← Κύπρος

Modern Wealthy Company Limited ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6988/13, 3/3/2017

Modern Wealthy Company Limited ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 6988/13, 3/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6988/13 Μεταξύ: Modern Wealthy Company Limited Ενάγουσας και

  1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  2. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου
  3. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
  4. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, δια της διαχειρίστριας Άντρης Αντωνιάδου Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 3.12.15 Μεταξύ: Modern Wealthy Company Limited Ενάγουσας και
  5. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
  6. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου
  7. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα
  8. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, δια του διαχειριστή Κρις Παύλου Εναγομένων Αίτηση ημερ. 20.4.16 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης Ημερομηνία: 3 Μαρτίου 2017 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Θεόδωρος Αγγελίδης Για εναγομένη 1 - καθ' ης η αίτηση: κα Κλειώ Πολυβίου Για εναγομένη 2 - καθ' ης η αίτηση: κα Θάλεια Ραφτοπούλου Για εναγομένη 3 - καθ' ης η αίτηση: κα Μαρία Στυλιανού Για εναγομένη 4 - καθ' ης η αίτηση: κα Λουΐζα Σίγαρ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση είναι αποτέλεσμα των γεγονότων του Μαρτίου 2013 με το οποίο αποφασίστηκε μεταξύ άλλων η απομείωση των τραπεζικών καταθέσεων στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Πρόκειται για μια από τις πολλές αγωγές που καταχωρήθηκαν από καταθέτες της Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας μετά την έκδοση διαταγμάτων για την εξυγίανση της, δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/
  9. Κατά τους επίδικους χρόνους, η Ρωσικών συμφερόντων ενάγουσα εταιρεία που είναι εγγεγραμμένη στην Κύπρο δυνάμει του Κεφ. 113, διατηρούσε στην εναγομένη 4 Λαϊκή Τράπεζα, επτά πιστωτικούς λογαριασμούς προθεσμίας για το συνολικό ποσόν των €2.771.302,
  10. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, στις 29.3.2013 με Κανονιστική Διοικητική Πράξη της εναγομένης 2 Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου που εκδόθηκε σε σύμπραξη με την εναγομένη 3 Κυπριακή Δημοκρατία, η εναγομένη 4 Λαϊκή Τράπεζα χωρίς καμία εξουσιοδότηση από την ενάγουσα, απέκοψε από τις πιο πάνω καταθέσεις, το συνολικό ποσόν των €2.650.275,
  11. Αναφέρεται επίσης στην έκθεση απαίτησης ότι το πιο πάνω ποσόν, παράνομα και χωρίς την θέληση της ενάγουσας, κατατέθηκε στους λογαριασμούς της εναγομένης 1 Τράπεζας Κύπρου με αποτέλεσμα αυτή να καταστεί παράνομα και αδικαιολόγητα πλουσιότερη εις βάρος της ενάγουσας. Με την παρούσα αγωγή της, η ενάγουσα ζητά την επιστροφή του πιο πάνω ποσού καθώς και διάταγμα με το οποίο να κρίνεται η εν λόγω επέμβαση στους λογαριασμούς της ως αντισυνταγματική και αντιβαίνουσα με τα άρθρα 17 & 20 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εναγόμενοι με τις υπερασπίσεις τους, αρνούνται την απαίτηση και προβάλουν διάφορους ισχυρισμούς αναφορικά με την συμβατική σχέση της εναγομένης 4 με την ενάγουσα αλλά και την ευθύνη των εναγομένων 1, 2 & 3 όσον αφορά την απομείωση των καταθέσεων της Λαϊκής Τράπεζας. Στην συνέχεια, η ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά όπως παραπεμφθούν για γνωμάτευση ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συγκεκριμένα νομικά ερωτήματα, τα οποία θεωρεί αναγκαία για την επίλυση των επιδίκων θεμάτων. Επιζητείται επί του προκειμένου, γνωμάτευση κατά πόσο οι Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις 97/13, 94/13 και 104/13 που εκδόθηκαν δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 104/13, είναι σύμφωνες με την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία και ειδικά με τις Οδηγίες 82/891/ΕΟΚ, 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ. Επιζητείται επίσης γνωμάτευση κατά πόσο τα πιο πάνω διατάγματα συνάδουν με τους Κανονισμούς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ1093/2010 και ΕΕ648/
