← Κύπρος

White Moon Services LTD ν. Ι & Α Φιλίππου Αρχιτέκτονες κ.α., Αρ. Αγωγής: 6187/05, 20/3/2017

White Moon Services LTD ν. Ι & Α Φιλίππου Αρχιτέκτονες κ.α., Αρ. Αγωγής: 6187/05, 20/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6187/05 Μεταξύ: White Moon Services LTD Ενάγουσας Και Ι & Α Φιλίππου Αρχιτέκτονες δια των ομορρύθμων συνεταίρων αυτού και Ανδρέα Φιλίππου Εναγομένων Ως επροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 14.3.2006 Μεταξύ: White Moon Services LTD Ενάγουσας Και

  1. Ι & Α Φιλίππου Αρχιτέκτονες
  2. Ιάκωβος Φιλίππου
  3. Ανδρέας Φιλίππου Εναγομένων Ως επροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 12.4.2010 Μεταξύ: White Moon Services LTD Ενάγουσας Και
  4. Ι & Α Φιλίππου Αρχιτέκτονες
  5. Νικηφόρος Ορφανός ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ιάκωβου Φιλίππου
  6. Ανδρέας Φιλίππου Εναγομένων Ως επροποποιήθη δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 19.1.2012 Μεταξύ: White Moon Services LTD Ενάγουσας Και
  7. Ι & Α Φιλίππου Αρχιτέκτονες
  8. Νικηφόρος Ορφανός ως διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος Ιάκωβου Φιλίππου
  9. Ανδρέας Φιλίππου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 9.11.16 υπό εναγομένων - αιτητών για αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης. Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2017 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Χρίστος Τριανταφυλλίδης Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση: κος Λουκάς Διομήδους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 29.9.2016, εκδόθηκε μετά από ακροαματική διαδικασία, απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2 & 3 από κοινού και/ή κεχωρισμένως, για το ποσόν των €1.865.357,35 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Κατά της πιο πάνω απόφασης καταχωρήθηκε από τους εναγομένους, έφεση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στ μεταξύ, η ενάγουσα προχώρησε σε μέτρα εκτέλεσης της απόφασης. Εκδόθηκε επί του προκειμένου ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου (garnishee order nissi) με το οποίο δεσμεύθηκε το ποσόν των €107.906,00 που διατηρεί ο εναγόμενος 3 σε λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου. Προτού ολοκληρωθεί η διαδικασία τελικής κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, οι εναγόμενοι καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν την αναστολή εκτέλεσης της πιο πάνω απόφασης μέχρι την τελική εκδίκαση της έφεσης ου καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ταυτόχρονα οι εναγόμενοι πέτυχαν με μονομερή αίτηση, προσωρινό διάταγμα αναστολής των μέτρων εκτέλεσης μέχρι την εκδίκαση της παρούσας κυρίως αίτησης. Το εν λόγω διάταγμα κατέστη εκ συμφώνου απόλυτο. Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στις Δ.35 θ.θ. 18 και 19, Δ.40 θ.θ. 2, 3, 7 και 11, Δ.41 θ.θ. 1-3, Δ.44 θ.11, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 4, 8 και 9, επί των άρθρων 29, 31 και 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 καθώς και επί της πρακτικής και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αννίτας Σολουκίδου, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων των αιτητών. Αναφέρεται στην πιο πάνω ένορκο δήλωση ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις εξαιρέσεις όπου η πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης δεν είναι δευτερεύουσας σημασίας για έγκριση του αιτήματος. Με παραπομπή στους λόγους έφεσης, η ομνύουσα ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα περίπτωση μπορεί να γίνει βάσιμα, πρόγνωση ως προς το θετικό αποτέλεσμα της εφέσεως. Στη συνέχεια, η ομνύουσα αναφέρει ότι οι αιτητές είναι πρόθυμοι να παράσχουν προς όφελος της καθ' ης η αίτηση εξασφάλιση σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος. Ζήτησε όμως όπως ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι οι ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση δεν έχει επαρκείς οικονομικούς πόρους αφού το 2012 αντιμετώπισε αίτηση διάλυσης, η οποία στη συνέχεια αποσύρθηκε. Οφείλει σε τράπεζες πέραν του €1.000.000 καθώς και σε τρίτα πρόσωπα ποσά πέραν των €1.000.
