Χρίστου Φάντη ν. Γιώργου Κλαγγίδη, Αγωγή Αρ. 5591/09, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 5591/09 Μεταξύ: Χρίστου Φάντη Ενάγοντος και Γιώργου Κλαγγίδη Εναγομένου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2017 Για τον ενάγοντα: κα. Νότα Πελεκάνου, για Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον εναγόμενο: κ. Ανδρέας Ενταφιανός Α Π Ο Φ Α Σ Η Εισαγωγή - Δικόγραφα Με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ο ενάγων ζητεί το ποσό των €9.600 ως ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση προφορικής συμφωνίας ή/και ως συμφωνηθείσα ή/και εύλογη αμοιβή ή/και επί τη βάσει του quantum meruit, πλέον τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της απαίτησης, περί το τέλος Ιουνίου - αρχές Ιουλίου του 2009, ο εναγόμενος (ο οποίος είναι συνιδιοκτήτης μαζί με τον αδελφό του, ακινήτου στο χωριό Νήσου για το οποίο εκδόθηκε άδεια διαίρεσης σε δύο οικόπεδα) επικοινώνησε με τον ενάγοντα (ο οποίος είναι σχεδιαστής εσωτερικών και εξωτερικών χώρων κατοικιών), αναφέροντας του ότι ενδιαφέρεται όπως ο ενάγων του σχεδιάσει ιδέα ή/και προσχέδια και/ή του προσφέρει υπηρεσίες αναφορικά με τον σχεδιασμό τεσσάρων πολυτελών κατοικιών στο πιο πάνω ακίνητο. Κατά τον ίδιο χρόνο συνήφθη προφορική συμφωνία μεταξύ των δύο, όπως ο ενάγων προετοιμάσει, χωρίς χρέωση, αρχική ιδέα για την εξωτερική όψη των τεσσάρων κατοικιών. Συμφωνήθηκε επίσης ότι σε περίπτωση που ο εναγόμενος ενέκρινε την ιδέα του ενάγοντος, ο ενάγων θα προχωρούσε σε πιο λεπτομερή σχεδιασμό των κατοικιών (με λεπτομέρειες επί της διαρρύθμισης των εσωτερικών χώρων των κατοικιών) και θα πληρωνόταν €100 την ώρα. Στις 22.7.09 ο ενάγων απέστειλε στον εναγόμενο την αρχική του ιδέα για την εξωτερική όψη των τεσσάρων κατοικιών η οποία εγκρίθηκε από τον εναγόμενο, και ο οποίος ζήτησε όπως ο ενάγων προχωρήσει σε πιο λεπτομερή σχέδια. Του είπε επίσης να σημειώνει τις ώρες που θα αφιέρωνε για τον σχεδιασμό και ότι θα τον πλήρωνε σε μεταγενέστερο στάδιο. Τον Αύγουστο, ο ενάγων παρέδωσε στον εναγόμενο διάφορα σχέδια, ο εναγόμενος έκανε τηλεφωνικώς διάφορα σχόλια επί των σχεδίων, ο δε ενάγων εφήρμοζε τις επιθυμίες του εναγόμενου στα σχέδια. Περί τα τέλη Αυγούστου του 2009, και ενώ τα σχέδια είχαν προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό, ο εναγόμενος ανέφερε στον ενάγοντα ότι είχε διαφορές με τον αδελφό του αναφορικά με τις τέσσερεις κατοικίες και στη συνέχεια ζήτησε από τον εναγόμενο να προχωρήσει με τον σχεδιασμό οκτώ διαμερισμάτων. Αρχές Σεπτεμβρίου ο ενάγων ανέφερε στον εναγόμενο ότι προτού προχωρήσει με τον σχεδιασμό των οκτώ διαμερισμάτων, ο εναγόμενος θα έπρεπε να του καταβάλει την αμοιβή του για τις 96 ώρες που αφιέρωσε στον σχεδιασμό των τεσσάρων κατοικιών, δηλαδή να του καταβάλει το συνολικό ποσό των €9.
- Ο εναγόμενος αρνήθηκε να καταβάλει το εν λόγω ποσό, το οποίο και διεκδικείται με την παρούσα αγωγή. Ο εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση εγείροντας προδικαστική ένσταση ότι ο ενάγων δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής καθότι δεν είναι αρχιτέκτονας. Χωρίς επηρεασμό της προδικαστικής του ένστασης, ο εναγόμενος αποδέχεται ότι είναι συνιδιοκτήτης του ακινήτου που αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης και προσθέτει ότι μετά τον διαχωρισμό ήταν ιδιοκτήτης του τεμαχίου 316/
- Πέραν τούτου, ο εναγόμενος απορρίπτει το σύνολο των ισχυρισμών του ενάγοντος. Ισχυρίζεται ότι ο ενάγων του παρουσιάστηκε ως αρχιτέκτονας που εξασκούσε νόμιμα το εν λόγω επάγγελμα σύμφωνα με τον περί Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμο, Ν.41/
- Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι περί την 21.6.09 ο εναγόμενος έδωσε εντολή στον ενάγοντα για την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων για την κατασκευή έξι - οκτώ διαμερισμάτων των δύο και τριών υπνοδωματίων στο δικό του οικόπεδο σε σχήμα «Γ», έτσι ώστε να είναι δυνατή η εξέλιξη τους σε σχήμα «Π» σε περίπτωση που στη συνέχεια θα επιθυμούσε και ο αδελφός του να αναπτύξει το δικό του οικόπεδο. Αρνείται ότι συμφώνησαν οτιδήποτε για την αμοιβή του ενάγοντος και ισχυρίζεται επίσης ότι η αμοιβή των αρχιτεκτόνων καθορίζεται σύμφωνα με τους κανονισμούς του Συνδέσμου Πολιτικών Μηχανικών και Αρχιτεκτόνων Κύπρου και επί της προβλεπόμενης δαπάνης της οικοδομής. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι απέρριψε το προσχέδιο που είχε ετοιμάσει ο ενάγοντας για κατασκευή 4 κατοικιών, αφού επιθυμούσε την ανέγερση διαμερισμάτων και όχι κατοικιών. Επιπλέον είναι η θέση του ότι σε συνάντηση με τον ενάγοντα περί την 20.9.09 και όταν ο εναγόμενος ρώτησε τον ενάγοντα γιατί δεν προχωρά με την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων για διαμερίσματα, ο ενάγων του απάντησε ότι δεν σχεδιάζει διαμερίσματα. Ο εναγόμενος ζητεί την απόρριψη της αγωγής. Μαρτυρία Κατά την ακροαματική διαδικασία μαρτυρία έδωσαν τέσσερεις συνολικά μάρτυρες. Για την πλευρά του ενάγοντος μαρτυρία έδωσε ο ίδιος (ΜΕ1), η κα Μαρία Αρέστη (ΜΕ2) και η κα Σοφία Σουγλίδου (ΜΕ3) και για την πλευρά του εναγόμενου μαρτυρία έδωσε ο μόνο ίδιος (ΜΥ). Κατατέθηκαν επίσης 20 τεκμήρια. Μαρτυρία ενάγοντος (ΜΕ1) Ο ενάγων (ΜΕ1) ανέφερε ότι σπούδασε Interior και Product Design στην Ιταλία και ότι το πτυχίο του είναι εγκεκριμένο από την Κυπριακή Δημοκρατία. Κατέθεσε το βιογραφικό του σημείωμα (Τεκμήριο 1), το Portfolio του (Τεκμήριο 2), πιστοποιητικό της Accademia Italiana στο οποίο φαίνονται τα μαθήματα και οι βαθμοί του (Τεκμήριο 3), το πτυχίο του (Τεκμήριο 4), και επιστολή ημερ. 31.8.06 από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. προς τον πατέρα του κ. Νεόφυτο Φάντη (Τεκμήριο 5). Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του εργοδοτήθηκε σε εταιρεία στο Κατάρ όπου και γνώρισε τον εναγόμενο (ΜΥ) ο οποίος δούλευε ως επιμετρητής ποσοτήτων στην εν λόγω εταιρεία. Ο ΜΥ γνώριζε ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν αρχιτέκτονας. Κατά την αποχώρηση του ΜΕ1 από το Κατάρ, ο ΜΥ του ζήτησε το βιογραφικό του για να τον βοηθήσει να βρει δουλειά στους αρχιτέκτονες «Φιλίππου» τους οποίους ο ΜΥ γνώριζε. Το 2009 διευθετήθηκε συνάντηση με τον ΜΥ στην μπυραρία Platos όπου έγινε και η πρόταση. Ο ΜΥ του ζήτησε να σχεδιάσει τέσσερα σπίτια έναντι αμοιβής ύψους €20.000, όταν δε ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι δεν μπορεί να αποδεχτεί την πρόταση επειδή δεν είναι αρχιτέκτονας και δεν μπορεί να υπογράφει (σχέδια), ο ΜΥ του είπε ότι αυτό θα το αναλάβει ο ίδιος καθότι γνώριζε τους αρχιτέκτονες «Φιλίππου» και ότι θα κανόνιζε εκείνος να γίνουν αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία θα υπέγραφαν οι «Φιλίππου» και να εκδοθούν οι άδειες, οπότε ο ΜΕ1 δέχτηκε. Μετά από μία περίπου εβδομάδα, ο ΜΥ του διαβίβασε, μέσω του ξαδέλφου του Τάκη που δουλεύει στους «Φιλίππου» κάποιο φάκελο στον οποίο περιέχοντο χειρόγραφες οδηγίες και τοπογραφικά σχέδια των οικοπέδων. Αντίγραφο του εξωτερικού του φακέλου και αντίγραφο των χειρόγραφων οδηγιών που ευρίσκοντο εντός αυτού κατατέθηκαν ως Τεκμήριο
- Το υπόλοιπο περιεχόμενο του φακέλου κατατέθηκε ως Τεκμήριο προς Αναγνώριση Ω1, το οποίο, σημειώνω, ουδέποτε έγινε κανονικό τεκμήριο. Μία περίπου εβδομάδα αργότερα, ο ΜΥ είπε στον ΜΕ1 να προχωρήσει με τα προσχέδια. Του ζήτησε να ετοιμάσει ένα σπίτι για τον αδελφό του που ζει στην Αμερική, ένα σπίτι για τις κόρες του αδελφού του, ένα σπίτι για τον ΜΥ και ακόμη ένα το οποίο ο ΜΥ θα πωλούσε. Τα σπίτια θα χτίζονταν σε δύο μεγάλα οικόπεδα. Ως προς την αμοιβή του ΜΕ1 συμφώνησαν ότι αυτή θα ήταν €20.000 και ο ΜΥ του ζήτησε να σημειώνει τις ώρες κατά τις οποίες θα εργαζόταν. Ο ΜΕ1 ετοίμασε την πρώτη ιδέα (το σχετικό σχέδιο κατατέθηκε ως Τεκμήριο 7) την οποία και απέστειλε στον ΜΥ. Ακολούθως, ο ΜΥ τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς ότι η ιδέα άρεσε τόσο στον ίδιο όσο και στον αδελφό του και ζήτησε από τον ΜΕ1 να προχωρήσει με τα σχέδια. Στη συνέχεια ο ΜΥ του απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 22.7.09 με το οποίο ζητούσε να ενημερωθεί ως προς το πόσα τετραγωνικά μέτρα θα ήταν το κάθε σπίτι (Τεκμήριο 8). Οι ΜΕ1 και ΜΥ συνέχισαν να επικοινωνούν για τα σχέδια μέσω τηλεφώνου, σε κάποιο δε στάδιο ο ΜΕ1 ζήτησε κάποιες διευκρινίσεις ούτως ώστε να μπορεί να συνεχίσει, και ο ΜΥ του ζήτησε να του στείλει τα σχέδια, όπως και έπραξε ο ΜΕ1 (σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 27.8.09 το οποίο επανεστάλη στις 29.8.09 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 9). Ο ΜΥ απέστειλε στον ΜΕ1 ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 29.8.09 (Τεκμήριο 10) στο οποίο έκανε αναφορά σε σχεδιασμό οκτώ διαμερισμάτων των 125τ.μ. περίπου, ζητώντας από τον ΜΕ1 να μην «κολλήσει» στα τέσσερα διαμερίσματα των 250τ.μ. Τότε ο ΜΕ1 τηλεφώνησε στον ΜΥ και ο ΜΥ του ανέφερε ότι μίλησε με τον αδελφό του και ήθελαν να γίνει μια ιδέα για οκτώ διαμερίσματα, την οποία του ζήτησε να ετοιμάσει μέχρι τις 17.9.09 που θα επέστρεφε στην Κύπρο. Ο ΜΕ1 του ανέφερε ότι θα μιλούσαν στην Κύπρο. Ο ΜΥ ζήτησε επίσης τα σχέδια τα οποία, ως ανέφερε, δεν είχε ακόμη λάβει, ο δε ΜΕ1 ξαναέστειλε τα σχέδια. Ως προς τις ώρες που ανάλωσε για ετοιμασία των σχεδίων, τις οποίες ο ΜΕ1 κατέγραφε, ανέφερε ότι δούλεψε 4 ώρες στις 10.7.09, 4 ώρες στις 11.7.09, 4 ώρες στις 15.7.09, 4 ώρες στις 16.7.09, 4 ώρες στις 17.7.09, 8 ώρες στις 18.7.09, 10 ώρες στις 19.7.09, 5 ώρες στις 20.7.09, 8 ώρες στις 4.8.09, 8 ώρες στις 5.8.09, 10 ώρες στις 6.8.09, 10 ώρες στις 7.8.09, 10 ώρες στις 10.8.09, 10 ώρες στις 11.8.09 και 5 ώρες στις 17.8.
