Επί τοις αφορώσι τον Μιχάλη Ιωαννίδη, Αρ. Αίτησης: 309/2015, 13/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 309/2015 Μεταξύ: Επί τοις αφορώσι τον Μιχάλη Ιωαννίδη ΑΔΤ275770 εκ Λευκωσίας Και Επί τοις αφορώσι το άρθρο 36 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: Μιχαήλ Ιωαννίδη, εκ Περικλέους 1, 2340 Λακατάμεια, Λευκωσία Αιτητής Αίτηση ημερομηνίας 05.01.2017 13 Μαρτίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κος Σάββα. Για Καθ' ων η αίτηση: κα Στυλιανού. ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η εναρκτήρια αίτηση έχει καταχωρηθεί με σκοπό την ακύρωση δύο υποθηκών Υ10263/94 και Υ4283/93 με βάση του περί Μεταβιβάσεως και Υποθήκευσης Ακινήτων Νόμου 9/
- Ήταν θέση του αιτητή ότι οι υποθήκες πρέπει να ακυρωθούν επειδή η Τράπεζα Κύπρου καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει αίτηση για την εκποίηση των υποθηκών το 1997 για οφειλές που δεν υφίστανται πλέον. Ισχυρίζεται ότι έγινε εξωδικαστική συμφωνία στις 28.10.1998 με την οποία εξοφλήθηκαν πέντε δικαστικές αποφάσεις που αφορούσαν το χρέος που εξασφάλιζαν οι υποθήκες. Ισχυρίζεται ότι εισπράχθηκε το ποσό των ΛΚ82.500 έναντι του συνολικού οφειλόμενου ποσού των ΛΚ71.171,
- Η Τράπεζα Κύπρου καταχώρησε ένσταση στην αίτηση και ισχυρίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι εκδόθηκαν συνολικά πέντε αποφάσεις κατά της εταιρείας Panima Ltd για χρέος που όφειλε στην τράπεζα. Οι υποθήκες ήταν εξασφαλίσεις για τα εν λόγω χρέη. Μετά την έκδοση των δικαστικών αποφάσεων έγινε συμφωνία μεταξύ των μερών όπως η εταιρεία καταβάλει έναντι του οφειλόμενου ποσού μηναία δόση των ΛΚ1.
- Θα υπήρχαν συνολικά 56 δόσεις μέχρι να συμπληρωθεί εισπραχθέν ποσό το ποσό των ΛΚ84.000,
- Ήταν ισχυρισμός των καθ' ων η αίτηση ότι η εταιρεία εξόφλησε μόνο μερικώς την οφειλή και έτσι οι υποθήκες εξακολουθούν να εξασφαλίζουν το χρέος που θεμελιώνεται με δικαστικές αποφάσεις. Μετά την καταχώρηση της ένστασης ο αιτητής ζήτησε και του επιτράπηκε να αντεξετάσει τον ενόρκως δηλούντα στην ένσταση σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι υπάρχει ακόμη οφειλόμενο χρέος που εξασφαλίζουν οι υποθήκες. Κατά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτός επιχείρησε να καταθέσει αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού που κατ' ισχυρισμό του μάρτυρα αποδεικνύουν ότι το χρέος που εξασφαλίζουν οι υποθήκες δεν ξοφλήθηκε. Δεν του επέτρεψε ο κ. Σάββας να καταθέσει το συγκεκριμένο έγγραφο με αποτέλεσμα οι καθ' ων η αίτηση να αποταθούν εκ νέου στο Δικαστήριο για άδεια όπως καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία να επισυνάπτονται ως τεκμήριο οι αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού. Μετά την καταχώρηση αυτής της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ακολούθησε η παρούσα αίτηση με την οποία ζήτησε ο αιτητής να καταθέσει έκθεση εμπειρογνώμονα σε σχέση με την εγκυρότητα των υποθηκών και σχετικά με τις χρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου. Έχω διαβάσει την προτιθέμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Αρ. Αίτησης: 309/2015 Μεταξύ: Επί τοις αφορώσι τον Μιχάλη Ιωαννίδη ΑΔΤ275770 εκ Λευκωσίας Και Επί τοις αφορώσι το άρθρο 36 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965 ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: Μιχαήλ Ιωαννίδη, εκ Περικλέους 1, 2340 Λακατάμεια, Λευκωσία Αιτητής ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ Εγώ ο κάτωθι υπογεγραμμένος Μιχαήλ Ιωαννίδης, από τη Λευκωσία, ορκίζομαι και λέγω:
- Είμαι ο Αιτητής στην παρούσα Αίτηση και γνωρίζω καλά και προσωπικά τα γεγονότα στα οποία θα αναφερθώ πιο κάτω. Όσο αφορά οποιαδήποτε τυχόν νομικά θέματα που θα κάνω αναφορά στη συνέχεια έχω λάβει σχετική συμβουλή από τους δικηγόρους μου.
