← Κύπρος

Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ.Αίτησης Έφ

Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ.Αίτησης Έφεσης 48/2016, 29/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ.Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αίτησης Έφεσης 48/2016 Επί τοις αφορώσι του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Αιτήτριας και

  1. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
  2. STAYRINA CONSTRUCTIONS LTD, δια του διαχειριστή/παραλήπτη Γιαννάκη Χαρτζηχάννα
  3. Σταυρίνα Χαραλάμπους Καθ΄ων η αίτηση/Εφεσίβλητων Αίτηση ημερ. 29.02.16 HΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.03.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια-Εφεσείουσα: κ.Καλλένος για Χρυσαφίνη και Πολυβίου Για της Καθ΄ης η αίτηση 3: κ.Μάμαντος για κ.Βορκά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια-Εφεσείουσα επιζητεί διάταγμα τροποποίησης του αιτητικού της Αίτησης/Έφεσης ημερ. 3.2.2016 υπό τον άνω αριθμό και τίτλο Αίτησης ως ακολούθως: (α) Τροποποίηση του αιτητικού (Α) της αίτησης ούτως ώστε να αντικαθίσταται η φράση στην δεύτερη γραμμή αυτού, «του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Πάφου» με τη φράση « του Διευθυντή του Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας » (β) Τροποποίηση του αιτητικού ούτως ώστε να διαγράφεται το αιτητικό (Ε) και αντικαθίσταται με νέον αιτητικό (Ε) το οποίο θα διαβάζει ως εξής: «Διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 δυνάμει του Άρθρου 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 αντισυνταγματικές και/ή άκυρες και/ή ότι παραβιάζουν το Άρθρο 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. » (γ) Προσθήκη στη Νομική Βάση της Αίτησης του Άρθρου 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. (β) Τροποποίηση της παραγράφου 19 της ένορκης δήλωσης του κ.Μάκη Αδάμου, ούτως ώστε να προστίθεται μετά το τέλος αυτής η φράση: «καθώς και του συνταγματικού της δικαιώματος βάσει του Άρθρου 26, του δικαιώματος του συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Η επικείμενη μεταβίβαση καταστρατηγεί τους όρους της σύμβασης Υποθήκευσης, την οποία οι ενυπόθηκοι οφειλέτες συμφώνησαν να τηρήσουν. Εάν προχωρήσει η επικείμενη μεταβίβαση, οι ενυπόθηκοι οφειλέτες αποποιούνται των ευθυνών τους δυνάμει της σύμβασης υποθήκης, και παραβιάζονται όλοι οι όροι της σύμβασης Υποθήκης. » (γ) Τροποποίησης της παραγράφου 21 της ένορκης δήλωσης του κ. Μάκη Αδάμου, ούτως ώστε να προστίθεται η ακόλουθη παράγραφος μετά το τέλος της παραγράφου αυτής (παρα21) : «Επίσης σε αντίθεση με το Άρθρο 26 του Συντάγματος ευρίσκοναι οι πρόνοιες των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ του Νόμου 9/1965, καθότι παραβιάζονται ουσιώδεις όροι των 2 συμβάσεων Υποθήκης, οι οποίες έχουν καταχωρηθεί δεόντως σε Κτηματολόγιο και Έφορο Εταιρειών. Οι υποχρεώσεις των Καθ'ών η αίτηση 2 σύμφωνα με τις συμβάσεις Υποθήκης ακυρώνονται αυτόματα (εφόσον θα ακυρωθούν οι Υποθήκες) και τα δικαιώματα της Αιτήτριας επίσης. Ό,τι έχει συμφωνηθεί δηλαδή μεταξύ των μερών από το 2007 ελευθέρα βουλήσει και με κάποιο αντάλλαγμα ακυρώνεται δυνάμει των τροποποιήσεων του Νόμου 9/1965.0ι συμβάσεις Υποθήκης ήταν και είναι καθόλα έγκυρες, νόμιμες και δεσμευτικές για τα δύο μέρη. Ο Νόμος 9/1965 όμως (οι τροποποιήσεις αυτού ως αναφέρονται ανωτέρω) περιορίζει και το δικαίωμα αλλά και τις υποχρεώσεις που έχουν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο μερών - χωρίς εύλογο λόγο και αιτία και χωρίς να υπάρχει κάποιου είδους εκμετάλλευση από πρόσωπο που έχει ιδιάζουσα οικονομική ισχύ.» (δ) Δια της τροποποίησης της παραγράφου 22 της ένορκης δήλωσης του κ. Μάκη Αδάμου, στην τελευταία γραμμή, ούτως ώστε να προστίθεται η φράση «και 26» μετά τη φράση «το Άρθρο 23» . (ε) Τροποποίηση της παραγράφου 23 της ένορκης δήλωσης του κ. Μάκη Αδάμου με την προσθήκη της ακόλουθης φράσης στο τέλος αυτής : «και με την συνταγματική διάταξη 26 που αφορά το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως» (στ) Τροποποίηση της παραγράφου 24 της ένορκης δήλωσης του κ.