← Κύπρος

000 AIRLINE 'VERTICAL-T' κ.α. ν. FOX UNITED LTD, Αριθμός αγωγής: 1378/2015, 17/3/2017

000 AIRLINE 'VERTICAL-T' κ.α. ν. FOX UNITED LTD, Αριθμός αγωγής: 1378/2015, 17/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ-ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αριθμός αγωγής: 1378/2015 Μεταξύ: 1. 000 AIRLINE 'VERTICAL-T' 2. VLADIMIR SKURIKHIN Εναγόντων -και- FOX UNITED LTD Εναγόμενων Αίτηση ημερ. 11/2/16 για Παραμερισμό Απόφασης και/ή Διατάγματος Ημερομηνία: 17 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενη/Αιτήτρια: Κ. Πανάγος για Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες/Καθ΄ων η Αίτηση: Μ. Κυπριανού για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή-Αιτούμενες θεραπείες Με την παρούσα Αίτηση επιζητούνται, βασικά, οι ακόλουθες θεραπείες: I. Παραμερισμός και/ή ακύρωση του Διατάγματος ημερ. 29/10/15 με το οποίο επετράπη η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του κλητηρίου εντάλματος της παρούσας αγωγής και II. Παραμερισμός και/ή ακύρωση της Απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της Εναγομένης ημερ. 27/11/15. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Εναγομένης/Αιτήτριας επιβάλλεται να παραμεριστεί η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 27/11/15 λόγω μη δέουσας επίδοσης όλων των απαιτουμένων από τη νομοθεσία εγγράφων ενώ ταυτόχρονα πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της ερήμην απόφασης ημερ.27/11/15 που εκδόθηκε λόγω παράλειψης της Εναγόμενης να εμφανιστεί στη διαδικασία. Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων στη Δ.2.θθ.2-15, Δ.5, θθ.1-10, Δ.5 Α, Δ.6, θθ.1& 4. Δ.16, θ.9, Δ.17, θ.10, Δ.48, θθ.1-4, 6-9 & 13 στα Άρθρα 1-5 του Νόμου 3(ΙΙΙ)/2000 και γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε στις ένορκες δηλώσεις του Παναγιώτη Πανάγου ημερ. 11/2/16 και 6/12/16 (αρχική και συμπληρωματική) αντίστοιχα. Σύντομο Ιστορικό Προτού αναφερθούμε στους ισχυρισμούς που προβάλλονται μέσω των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους της Εναγόμενης κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε ένα σύντομο ιστορικό της πορείας που ακολουθήθηκε, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, μέχρι και την έκδοση της ερήμην απόφασης. ð Στις 16/2/15 κατεχωρήθη η Αίτηση 62/15 για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος. ð Στις 27/3/15 κατεχωρήθη η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Την ίδια ημερομηνία κατεχωρήθη μονομερής αίτηση για προσωρινά διατάγματα η οποία ορίστηκε για επίδοση. ð Στις 31/3/15 κατεχωρήθη μονομερής αίτηση για επίδοση της μονομερούς αίτησης για προσωρινά διατάγματα εκτός δικαιοδοσίας. ð Στις 24/4/15 εγκρίθηκε η αίτηση ημερ. 27/3/15 και εκδόθηκαν τα σχετικά προσωρινά διατάγματα. ð Στις 5/6/15 κατεχωρήθη μονομερής Αίτηση για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας με υποκατάστατη επίδοση. ð Στις 17/6/15 εξεδόθη Διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. ð Στις 4/9/15 κατεχωρήθη Έκθεση Απαίτησης. ð Στις 14/10/15 κατεχωρήθη τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα. ð Στις 27/10/15 κατεχωρήθη αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. ð Στις 29/10/15 εξεδόθη Διάταγμα για επίδοση στο εξωτερικό του τροποποιημένου κλητηρίου εντάλματος. ð Στις 27/11/15 εξεδόθη Απόφαση εναντίον της