκμήρια 2 και 4, δεν έτυχε αμφισβήτησης. Είμαι της γνώμης ότι στη δοσμένη περίπτωση σχετική είναι η υπόθεση F.H.K. Hotels Holdings Limited v. A.J. Air Control Limited
(1999)1Γ Α.Α.Δ.2159, 2163 στην οποία υιοθετήθηκε η αρχή που αναφέρεται στον Hudson's Building and Engineering Contracts, 10η έκδοση, σελίδα 496, δηλαδή πως· «Once granted an interim certificate at the very least creates a debt due, and the contractor is entitled to immediate payment, subject to any right of the employer to set off or counterclaim, for example for liquidated damages or defective work.» Υπό το φως όλων των ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι το υπόλοιπο των ποσών που αναφέρονται στα τεκμήρια 2 και 4, συνιστά χρέος που η εναγομένη παρέλειψε να καταβάλει και αυτό είναι αρκετό για έκδοση απόφασης. Πέραν όμως των πιο πάνω δεν μπορεί να μην υποδειχθεί άλλη μια παράμετρος, δηλαδή ότι τα τεκμήρια 2 και 4 είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη μαρτυρία του Σωτηρίου. Η σημασία τούτης της διαπίστωσης έγκειται στο ότι ο Σωτηρίου επόπτευσε τούτες τις εργασίες, ικανοποιήθηκε για την ορθότητα της εκτέλεσής τους και ακολούθως τις κοστολόγησε δυνάμει της προσφοράς της ενάγουσας. Είναι με αυτό τον τρόπο που ο Σωτηρίου κατέληξε στα ποσά που εκεί αναφέρονται. Όπως έχει ήδη υποδειχθεί η βάση αγωγής είναι διττή. Δεν περιορίζεται απλώς σε υπόλοιπο δυνάμει διατακτικών. Επεκτείνεται και σε αξία εκτελεσθεισών εργασιών, βάσει βεβαίως της συμφωνίας των διαδίκων. Τούτες οι εργασίες, οι οποίες συμφωνήθηκαν, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τα τροποποιητικά αρχιτεκτονικά σχέδια (τεκμήριο 7), αποδεικνύονται από τη μαρτυρία του Σωτηρίου και τα αναφερόμενα στο τεκμήριο 2. Οι εκτελεσθείσες εργασίες είναι όλα όσα αναφέρονται στο πολυσέλιδο έγγραφο που συνοδεύει το τεκμήριο 2, δηλαδή το έγγραφο που ετοίμασε ο Σωτηρίου. Μάλιστα υπενθυμίζεται ότι ο Σωτηρίου δεν αμφισβητήθηκε για την ορθότητα των εκεί αναφερομένων. Συνεπώς καταλήγω ότι όπως και αν εξετάσει κανείς τα πράγματα, η ενάγουσα κατόρθωσε να αποδείξει και τις δύο νομικές βάσεις που επικαλείται, ήτοι· υπόλοιπο διατακτικών και εκτελεσθείσες εργασίες βάσει συμφωνίας. Τέλος, η αξιόπιστη μαρτυρία του Νικολαΐδη υποστηρίζει ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε το ποσό που αξιώνεται. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης εκδίδεται απόφαση για το ποσό των €53.417,61 πλέον νόμιμο τόκο από την 29.5.2012, ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής και έξοδα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ......... Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.