  10. Επιπλέον, η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση ανήκει εξ' ολοκλήρου σε μια αλλοδαπή εταιρεία και κατ' επέκταση οιονδήποτε ποσόν χρημάτων δοθεί υπό μορφή εγγύησης, πιθανόν να μεταφερθεί στο εξωτερικό και «εξαφανιστεί». Για τους ίδιους λόγους, οιονδήποτε ποσόν πληρωθεί προς εκτέλεση της απόφασης δεν θα επιστραφεί ποτέ στους αιτητές αν επιτύχουν στην έφεση τους. Η ενάγουσα καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης αρνούμενη το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι η καταχώρηση έφεσης δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης και τυχόν αναστολή θα αποστερήσει την ενάγουσα από τα δικαιώματα που της παρέχει η πρωτόδικη απόφαση. Αναφέρεται επίσης ότι θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στην ενάγουσα αφού η εναγομένη 1 αποξενώνει τις εργασίες της προς όφελος άλλου τρίτου νομικού προσώπου. Ως αποτέλεσμα, σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, υπάρχει βέβαιος κίνδυνος αποξένωσης όλων των περιουσιακών στοιχείων και εργασιών της εναγομένης
  11. Αναφέρεται τέλος ότι οι πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης αν και οριακής σημασίας, στην προκειμένη περίπτωση είναι ανύπαρκτες. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Ανθούλας Παναγιώτου, υπαλλήλου στην υπηρεσία της ενάγουσας από το 2001 ως υπεύθυνης λογιστηρίου. Αναφέρει αρχικά ότι η ένορκη δήλωση της αίτησης είναι αντικανονική καθότι καταρτίστηκε από δικηγόρο που εργοδοτεί το γραφείο των συνηγόρων των αιτητών. Ακολούθως, η ομνύουσα αρνείται τη θέση των αιτητών περί ανεπαρκών οικονομικών πόρων της ενάγουσας. Αντιθέτως, είναι η θέση της ότι είναι οι εναγόμενοι που στερούνται οικονομικών πόρων για εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους, γεγονός που αποδεικνύεται και από τις μέχρι σήμερα ανεπιτυχείς ενέργειες της ενάγουσας για εκτέλεση της απόφασης. Η ενόρκως δηλούσα επανέλαβε τη θέση για αποξένωση των εργασιών της εναγομένης 1 προς όφελος συγκεκριμένης εταιρείας η οποία εξόφλησε όλους τους λογαριασμούς και χρέη της εναγομένης
  12. Περαιτέρω, η εν λόγω εταιρεία έχει τους ίδιους διευθυντές και μετόχους με αυτούς της εναγομένης 1 και είναι στην ουσία ιδίων συμφερόντων. Οι πληροφορίες για αποξένωση των εργασιών της εναγομένης 1 προς όφελος της εν λόγω εταιρείας, λαμβάνονται και από διάφορους τρίτους που ασχολούνται με τη βιομηχανία ακινήτων. Ως εκ τούτου, ήταν η θέση της ομνύουσας ότι σε περίπτωση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, αυτή θα καταστεί άνευ αντικειμένου αφού μέχρι την εκδίκαση της έφεσης όλα τα περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων θα αποξενωθούν. Με εκ συμφώνου διάταγμα του Δικαστηρίου δόθηκε άδεια για αντεξέταση της ενόρκως δηλούσας στην ένσταση ως προς τους ισχυρισμούς της για αποξένωση των εργασιών της εναγομένης 1 και για τη θέση της ότι σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, η εκδοθείσα απόφαση θα καταστεί άνευ ουσίας. Άδεια αντεξέτασης δόθηκε και ως προς τον ισχυρισμό της ομνύουσας για επαρκείς οικονομικούς πόρους της ενάγουσας. Αντεξεταζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου, η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση Ανθή Παναγιώτου, ανέφερε ότι η ενάγουσα αυτή τη στιγμή δεν έχει κανένα περιουσιακό στοιχείο. Το κτίριο που είχε στην κατοχή της και το οποίο υπήρξε αντικείμενο της