- Υιοθετώ το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσης μου ημερ. 10/09/15, η οποία καταχωρήθηκε μαζί με την Αίτηση για Ακύρωση της Υποθήκης καθώς και το περιεχόμενο της Ένορκης Δήλωσής μου ημερ. 30/12/16, η οποία καταχωρήθηκε μαζί με την Αίτηση για Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση.
- Μετά την καταχώρηση της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης από τους Καθ' ων η Αίτηση και την κατάθεση των νέων Τεκμηρίων, αποφάσισα να αποταθώ σε εμπειρογνώμονα για να μου ετοιμάσει μια Έκθεση Εμπερογνωμοσύνης, σχετικά με την εγκυρότητα των Υποθηκών και σχετικά με τις χρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου.
- Θα ήθελα να καταχωρήσω ως Τεκμήριο Α αντίγραφο της Έκθεσης Εμπειρογνομωσύνης Ιανουαρίου 2017, η οποία ετοιμάστηκε από την Εταιρεία Α.Ε.Ζ. trust & upper quality services ltd και υπογράφεται από τον κ. Παπαευτυχίου και αφορά ουσιώδη μαρτυρικό υλικό για την έκβαση της παρούσας Υπόθεσης.
- Όλα τα πιο πάνω ορκίζομαι εξ όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω ότι είναι αληθή Ο ΕΝΟΡΚΟΣ ΔΗΛΩΝ ΜΙΧΑΛΗΣ ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ». Η προτιθέμενη ένορκη δήλωση είναι του αιτητή και δεν είναι του εμπειρογνώμονα ο οποίος θα μπορούσε να ορκισθεί θετικά και προσωπικά σε σχέση με την γνώμη του επί γεγονότων που έχουν εξακριβωθεί με βάση το δίκαιο της απόδειξης. Στην ένορκη δήλωση του αιτητή επισυνάπτεται η έκθεση εμπειρογνώμονα. Εάν επιτρέψει το Δικαστήριο να κατατεθεί τέτοια ένορκη δήλωση θα επιτραπεί στον αιτητή να καταθέσει δηλώσεις τρίτου προσώπου σε σχέση με ζήτημα ουσίας ήτοι της εγκυρότητας της υποθήκης και τις χρεώσεις της Τράπεζας Κύπρου χωρίς να υπάρχει ανάλογο και αντίστοιχο δικαίωμα στους καθ' ων η αίτηση να αντεξετάσουν τον εμπειρογνώμονα σε σχέση με την ορθότητα της γνώμης του. Επιπρόσθετα, η έκθεση θα βασίζεται επί γεγονότων για τα οποία ο εμπειρογνώμονας δεν έχει ορκισθεί προσωπικά ότι αληθεύουν χωρίς και πάλι να υπάρχει ευχέρεια αμφισβήτησης αυτών των γεγονότων. O αιτητής αποσκοπεί στην ακύρωση δύο υποθηκών. Το ουσιαστικό δίκαιο που θεμελιώνει το δικαίωμα του αιτητή να ζητήσει την ακύρωση υποθηκών και αυτό που καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου το Δικαστήριο θα ασκήσει την εξουσία του για την χορήγηση τέτοιας θεραπείας είναι το άρθρο 36 του Ν.9/
- Αυτό το άρθρο θεμελιώνει το νομικό δικαίωμα του αιτητή να αποταθεί στο Δικαστήριο για την χορήγηση τέτοιας θεραπείας. Στα πλαίσια αυτού του νόμου δεν υπάρχει ανάλογη διάταξη που να διέπει και το δικονομικό πλαίσιο εντός του οποίου ο αιτητής θα κινηθεί για να αιτηθεί τέτοιο νομικό δικαίωμα. Επομένως, εφαρμογή έχουν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας. Πιο κάτω παρατίθεται το άρθρο 36 του Νόμου 9/165: «Ακύρωσις υποθήκης υπό του δικαστηρίου 36.-
(1)Εις οιανδήποτε των ακολούθων περιστάσεων, ήτοι- (α) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται ή αμελή να προβή εις την εξάλειψιν υποθήκης ως εν άρθρω 35, καίτοι η διά ταύτης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη ή (β) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής αρνήται να αποδεχθή πληρωμήν του ποσού δι' ο συνέστη η υποθήκη, αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, και να προβή εις εξάλειψιν της υποθήκης ή (γ) εάν ο ενυπόθηκος δανειστής είναι αγνώστου διαμονής, ή