- Ξεκαθάρισε ότι τις ώρες τις κατέγραφε για τον εαυτό του αφού είχε ήδη συμφωνηθεί το ποσό και ότι τις έγραφε εάν τις ξεπερνούσε στην εργασία. Περί τις 18.9.09 συναντήθηκαν στην μπυραρία Platos όπου ο ΜΥ ρώτησε αν ήταν έτοιμα τα σχέδια για τα οκτώ διαμερίσματα, λέγοντας του ΜΕ1 να τα ετοιμάσει για να πληρωθεί. Ο ΜΕ1 ζήτησε από τον ΜΥ να του καταβάλει τη μισή από την συμφωνηθείσα αμοιβή για τα τέσσερα σπίτια που σχεδίασε (δηλαδή το ποσό των €10.000) και με τις υπόλοιπες €10.000 θα έκανε τα σχέδια για τα οκτώ διαμερίσματα. Ο ΜΥ αρνήθηκε και ο ΜΕ1 έφυγε από την μπυραρία. Όταν πήγε σπίτι, περί τις 4:00 το πρωί, έστειλε μήνυμα στον ΜΥ ζητώντας την αμοιβή του, και αναφέροντας του ότι θέλει να σταματήσει η συνεργασία τους. Ερωτηθείς εκ νέου αν υπολόγισε το ύψος της αμοιβής του ανέφερε ότι αυτό ήταν ήδη συμφωνημένο και ότι οι ώρες που δούλεψε αντιστοιχούν σε €10.000 περίπου. Μέχρι σήμερα ο ΜΥ δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό στον ΜΕ1 για την εργασία που ο τελευταίος εξετέλεσε. Ο ΜΥ δεν ανταποκρίθηκε στο μήνυμα του ΜΕ1 και λίγες μέρες μετά ο ΜΕ1 καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Μετά την επίδοση της αγωγής, ο ΜΥ τηλεφώνησε στον αδελφό του ΜΕ1 και φωνάζοντας του ζήτησε να πει στον ΜΕ1 να αποσύρει την αγωγή και να «τα βρούνε», αλλιώς «θα δει ένα άλλο Κλαγγίδη και θα δει τι θα πάθει». Λίγους μήνες μετά του τηλεφώνησαν από την Αστυνομία και τον ενημέρωσαν ότι έγινε καταγγελία εναντίον του από τον ΜΥ. Όταν έδιδε κατάθεση στην Αστυνομία, του υποδείχθηκε έγγραφο που δόθηκε από τον ΜΥ στο οποίο εμφαίνοντο οι οδηγίες του τελευταίου προς τον ΜΕ1, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο ΜΕ1 ανέφερε στον αστυνομικό ότι πρώτη φορά έβλεπε τις εν λόγω οδηγίες οι οποίες ήταν κατασκευασμένες και ότι ο ίδιος είχε άλλες οδηγίες σε φάκελο. Ως Τεκμήριο 12 κατατέθηκε η κατάθεση του ΜΕ1 στην Αστυνομία και ως Τεκμήριο 13 η κατάθεση του ΜΥ στην Αστυνομία. Ο ΜΕ1 αθωώθηκε στην Ποιν. Υπόθ. 25753/10 που ασκήθηκε εναντίον του και αντίγραφο της δικαστικής απόφασης κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Ο ΜΕ1 ανέφερε επίσης ότι ο ΜΥ τον κατήγγειλε και στο ΕΤΕΚ και κατέθεσε επιστολή του ΜΥ στην οποία περιέχεται η εν λόγω καταγγελία ως Τεκμήριο
- Αντεξετασθείς διαφώνησε ότι ο τίτλος του δεν είναι αναγνωρισμένος από το ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ., δέχθηκε όμως ότι δεν υπέβαλε αίτηση με βάση την Κ.Δ.Π. 172/
- Εξήγησε ότι ο λόγος που ζήτησε την επιστολή Τεκμήριο 5 ήταν για να λάβει φοιτητική χορηγία, την οποία και έλαβε. Δεν χρειάστηκε οποιοδήποτε έτερο πιστοποιητικό για αναγνώριση του πτυχίου του. Είπε επίσης ότι είναι μέλος του συνδέσμου των Interior Designers, στον οποίο κάποιος μπορεί να εγγραφεί όταν το πανεπιστήμιο στο οποίο φοιτά είναι αναγνωρισμένο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Ανέφερε επίσης ότι έλαβε τον φάκελο Τεκμήριο 6 εντός του Ιουνίου του 2009, χωρίς να είναι όμως βέβαιος ότι τον έλαβε τον εν λόγω μήνα λόγω έλευσης πολλών ετών. Όταν έλαβε τις οδηγίες του ΜΥ, ρώτησε τον τελευταίο αν ήθελε τέσσερα διαμερίσματα αντί σπίτια, και ο ΜΥ του είπε ότι ήθελε τέσσερα σπίτια όπως είχαν πει στην μπυραρία Platos. Το σχέδιο Τεκμήριο 7 το απέστειλε στον εναγόμενο τον Ιούλιο του 2007 (μεταξύ 10 και 15 Ιουλίου του 2007). Διαφώνησε ότι απέστειλε το εν λόγω σχέδιο τον Αύγουστο. Ξεκαθάρισε ότι στο σχέδιο Τεκμήριο 7 αποτυπώνεται μία πρώτη ιδέα για την εξωτερική εμφάνιση των σπιτιών και ότι θα ρωτούσαν στη συνέχεια αν μπορεί να οικοδομηθεί δεύτερος όροφος στα σπίτια. Είπε επίσης ότι στα σχέδια που ετοίμασε στη συνέχεια (Τεκμήριο 9) δεν υπάρχει δεύτερος όροφος, αλλά μόνο υπόγειο, ισόγειο και πρώτος όροφος. Ο ΜΕ1 αντεξετάσθηκε επίσης σε σχέση με την προφορική του συμφωνία με τον ΜΥ. Είπε ότι συμφώνησε με τον ΜΥ ότι σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν ενέκρινε την πρώτη ιδέα, ο ΜΕ1 δεν θα τον χρέωνε. Επέμεινε ότι συμφωνήθηκε ότι η αμοιβή του θα ήταν €20.000 και ότι ο εναγόμενος του ζήτησε να «γράφει τις ώρες του». Ο ίδιος θα πληρωνόταν για την ιδέα, τα προσχέδια και τον σχεδιασμό («την εργασία των σχεδίων»), και οι αρχιτέκτονες θα προχωρούσαν με την υποβολή των αιτήσεων για τις άδειες. Όταν του επισημάνθηκε ότι στην Έκθεση Απαίτησης του δεν γίνεται αναφορά σε συμφωνία για αμοιβή €20.000, επέμεινε ότι η συμφωνία τους ήταν για το εν λόγω ποσό. Δέχθηκε ότι δεν είναι αρχιτέκτονας, ερωτηθείς δε αν την περίοδο που ετοίμασε τα σχέδια (10.7.09 - 17.8.09) εργαζόταν στο αρχιτεκτονικό γραφείο 3D Decor, απάντησε αρνητικά. Ούτε ήταν εγγεγραμμένος στο Φ.Π.Α. καθότι ο μισθός του δεν ξεπερνούσε το όριο για να πρέπει να εγγραφεί. Δεν εξέδωσε τιμολόγιο για τις εργασίες που προσέφερε. Αρνήθηκε την υποβολή ότι συναντήθηκε με τον ΜΥ στις 20.9.09, και επέμεινε ότι συναντήθηκαν στην μπυραρία Platos στις 18.9.09 όταν ο ΜΥ του είπε ότι για να τον πληρώσει θα έπρεπε να του σχεδιάσει οκτώ διαμερίσματα, στις 19.9.09 του απέστειλε το μήνυμα στο κινητό και δεν συναντήθηκαν ξανά. Το τελευταίο ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβε από τον ΜΥ ήταν το Τεκμήριο 10 και αρνήθηκε ότι έλαβε επιστολή ημερ. 22.9.09 από τον ΜΥ μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ερωτηθείς ως προς τη θέση που κατείχε στην εταιρεία στο Κατάρ δήλωσε ότι είχε αποστείλει πριν την πρόσληψη του το βιογραφικό του σημείωμα καθώς και το πτυχίο του, αλλά επειδή υπήρχε κενή θέση αρχιτέκτονα, τον είχαν προσλάβει ως αρχιτέκτονα, προσθέτοντας ότι αρκετά άτομα στην εταιρεία (περιλαμβανομένου του ΜΥ) δεν είχαν πτυχία αντίστοιχα της θέσης την οποία κατείχαν. Τα σχέδια που ετοίμασε ο ίδιος ήταν προσχέδια, και για να γίνουν αρχιτεκτονικά σχέδια θα έπρεπε να τα «δουλέψει» αρχιτέκτονας. Τα σχέδια μπορεί να τα ετοιμάσει κάποιος που ξέρει να χρησιμοποιεί αρχιτεκτονικά προγράμματα. Δέχτηκε ότι η εργασία που εκτέλεσε αποτελεί ένα μέρος της αρχιτεκτονικής εργασίας. Επανεξετασθείς ανέφερε ότι δεν υπάρχει νόμος που να ρυθμίζει ποιος μπορεί να παρέχει υπηρεσίες Interior Designer στην Κύπρο και ότι υπάρχουν αρκετά άτομα που δουλεύουν σε αρχιτεκτονικά γραφεία που απλά γνωρίζουν τα αρχιτεκτονικά προγράμματα Auto-Cad χωρίς να έχουν πτυχίο. Μαρτυρία κας Μαρίας Αρέστη (ΜΕ2) Η κα Αρέστη (ΜΕ2) ανέφερε ότι είναι Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός στο Πρωτοκολλητείο των ποινικών υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και ότι έχει στην κατοχή της τον φάκελο της Ποιν. Υπόθ. 25753/
- Κατέθεσε σχετικώς τα αποστενογραφημένα πρακτικά που τηρήθηκαν στην εν λόγω υπόθεση στις 21.9.12 (Τεκμήριο 16). Η ΜΕ2 δεν αντεξετάστηκε. Μαρτυρία κας Σοφίας Σουγλίδου (ΜΕ3) Η κα Σουγλίδου (ΜΕ3) είναι αρχιτέκτονας, εγγεγραμμένη στο ΕΤΕΚ (η ετήσια άδεια της κατατέθηκε ως Τεκμήριο 17) και αναφέρθηκε στις σπουδές της στην Αγγλία (απ' όπου απέκτησε πτυχίο και μεταπτυχιακό τίτλο) καθώς και στην εργασιακή της εμπειρία. Ερωτήθηκε αν τα σχέδια Τεκμήρια 7 και 9 αποτελούν προϊόν αρχιτεκτονικής εργασίας και απάντησε ότι τα σχέδια αυτά σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν αρχιτεκτονικό σχέδιο, εξηγώντας παράλληλα τους λόγους για τους οποίους κατέληξε σε αυτό το συμπέρασμα, που έχουν να κάνουν με το ότι στην κάτοψη (Τεκμήριο 9) δεν υπάρχουν διαστάσεις, τα σωστά ανοίγματα ή ο προσανατολισμός, το δε στατικό κομμάτι είναι στην ουσία ανύπαρκτο αφού δεν υπάρχουν κολώνες. Η ίδια θεωρεί ότι πρόκειται για ένα σκίτσο το οποίο ετοιμάζεται πριν την προμελέτη. Αντεξετασθείσα ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον ΜΕ1, ούτε και κατέθεσε στα πλαίσια ποινικής υπόθεσης. Ανέφερε επίσης ότι το σχέδιο Τεκμήριο 9 μπορεί να το κάνει κάποιος που δεν είναι επαγγελματίας αρχιτέκτονας και ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί αρχιτεκτονικό σχέδιο αλλά σκίτσο, επανέλαβε δε τις ελλείψεις αυτού. Αν κάποιος έδιδε στην ίδια τα σχέδια Τεκμήρια 7 και 9 θα μπορούσε να προχωρήσει σε ορθό αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, νοουμένου ότι θα δίδοντο διευκρινίσεις αναφορικά με τα σημεία που είναι αδιευκρίνιστα στα σκίτσα. Εξήγησε ότι οροφοδιαμέρισμα είναι ένα διαμέρισμα που καλύπτει ένα ολόκληρο όροφο ενός κτιρίου, και τέσσερα οροφοδιαμερίσματα θα καταλαμβάνουν τέσσερεις ορόφους. Το ύψος του κάθε ορόφου εξαρτάται από τις επιθυμίες του κάθε πελάτη. Υπό κανονικές συνθήκες το καθαρό ύψος του κάθε ορόφου είναι 3 μέτρα (3,65 μέτρα αν θα τοποθετηθούν κρυμμένοι μηχανισμοί). Η οδηγία για τον σχεδιασμό τεσσάρων ισόγειων κατοικιών διαφέρει από την οδηγία για τον σχεδιασμό τεσσάρων οροφοδιαμερισμάτων, καθότι απαιτείται διαφορετικός χειρισμός στο σχεδιαστικό και στο λειτουργικό κομμάτι. Όταν κάποιος δεν είναι εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ δεν μπορεί να υπογράφει αρχιτεκτονικά σχέδια, και στην ουσία δεν μπορεί να ασκεί το επάγγελμα του αρχιτέκτονα. Κάποιος που είναι σχεδιαστής (και δεν υπογράφει αρχιτεκτονικά σχέδια) δεν χρειάζεται άδεια από το ΕΤΕΚ. Η σχεδίαση δεν απαγορεύεται, όπως είπε. Επίσης οι αρχιτέκτονες, πριν εξασφαλίσουν άδεια εξάσκησης του επαγγέλματος (καθότι απαιτείται γι' αυτό κάποια χρόνια εμπειρίας και πρακτικής), προβαίνουν σε αρχιτεκτονικό σχεδιασμό, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι τα σχέδια τους μπορεί να γίνουν αποδεκτά από την Πολεοδομία. Επανεξετασθείσα ανέφερε ότι κοιτάζοντας τα Τεκμήρια 7 και 9 δεν μπορεί να γνωρίζει τι συμφωνία έγινε μεταξύ των δύο μερών πριν την ετοιμασία τους. Μαρτυρία εναγόμενου (ΜΥ) Ο εναγόμενος (ΜΥ) υιοθέτησε ως την κυρίως εξέταση του γραπτή δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο Α). Ανέφερε ότι γνωρίζει τον ΜΕ1 από τα τέλη Σεπτεμβρίου του 2008 όταν δούλευαν στην ίδια εταιρεία στην Ντόχα του Κατάρ, ο ΜΥ στο Τμήμα Επιμετρητών Ποσοτήτων και ο ΜΕ1 ως Αρχιτέκτονας. Ο ΜΕ1 είχε δηλώσει ότι ήταν αρχιτέκτονας και έτσι παρουσιαζόταν, ο δε ΜΥ έμαθε για πρώτη φορά για την επαγγελματική ιδιότητα του ΜΕ1 όταν διάβασε την παρούσα αγωγή. Περί τα μέσα Απριλίου του 2009 απέστειλε στον ΜΕ1, μέσω κάποιου εξάδελφου του, το Τεκμήριο 6 με οδηγίες όπως ο ΜΕ1 σχεδιάσει τέσσερα οροφοδιαμερίσματα των δύο και τριών υπνοδωματίων σαν αρχική ιδέα. Ουδέποτε ζήτησε από τον ΜΕ1 να σχεδιάσει ιδέα ή προσχέδια για τέσσερεις κατοικίες. Δεν συμφώνησε με τον ΜΕ1 για την αμοιβή του τελευταίου, αφού ο ΜΕ1 θα προετοίμαζε την αρχική ιδέα χωρίς χρέωση, και αν ο ΜΥ την ενέκρινε, θα συμφωνούσαν για την αμοιβή του ΜΕ1 και τότε ο ΜΕ1 θα προχωρούσε στον πλήρη σχεδιασμό της. Ο ΜΕ1 δεν προετοίμασε οτιδήποτε, γι' αυτό ο ΜΥ στις 24.6.09 έδωσε στον ΜΕ1 επιστολή (Τεκμήριο 11) στην οποία επισύναψε την άδεια διαίρεσης με τους σχετικούς όρους και τοπογραφικό σχέδιο του ακινήτου, με οδηγίες όπως ο ΜΕ1 ετοιμάσει αρχιτεκτονική πρόταση για σχεδιασμό έξι - οκτώ διαμερισμάτων των δύο και τριών υπνοδωματίων. Αντ' αυτού, ο ΜΕ1 του απέστειλε, στις 22.7.09 με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο την αρχική του ιδέα για τέσσερεις κατοικίες (Τεκμήριο 7). Την ίδια μέρα ο ΜΥ τον ρώτησε πόσα τετραγωνικά μέτρα είναι το κάθε σπίτι και ο ΜΕ1 του απάντησε περίπου 200-250 (τα δύο αυτά ηλεκτρονικά μηνύματα κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 18). Ακολούθησε τηλεφωνική επικοινωνία στα πλαίσια της οποίας ο ΜΥ ανέφερε στον ΜΕ1 ότι δεν τον ενδιαφέρει ο σχεδιασμός κατοικιών, επισημαίνοντας του εξάλλου ότι στην περιοχή δεν επιτρέπεται ανέγερση κατοικιών ύψους πέραν των 8,30 μέτρων, δηλαδή πέραν του ισογείου και του πρώτου ορόφου, υποδεικνύοντας του και πάλιν να ασχοληθεί με την εκπόνηση αρχιτεκτονικής πρότασης για έξι - οκτώ διαμερίσματα. Ο ΜΕ1 του υποσχέθηκε ότι θα διαμόρφωνε τους χώρους του ισογείου και του πρώτου ορόφου σε διαμερίσματα. Ουδέποτε ενέκρινε την ιδέα του ΜΕ1 για τέσσερεις πολυτελείς κατοικίες και επέμεινε στη δική του πρόταση, κάτι το οποίο προκύπτει από τα Τεκμήρια 9 και
- Ούτε και ανέφερε οτιδήποτε στον ΜΕ1 για διαφορές μεταξύ του ιδίου και του αδελφού του, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Στις 23.8.09 ο ΜΕ1 του απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου σχέδιο κάτοψης ισογείου μόνο για τέσσερεις κατοικίες (Τεκμήριο 19), το οποίο ο ΜΥ δεν είδε καθότι μεταξύ 19.8.09 και 27.8.09 βρισκόταν στο Νοσοκομείο στην Ντόχα ένεκα προβλημάτων υγείας. Την ίδια ημέρα, ο ΜΕ1 του έστειλε και το σχέδιο Τεκμήριο 9 το οποίο δεν έλαβε. Όταν επέστρεψε στην εργασία του στις 29.8.09 ο ΜΥ απέστειλε στον ΜΕ1 το ηλεκτρονικό μήνυμα Τεκμήριο 10, ο ΜΕ1 ακολούθως του απέστειλε εκ νέου το Τεκμήριο 9, αμέσως δε μετά ο ΜΥ τον παρακάλεσε τηλεφωνικώς να σταματήσει και να συζητήσουν το θέμα όταν θα βρισκόταν στην Κύπρο περί τις 17.9.