πρωτόδικης διαδικασίας, έχει πωληθεί κατόπιν συμφωνίας με την Τράπεζα USB Bank. Η ενάγουσα δεν έχει χρέη αφού όλα έχουν εξοφληθεί με βάση την πιο πάνω συμφωνία. Άλλο χρέος προς την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος έχει επίσης εξοφληθεί. Κατέθεσε επί του προκειμένου ως τεκμήρια, επιστολή της Εθνικής Τράπεζας καθώς και συμφωνία διευθέτησης των χρεών της ενάγουσας. Στη συνέχεια η μάρτυρας δέχθηκε ότι μέτοχος της ενάγουσας είναι η εταιρεία Bright Sunshine Finance Ltd με διεύθυνση την De Castro Street 24, Akara Building, Wickhams Cay
  13. Η εν λόγω διεύθυνση βρίσκεται σε ένα νησί στον Ειρηνικό Ωκεανό. Ακολούθως, η μάρτυρας δέχθηκε ότι η εταιρεία στην οποία μεταφέρθηκαν οι εργασίες της εναγομένης 1, συστάθηκε πριν την έκδοση της υπό κρίση πρωτόδικης απόφασης. Δέχθηκε επίσης ότι μια εταιρεία πληρώνει λιγότερο φόρο εισοδήματος από ένα συνεταιρισμό. Επέμενε όμως ότι η εταιρεία εξόφλησε όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς του συνεταιρισμού. Απ' ό,τι πληροφορείται από το 'παζάρι' όπως είπε, ο εναγόμενος 1 συνεταιρισμός δεν αναλαμβάνει πλέον εργασίες και όλες οι δραστηριότητες έχουν μεταφερθεί στην εν λόγω εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι σύμφωνα με πληροφορίες που πήρε από τράπεζες, η εταιρεία συνήψε δάνειο ύψους €700.000,00 για να εξοφλήσει υποχρεώσεις του συνεταιρισμού προς την τράπεζα. Αρνήθηκε επί του προκειμένου υποβολές ότι ο συνεταιρισμός δεν αποξένωσε εργασίες και ότι από πολύ καιρό οι δραστηριότητες των εναγομένων γίνονταν από την εταιρεία λόγω χαμηλού φορολογικού συντελεστή. Στη συνέχεια, δέχθηκε ότι σε περίπτωση που πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό για το εξ αποφάσεως χρέος δεν υπάρχουν καθόλου περιορισμοί για αποστολή εκ μέρους της ενάγουσας, του εν λόγω ποσού στο εξωτερικό. Αγορεύσεις Ο συνήγορος των αιτητών στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε με παραπομπή στη μαρτυρία ότι η ενάγουσα δεν θα μπορεί να επιστρέψει οποιοδήποτε ποσό εισπράξει σε περίπτωση που οι εναγόμενοι πετύχουν στην έφεση τους. Η ενάγουσα δεν διατηρεί οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο και έχει έναν μόνο μέτοχο που είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο εξωτερικό. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι ακόμα και στην περίπτωση που δοθεί τραπεζική εγγύηση από τους εναγομένους - αιτητές, η ενάγουσα μπορεί να την δεσμεύσει για σκοπούς δανείου και έτσι να την καταστήσει άνευ αντικειμένου. Στη συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε εκτεταμένα στους λόγους έφεσης, προκειμένου να καταλήξει στο βάσιμο του ισχυρισμού του για σαφή πρόγνωση επιτυχίας των εναγομένων στο εφετείο. Πρόκειται για κατ' εξαίρεση περίπτωση κατά τον συνήγορο που η επιτυχία της έφεσης δεν είναι οριακής αλλά μεγάλης σημασίας. Ο συνήγορος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση στη δική του αγόρευση, αναφέρθηκε στη νομολογία που ερμηνεύει την Δ.35 Θ.18, η οποία συνιστά το δικαιοδοτικό πλαίσιο που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης εκκρεμούσης εφέσεως. Στη συνέχεια αφού αναφέρθηκε στους λόγους ένστασης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι οι αιτητές δεν έχουν στοιχειοθετήσει κανένα ουσιαστικό λόγο που είναι δυνατόν να οδηγήσει σε επιτυχία την αίτηση. Επιπλέον, είναι η θέση του συνηγόρου ότι η παρούσα συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας με αποκλειστικό σκοπό την μεθόδευση της πλήρους αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων ώστε να αποφύγουν την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους τους. Ακολούθως ο συνήγορος ανέφερε ότι στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για αναστολή εκτέλεσης, τότε θα πρέπει να επιλεγούν οι κατάλληλοι όροι. Κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει επί του προκειμένου υπόψη, την αναντίλεκτη θέση της ενάγουσας για την προσπάθεια αποξένωσης εργασιών και περιουσιακών στοιχείων από τους εναγομένους - αιτητές. Ο συνήγορος εισηγήθηκε με παραπομπή σε νομολογία ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να διατάξει την αναστολή υπό τον όρο πληρωμής του ποσού της απόφασης από τους αιτητές και παράλληλα την παροχή εγγύησης για την επιστροφή του από την καθ' ης η αίτηση σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Σε κάθε περίπτωση αναφορικά με τα δικηγορικά έξοδα, η μόνη κατάλληλη διαταγή είναι η πληρωμή τους εντός καθορισμένου χρόνου, αφού προηγηθεί δήλωση των συνηγόρων της ενάγουσας ότι θα συμμορφωθούν αμέσως με οποιαδήποτε διαταγή ήθελε εκδώσει το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της έφεσης. Νομική Πτυχή Η Δ.35 Θ.18 επί της οποίας στηρίζεται η αίτηση, έχει ως ακολούθως: «
  14. An appeal shall not operate as a stay of execution or of proceedings under the decision appealed from except so far as the Court appealed from or the Court of Appeal or a Judge of either Court, may order; and no intermediate act or proceeding shall be invalidated, except so far as the Court appealed from may direct. Before any order staying execution is entered, the person obtaining the order shall furnish such security (if any) as may have been directed. If the security is to be given by means of a bond, the bond shall be made to the party in whose favor the decision under appealed was given. » Ο κανόνας είναι ότι η έφεση δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα. Τα Δικαστήρια δεν αποστερούν επιτυχόντα διάδικο από τους καρπούς της διαδικασίας εκτός αν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις. Τέτοιες υπάρχουν λ.χ. στην περίπτωση που στοιχειοθετείται ανικανότητα του καθ΄ ου η αίτηση να επιστρέψει το ποσό, που θα εισέπραττε κατά την εκτέλεση, σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης του αιτητή. (βλ. White Book 1956, σελ. 1284). Στην υπόθεση Παναγιώτα Νεοφύτου ν. Δημητρίου

(1989)1 C.L.R 592, λέχθηκε ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για αναστολή πρωτόδικης απόφασης, εξαρτάται από το αποτέλεσμα της εξισορρόπησης δύο εξίσου σημαντικών παραγόντων για την απονομή της Δικαιοσύνης. Την διασφάλιση αφ' ενός του τελεσίδικου χαρακτήρα της πρωτόδικης απόφασης και της απόδοσης στον διάδικο που έχει επιτύχει των καρπών της επιτυχίας του και την εξασφάλιση αφ' ετέρου της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για την άσκηση έφεσης. Η πιο πάνω αρχή επαναδιατυπώθηκε στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ
  1. Λέχθηκαν τα πιο κάτω στην σελ.1151 σε σχέση με την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου: «Η Έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της Πρωτόδικης απόφασης. Η αναστολή μπορεί να εγκριθεί στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στο Δικαστήριο από την Δ35 Θ.
