Ιωάννη Πογιατζή, Διαχειριστή/Παραλήπτη των εταιρειών Δ. Μιχαήλ Κατασκευές (υπό διαχείριση) και Δημήτρης Μιχαήλ Κατασκευαί Λτδ ν. Δ. Μιχαήλ Κατασκευές (υπό διαχείριση) κ.α., Αρ. Αγωγής: 3179/16, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3179/16 Μεταξύ: Ιωάννη Πογιατζή, Διαχειριστή/Παραλήπτη των εταιρειών Δ. Μιχαήλ Κατασκευές (υπό διαχείριση) και Δημήτρης Μιχαήλ Κατασκευαί Λτδ (υπό διαχείριση), από την Λευκωσία Ενάγοντος και
- Δ. Μιχαήλ Κατασκευές (υπό διαχείριση), από την Λευκωσία.
- Δημήτρης Μιχαήλ Κατασκευαί Λτδ (υπό διαχείριση), από την Λευκωσία
- Ανδρέα Μιχαήλ, από την Λευκωσία.
- Μιχάλη Μιχαήλ, από την Λευκωσία.
- Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, από την Λευκωσία. Εναγομένων Αίτηση ημερ. 21.6.16 υπό ενάγοντος - αιτητή για έκδοση συντηρητικού διατάγματος Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2017 Για ενάγοντα - αιτητή: κος Λεωνίδας Ψυχάκης Για εναγομένους 1, 2, 3 &
- - καθ' ων η αίτηση: κος Δημήτρης Κουλαφέτης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή του, αιτείται την έκδοση διατάγματος που να απαγορεύει την μεταβίβαση στους εναγομένους 3 & 4, ενός διαμερίσματος συμπεριλαμβανομένου του roof garden, δύο αποθηκών και δύο χώρων στάθμευσης, με αρ. εγγραφής 0/9474, Φ/Σχ. 21/53 Ε, τεμ. 4805, διαμ.
- Αιτείται επίσης διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει και να κηρύσσει ως εικονικό, το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημ. 26.4.2014 μεταξύ των εναγομένων 1 & 2 εταιρειών ως πωλητών και των εναγομένων 3 & 4 ως αγοραστών του πιο πάνω διαμερίσματος καθώς και απόφαση ότι το εν λόγω διαμέρισμα, αποτελεί περιουσία των εναγομένων 1 & 2 εταιρειών που τελούν υπό διαχείριση. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, ο ενάγοντας πέτυχε κατόπιν μονομερούς αίτησης, την έκδοση συντηρητικού διατάγματος, το οποίο απαγορεύει στον Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας να προβεί στην μεταβίβαση του διαμερίσματος στους εναγομένους 3 & 4 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την πιο πάνω αίτηση, ο ενάγοντας αναφέρει ότι διορίστηκε παραλήπτης - διαχειριστής των εναγομένων 1 & 2 εταιρειών, δυνάμει τριών ομολόγων επιβάρυνσης υπέρ της Τράπεζας Κύπρου. Από την διερεύνηση των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1 & 2 που έγινε στα πλαίσια των καθηκόντων του, προέκυψε ότι υπάρχει κατατεθειμένο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, σύμφωνα με το οποίο πωλήθηκε το επίδικο διαμέρισμα στους εναγομένους 3 & 4 που είναι υιοί του μοναδικού Διευθυντή και μετόχου των εναγομένων 1 & 2 εταιρειών. Περαιτέρω έρευνα, κατέδειξε ότι η εκτιμημένη αξία του διαμερίσματος ανέρχεται σε €768.000,00 ενώ αυτό πωλήθηκε στην εξευτελιστική τιμή των €50.000,
- Είναι η θέση του ενάγοντα ότι το επίδικο διαμέρισμα αποτελεί περιουσία των εναγομένων 1 & 2 εταιρειών και ότι η πώληση του στα παιδιά του μοναδικού μετόχου και διοικητικού συμβούλου είναι εικονική αφού μεταξύ άλλων δεν έχει γίνει πληρωμή ούτε και του ποσού των €50.000,00 για την αγορά του. Επειδή δε οι εναγόμενοι 3 & 4 προώθησαν την διαδικασία για την αναγκαστική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, κρίνεται αναγκαίο όπως εκδοθεί συντηρητικό διάταγμα για την εμπόδιση μεταβίβασης του, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Μετά την επίδοση του συντηρητικού διατάγματος, οι εναγόμενοι 1 , 2 , 3 & 4 καταχώρησαν ενστάσεις με τις οποίες αντιτίθενται στην οριστικοποίηση του. Αντιθέτως, ο εναγόμενος 5 - Διευθυντής του Κτηματολογίου, ανέφερε μέσω της συνηγόρου του ότι