- Συναντήθηκε με τον ΜΕ1 στις 19 προς 20 Σεπτεμβρίου του 2009, στην παρουσία του αδελφού του ΜΕ1, και ο ΜΥ του ξεκαθάρισε και πάλι ότι η πρόταση του ΜΕ1 για τέσσερεις κατοικίες δεν τον ενδιαφέρει και του ζήτησε να προχωρήσει με τα έξι - οκτώ διαμερίσματα, πλην όμως ο ΜΕ1 ανέφερε ότι δεν σχεδιάζει διαμερίσματα αλλά μόνο σπίτια. Ο ΜΕ1 ζήτησε να πληρωθεί και ο ΜΥ του ζήτησε να ετοιμάσει γραπτώς το συνολικό κόστος και ανάλυση εργασιών μέχρι την έκδοση πολεοδομικής οικοδομικής άδειας. Ο ΜΕ1 του απάντησε ότι το γραφείο στο οποίο εργάζεται χρεώνει €100.000 για μια τέτοια δουλειά. Ακολούθως ο ΜΕ1 ζήτησε πληρωμή για 96 ώρες προς €25 την ώρα (σύνολο €2.400), όταν δε ο ΜΥ τον ρώτησε πώς δικαιολογούνται οι 96 ώρες, ο ΜΕ1 απάντησε ότι έκανε ξεχωριστές μελέτες για τις κουζίνες και τα πατώματα που θα ήταν από γυαλί. Η εν λόγω συνάντηση δεν απέφερε οποιοδήποτε αποτέλεσμα και στις 22.9.09 ο ΜΥ απέστειλε στον ΜΕ1 μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επιστολή του ημερ. 21.9.09 (Τεκμήριο 20), στην οποία αναφέρεται το ιστορικό της υπόθεσης. Αντεξετασθείς ανέφερε ότι στο Κατάρ εργαζόταν στο Εμπορικό Τμήμα, στο οποίο υπαγόταν το Τμήμα Επιμετρήσεων, και αναφέρθηκε στην εργασία που εκτελούσαν οι επιμετρητές ποσοτήτων. Ως προς τα προσόντα του, ανέφερε ότι παρακολούθησε εντατικά μαθήματα επιμετρητών για ένα χρόνο σε σχολή που είχε ιδρύσει η εταιρεία J & P Overseas Ltd, και ακολούθως εργοδοτήθηκε σε εταιρείες στις χώρες του αραβικού κόλπου για 22 χρόνια. Δέχτηκε ότι εργάζεται ως επιμετρητής ποσοτήτων χωρίς να κατέχει σχετικό πανεπιστημιακό τίτλο. Οι εταιρείες στον αραβικό κόλπο προσλαμβάνουν επιμετρητές ποσοτήτων χωρίς πτυχίο, εξ αιτίας της πείρας τους. Δέχτηκε επίσης ότι στις εν λόγω εταιρείες ένας σχεδιαστής εσωτερικών χώρων μπορεί να εργοδοτηθεί ως αρχιτέκτονας. Το γεγονός ότι ο ΜΕ1 είχε δηλώσει ότι ήταν αρχιτέκτονας το συμπέρανε επειδή στο δελτίο μισθοδοσίας της εταιρείας, ο ΜΕ1 περιγραφόταν ως «Αrchitect», και, περαιτέρω, ο ΜΕ1 του δήλωνε ότι είναι αρχιτέκτονας, μέρος της ομάδας η οποία ήλεγχε τα αρχιτεκτονικά σχέδια. Ανέφερε επίσης ότι χρησιμοποίησε τις προσωπικές του σχέσεις για να εξασφαλίσει εργοδότηση στον ΜΕ1 στο αρχιτεκτονικό γραφείο Ι & Α Φιλίππου, του διευθέτησε συνέντευξη, πλην όμως, ο ΜΕ1 δεν πήγε στη συνέντευξη. Ο ΜΥ ανέφερε επίσης ότι 16.4.09 - 24.4.09 βρισκόταν στην Κύπρο. Ερωτηθείς γιατί αφού ήταν στην Κύπρο δεν έδωσε ο ίδιος τον φάκελο Τεκμήριο 6 στον ΜΕ1 απάντησε ότι έδωσε τον φάκελο στον εξάδελφο του που εργάζεται στους «Φιλίππου», για να τον δώσει με τη σειρά του στον αδελφό του ΜΕ1 και ο τελευταίος να τον δώσει στον ΜΕ1, κάτι που θεώρησε πιο εύκολο από το να τηλεφωνήσει στον ΜΕ1 για να του τον δώσει. Είπε επίσης ότι όταν έλαβε το Τεκμήριο 7 τηλεφώνησε αμέσως στον ΜΕ1 και του ανέφερε ότι δεν ζήτησε τριώροφες κατοικίες και ότι το επιτρεπόμενο ύψος οικοδομής στο τεμάχιο του είναι 8,30 μέτρα. Ερωτηθείς γιατί δεν αντέδρασε τότε, αλλά έστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα Τεκμήριο 8 ρωτώντας πόσα τετραγωνικά μέτρα είναι το κάθε σπίτι, απάντησε ότι από το Τεκμήριο 7 δεν φαίνεται αν σχεδιάστηκαν διαμερίσματα ή οροφοδιαμερίσματα και ότι ο όρος «σπίτι» σημαίνει τόπος κατοικίας που μπορεί να είναι διαμέρισμα, βίλα, ξύλινο κτλ. Ο ίδιος γνώριζε για τον περιορισμό στο ύψος των 8,30 μέτρων από τον χρόνο που υπέβαλε τα σχέδια για άδεια διαχωρισμού, τα οποία έδωσε στον ΜΕ1 στις 24.6.09, ως ισχυρίζεται, μαζί με την επιστολή ίδιας ημερομηνίας. Δέχθηκε ότι μίλησε με τον αδελφό του ΜΕ1 την Κυριακή και τη Δευτέρα μετά την επίδοση της παρούσας αγωγής, αρνήθηκε όμως ότι τον απείλησε. Όταν επέστρεψε στην Ντόχα ανακοίνωσε το γεγονός της καταχώρησης της αγωγής εναντίον του στον Διευθυντή του Έργου ο οποίος είναι μέλος του ΕΤΕΚ, και ο τελευταίος τον συμβούλεψε να καταγγείλει το γεγονός στο ΕΤΕΚ, όπως και έπραξε. Περαιτέρω, η απόφαση να σταλεί η καταγγελία του στην Αστυνομία ήταν του νομικού συμβούλου του ΕΤΕΚ. Ο ΜΥ παραπέμφθηκε στη μαρτυρία που έδωσε στα πλαίσια της Ποιν. Υπόθ. 25753/10 και δέχθηκε ότι τον Απρίλιο γνώριζε ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ. Όμως, υποστήριξε, όταν τον Ιούνιο ο ΜΕ1 βρήκε δουλειά, τον διαβεβαίωσε ότι είχε κάνει την αίτηση του, γι' αυτό έθεσε ως όρο στην επιστολή της 24.6.09 ότι ο ΜΕ1 θα πρέπει να είναι εγγεγραμμένος στο ΦΠΑ για να είναι όλα νόμιμα. Δέχθηκε, βεβαίως, ότι η εγγραφή στο ΦΠΑ είναι κάτι διαφορετικό από την εγγραφή στο ΕΤΕΚ. Αγορεύσεις Οι δύο πλευρές κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις προς υποστήριξη των θέσεων τους. Αμφότεροι οι συνήγοροι αναφέρθηκαν στη μαρτυρία που δόθηκε στο Δικαστήριο, προβαίνοντας έκαστος σε εισηγήσεις ως προς την αξιοπιστία των μαρτύρων που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, καθώς και σε ανάλυση της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Οι γραπτές αγορεύσεις έχουν μελετηθεί προσεκτικά και οι εισηγήσεις των συνηγόρων λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο, αναφορά δε στις θέσεις που προβλήθηκαν σε αυτές θα γίνει πιο κάτω. Αξιολόγηση μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω την αξιοπιστία και τη μαρτυρία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων. Για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων καθοδηγούμαι από διάφορους παράγοντες που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, η ύπαρξη σ' αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής που παρουσιάζεται, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η μνήμη τους, οι λόγοι που είχαν να θυμούνται αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους, η εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα κτλ (C & A Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1273, 1280 - 1281, Χατζηγεωργίου ν. Δημοκρατίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 174). Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγήσουν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιαστικής μορφής και να δημιουργούν ρήγματα στην υπόθεση (Πολ. Έφ. 195/09, Swepco Construction Ltd v. Επίσημου Παραλήπτη κ.α., ημερ. 30.5.2014). Μικροαντιφάσεις ή μικρές ανακρίβειες δεν αποδυναμώνουν μια γενικά πειστική μαρτυρία, αντίθετα, δυνατό να την ενδυναμώσουν καταδεικνύοντας την ανυπαρξία προσχεδιασμού ή συνεννόησης μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (Ποιν. Έφ. 23/15, Μαρκίτσης ν. Αστυνομίας, 21.4.16, σελ. 12 και 13, Τυμπιώτης ν. Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612, 629). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Kadis v. Nicolaou
(1986)1 CLR 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 454), υπό την προϋπόθεση ότι η σχετική επιλογή αιτιολογείται (Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506). Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν γίνεται κατά τρόπο μικροσκοπικό (Πολ. Έφ. 387/09, Παρλάτα ν. Δημητρίου, ημερ. 21.5.2014), ούτε και περιορίζεται στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, 1061) και στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται από τις δύο πλευρές (σύγγραμμα Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης - Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, 2014, σελ. 135). Χωρίς να παραγνωρίζω το προφανές προσωπικό συμφέρον του ΜΕ1 από την έκβαση της παρούσας υπόθεσης, σημειώνω ότι μου έκανε, σε γενικές γραμμές, πολύ καλή εντύπωση. Απαντούσε με ευθύτητα και χωρίς υπεκφυγές ή δισταγμό στις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο, παρέμεινε δε σταθερός κατά την αντεξέταση του. Οι περιγραφές που έδιδε ήταν λεπτομερείς και μου έδωσε την εντύπωση προσώπου που μετέφερε στο Δικαστήριο γεγονότα που πράγματι βίωσε. Χωρίς να απουσιάζουν κάποιες επουσιώδεις αντιφάσεις ως προς το πότε ακριβώς έλαβαν χώρα κάποια γεγονότα, η οποία δικαιολογείται, κατά τη γνώμη μου, λόγω της παρέλευσης επτά περίπου ετών από τον χρόνο στον οποίο διαδραματίστηκαν, η εκδοχή του ΜΕ1 ως προς την χρονολογική σειρά που έλαβαν χώρα τα γεγονότα ήταν καθόλα συνεπής. Εμφανής και γνήσια ήταν επιπλέον η πικρία που καθαρά διαφάνηκε ότι ένιωθε, λόγω του ότι μετά την έγερση της παρούσας αγωγής, ο ΜΥ προέβη σε καταγγελία εναντίον του στην Αστυνομία, κάτι που οδήγησε σε καταχώρηση ποινικής υπόθεσης σε βάρος του και συνακόλουθη ταλαιπωρία για αρκετά χρόνια, πριν την αθώωσή του. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με τον συνήγορο του εναγόμενου ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 ότι οι οδηγίες του ΜΥ ήταν όπως ο πρώτος σχεδιάσει τέσσερις κατοικίες διαψεύδεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου
- Ο ΜΕ1 εξήγησε με πειστικότητα και σταθερότητα ότι όταν έλαβε τις οδηγίες Τεκμήριο 6, στις οποίες πράγματι γινόταν αναφορά σε τέσσερα οροφοδιαμερίσματα, ρώτησε τον ΜΥ τηλεφωνικώς αν εν τέλει επιθυμεί να σχεδιαστεί πολυκατοικία με οροφοδιαμερίσματα (και παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι ως και η ΜΕ3 εξήγησε οδηγία για τέσσερα οροφοδιαμερίσματα παραπέμπει σε τετραώροφο κτίριο) και ο ΜΥ του είπε να προχωρήσει με τέσσερα σπίτια, όπως είχαν πει στη συνάντηση στην μπυραρία Platos. Εξάλλου, στις οδηγίες του ΜΥ (Τεκμήριο 6) περιλαμβάνεται πρόχειρο σχέδιο με ελεύθερο χέρι στο οποίο φαίνονται τέσσερα κουτάκια με το γράμμα «Χ» εντός εκάστου εξ αυτών, κάτι που παραπέμπει σε σχεδιασμό τεσσάρων κατοικιών στο ίδιο επίπεδο. Περαιτέρω, ως ο ΜΥ ανέφερε, στο τεμάχιο του δεν επιτρεπόταν η ανέγερση οικοδομής ύψους πέραν των 8,30 μέτρων, κάτι που ο ΜΥ γνώριζε σύμφωνα με τη μαρτυρία του από τον καιρό που υπέβαλε την αίτηση για άδεια διαχωρισμού. Για τους πιο πάνω λόγους, η εισήγηση του κ. Ενταφιανού ότι η προβληθείσα από τον ΜΕ1 θέση ως προς τις οδηγίες που του έδωσε ο ΜΥ διαψεύδεται από το Τεκμήριο 6 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 ήταν πειστικός στη θέση του ότι οι μόνες οδηγίες που ο ΜΥ του έδωσε προ της ετοιμασίας της αρχικής ιδέας (Τεκμήριο 7) ήταν οι χειρόγραφες οδηγίες που περιέχοντο εντός του φακέλου Τεκμήριο 6, τις οποίες ο ΜΥ παραδέχεται ότι έδωσε (αν και τις τοποθετεί χρονικά στον Απρίλιο του 2009, θέση η οποία δεν γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που αναφέρονται στα πλαίσια της αξιολόγησης της δικής του μαρτυρίας, πιο κάτω). Η θέση του ΜΕ1 ότι είδε τις οδηγίες Τεκμήριο 11 για πρώτη φορά όταν του υποδείχθηκαν στον Αστυνομικό σταθμό και ενόσω έδιδε κατάθεση για την εναντίον του διερευνώμενη ποινική υπόθεση ήταν σταθερή, εκφράστηκε δε αμέσως προς τον αστυνομικό που λάμβανε τη σχετική κατάθεση όπως προκύπτει από το Τεκμήριο