είναι εταιρεία ή συνεταιρισμός ουχί πλέον εν ζωή, ή απέθανε και ο προσωπικός αντιπρόσωπος ή οι κληρονόμοι αυτού είναι άγνωστοι, και εις οιανδήποτε των ως είρηται περιπτώσεων είτε ο ενυπόθηκος οφειλέτης αδυνατεί, ως εξ οιουδήποτε των προμνησθέντων λόγων, να πληρώση εις τον δικαιούχον το διά της υποθήκης εξασφαλιζόμενον ποσόν αφού τούτο κατέστη πληρωτέον, είτε ή διά της υποθήκης εξασφαλιζομένη υποχρέωσις εξωφλήθη ή έπαυσεν υφισταμένη, ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να ζητήση παρά του Επαρχιακού Δικαστηρίου την έκδοσιν ακυρωτικού της υποθήκης διατάγματος, το δε Επαρχιακόν Δικαστήριον άμα τη υποβολή της τοιαύτης αιτήσεως δύναται να εκδώση το κατά το δοκούν δίκαιον υπό τας περιστάσεις διάταγμα, αναφορικώς προς την γνωστοποίησιν της γενομένης αιτήσεως προς οιονδήποτε πρόσωπον, την ακύρωσιν της υποθήκης, την κατάθεσιν χρηματικού τινος ποσού παρά τω Επαρχιακώ Δικαστηρίω, την διάθεσιν του ούτω κατατεθησομένου ποσού και οιονδήποτε έτερον συναφές ζήτημα.
(2)Άμα ως προσκομισθή τω Διευθυντή κεκυρωμένον αντίγραφον ακυρωτικού υποθήκης διατάγματος, εκδοθέντος ως εν εδαφίω
(1), ούτος οφείλει να εκτελέση τούτο και να γνωστοποιήση το γεγονός εις πάντα ενυπόθηκον δανειστήν μεταγενεστέρας υποθήκης συνεστημένης επί του ακινήτου όπερ βαρύνεται διά της πληρωμής του ποσού του εξασφαλιζομένου διά της υποθήκης εις ην αφορά το ακυρωτικόν διάταγμα, ως εάν η τοιαύτη υποθήκη είχεν εξαλειφθή υπό του ενυποθήκου δανειστού δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 35». Εφόσον ο νόμος αναγνωρίζει αυτοτελή νομικό δικαίωμα στον αιτητή να αιτηθεί ακύρωση των υποθηκών νοείται ότι το ένδικο μέσο το οποίο θα χρησιμοποιήσει για να διεκδικήσει τη θεραπεία δεν θα είναι ενδιάμεσο αλλά εναρκτήριο αίτημα. Η Δ. 1 κ.2 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι η λέξη «cause» σημαίνει τα ακόλουθα: ««cause» includes any action or other original proceeding between a plaintiff and defendant; Η Δ. 1 κ.2 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοεί ότι οι λέξεις «defendant» και «plaintiff» σημαίνουν τα ακόλουθα: «defendant» includes any person served with any writ of summons or process, or served with notice of, or entitled to attend any proceedings; «plaintiff» includes every person asking any relief (other than a defendant asking relief by way of counter-claim) against any other person by any form of proceeding, whether the proceeding is by action, petition, motion, summons or otherwise». Επομένως, στα πλαίσια εναρκτήριας αίτησης όπου προωθείται αυτοτελή νομικό δικαίωμα ο αιτητής είναι εκείνος που ζητεί τη συγκεκριμένη θεραπεία που προβλέπεται από τον νόμο και ο καθ' ου η αίτηση εκείνος που έχει έννομο συμφέρον από το αποτέλεσμα της αίτησης και δικαιούται να συμμετέχει στη διαδικασία. Σκοπός των ένορκων δηλώσεων στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης στην οποία διεκδικείται το συγκεκριμένο νομικό δικαίωμα είναι επιβεβαίωση γεγονότων που θεμελιώνει την αξίωση ο αιτητής ώστε να αποδείξει ότι δικαιούται την συγκεκριμένη θεραπεία. Το ίδιο ισχύει και για την ένσταση, δηλαδή η ένορκη δήλωση της ένστασης επιβεβαιώνει ενόρκως γεγονότα που καταδεικνύουν ότι ο αιτητής δεν δικαιούται τέτοια θεραπεία. Επομένως, στην περίπτωση που υπάρχουν γεγονότα που αμφισβητούνται μεταξύ των δύο αντίστοιχων ενόρκων δηλώσεων και το γεγονός είναι