  12. Επιζητείται περαιτέρω, γνωμάτευση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου κατά πόσο τα εκδοθέντα διατάγματα παραβίαζαν την τότε ισχύουσα νομοθεσία εφόσον δεν θα υπήρχε ανάγκη ψήφισης της Οδηγίας 2014/59/ΕΕ με την οποία διορθώθηκε το νομοθετικό κενό, το οποίο λανθασμένα ερμήνευε η Κυπριακή Δημοκρατία όταν εξέδιδε τα εν λόγω διατάγματα. Τέλος, επιζητείται απάντηση στα πιο πάνω ερωτήματα σε συσχετισμό με την Αρχή της Αναλογικότητας ως αυτή προσδιορίζεται στις πρόνοιες των άρθρων 17 & 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών που τέθηκε σε ισχύ την 1.12.2009 με βάση το άρθρο 6 της Συνθήκης της Λισαβώνας. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση συνηγόρου από το γραφείο των δικηγόρων της αιτήτριας. Αναφέρει ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων και ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στη συνέχεια αφού υιοθετεί τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης, προβαίνει σε παράθεση του ιστορικού της υπόθεσης που οδήγησε στην απομείωση των καταθέσεων της ενάγουσας στην εναγομένη 4 Λαϊκή Τράπεζα. Αναφέρει συγκεκριμένα ότι λόγω της οικονομικής κρίσης, η Βουλή των Αντιπροσώπων θέσπισε τον Περί Εξυγίανσης Τραπεζικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο 17(Ι)/2013, δυνάμει του οποίου εκδόθηκαν οι Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις 94/2013, 97/2013 και 104/
  13. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω Κ.Δ.Π, η Λαϊκή Τράπεζα άφησε προς διάθεση της ενάγουσας από το συνολικό ποσόν των καταθέσεων εκ €2.771.302,39, μόνο το ποσόν των €100.000,
  14. Είναι ισχυρισμός της ενάγουσας ότι έχει καταστεί θύμα άνισης μεταχείρισης δεδομένου ότι τα διατάγματα έχουν στοχοποιήσει τους καταθέτες της Λαϊκής και εν μέρει της Τράπεζας Κύπρου χωρίς να επηρεάσουν τις καταθέσεις των άλλων τραπεζών. Περαιτέρω, τα εκδοθέντα διατάγματα είναι προϊόν δυσμενούς διάκρισης γιατί είχαν στόχο τους αλλοδαπούς καταθέτες και ιδιαίτερα τις εταιρείες ρωσικών συμφερόντων. Είναι η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι τα υπό κρίση διατάγματα, παραβιάζουν όχι μόνο τον εθνικό Νόμο αλλά και τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας, ήτοι τις Οδηγίες 82/891/ΕΟΚ, 2001/24/ΕΚ, 2002/47/ΕΚ, 2004/25/ΕΚ, 2005/56/ΕΚ, 2007/36/ΕΚ, 2011/35/ΕΕ, 2012/30/ΕΕ και 2013/36/ΕΕ αλλά και τους Κανονισμούς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου ΕΕ1093/2010 και ΕΕ648/
  15. Τέλος, αναφέρεται στην ένορκο δήλωση ότι σκοπός της παρούσας αίτησης είναι η αποφυγή έγερσης πολλαπλών αγωγών για τα ίδια επίδικα θέματα και η τελεσιδικία τους από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση, καταχώρησαν ενστάσεις στην έγκριση του αιτήματος, οι οποίες στηρίζονται σε πανομοιότυπους λόγους. Αναφέρουν συγκεκριμένα ότι τα επίδικα ερωτήματα δεν αφορούν θέματα που μπορούν να παραπεμφθούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για γνωμάτευση. Αντιθέτως, η νομιμότητα των διαταγμάτων βάσει των οποίων απομειώθηκε ο λογαριασμός της ενάγουσας, αφορά ζήτημα αποκλειστικά και μόνο του Κυπριακού Δικαίου, ικανό να απαντηθεί και επιλυθεί