  2. Η διασφάλιση του τελεσφόρου της πρωτόδικης απόφασης, αφενός, και της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση Έφεσης, αφετέρου, συνιστούν τους κατεξοχήν παράγοντες που επενεργούν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Η εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων επιβάλλει την στάθμιση κάθε γεγονότος που σχετίζεται τόσο με της επιπτώσεις της αναστολής όσον και την ζωτικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, είναι μεν παράγοντας σχετικός, αλλά οριακής σημασίας στις πλείστες περιπτώσεις.» Σχετική είναι και η απόφαση The Governor and the Company of the Bank of Scotland v. S.S. Sapphire Seas
(2001)1Β A.A.Δ. 955, στην οποία ειπώθηκαν τα εξής στην σελίδα 968: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Όπως έχει όμως νομολογηθεί, μόνον η ύπαρξη εξαιρετικών περιστάσεων είναι δυνατό να κλίνει την πλάστιγγα υπέρ της δεύτερης αρχής, σε βάρος της πρώτης (βλ. Χ"Ευαγγέλου ν. Dorami Marine Ltd & Others
(1991)1 A.A.Δ 172,179). Αναφορικά με τις προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας αυτός είναι μεν σχετικός αλλά οριακής σημασίας. Ως εκ τούτου δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο ξεχωριστά μόνον η προοπτική αυτή χωρίς να ληφθούν υπόψη οι υπόλοιποι παράγοντες. Το ίδιο ισχύει και σε τυχόν προβαλλόμενο λόγο ένστασης για απομακρυσμένο ενδεχόμενο ανατροπής της απόφασης από το Εφετείο. Μόνο όπου υπάρχει σαφής βεβαιότητα πρόγνωσης ως προς την επιτυχία ή αποτυχία της έφεσης, ο παράγοντας αυτός αποκτά σπουδαιότητα χωρίς περαιτέρω συζήτηση του θέματος (βλ. μεταξύ άλλων BP Holdings Ltd v. A. Κιταλίδης
(1994)1 A.A.Δ. 287 & Βογαζιανού ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1Β Α.Α.Δ., 591). Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διατάγματος αναστολής εκτέλεσης της απόφασης, το Δικαστήριο έχει καθήκον σύμφωνα με την Δ.18 να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η αναστολή. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουομένων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης (Βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1Γ Α.Α.Δ 1978). Συνήθης πρακτική είναι να κατατίθεται τραπεζική εγγύηση εκ μέρους του εναγομένου για το ποσόν της απόφασης ή ακόμα και η πληρωμή στο Δικαστήριο του συνόλου ή μέρους του εξ' αποφάσεως χρέους. Υπάρχει δυνατότητα εξαίρεσης από την αναστολή, του ποσού των εξόδων που έχουν επιδικαστεί υπέρ του ενάγοντα. Παρόμοια διακριτική εξουσία εφαρμόζεται στην Αγγλία (Βλ. Χαραλάμπους ανωτέρω). Σύμφωνα με την πρακτική αυτή, ο αποτυχών διάδικος καταβάλλει τα επιδικασθέντα έξοδα και ο δικηγόρος που εισπράττει το ποσό, αναλαμβάνει ρητή υποχρέωση συμμόρφωσης με οποιαδήποτε μεταγενέστερη διαταγή του Εφετείου αναφορικά με τα έξοδα, η οποία εκδίδεται στα πλαίσια εκδίκασης της έφεσης. Στην υπόθεση Παπακόκκινου ν. Glykys & Araouzos Ins. Ltd κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 513, υιοθετήθηκε στην σελίδα 519, το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Annual Practice 1962 αναφορικά με το θέμα των εξόδων αλλά και την εγγύηση που δυνατόν να διαταχθεί να καταβάλλει ο εναγόμενος σε περίπτωση που πετύχει την αναστολή εκτέλεσης απόφασης που εκδόθηκε εναντίον του: «These are in the discretion of the Court, but in regard to the payment of costs under the judgment or order appealed from they are usually that the costs shall be paid to the solicitor on the other side on his personal undertaking to return them if the appeal is successful (Grant v. Banque Franco-Egyptienne [1878] 3 C.P.D. 202; Hood-Barrs v. Crossman