σημαντικό προς την χορήγηση ή όχι της θεραπείας που ζητείται με την αίτηση είναι δίκαιο να δοθεί ευκαιρία στον διάδικο να συμπληρώσει τη μαρτυρία του προφορικά ή άλλως πως ώστε η αληθινή εικόνα σε σχέση με τα γεγονότα να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ή και να δοθεί ευκαιρία στον αντίδικο να αντεξετάσει εκείνο που έκανε την αρχική δήλωση. Σε αιτήσεις εκκαθάρισης εταιρειών που προωθούνται με εναρκτήρια αίτηση που επιβεβαιώνεται με ένορκη δήλωση είναι συνήθες να επιτρέπεται να δοθεί προφορική μαρτυρία ή μαρτυρία επιπρόσθετη ενόρκως στην περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση του κ. Σάββα Ιωάννη Κασπάρη για άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση εντάλματος της φύσης Certiorari[1] επεξηγήθηκε ότι η ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης επιβεβαιώνει τα λεχθέντα της αίτησης αλλά στην περίπτωση που αυτά αμφισβητούνται με την ένσταση το Δικαστήριο πάντοτε έχει την διακριτική εξουσία να επιτρέψει προφορική μαρτυρία ή άλλη συμπληρωματική μαρτυρία εάν αυτό είναι δίκαιο και προς επίλυση των σημαντικών επίδικων πραγματικών ζητημάτων της υπόθεσης. «Η υπό κρίση απόφαση δόθηκε στα πλαίσια αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας. Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Παπαπέτρου κατά την αγόρευσή του ενώπιόν μου προς υποστήριξη της αίτησης, με αναφορά στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Εταιρική Αίτηση 259/89 επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd[2], η ακρόαση τέτοιων αιτήσεων γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται. Το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση στο οποίο με παρέπεμψε, με το οποίο συμφωνώ αναφέρει τα εξής: «Μια Εταιρική Αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση KMC Motors Ltd v. JosephancoTrading and Contracting Company[3]. Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του
- Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν.» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα του Pennington Company Law, 4η Έκδοση, σελ. 698, αναφέρεται: «The hearing of a winding up petition is held in open court by one of the judges of the Companies Court. The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally. The affidavit verifying the petition is prima facie proof of the facts alleged by it and suffices to prove the petitioner´s case unless there are affidavits filed in opposition.» Οι υποθέσεις Αναφορικά με την αίτηση του Φιλόκυπρου[4] και Messios & Sons Ltd. v Ανδρέα Λεωνίδα[5], στις οποίες με παρέπεμψε ο κ. Σάββα, δεν είναι απόλυτα σχετικές διότι σε εκείνες τις υποθέσεις ο αιτητής επιχειρούσε να καταθέσει συμπληρωματική μαρτυρία ενόρκως στα πλαίσια ενδιάμεσων αιτήσεων. Η παρούσα υπόθεση αφορά μαρτυρία που προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εναρκτήριου ένδικου μέσου όπου το Δικαστήριο υποχρεούται να προβεί σε ευρήματα γεγονότων προς επίλυση την αντικρουόμενων πραγματικών ζητημάτων και διά να αποφανθεί εάν θα εκδώσει την θεραπεία που επιζητείται με το εναρκτήριο ένδικο μέσο. Αναμφίβολα το ζήτημα της εγκυρότητας των υποθηκών είναι σημαντικό πραγματικό ζήτημα προς επίλυση στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με χρεώσεις της Τράπεζας που θα τεκμηρίωναν τη θέση του αιτητή ότι το χρέος δεν οφείλεται ή έχει εξοφληθεί. Όμως, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που προτείνεται να καταχωρηθεί προς αυτό τον σκοπό δεν βοηθά να επιλύσει ούτε το ένα πραγματικό ζήτημα αλλά και ούτε το άλλο. Αντιθέτως, αυτή η δήλωση παραπέμπει σε έκθεση ειδικού που για να εκφέρει την γνώμη του επί αυτών των ζητημάτων βασίζεται σε άλλα γεγονότα τα οποία δεν έχουν αποδειχθεί με θετική μαρτυρία. Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να δώσει στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να κρίνει την ορθότητα των δικών του συμπερασμάτων. Δεν είναι ρόλος του εμπειρογνώμονα να αντικαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου. «Duty of expert is to furnish the judge or jury with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions so as to enable the judge or jury to form their own independent judgement by 15 edition Sweet & Maxwell Opinion - Expert Evidence par. 37 - 12 the application of these facts proved in evidence». Ελεύθερη μετάφραση «Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να παρέχει στον Δικαστή ή στους ενόρκους τις αναγκαίες επιστημονικές πληροφορίες διά να εξετάσουν την ορθότητα των συμπερασμάτων των ώστε αυτοί να είναι σε θέση να σχηματίσουν την δική τους κρίση αφού εφαρμόσουν αυτά τα στοιχεία στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί». Το Δικαστήριο έχει καθήκον να αξιολογήσει την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα μέσα στο γενικό πλαίσιο των γεγονότων που έχουν αποδειχθεί με αποδεκτή μαρτυρία, και όχι να δώσει υπέρμετρη βαρύτητα στη γνώμη του εμπειρογνώμονα εάν αυτός δεν έχει πείσει το Δικαστήριο ότι η γνώμη του βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Με τον τρόπο που εισηγείται ο αιτητής να κατατεθεί η συμπληρωματική μαρτυρία του αιτητή, το αποτέλεσμα θα είναι να κατατεθεί η έκθεση του εμπειρογνώμονα ως έκθεση γεγονότων με τρόπο που αντικαθιστά την κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την ύπαρξη ή όχι οφειλόμενου ποσού και χωρίς να δοθεί ευκαιρία στην άλλη πλευρά να τον αντεξετάσει επί της έκθεσης του επειδή δεν έχει ορκιστεί ο εμπειρογνώμονας ενόρκως για τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται για να γνωματεύσει σε σχέση με την εγκυρότητα των υποθηκών και των χρεώσεων της τράπεζας. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν θα επιλύσει με δίκαιο τρόπο τα πραγματικά ζητήματα που προσφέρονται προς επίλυση στα πλαίσια της εναρκτήριας αίτησης. Αντιθέτως, θα αντικαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου με την κρίση του εμπειρογνώμονα και χωρίς να διασφαλισθούν τα εχέγγυα δίκαιας δίκης ως αυτά καθορίζονται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. Στην περίπτωση που ο αιτητής ήθελε να προσκομίσει μαρτυρία ειδικού να εκφέρει γνώμη για γεγονότα που έχουν διαπιστωθεί στα πλαίσια της αίτησης με βάση το δίκαιο της απόδειξης αυτός δεν είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα αίτησης επιδικάζονται εναντίον του αιτητή. Τα μέρη έχουν συμφωνήσει όπως τα έξοδα αυτής της αίτησης πληρωθούν στο τέλος, ώστε να ληφθεί υπόψη και το αποτέλεσμα της εναρκτήριας αίτησης ημερομηνίας 10 Σεπτεμβρίου
- (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] (Πολιτική Αίτηση Αρ. 206/2013) 3 Δεκεμβρίου 2013 [2] ημερομηνίας 28.05.1990 [3]
(1984)1 Α.Α.Δ. 390) [4] 1 ΑΑΔ 510
(2008)[5] 1 ΑΑΔ 195
(2010)