από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Δεν τίθεται στην παρούσα αγωγή ζήτημα που αφορά ερμηνεία των συνθηκών ή εγκυρότητας του κοινοτικού δικαίου και ως εκ τούτου τα επίδικα θέματα δεν μπορούν να παραπεμφθούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αναφέρεται περαιτέρω στους λόγους ένστασης ότι η απόφαση επί του επίδικου ζητήματος, στο παρόν στάδιο δεν μπορεί να κριθεί αναγκαία για την έκδοση απόφασης από το Κυπριακό Δικαστήριο, στοιχείο που θεωρείται ουσιαστικός παράγοντας για να εγκριθεί το αίτημα προδικαστικής παραπομπής στο Δ.Ε.Ε. Αναφέρεται επίσης ότι τα νομικά ερωτήματα δεν εκτίθενται με σαφήνεια και δεν προσδιορίζονται με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια. Επιπλέον, η παρούσα αίτηση είναι πρόωρη και καταχρηστική καθότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση στο παρόν στάδιο να γνωρίζει το πραγματικό και νομικό πλαίσιο της υπόθεσης και δεν διαθέτει όλα τα στοιχεία που είναι αναγκαία για να εκτιμήσει κατά πόσο τυγχάνει εφαρμογής το Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Τέλος, αναφέρεται στους λόγους ένστασης ότι η αίτηση δεν στηρίζεται στο ορθό νομικό βάθρο. Σημειώνεται ότι απουσιάζει από την νομική βάση της αίτησης το άρθρο 34Α του Πέρι Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να παραπέμψει προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αγορεύσεις Ο συνήγορος για την ενάγουσα-αιτήτρια στην αγόρευση του αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης και επανέλαβε τους ισχυρισμούς περί άνισης μεταχείρισης και στοχοποίησης των καταθετών της Λαϊκής Τράπεζας. Έγινε στη συνέχεια αναφορά στις υπό κρίση Ευρωπαϊκές Οδηγίες και ιδιαίτερα στην Οδηγία 2001/24/ΕΚ, την οποία κατά την κρίση του συνηγόρου παραβιάζουν τα εκδοθέντα διατάγματα με τα οποία επιτεύχθηκε η απομείωση των καταθέσεων της ενάγουσας στη Λαϊκή Τράπεζα. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η αποκοπή χρημάτων από το λογαριασμό της ενάγουσας είναι παράνομη και αντισυνταγματική. Παραβιάζει επιπλέον, τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω, η διάσωση πιστωτικού ιδρύματος με ίδια μέσα, αντιστρατεύεται την Ευρωπαϊκή Νομοθεσία καθότι κατά τον συνήγορο, τα ίδια μέσα δεν περιλαμβάνουν τις καταθέσεις καταθετών αλλά μόνο τα κεφάλαια του ίδιου του πιστωτικού ιδρύματος. Σε σχέση με την παράλειψη συμπερίληψης στην νομική βάση της αίτησης του άρθρου 34Α του Νόμου 14/60, ο συνήγορος αναφέρθηκε σε καλόπιστο λάθος, το οποίο δεν θα πρέπει να επηρεάσει την αίτηση. Εξάλλου, η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 267 της Σύμβασης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε), η οποία προβλέπει τη διαδικασία παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο Δ.Ε.Ε. Το εν λόγω άρθρο δίδει εξουσία στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις για την ερμηνεία των συνθηκών και του κύρους των πράξεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μόνη περίπτωση στην οποία δικαιολογείται η άρνηση παραπομπής από το Επαρχιακό Δικαστήριο, είναι όταν αυτό κρίνει ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου. Στην παρούσα περίπτωση κατά τον συνήγορο δεν υπάρχει τέτοια νομολογία ώστε να δοθεί αυθεντική ερμηνεία των υπό κρίση Ευρωπαϊκών Κανονισμών. Ο συνήγορος παρέπεμψε στη συνέχεια σε κυπριακή νομολογία που πραγματεύεται την εξουσία του Δικαστηρίου για προδικαστική παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Έκαμε ειδική αναφορά στην απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά ν Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά, συνεκδικαζόμενες αποφάσεις 551/13, 553/13 κ.α ημερομηνίας 7.6.