Εναγόμενης στη βάση της ένορκης δήλωσης της Π. Δημητρίου ιδίας ημερομηνίας. Η εκδοχή των Εναγόντων στη βάση της οποίας εξασφαλίστηκε απόφαση ερήμην είναι βασικά η εξής: § Η Ενάγουσα 1 είναι Ρωσική αεροπορική εταιρεία και εργοδοτεί μεγάλο αριθμό υπαλλήλων. § Η εταιρεία Wellman συστάθηκε στην Κύπρο για να υποβοηθεί την Ενάγουσα 1 στις δραστηριότητες της. Ο κύριος σκοπός σύστασης της ήταν να ενεργεί ως οικονομικός αντιπρόσωπος της Ενάγουσας 1 και να προβαίνει σε διάφορες πληρωμές εκ μέρους της σε διάφορους συνεργάτες της και στο προσωπικό της Ενάγουσας 1 στο Αφγανιστάν και ταυτόχρονα να λαμβάνει πληρωμές από πελάτες και πάλι της Ενάγουσας 1. Και τούτο λόγω της αδυναμίας της Ενάγουσας 1 να εκτελέσει απευθείας πληρωμές από Ρωσία προς Αφγανιστάν ένεκα διαφόρων κρατικών περιορισμών. § Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπάλληλος της Ενάγουσας 1 ήταν κάποια κα Baraney στην οποία είχε ανατεθεί η ίδρυση στην Κύπρο και η μετέπειτα διαχείριση της Wellman. § Σε κάποιο χρονικό στάδιο προέκυψαν προβλήματα μεταξύ των Εναγόντων και της κας Baraney. § Μετά την αποχώρηση της από την Ενάγουσα 1 οι Ενάγοντες διαπίστωσαν ότι αυτή είχε υπεξαιρέσει μεγάλα ποσά από την Wellman. § Μέρος των παρανόμων ενεργειών της κας Baraney βάσει των οποίων καταδολίευσε την Wellman αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής. § Συγκεκριμένα η κα Baraney συνομολόγησε δύο συμφωνίες εκχώρησης χρέους (της Ενάγουσας 1 προς την Wellman) μεταξύ της Εναγόμενης και της Wellman. Η Ενάγουσα 1 υποτίθεται ότι όφειλε χρήματα στην Wellman εφόσον συνάπτοντο σχετικές συμφωνίες μεταξύ τους για να δικαιολογούνται τα σχετικά εμβάσματα που γίνονταν από την Wellman προς την Ενάγουσα 1. Η Εναγόμενη είναι εταιρεία που συνδέεται με την κα Baraney. Η Εναγομένη είναι μία εταιρεία κέλυφος χωρίς οποιαδήποτε εμπορική δραστηριότητα. Η κα Baraney συνομολόγησε τις εν λόγω συμφωνίες για να μπορέσει η Εναγόμενη να διεκδικήσει τα αναφερόμενα στις εν λόγω συμφωνίες ποσά από την Ενάγουσα 1 και στη συνέχεια να επιχειρήσει τη διάλυση της Ενάγουσας 1 στην Ρωσία. Αρχική Ένορκη Δήλωση Π. Πανάγου Σε αυτή την Ένορκη Δήλωση προβάλλονται, όπως μπορούμε να συνοψίσουμε, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: Ι. Επίδοση § Η επίδοση της αγωγής μαζί με το διάταγμα και όλα τα άλλα δικαστικά έγγραφα θα πρέπει να παραμεριστεί διότι οι Ενάγοντες δεν συμμορφώθηκαν με τις προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας καθώς και τους Κανονισμούς για επίδοση δικαστικών εγγράφων. α) Δεν επιδόθηκε η Αίτηση για άδεια σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος, η ένορκη δήλωση που την συνοδεύει όπως και το ίδιο το Διάταγμα που εκδόθηκε στο πλαίσιο της εν λόγω Αίτησης. Η συγκεκριμένη παράλειψη σύμφωνα και με τη Δ.48, θ.13 είναι ουσιώδης και ως εκ τούτου ολόκληρη η διαδικασία υπόκειται σε ακύρωση. β) Τα ελλιπή δικαστικά έγγραφα επιδόθηκαν μέσω ιδιωτικής εταιρείας (της DHL) γεγονός που αντίκειται στη Σύμβαση της Χάγης, στην Κυπριακή νομοθεσία όπως και στη νομοθεσία των Παρθένων Νήσων. γ) Στην αρχική Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν συμπεριελήφθη η σωστή νομική βάση, συγκεκριμένα το άρθρο της Σύμβασης της Χάγης. Επομένως η Αίτηση καθίσταται άκυρη και η επίδοση θα πρέπει να παραμερισθεί. δ) Τα έγγραφα επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας αλλά όχι