δεν πρόκειται να ενστεί στο διάταγμα. Στους λόγους ένστασης των εναγομένων 3 & 4, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και ότι η αίτηση συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας. Αναφέρεται συγκεκριμένα ότι εκτός από την παρούσα αγωγή που καταχωρήθηκε στις 21.6.16, καταχωρήθηκε από την Τράπεζα Κύπρου στις 6.7.16 και η αίτηση - έφεση 309/16, εναντίον της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να ενεργοποιήσει την διαδικασία μεταβίβασης του ακινήτου. Και στις δύο διαδικασίες, ζητήθηκε και εκδόθηκε μονομερώς η ίδια θεραπεία, με την έκδοση προσωρινού διατάγματος που απαγορεύει την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στους εναγομένους 3 &
- Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι η πώληση του ακινήτου έγινε νομότυπα σε ανυποψίαστο χρόνο και κατά την συνήθη πορεία των εργασιών των εναγομένων 1 & 2 εταιρειών και ότι ο αιτητής στην παρούσα, έχει αποκρύψει ουσιαστικά γεγονότα κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση την οποία υπογράφει ο εναγόμενος 4, αναφέρεται ότι ο αιτητής ήταν ενήμερος της αγοραπωλησίας γι' αυτό και δεν προέβη σε καμία ενέργεια μέχρι σήμερα για την ακύρωση της μεταβίβασης. Επιπλέον ο αιτητής παραπλανεί το Δικαστήριο, αποκρύβοντας σημαντικά στοιχεία όπως το γεγονός ότι η αξία του διαμερίσματος είναι €70.500,00 και όχι αυτή που αναφέρει στην ένορκη του δήλωση. Η αγορά του διαμερίσματος κατά τον ενόρκως δηλούντα το 2012 στην τιμή των €50.000,00, ήταν στα πλαίσια της αγοραίας αξίας κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στην συνέχεια και συγκεκριμένα το 2013, εγκρίθηκε η αλλαγή του συντελεστή δόμησης με αποτέλεσμα η αξία του διαμερίσματος να εκτοξευθεί στις €768.000,00, γεγονός που ο αιτητής παρέλειψε να αναφέρει στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Τέλος, αναφέρει ότι σήμερα στο διαμέρισμα κατοικεί ο αδελφός του εναγόμενος 3 με την σύζυγο του, οι οποίοι παντρεύτηκαν μετά την πώληση και δεν έχουν καμία άλλη περιουσία για να διαμένουν. Την ένσταση συνοδεύει και δεύτερη ένορκη δήλωση του Δημήτρη Μιχαήλ, διευθυντή των εναγομένων 1 & 2 εταιρειών. Επαναλαμβάνει ότι ο γιος του εναγόμενος 3, διαμένει σήμερα στο διαμέρισμα με την σύζυγο του. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο ενάγοντας δεν εμποδίστηκε να ασκήσει τα καθήκοντα του αφού προέβη σε σχεδόν 10 μεταβιβάσεις στην βάση του νέου νόμου για εγκλωβισμένους αγοραστές, γεγονός που απέκρυψε από το Δικαστήριο. Επαναλαμβάνει επίσης τους ισχυρισμούς ότι δεν υπήρξε εικονική πώληση αφού πληρώθηκε το ποσόν που ισούτο κατά το επίδικο χρόνο, με την αγοραία αξία του διαμερίσματος. Η αγορά έγινε σε μετρητά, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για να εξοφληθούν υποχρεώσεις των εναγομένων 1 & 2 εταιρειών όπως π.χ. κοινωνικές ασφαλίσεις, καθυστερημένοι μισθοί και άλλα τρέχοντα έξοδα. Η ίδια επιχειρηματολογία συναντάται και στην ειδοποίηση ένστασης που καταχώρησαν οι εναγόμενες 1 & 2 εταιρείες. Αγορεύσεις Ο συνήγορος του αιτητή στην αγόρευση του, αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης και στις δυσκολίες που αντιμετώπισε ο πελάτης του στην διαχείριση των εναγομένων 1 & 2 εταιρειών, λόγω κωλυμάτων που προέβαλε ο διευθυντής τους. Αναφορά έγινε και στα διάφορα δικαστικά διαβήματα στα οποία προέβηκε ο αιτητής εναντίον του διευθυντή των εναγομένων 1 & 2 εταιρειών, προκειμένου να ασκήσει τα καθήκοντα του ως διαχειριστής. Μέσα σε αυτές τις δύσκολες συνθήκες, έγινε αντιληπτή από τον αιτητή, η μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου στους δύο υιούς του μοναδικού διευθυντή των εναγομένων 1 & 2 χωρίς την καταβολή του ανάλογου αντιτίμου. Αναφορά έγινε και στην επιστολή του Διευθυντή του Κτηματολογίου προς τον αιτητή με την οποία τον ενημέρωνε ότι θα προχωρούσε στην μεταβίβαση του ακινήτου παρότι ο αιτητής προέβαλε ένσταση στην μεταβίβαση. Στην συνέχεια, ο συνήγορος με αναφορά σε νομολογία ερμηνευτική του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/10, υπεστήριξε ότι στην παρούσα περίπτωση, ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις ώστε το Δικαστήριο να εκδώσει προσωρινό διάταγμα που να απαγορεύει την μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Σε σχέση με την κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας ο συνήγορος επεσήμανε ότι η αίτηση - έφεση εναντίον της απόφασης του Κτηματολογίου, δεν καταχωρήθηκε από τον ίδιο αλλά από την Τράπεζα Κύπρου. Η τράπεζα ως ενυπόθηκος δανειστής των εταιρειών, έχει δικαίωμα να ασκήσει όλα τα ένδικα μέσα προκειμένου να διαφυλάξει τα συμφέροντα τους όπως πηγάζουν από το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης. Η επιλογή των μέτρων αυτών δεν πρέπει να συγχέεται με τα καθήκοντα του διαχειριστή, ο οποίος έχει μεν καθήκον επιμέλειας προς την τράπεζα που τον διόρισε, αλλά συνάμα έχει και καθήκον επιμέλειας να διαφυλάξει τα συμφέροντα των ίδιων των εταιρειών. Τα καθήκοντα του αιτητή κατά τον συνήγορο, είναι διαφορετικά και δεν ταυτίζονται με αυτά της ομολογιούχου τράπεζας που τον διορίζει. Ο αιτητής δεν είχε άλλη επιλογή για ακύρωση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Η ακύρωση της συμφωνίας πώλησης του ακινήτου δεν πρέπει να συγχέεται κατά τον συνήγορο, με την αίτηση - έφεση της Τράπεζας Κύπρου εναντίον της απόφασης του Κτηματολογίου με την οποία ζητούνται εντελώς διαφορετικές θεραπείες. Με την εν λόγω αίτηση - έφεση επιδιώκεται η παρεμπόδιση εγγραφής του ακινήτου τα πλαίσια του Νόμου 139(Ι)/15 που αφορά τους εγκλωβισμένους αγοραστές. Δεν επιζητείται η εξακρίβωση του κύρους της σύμβασης όπως επιδιώκεται με την παρούσα αγωγή ούτε είναι και στα καθήκοντα του Διευθυντή του Κτηματολογίου να κρίνει την νομιμότητα μια πώλησης ακινήτου στα πλαίσια του πιο πάνω Νόμου. Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο αιτητής έθεσε όλα τα ουσιαστικά γεγονότα στην διάθεση του Δικαστηρίου, κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Υπήρξε πλήρης και ειλικρινής αποκάλυψη, σε αντίθεση με τους καθ' ων η αίτηση που προβάλουν συνεχώς προσκόμματα στον αιτητή κατά την άσκηση των καθηκόντων του, αποκρύβοντας του ουσιαστικά στοιχεία που αφορούν τις υπό κρίση εταιρείες. Τέλος, ο συνήγορος με αναφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας, ισχυρίστηκε ότι η διατήρηση της υφιστάμενης κατάσταση πραγμάτων (status quo) δεν θα προκαλέσει ζημιά στους καθ' ων η αίτηση αφού ο γιος του διευθυντή των εταιρειών θα συνεχίσει να κατοικεί στο διαμέρισμα μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Σε αντίθετη περίπτωση, τυχόν μεταβίβαση του ακινήτου θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αιτητή αφού θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο συνήγορος αναφέρθηκε επί του προκειμένου στην αφερεγγυότητα και κατά συνέπεια, οικονομική αδυναμία των καθ' ων η αίτηση να αποζημιώσουν τον αιτητή σε μεταγενέστερο στάδιο αν πετύχει στην θεραπεία που ζητά με την αγωγή του για ακύρωση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Ο συνήγορος των καθ' ων η αίτηση στην δική του αγόρευση, εστίασε αρχικά στην κατ' ισχυρισμό κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους του αιτητή. Η παρούσα αγωγή και η αίτηση - έφεση 309/16, συνιστούν κατά τον συνήγορο παράλληλες διαδικασίες με τις οποίες επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός, και συγκεκριμένα, η παρεμπόδιση της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου στο όνομα των εναγομένων 3 &