  16. Η εν λόγω απόφαση αφορούσε σειρά προσφυγών που καταχωρήθηκαν από καταθέτες της Λαϊκής Τράπεζας, εναντίον των επίδικων Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων με τις οποίες επιτεύχθηκε η απομείωση των καταθέσεων τους. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποφάσισε ότι οι επίδικες πράξεις αφορούσαν ιδιωτική διαφορά και ως εκ τούτου οι αιτητές έπρεπε να αποταθούν στα Επαρχιακά Δικαστήρια. Για αυτό ακριβώς το λόγο, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν προχώρησε στην εξέταση της αίτησης για παραπομπή στο Δ.Ε.Ε προδικαστικών ερωτημάτων. Άφησε όμως η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου ανοικτό το ενδεχόμενο, το αστικό Δικαστήριο να παραπέμψει προδικαστικό ερώτημα. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η παρούσα περίπτωση, ξεκάθαρα εμπίπτει σε αυτές που μπορούν να παραπεμφθούν για προδικαστικό ερώτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο διότι παραβιάζονται τα άρθρα 16, 17 και 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος έχει το ίδιο νομικό κύρος με τις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δυνάμει του Άρθρου 6 της Συνθήκης της Λισαβώνας. Τα εν λόγω άρθρα, προστατεύουν την επιχειρηματική ελευθερία, το δικαίωμα ιδιοκτησίας και την ισότητα έναντι του Νόμου. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στο άρθρο 17 που προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η διάσωση με τα ίδια μέσα δεν μπορεί να περιλαμβάνει τις καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα, των οποίων επιχειρείται η εξυγίανση. Για αυτόν ακριβώς το λόγο, εκδόθηκε στις 15.5.14 η οδηγία 2014/59/ΕΕ, η οποία διόρθωσε το νομοθετικό κενό που λανθασμένα ερμήνευε η Κυπριακή Κυβέρνηση όταν εξέδιδε τα ως άνω διατάγματα. Ως εκ τούτου, προκύπτει ερμηνευτικό ζήτημα του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Περαιτέρω, οι εν λόγω Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις εκδόθηκαν με τη σύμφωνη γνώμη της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η οποία αποτελεί παράρτημα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και κατά συνέπεια, θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τον συνήγορο, τα προδικαστικά ερωτήματα είναι σαφή και απόλυτα σχετικά με το επίδικο θέμα και εμπίπτουν αδιαμφισβήτητα εντός του κοινοτικού πλαισίου. Το ερμηνευτικό κενό το οποίο πολύ αργά ήρθε να συμπληρώσει η Οδηγία 2014/59/ΕΕ, αποδεικνύει ακριβώς τη σύγχυση που υπήρχε κατά την έκδοση των διαταγμάτων και την εντελώς αντίθετη με το δικαίωμα της ιδιοκτησίας και την αρχή της αναλογικότητας, ερμηνεία της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι στην παρούσα περίπτωση, τίθεται θέμα ομοιόμορφης ερμηνείας του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η παραπομπή είναι αναγκαία για τη διασφάλιση ενιαίας ερμηνείας των Κοινοτικών Διατάξεων. Απαιτείται επίσης όπως καθιερωθεί ομοιόμορφη και ίση αντιμετώπιση των καταθετών σε όλες τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ώστε να διασφαλίζεται η ομοιογενής λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η συνήγορος της εναγομένης 1 στη δική της αγόρευση, έκαμε αναφορά στη νομολογία που καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε, στην προϋπόθεση της αναγκαιότητας της παραπομπής προκειμένου το Εθνικό Δικαστήριο να εκδικάσει και εκδώσει απόφαση στην υπό κρίση υπόθεση. Επιπλέον στη προδικαστική παραπομπή, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και όχι του εθνικού δικαίου ή για την συμβατότητα του τελευταίου με το πρώτο. Τα θέματα αυτά, αποφασίζονται από τα εθνικά Δικαστήρια και όχι από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι το επίδικο στην παρούσα αγωγή ερώτημα που αφορά την νομιμότητα των σχετικών διαταγμάτων με τα οποία απομειώθηκε ο λογαριασμός της ενάγουσας, αφορά ζήτημα αποκλειστικά και μόνο του Κυπριακού Δικαίου που μπορεί να απαντηθεί μόνο από τα Κυπριακά Δικαστήρια. Δεν αποτελεί και ούτε αφορά ζήτημα ερμηνείας και/ή εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και ως εκ τούτου δεν μπορεί να παραπεμφθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου
  17. Ακόμα, η συμβατότητα του Εθνικού Δικαίου με το Κοινοτικό Δίκαιο, αποφασίζεται από το Κυπριακό Δικαστήριο. Η συνήγορος της εναγομένης 2 στη δική της αγόρευση, αναφέρθηκε στο άρθρο 267 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και στο άρθρο 34Α του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 που ρυθμίζει τη διαδικασία παραπομπής προδικαστικού ερωτήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ήταν η θέση της συνηγόρου ότι το παρόν Δικαστήριο μπορεί το ίδιο να αποφασίσει για την ερμηνεία του Κοινοτικού Δικαίου και την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει. Στην παρούσα περίπτωση, η ενάγουσα ζητά να παραπεμφθεί για γνωμάτευση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, η συμβατότητα των Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων που εκδόθηκαν δυνάμει του Περί Εξυγίανσης και Άλλων Πιστωτικών Και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 17(Ι)/
  18. Όμως το πιο πάνω ζήτημα δεν εμπίπτει κατά τη συνήγορο εντός των προνοιών του άρθρου
  19. Παρά την αναφορά στην αίτηση σε πληθώρα οδηγιών, το βασικό ερώτημα περιορίζεται στην οδηγία 2001/24/ΕΚ και συγκεκριμένα στη συμβατότητα της με τις υπό κρίση Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις. Ως εκ τούτου, με την αίτηση της η ενάγουσα δεν ζητά την ερμηνεία συνθηκών ή πράξεων θεσμικών οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως ρητά απαιτεί το άρθρο 267 της Σ.Λ.Ε.Ε. Τα ίδια ισχύουν και σε ό,τι αφορά το αιτητικό Β με το οποίο επιζητείται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να γνωματεύσει για τη συμβατότητα των υπό κρίση Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων με τα άρθρα 17 και 20 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών που τέθηκε σε ισχύ δυνάμει του άρθρου 6 της Συνθήκης της Λισαβώνας. Ήταν ακόμη η θέση της συνηγόρου, ότι τα υπό κρίση ερωτήματα δεν αφορούν νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όπως ρητά απαιτείται από τις οδηγίες που περιέχονται στο ενημερωτικό σημείωμα για τις αιτήσεις έκδοσης προδικαστικής απόφασης (2005/C143/01). Στη συνέχεια, η συνήγορος με αναφορά στην έκθεση απαίτησης, ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα προβάλλει παράβαση συμφωνιών και αντισυνταγματικές ενέργειες περιλαμβανομένης και της επέμβασης σε λογαριασμούς των αιτητών. Όμως, η ισχυριζόμενη παράβαση νομίμων υποχρεώσεων και αντισυνταγματικότητας των Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων δεν είναι ζητήματα που μπορούν να ερμηνευθούν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η συνήγορος αναφέρθηκε και στην παράλειψη της ενάγουσας να συμπεριλάβει στη νομική βάση της αίτησης το άρθρο 34Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  20. Το εν λόγω άρθρο καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου για παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η παράλειψη συμπερίληψης του, καθιστά εξ' αρχής παράτυπη την αίτηση, η οποία υπόκειται σε απόρριψη. Επιπλέον, δεν έχει τεθεί το πραγματικό πλαίσιο και υπόβαθρο για εξέταση της αίτησης εφόσον τα ερωτήματα τίθενται με γενικό τρόπο και δεν προκύπτει ξεκάθαρα η σύνδεση των πλείστων οδηγιών και κανονισμών στις οποίες γίνεται αναφορά με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Στη συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C8/15P - C-10/15P Ledra Advertising Limited κ.ά. v. Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 20.9.