- Περαιτέρω, εφόσον το σχετικό τοπογραφικό σχέδιο στάληκε μέσα στον φάκελο Τεκμήριο 6 (όπως αναφέρεται στη συνοδευτική επιστολή), δεν είναι αντιληπτό γιατί ο ΜΥ θα έπρεπε να ξαναστείλει στον ΜΕ1 το ίδιο τοπογραφικό σχέδιο (ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 11). Όπως δεν είναι αντιληπτό γιατί εφόσον ο ΜΥ θεωρούσε τις οδηγίες του στο Τεκμήριο 6 σαφέστατες, ως ανέφερε, υπήρχε ανάγκη να σταλούν εκ νέου οδηγίες, οι οποίες, μάλιστα, δεν ήταν οι ίδιες με τις οδηγίες που φαίνονται στο Τεκμήριο 6, αφού ενώ στο εν λόγω Τεκμήριο γίνεται αναφορά σε σχεδιασμό τεσσάρων οροφοδιαμερισμάτων, στο Τεκμήριο 11 γίνεται αναφορά σε σχεδιασμό έξι - οκτώ διαμερισμάτων. Των ανωτέρω δοθέντων, και λαμβάνοντας υπόψιν τη γενικότερη εικόνα που οι ΜΕ1 και ΜΥ άφησαν στο Δικαστήριο, κρίση μου είναι ότι οι μόνες οδηγίες που δόθηκαν στον ΜΕ1 από τον ΜΥ ήταν οι οδηγίες Τεκμήριο 6, ως η θέση του ΜΕ
- Όσον αφορά τώρα στην ημερομηνία αποστολής της αρχικής ιδέας για τις τέσσερεις κατοικίες (Τεκμήριο 7) στον ΜΥ, σημειώνω ότι, παρά το ότι το εν λόγω σχέδιο στάληκε με ηλεκτρονικό μήνυμα, το μήνυμα αυτό δεν κατατέθηκε από οποιαδήποτε εκ των δύο πλευρών. Υποβλήθηκε αρχικώς στον ΜΕ1 από τον κ. Ενταφιανό ότι το εν λόγω σχέδιο στάληκε στον ΜΥ τέλος Αυγούστου[1] υποβολή την οποία ο ΜΕ1 δεν αποδέχτηκε, αναφέροντας ότι αυτό δεν είναι δυνατό επειδή ο ΜΥ του απέστειλε στις 22.7.09 το ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο τον ρωτούσε πόσα τετραγωνικά μέτρα είναι το κάθε σπίτι (Τεκμήριο 8), και επιπλέον τον Αύγουστο στάληκε το σχέδιο Τεκμήριο 9, η ετοιμασία του οποίου ακολούθησε της έγκρισης της αρχικής ιδέας. Η εν λόγω τοποθέτηση του ΜΕ1 ήταν πειστική, και συνάδει επιπλέον με την έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στο Δικαστήριο, και συγκεκριμένα, τα Τεκμήρια 8, 19 και 9 που αποτελεί ηλεκτρονική αλληλογραφία που ακολούθησε της έγκρισης της αρχικής ιδέας. Εντοπίζεται, βεβαίως, πρέπει να σημειωθεί, μία μικρή διάσταση μεταξύ της μαρτυρίας του ΜΕ1 ότι απέστειλε στον ΜΥ το Τεκμήριο 7 μεταξύ 10 - 15 Ιουλίου του 2009[2] και της δικογραφημένης του θέσης ότι η αρχική ιδέα (Τεκμήριο 7) στάληκε κατά ή περί το τέλος Ιουλίου και συγκεκριμένα στις 22.7.09.[3] Όμως η διάσταση αυτή είναι επουσιώδης και δεν μπορεί να πλήξει την αξιοπιστία του ΜΕ1, λαμβάνοντας υπόψιν την παρέλευση πολλών ετών από τον χρόνο στον οποίο τα επίδικα γεγονότα διαδραματίστηκαν, αλλά και το γεγονός ότι είτε το Τεκμήριο 7 στάληκε στις 15.7.09 είτε στις 22.7.09 δεν έχει σημασία. Σημασία έχει ότι η θέση του ΜΕ1, ότι μετά την αποστολή της αρχικής του ιδέας (και δη λίγες ώρες μετά την αποστολή της ή την επόμενη ημέρα[4]) ο ΜΥ του ανέφερε τηλεφωνικώς ότι η ιδέα άρεσε στον ίδιο και τον αδελφό του δίδοντας του οδηγίες να προχωρήσει με βάση αυτή, ήταν αταλάντευτη. Ούτε με την εισήγηση του κ. Ενταφιανού ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ της προφορικής μαρτυρίας του ΜΕ1 και των παρ. 11 και 12 της Έκθεσης Απαίτησης μπορώ να συμφωνήσω. Ο κ. Ενταφιανός στηρίζει την εισήγηση του στο γεγονός ότι ενώ στις εν λόγω παραγράφους ο ΜΕ1 ισχυρίζεται ότι ο ΜΥ του ανέφερε ότι υπήρχαν διαφορές μεταξύ εκείνου και του αδελφού του για τις τέσσερεις κατοικίες, προφορικά προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ο αδελφός του ΜΥ συμφώνησε με τις τέσσερεις κατοικίες. Θεωρώ ότι δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ της δικογραφημένης θέσης του ΜΕ1 και της προφορικής του μαρτυρίας, για τον λόγο ότι ο ΜΕ1 ανέφερε, και ήταν καθόλα σταθερός επί τούτου, ότι όταν απέστειλε την πρώτη ιδέα (Τεκμήριο 7) στον ΜΥ, οι δύο μίλησαν τηλεφωνικώς και ο ΜΥ του ανέφερε ότι έδειξε την ιδέα στον αδελφό του και του άρεσε, οπότε έδωσε οδηγίες στον ΜΕ1 να προχωρήσει πάνω σε αυτή την ιδέα. Τούτο έγινε τον Ιούλιο του
- Η δεύτερη συνομιλία κατά την οποία έγινε αναφορά από τον ΜΕ1 στον αδελφό του ΜΥ έλαβε χώρα μετά την αποστολή του Τεκμηρίου 10 (ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 29.8.09) στο οποίο γινόταν αναφορά από τον ΜΥ σε σχεδιασμό οκτώ διαμερισμάτων, οπότε ο ΜΕ1 του τηλεφώνησε αναφέροντας του ότι πρώτη φορά ακούει για οκτώ διαμερίσματα και ο ΜΥ του είπε «επειδή σκέφτηκα με τον αδελφό μου πώς θα το κτίσουμε, να μας κάνεις και μια ιδέα για τα οκτώ». Ο ΜΕ1 δεν αναφέρθηκε μεν σε διαφορές μεταξύ του ΜΥ και του αδελφού του, ούτε όμως προέβαλε θέση που να αντιφάσκει προς τις δικογραφημένες του θέσεις. Εξάλλου σημασία για την έκβαση της παρούσας αγωγής έχει το γεγονός ότι γίνεται δεκτή η θέση του ΜΕ1 ότι ο ΜΥ ενέκρινε την αρχική ιδέα, με τον λόγο για τον οποίο ο ΜΥ ακολούθως ζήτησε την ετοιμασία σχεδίων για οκτώ διαμερίσματα (Τεκμήριο 10) αντί τεσσάρων κατοικιών να μην έχει ιδιαίτερη σημασία. Ως προς την εισήγηση του κ. Ενταφιανού ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 πως ετοίμασε αρχιτεκτονικά σχέδια διαψεύδεται από την ΜΕ3, επισημαίνω ότι ο ΜΕ1 ουδέποτε ανέφερε στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης ότι προέβη στην ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων. Τόσο στην Έκθεση Απαίτησης του όσο και στην προφορική του μαρτυρία ο ΜΕ1 αναφερόταν σε σχέδια, στη βάση των οποίων ουσιαστικά, όπως προφορικά εξήγησε, αργότερα θα ετοιμάζονταν αρχιτεκτονικά σχέδια από τους αρχιτέκτονες «Φιλίππου», αφού ο ίδιος δεν ήταν αρχιτέκτονας και δεν είχε δικαίωμα υπογραφής αρχιτεκτονικών σχεδίων. Ο ΜΕ1 είχε αναφέρει στην Αστυνομία όταν έδιδε κατάθεση (Τεκμήριο 12) ότι ετοίμασε αρχιτεκτονικά σχέδια, θέση η οποία όχι μόνο δεν επαναλήφθηκε ενώπιον μου αλλά αντίθετα από την πλευρά του ΜΕ1 προσφέρθηκε μαρτυρία (αυτή της ΜΕ3) προς απόδειξη της δικογραφημένης θέσης του ότι ετοίμασε σχέδια (αρχικά μιας πρώτης ιδέας και στη συνέχεια λεπτομερές σχέδιο). Το δε γεγονός ότι στην κατάθεση του στην Αστυνομία ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ο ΜΥ του ανέθεσε την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων δεν μπορεί να κλονίσει την αξιοπιστία του ΜΕ1, αφού ο ΜΕ1 είχε αναφέρει και στην Αστυνομία ότι αρνήθηκε αρχικώς την πρόταση αφού δεν ήταν αρχιτέκτονας οπότε ο ΜΥ του ανέφερε ότι τα σχέδια θα ελέγχονταν και θα υπογράφονταν από τους αρχιτέκτονες «Φιλίππου» και είναι υπό αυτό το πρίσμα που θα πρέπει να ειδωθεί η σχετική αναφορά του. Σημειώνω τέλος ότι ο ΜΕ1 αρνήθηκε ότι έλαβε το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 22.9.09 (Τεκμήριο 20). Δεδομένης της κατάθεσης του εν λόγω μηνύματος από τον ΜΥ, και δεδομένου επιπλέον ότι οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις που φαίνονται σε αυτό είναι οι διευθύνσεις από τις οποίες αποστέλλετο αλληλογραφία την οποία ΜΕ1 και ΜΥ παραδέχονται ότι έλαβαν, δέχομαι ότι αυτό το μήνυμα εστάλη. Το γεγονός όμως της αποστολής του δεν εξυπακούει άνευ άλλης μαρτυρίας και ότι ο ΜΕ1 έλαβε γνώση του περιεχομένου του, ανοίγοντας το μήνυμα, εξετάζοντας δε τη μαρτυρία του ΜΕ1 θεωρώ πως αυτός είναι και ο λόγος που αρνήθηκε τη λήψη του. Άλλωστε, ο ΜΕ1 δεν είχε κανένα λόγο να αρνηθεί γνώση του εν λόγω μηνύματος αν το είχε πράγματι δει, αφού αυτό εστάλη μετά τη λήξη της συνεργασίας του με τον ΜΕ1, σε αυτό δε καταγράφονται απλώς οι θέσεις του ΜΥ ως προς τα γεγονότα. Παρά την πολύ καλή εντύπωση που αποκόμισα για τον ΜΕ1, και την αποδοχή του συντριπτικού μέρους της μαρτυρίας του, άλλο μέρος μαρτυρίας του ΜΕ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό, δεδομένης της παγίως νομολογημένης αρχής ότι ζητήματα και θέσεις που δεν δικογραφούνται δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη έστω και αν τέθηκαν στη μαρτυρία χωρίς ένσταση (μεταξύ άλλων, Πολ. Εφ. 94/10 και 158/10, Φελλά κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 28.9.2015, Μελάς ν. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826, Latifundia Properties Ltd v. Φάκη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 670, Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, Πουρίκκος ν. Σάββα κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507). Αναφέρομαι ειδικότερα στη θέση που ο ΜΕ1 προέβαλε, ότι ως προς την αμοιβή του συμφωνήθηκε με τον ΜΥ όπως ο τελευταίος του καταβάλει το ποσό των €20.000. Δικογραφημένη θέση του ΜΕ1 είναι ότι «ο ενάγοντας θα πληρωνόταν €100 την ώρα που ο ενάγοντας απασχολείτουν στο σχεδιασμό των κατοικιών»[5] διεκδικεί δε με την αγωγή του αμοιβή για 96 ώρες, δηλαδή το συνολικό ποσό των €9.600.[6] Όμως, με την προφορική του μαρτυρία δεν υποστήριξε καθ' οιονδήποτε τρόπο την ως άνω δικογραφημένη του θέση. Ερωτηθείς από τη συνήγορο του αν είχε συμφωνηθεί η αμοιβή του με τον ΜΥ, έλαβε χώρα η εξής στιχομυθία: «E. Είχατε συμφωνήσει και για την αμοιβή σας; A. Ναι μου είπε "20 χιλιάδες ευρώ και σημείωνε τις ώρες σου". E. Πώς θα χρεώνονταν οι ώρες σας; A. Βασικά οι ώρες μου συμφωνήσαμε το ποσό και εγώ έγραφα τις ώρες εάν είχε ξεπεράσει το συμφωνημένο ποσό που είχαμε πει.»[7] Ο εν λόγω ισχυρισμός, δηλαδή ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του για τον σχεδιασμό των τεσσάρων κατοικιών ήταν €20.000 και ότι σημείωνε τις ώρες που εργαζόταν σε περίπτωση που ξεπερνούσε το εν λόγω ποσό, επαναλήφθηκε σε διάφορα σημεία της μαρτυρίας του, όταν δε, κατά την αντεξέταση του, του υποδείχθηκε η αντίφαση μεταξύ της προφορικής του μαρτυρίας και της δικογραφημένης του θέσης, ο ΜΕ1 επέμεινε ότι η συμφωνία ήταν για το ποσό των €20.000.[8] Τούτη ήταν η θέση του, σημειώνω, και στα πλαίσια της κατάθεσης που έδωσε στην Αστυνομία (Τεκμήριο 12). Ανέφερε, σημειώνω, ο ΜΕ1 ότι στην τελευταία συνάντηση στην μπυραρία Platos ζήτησε για τα σχέδια που είχε ήδη ετοιμάσει το ποσό των €10.000 επειδή σε αυτό το ποσό αντιστοιχούν περίπου οι ώρες που δούλεψε,[9] πλην όμως, ουδέποτε ανέφερε ότι συμφώνησε με τον ΜΥ κάποιο συγκεκριμένο ποσό για κάθε ώρα εργασίας του. Της ανωτέρω αξιολόγησης δοθείσας, η μαρτυρία του ΜΕ1 γίνεται αποδεκτή, πλην του σημείου που αφορούσε στη συμφωνηθείσα με τον ΜΥ αμοιβή, για τους λόγους που εξήγησα. Η ΜΕ2 ήταν τυπική μάρτυρας η οποία κλήθηκε για να καταθέσει τα πρακτικά ημερ. 21.9.12 που τηρήθηκαν στα πλαίσια της Ποιν. Υπόθ. 25753/10, όπως και έπραξε. Η μαρτυρία της παρέμεινε αναντίλεκτη και την αποδέχομαι. Η ΜΕ3 ήταν μία ανεξάρτητη μάρτυρας, η οποία επίσης μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Η μαρτυρία της ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της. Η ΜΕ3 αναφέρθηκε με λεπτομέρεια στις σπουδές της και την εμπειρία της, κατέθεσε δε την κάρτα μέλους της στο ΕΤΕΚ. Η σχετική μαρτυρία της δεν έτυχε αμφισβήτησης από τον συνήγορο του ΜΥ και την αποδέχομαι. Τούτου δοθέντος, και έχοντας κατά νουν τις αρχές που καθορίζουν το πότε ένας μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας (Evangelou v. Ambizas
(1982)1 C.L.R. 41, 57) κατάληξή μου είναι ότι η ΜΕ3 είναι εμπειρογνώμονας, και συνεπώς, κατ΄ εξαίρεση προς τον γενικό κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, δικαιωματικά εξέφρασε γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας της (Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746, 750), και η μαρτυρία της, θα προσεγγιστεί στη βάση των καλά γνωστών νομολογιακών αρχών αξιολόγησης τέτοιων μαρτύρων (Philippou v. Odysseos