σε σύμβουλο ή γραμματέα της εταιρείας κατά παράβαση της νομοθεσίας και νομολογίας. § Δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.6, θ.4 για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση που υποστήριξε την Αίτηση ημερ. 5/6/15 δεν απέσεισαν το βάρος απόδειξης εύλογου αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγόμενης. ΙI. Απόφαση που εκδόθηκε μονομερώς § Ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης Η Απόφαση για ακύρωση των δύο συμφωνιών εκχώρησης θα πρέπει να παραμερισθεί διότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση για τους ακόλουθους λόγους: i. Δεν αποδεικνύεται στον απαιτούμενο βαθμό πλαστογραφία ii. Δεν στοιχειοθετείται καθόλου και/ή επαρκώς το αστικό αδίκημα της απάτης iii. Οι Ενάγοντες δεν έχουν τη νομική υπόσταση και/ή δικαίωμα να κινηθούν νομικά εναντίον της Εναγομένης iv. Οι Ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή λόγω δεδικασμένου και/ή κατάχρησης δικαστικών διαδικασιών v. Υπάρχουν διεθνείς συνθήκες σε ισχύ οι οποίες επικυρώθηκαν μέσω νομοθετημάτων και με βάση τις οποίες δεν είναι δυνατή η έκδοση της παρούσας απόφασης vi. Το παρών Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας Η εκδοχή της Εναγόμενης είναι, σε συντομία, η ακόλουθη: à Η Wellman ήταν μία κοινοπραξία μεταξύ του Ενάγοντα 2 και της Baraney. Ο Ενάγων 2 είναι μέτοχος κατά 50% σε αυτή ενώ η κα Baraney είναι μία από τους δύο Διευθυντές της και μέτοχος κατά το υπόλοιπο 50%. à Στις 16/2/09 η Wellman και η Ενάγουσα 1 υπέγραψαν δανειακή σύμβαση (3/ΒΤ/1602) σύμφωνα με την οποία η Ενάγουσα 1 όφειλε στη Wellman το ποσό των USD 1.000.000. à Την 1/11/10 η Wellman και η Ενάγουσα 1 συνήψαν δεύτερη συμφωνία (ΚΡ/ΤΒ3-ΒΚΤ) για πώληση αγαθών με αποτέλεσμα η Ενάγουσα 1 να οφείλει και άλλα χρήματα στη Wellman. à Στις 6/2/12 υπεγράφησαν οι επίδικες συμφωνίες εκχώρησης των δικαιωμάτων της Wellman προς την Εναγόμενη (3/2/2012-FW & 2/2/2012-FW) κατόπιν συμφωνίας της κας Baraney και του Ενάγοντα 2. à Οι συμφωνίες εκχώρησης εκ μέρους της Wellman υπογράφτηκαν από τον κ. Στ. Γιορδαμλή διευθυντή κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατόπιν οδηγιών της κας Baraney για τους ακόλουθους λόγους: i. Μετά την παραίτηση της κας Baraney από την Ενάγουσα 1 το Σεπτέμβριο του 2011 ο Ενάγοντας 2 έγινε εχθρικός προς αυτή και προς τα συμφέροντα της Wellman. ii. Από της παραίτησης της ο Ενάγων 2 ξεκίνησε να υπονομεύει τις δραστηριότητες της Wellman. Ειδικότερα ενεργούσε ούτως ώστε η Ενάγουσα 1 να μην πληρώνει στη Wellman τα ποσά που όφειλε στη βάση των μεταξύ τους συμφωνιών. Παρέκαμψε δε τελείως την Wellman σε συμφωνίες που νομικά δικαιούτο. iii. Το 2011, οι Ενάγοντες γνωρίζοντας ότι έπρεπε να γίνουν πληρωμές από την Wellman σε τρίτους, όχι μόνο αντισυμβατικά σταμάτησαν να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό στην Wellman, αλλά προσέγγισαν και τους πελάτες της κατ' ευθείαν σε μια προσπάθεια να αποκομίσουν όλα τα οφέλη για τον εαυτό τους. Η Ενάγουσα ξεκίνησε να συνάπτει ούτω καλούμενες συμφωνίες διακανονισμού ή συμφωνίες τροποποίησης για να λαμβάνει κεφάλαια κατ' ευθείαν από πελάτες της Wellman όπως επιμαρτυρείται από τις δύο συμφωνίες με την Supreme Site Services GmbH. iv. Ως αποτέλεσμα αυτής της «παράκαμψης», η Wellman βρέθηκε στη θέση όπου δεν υπήρχε κανένα επίσημο έγγραφο το οποίο να επιμαρτυρεί ότι τα ποσά