  21. Στην εν λόγω απόφαση, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε μεταξύ άλλων ότι τα μέτρα εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα, ανταποκρίνονται σε σκοπό γενικού συμφέροντος που επιδιώκει η ίδια η Ευρωπαϊκή Ένωση, ήτοι την διασφάλιση της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του Ευρώ στο σύνολο της. Κρίθηκε ως εκ τούτου ότι τα μέτρα εξυγίανσης δεν συνιστούσαν υπέρμετρη και απαράδεκτη παρέμβαση που να θίγει την ουσία του δικαιώματος ιδιοκτησίας των καταθετών. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έκρινε κατά συνέπεια ότι στην υπό κρίση περίπτωση δεν ήταν αδικαιολόγητοι οι περιορισμοί του δικαιώματος ιδιοκτησίας. Η συνήγορος του εναγομένου 3 στην αγόρευση της, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων στο ενημερωτικό σημείωμα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τις παραπομπές των Εθνικών Δικαστηρίων προς έκδοση προδικαστικής απόφασης (205/C14/01). Η συνήγορος, επανέλαβε τους ισχυρισμούς και των υπολοίπων συνηγόρων των εναγομένων ότι η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει αφού στην ουσία ζητά γνωμάτευση ως προς την συμβατότητα εθνικού δικαίου με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αναφορά έγινε και στις πρόσφατες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τις οποίες κρίθηκε ότι η απομείωση των καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες ήταν δικαιολογημένη και δεν επηρεάζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Η συνήγορος για την εναγομένη 4 στην δική της αγόρευση, εστίασε στις προϋποθέσεις παραπομπής όπως αυτές καθορίζονται στο άρθρο 34Α του Νόμου 14/
  22. Εισηγήθηκε ότι το αίτημα υποβάλλεται αόριστα με αναφορά σε σωρεία ευρωπαϊκών οδηγιών χωρίς ειδική αναφορά στην σχετικότητα τους με τα επίδικα θέματα. Στην συνέχεια με παραπομπή σε νομολογία, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει στην παρούσα, η δέουσα τεκμηρίωση για την αναγκαιότητα της σκοπούμενης προδικαστικής παραπομπής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Ούτε τίθεται ζήτημα διευκρίνισης ή παραβίασης ευρωπαϊκού νόμου ή οδηγίας των οποίων οι διατάξεις είναι σαφείς. Το αίτημα για να εξεταστεί η συμβατότητα των υπό κρίση διαταγμάτων με τις ευρωπαϊκές οδηγίες δεν αποτελεί κατά την συνήγορο, αντικείμενο προδικαστικής παραπομπής σύμφωνα με την νομολογία. Νομική Πτυχή Το άρθρο 267 (πρώην 234) της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε), ως εξής: «Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: (α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, (β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο ..» Στην υπόθεση Theosavva Co Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα Πολ. Έφεση 472/11 ημ. 20.1.14, λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με την εμβέλεια του πιο πάνω άρθρου 267 της ΣΛΕΕ: Όπως γίνεται αντιληπτό, με το άρθρο 267 της ΣΛΕΕ παρέχεται στο Εθνικό Δικαστήριο η δυνατότητα να παραπέμπει στο ΔΕΕ νομικό ερώτημα σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη, όταν στο αντικείμενο της διαφοράς που καλείται να αποφασίσει ανακύπτει ζήτημα ερμηνείας των Συνθηκών της Ένωσης και, η δεύτερη, όταν ανακύπτει ζήτημα που σχετίζεται με το κύρος και την ερμηνεία των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης Μετά την είσοδο της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, κατέστη αναγκαία η τροποποίηση του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ώστε να τεθεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την Δικαστική Παραπομπή Νομικών Ερωτημάτων από τα Κυπριακά Δικαστήρια στο ΔΕΕ. Έτσι με τον Νόμο 119(Ι)/2008 τροποποιήθηκε ο Περί Δικαστηρίων Νόμος με την προσθήκη του άρθρου 34Α το οποίο έχει ως ακολούθως: «34Α.-

(1)Με την επιφύλαξη των διατάξεων του εδαφίου
(2), δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει ζήτημα, το οποίο αφορά στο κύρος και την ερμηνεία των αποφάσεων-πλαίσιο και των αποφάσεων που εκδίδονται βάσει του Τίτλου VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στην ερμηνεία των συμβάσεων που καταρτίζονται με βάση τον Τίτλο VI της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή στο κύρος και την ερμηνεία των μέτρων εφαρμογής τους, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για να αποφανθεί επ' αυτού.