(1897)A.C. 172; Swyny v. Harland [1894] 1 Q.B., per Lopes, L.J., at p. 709). As regards the debt of damages awarded, there is no general practice: according to the circumstances (for example, the probability of their not being recovered if the appeal is successful, and the chances of success in the appeal) the money may be ordered to be paid into Court, or only some part of it. » Συμπεράσματα Η καθ' ης η αίτηση στην ένσταση της, αναφέρει ότι η ένορκη δήλωση της αίτησης είναι αντικανονική καθότι καταρτίστηκε από δικηγόρο που εργάζεται στο γραφείο των συνηγόρων των αιτητών. Η πιο πάνω θέση δεν ευσταθεί. Είναι βέβαια ανεπιθύμητο όπως έχει πλειστάκις νομολογηθεί να εμφανίζονται οι δικηγόροι ως μάρτυρες ή ενόρκως δηλούντες σε δικαστική διαδικασία. Το γεγονός όμως αυτό δεν καθιστά χωρίς άλλο, την ένορκη δήλωση παράτυπη. Σχετική είναι η υπόθεση Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ 82, στην οποία αφού τονίζεται το ανεπιθύμητο της παροχής μαρτυρίας από συνήγορο υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως, τονίζεται στην συνέχεια ότι δεν υπάρχει νομολογιακή αρχή ότι σε τέτοια περίπτωση, η ένορκη δήλωση πάσχει και πρέπει να απορριφθεί. Τούτου λεχθέντος, θα προχωρήσω στην εξέταση των ουσιαστικών προϋποθέσεων έγκρισης του αιτήματος όπως καθορίστηκαν στην προαναφερθείσα νομολογία. Λαμβάνοντας υπ' όψιν το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης όπως τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης όπως εγκρίνω το αίτημα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Στην παρούσα περίπτωση, το δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση στην εκτέλεση της απόφασης σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης, μπορεί να διασφαλιστεί με χρηματική εγγύηση που θα ανέρχεται στην αξία του εξ' αποφάσεως χρέους. Αντίθετα κρίνω ότι αν εκτελεστεί η απόφαση, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα οι αιτητές να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση που πετύχουν στην έφεση τους. Η πιο πάνω θέση, προκύπτει από το αναντίλεκτο γεγονός ότι η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση δεν έχει καμία περιουσία στην Κύπρο και μοναδικός της μέτοχος είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο εξωτερικό και συγκεκριμένα σε ένα νησί του ειρηνικού. Προκύπτει επίσης από το παραδεκτό γεγονός ότι η ενάγουσα έχει την δυνατότητα να μεταφέρει χωρίς κανένα περιορισμό, οιαδήποτε ποσά εισπράξει στο εξωτερικό. Δεν τίθεται βέβαια ζήτημα άμεσης αφερεγγυότητας της ενάγουσας - καθ' ης αίτηση αφού σύμφωνα με την δοθείσα μαρτυρία, οι σημαντικές οφειλές που είχε σε κυπριακές τράπεζες, έχουν διευθετηθεί. Από την άλλη όμως, το γεγονός της απουσίας οιασδήποτε περιουσίας της ενάγουσας στην Κύπρο σε συνδυασμό με την ευκολία με την οποία μπορεί να μεταφέρει χρήματα που τυχόν θα εισπράξει στο εξωτερικό όπου και η έδρα της μοναδικής της μετόχου, καθιστούν ορατό το ενδεχόμενο αδυναμίας αναγκαστικής επιστροφής οιονδήποτε ποσών πληρωθούν προς εκτέλεση της απόφασης, σε περίπτωση που οι αιτητές πετύχουν στην έφεση τους. Για τους λόγους αυτούς, κρίνω ότι η πιθανότητα να καταστεί άνευ αντικειμένου η