Στυλιανός Χαρούτσιος κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 1072/2014, 15/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1072/2014 Μεταξύ: 1. Στυλιανός Χαρούτσιος 2. Έλενα Χαρούτσιου Ενάγοντες και Τράπεζας Κύπρου Εναγομένης 15 Μαρτίου, 2017 Αίτηση ημερομηνίας 16.12.2016 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κος Λ. Λουκαΐδης. Για Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση: κα Στ. Πολυβίου με κα Κλ. Πολυβίου. ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή στρέφεται κατά της Τράπεζας Κύπρου και ζητούνται οι ακόλουθες θεραπείες: «Και οι ενάγοντες αξιούν: 1. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Λαϊκή Τράπεζα της οποίας τις υποχρεώσεις ανέλαβε η εναγόμενη χρησιμοποίησε αθέμιτα και παράνομα μέσα (παράβαση καθηκόντων επιβεβλημένων δια Νόμου, μη παροχή επενδυτικής συμβουλής, κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, χρήση παραπλανητικών ή και δολίων παραστάσεων, απόκρυψης ουσιωδών στοιχείων και/ή πληροφοριών, άσκησης πίεσης και ανεπίτρεπτης επιρροής, παράβασης προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Νόμου του 2007 (144(I)/2007), ανεπίτρεπτης παρότρυνσης, συνομωσίας προς χρήση παράνομων μέσων και άλλων αθέμιτων και παράνομων ενεργείων) για την απόσπαση του ποσού των €485,000 από τους εναγόμενους και την μετατροπή τους σε αξιόγραφα των οποίων την αξία δεν αναγνωρίζει η εναγομένη. 2. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το δάνειο τους αρ. 006-12-531864 αξίας €436,500 με χρεωστικό υπόλοιπο €441,587,84 πλέον τόκοι από την Λαϊκή Τράπεζα Κύπρου της οποίας τις υποχρεώσεις ανέλαβε η εναγομένη είναι νομικά άκυρο διότι είναι προϊόν των πιο πάνω στην παράγραφο 1 παράνομων μέσων. 3. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι εν πάση περιπτώσει το δάνειο τους αρ. 006-12-531864 αξίας €436,000 με χρεωστικό υπόλοιπο €441,587,84 πλέον τόκοι είναι εξασφαλισμένο με την αρχική αξία των αξιογράφων τα οποία κατείχε η Λαϊκή Τράπεζα της Κύπρου (και κατ' επέκταση η εναγόμενη η οποία διαδέχθηκε την εν λόγω τράπεζα) ως ασφάλεια του εν λόγω δανείου και/ή 4. Επιδίκαση του ποσού των €485,000 αξία των εν λόγω αξιογράφων εφόσον η εναγόμενη αδικαιολόγητα και παράνομα αρνείται να παραδεχτεί και να τα αξιοποιήσει έναντι του εν λόγω δανείου σύμφωνα με την μεταξύ των εναγόντων και της Λαϊκής Τράπεζας συμφωνίας. 5. Γενικές αποζημιώσεις για την αποστέρηση των εν λόγω χρημάτων των ανωτέρω και την συνεπαγόμενη βλάβη στην υγεία των εναγόντων και για ψυχική οδύνη που προκάλεσαν οι πιο πάνω ενέργειες της Λαϊκής Τράπεζας και της εναγόμενης. 6. Οποιαδήποτε άλλη παρεμπίπτουσα και/ή δίκαιη θεραπεία ήθελε κρίνει πρέπουσα το Δικαστήριο. 7. Νόμιμο τόκο προς 8%. 8. Έξοδα πλέον ΦΠΑ». Κλητήριο ένταλμα Κατόπιν προτροπών των λειτουργών της Λαικής Τράπεζας, οι ενάγοντες ακύρωσαν δύο καταθέσεις προοθεσμίας ύψους ΛΚ120.000 και ΛΚ155.000 αντίστοιχα, που διατηρούσαν στην Λαική Τράπεζα θεωρώντας ότι θα κατέθεταν τα χρήματα αυτά σε άλλο καταθετικό σχέδιο με καλύτερο επιτόκιο. Δεν αντιλήφθηκαν ότι έιχαν υποβάλει αίτηση για αγορά αξιογράφων κεφαλαίου, και ουδέποτε συγκατατέθηκαν στην εισαγωγή των όποιων αξιογράφων δεν είχαν εγκρίνει την αγορά τους να εισαχθούν στο χρηματιστήριο. Τρία χρόνια μετά από αυτά τα γεγονότα η Λαική Τράπεζα με εξασφάλιση των ιδίων των αξιογράφων (€485 των €1.000 ευρώ το καθένα) ενέκρινε δάνειο προς τους ενάγοντες ύψους €436.000. Το δάνειο ήταν αντιστάθμιση του μειωμένου εισοδήματος από την επένδυση των αξιογράφων του 2008. Τα χρήματα που πήραν από το δάνειο υποχρεώθηκαν να τα καταθέσουν στην Λαική τράπεζα με επιτόκιο 3,75%. Με τη λήξη της υποχρεωτιικής κατάθεσης, οι ενάγοντες μετέφεραν αυτά τα χρήματα σε άλλες τράπεζες. Μεσολάβησαν τα γεγονότα του 2013 που είχαν ως αποτέλεσμα να μηδενιστεί η αξία των μετοχών της Λαικής Τράπεζας. Οι δανειστικές υποχρεώσεις των εναγόντων προς την Λαική Τράπεζα, μεταφέρθηκαν στην εναγομενη τράπεζα, η οποία στη συνέχεια απαίτησε την πληρωμή των δόσεων του δανείου με απειλή ότι στην περίπτωση μη συμμόρφωσης των εναγόντων θα ακολουθούσαν δικαστικά μέτρα. Με την αίτηση οι ενάγοντες ζητούν όπως ληφθούν τα ακόλυθα προσωρινά μέτρα εκκρεμούσης της αγωγής. «(α).. (
- i)Τερμάτισε άμεσα την λειτουργία του δανείου των αιτητών που είναι αντικείμενο της πιο πάνω αγωγής και κατέστησαν απαιτητό ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο περιλαμβανομένου κεφαλαίου και των τόκων, και κάλεσαν τους αιτητές να το εξοφλήσουν άμεσα. (