(2)Σε περίπτωση που ζήτημα, το οποίο αναφέρεται στο εδάφιο
(1), ανακύψει ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις περιπτώσεις που οι αποφάσεις του εν λόγω δικαστηρίου δεν υπόκεινται σε έφεση, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει το ζήτημα στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.» Στην υπόθεση Cypra Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ 305, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξετάζοντας αίτηση για προδικαστική παραπομπή στο Δ.Ε.Ε, ανέφερε ότι το άρθρο 267 (πρώην άρθρο 234) της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας, παρέχει στο Δ.Ε.Ε. την εξουσία να ερμηνεύει τη Συνθήκη, δεν του παρέχει όμως ειδικά την εξουσία να εφαρμόζει τη Συνθήκη, στα γεγονότα μιας συγκεκριμένης υπόθεσης. Το εν λόγω άρθρο δεν παραθέτει το πλαίσιο διαδικασίας έφεσης, ούτε και το Δ.Ε.Ε. ενεργεί σαν Εφετείο από αποφάσεις εθνικών δικαστηρίων. Η λειτουργία του, είναι αναγκαία για τη διατήρηση του Κοινοτικού χαρακτήρα του Νόμου που καθιδρύεται από τη Συνθήκη και έχει στόχο να διασφαλίσει ότι σε όλες τις περιστάσεις ο νόμος αυτός, είναι ο ίδιος σε όλα τα Κράτη Μέλη της Κοινότητας (βλ. Υπόθεση 166/73, Rheinműhlen-Dusseldorf v. EVGF, [1974] ECR 33). Στην υπόθεση Περικλέους ν. Eliinas Finance Ltd κα Πολ. Έφεση αρ. 283/2010 ημερ. 10.3.15, το Ανώτατο Δικαστήριο παραπέμπει στην απόφαση R. v. H.M. Treasury, ex parte Daily Mail and General Trust plc.
(1987)C.M.L.R.
(2), p. 1, 4, όπου αποφασίστηκε ότι τα πιο κάτω, συνιστούν μεταξύ άλλων, λόγους για προδικαστική παραπομπή στο Δ.Ε.Ε:
  1. Τα σχετικά γεγονότα της υπόθεσης να μην τελούν υπό αμφισβήτηση.
  2. Το νομικό σημείο που εγείρεται να είναι καθοριστικό για την τελεσίδικη επίλυση της επίδικης διαφοράς.
  3. Να μην υπάρχει κοινοτική αυθεντία επί του νομικού σημείου ή παραπλήσια του.
  4. Το εγερθέν σημείο και αυτή η ίδια η υπόθεση να προβάλλονται και τα δύο καλόπιστα και χωρίς υστερόβουλο κίνητρο. Στην πιο πάνω υπόθεση Περικλέους, γίνεται επίσης αναφορά στις συστάσεις του ιδίου του Δ.Ε.Ε στα εθνικά Δικαστήρια για την παραπομπή προδικαστικού ερωτήματος (Information Note on references from National Courts for a Preliminary Ruling (2012/C338/01) και ειδικά στην σύσταση 13 που έχει ως εξής: "
  5. Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ίδιο για την ορθή ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης και για την εφαρμογή του στα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώνει, ιδίως αν θεωρεί ότι έχει επαρκώς διαφωτιστεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Εντούτοις, η υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα χρήσιμη όταν πρόκειται για νέο ερμηνευτικό ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος που συμβάλλει στην ενιαία εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης ή όταν προκύπτει ότι η υφιστάμενη νομολογία δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο πρωτοεμφανιζόμενο πλαίσιο μιας υποθέσεως." Συμπεράσματα Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί των ενστάσεων για παρατυπία της αίτησης λόγω παράλειψης αναφοράς στην νομική της βάση, του άρθρου 34Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  6. Όπως έχει νομολογηθεί, σε ενδιάμεσες αιτήσεις όπως η παρούσα, ο καθορισμός της νομικής βάσης με αναφορά στα άρθρα που την στοιχειοθετούν, αποτελεί σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ1, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του Δικονομικού μέτρου (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη
(1990)1 Α.Α.Δ 965 & Kouppa v. Vasiliades
(1981)1 J.S.C 120). Επιπλέον στην υπόθεση Φλουρέντζου κ.α ν Cashgrove Betting Ltd