Μάκη Αδάμου με την προσθήκη της ακόλουθης φράσης στο τέλος αυτής: «Πλήτετται επίσης ανεπανόρθωτα το δικαίωμα και των δύο μερών (αιτήτριας και καθ'ών η αίτηση 2) του συμβάλλεσθαι ελευθέρως και παραβιάζονται οι όροι των συμβάσεων Υποθήκης με τους οποίους συμφώνησαν τα δύο μέρη πριν 9 χρόνια. Οι πρόνοιες του Νόμου 139(Ι)/2015, οι οποίες τροποποιούν τον Νόμο 9/1965, δεν προλαμβάνουν οποιαδήποτε εκμετάλλευση από οποιοδήποτε πρόσωπο (ως ορίζει το Σύνταγμα). Απλώς καταστρατηγούν το δικαίωμα της Αιτήτριας του συμβάλλεσθαι, παραβιάζουν σημαντικούς όρους της σύμβασης Υποθήκης (η οποία δόθηκε με αντάλλαγμα παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων προς τους καθ'ών 2) και αφήνουν εκτεθειμένη την Αιτήτρια, εφόσον ακυρώνουν όλες τις υποχρεώσεις των καθ'ών η αίτηση 2 κάτω από τις συμβάσεις Υποθήκης.» Η αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.25, άρθρο 1,2,3,4,5 και 6 και Δ.48 άρθρα 1,2 και 3,4 και 8(ν), Δ.39, Δ.64 ,Δ.55 Άρθρο 51 του Νόμου 9/1965, Άρθρο 80 του Κεφ.224, Άρθρο 30 του Συντάγματος και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. O Καθ΄ου η αίτηση 1 δεν έφερε ένσταση αλλά ζήτησε τα έξοδα της παρούσας Αίτησης ενώ η Καθ΄ης η αίτηση 3 καταχώρησε ένσταση η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Καθ΄ης η αίτηση 3 - Εφεσίβλητης με την οποία εξειδικεύει και αναλύει τους λόγους ένστασης, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως (παρατίθενται αυτούσιοι): (α) Η Αίτηση τροποποίησης δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή το νομικό υπόβαρθρο που επικαλείται η Αιτήτρια είναι άσχετο και/ή μη δυνάμενο να υποστηρίξει τα αιτήματα της. (β) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι άσχετες με τους εξεταζόμενους λόγους ένστασης της Αιτήτριας ημερομηνίας 12/11/2015 προς τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η απόφαση του οποίου έχει εφεσιβληθεί με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση / Έφεση. Ως εκ τούτου η υπό εκδίκαση Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή ενοχλητική και/ή άσχετη και/ή κακόπιστη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί: (γ) Οι δικονομικοί κανόνες που επικαλείται η Αιτήτρια και/ή στους οποίους αυτή στηρίζει την Αίτηση της είναι ανυπόστατοι, άσχετοι και μη ικανοί να της επιτρέψουν την οποιαδήποτε τροποποίηση και/ή προσθήκη στην Ένορκη Δήλωση του κ. Μάκη Αδάμου ημερομηνίας 3/2/
  4. (δ) Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις η Αιτήτρια επιχειρεί να εγείρει νέα βάση στην Αίτηση / Έφεση της και/ή νέους λόγους Έφεσης γεγονός μη αιτιολογημένο και/ή επιτρεπτό. (στ) Η Αιτήτρια δεν παρουσίασε οποιοδήποτε πειστικό ή βάσιμο λόγο για τον οποίο παρέλειψε εξ' αρχής να συμπεριλάβει τις αιτούμενες τροποποιήσεις στην Αίτηση / Έφεση της. Οι προβαλλόμενοι από αυτόν λόγο είναι ανυπόστατοι και/ή άσχετοι με την πραγματικότητα και/ή κακόπιστοι. Οι συνήγοροι κατά τη ακροαματική διαδικασία με τις εμπεριστατωμένες γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης και τη νομική πτυχή αυτής θα πρέπει να εξετασθούν κατ΄αρχήν οι λόγοι ένστασης υπό στοιχεία (α), (β) και (γ) που αφορούν ισχυρισμούς της Καθ΄ης η Αίτηση για λανθασμένη νομική βάση, τόσο για τροποποίηση της Αίτησης-Έφεσης και/ή της ενόρκου δηλώσεως που την συνοδεύει και ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι άσχετες με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης που έθεσε η Αιτήτρια στις 12.11.15 προς το Διευθυντή Κτηματολογίου. Η παρούσα διαδικασία είναι εναρκτήρια διαδικασία η οποία διέπεται από τους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (δια κατοχή έγγραφη και εκτίμηση) Διαδικαστικούς κανονισμούς του