- Στην συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση καμία από τις προϋποθέσεις έκδοσης συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Ανέφερε επιπλέον ότι δεν υφίσταται κατεπείγουσα ανάγκη έκδοσης του διατάγματος αφού ο ενάγοντας γνώριζε από τον Φεβρουάριο του 2016 ότι το επίδικο ακίνητο πωλήθηκε το 2012 στους εναγομένους 3 &
- Δεν προέβη σε καμία ενέργεια για ακύρωση του πωλητηρίου εγγράφου παρά μόνο μετά που οι εναγόμενοι 3 & 4 άσκησαν τα νόμιμα δικαιώματα τους με βάση τον Νόμο 139(Ι)/15 για τους εγκλωβισμένους αγοραστές. Στην συνέχεια, ο συνήγορος επανέλαβε τον ισχυρισμό ότι ο αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιαστικά στοιχεία, προκειμένου να παραπλανήσει ως προς τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι το διαμέρισμα αγοράστηκε στην αγοραία αξία που είχε κατά τον χρόνο πώλησης και το τίμημα πληρώθηκε σε μετρητά. Η αξία του διαμερίσματος ανέβηκε κατακόρυφα μετά την αλλαγή των συντελεστών δόμησης, κάτι που ο αιτητής γνωρίζει καλά. Αντιθέτως προσπαθώντας να παραπλανήσει το Δικαστήριο, προβάλει ισχυρισμούς για απάτη εκ μέρους των εναγομένων και για πώληση σε τιμή χαμηλότερη από την κανονική. Τέλος, ο συνήγορος επανέλαβε ότι δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση το στοιχείο του κατεπείγοντος αφού ο αιτητής καθυστέρησε αδικαιολόγητα να καταχωρήσει την αγωγή μετά που πληροφορήθηκε για το γεγονός της πώλησης του διαμερίσματος στους καθ' ων η αίτηση 3 &
- Νομική Πτυχή Η υπό κρίση αίτηση, στηρίζεται στα άρθρα 4, 5 & 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) αλλά και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Το Δικαιοδοτικό πλαίσιο του άρθρου 5 του Κεφ. 6, αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης που ήθελε πετύχει ο ενάγοντας και έτσι δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. Αντιθέτως το άρθρο 4 του Κεφ. 6, εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση αφού αφορά δέσμευση περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής. Συγκεκριμένα, το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει ως ακολούθως: "4
(1). Το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε κατά την διάρκεια της εκκρεμότητας οποιασδήποτε αγωγής να εκδώσει στα πλαίσια της Αγωγής διάταγμα για την κατάσχεση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατοχή ή επιθεώρηση οποιασδήποτε περιουσίας που είναι αντικείμενο της Αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που εκτός αν εκδιδόταν το διάταγμα θα μπορούσε να προκληθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο η περιουσία, μέχρι την τελική απόφαση πάνω σε κάποιο ζήτημα που επηρεάζει αυτό το πρόσωπο ή την περιουσία ή μέχρι την εκτέλεση της απόφασης". Σύμφωνα με την υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, με την εξαίρεση των περιπτώσεων όπου επιζητείται δέσμευση περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής, αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα δυνάμει του άρθρου 4 του Κεφ. 6 δεν μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 είναι ευρύτερης εφαρμογής και επομένως όταν εξετάζεται αίτηση δυνάμει αυτού του άρθρου, αυτόματα λαμβάνονται υπόψη και οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.