(2007)1 Α.Α.Δ. 393, λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με το θέμα: «Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουραρίδης ν. Ιωαννίδης κα
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 743) μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη. Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση δεν έχει στηριχθεί στην ορθή δικονομική διάταξη και επομένως αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψή της.» Ο συνήγορος για την αιτήτρια στην αγόρευση του, εισηγήθηκε ότι η μη συμπερίληψη του άρθρου 34Α του Νόμου 14/60, συνιστά καλόπιστο λάθος που δεν θα πρέπει να επηρεάσει την εξέταση της ουσίας της αίτησης αφού αυτή στηρίζεται μεταξύ άλλων και στο άρθρο 267 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Με όλο το σέβας προς τον συνήγορο δεν συμφωνώ με την πιο πάνω άποψη. Το άρθρο 267 της Σ.Λ.Ε.Ε, παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εξετάσει προδικαστικά, ζητήματα που παραπέμπονται ενώπιον του από τα εθνικά Δικαστήρια. Δεν παρέχει εξουσία στα εθνικά Δικαστήρια για την προδικαστική παραπομπή ούτε και καθορίζει την διαδικασία και τις προϋποθέσεις παραπομπής από τα εθνικά Δικαστήρια. Στην Κύπρο, το δικαιοδοτικό πλαίσιο για την προδικαστική παραπομπή στο Δ.Ε.Ε, είναι αποκλειστικά το άρθρο 34Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  1. Η παράλειψη αναφοράς στο εν λόγω άρθρο στην νομική βάση της παρούσας αίτησης, καθιστά κατά την κρίση μου την αίτηση εξ' αρχής άκυρη και στερεί από το Δικαστήριο την εξουσία εξέτασης του αιτήματος (βλ. Φλουρέντζου κ.α ν Cashgrove Betting Ltd ανωτέρω). Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω την αίτηση και επί της ουσίας σε περίπτωση που η πιο πάνω θέση μου δεν γίνει αποδεκτή σε δεύτερο βαθμό. Προσεκτική μελέτη της αίτησης, καταδεικνύει ότι το αίτημα για προδικαστική παραπομπή γίνεται με πολύ αόριστο τρόπο με αναφορά σε σωρεία ευρωπαϊκών οδηγιών χωρίς αιτιολόγηση της πιθανής σχετικότητας τους με τα επίδικα θέματα. Είναι γεγονός ότι ο συνήγορος για την αιτήτρια στην αγόρευση του, φαίνεται να περιορίζει το αίτημα στην οδηγία 2001/24/ΕΚ, και στα άρθρα 16, 17 και 20 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Όμως και σε αυτή την περίπτωση, με τον τρόπο που τίθενται τα ερωτήματα δεν δικαιολογούν το αίτημα για προδικαστική παραπομπή. Δεν τίθεται με την παρούσα αίτηση, ζήτημα ερμηνείας οποιουδήποτε Ευρωπαϊκού Κανονισμού. Αντίθετα, επιδιώκεται να εξεταστεί από το Δ.Ε.Ε, η συμβατότητα με τις υπό κρίση ευρωπαϊκές διατάξεις και οδηγίες, των Κ.Δ.Π. 97/13, 94/13 και 104/13 που εκδόθηκαν δυνάμει του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου 104/
  2. Όμως από την προαναφερθείσα νομολογία, προκύπτει ότι η συμβατότητα της εθνικής νομοθεσίας με το ευρωπαϊκό δίκαιο δεν μπορεί να είναι αντικείμενο παραπομπής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Από την στιγμή που με την παρούσα αίτηση δεν επιζητείται η ερμηνεία κοινοτικών διατάξεων, αλλά η συμβατότητα τους με το εθνικό δίκαιο, το αίτημα δεν μπορεί να επιτύχει. Όπως έχει νομολογηθεί, τα ζητήματα συμβατότητας, μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο χωρίς να είναι αναγκαία η προδικαστική παραπομπή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Για τους ίδιους λόγους, κρίνω ότι η αιτούμενη παραπομπή δεν είναι αναγκαία για σκοπούς εκδίκασης της παρούσας αγωγής ή για τη διασφάλιση ενιαίας ερμηνείας των κοινοτικών διατάξεων (Βλ. Περικλέους και Information Note on references from National Courts for a Preliminary Ruling ανωτέρω). Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον της αιτήτριας και υπέρ των καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.