- ii)Επιβάρυνε τους αιτητές με τόκο υπερημερίας 2% άμεσα. (iii) Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής εναντίον των Αιτητών η Καθ' ης η Αίτηση θα διαβιβάσει πληροφορίες για την αγωγή στην εταιρεία Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Λτδ (Άρτεμις) που με την καταχώρηση τους, όπως αναφέρουν στην εν λόγω επιστολή θα είναι διαθέσιμα σε πιστωτικά ιδρύματα στα οποία πιθανόν να αποταθούν οι αιτητές για εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων και θα λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση τυχόν αίτησης τους. Για τα προσωπικά δεδομένα των Αιτητών στην Άρτεμις δεν θα έχουν δικαίωμα πρόσβασης και διόρθωσης οι αιτητές». Με την αίτηση επαναλαμβάνονται οι ίδιοι ισχυρισμοί της έκθεσης απαιτήσεως και εκφράζουν παράπονα ότι η τράπεζα τους έχει αποστειλει αριθμό επιστολών με τις οποίες τους ενημερώνει ότι θα χρεώνει τόκο υπερημερίας επί του δανείου. Στις 30.08.2016 οι ενάγοντες απέστειλαν επιστολή στην εναγόμενη, με την οποία διαμαρτυρήθηκαν ότι η τράπεζα είχε δεσμεύσει το λογαριασμό ταμιευτηρίου άνω των €3.000 εξαιτίας του δανείου που είχε χορηγηθεί με εγγύηση τα αξιόγραφα. Ως προκύπτει από τα γεγονότα της αίτησης, ως αποτέλεσμα της αποστολής της επιστολής, η δέσμευση στο ταμιευτήριο ακυρώθηκε. Οι ενάγοντες έστειλαν ακόμη μία επιστολή ημερομηνίας 31.08.2016, με την οποία οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν ότι ο λογαριασμός δανείου θα τερματισθεί, θα απαιτηθεί τόκος υπερημερίας και ότι η τράπεζα θα καταχωρήσει αγωγή προς ανάκτηση ολόκληρου του ποσού που οφείλεται. Είναι θέση των αιτητών ότι όλες αυτές οι επιστολές στάληκαν ως αντίποινα για το γεγονός ότι έχουν καταχωρήσει την παρούσα αγωγή κατά της εναγομένης. Ζητεί όπως εκδθοθούν τα διάταγμα ώστε το αντικείμενο αυτής της αγωγής να διατηρηθεί. Δηλαδή, το θέμα που εγείρεται με την αίτηση είναι ότι όλα αυτά τα μέτρα δεν ασκήθηκαν από την εναγόμενη ώστε να διεκδικήσει τα δικά της συμβατικά συμφέροντα, αλλά ως αντίποινα για σκοπούς οικονομικού στραγγαλισμού των εναγόντων και ως ενόχληση και/ή απειλή προς τους ενάγοντες ώστε να μην διεκδικήσουν ή να μην μπορούν να διεκδικήσουν τα δικαίωματά τους στην παρούσα αγωγή. Κατά το στάδιο που τέθηκε η αίτηση ενώπιον μου δεν εξέδωσα μονομερώς τα διατάγματα που ζητούνται με τα σημεία (
- i)και (ii). Όμως δόθηκε μονομερώς το σημείο (iii) με την λογική ότι ίσως αυτό το μέτρο θα μπορούσε να αποτελέσει μοχλό πίεσης κατά των εναγόντων καθότι η πιστοληπτική τους ικανότητα θα επηρεασθεί. Αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Με την ένστασή τους οι καθ'ων η αίτηση εγέιρουν ζήτημα ότι οι αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει όλη την αληθεια στο Δικαστήριο όταν αυτό εκδόθηκε μονομερώς, διότι δεν είχαν αποκαλύψει ότι οι καθ'ων η αίτηση είχαν καταχωρήσει την αγωγή 4606/16 κατά των αιτητών σε σχέση με το υπολοιπο οφειλόμενο ποσό του δανείου που τερμάτισαν τη λειτουργία του. Σε σχέση μ' αυτό το σημείο, συμφωνώ με τον κ. Λουκαίδη ότι το συγκεριμένο γεγονός της καταχώρησης της αγωγής δεν θα έπαιζε ρόλο στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του διατάγματος μονομερώς, καθότι ήταν ήδη γνωστό συνεπεία των επιστολών των καθ' ων η αίτηση που επισυνάφθηκαν ως τεκμήρια στην αίτηση ότι είχαν προθεση να καταχωρήσουν την αγωγή, για διεκδίκηση του οφειλόμενου ποσού. Η εκδοση μονομερούς διατάγματος είναι εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης χωρίς να δοθεί ευκαιρία στον αντίδικο να ακουστεί. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο διάδικος που επιζητεί την επιχορήγηση τέτοιας θεραπείας, οφείλει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όλων των γεγονότων τα οποία μπορεί να επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην απόφαση Global Cruise Lines v Metro Shipping [1] λέχθηκε ότι το καθήκον για αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται προς την καλή πίστη που πρέπει να έχει ό διάδικος όταν ζητεί την έκδοση θεραπείας χωρίς να ακουσθεί η άλλη πλευρά. Το κριτήριο, για τα ποιά γεγονότα είναι ουσιώδης και που τείνουν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου αν δεν αποκαλυφθούν, είναι αντικειμενικό: «Ουσιώδεις για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ'αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτκής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας» Είναι σημαντικό ο ενάγοντας να έχει αποκαλύψει στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα που ενδεχομένως θα επιδρούσαν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση του μονομερούς προσωρινού διατάγματος. Το καθήκον αυτό είναι συνυφασμένο με την καλή πίστη που πρέπει να επιδείξει ο ενάγοντας κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, κυρίως επειδή το διάταγμα εκδίδεται χωρίς να εισακουσθεί η άλλη πλευρά. Οπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση M & Ch Mitsingas Trading Ltd. v Timberland[2], η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων. Το τι είναι ουσιώδης γεγονός προσδιορίζεται με αναφορά των επίδικων θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Επίσης στην πιο πάνω απόφαση επισημαίνονται και τα ακόλουθα: «Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένη ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προυπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων...». Αυτά που πρέπει να αποκαλυφθούν από τον ενάγοντα είναι γεγονότα γνωστά σ' αυτόν ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη προσπάθεια τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του. (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος που εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα της επιτυχίας. Η υποχρέωση για αποκάλυψη γεγονότων δεν περιλαμβάνει μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και αυτά τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα (Βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ[3]). Εάν ανακαλύψει το Δικαστήριο ότι παραπλανήθηκε για να επιτευχθεί η εκδοση μονομερούς διατάγματος τότε έχει την διακριτική εξουσία άμεσης ακύρωσης του διατάγματος. Το Δικαστήριο γνώριζε κατά το στάδιο της έκδοσης του διατάγματος μονομερώς ότι η καταχώρηση μίας αγωγής για το οφειλόμενο ποσό θα ήταν δεδομένη. Η καταχώρηση της αγωγής θα ήταν το αποκορύφωμα των προσπαθειών των καθ' ων η αίτηση να ανακτήσουν το χρέος, που ισχυρίζονται ότι τους οφείλουν οι αιτητές. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε τα πρώτα δύο σημεία της αίτησης, επειδή δεν θα μπορούσε να εμποδίσει τους καθ' ων η αίτηση να έχουν πρόσβαση στο Δικαστήριο για κατ' ισχυρισμό συμβατικό δικαίωμα που επικαλούνται. Συνεπώς, το γεγονός της έγερσης της αγωγής δεν θα είχε καμία σημασία για την άκσηση της κρίσης μου κατά το στάδιο της έκδοσης του διατάγματος μονομερώς. Η αποστολή προειδοποιητικών επιστολων για το δάνειο, είναι μόνο το πρώτο βήμα των καθ' ων η αίτηση για διεκδίκηση κατ' ισχυρισμό συμβατικών τους δικαιωμάτων, και η αγωγή είναι το τελευταίο βήμα αυτής της προσπάθειας. Οπότε το γεγονός ότι μία αγωγή θα μπορούσε να καταχωρηθεί δεν θα άλλαζε τίποτε στην κρίση τυ Δικαστηρίου. Συνεπώς, το επιχειρημα ότι δεν αποκαλύφθηκε όλη η αληθεια είναι αβάσιμο. 1. Κατά πόσο θα πρέπει να ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για την έκδοση - συνέχιση του προσωρινού διατάγματος Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει προσωρινά διατάγματα πηγάζει από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Με βάση το πιο πάνω άρθρο το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία σε σχέση με την έκδοση τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με γνώμονα τις πιο κάτω προυποθέσεις: 1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. 2. Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία 3. Η διαπίστωση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην Αγγλική υπόθεση American Cyanamid v Ethican Ltd.[4] επεξηγήθηκε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν από του να αποδέιξει ο ενάγοντας ότι έχει συζητίσμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα και του δικαιώματος που προσπαθεί να προστατεύσει. Το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιχειρήσει να επιλύσει τα διάφορα πραγματικά ζητήματα που εγείρονται στην απαίτηση, με βάση τα πραγματικά γεγονότα που εκτίθενται στις αντίστοιχες ενορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της αίτησης και ένστασης για την έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος. Ο ρόλος του Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται πέραν από του να αποφασίσει εάν εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Επομένως, δεν πρέπει το Δικαστήριο να εισέλθει σε εις βάθος εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο εξετάζει την απαίτηση του ενάγοντα στο βαθμό που απαιτείται για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι επιπόλαια, με βάση τις πραγματικές παραστάσεις που τίθενται ενώπιον του. Επίσης, εξετάζει κατά πόσο η θεραπεία που αναζητεί ο ενάγοντας θεμελιώνεται στον νόμο. Σε σχέση με τις πρώτες δύο προϋποθέσεις, έχω προβληματισθεί έντονα κατά πόσο με την υφιστάμενη απαίτηση και το μαρτυρικό υλικό στο οποίο στηρίζεται η αίτηση, υπάρχει σοβαρή υπόθεση προς εκδίκαση, με κάποια έστω προοπτική επιτυχίας. Αποδίδεται σε άλλη νομική οντότητα (την Λαϊκή Τράπεζα)διά των αντιπροσώπων της, ότι εξαπάτησε και παραπλάνησε τους ενάγοντες ώστε να μεταφέρουν χρήματα από εμπρόθεσμη κατάθεση σε μία άλλη ανασφαλή επένδυση. Όχι μόνο δεν εκφράζεται ολοκληρωμένα αξίωση κατά αυτής της νομικής οντότητας (Τράπεζα Κύπρου)που να βασίζεται στο αστικό αδίκημα του δόλου και/ή της απάτης, αλλά απουσιάζει παντελώς το πραγματικό θεμέλιο για να συνδέσει την εναγόμενη τράπεζα μ' αυτές τις ενέργειες. Δηλαδή, δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο πως και γιατί ευθύνεται η εναγόμενη τράπεζα γι' αυτήν τη συναλλαγή, αφού δεν είχαν λάβει μέρος στις διαπραγματεύσεις αλλά και ούτε έχουν σχέση με τη σύναψη αυτής της συμφωνίας. Σε σχέση με την απάτη και το δόλο αυτά πρέπει να εκφράζονται ολοκληρωμένα, με συγκεκριμένα γεγονότα και λεπτομέρειες. Γενικοί ισχυρισμοί όσο δυνατοί και να είναι, είναι