- Η παρούσα όμως, αφορά αίτημα σε σχέση με περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής και ως εκ τούτου εφαρμόζονται οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ. 6, οι οποίες μπορούν να εξεταστούν ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Σχετική επί του θέματος, είναι επίσης η απόφαση Palestine Plantations Company Ltd v. Olivier & Co. (Cyprus) Ltd 16 C.L.R.
- Παρόλα αυτά, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 4 του Κεφ. 6, παραμένει ευρεία και δεν εκδίδεται διάταγμα από μόνο το γεγονός ότι το αίτημα αφορά περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής. Σε σχέση με αυτό το θέμα, ο πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης σε μελέτη του με τίτλο Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο που δημοσιεύτηκε στο COPRUS DE JURE CUPR II Τεύχος 1, σελ. 179, αναφέρει τα ακόλουθα στην σελ. 213: "Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, δεν συνοδεύεται από πρόνοια ανάλογη με εκείνη της παραγράφου
(2)του άρθρου 5 του Κεφ. 6 ή εκείνη της επιφύλαξης στο άρθρο 32
(1)του Ν. 14/
- Αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαίνει πως με δεδομένο το γεγονός ότι επιζητείται κάποιο από τα προβλεπόμενα παρεμπίπτοντα διατάγματα σε σχέση με το αντικείμενο της αγωγής, ακολουθεί αυτόματα η έγκριση της σχετικής αίτησης. Απλώς, το ζήτημα της έκδοσης ή της άρνησης έκδοσης του διατάγματος, εντάσσεται, χωρίς ειδικά προαπαιτούμενα, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που με γνώμονα τις ανάγκες της δικαιοσύνης, θα ενεργήσει έτσι ή αλλιώς, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης." Η παρούσα αίτηση στηρίζεται επίσης στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Οι προϋποθέσεις για έκδοση συντηρητικού διατάγματος δυνάμει των προνοιών του πιο πάνω άρθρου είναι οι ακόλουθες: • Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. • Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. • Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, (βλ. μεταξύ άλλων Πουρνουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και δεν καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Περαιτέρω, στην Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α
(2009)1Α Α.Α.Δ 317, λέχθηκε ότι: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια". Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788, 792, αναλύονται οι συνέπειες στην καθυστέρηση έναρξης δικαστικής διαδικασίας, σε αίτημα για προσωρινό διάταγμα. ". Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μην απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής." Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η νομολογία καθορίζει ότι η διαδικασία σε μονομερή αίτηση, επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο, όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Όπως τονίζεται, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ένας διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και ζητά κάποια θεραπεία, στην απουσία του αντιδίκου του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει κάποιο όφελος από την απόκρυψη γεγονότων, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Ο λόγος είναι γιατί, παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την ετυμηγορία του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση. (Βλ. μεταξύ άλλων, Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1Α ΑΑΔ 583). Τελικά το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει είναι το κατά πόσον ευσταθούν οι ισχυρισμοί της ένστασης για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Σε τέτοια περίπτωση σύμφωνα με την προαναφερόμενη νομολογία, το Δικαστήριο θα ακυρώσει το διάταγμα χωρίς να εξετάσει κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις για οριστικοποίηση του μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται μεταξύ άλλων, απόκρυψη