(1989)1 Α.Α.Δ. 1). Η ΜΕ3 εξέφρασε την άποψη της ως προς αριθμό θεμάτων που εμπίπτουν στα πλαίσια της εμπειρογνωμοσύνης της, τεκμηριώνοντας αυτήν με πειστικότητα. Η μαρτυρία της επί των θεμάτων τούτων δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης από την πλευρά του εναγόμενου και την αποδέχομαι. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, σημειώνω ότι στη ΜΕ3 τέθηκαν από τον συνήγορο του εναγόμενου και ορισμένες ερωτήσεις καθαρά νομικής υφής όπως το κατά πόσον ορισμένες συμβάσεις είναι παράνομες. Οι επί των εν λόγω ερωτήσεων εκφρασθείσες από την ΜΕ3 απόψεις δεν μπορεί βεβαίως να ληφθούν υπόψιν ούτε και δεσμεύουν καθ' οιονδήποτε τρόπο το Δικαστήριο. Σημειώνω εξάλλου ότι στη ΜΕ3 υποβλήθηκαν ερωτήσεις με παραπομπή στον περί Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμο, Ν.41/62, νόμος ο οποίος καταργήθηκε στις 27.6.97 (Κ.Δ.Π. 183/97). Σε αντίθεση με τον ΜΕ1 και τους έτερους μάρτυρες της πλευράς του ενάγοντος, ο ΜΥ δεν μου έκανε καλή εντύπωση και θεωρώ ότι δεν προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Δεν απαντούσε με ευθύτητα τις ερωτήσεις που του υποβάλλοντο, καταφεύγοντας ενίοτε σε υπεκφυγές, ενώ σε κάποιες από τις ερωτήσεις δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις. Επιπλέον, υπέπεσε σε αντιφάσεις σε καίρια σημεία της μαρτυρίας του. Θέση του ΜΥ είναι ότι δεν γνώριζε πως ο ΜΕ1 δεν ήταν αρχιτέκτονας όταν του ανέθεσε τη σχεδίαση των σπιτιών και ότι πληροφορήθηκε περί τούτου όταν του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή. Πέραν του ότι η εν λόγω βασική θέση του ΜΥ έρχεται σε αντίθεση με τη σταθερή περί του αντιθέτου μαρτυρία του ΜΕ1, η σχετική θέση του ΜΥ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή αξιολογούμενη επί των δικών της όρων, για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω. Ο ΜΥ ανέφερε πως ο λόγος που τελούσε υπό την εντύπωση ότι ο ΜΥ ήταν αρχιτέκτονας, ήταν το γεγονός ότι ο ΜΕ1 είχε εργοδοτηθεί στην εταιρεία (όπου οι δύο τους εργάζονταν) στο Κατάρ, ως αρχιτέκτονας (κάτι που δεν αμφισβητείται από τον ΜΕ1). Ο ΜΥ, όμως, δέχθηκε κατά την αντεξέτασή του ότι και ο ίδιος εργάζεται ως επιμετρητής ποσοτήτων χωρίς να κατέχει αντίστοιχο πανεπιστημιακό τίτλο, κάτι που, ως ανέφερε, δεν είναι ασύνηθες στις χώρες του αραβικού κόλπου, και δέχτηκε επίσης ότι και ένας σχεδιαστής εσωτερικών χώρων μπορεί να εργοδοτηθεί στις εν λόγω χώρες ως αρχιτέκτονας. Ερωτηθείς δε ο ΜΥ πώς γνωρίζει ότι ο ΜΕ1 «είχε δηλώσει ότι ήταν αρχιτέκτονας», δεν παρέπεμψε σε οποιαδήποτε επίσημη δήλωση του ΜΕ1 προς τους πρώην εργοδότες τους. Περαιτέρω, ο ΜΥ ανέφερε σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του ότι περί τον Απρίλιο του 2009 χρησιμοποίησε τις προσωπικές του γνωριμίες για να εξασφαλίσει στον ΜΕ1 εργοδότηση στο αρχιτεκτονικό γραφείο Ι & Α Φιλίππου (και συγκεκριμένα τον εξάδελφο του που εργάζεται στο εν λόγω γραφείο από το 1979), και πράγματι εξασφάλισε, ως ανέφερε, στον ΜΕ1 σχετική συνέντευξη. Τούτο συνάδει με τη θέση του ΜΕ1 ότι όταν έφυγε από το Κατάρ, ο ΜΥ του ζήτησε το βιογραφικό του σημείωμα, στο οποίο αναφερόταν ότι ο ΜΕ1 ήταν Interior Designer για να του βρει δουλειά στους «Φιλίππου» τους οποίους ο ΜΥ γνώριζε. Θεωρώ δε ότι είναι εύλογο πως για να εξασφαλίσει την εν λόγω συνέντευξη, ο ΜΥ πράγματι ζήτησε από τον ΜΕ1 να του χορηγήσει το βιογραφικό του σημείωμα, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψιν ότι ο ΜΥ γνώριζε ότι η εργοδότηση κάποιου στη θέση αρχιτέκτονα σε εταιρεία σε χώρα του αραβικού κόλπου δεν σήμαινε κατ' ανάγκη ότι κατείχε πτυχίο για τη θέση αυτή. Πέραν των ανωτέρω, ως ο ΜΥ παραδέχθηκε, προέβη σε καταγγελία εναντίον του ΜΕ1 στο ΕΤΕΚ στις 5.11.09 (Τεκμήριο 15). Στη σχετική επιστολή ο ΜΥ αναφέρει ότι λαμβάνοντας το κλητήριο για την παρούσα αγωγή διαπίστωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο ΜΕ1 δεν είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο του ΕΤΕΚ και ότι δεν έχει άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος. Η θέση που προβάλλεται από τον ίδιο στην εν λόγω επιστολή έρχεται σε καταφανή αντίθεση με την προφορική του μαρτυρία, στα πλαίσια της οποίας παραδέχθηκε ότι τον Απρίλιο του 2009 γνώριζε ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ και ότι ουδέποτε το αμφισβήτησε, γεγονός που πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία του. Ερωτηθείς δε ειδικώς γιατί αφού γνώριζε ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ προέβη σε καταγγελία εναντίον του ΜΕ1 ισχυριζόμενος ότι τον κοροΐδεψε, επικαλέστηκε απάντηση της ΜΕ3 ότι και η ίδια έτυχε να είχε συμφωνήσει με πελάτη για την εκπόνηση μελέτης πριν εξασφαλίσει την άδεια της από το ΕΤΕΚ. Πέραν του ότι η απάντηση αυτή του ΜΥ αποτελεί ξεκάθαρη υπεκφυγή από μέρους του, σημειώνω πως αυτό που η ΜΕ3 είχε αναφέρει είναι ότι έτυχε να συναντηθεί με πελάτη λίγους μήνες πριν εξασφαλίσει την άδεια της (καθότι απαιτείται πρακτική εξάσκηση προ της εξασφάλισης αυτής), του ξεκαθάρισε ότι δεν είναι ακόμη αδειούχα και ότι όταν θα εξασφάλιζε την άδεια της θα μπορούσαν να προχωρήσουν κανονικά. Επιπλέον, ο ΜΥ παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι είναι σε θέση να «διαβάζει» σκίτσα. Στο Τεκμήριο 7 (που αποτελεί την αρχική ιδέα που ο ΜΕ1 ετοίμασε και του απέστειλε) υπάρχουν τυποποιημένα πινακίδια με διάφορους τίτλους όπως «Σχέδιο», «Κυριότητα», «Στάδιο», «Ημερομ.», «Τίτλος Σχεδίου» κτλ και το όνομα του ΜΕ1 αναγράφεται κάτω από τον τίτλο «Interior Architecture», ερωτηθείς δε αν δεν αντιλήφθηκε αυτό που διάβασε στο εν λόγω πινακίδιο, ο ΜΥ είπε ότι «Interior Architectural» ήταν η εταιρεία στην οποία ο ΜΕ1 του είπε ότι εργαζόταν τον μήνα Αύγουστο, απάντηση η οποία πέραν του ότι δεν είναι καθόλου πειστική, αλλά αντίθετα φαντάζει ως πρόχειρη, δεν συνάδει και με το γεγονός ότι το εν λόγω σχέδιο στάληκε τον Ιούλιο και πριν την αποστολή από μέρους του ΜΥ του ηλεκτρονικού μηνύματος Τεκμήριο
- Σημειώνω εξάλλου ότι ουδέποτε υποβλήθηκε αντίστοιχη θέση στον ΜΕ1, στον οποίον η μόνη ερώτηση που του υποβλήθηκε ήταν κατά πόσον μεταξύ 10.7.09 και 17.8.09 εργαζόταν στο αρχιτεκτονικό γραφείο 3D Decor. Των ανωτέρω δοθέντων, κρίνω ότι ο ΜΥ δεν ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο όταν ανέφερε ότι ο ίδιος έλαβε γνώσιν του γεγονότος ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν αρχιτέκτονας με την επίδοση της παρούσας αγωγής, γεγονός που πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Θέση του ΜΥ είναι ότι ο ίδιος ουδέποτε ζήτησε από τον ΜΕ1 να του ετοιμάσει σχέδια για τέσσερα σπίτια, ότι ουδέποτε ενέκρινε την αρχική ιδέα του ΜΕ1 (Τεκμήριο 7), ότι το Τεκμήριο 6 εστάλη στον ΜΕ1 τον Απρίλιο του 2009 και όχι περί τον Ιούνιο του 2009 ως η θέση του ΜΕ1, και ότι οι οδηγίες του ΜΥ περιέχοντο σε επιστολή ημερ. 24.6.09 (Τεκμήριο 11) την οποία έδωσε στον ΜΕ
- Ούτε οι εν λόγω θέσεις του ΜΥ μπορούν να γίνουν αποδεκτές για τους λόγους που εξηγούνται στη συνέχεια. Ξεκινώντας από τη θέση του ΜΥ ότι οι οδηγίες Τεκμήριο 6 στάληκαν στον ΜΕ1 τον Απρίλιο του 2009, αυτή δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πέραν της σταθερότητας του ΜΕ1 επί του ότι οι εν λόγω οδηγίες του διαβιβάστηκαν μετά τη συνάντηση στην μπυραρία Platos περί τα τέλη Ιουνίου, και πέραν της γενικότερης κακής εικόνας που ο ΜΥ άφησε στο Δικαστήριο, η θέση του ΜΥ ότι οι οδηγίες δόθηκαν στον ΜΕ1 τον Απρίλιο του 2009 δεν συνάδει με τη δικογραφημένη του θέση ότι η εντολή δόθηκε στον ΜΕ1 κατά ή περί την 21.6.09.[10] Πουθενά στην Υπεράσπιση του ο ΜΥ δεν αναφέρεται σε οδηγίες που κατ' ισχυρισμόν έδωσε τον Απρίλιο του 2009, ομοίως δε, δεν γίνεται αναφορά σε αυτές στην καταγγελία που υπέβαλε εναντίον του ΜΕ1 προς το ΕΤΕΚ στις 5.11.09 (Τεκμήριο 15). Δεδομένης της απόρριψης της θέσης του ΜΥ ότι οι οδηγίες Τεκμήριο 6 στάληκαν στον ΜΕ1 τον Απρίλιο του 2009, αλλά και της αποδοχής της θέσης του ΜΕ1 ότι οι εν λόγω οδηγίες του διαβιβάστηκαν περίπου τέλη Ιουνίου του 2009, η θέση του ΜΥ ότι τέλη Ιουνίου του 2009 έδωσε επίσης το Τεκμήριο 11 στον ΜΕ1 δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, για τους λόγους που αναφέρθηκαν στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του ΜΕ1 επί του θέματος αυτού, στους οποίους παραπέμπω για σκοπούς αποφυγής επαναλήψεων. Ως προς το κατά πόσον ο ΜΥ έδωσε στον ΜΕ1 οδηγία για σχεδίαση τεσσάρων σπιτιών ή τεσσάρων οροφοδιαμερισμάτων, επαναλαμβάνω ότι παρά το γεγονός ότι στο Τεκμήριο 6 γίνεται όντως αναφορά σε τέσσερα οροφοδιαμερίσματα, στο εν λόγω Τεκμήριο σχεδιάστηκαν τέσσερα κουτάκια, κάτι που παραπέμπει σε σχεδιασμό τεσσάρων οικοδομών στο ίδιο επίπεδο. Περαιτέρω, στο τεμάχιο του ΜΥ δεν θα μπορούσε να ανεγερθεί οικοδομή ύψους πέραν των 8,30 μέτρων, και όπως η ΜΕ3 εξήγησε, οδηγία για τέσσερα οροφοδιαμερίσματα παραπέμπει σε τετραώροφο κτίριο, και ο κάθε όροφος συνήθως έχει καθαρό ύψος 3 μέτρα. Συνεπώς και με δεδομένο ότι ο ΜΥ γνώριζε για τον περιορισμό στο ύψος της οικοδομής ως ανέφερε, δεν θα μπορούσε πράγματι να είχε ζητήσει τον σχεδιασμό τεσσάρων οροφοδιαμερισμάτων, και η σταθερή θέση του ΜΕ1 ότι μετά τη λήψη των οδηγιών Τεκμήριο 6 επικοινώνησε με τον ΜΥ ο οποίος του ξεκαθάρισε ότι επιθυμούσε την σχεδίαση τεσσάρων κατοικιών όπως είχαν συμφωνήσει στην μπυραρία Platos, είναι η θέση που γίνεται αποδεκτή. Ως προς το κατά πόσον ο ΜΥ ενέκρινε την αρχική ιδέα που ο ΜΕ1 του απέστειλε τον Ιούλιο του 2009, θέση του ΜΥ είναι ότι, όταν έλαβε το Τεκμήριο 7 αμέσως τηλεφώνησε στον ΜΕ1 και του επισήμανε ότι ουδέποτε ζήτησε τριώροφες κατοικίες και ότι το μέγιστο ύψος οικοδομής στο τεμάχιο του ήταν 8,30 μέτρα. Η σχετική θέση του ΜΥ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή για τους λόγους που θα εξηγήσω. Στις 22.7.09, και αφού έλαβε το Τεκμήριο 7, ο ΜΥ ρώτησε τον ΜΕ1 πόσα τετραγωνικά μέτρα είναι το κάθε σπίτι (Τεκμήριο 8). Ερωτηθείς γιατί υπέβαλε την εν λόγω ερώτηση αφού, κατά τη θέση του, οι οδηγίες του ήταν άλλες, είπε ότι από το σκίτσο δεν φαίνεται αν σχεδιάστηκαν διαμερίσματα ή οροφοδιαμερίσματα. Θεωρώ ότι είναι πέρα για πέρα καθαρό ότι ο ΜΕ1 σχεδίασε τέσσερα σπίτια, με το κάθε σπίτι να έχει τη δική του πισίνα και κήπο, ως ρητώς αναφέρεται στην πρώτη σελίδα του Τεκμηρίου 7, και οποιαδήποτε απορία ως προς τον τύπο της κατοικίας που σχεδιάστηκε δεν δικαιολογείται κατά τη γνώμη μου. Ο ΜΥ είπε επίσης ότι θεωρεί την ερώτηση του στο Τεκμήριο 8 απόλυτα φυσιολογική και ότι «σπίτι» σημαίνει στα αρχαία ελληνικά «δωμάτιο φιλοξενίας» και στα νέα ελληνικά «τόπος κατοικίας» και μπορεί να πρόκειται για διαμέρισμα, βίλα ή ξύλινο σπίτι. Με κάθε σεβασμό προς τον μάρτυρα, θεωρώ ότι οι προβληθείσες από αυτόν θέσεις δεν συνάδουν με την κοινή λογική. Θεωρώ ότι αν ο ΜΥ λάμβανε σχέδια στα οποία