τα οποία οφείλονταν σύμφωνα με συμβόλαια μεταξύ της Wellman και της Ενάγουσας, για το έμβασμα των ποσών των συμβολαίων της Supreme Site Services GmbH, έχουν στην πραγματικότητα αποπληρωθεί στην Ενάγουσα. v. Μέχρι τις αρχές του 2012 είχε καταστεί εμφανές ότι οι Ενάγοντες δεν θα αποπλήρωναν ποτέ τα χρήματα που η Ενάγουσα 1 όφειλε στη Wellman και ότι η Wellman επρόκειτο να υποστεί ζημιά ως αποτέλεσμα αυτού. Η κα Baraney έδωσε οδηγίες στον κ. Γιορδαμλή να στείλει μια επιστολή στην Ενάγουσα 1 απαιτώντας την αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών υπό της Δανειακής Συμφωνίας, το οποίο και έπραξε. Στην επιστολή αυτή δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση. vi. Η κα Baraney αντιλήφθηκε ότι οποιεσδήποτε προσπάθειες να εκτελεστούν οι συμφωνίες εναντίον της Ενάγουσας 1 θα εμποδιζόταν ή θα καθυστερούνταν από τον Ενάγοντα 2. Την ίδια στιγμή, η Wellman δεν ήταν σε θέση να εμπλακεί σε παρατεταμένη αντιδικία με την Ενάγουσα 1 τόσο από άποψης χρόνου όσο και κόστους, καθώς είχε περιέλθει σε προβληματική οικονομική κατάσταση λόγω της επίθεσης του Ενάγοντα 2 στα οικονομικά της. vii. Το Ιανουάριο του 2012, η κα Baraney έμαθε από τρίτους και από φήμες στην αγορά ότι η Ενάγουσα 1 είχε δυσκολίες στο να αποπληρώσει τους πιστωτές της à Για όλους τους πιο πάνω λόγους η κα Baraney έδωσε οδηγίες στον κ. Γιορδαμλή να υπογράψει τις Συμφωνίες Εκχώρησης ούτως ώστε να προστατεύσει τα συμφέροντα της Wellman. Με την Συμφωνία Εκχώρησης αρ. 03/02/2012 - FW η Wellman στην ουσία «πούλησε» το χρέος της Ενάγουσας 1 προς αυτή στην Εναγόμενη, μια φερέγγυα οντότητα που είχε τα μέσα να θέσει σε εφαρμογή την συμφωνία ενάντια στην Ενάγουσα 1. Ο λόγος που η Εναγόμενη δεν πρόβηκε σε οποιαδήποτε πληρωμή προς την Wellman εδράζεται στην ύπαρξη πολυμερούς συμφωνίας συμψηφισμού. Σύμφωνα με το συμβόλαιο Αριθμός KBL-2010AF ημερομηνίας 10/09/10 μεταξύ της Wellman και της KBL GROUP Ltd, ("KBL") η Wellman όφειλε στην KBL GROUP Ltd USD 1.557.262 (δολάρια ΗΠΑ) για εργασίες αεροπλοΐας. Με τη συμφωνία εκχώρησης με Αριθμό 25/11/2011-KF ημερομηνίας 25/11/2011 μεταξύ ης Εναγομένης και της KBL GROUP Ltd, η Εναγόμενη αγόρασε τα δικαιώματα της KBL πάνω στο χρέος της Wellman προς την KBL. à Η Εναγόμενη έχει ήδη καταχωρήσει 2 αγωγές εναντίον της Ενάγουσας 1, για να ανακτήσει το εκχωρημένο χρέος καθώς και μια αίτηση πτώχευσης. Οι αγωγές καταχωρήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου Διαιτησίας της Μόσχας ['Arbitration Court of Moscow' (το "ACM")] το οποίο ήταν η δικαιοδοσία επιλογής υπό τις δύο συμφωνίες. à Στις 17/04/2014, το Διαιτητικό Δικαστήριο Μόσχας (ΔΔΜ) εξέδωσε απόφαση εναντίον της Ενάγουσας 1 και υπέρ της Εναγόμενης. Τα ίδια επιχειρήματα και ισχυρισμοί που οι Ενάγοντες έχουν αναπτύξει εντός του πλαισίου αυτής της αγωγής αναπτύχθηκαν ενώπιον του ΔΔΜ στη ρωσική αγωγή το οποίο και τα απέρριψε. Η Ενάγουσα 1 εφεσίβαλε την απόφαση δύο φορές ενώπιον των Εφετείων των Διαιτητικών Δικαστηρίων στην Ρωσία αλλά τα Εφετεία επίσης απέρριψαν τις αξιώσεις των Εναγόντων. à Η τελική απόφαση του Ένατου Διαιτητικού Εφετείου εξέτασε εκτενώς τα θέματα τα οποία εγέρθηκαν από τους Ενάγοντες στην Ρωσική Αγωγή και απέρριψε τις αξιώσεις τους. Τα ίδια θέματα ηγέρθηκαν και στην παρούσα αγωγή. Αναφορικά με την εγκυρότητα της συμφωνίας, το Δικαστήριο σημείωσε ότι τα μέρη επέλεξαν τον