του γεγονότος ότι η μεγάλη αύξηση στην αξία του επίδικου διαμερίσματος, οφείλεται στην αύξηση του συντελεστή δόμησης. Με αυτό τον τρόπο παραπλανείται κατά τους εναγομένους το Δικαστήριο ως προς το τίμημα που πληρώθηκε, το οποίο ήταν κοντά στην αξία που είχε το διαμέρισμα κατά τον επίδικο χρόνο, πριν δηλαδή την αύξηση των συντελεστών δόμησης. Έχω μελετήσει με προσοχή την πιο πάνω θέση και δεν συμφωνώ με αυτή. Η αξία του διαμερίσματος κατά τον επίδικο χρόνο, συνιστά ένα από τα επίδικα θέματα για τα οποία υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων. Το κατά πόσον δηλαδή οι εναγόμενοι γνώριζαν ή όχι ότι αγόρασαν το διαμέρισμα σε τιμή, πολύ χαμηλότερη της πραγματικής. Πρόκειται στην ουσία για ένα από τα σημαντικά ζητήματα που πρέπει να αποφασιστεί στην αγωγή, προκειμένου να αποδειχθούν οι ισχυρισμοί του ενάγοντα για απάτη και δόλο στην πώληση του διαμερίσματος. Δεν τίθεται ως εκ τούτου ζήτημα απόκρυψης ενός στοιχείου για το οποίο υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων και το οποίο θα αποφασιστεί μετά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και όχι σε αυτό το προκαταρκτικό στάδιο. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία δεν υπεισέρχεται στην ουσία της αγωγής ούτε αποφασίζει ζητήματα πού άπτονται της ουσίας της απαίτησης του ενάγοντα. Επί του προκειμένου δεν θα αποφασιστεί στο παρόν στάδιο κατά πόσον οι εναγόμενοι 3 & 4 σκόπιμα και με δόλο, αγόρασαν το επίδικο διαμέρισμα σε τιμή πολύ μικρότερη από την αξία του όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Αρκεί σύμφωνα με την νομολογία να αποδειχθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Υπό τας περιστάσεις δεν ήταν αναγκαίο για σκοπούς έκδοσης προσωρινού διατάγματος να παρουσιαστεί από τον ενάγοντα, μαρτυρία που να αποδεικνύει ουσιώδη ζητήματα της αγωγής όπως η αξία του διαμερίσματος κατά τον επίδικο χρόνο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Ούτε και όφειλε να αποκαλύψει στο αίτημα του για προσωρινό διάταγμα, τις αλλαγές στους συντελεστές δόμησης και πως αυτές επηρέασαν την τιμή του διαμερίσματος αφού είναι η θέση του ότι οι εναγόμενοι γνώριζαν την μεγάλη του αξία και εσκεμμένα πλήρωσαν μικρότερο ποσό. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι δεν ευσταθεί η θέση των καθ' ων η αίτηση για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Το δεύτερο θέμα που θα με απασχολήσει είναι οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Είναι παραδεκτό ότι εκτός από την παρούσα αγωγή, έχει καταχωρηθεί και η αίτηση - έφεση 309/16, με την οποία η Τράπεζα Κύπρου ζητά ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να ξεκινήσει διαδικασία εγγραφής του διαμερίσματος στο όνομα των εναγομένων 3 & 4 δυνάμει του Νόμου 139(Ι)/15 για τους εγκλωβισμένους αγοραστές. Επειδή και στην εν λόγω αίτηση- έφεση εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα, το ίδιο με το υπό κρίση προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αναφέρουν συγκεκριμένα ότι επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με δύο παράλληλες διαδικασίες. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της κατάχρησης δικαστικής διαδικασίας, είναι καλά εμπεδωμένες στην νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετική μεταξύ άλλων είναι η υπόθεση Τζεννάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 όπου τονίστηκε ότι η έγερση ή προώθηση δύο ή περισσοτέρων διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου σκοπού, συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Σε τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο έχει εγγενή εξουσία να αναστείλει την δικαστική διαδικασία που ασκείται καταχρηστικά. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης από το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου δεν προκύπτει κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας από τον ενάγοντα. Το πρώτο στοιχείο που συνηγορεί υπέρ της πιο πάνω άποψης, είναι το ότι η αίτηση - έφεση 309/16 δεν καταχωρήθηκε από τον ενάγοντα στην παρούσα αγωγή αλλά από την Τράπεζα Κύπρου. Όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο του αιτητή, ο διαχειριστής εταιρείας δεν ταυτίζεται με τον ομολογιούχο δανειστή που τον διορίζει. Δεν μπορεί ως εκ τούτου να καταλογιστεί κατάχρηση στον ενάγοντα για μια διαδικασία που κίνησε άλλο πρόσωπο. Το δεύτερο στοιχείο, αφορά την διαφορά των αιτούμενων θεραπειών στις δύο δικαστικές διαδικασίες. Όπως είναι παραδεκτό, με την αίτηση - έφεση 309/16, η Τράπεζα Κύπρου ζητά ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου με την οποία έκρινε ότι οι εναγόμενοι 3 & 4 δικαιούνται σε εγγραφή του επίδικου διαμερίσματος στο όνομα τους, δυνάμει του Νόμου 139(Ι)/15 για τους εγκλωβισμένους αγοραστές. Αντιθέτως, στην παρούσα αγωγή ο ενάγοντας ζητά την ακύρωση της επίδικης συμφωνίας αγοραπωλητηρίου λόγω δόλου και απάτης. Πρόκειται για θεραπεία που είναι εντελώς διαφορετική με αυτή που επιδιώκει η Τράπεζα Κύπρου με την πιο πάνω αίτηση - έφεση. Το γεγονός ότι και στις δύο υποθέσεις εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα που απαγορεύει την μεταβίβαση του διαμερίσματος στο όνομα των εναγομένων 3 & 4 δεν σημαίνει από μόνο του ότι οι δύο δικαστικές διαδικασίες ταυτίζονται στις τελικές θεραπείες που επιδιώκουν. Για να καταδειχθεί κατάχρηση διαδικασίας σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι ένας διάδικος επιδιώκει τις ίδιες θεραπείες, χρησιμοποιώντας δύο παράλληλες δικαστικές διαδικασίες. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχουμε ταυτότητα διαδίκων αλλά ούτε και ταυτότητα αιτούμενων θεραπειών ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας εκ μέρους του ενάγοντα. Ως εκ τούτου, ο λόγος ένστασης των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση για κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας απορρίπτεται. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων θα εξετάσω στην συνέχεια, κατά πόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οριστικοποίησης του προσωρινού διατάγματος. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, εξετάζοντας με προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, διαπιστώνω πως πληρούνται οι δύο πρώτες απαιτήσεις της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης. Αποκαλύπτεται από την έκθεση απαίτησης του ενάγοντα, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ότι η αγωγή έχει ορατές προοπτικές επιτυχίας. Η διαπίστωση αυτή, προκύπτει κυρίως από το μη αμφισβητούμενο αγοραπωλητήριο έγγραφο με το οποίο οι εναγόμενοι 3 και 4 αγόρασαν από τους εναγομένους 1 & 2, το επίδικο διαμέρισμα σε τιμή πολύ χαμηλότερη από την σημερινή του αξία αλλά και την κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, απουσία αποδείξεων για το αν πλήρωσαν οιονδήποτε ποσόν για αυτή την αγορά. Τονίζω ότι με την πιο πάνω διαπίστωση, σε καμία περίπτωση δεν αποφασίζω στο στάδιο αυτό, τα επίδικα ζητήματα της αγωγής. Η επίλυση του θέματος κατά πόσον ο ενάγων δικαιούται ή όχι στην ακύρωση του επίδικου πωλητηρίου εγγράφου όπως αιτείται στην αγωγή του, θα γίνει μόνο με την εκδίκαση της υπόθεσης και την τελική αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Όμως για σκοπούς έκδοσης του υπό κρίση συντηρητικού διατάγματος, κρίνω για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω ότι ο αιτητής έχει αποδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του. Απομένει να εξεταστεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η διερεύνηση του κριτηρίου αυτού, συναρτάται σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία και με την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την έγκριση ή όχι του διατάγματος. Ο αιτητής στην έκθεση απαίτησης του, εκτός από αποζημιώσεις για δόλο και απάτη, ζητά μεταξύ άλλων και την ακύρωση του εγγράφου πώλησης του διαμερίσματος στους εναγομένους 3 &