φαίνονταν τέσσερα σπίτια, ενώ αυτός είχε ζητήσει σχέδια για τέσσερα οροφοδιαμερίσματα ή ακόμα και για έξι - οκτώ διαμερίσματα, το μόνο λογικό θα ήταν να απαντήσει στον ΜΕ1 ότι τα σχέδια που ετοίμασε δεν συνάδουν με τις οδηγίες του, και όχι να τον ρωτά πόσα τετραγωνικά μέτρα είναι το κάθε σπίτι. Ούτε μπορώ να δεχτώ ότι ο ΜΥ αναφερόμενος σε «σπίτι» εννοούσε γενικά «τόπο κατοικίας», δεδομένου ότι, όταν κάποιος συνομιλεί με άτομο που του ετοιμάζει σχέδια, είναι τουλάχιστον αναμενόμενο ότι θα αναφέρεται με ακρίβεια στον τύπο της «κατοικίας» της οποίας επιθυμεί τη σχεδίαση, αφού, όπως και η ΜΕ3 ανέφερε, και όπως είναι λογικό, η εντολή για σχεδίαση τεσσάρων κατοικιών διαφέρει από την εντολή για τον σχεδιασμό τεσσάρων οροφοδιαμερισμάτων, τόσο σε σχεδιαστικό όσο και σε λειτουργικό επίπεδο. Περαιτέρω, στο ηλεκτρονικό μήνυμα της 29.8.09 (Τεκμήριο 10), ο ΜΥ ρωτά τον ΜΕ1 ποιος είναι ο συντελεστής δόμησης, ποιος ο συντελεστής κάλυψης και πόσα τετραγωνικά μέτρα κάλυψης επιτρέπονται στο τεμάχιο στο οποίο θα ανεγείρονταν οι υπό σχεδίαση οικοδομές. Εύλογα προκύπτει το ερώτημα, το οποίο πράγματι υποβλήθηκε στον ΜΥ, γιατί ρωτούσε τον Αύγουστο του 2009 για τα ανωτέρω αφού γνώριζε αυτές τις λεπτομέρειες από πριν, και αφού, κατά τη θέση του, ο ίδιος πληροφόρησε τον ΜΕ1 τον Ιούλιο του 2009 ότι το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος οικοδομής είναι 8,30 μέτρα. Η δοθείσα από τον ΜΥ απάντηση και πάλιν δεν ήταν πειστική αφού ανέφερε ότι λόγω της ραγδαίας ανάπτυξης της περιοχής οι ζώνες αλλάζουν και ζήτησε από τον ΜΕ1 να επιβεβαιώσει τα ανωτέρω, κάτι που θεωρεί απόλυτα λογικό, ως ανέφερε. Τούτο, όμως, δεν εξηγεί πώς τον Ιούλιο του 2009 γνώριζε για το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος οικοδομής (και το ανέφερε στον ΜΕ1 κατά τη θέση του), αλλά τον Αύγουστο ζητούσε να πληροφορηθεί ως προς τις λεπτομέρειες που ίσχυαν για το τεμάχιο του. Αντίθετα, θεωρώ ότι τα όσα ο ΜΥ ανέφερε στην παρ. 10 της γραπτής του δήλωσης εντάσσονται στη γενικότερη προσπάθεια του να πείσει ανεπιτυχώς ότι δεν ενέκρινε την αρχική ιδέα του ΜΕ1 τον Ιούλιο του 2009, αφού αυτή δήθεν δεν συνήδε με τις οδηγίες του. Για τους πιο πάνω λόγους, η θέση του ΜΥ ότι δεν ενέκρινε την αρχική ιδέα που ο ΜΕ1 του απέστειλε τον Ιούλιο του 2009, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τα μόνα σημεία της μαρτυρίας του ΜΥ επί των αμφισβητούμενων γεγονότων που γίνονται αποδεκτά είναι αυτά που συνάδουν με τις προβληθείσες από τον ΜΕ1 θέσεις και υποστηρίζονται επίσης από την έγγραφη μαρτυρία (πλην της παράδοσης στον ΜΕ1 του Τεκμηρίου 11). Έτσι γίνεται αποδεκτό ότι ο ΜΥ διαβίβασε στον ΜΕ1 τον φάκελο Τεκμήριο 6, ότι ο ΜΕ1 του απέστειλε το σχέδιο Τεκμήριο 7 και ότι ακολούθησε η ηλεκτρονική αλληλογραφία που φαίνεται στα Τεκμήρια 8, 18, 9, 19 και
- Αποδεκτή γίνεται επίσης η θέση του ότι απέστειλε στις 22.9.09 ηλεκτρονικό μήνυμα στον ΜΕ1 (Τεκμήριο 20), δεδομένης της κατάθεσης του εν λόγω ηλεκτρονικού μηνύματος αλλά και επειδή η αποστολή του δεν έτυχε ουσιαστικής αμφισβήτησης στα πλαίσια της αντεξέτασης του. Ευρήματα Κατ΄ ακολουθίαν της αξιολόγησης της μαρτυρίας, προχωρώ στη διατύπωση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, υπό το φως των επίδικων θεμάτων. Ο ενάγων και ο εναγόμενος γνωρίστηκαν στο Κατάρ (Ντόχα), ενόσω δούλευαν μαζί στην εταιρεία «AΚΤOR». Στην εν λόγω εταιρεία ο ενάγων είχε τη θέση αρχιτέκτονα και ο εναγόμενος τη θέση επιμετρητή ποσοτήτων. Ουδείς εκ των δύο κατείχε πανεπιστημιακό δίπλωμα αντίστοιχο της θέσης στην οποία είχε προσληφθεί. Ο ενάγων σπούδασε Interior και Product Design. Ο εναγόμενος γνώριζε ότι ο ενάγων δεν είναι αρχιτέκτονας. Περί τα τέλη Ιουνίου του 2009 ενάγων και εναγόμενος συναντήθηκαν στην μπυραρία Platos στη Λευκωσία, και στην εν λόγω συνάντηση ο εναγόμενος ανέθεσε στον ενάγοντα τον σχεδιασμό τεσσάρων κατοικιών σε συγκεκριμένο τεμάχιο. Επειδή ο ενάγων δεν ήταν αρχιτέκτονας και δεν μπορούσε να υπογράφει αρχιτεκτονικά σχέδια, ο εναγόμενος θα έπαιρνε τα σχέδια που ο ενάγων θα ετοίμαζε στους αρχιτέκτονες Ι & Α Φιλίππου τους οποίους γνώριζε, για να ετοιμάσουν αρχιτεκτονικά σχέδια και να τα υποβάλουν στις αρμόδιες αρχές για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών. Ο ενάγων θα ετοίμαζε την πρώτη ιδέα, χωρίς χρέωση, και θα προχωρούσε σε λεπτομερή σχεδιασμό των κατοικιών μόνο αν η πρώτη ιδέα εγκρίνετο από τον εναγόμενο, οπότε και θα πληρωνόταν για την εργασία του. Λίγες μέρες μετά την πιο πάνω συνάντηση, ο εναγόμενος διαβίβασε στον ενάγοντα τον φάκελο Τεκμήριο 6 στον οποίο περιέχοντο οι οδηγίες του εναγόμενου προς τον ενάγοντα. Επειδή στις εν λόγω οδηγίες γινόταν αναφορά σε τέσσερα οροφοδιαμερίσματα, ο ενάγων επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον εναγόμενο και ο τελευταίος του διευκρίνισε ότι επιθυμούσε την ετοιμασία σχεδίων για τέσσερεις κατοικίες, όπως είχε συμφωνηθεί στην μπυραρία. Ο ενάγων προχώρησε στην ετοιμασία της πρώτης ιδέας για την εξωτερική όψη των τεσσάρων κατοικιών (Τεκμήριο 7) την οποία και απέστειλε στον εναγόμενο μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Ο εναγόμενος, μετά τη λήψη της πρώτης ιδέας, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον ενάγοντα, αναφέροντας του ότι η ιδέα άρεσε τόσο στον ίδιο όσο και στον αδελφό του, δίδοντας του οδηγίες όπως προχωρήσει σε σχεδιασμό με βάση αυτή. Ακολούθως, απέστειλε στις 22.7.09 ηλεκτρονικό μήνυμα στον ενάγοντα ρωτώντας τον πόσα τετραγωνικά μέτρα είναι το κάθε σπίτι, μήνυμα στο οποίο ο ενάγων απάντησε (Τεκμήρια 8 και 18). Ενάγων και εναγόμενος συνέχισαν να επικοινωνούν τηλεφωνικώς για την ετοιμασία των σχεδίων. Στις 23.8.09 ο ενάγων απέστειλε στον εναγόμενο πιο λεπτομερή σχέδια για τις τέσσερεις κατοικίες (Τεκμήριο 19), καθώς και κάποιες απορίες που είχε οι οποίες έπρεπε να επιλυθούν από τον εναγόμενο προκειμένου ο ενάγων να είναι σε θέση να προχωρήσει με τη σχεδίαση (Τεκμήριο 9). Ο εναγόμενος απάντησε στον ενάγοντα με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 29.9.09 (Τεκμήριο 10) ζητώντας του να μην «κολλήσει» στα τέσσερα διαμερίσματα των 250 τ.μ., και ότι «είπαμε ότι θα προχωρήσουμε με τον σχεδιασμό οκτώ διαμερισμάτων των 125 τ.μ. περίπου». Στον ενάγοντα δεν είχε αναφερθεί προηγουμένως οτιδήποτε για οκτώ διαμερίσματα, έτσι ο ενάγων τηλεφώνησε στον εναγόμενο ο οποίος τον πληροφόρησε ότι μίλησε με τον αδελφό του και επιθυμούσαν να ετοιμαστεί μια ιδέα για οκτώ διαμερίσματα, την οποία του ζήτησε να ετοιμάσει μέχρι τις 17.9.09 όταν ο εναγόμενος θα επέστρεφε στην Κύπρο. Ο ενάγων του είπε ότι θα μιλούσαν όταν ο εναγόμενος θα βρισκόταν στην Κύπρο. Περί τις 18.9.09 ενάγων και εναγόμενος συναντήθηκαν στην μπυραρία Platos. Ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο να του καταβάλει €10.000 για την εργασία που εκτέλεσε, και θα ετοίμαζε τα σχέδια για τα οκτώ διαμερίσματα για €10.000, πλην, όμως, ο εναγόμενος αρνήθηκε και του ζήτησε να σχεδιάσει τα οκτώ διαμερίσματα για να τον πληρώσει. Ο ενάγων αποχώρησε από την μπυραρία. Όταν επέστρεψε σπίτι, και περί τις 4:00 π.μ. απέστειλε μήνυμα στο κινητό του εναγόμενου αναφέροντας του ότι επιθυμεί να σταματήσει η συνεργασία τους, ζητώντας την καταβολή της αμοιβής του. Για την ετοιμασία των σχεδίων, μεταξύ 10.7.09 και 17.8.09, ο ενάγων ανάλωσε συνολικά 104 ώρες. Στις 22.9.09 ο ενάγων καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Στις 22.9.09 ο εναγόμενος απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου επιστολή στον ενάγοντα (Τεκμήριο 20). Στις 15.11.09 ο εναγόμενος προέβη σε καταγγελία εναντίον του ενάγοντος στο ΕΤΕΚ (Τεκμήριο 15). Επίσης, εναντίον του ενάγοντος καταχωρήθηκε από την Αστυνομία η Ποιν. Υπόθ. 25753/10 με την εναντίον του κατηγορία να αφορά σε άσκηση του επαγγέλματος της μηχανικής επιστήμης χωρίς να είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο του ΕΤΕΚ κατά παράβαση του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου του 1990, Ν. 224/90, κατηγορία στην οποία ο ενάγων αθωώθηκε (Τεκμήριο 14). Τα σχέδια που ο ενάγων ετοίμασε (Τεκμήρια 7 και 9) σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να θεωρηθούν αρχιτεκτονικό σχέδιο. Πρόκειται για σκίτσο το οποίο ετοιμάζεται πριν την προμελέτη. Ο εναγόμενος δεν κατέβαλε μέχρι σήμερα οποιοδήποτε ποσό στον ενάγοντα. Νομική πτυχή Σε αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγων, στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1858, 1868 λέχθηκε σχετικώς ότι: «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη, δηλαδή, του αντιδίκου του. (Βλέπε, μεταξύ άλλων, Phipson on Evidence, 14th Edition, para 4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 614, όπου γίνεται και εκτενής ανασκόπηση της νομολογίας).». Προκειμένου να επιτύχει ο ενάγων στην αγωγή του, θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης με τον εναγόμενο για τη σχεδίαση από τον ενάγοντα τεσσάρων κατοικιών έναντι συμφωνηθείσας αμοιβής εξ €100 την ώρα, την από μέρους του εκτέλεση της σύμβασης και την παράβαση αυτής από τον εναγόμενο. Προέχει όμως η εξέταση της προδικαστικής ένστασης που ο εναγόμενος εγείρει με την Υπεράσπιση του, σύμφωνα με την οποία ο ενάγων δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσας αγωγής καθότι δεν τυγχάνει αρχιτέκτονας. Όπως προκύπτει από την αγόρευση του κ. Ενταφιανού, η θέση αυτή βασίζεται επί των προνοιών του άρθρου 10
(1)του περί της Εγγραφής Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμου του 1962, Ν. 41/62 (στο εξής «ο Ν.41/62»), σύμφωνα με την παρ. (γ) του οποίου: «10.—
(1)Μετά την πάροδον είκοσι τεσσάρων μηνών από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου, και τηρουμένων των διατάξεων αυτού, ουδείς— .. (γ) δικαιούται εις είσπραξιν οιασδήποτε αμοιβής αναφορικώς προς υπηρεσίας παρασχεθείσας υπό την ιδιότητα αυτού ως Αρχιτέκτονος ή Πολιτικού Μηχανικού, εκτός εάν ούτος είναι εγγεγραμμένος δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου ως Αρχιτέκτων ή Πολιτικός Μηχανικός, και δεν τω επεβλήθη η δυνάμει του άρθρου 12 ποινή της αναστολής.» Η εγερθείσα από τον εναγόμενο προδικαστική ένσταση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι ο Νόμος 41/62 καταργήθηκε από το Υπουργικό Συμβούλιο στις 27.6.97 με τη Γνωστοποίηση Κ.Δ.Π. 183/97 η οποία εκδόθηκε με βάση τις εξουσίες που χορηγήθηκαν στο Υπουργικό Συμβούλιο από το άρθρο 35
(1)του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου του 1990, Ν.224/90[11] (στο εξής «ο Ν.224/90»). Στα πλαίσια της αγόρευσης του, ο κ. Ενταφιανός υποστηρίζει επίσης ότι η σύμβαση μεταξύ ενάγοντος και εναγόμενου είναι παράνομη και άκυρη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149.[12] Το εν λόγω άρθρο αναλύθηκε εκτενώς σε πλειάδα υποθέσεων, μεταξύ άλλων στην Αγαθοκλέους ν. Λαππά
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ.