Ρωσικό νόμο ως το διέπον δίκαιο για το συμβόλαιο τους και ότι δεν υπήρχε καμία απόδειξη ουσιαστικής ακυρότητας του συμβολαίου. Το Δικαστήριο επίσης απέρριψε τους ισχυρισμούς ότι το γεγονός πως ο "Διευθυντής" της Εναγομένης, Σάββας Κωνσταντίνου, δεν είχε υπογράψει την Συμφωνία προκαλούσε οποιαδήποτε ακυρότητα, καθώς ο κ. Oleg Moshkin, ο μόνος μέτοχος της Εναγομένης και τώρα Διευθυντής της, ήταν παρών στην υπόθεση, και επιβεβαίωσε, ως δικαιούτο, την συνομολόγηση της Συμφωνίας Εκχώρησης. à Επίσης καταχωρήθηκε και άλλη αγωγή με αρ. Α40 - 219106/14, η οποία αφορά την συμφωνία εκχώρησης με αρ. 2/02/2012 το 2014, η οποία θα δικαστεί σύντομα από το ΔΔΜ. à Σε όλες τις διαδικασίες στη Ρωσία, ουδέποτε αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα της Συμφωνίας Δανείου ή της Συμφωνίας Πώλησης. à Το 2014 καταχωρήθηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας η αγωγή με αριθμό 2993/2014, στην οποία εγέρθηκαν στην ουσία τα ίδια θέματα και ισχυρισμοί ως με την παρούσα υπόθεση. Στην εν λόγω περίπτωση τα μέρη ήταν τα ίδια, με επιπλέον 2 Εναγόμενους, την εταιρεία Wellman και την κα Baraney. Οι Ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι το συμβόλαιο εκχώρησης ημερομηνίας 6/2/2012 με αρ. 3/02/2012 ήταν προϊόν απάτης και ψευδών παραστάσεων και μονομερώς προχώρησαν σε απόδειξη της υπόθεσης τους. Στη συνέχεια οι Εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση παραμερισμού της απόφασης, η οποία πέτυχε και οι Ενάγοντες επέλεξαν να μην προωθήσουν την αγωγή και την απέσυραν, γεγονός το οποίο δεν αποκαλύφτηκε στο δικαστήριο. Αντιθέτως, οι Ενάγοντες αρκέστηκαν να αναφέρουν μόνο την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγομένων. à Η Ενάγουσα 1 καταχώρησε την ποινική υπόθεση με αρ. 10170/2013 (εναντίον της κας Baraney, κατηγορώντας την με συνολικά 71 κατηγορίες και ιδίως ότι εξαπάτησε την Ενάγουσα 1. Η υπόθεση εν τέλει αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. § Παράλειψη Καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης Σε ό,τι αφορά το λόγο μη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης από μέρους της Εναγόμενης στην ένορκη δήλωση του κ. Πανάγου προβάλλονται, βασικά, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: ð Ο λόγος που δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της Εναγόμενης, ήταν επειδή ο κ. Moshkin - μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της Εναγόμενης - ουδέποτε ενημερώθηκε για την ύπαρξη της αγωγής από τους αντιπροσώπους/πράκτορες της Εναγόμενης στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους όταν αυτή τους επιδόθηκε. ð Ο κ. Σάββας Κωνσταντίνου, διευθυντής της Εναγομένης κατά τον ουσιώδη χρόνο που προέκυψε η διαφορά μεταξύ της Εναγομένης και της Ενάγουσας 1, στο πλαίσιο της οποίας η Εναγόμενη καταχώρησε αριθμό αγωγών εναντίον της Ενάγουσας 1 στην Ρωσική Ομοσπονδία, ανέφερε στον κ. Moshkin ότι δεν ήθελε να αναμειχθεί στην υπόθεση διότι δέχθηκε απειλές από τρίτους, υποδηλώνοντας εμμέσως τους Ενάγοντες. Ως αποτέλεσμα της εν λόγω συζήτησης, ο κ. Moshkin αποφάσισε να τον αντικαταστήσει από διευθυντή της Εναγομένης. ð Μετά την προαναφερόμενη συζήτηση, για κάποιο ανεξήγητο λόγο, του ζητήθηκε να καταβάλει το ποσό των €50.000 στον κ. Κωνσταντίνου για τις υπηρεσίες που παρείχε ως διευθυντής της Εναγόμενης. Όταν ο κ. Moshkin αρνήθηκε να