ανεπαρκής ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένα αιτία αγωγής που βασίζεται στον δόλο και/ή την απάτη (Odgers on Pleading and Practice, Stevens and Sons[5]). Αιτία αγωγής που βασίζεται σε ισχυρισμό για δόλο, απάτη ή ψευδείς παραστάσεις, πρέπει να περιέχει και να διατυπώνει καθαρά ότι το ένα μέρος της συναλλαγής προέβη σε ψευδή δήλωση κάποιου γεγονότος, και ότι γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει ότι το γεγονός αυτό ήταν ψευδής. Πιο συγκεκριμένα, γίνεται η δήλωση του γεγονότος εν γνώση του προσώπου που έκανε τη δήλωση ότι ήταν ψέματα ή χωρίς πραγματικά να πιστεύει ότι προέβηκε στην αλήθεια με τη δήλωση ή τόσο απερίσκεπτα που δεν μπορεί να γνώριζε ότι αυτά που έλεγε ήταν ορθά και αληθινά. Σε κάποιες περιπτώσεις, η παράλειψη τους ενός μέρους να αποκαλύψει ένα σημαντικό στοιχείο που αφορά την συναλλαγή, μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ψευδής παράσταση γεγονότος. Δηλαδή, αυτό μπορεί να αποδειχθεί όταν το ένα μέρος σκόπιμα δεν αναφέρει στο άλλο μέρος κάποιο γεγονός που γνωρίζει. Στην περίπτωση που θα το γνώριζε το γεγονός ο αγοραστής των αξιογράφων θα απέφευγε τη συναλλαγή. Ο δόλος, η απάτη και οι ψευδείς παραστάσεις, πρόκειται για αστικά αδικήματα. Σε κάποιες περιπτώσεις θεωρούνται και παραπτώματα του ποινικού κώδικα. Σε σχέση μ' αυτά τα αδικήματα, η θεραπεία που ζητείται είναι αποζημιώσεις σε αντίθεση με θεραπεία για απαλλαγή από τη συμφωνία ή ακύρωση της συμφωνία, που είναι θεραπεία που πηγάζει από το δίκαιο των συμβάσεων. Με βάση την έκθεση απαιτήσεως, οι ενάγοντες αποδίδουν σε άλλη νομική οντότητα, ήτοι την Λαική Τράπεζα, ότι διά των υπαλλήλων της ή αντιπροσώπων της, προέβη σε παραστάσεις ψευδείς προκειμένου οι ενάγοντες να πεισθούν να ενεργήσουν κατά των συμφερόντων τους ή εν αγνοία τους στην αγορά αξιογράφων, που αργότερα εξαιτίας αφερρεγγυότητας της Λαικής Τράπεζας μετατραπηκαν σε μετοχές χωρίς αξία. Επιπρόσθετα, λειτουργοί της Λαικής Τράπεζας, είναι ο ισχυρισμός των εναγόντων, προκειμένου να αποφύγουν τις διαμαρτυρίες των εναγόντων χορήγησαν το εν λόγω δάνειο στους ενάγοντες. Στη συνέχεια, αυτό το δάνειο μεταφέρθηκε στην εναγομένη τράπεζα. Αυτό έγινε αφού οι μετοχές της Λαϊκής Τράπεζας είχε μηδενισθεί η αξία τους. Πέραν της αναφοράς για την μεταφορά του δανείου στην εναγομένη τράπεζα, δεν δικογραφείται κανένα γεγονός για ενέργεια και ή παράλειψη των εναγομένων, που να τους συνδέει με τις ενέργειες της Λαικής Τράπεζας. Δεν είναι γνωστό στο Δικαστήριο πως η μεταφορά του δανείου στην εναγομένη τράπεζα, χωρίς αναφορά σε άλλα γεγονότα, δικαιολογεί απαίτηση των εναγόντων σε σχεση με τη διάπραξη των αστικών αδικημάτων των ψευδών και/ή παραπλανητικών παραστάσεων. Διά να στοιχειοθετηθεί αξίωση κατά των εναγομένων για τη διάπραξη αστικού αδικήματος δεν βοηθά η αναφορά στην παράγραφο 6 της αίτησης, ότι ανώτατα στελέχη της εναγομένης έχουν προσαχθεί για ποινικά αδικήματα ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Σημαντικό θα ήταν να δικογραφείται, με γεγονότα, πως η μεταφορά του δανείου από την Λαική Τράπεζα στην εναγομένη τράπεζα, συνδέει τους εναγομένους, με αυτά που αποδίδουν οι ενάγοντες κατά της Λαϊκής Τράπεζας και των αντιπροσώπων της. Ενδεχομένως η απαίτηση των εναγόντων να στηρίζεται στο γεγονός ότι το ίδιο το δάνειο, με τις συνθήκες κάτω από τις οποιες είχε συναφθεί ήταν παράνομο. Αλλά ούτε και αυτό διατυπώνεται με ακρίβεια και καθαρά στην έκθεση απαιτήσεως. Ενδεχομένως να εκφράζεται αιτία αγωγής για δάνειο που είναι άκυρο επειδή είναι παράνομο και θα πρέπει να κριθεί στα πλασία της αγωγής κατά πόσο θα πρέπει να ακυρωθεί. Δηλαδή, εάν αντιλήφθηκα σωστά, η θέση των εναγόντων είναι ότι το ίδιο το δάνειο ήταν παράνομο, δεν δημιούργησε νομικές υποχρεώσεις στους ενάγοντες αλλά και ούτε νομικά δικαιώματα στην εναγομενη τράπεζα για να διεκδικεί την οφειλή που προκύπτει από το δάνειο με επιστολές και/ή με αγωγή. Η απαίτηση των εναγόντων δεν χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και ακρίβεια. Δεν είμαι απόλυτα ικανοποιημένη ότι, οι δύο πρώτες προυοθέσεις για την εκδοση διαταγμάτων πληρούνται για την έκδοση προσωρινού διατάγματος, εφόσον δεν αποδίδεται στην εναγόμενη τράπεζα ότι ενήργησε παράνομα ή αθέμιτα προς απόκτηση αυτού του δανείου, το οποίο μεταφέρθηκε στο χαρτοφυλάκιο των περιουσιακών της στοιχείων. Ακόμη και να δεχθώ ότι η αιτία αγωγής που εκφράζεται κατά της εναγόμενης τράπεζας με την αγωγή είναι ότι στηρίζεται σε άκυρη συμφωνία δανείου, πάλι δεν συμμερίζομαι την άποψη των αιτητών ότι έχει ενεργήσει εκβιαστικά και εκδικητικά ώστε να αποκτήσει κάποιο αθέμιτο πλεονέκτημα κατά τη διεκδίκηση αυτού του δανείου. Εφόσον η εναγόμενη τράπεζα δεν έχει διαπράξει κάτι το μεμπτό προς απόκτηση αυτού του περιουσιακού στοιχείου, του δανείου, τότε πως μπορεί να συνιστά αθέμιτη και παράνομη πρακτική η ανάκτηση του δανείου μέσω του Δικαστηρίου; Αυτός ήταν και ο κύριος λόγος που δεν εκδόθηκε το διάταγμα μονομερώς, σε σχέση με τα σημεία (