  5. Σύμφωνα με τον Κανονισμό 17 των πιο πάνω Διαδικαστικών Κανονισμών οποιαδήποτε διαδικαστικά ζητήματα, τα οποία δεν ρυθμίζονται από τους εν λόγω κανονισμούς, εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, ως εκ τούτου αφού το ζήτημα της τροποποίησης δεν ρυθμίζεται με οποιοδήποτε τρόπο από τους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (δια κατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Διαδικαστικούς Κανονισμούς, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών, οι οποίες αποτελούν μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης. Έτσι η θέση της Καθ΄ης η αίτηση για λανθασμένη νομική βάση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Η θέση επίσης της Καθ΄ης η αίτηση 3 ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι καταχρηστικές καθότι είναι άσχετες με τους εξεταζόμενους λόγους ένστασης της Αιτήτριας, ημερ. 12.11.2015, δεν ευσταθεί. Συμφωνώ με τη θέση της Αιτήτριας ότι το δικαίωμα ενός προσώπου να προσβάλει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου με έφεση, ως καθορίζεται από τις νομοθετικές διατάξεις (βλ. άρθρο 44/Γ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 Ν.9/1965 και άρθρο 80 του Περί Ακινήτου ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.224) δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να περιοριστεί. Η ένσταση που υπεβλήθη από την Αιτήτρια προς τον Καθ'ου η αίτηση 1, την 12.11.2015, δεν εξομοιώνεται με την παρούσα διαδικασία, ούτε παρεμποδίζει την Αιτήτρια από το να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλες τις πραγματικές διαφορές και όλα τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης. Μετά την αντίκρυση των πιο πάνω θεμάτων, προχωρώ να εξετάσω τους ουσιαστικούς λόγους που προβάλλονται από την Καθ΄ης η αίτηση 3 αφού παραθέσω κατ΄αρχή τη νομική πτυχή του θέματος. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ- ΣΥΜΕΡΑΣΜΑΤΑ Το προκαθορισμένο πλαίσιο της δίκης που εστιάζεται και εξαντλείται στην περίμετρο των γραπτών προτάσεων και αποτελεί οδηγό προσδιορισμού των εγειρόμενων σε μια διαφορά θεμάτων, μπορεί αν απαιτείται να διαφοροποιηθεί (Βλ. Aγία Νάπα ν. Παπάμιχαηλ

(1992)1 ΑΑΔ 549). Στην υπόθεση Περικτιόνη ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με τη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων. «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για το προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Αλωνεύτη,
(2002)1ΑΑΔ. και Φοινιώτης ν. Greenmar
(1989)1E AAΔ 33.) Άκαμπτοι κανόνες στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να διαγραφούν, προσδιορίστηκε στην υπόθεση Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα
(1994)1 ΑΑΔ 16 αλλά τονίστηκε ότι: «Αναγνωρίζονται σχετικοί παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.» Στη υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 AAΔ αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το παράγοντα χρόνο: «Αναφορικά με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός εύλογου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής «δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα» αλλά αποτελεί παράγοντα «ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση». Εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Έφεση 9520, ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφ΄ εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση.» Από το σύνολο των πιο πάνω νομικών αυθεντιών, αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τροποποίηση είναι ευρύτατη και το Δικαστήριο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα αρνηθεί μια τέτοια τροποποίηση. Η τροποποίηση δεν επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο πειστεί ότι αυτή γίνεται κακόπιστα και ότι