καταβάλει το εν λόγω ποσό γιατί το θεώρησε υπερβολικά υψηλό και αδικαιολόγητο, απειλήθηκε ότι τόσο ο κ. Κωνσταντίνου όσο και ο πράκτορας με τον οποίο συνεργαζόταν στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, η εταιρεία Jordans Trust Company (BVI) Ltd δηλαδή, θα στρεφόντουσαν εναντίον του ίδιου και της Εναγόμενης. ð Λόγω της άρνησης του κ. Moshkin να υποκύψει στις απαιτήσεις των πρακτόρων στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους οι τελευταίοι (α) αρνήθηκαν να εκτελέσουν οποιεσδήποτε οδηγίες του, ισχυριζόμενοι ότι ήταν αδύνατον να αλλαχθούν οι αξιωματούχοι της Εναγόμενης μέχρις ότου πραγματοποιηθούν όλες οι «οφειλόμενες πληρωμές» στους Κύπριους διευθύνοντες Σύμβουλους και (β) έπαψαν να είναι συνεργάσιμοι, με αποτέλεσμα να μην τον ενημερώνουν σε σχέση με οποιαδήποτε έγγραφα παραδίδονταν σε αυτούς, όπου βρίσκεται και το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, περιλαμβανομένης και της και της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής. ð Ως εκ των ανωτέρω, ο κ. Moshkin δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν οι πράκτορες της Εναγομένης στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους παρέλαβαν εκ μέρους της τα σχετικά δικαστικά έγγραφα τα οποία εκ πρώτης όψεως φαίνεται να τους επιδόθηκαν. Εκείνο που ο κ. Moshkin βεβαιώνει με σιγουριά και το οποίο άλλωστε μαρτυρείται και από την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, είναι ότι, αν λάμβανε γνώση των δικαστικών εγγράφων, σίγουρα θα έδινε οδηγίες για καταχώρηση έγκαιρης εμφάνισης εκ μέρους της Εναγομένης, ιδιαίτερα εν όψει της Υπεράσπισης γίνεται αναφορά ανωτέρω. ð Δεν είναι δε η πρώτη φορά που οι πράκτορες της Εναγόμενης στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους παραλείπουν να ενημερώσουν την Εναγόμενη για έγγραφα που παρέλαβαν εκ μέρους της. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες στην παρούσα διαδικασία καταχώρησαν εναντίον της Εναγόμενης την αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας με αριθμό 2993/2014 με τα ίδια ακριβώς επίδικα θέματα. Η ειδοποίηση για την εν λόγω αγωγή είχε και πάλι επιδοθεί στην εταιρεία Jordans Trust Company (BVI) Ltd η οποία για ακόμη μια φορά παρέλειψε να ενημερώσει τον κ. Moshkin που ήταν ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής κατά την δεδομένη περίοδο για το συγκεκριμένο γεγονός, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον της Εναγόμενης. Η εν λόγω απόφαση παραμερίστηκε εν τέλει με την σύμφωνη γνώμη των Εναγόντων και της Εναγομένης. ð Η συμπεριφορά των Εναγόντων με την αναφορά τους στην παρούσα υπόθεση στην ένορκη δήλωση τους ημερ. 5/6/15 ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η αγωγή να φτάσει στη γνώση της Εναγόμενης αν αυτή επιδοθεί στους πράκτορες της στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους ενώ γνώριζαν ή τουλάχιστον έπρεπε να γνωρίζουν ότι αυτό το ενδεχόμενο ήταν απομακρυσμένο αν όχι αδύνατο και η μη αποκάλυψη στο Δικαστήριο της διαδικασίας που είχε προηγηθεί με την έκδοση απόφασης στην απουσία της Εναγομένης, δημιουργεί εύλογες υποψίες ότι οι Ενάγοντες γνώριζαν ότι οι πράκτορες της Εναγόμενης στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους ενεργούσαν προς βλάβη των συμφερόντων της και, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός αυτό, προχώρησαν στην