- Προς υποστήριξη της εισήγησής του, ο κ. Ενταφιανός παραπέμπει και πάλι στον καταργηθέντα Ν.41/
- Συνεπώς, γι' αυτό το λόγο η σχετική εισήγηση του κ. Ενταφιανού δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σε κάθε περίπτωση, επί του θέματος της κατ' ισχυρισμόν παρανομίας της σύμβασης, σημειώνω τα εξής. Σύμφωνα με το άρθρο 25
(1)του Ν.224/90 που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, κανένας δεν δικαιούται να ασκεί το επάγγελμα σε οποιοδήποτε κλάδο μηχανικής επιστήμης, εκτός αν είναι εγγεγραμμένος στο Μητρώο του εν λόγω κλάδου ως μηχανικός, και του έχει εκδοθεί ετήσια άδεια άσκησης του επαγγέλματος. Σύμφωνα με το εδάφιο
(4)του άρθρου 25, πρόσωπο που ασκεί το επάγγελμα σε οποιοδήποτε κλάδο μηχανικής επιστήμης χωρίς να είναι εγγεγραμμένο δυνάμει του εν λόγω Νόμου, είναι ένοχο αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι έξι μήνες ή σε πρόστιμο μέχρι τις χίλιες λίρες ή και στις δύο ποινές. Τέλος, σύμφωνα με το εδάφιο
(5)του άρθρου 25, κανένας δεν δικαιούται να εισπράξει οποιαδήποτε αμοιβή για υπηρεσίες που προσέφερε υπό την ιδιότητα του ως επιστήμονας μηχανικός, εκτός αν είναι εγγεγραμμένος δυνάμει του εν λόγω Νόμου. Το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Ν.224/90 περιλαμβάνει στο όρο «κλάδος μηχανικής επιστήμης» την αρχιτεκτονική. Είναι προφανές, κατά τη γνώμη μου, ότι σκοπός του άρθρου 25 του Ν.224/90 είναι η προστασία του κοινού, εξ ου και απαγορεύει την άσκηση επαγγέλματος σε οποιοδήποτε κλάδο της μηχανικής επιστήμης (περιλαμβανομένης της αρχιτεκτονικής) από μη προσοντούχα άτομα, με αποτέλεσμα, συμβάσεις που συνάπτονται από μη προσοντούχα άτομα να θεωρούνται παράνομες (βλ. απόφαση Αγαθοκλέους, ανωτέρω, σελ. 2215). Δεν αμφισβητήθηκε από οιανδήποτε εκ των δύο πλευρών ότι ο ενάγων δεν είναι αρχιτέκτονας. Η συμφωνία του ενάγοντος με τον εναγόμενο προνοούσε περί της ετοιμασίας από τον ενάγοντα μίας πρώτης ιδέας για την εξωτερική όψη τεσσάρων κατοικιών, και ακολούθως τον λεπτομερή σχεδιασμό τους. Δεν προνοούσε για την ετοιμασία αρχιτεκτονικών σχεδίων από τον ενάγοντα, αφού αυτά θα ετοιμάζονταν από τους αρχιτέκτονες «Φιλίππου» στη βάση της ιδέας και των σχεδίων του ενάγοντος. Ούτε μπορεί να διαφοροποιήσει την επί του προκειμένου κατάληξη μου το γεγονός ότι ο ενάγων σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης του δέχτηκε ότι η εργασία που εκτέλεσε αποτελεί ένα μέρος της αρχιτεκτονικής εργασίας, μέχρι να ετοιμαστεί πλήρως και να υποβληθεί για έκδοση αδειών. Τούτο επειδή, λαμβάνοντας υπόψιν το σύνολο της μαρτυρίας του ενάγοντος ως προς τη συμφωνία του με τον εναγόμενο, αυτό που προφανώς εννοούσε είναι ότι προκειμένου να ετοιμαστούν αρχιτεκτονικά σχέδια τα οποία θα υποβληθούν για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών, θα πρέπει να προηγηθεί η σύλληψη της ιδέας και η σχεδίαση της. Η σύλληψη ιδέας για το πώς μπορεί να ανεγερθούν τέσσερεις κατοικίες και η μετέπειτα αποτύπωση της ιδέας σε χαρτί (είτε αυτό γίνεται με ελεύθερο χέρι είτε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή), δεν συνιστά άσκηση του αρχιτεκτονικού επαγγέλματος, ούτε και δόθηκε μαρτυρία προς τέτοια κατεύθυνση από πλευράς εναγομένου. Η κα Σουγλίδου (αρχιτέκτονας) ξεκαθάρισε εξάλλου ότι τα σχέδια που ετοιμάστηκαν από τον ενάγοντα (Τεκμήρια 7 και 9) σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν αρχιτεκτονικά σχέδια. Υπό το φως των ανωτέρω, η θέση του κ. Ενταφιανού ότι η συμφωνία μεταξύ ενάγοντος και εναγόμενου είναι παράνομη, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, ένα συμβαλλόμενο μέρος, λόγω της παραβίασης της σύμβασης από το άλλο μέρος, δικαιούται να θεωρήσει εαυτόν απηλλαγμένο από τις εναπομείνασες υποχρεώσεις του με βάση τη σύμβαση. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts, Τόμος 1, 32η έκδοση, παρ. 24-001: «One party to a contract may, by reason of the other's breach, be entitled to treat himself as discharged from his liability further to perform his own unperformed obligations under the contract and from his obligation to accept performance by the other party if made or tendered. The expression "discharge by breach" is commonly employed to describe the situation where he is entitled to, and does, exercise that right.» Σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα, παρ. 24-017, διακρίνονται τρεις περιπτώσεις που οδηγούν σε απαλλαγή του ενός μέρους από τη σύμβαση και τις υποχρεώσεις του με βάση αυτή: «The three sets of circumstances giving rise to a discharge of contract are tabulated by Anson as:
(1)renunciation by a party of his liabilities under it;
(2)impossibility created by his own act; and
(3)total or partial failure of performance. In the case of the first two, the renunciation may occur or the impossibility be created either before or at the time for performance. In the case of the third it can occur only at the time or during the course of performance. Moreover, if the third be partial, the failure must occur in a matter which goes to the root of the contract. All these acts may be compendiously described as repudiation, though that expression is more particularly used of renunciation before the time for performance has arrived.» Σύμφωνα με την παρ. 24-018 του ιδίου συγγράμματος, διαπιστώνεται αποκήρυξη μιας συμφωνίας όταν το ένα συμβαλλόμενο μέρος με λέξεις ή συμπεριφορά δείχνει την πρόθεσή του να μην εκπληρώσει ή ρητά διακηρύττει ότι δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει της συμφωνίας σε κάποιο ουσιαστικό της μέρος. Η απόλυτη άρνηση ενός συμβαλλομένου μέρους να εκπληρώσει το δικό του μέρος στη συμφωνία, δίδει το δικαίωμα στο άλλο μέρος να θεωρήσει τον εαυτό του απαλλαγμένο από τις δικές του υποχρεώσεις βάσει της συμφωνίας: «A renunciation of a contract occurs when one party by words or conduct evinces an intention not to perform, or expressly declares that he is or will be unable to perform, his obligations under the contract in some essential respect. The renunciation may occur before or at the time fixed for performance. An absolute refusal by one party to perform his side of the contract will entitle the other party to treat himself as discharged, as will also a clear and unambiguous assertion by one party that he will be unable to perform when the time for performance should arrive.» Όταν μετά τη σύναψη μιας συμφωνίας το ένα συμβαλλόμενο μέρος παραβιάζει τις υποχρεώσεις του εκδηλώνοντας την πρόθεσή του να αποκηρύξει τη συμφωνία, το αθώο μέρος έχει την επιλογή και το δικαίωμα (
- i)είτε να αποδεχθεί την αποκήρυξη οπόταν η συμφωνία θεωρείται τερματισθείσα, (
- ii)είτε να μην αποδεχθεί την αποκήρυξη και να επιβεβαιώσει την ισχύ της συμφωνίας οπόταν η συμφωνία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Σε περίπτωση αποδοχής της αποκήρυξης, το αναίτιο μέρος δικαιούται να θεωρήσει ότι έχει απαλλαγεί από τις μελλοντικές υποχρεώσεις που το βαραίνουν στη βάση της συμφωνίας. Σύμφωνα με την παρ. 24-052 του συγγράμματος Chitty on Contracts, ανωτέρω: «Where the innocent party is entitled to, and does, treat himself as discharged by the other's breach, he is thereby released from future performance of his obligations under the contract. Discharge also deprives him of any right as against the other party to continue to perform them. After such discharge he is not bound to accept, or pay for, any further performance by the other party.» Ως προς τα δικαιώματα του αναίτου μέρους σε τέτοια περίπτωση, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στην παρ. 24-053 του ιδίου συγγράμματος: «Although both parties are discharged from further performance of the contract, rights are not divested or discharged which have already been unconditionally acquired. Rights and obligations which arise from the partial execution of the contract and causes of action which have accrued from its breach alike continue unaffected. .... Otherwise, the innocent party can retain or recover sums paid or due before the time at which the repudiation is accepted by him and may maintain an action for damages in respect of any cause of action vested in him at that time. ..... If the innocent party has expended labour or money under the contract, or delivered goods to the party in default, but payment for these is not yet due, he will be entitled to sue for these on a quantum meruit or quantum valebat. Otherwise, his remedy is to sue for damages for breach of contract.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, και υπό το φως των ευρημάτων μου, ενώ ο ενάγων εξετέλεσε μέρος της ανατεθείσας σε αυτόν εργασίας για τη σχεδίαση τεσσάρων κατοικιών σύμφωνα με τις οδηγίες του εναγόμενου, ο εναγόμενος, περί τα τέλη Αυγούστου του 2009, απαίτησε για πρώτη φορά από τον εναγόμενο να του σχεδιάσει οκτώ διαμερίσματα για να τον πληρώσει. Ο εναγόμενος αποκήρυξε με τον τρόπο αυτό τη συμφωνία του με τον ενάγοντα, διακηρύττοντας σαφέστατα την πρόθεση του να μην εκπληρώσει την υποχρέωση που ανέλαβε έναντι του ενάγοντος με βάση τη συμφωνία, ήτοι να τον πληρώσει για τον σχεδιασμό τεσσάρων κατοικιών, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό τη συμφωνία του με τον ενάγοντα. Ο ενάγων αποδέχτηκε την αποκήρυξη της συμφωνίας, και ως αναίτιο μέρος δικαιούτο να θεωρήσει τον εαυτό του απαλλαγμένο από οποιεσδήποτε περαιτέρω υποχρεώσεις βάσει της σύμβασης όπως και έπραξε σταματώντας τον περαιτέρω σχεδιασμό των κατοικιών. Περαιτέρω δικαιούτο να διεκδικήσει τα οφειλόμενα ποσά για τις εκτελεσθείσες μέχρι τη στιγμή της αποκήρυξης εργασίες όπως επίσης έπραξε καταχωρώντας την παρούσα αγωγή. Με την αγωγή του ο ενάγων ζητεί το ποσό των €9.600 ως συμφωνηθείσα με τον εναγόμενο αμοιβή ή ως εύλογη αμοιβή για εκτελεσθείσα εργασία στη βάση των αρχών του quantum meruit. Στον βαθμό που ο ενάγων ζητά το ποσό των €9.600 ως συμφωνηθείσα αμοιβή, υπενθυμίζω ότι δικογραφημένη θέση του ενάγοντος είναι ότι τα μέρη συμφώνησαν ότι ο εναγόμενος θα κατέβαλλε στον ενάγοντα ως αμοιβή το ποσό των €100 την ώρα. Όμως δεν προσφέρθηκε μαρτυρία από μέρους του ενάγοντος ότι αυτή ήταν η συμφωνία του με τον εναγόμενο ως προς τη συμφωνηθείσα αμοιβή. Αντιθέτως, η μαρτυρία ήταν εντελώς διαφορετική. Η εισήγηση της κας Πελεκάνου ότι συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση που οι ώρες εργασίας του ενάγοντος θα ξεπερνούσαν το ποσό των €20.000 ο εναγόμενος θα κατέβαλλε στον ενάγοντα το ποσό των €100 την ώρα, δεν βρίσκει έρεισμα στην προσφερθείσα μαρτυρία. Ο ενάγων πράγματι ανέφερε ότι σημείωνε τις ώρες του σε περίπτωση που ξεπερνούσε το συμφωνηθέν ποσό στην εργασία, πλην όμως ουδέποτε αναφέρθηκε σε συμφωνηθείσα ανά ώρα αμοιβή για κάθε επιπλέον ώρα εργασίας και, εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε ανέφερε πόσες ώρες εργασίας περιλαμβάνονταν στο ποσό των €20.000. Συνεπώς, κατάληξη μου είναι ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει ότι δικαιούται στο ποσό των €9.600 ως συμφωνηθείσα αμοιβή, για την από μέρους του εκτελεσθείσα εργασία. Η πιο πάνω κατάληξη βεβαίως, δεν αναιρεί τη διαπίστωση περί ύπαρξης συμφωνίας για μη χαριστική παροχή στον εναγόμενο των συγκεκριμένων υπηρεσιών που ο ενάγων του παρείχε, κάτι που δίδει το δικαίωμα στον ενάγοντα να απαιτεί διά την εργασία του εύλογη αμοιβή (quantum meruit), αρχή στη βάση της οποίας ο ενάγων πράγματι διαζευκτικώς διεκδικεί με την αγωγή του το ποσό των €9.600. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Τόμος Β' σελ. 830: «Η θεραπεία quantum meruit μπορεί να επιδιωχθεί και να αποδοθεί εκεί που υπήρχε σύμβαση μεταξύ των μερών και το ένα μέρος παραβίασε αυτή ουσιαστικά ή αρνήθηκε να εκτελέσει το τι είχε υποσχεθεί στο άλλο μέρος, ενώ το άλλο μέρος είχε αρχίσει την προσφορά εργασίας ή υπηρεσιών στο πλαίσιο του συμβολαίου. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το αθώο μέρος έχει δικαίωμα είτε να εγείρει αγωγή για αποζημιώσεις στο πλαίσιο της σύμβασης (επιδιώκοντας συμβατικές αποζημιώσεις, χρησιμοποιώντας τα κριτήρια του Νόμου) είτε να εγείρει διαδικασία για quantum meruit (επιδιώκοντας εύλογη αποζημίωση για την εργασία που επιτελέσθηκε ή τις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν) στο χώρο του δικαίου του αδικαιολόγητου πλουτισμού και αποκατάστασης (restitution).» Στην υπόθεση Βασιλαράς ν. Α/φοί Θράσου και Συνεργάτες
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1754 λέχθηκαν σχετικώς τα εξής: «Με το δεύτερο λόγο έφεσης, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι η αγωγή όπως έχει διατυπωθεί είναι αντιφατική και ανεπίτρεπτη. Λέγουν συναφώς ότι δεν είναι δυνατή η επίκληση συμφωνίας και επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά να απαιτείται ταυτόχρονα οποιοδήποτε ποσό στη βάση λογικής αμοιβής γιατί, καθώς ισχυρίζονται, η ύπαρξη συμφωνίας, αποκλείει τη λογική αμοιβή. Θεωρούμε πως ούτε αυτός ο λόγος έφεσης είναι βάσιμος. Η διαπίστωση του δικαστηρίου ότι δεν έγινε ρητή συμφωνία καθορίζουσα συγκεκριμένο ποσό αμοιβής δεν αναιρεί την ύπαρξη συμφωνίας για παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών στους εφεσείοντες. Η αξίωση για εύλογη αμοιβή προβλήθηκε στην έκθεση απαίτησης των εφεσιβλήτων και ορθά το δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση του θέματος παραχώρησης αποζημίωσης σύμφωνα με την αρχή της λογικής αμοιβής (Quantum meruit). Η πιο πάνω προσέγγιση υποστηρίζεται από το Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4, όπου στην παράγραφο 1350 κάτω από την επικεφαλίδα Express or implied Contract αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Where no express contract has been entered into as to the terms of the employment of an architect or engineer, the right to remuneration rests on a contract to pay what is reasonable, implied by requesting and accepting the services or by inducing the architect by fraud to perfom them without intending to pay for them.» Επίσης στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η έκδοση, σελίδα 485 κάτω από τον τίτλο Quantum Meruit αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Where a person renders service to another in circumstances showing that it is to be paid for although no particular remuneration has been specified, the law will infer a promise to pay quantum meruit, i.e. a reasonable sum.» Βλ. επίσης και Kyriacou v. Petrou
(1961)C.L.R. 300 και S.O.R.E.L. Ltd v. Servos
(1968)1 C.L.R. 123.» Ως προς τον τρόπο υπολογισμού της εύλογης αμοιβής στα πλαίσια αυτά σχετικά είναι τα λεχθέντα στην Χ''Παναγιώτου ν. Cyprus Airways (Duty Free Shops) Ltd
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 173 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Το δικαστήριο θα πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με τη μαρτυρία, λογική αμοιβή. Κατά τον καθορισμό της αμοιβής για υπηρεσίες μπορεί να ληφθούν υπ' όψιν οι προηγούμενες συνεννοήσεις των μερών (Way v. Latilla [1937] 3 All E.R. 759). Το δικαστήριο θα πρέπει να κάμει ό,τι μπορεί για να καταλήξει σε ποσό το οποίο φαίνεται να είναι εύλογο και για τις δύο πλευρές, σύμφωνα με τις περιστάσεις της υπόθεσης (S.O.R.E.L. Ltd v. Nicos Servos
(1968)1 C.L.R. 123).» Ως δε αποφασίστηκε στην υπόθεση Χρ. Μαρνέρος & Σία Λίμιτεδ ν. Χριστοδούλου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 743, η πλευρά του ενάγοντος έχει το βάρος να αποδείξει, κατά τρόπο συγκεκριμένο, όχι μόνο τις εργασίες στις οποίες προέβηκε, αλλά και την εύλογη αμοιβή για αυτές: «Όπως ήταν διατυπωμένη η έκθεση απαιτήσεως προέκυπτε σαφώς ότι η απαίτηση της εφεσείουσας ήταν για το υπόλοιπο εύλογης αμοιβής εργατικών και υλικών για το μπογιάτισμα της οικοδομής του εφεσίβλητου. Με την παράθεση δύο τιμολογίων για εργατικά και υλικά, και την αφαίρεση του ποσού που πληρώθηκε σε διάφορες ημερομηνίες από τον εφεσίβλητο, με αποτέλεσμα να παραμένει το υπόλοιπο των £Κ3.710, η εφεσείουσα απλώς συγκεκριμενοποιούσε το ποσό που απαιτούσε να της πληρωθεί ως υπόλοιπο εύλογης αμοιβής. Με την υπεράσπισή του ο εφεσίβλητος αμφισβητούσε το εύλογο της αμοιβής, όπως την υπολόγιζε η εφεσείουσα, και, διαζευκτικά, ισχυριζόταν ότι τα ποσά που είχε ήδη καταβάλει στην εφεσείουσα υπερκάλυπταν την εύλογη αμοιβή που εδικαιούτο. Ορθά ο πρωτόδικος Δικαστής θεώρησε ότι το επίδικο ζήτημα ήταν, ελλείψει ειδικής συμφωνίας, ποια ήταν η εύλογη αμοιβή των εργασιών του μπογιατίσματος. Και ορθά αποφάσισε ότι η εφεσείουσα, ενώ είχε το βάρος της απόδειξης, κατά τρόπο συγκεκριμένο, τόσο των εργασιών αυτών όσο και της ανάλογης εύλογης αμοιβής απέτυχε να αποσείσει αυτό το βάρος.» Ο εναγόμενος με την Υπεράσπιση του αρνείται την αξίωση του ενάγοντος για καταβολή προς αυτόν του ποσού των €9.600 ως εύλογη αμοιβή. Συνεπώς ο ενάγων είχε το βάρος να αποδείξει την εύλογη αμοιβή για την εκτελεσθείσα από αυτόν εργασία. Κρίση μου είναι ότι ο ενάγων δεν κατάφερε με τη μαρτυρία του να αποσείσει το σχετικό βάρος που βρισκόταν στους ώμους του, για τους λόγους που θα εξηγήσω. Σταθερή θέση του ενάγοντος ήταν ότι συμφώνησε με τον εναγόμενο ότι για την εργασία του ο εναγόμενος θα του κατέβαλλε το ποσό των €20.000, θέση η οποία δεν έγινε αποδεκτή, ως μη συνάδουσα με τη δικογραφημένη θέση του ενάγοντος, ως αναλύθηκε στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του, πιο πάνω. Εν πάση περιπτώσει, η σχετική μαρτυρία του ενάγοντος, ουδόλως βοηθά το Δικαστήριο στο να καταλήξει στην εύλογη αμοιβή για την εργασία που εξετέλεσε, αφού ο μεν ενάγων δεν αναφέρθηκε στο ποσοστό της εργασίας που εξετέλεσε σε συνάρτηση με τη συμφωνηθείσα εργασία (για την οποία, κατά τη θέση του, ο εναγόμενος θα του κατέβαλλε το ποσό των €20.000), η δε κα Σουγλίδου το μόνο που ανέφερε σχετικώς είναι ότι το σχέδιο που ο ενάγων ετοίμασε αποτελεί ένα σκίτσο το οποίο ετοιμάζεται πριν την προμελέτη. Περαιτέρω, το γεγονός ότι στην τελευταία συνάντηση στην μπυραρία Platos τον Σεπτέμβριο του 2009, ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο το ποσό των €10.000, το οποίο υπολόγισε ο ίδιος ότι αντιστοιχούσε περίπου στις ώρες που ανάλωσε για την ετοιμασία του σχεδίου του, δεν αποτελεί, κρίνω, απόδειξη ως προς την εύλογη αμοιβή για την εργασία του ενάγοντος, αλλά απλή συγκεκριμενοποίηση του ποσού που απαιτούσε να πληρωθεί (υπόθεση Μαρνέρος, ανωτέρω). Εισηγείται, τέλος, η κα Πελεκάνου ότι μαρτυρία για την αξία της εργασίας που ο ενάγων εξετέλεσε, δύναται να αντληθεί από το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 21.9.09 (Τεκμήριο 20). Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση αυτή. Στην επιστολή ημερ. 21.9.09 την οποία συνέταξε ο εναγόμενος και απηύθυνε προς τον ενάγοντα, αναφέρονται τα εξής: «
- Επίσης αρνήθηκες επίμονα να μου κοστολογήσεις την αρχιτεκτονική δουλειά σου και να μου δώσεις γραπτώς το συνολικό κόστος και ανάλυση των εργασιών μέχρι την έκδοση πολεοδομικής και οικοδομικής άδειας λέγοντας μου ότι το γραφείο που δουλεύεις χρεώνει για μια τέτοια δουλειά γύρω στις €100.