στην περίπτωση που επιτραπεί, θα έχει σαν αποτέλεσμα πρόκληση μη ανατρέψιμης ζημιάς και αδικίας στην άλλη πλευρά. Η νομολογία αποδέχεται επίσης πως όση αμέλεια ή απροσεξία και να έχει επιδειχθεί στη δικογραφία και ανεξάρτητα από το καθυστερημένο μιας προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς αδικία στην αντίδικη πλευρά. Θεωρείται δε ότι δεν υπάρχει τέτοια αδικία, αν μπορεί να υπάρξει αποζημίωση με σχετική διαταγή για επιδίκαση εξόδων. Έχοντας κατά νου τις ως άνω αναφερόμενες αυθεντίες και αρχές, έχω εξετάσει όλα τα ενώπιον μου στοιχεία λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Κατέληξα στα εξής συμπεράσματα: Με την προώθηση της παρούσας αίτησης δεν επιζητείται η αντικατάσταση της υφιστάμενης Αίτησης Έφεσης με νέα αλλά πρόκειται για διεύρυνση και εμπλουτισμό της νομικής βάσης της Αίτησης Έφεσης. Η πλευρά της Αιτήτριας επιθυμεί να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου ένα ευρύτερο και πληρέστερο υπόβαθρο για σκοπούς καλύτερης παρουσίασης της υπόθεσής της. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, στηρίζονται και απορρέουν αποκλειστικά από τα γεγονότα και τα σχετικά τεκμήρια που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη Αίτηση Έφεσης, το ζήτημα με ευκολία μπορεί να αντιμετωπιστεί από την Καθ΄ης η αίτηση 3, χωρίς να προκαλείται στην πλευρά της μη ανατρέψιμη ζημιά ή αδικία η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Επίσης κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεν εντοπίζονται στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά της Αιτήτριας ούτε καθυστέρηση να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για να τροποποιήσει την Αίτηση- Έφεσης της, ούτε στη συμπεριφορά της, όπως αυτή παρουσιάζεται στο φάκελο της δικογραφίας και από τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης, δεν φαίνεται να υπάρχουν στοιχεία κακοπιστίας. Δεν διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής του Δικαστηρίου, πως στο στάδιο που έγινε αντιληπτή από την πλευρά των δικηγόρων της Αιτήτριας, η διαπίστωση του λάθους άμεσα έχει υποβληθεί η παρούσα η οποία επιχειρεί να το πληρώσει. Επίσης δεν υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης σε σύγκριση με την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης Έφεσης. Εν όψει των πιο πάνω διαφωνώ με τη θέση της Καθ΄ης η αίτηση 3 ότι επιχειρείται από τη Αιτήτρια η έγερση νέων βάσεων στην Αίτηση - Έφεση και ως εκ τούτου αυτός ο ισχυρισμός απορρίπτεται. Ούτε οι ισχυρισμοί της Καθ'ης η αίτηση 3 περί κατάχρησης στοιχειοθετούνται από τη ένορκο δήλωση που συνοδεύει τη ένσταση και ως εκ τούτου ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί. Συμφωνώ με την θέση της Αιτήτριας ότι παρέθεσε πειστικούς λόγους τεκμηριώνοντας επαρκώς την παράλειψη να συμπεριλάβει τις αιτούμενες τροποποιοιήσεις στο αρχικό δικόγραφο. Με βάση όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, τα συμπεράσματά μου και τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, θεωρώ πως είναι ορθό και δίκαιο να εγκρίνω την αίτηση και να επιτρέψω την τροποποίηση της Αίτησης Έφεσης. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η αίτηση. Τροποποιημένη Αίτηση-Έφεσης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στους Καθ΄ων η αίτηση, εντός δέκα ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Όλα τα έξοδα που θα χαθούν εξαιτίας της τροποποίησης, περιλαμβανομένων και των αρχικών εξόδων της παρούσας αίτησης, εξαιρουμένων των εξόδων που προπέκυψαν για την ακροαματική διαδικασία που ακολούθησε, επιδικάζονται σε βάρος της Αιτήτριας-Εφεσείουσας και υπέρ της Καθ΄ης η αίτηση 3 - Εφεσίβλητης, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Καμία διαταγή για έξοδα αναφορικά με τον Καθ΄ου η αίτηση 1. (Υπ) .......... Γ.Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.