έφεση, υπερισχύει των επιπτώσεων που θα επιφέρει η αναστολή της απόφασης στην ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση. Λαμβάνω επίσης υπ' όψιν την πιθανότητα επιτυχίας της έφεσης αν και το στοιχείο αυτό είναι κατά την νομολογία, οριακής σημασίας. Τα νομικά ζητήματα που ηγέρθησαν πρωτόδικα αλλά και οι νομικοί ισχυρισμοί που διατυπώνονται στην ειδοποίηση έφεσης παρότι δεν καταδεικνύουν αφ' εαυτών πιθανότητα επιτυχίας, από την άλλη είναι τέτοιας φύσης που δεν μπορούν να αποκλείσουν μια έστω λογική προσδοκία επιτυχίας των αιτητών στο Εφετείο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ του αιτήματος αλλά υπό όρους ως προβλέπεται στην Δ.35 Θ.18 και στην προαναφερθείσα νομολογία. Ο συνήγορος των αιτητών ζήτησε όπως μη επιβληθούν όροι και ιδιαίτερα να μην διαταχθεί η κατάθεση τραπεζικής εγγύησης με το αιτιολογικό ότι αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί από την ενάγουσα ως εγγύηση για σκοπούς εξασφάλισης δανείου και συνεπακόλουθα να χάσει την αξία της. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω θέση. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.35 Θ.18, η αναστολή μπορεί να δοθεί με την ταυτόχρονη επιβολή όρων στον αιτητή. Η προαναφερθείσα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καταδεικνύει ότι η επιβολή όρων είναι απολύτως αναγκαία προκειμένου να διασφαλιστεί το δικαίωμα του πρωτόδικα επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει τους καρπούς του σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η τραπεζική εγγύηση που τυχόν θα διαταχθούν να καταθέσουν οι αιτητές, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σκοπούς εξασφάλισης δανείου από την καθ' η αίτηση. Ανεξαρτήτως τούτου, η εξέλιξη αυτή μπορεί να αποφευχθεί με την επιβολή όρου για καταβολή του συνολικού ποσού του εξ' αποφάσεως χρέους στο Δικαστήριο. Με τον τρόπο αυτό, η έφεση των αιτητών δεν θα καταστεί άνευ αντικειμένου αφού η εκτέλεση της απόφασης θα ανασταλεί μέχρι την εκδίκαση της έφεσης αλλά επιπλέον διασφαλίζεται και το δικαίωμα της ενάγουσας να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας της, σε περίπτωση αποτυχίας της έφεσης. Εκδίδω ως εκ τούτου, διάταγμα αναστολής εκτέλεσης της απόφασης στην παρούσα αγωγή που εκδόθηκε στις 29.9.2016. Η αναστολή εκτέλεσης να ισχύει μέχρι πλήρους εκδίκασης της έφεσης που εναγόμενοι καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της πιο πάνω απόφασης υπό τον όρο ότι οι αιτητές θα καταθέσουν εντός 45 ημερών από σήμερα, το σύνολο του οφειλόμενου εξ' αποφάσεως χρέους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ή σε τραπεζικό λογαριασμό της Δημοκρατίας που θα υποδείξει ο πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου για τον σκοπό αυτό. Σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης με τον πιο πάνω όρο εντός της ταχθείσας προθεσμίας, η απόφαση θα είναι αμέσως εκτελεστή. Αναφορικά με τα επιδικασθέντα δικηγορικά έξοδα της αγωγής, κρίνω δυνάμει της πιο πάνω νομολογίας ότι είναι ορθό όπως εξαιρεθούν της δοθείσας αναστολής υπό τον όρο ότι ο συνήγορος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση, θα αναλάβει γραπτή υποχρέωση συμμόρφωσης με τυχόν οιανδήποτε μεταγενέστερη διαταγή του Εφετείου για επιστροφή εξόδων. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων - αιτητών και εναντίον της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.