- i)και (
- ii)της αίτησης. Η εναγόμενη τράπεζα διεκδικεί την ανάκτηση του δανείου που απέκτησε από μεταφορά. Αφού δεν αποδίδεται σ' αυτήν την τράπεζα ότι έκανε κάτι το μεμπτό, και είναι κατά τεκμήριο είναι αθώα, σε σχέση με τις συνθήκες απόκτησης αυτού του δανείου δεν μπορεί να συνιστά αθέμιτη, εκβιαστική και/ή απειλητική συμπεριφορά ή άσκηση συμβατικών δικαιωμάτων και η διεκδίκηση του δανείου μέσου της νόμιμης οδού. Στην υπόθεση Παπακόκκινου ν Πάφου[6] το Εφετείο τόνισε ότι η διεκδίκηση αγώγιμων δικαιωμάτων διασφαλίζεται Συνταγματικά στα πλαίσια του άρθρου 30 του Συντάγματος. Είναι συνταγματικό δικαίωμα της εναγομένης να διεκδικήσει το αγώγιμο δικαίωμα που προκύπτει από συμβατικές υποχρεώσεις και είναι καθήκον του Δικαστηρίου η επίλυση και διάγνωση αυτού του δικαιώματος εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στην περίπτωση που το δάνειο αυτό είναι παράνομο και άκυρο, είναι κάτι που μπορεί να επιλυθεί στα πλαίσια αυτής της αγωγής, που προηγείται της καταχώρησης της αγωγής 4505/2016, αλλά επιχείρημα που μπορούν να το επικαλεσθούν οι αιτητές ως υπεράσπιση στην απαίτηση της εναγομένης στα πλαίσια της αγωγής 4505/2016, για να μην αποπληρώσουν την οφειλή που βασίζεται στη συγκεκριμένη σύμβαση. Η χρέωση τόκου υπερημερίας και αποστολή επιστολών με τις οποίες ο χρεώστης του δανείου καλείται να πληρώσει ή πληροφορείται ότι η σύμβαση δανείου θα τερματισθεί, καθώς και η καταχώρηση αγωγής για την διεκδίκηση του οφειλόμενου ποσού, εμπίπτουν στα συμβατικά δικαιώματα της εναγομένης τράπεζας δυνάμει της σύμβασης δανείου. Εφόσον, δεν τις αποδίδεται της εναγομένης ότι συμμετείχε σε δόλια και/ή απατηλή συμπεριφορά κατά τη σύναψη του συγκεκριμένου δανείου δεν μπορεί να συνιστά αθέμιτη και/ή παράνομη συμπεριφορά, η άσκηση συμβατικών δικαιωμάτων και αγώγιμων δικαιωμάτων ως αυτά που πηγάζουν από την σύμβαση. Όμως, ούτε προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες στην περίπτωση που επιτραπεί στην εναγομένη τράπεζα να διεκδικήσει τα συμβατικά της δικαιώματα, ακόμη και με την καταχώρηση της αγωγής. Στην υπόθεση Parico Alumninium Designs Ltd. v Muskita Aluminium[7] καταγράφονται τα στοιχεία που θα πρέπει να αξιολογήσει το Δικαστήριο κατά την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εκείνο που λαμβάνεται υποψη σε σχέση με το μη επανορθώσιμο της ζημιάς σε υποθέσεις αυτής της φύσεως, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο είναι ιδιαίτερα εμφανής (Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.[8]). Πιο συγκεκριμένα παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για να εκτιμηθεί το μη αναστρέψιμο της ζημιάς, ως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Parico, (πιο πάνω), είναι ως ακολούθως: «Ισοζύγιο της ευχέρειας. Αν το δικαστήριο βρίσκεται σε αμφιβολία ως προς την επάρκεια των αντίστοιχων θεραπειών σε αποζημιώσεις που προσφέρονται είτε στον ενάγοντα είτε στον εναγόμενο είτε και στους δύο εγείρεται το θέμα του ισοζυγίου της ευχέρειας. Στην American Cyanamid Co. v. Ethicon Ltd[9] η Δικαστική Επιτροπή των Λόρδων έχει καθιερώσει ορισμένες κατευθυντήριες αρχές για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. ........................................................................................................ Κατά την αξιολόγηση του που κλίνει το ισοζύγιο της ευχέρειας ένας σημαντικός παράγων είναι η έκταση κατά την οποία τα μειονεκτήματα του κάθε μέρους θα είναι αδύνατο να αποζημιωθούν με αποζημιώσεις. Αν για παράδειγμα η έκταση της μη δυνάμενης να αποκατασταθεί ζημιάς του κάθε μέρους δεν θα διαφέρει σε μεγάλο βαθμό, το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη τη σχετική δύναμη της υπόθεσης του κάθε μέρους όπως αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που έχουν παρουσιασθεί κατά την ακρόαση της αίτησης. Αυτός όμως είναι ο τελευταίος και όχι ο πρώτος παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη. Είναι μόνο σ' αυτό το στάδιο που το δικαστήριο δικαιούται να εξετάσει κατά πόσο υπάρχει ουσιαστική ανισότητα επί της ουσίας και ποιός από τους διαδίκους έχει περισσότερη πιθανότητα επιτυχίας. Το δικαστήριο δεν δικαιούται, ακόμη και σ' αυτό το στάδιο, να εμπλακεί σε οτιδήποτε που μοιάζει με προκαταρκτική εκδίκαση της αγωγής πάνω σε συγκρουόμενες ενόρκες δηλώσεις για να αξιολογήσει τη δυνατότητα της υπόθεσης του κάθε μέρους. Μπορεί να υπάρχουν υποθέσεις στις οποίες είναι εμφανές από τη μαρτυρία ότι δεν υπάρχει αξιόπιστη αμφισβήτηση ότι η δύναμη της υπόθεσης ενός μέρους είναι δυσανάλογη από εκείνη του άλλου μέρους. Γενικά όμως η διαδικασία στις παρεμπίπτουσες αιτήσεις δεν είναι η πρέπουσα για τη διεξαγωγή έρευνας σε αμφισβητούμενα γεγονότα. Status Quo. Όπου οι άλλοι παράγοντες φαίνονται να είναι ισοζυγισμένοι το δικαστήριο συνήθως θα λάβει τέτοια μέτρα τα οποία σκοπό έχουν τη διατήρηση του status quo. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος εμποδίζεται προσωρινά από του να κάμει κάτι το οποίο δεν έκαμνε προηγουμένως, η μόνη επίδραση του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος, σε περίπτωση που θα πετύχει στη δίκη του, είναι η αναβολή της ημερομηνίας κατά την οποία θα είναι σε θέση να εμπλακεί σε μια δραστηριότητα την οποία προηγουμένως δεν την είχε θεωρήσει αναγκαία να αναλάβει. Αν, από την άλλη, ο εναγόμενος διακόπτεται στη διεξαγωγή μιας καθιερωμένης επιχείρησης το απαγορευτικό διάταγμα θα του προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη δυσχέρεια εφόσον θα έχει να αρχίσει πάλι να τη δημιουργεί σε περίπτωση που πετύχει στη δίκη. Η διατήρηση του status quo συγκεκριμένα ευνοεί τη χορήγηση απαγορευτικού διατάγματος σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος έχει μόλις αρχίσει να εμπλέκεται στην επίδικη πράξη και όπου οι πωλήσεις του και οι επενδύσεις του σε κεφάλαια ήταν μικρές ενώ ο ενάγων έχει μια δημιουργημένη επιχείρηση. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι πάντοτε πιο εύκολο να γίνει ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία ο εναγόμενος θα υποστεί λόγω του απαγορευτικού διατάγματος παρά ο υπολογισμός της ζημιάς την οποία θα υποστεί η επιχείρηση του ενάγοντα και η εμπορική του εύνοια αν ο εναγόμενος δεν εμποδιστεί. ......................................................................................................... Υπάρχουν όμως ορισμένες υποθέσεις στις οποίες τα δικαστήρια θα είναι της άποψης ότι η ζημιά στον ενάγοντα μπορεί ευχερώς να υπολογιστεί με αναφορά στις πωλήσεις που έκαμε ο εναγόμενος και ότι η ζημιά η οποία θα προκληθεί στον εναγόμενο όταν τον εμποδίζεις να συμμετέχει στην αγορά το συντομότερο δυνατό δεν είναι εύκολα υπολογίσιμη. Όπου υπάρχει μόνο ο κίνδυνος για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά του ενάγοντα και βεβαιότητα για μη δυνάμενη να προσδιοριστεί ζημιά στον εναγόμενο το δικαστήριο συχνά θα αρνηθεί να διατηρήσει το status quo και να απορρίψει αξίωση για απαγορευτικό διάταγμα. Η πορεία που ακολουθεί το δικαστήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η άρνηση χορήγησης του απαγορευτικού διατάγματος και η διαταγή για σύντομη εκδίκαση της αγωγής. Ικανότητα πληρωμής αποζημιώσεων. Το δικαστήριο θα λάβει υπόψη το γεγονός ότι ο εναγόμενος δεν είναι σε οικονομική θέση να αντιμετωπίσει αξίωση για σημαντικές αποζημιώσεις εναντίον του και ότι ο ενάγων είναι πιθανόν να υποστεί ζημιές πέραν από εκείνες που μπορεί ο εναγόμενος να του καταβάλει. Από την άλλη το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την ικανότητα ή άλλως πως του ενάγοντα να αποζημιώσει τον εναγόμενο με την ανάληψη υποχρέωσης για πληρωμή αποζημιώσεων. Το απλό γεγονός ότι ένα μέρος διαθέτει πενιχρά μέσα δεν είναι συμπερασματικό για τη χορήγηση ή άρνηση απαγορευτικού διατάγματος. Το δικαστήριο θα είναι προσεκτικό να εξετάσει αυτά τα ζητήματα όταν οι διάδικοι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και όπου ο ενάγων είναι άτομο ο οποίος διαμένει εκτός δικαιοδοσίας».¨ Εφόσον, οι εναγόμενοι διεκδικούν τα συμβατικά τους δικαιώματα με νόμιμο τρόπο, μέσω του Δικαστηρίου, δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες. Όλα τα ζητήματα που αφορούν το έγκυρο της συγκεκριμένης συναλλαγής, θα εξετασθούν και θα επιλυθούν από το Δικαστήριο. Οι εναγόμενοι δεν θα ανακτήσουν την οφειλή του χρέους εκτός και εάν εξασφαλίσουν Δικαστική Απόφαση. Οι ενάγοντες, θα έχουν κάθε ευκαιρία να προωθήσουν τις θέσεις τους σε σχέση με την εγκυρότητα του δανείου στο Δικαστήριο. Οι ενάγοντες δεν παρεμποδίζονται να προωθήσουν τις δικές τους θέσεις, στα πλαίσια της αγωγής στην περίπτωση που οι εναγόμενοι προωθούν νόμιμα μέτρα να ασκήσουν τα συμβατικά τους δικαιώματα ακόμη και δικαστικώς. Αντιθέτως, στην περίπτωση που χορηγήσω τα αιτούμενα διατάγματα, παρεμποδίζω τους εναγόμενους να ασκήσουν τα δικαιώματα που προκύπτουν από τη σύμβαση που έχει μεταφερθεί στο χαρτοφυλάκιο τους. Εμποδίζονται να ασκήσουν το δικαίωμα να προσφύγουν στο Δικαστήριο να διεκδικήσουν αγώγιμο δικαίωμα κατά παράβαση του Συντάγματος. Για τους λόγους αυτούς, δεν τίθεται θέμα έκδοσης διαταγμάτων ως οι παράγραφοι (
- i)και (