- Σε επίμονη μου ερώτηση να μου αναλύσεις γραπτώς τι συμπεριλαμβάνει αυτή η τιμή μου απάντησες με ερώτηση, τι προσφέρω εγώ χωρίς να διευκρινίσεις τι θα μου προσέφερες για να μπορέσω να κάνω πρόταση.» Πέραν του ότι η πιο πάνω εξ ακοής μαρτυρία που αποδίδεται από τον εναγόμενο στον ενάγοντα δεν επαναλήφθηκε ούτε και υιοθετήθηκε από τον ενάγοντα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας (μοναδική θέση του οποίου ήταν ότι κατά την τελευταία συνάντηση στην μπυραρία Platos ζήτησε από τον εναγόμενο το ποσό των €10.000), ο ενάγων φέρεται να ανέφερε στον εναγόμενο την χρέωση του γραφείου στο οποίο εργαζόταν για το σύνολο των εργασιών μέχρι την έκδοση πολεοδομικής άδειας και άδειας οικοδομής. Δεν έχει δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση ως προς το τι ακριβώς περιλαμβάνει η εργασία που προσφέρεται από το εν λόγω γραφείο έναντι του ποσού των €100.000, ως προς τη συσχέτιση της εργασίας (που δεν εξειδικεύεται) με την εργασία που ο ενάγων συμφώνησε με τον εναγόμενο να εκτελέσει, ούτε, βεβαίως, και ως προς τα κόστη του εν λόγω γραφείου (μέγεθος, αμοιβή υπαλλήλων κτλ) σε σχέση με τα κόστη του ενάγοντος, κάτι το οποίο ευλόγως επηρεάζει την αμοιβή που απαιτείται από κάθε παροχέα υπηρεσιών. Κρίνω εν τέλει ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το αναγκαίο υπόβαθρο βάσει του οποίου θα μπορούσε να υπολογιστεί η λογική αμοιβή του ενάγοντος για την εργασία που εκτέλεσε, έτσι ώστε να του αποδοθεί εύλογη αμοιβή για την εν λόγω εργασία. Αν και έγινε αποδεκτό ότι ο ενάγων προσέφερε στον εναγόμενο υπηρεσίες, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο είτε να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας είτε να προβεί σε εικασίες, για να καταλήξει, χωρίς σχετική μαρτυρία, στο ύψος της λογικής αμοιβής για την εργασία του ενάγοντος. Σύμφωνα με το σύγγραμμα McGregor on Damages, 19η έκδοση, παρ. 10-001: «A claimant claiming damages must prove his case. To justify an award of substantial damages he must satisfy the court both as to the fact of damage and as to its amount.[13] If he satisfies the court on neither, his action will fail, or at the most he will be awarded nominal damages where a right has been infringed.[14] If the fact of damage is shown but no evidence is given as to its amount so that it is virtually impossible to assess damages, this will generally permit only an award of nominal damages; this situation is illustrated by the old cases of Dixon v Deveridge[15] and Twyman v Knowles.[16]» Και σύμφωνα με τις παρ. 12-004 και 12-005 του ιδίου συγγράμματος: «12-004 Nominal damages may also be awarded where the fact of a loss is shown but the necessary evidence as to its amount is not given.[17] This is only a subsidiary situation, but it is important to distinguish it from the usual case of nominal damages awarded where there is a technical liability but no loss. In the present case the problem is simply one of proof, one not of absence of loss but of absence of evidence of the amount of loss. 12-005 There are a very few scattered illustrations of this type of nominal damages. This paucity of case law warrants the inclusion of Dixon v Deveridge, although it was an action for the price of goods sold and delivered and not strictly, therefore, an action for damages. In that case there was evidence which went to show that some amount was due from the defendant, but nominal damages were awarded since the claimant did not give evidence as to what the amount was...» Στην προκειμένη περίπτωση, και με βάση τα ευρήματα μου, ο ενάγων έχει αποδείξει ότι κατ' εντολή του εναγόμενου, ετοίμασε μία πρώτη ιδέα για την εξωτερική όψη τεσσάρων κατοικιών (Τεκμήριο 7) και ακολούθως ξεκίνησε τον λεπτομερή σχεδιασμό αυτών (Τεκμήρια 19 και 9), αναλώνοντας πολλές ώρες στην εν λόγω εργασία (περίπου 100). Ο εναγόμενος παραβίασε τη συμφωνία του με τον ενάγοντα αρνούμενος να του καταβάλει αμοιβή για τον σχεδίασμό των τεσσάρων κατοικιών. Ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει ότι συμφώνησε με τον εναγόμενο σε αμοιβή €100 ανά ώρα, και απέτυχε επίσης να αποδείξει ποία είναι η εύλογη αμοιβή για την εργασία που εξετέλεσε. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και με βάση τα όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα McGregor on Damages, ανωτέρω, κρίνω ότι δικαιολογείται η επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου, οι οποίες καθορίζονται στο ποσό των €
- Παραμένει το θέμα των εξόδων. Στην υπόθεση Παπαϊωάννου ν. Κωνσταντίνου
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1083 επιδικάστηκαν υπέρ της ενάγουσας - εφεσείουσας μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και το Δικαστήριο διέταξε όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα. Ασκήθηκε έφεση επιδιώκουσα, μεταξύ άλλων, την ανατροπή της ως άνω διαταγής. Το Εφετείο αποφάσισε τα εξής: «Ορθά, τέλος, δεν επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ της εφεσείουσας με δεδομένο ότι δεν απέδειξε τις ζημιές της, αλλά δικαιώθηκε μόνο ως προς το βάσιμο του παραπόνου της. Τα έξοδα, όπως είναι γνωστό, ακολουθούν κατά κανόνα το αποτέλεσμα και βρίσκονται εντός της διακριτικής ευχέρειας του πρωτοδίκου Δικαστηρίου. Παλαιότερα θεωρείτο ότι η επιδίκαση ονομαστικών και μόνο αποζημιώσεων αποτελούσε δικαιολογία για την επιδίκαση εξόδων, ή ήταν, όπως τέθηκε στην υπόθεση Beaumont v. Greathead [1846] 2 CB 494, «a mere peg on which to hang costs». Η επιδίκαση ονομαστικών αποζημιώσεων δεν θα μπορούσε να δικαιολογήσει άλλη διαταγή εξόδων υπέρ της εφεσείουσας, διότι κάτι τέτοιο θα απέληγε στην επιδίκαση ουσιαστικών εξόδων εναντίον του εφεσίβλητου σε καταφανή αναντιστοιχία με το ποσό των £10 το οποίο επιδικάστηκε εναντίον του επί της ουσίας της απόφασης. ... Όπως ορθά εντοπίστηκε στην Anglo-Cyprian Agencies v. Paphos Industries [1951] 1 All E.R. 873,[18] ο ενάγων που ανακτά ονομαστικές και μόνο αποζημιώσεις, δεν δύναται να θεωρηθεί στη συνήθη ορολογία ως «επιτυχών» ενάγων.» Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Polycast Panels Ltd v. Alpha Τράπεζα Λτδ
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1396 στην οποία επιδικάστηκαν ονομαστικές αποζημιώσεις ύψους €300, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα και Ευθυβούλου κ.α. ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1059, στην οποία διατάχθηκε όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, θεωρώ ότι ο ενάγων δεν μπορεί να θεωρηθεί ως «επιτυχών» διάδικος, αφού καίτοι απέδειξε την προσφορά συμφωνηθεισών υπηρεσιών προς τον εναγόμενο, απέτυχε να αποδείξει την αξίωση του για την υπέρ του επιδίκαση του ποσού των €9.600 είτε στη βάση συμφωνηθείσας αμοιβής είτε στη διαζευκτική βάση του quantum meruit. Τούτου δοθέντος, κρίνω ορθό όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα. Κατάληξη Κατ' ακολουθία όλων των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ του ενάγοντος και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €250 ως ονομαστικές αποζημιώσεις πλέον νόμιμο τόκο. Η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) .......... Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Βλ. πρακτικά ημερ. 17.5.16, σελ. 23. [2] Βλ. πρακτικά ημερ. 17.5.16, σελ. 32. [3] Παρ. 7 της Έκθεσης Απαίτησης. [4] Βλ. πρακτικά ημερ. 17.5.16, σελ. 8. [5] Παρ. 5 της Έκθεσης Απαίτησης. [6] Παρ. 13 της Έκθεσης Απαίτησης. [7] Βλ. πρακτικά ημερ. 17.5.16, σελ. 7. [8] Βλ. πρακτικά ημερ. 17.5.16, σελ. 5, 11, 17 («Να σημειώσω ότι τις ώρες απλά τις έγραφα για εμένα. Επειδή είχε συμπληρωθεί ήδη, είχε ήδη συμφωνηθεί το ποσό, απλά τις έγγραφα εάν τις ξεπερνούσα στην εργασία.»), 24, 25, 26 και 27. [9] Βλ. πρακτικά ημερ. 17.5.16, σελ. 11 και 25. [10] Παρ. 4(α) της Υπεράσπισης. [11] «35.
(1)Το Υπουργικό Συμβούλιο μπορεί, με απόφαση που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας— (α) Να καταργήσει τις διατάξεις του περί Αρχιτεκτόνων και Πολιτικών Μηχανικών Νόμου·» [12] «
- Η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας είναι νόμιμος εκτός αν- (α) είναι απαγορευμένος από νόμο ή (β) είναι τέτοιας φύσης ώστε, αν επιτρεπόταν, θα καταστρατηγούσε τις διατάξεις οποιουδήποτε νόμου ή .... (ε) το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη δημόσια πολιτική. Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές η αντιπαροχή ή ο σκοπός της συμφωνίας θεωρείται παράνομος. Κάθε συμφωνία της οποίας ο σκοπός ή αντιπαροχή είναι παράνομος, είναι άκυρη.» [13] Senate Electrical Wholesalers Ltd v Alcatel Submarine Networks Ltd [1999] 2 Lloyd's Rep. 423 CA, illustrates, in a very complex case, the failure of a claimant to prove the relevance of the quantum of damages for which it was contending, namely, that the true value of the business sold was to be calculated by applying a profits/earnings ratio to the difference between warranted and actual profit: see at 430 to
- [14] For nominal damages of this variety see paras 12-001 to 12-003, below. [15]
(1825)2 C. & P. 109; facts at para.12-005, below. [16]
(1853)13 C.B. 222: facts at para.12-005, below. [17] In certain cases where damage is presumed it is not a necessary condition of an award of substantial damages to introduce evidence of the amount of loss. Such cases are not relevant here: they are dealt with at paras 10-008 to 10-010, above. [18] Σημείωση δική μου: Στην εν λόγω απόφαση Anglo-Cyprian Trade Agencies αποφασίστηκαν τα εξής σε σχέση με το θέμα των εξόδων εκεί όπου επιδικάζονται μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις: «No doubt the ordinary rule is that, where a plaintiff has been successful, he ought not to be deprived of his costs, or at any rate, made to pay the costs of the other side, unless he has been guilty of some sort of misconduct. In applying that rule, however, it is necessary to decide whether the plaintiff really has been successful, and I do not think that a plaintiff who recovers nominal damages ought necessarily to be regarded in the ordinary sense of the word as a "successful" plaintiff. In certain cases he may be, e.g. where part of the object of the action is to establish a legal right, wholly irrespective of whether any substantial remedy is obtained. To that extent a plaintiff who recovers nominal damages may properly be regarded as a successful plaintiff, but it is necessary to examine the facts of each particular case.»