- Ζητά επίσης δήλωση του Δικαστηρίου ότι το εν λόγω διαμέρισμα ανήκει στην περιουσία των εναγομένων 1 & 2 εταιρειών. Είναι κατά την κρίση μου εμφανές ότι σε περίπτωση εγγραφής του διαμερίσματος στο όνομα των εναγομένων 3 & 4, ο ενάγων μπορεί να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού το αίτημα του για ακύρωση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και εγγραφής του διαμερίσματος στις εναγόμενες 1 & 2 εταιρείες, δυνατόν να καταστεί άνευ αντικειμένου. Αυτό γιατί δεν μπορεί να αποκλειστεί η πιθανότητα αποξένωσης ή επιβάρυνσης του διαμερίσματος από τους εναγομένους 3 & 4 με αποτέλεσμα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, αυτή να καταστεί χωρίς αντικείμενο. Κρίνω ενόψει των πιο πάνω ότι έχει αποδειχθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το υπό κρίση διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Να υπενθυμίσω ότι σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.α. ν, Φυλακτίδης κ.α ανωτέρω). Η πιο πάνω θέση μου, σχετίζεται και με την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι σε περίπτωση οριστικοποίησης του διατάγματος, η ταλαιπωρία που θα υποστούν οι εναγόμενοι θα είναι σημαντικά μικρότερη από αυτή που θα υποστεί ο ενάγων σε περίπτωση ακύρωσης του. Επειδή ακριβώς επιζητείται προσωρινό διάταγμα που αφορά το αντικείμενο της αγωγής, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως διατηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και την επίλυση όλων των επίδικων διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Πέραν του γεγονότος ότι το αίτημα αφορά δέσμευση ακινήτου που είναι το αντικείμενο της αγωγής, κρίνω ότι η στάθμιση των εκατέρωθεν συμφερόντων των διαδίκων αλλά και το ισοζύγιο της ευχέρειας, απαιτούν την διατήρηση σε αυτό το στάδιο, της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων. Την απαγόρευση δηλαδή της εγγραφής του διαμερίσματος στο όνομα των εναγομένων 3 & 4, μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής. Ενόψει όλων των πιο πάνω, είναι η τελική κατάληξη μου ότι ο αιτητής έχει αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αλλά και του άρθρου 4 του Κεφ. 6 για την οριστικοποίηση του υπό κρίση συντηρητικού διατάγματος όπως αυτές ερμηνεύθηκαν και αναλύθηκαν από την προαναφερθείσα νομολογία. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για καθυστέρηση στην προώθηση του αιτήματος, κρίνω ότι αυτοί δεν ευσταθούν και ως εκ τούτου δεν επηρεάζουν την υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων και το ισοζύγιο της ευχέρειας. Ο αιτητής εξήγησε επί του προκειμένου ότι μόλις τον Φεβρουάριο του 2016, ήλθε σε γνώση του η ύπαρξη του επίδικου αγοραπωλητηρίου. Επιπλέον καταχώρησε την παρούσα αγωγή, αμέσως μετά την κοινοποίηση σε αυτόν στις 13.6.16, της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου να απορρίψει σχετική ένσταση του και της πρόθεσης του να προχωρήσει στην εγγραφή του διαμερίσματος στο όνομα των εναγομένων 3 &
- Υπό τας περιστάσεις, η πάροδος λίγων ημερών μέχρι και τις 21.6.16 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή και η αίτηση για προσωρινό διάταγμα δεν δικαιολογεί ισχυρισμό για καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης. Για τους ίδιους λόγους και έχοντας υπόψη το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κρίνω ότι είναι δίκαιο και εύλογο όπως οριστικοποιηθεί το εκδοθέν μονομερώς συντηρητικό διάταγμα. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, αποφασίζω όπως το συντηρητικό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς στις 23.6.16, καταστεί οριστικό μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα - αιτητή και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 & 4 - καθ' ων η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