- ii)του αιτητητικού της αίτησης. Στρέφομαι τώρα στο σημείο (iii) που έχει χορηγηθεί στους εναγόντες μονομερώς και προνοεί ως ακολούθως: «(iii)Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής εναντίον των Αιτητών η Καθ' ης η Αίτηση θα διαβιβάσει πληροφορίες για την αγωγή στην εταιρεία Άρτεμις Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Λτδ (Άρτεμις) που με την καταχώρηση τους, όπως αναφέρουν στην εν λόγω επιστολή θα είναι διαθέσιμα σε πιστωτικά ιδρύματα στα οποία πιθανόν να αποταθούν οι αιτητές για εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων και θα λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση τυχόν αίτησης τους. Για τα προσωπικά δεδομένα των Αιτητών στην Άρτεμις δεν θα έχουν δικαίωμα πρόσβασης και διόρθωσης οι αιτητές». Στην περίπτωση που το συγκεκριμένο αυτό διάβημα γίνεται προαιρετικά από τους εναγομένους, δυνατόν να αποτελέσει μέτρο κατά των εναγόντων, το οποίο να τους δημιουργεί πίεση εξαιτίας των συνεπειών που θα ακολουθήσουν από την γνωστοποίηση αυτών των οικονομικών δεδομένων. Όμως, όπως έχω πληροφορηθεί από τα στοιχεία που καταγράφονται στην ένσταση, και δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι είναι υπόχρεοι διά του νόμου να παραχωρήσουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες για το δάνειο των εναγόντων στον μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων «ΑΙΑΝΤΑΣ» και «ΑΡΤΕΜΙΣ». Δηλαδή, η πληροφόρηση αυτή είναι καθήκον των εναγομένων που επιβάλλεται από τον νόμο περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Ν.66
(1)/97. Εκδόθηκε οδηγία από την Κεντρική Τράπεζα δυνάμει του άρθρου 41 του Νόμου 66
(1)/97. Τα στοιχεία των πελατών των πιστωτικών ιδρυμάτων που πρέπει να καταχωρηθούν στον μηχανισμό ανταλλαγής πληροφοριών σύμφωνα με τον κ. 7 της ΚΔΠ 414/2013 είναι ως ακολούθως: «7
(1)Τα δεδομένα κατά πελάτη που αποτελούν αντικείμενο συγκέντρωσης, καταχώρισης, αποθήκευσης, επεξεργασίας και ανταλλαγής σε σύστημα ή μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων είναι τα ακόλουθα: (α) Δημογραφικά στοιχεία πελάτη: (
- i)Για φυσικά πρόσωπα: όνομα πελάτη, αριθμός ταυτότητας για Κύπριους Υπηκόους και αριθμός διαβατηρίου για Ξένους Υπηκόους, επάγγελμα (ιδιωτικός υπάλληλος, αυτοεργοδοτούμενος, δημόσιος υπάλληλος, υπάλληλος σε ημικρατικό οργανισμό, τραπεζικός υπάλληλος, συνταξιούχος, φοιτητής, άνεργος), κωδικός NACE του τομέα δραστηριοποίησης του εργοδότη, στοιχεία μόνιμης διανομής (Δήμος/κοινότητα, Επαρχία, Χώρα), ημερομηνία και τόπο γεννήσεως, τίτλος (Κος, Κα), οικογενειακή κατάσταση (παντρεμένος, ανύπαντρος, χωρισμένος) και επίπεδο μόρφωσης (πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια). (
- ii)Για νομικά πρόσωπα: Όνομα της εταιρείας, αριθμός σύστασης, ταξινόμηση πελάτη κατά τομέα δραστηριότητας (NACE Coding). (β) Κατάταξη του πελάτη με βάση το εσωτερικό σύστημα αξιολόγησης του ΑΠΙ ή το πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α του Νόμου και κατά πόσο έχει κινηθεί αγωγή εναντίον του πελάτη, έχει τερματιστεί ο λογαριασμός, έχει εκδοθεί απόφαση ή είναι σε διαιτησία. Για κάθε λογαριασμό του πελάτη, την ταξινόμηση του με βάση την οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας ή όπως αυτή τροποποιηθεί μεταγενέστερα, για τις μη εξυπηρετούμενες και ρυθμισμένες χορηγήσεις στις κατηγορίες του πίνακα Α της οδηγίας αυτής. Στις περιπτώσεις πελατών εναντίον των οποίων έχει κινηθεί αγωγή, πληροφορίες αναφορικά με την ημερομηνία έναρξης της διαδικασίας, το στάδιο στο οποίο βρίσκεται, και ποσό το οποίο εκκρεμεί πρέπει να παρέχονται. (γ) Πληροφορίες για τα εισοδήματα του πελάτη: Για φυσικά πρόσωπα το ποσό του καθαρού εισοδήματος πριν την εξυπηρέτηση του δανεισμού τους (για κοινούς λογαριασμούς το εισόδημα θα αφορά το συνολικό εισόδημα όλων συν-οφειλετών). Για νομικά πρόσωπα, κατάσταση οικονομικών στοιχείων στη μορφή ενός προτύπου το οποίο θα καθοριστεί από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου με ένδειξη για την περίοδο που αφορούν καθώς και είδος π.χ. ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις, διευθυντικές οικονομικές καταστάσεις, οικονομικό έτος κ.λ.π. Στην πρώτη υποβολή στοιχείων θα πρέπει να υποβληθούν τα οικονομικά στοιχεία τουλάχιστον για τα τελευταία πέντε έτη ή για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία σύστασης της εταιρείας, στην περίπτωση που η εταιρεία ιδρύθηκε εντός πέντε ετών από την ημερομηνία της πρώτης υποβολής, και μετά να προστίθενται όποια νέα στοιχεία περιέλθουν στην κατοχή του ΑΠΙ ή του πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α του Νόμου. Στα στοιχεία για τα νομικά πρόσωπα θα πρέπει να περιλαμβάνονται και ποιοτικά στοιχεία στη μορφή που θα καθορισθεί από την ΚΤΚ. (δ) Πληροφορίες για τα συνδεδεμένα πρόσωπα: Σε σχέση με τα συνδεδεμένα πρόσωπα, όπως αυτά ορίζονται στην παράγραφο 4, το όνομα του συνδεδεμένου προσώπου, τον αριθμό δελτίου ταυτότητας ή άλλου αποδεικτικού στοιχείου της ταυτότητας σε περίπτωση φυσικού προσώπου ή τον αριθμό σύστασης σε περίπτωση νομικού προσώπου. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να δίνεται κωδικός αναφορικά με το λόγο σύνδεσης τους (οικονομική εξάρτηση, σχέση ελέγχου, εγγυητής). (ε) Ημερομηνία έναρξης έννομης σχέσης του πελάτη με το ΑΠΙ ή το πιστωτικό ίδρυμα που λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α του Νόμου. (ζ) Αναλυτική κατάσταση όλων των διευκολύνσεων του πελάτη κατά ΑΠΙ και πιστωτικού ιδρύματος που λειτουργεί στη Δημοκρατία δυνάμει του άρθρου 10Α του Νόμου.
(2)Για όλα τα είδη λογαριασμών θα πρέπει να δίνονται στοιχεία αναφορικά με το είδος της χορήγησης, τον σκοπό για τον οποίο παραχωρήθηκε, ημερομηνία ανοίγματος λογαριασμού, προγραμματιζόμενη ημερομηνία εξόφλησης, πρόγραμμα αποπληρωμής, ύψος και βάση επιτοκίου, υπόλοιπο και όριο λογαριασμού, ημερομηνία αναδιάρθρωσης, κλπ. Πιο συγκεκριμένα, στοιχεία πρέπει να δίνονται ως ακολούθως: (α) Δάνεια (κατά λογαριασμό): υπόλοιπο λογαριασμού συμπεριλαμβανομένων των δεδουλευμένων τόκων, ποσό καθυστέρησης, ανάλυση του ποσού καθυστέρησης σε χρονικές περιόδους που θα καθορισθούν από την ΚΤΚ, σκοπός δανείου, νόμισμα στο οποίο εκδόθηκε το δάνειο, μη εκταμιευθέν ποσό δανείου και ημερομηνία λήξης. (β) Τρεχούμενοι με όριο, τρεχούμενοι χωρίς όριο οι οποίοι παρουσιάζουν χρεωστικό υπόλοιπο, ή άλλοι λογαριασμοί με όριο όπως πιστωτικές κάρτες (κατά λογαριασμό): ημερομηνία λήξης ορίου, όριο λογαριασμού, υπόλοιπο λογαριασμού συμπεριλαμβανομένων των δεδουλευμένων τόκων, ποσό υπέρβασης, περίοδος υπέρβασης και ημερομηνία τελευταίας συναλλαγής.
(3)Συνολική ανακτήσιμη αξία των εμπράγματων εξασφαλίσεων του πελάτη αναλυμένη σις πιο κάτω κατηγορίες: (α) Υποθήκες σε - πρώτη κατοικία - λοιπές οικιστικές μονάδες - εμπορικά ακίνητα - λοιπά ακίνητα (β) Δεσμευμένες καταθέσεις. (γ) Τίτλοι (δ) Λοιπές Εξασφαλίσεις. Η ανακτήσιμη αξία υπολογίζεται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Παραρτήματος XV της Οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας προς τις τράπεζες για τον υπολογισμό των κεφαλαιακών απαιτήσεων και των μεγάλων χρηματοδοτικών ανοιγμάτων του 2006 έως (Αρ. 2) του 2011». Συνεπώς, οι εναγόμενοι στην περίπτωση που αποστείλουν στο μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων πελατών, πληροφορίες σε σχέση με την κατάταξη του δανείου των εναγόντων, δεν ενεργούν απειλητικά, εκδικητικά, αθέμιτα και/ή παράνομα ώστε να αποκτήσουν κάποιο πλεονέκτημα στην παρούσα αγωγή, αλλά εκτελούν ένα καθήκον που τους επιβάλλεται από τον νόμο, ώστε να λειτουργούν νόμιμα ως Πιστωτικό Ίδρυμα. Είναι υποχρέωση των εναγόντων να αποστείλουν αυτές τις πληροφορίες στο μηχανισμό ανταλλαγής των πληροφοριών, εφόσον δεν έχει κριθεί ακόμη από το Δικαστήριο ότι η εν λόγω συμφωνία δανείου είναι άκυρη ή ακυρώσιμη. Επιπρόσθετα, από τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι δεν έχουν προσπαθήσει να αποκτήσουν κάποιο άδικο πλεονέκτημα κατά των εναγόντων. Οι αιτητές ισχυρίστηκαν ότι σε κάποιο στάδιο είχαν δεσμεύσει χρήματα των εναγόντων σε άλλο λογαριασμό της τράπεζας όμως όταν διαμαρτυρήθηκαν οι ενάγοντες, ο λογαριασμός αποδεσμεύθηκε. Ως ανέφερα και προηγουμένως, δεν έχει τεθεί ενώπιον μου κανένα γεγονός ότι οι εναγόμενοι έχουν σχέση με τα γεγονότα που προηγήθηκαν της μεταφοράς των χρημάτων των εναγόντων από εμπρόθεσμη κατάθεση στην αγορά αξιόγραφων της Λαϊκής Τράπεζας. Εφόσον, οι εναγόμενοι δεν έχουν παραβιάσει τον νόμο για να αποκτήσουν κάποιο πλεονέκτημα έναντι των εναγόντων, δεν δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος σε σχέση με το σημείο (iii). Δεν θεωρώ ότι οι ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά στην περίπτωση που ακυρωθεί το διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς. Ο κανονισμός 10
(2)της ΚΔΠ414/2013, αναφέρει ότι κάθε πιστωτικό ίδρυμα οφείλει να λάβει υπόψη του τα δεδομένα που καταχωρούνται σε σχέση με τους πελάτες στο σύστημα πληροφόρησης δεδομένων. Στη χειρότερη των περιπτώσεων, οι ενάγοντες θα υποστούν οικονομικές δυσκολίες, προσωρινά, στην περίπτωση που αποταθούν για νέο δάνειο εξαιτίας της πληροφόρησης ότι εκκρεμεί αγωγή για δάνειο που δεν εξυπηρετείται. Όμως, αυτή η οικονομική δυσκολία, θα είναι προσωρινή, στην περίπτωση που ακυρωθεί η συμφωνία. Η ακροαματική διαδικασία της αγωγής ξεκινά αρχές Μαΐου 2017, έτσι η οικονομική ταλαιπωρία που πιθανόν να υποστούν, θα είναι πρόσκαιρη, στην περίπτωση που έχουν δίκαιο σε σχέση με την αξίωση τους. Σε αντίθεση με τους ενάγοντες, στην περίπτωση που δεν ακυρωθεί το διάταγμα, οι εναγόμενοι θα υποχρεωθούν να παραβιάσουν ως πιστωτικό ίδρυμα τον νόμο. Συνεπώς, στην περίπτωση που συνεχίσει η ισχύ του διατάγματος, και φάνηκε στο τέλος ότι έγινε λάθος από το Δικαστήριο, κατά την έκδοση του διατάγματος, τότε η αδικία για τους εναγομένους θα είναι μεγαλύτερη. Με βάση τα πιο πάνω, το διάταγμα ακυρώνεται. Η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των ενάγοντων, αλλά αυτά τα έξοδα θα είναι μέρος των εξόδων της αγωγής ώστε να διαγιγνωσκούν τα δικαιώματα των εναγόντων σε σχέση με την απαίτηση της αγωγής προτού εκδοθεί διαταγή για πληρωμή δικηγορικών εξόδων. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 1 ΑΑΔ 607
(1989)[2] 1 ΑΑΔ 1791
(1997)[3] Πολ. Έφεση 12144 ημερομηνίας 27.03.2006 [4]
(1975)AC 396 [5] 1971 20th edition Fraud pg.206 [6]
(1998)1 ΑΑΔ 2398 [7] 1 ΑΑΔ 2015
(2002)[8]
(1998)1 Α.Α.Δ. 1179 [9] [1975] A.C. 396