έκδοση απόφασης στην απουσία της Εναγομένης. ð Τα πιο πάνω γεγονότα καταδεικνύουν τουλάχιστον, ότι η Εναγόμενη δεν θα άφηνε το εαυτό της ανυπεράσπιστο ειδικά (α) μετά την έκδοση απόφασης υπέρ της στη Ρωσία και (β) ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση δεύτερης αγωγής στη Ρωσία αναφορικά με τις συμβάσεις που οι Ενάγοντες επέτυχαν την ακύρωση τους. § Καθυστέρηση Σε σχέση με το χρόνο που παρήλθε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης αναφέρονται τα εξής στην ένορκη δήλωση του κ. Πανάγου: · Η πρώτη φορά που ήρθε σε γνώση της Εναγόμενης η ύπαρξη της παρούσας αγωγής ήταν στις 11/12/15 όταν οι δικηγόροι της στη Ρωσία παρέλαβαν από τους δικηγόρους των Εναγόντων την απόφαση ημερ. 27/11/15 στο πλαίσιο άλλης δικαστικής διαδικασίας η οποία εκκρεμεί σε Ρωσικό Δικαστήριο μεταξύ των ιδίων μερών αναφορικά με τη συμφωνία εκχώρησης ημερ. 6/2/12 (2/02/2012.) · Ο κ. Moshkin ως μοναδικός Διευθυντής και μέτοχος της Εναγόμενης ο οποίος διαμένει και εργάζεται στη Ρωσία χρειάστηκε χρόνο μέχρι να βρει κάποιο δικηγορικό γραφείο να εκπροσωπήσει την Εναγόμενη στη διαδικασία και να του εξηγήσει τα σχετικά δεδομένα. Μετά από μια περίοδο 3-4 εβδομάδων ο κ. Moshkin κάλεσε τους δικηγόρους της Εναγόμενης και δόθηκαν οδηγίες για έρευνα του φακέλου της αγωγής η οποία και έγινε και, αφού εξακριβώθηκε ότι πράγματι είχε εκδοθεί απόφαση, δόθηκαν οδηγίες στη δικηγορική εταιρεία Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ για τη λήψη των αναγκαίων μέτρων για παραμερισμό όλων των δικαστικών διαβημάτων στην υπόθεση. · Στις 18/1/15 ακολούθησε έρευνα του φακέλου της υπόθεσης η οποία λόγω του τεράστιου όγκου των εγγράφων που περιέχονταν στον φάκελο χρειάστηκε χρόνος. · Κατά τη διάρκεια προετοιμασίας της αίτησης, εκτός από την εκτενή μελέτη των πολλών εγγράφων που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, ήταν αναγκαία η ανεύρεση και/ή μετάφραση αρκετών εγγράφων τα οποία επιβεβαιώνουν την Υπεράσπιση της Εναγομένης. Τα πιο πολλά έγγραφα δεν βρίσκονταν στην κατοχή του κ. Moshkin, αλλά στην κατοχή τρίτων προσώπων, κάποια έγγραφα έπρεπε να μεταφραστούν από τη Ρωσική ή Αγγλική στην Ελληνική γλώσσα, με αποτέλεσμα να υπάρχει περαιτέρω καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής. · Ήταν αναγκαίο να συλλεχθούν πληροφορίες, όχι μόνο από τον κ. Moshkin, αλλά και από την κα Liudmila Baraney, η οποία γνωρίζει πολλά γεγονότα για την υπόθεση, τα οποία δεν γνωρίζει ο κ. Moshkin. Χρειάστηκαν συναντήσεις μαζί και με τα 2 πρόσωπα, ανταλλαγή πολλών εγγράφων, ανταλλαγή αλληλογραφίας μέσω διαδικτύου και μελέτη πολλών τεκμηρίων πριν την σύνταξη της παρούσας, ώστε να αντικατοπτρίζει όλα τα λεγάμενα των Εναγομένων με λεπτομέρεια. · Η υπόθεση αυτή συνδέεται με την αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου υπ' αριθμό 2993/2014, την οποία οι Ενάγοντες καταχώρησαν στην προσπάθεια τους να ακυρώσουν τη συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 6/2/2012, με αριθμό 3/02/2012 - FW (στο εξής «η συμφωνία με αριθμό 3/02/2012 - FW»). Επομένως, έπρεπε να γίνει έρευνα και σε εκείνο το φάκελο του Δικαστηρίου, για να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των ισχυρισμών των Εναγόντων για να συνταχθεί η παρούσα. Αυτό χρειάστηκε χρόνο, τόσο από το Πρωτοκολλητείο για να βρει το φάκελο και να τον παραδώσει για έρευνα και από το δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση, για να τον μελετήσει. · Ο σημαντικότερος παράγοντας ο οποίος αποτέλεσε ένα από τους κυριότερους λόγους στην καθυστέρηση της καταχώρησης της Αίτησης είναι η πολυπλοκότητα της υπόθεσης. Υπάρχουν πάρα πολλά έγγραφα σε πολλές γλώσσες, πολλά πρόσωπα από Ρωσία και Κύπρο και γεγονότα τα οποία προέκυψαν σε διάφορες χώρες, όπως η Ρωσία, η Κύπρος και οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι. Χρειάστηκε χρόνος για τη μελέτη, συλλογή και εκτύπωση όλων των εγγράφων, τεκμηρίων και η μετάφραση τους σε κάποιες περιπτώσεις πριν να παρθούν οποιαδήποτε διαβήματα. Ένσταση και Ένορκη Δήλωση που την υποστηρίζει Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια περίπου νομική βάση. Επιπλέον γίνεται αναφορά και στον Νόμο 34(ΙΙΙ)/2001, στο Άρθρο 10 της Σύμβασης της Χάγης σχετικά με την επίδοση δικαστικών και εξωδικαστικών εγγράφων σε αστικά και εμπορικά Θέματα Νόμο 40/1982. Ως συγκεκριμένοι λόγοι Ένστασης εξειδικεύονται οι ακόλουθοι: 1) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης ημερ. 27/11/15. Μεταξύ άλλων: (α) Η Αίτηση κατεχωρήθη με υπέρμετρη καθυστέρηση. (β) Δεν προβλήθηκε ούτε στοιχειοθετήθηκε ικανοποιητική εξήγηση για την μη εμφάνιση στο Δικαστήριο. (γ) Δεν κατεδείχθη εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. (δ) Η ένορκη δήλωση Πανάγου βασίζεται σε εξ ακοής και μη αξιόπιστη μαρτυρία. 2) Η Εναγόμενη δεν νομιμοποιείται να προωθήσει την παρούσα Αίτηση αφού από τις 3/11/15 έχει διαγραφεί από το Μητρώο του Εφόρου των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. 3) Πληρούνταν όλες οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 29/10/2015 με το οποίο επετράπη η επίδοση στην Αιτήτρια εκτός δικαιοδοσίας και η υποκατάστατη επίδοση (α) της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος (β) της Έκθεσης Απαίτησης (γ) του Διατάγματος ημερομηνίας 29/10/2015 και (δ) της Αίτησης ημερομηνίας 27/10/2015 στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα. 4) Η επίδοση προς την Αιτήτρια (α) της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, (β) της Έκθεσης Απαίτησης, (γ) του Διατάγματος ημερομηνίας 29/10/2015 και (δ) της Αίτησης ημερομηνίας 27/10/2015 βάση των οποίων εκδόθηκε το Διάταγμα ημερομηνίας 29/10/2015 και η μετάφραση αυτών στην αγγλική γλώσσα έγινε νόμιμα βάση του Διατάγματος ημερομηνίας 29/10/2015. 5) Το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί της παρούσας αγωγής. Ένορκη Δήλωση Π. Δημητρίου Στην Ένορκη Δήλωση της Π. Δημητρίου βασικά επαναλαμβάνεται η εκδοχή των Εναγόντων που παρατέθηκε πιο πάνω. Επιπλέον προβάλλονται και οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: ü Την 5/12/13 οι Ενάγοντες πληροφορήθηκαν από τους Ρώσους δικηγόρους τους ότι καταχωρήθηκε αίτηση στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας εναντίον της Ενάγουσα 1 από κάποια άγνωστη προς αυτούς εταιρεία με την ονομασία Fox United Ltd (την Εναγόμενη). Η Εναγόμενη καταχώρησε την εν λόγω αίτηση διεκδικώντας από την Ενάγουσα 1 το ποσό των Δολαρίων Η.Π.Α 1.180.000 με βάση υποτιθέμενη συμφωνία εκχώρησης χρέους ημερομηνίας 6/2/12 και με αριθμό 3/02/2012 FW (εφεξής «η πρώτη συμφωνία εκχώρησης»). Η πρώτη συμφωνία εκχώρησης φερόταν να υπογράφτηκε μεταξύ της Wellman και της Εναγόμενης. Με την πρώτη συμφωνία εκχώρησης η εταιρεία Wellman εκχώρησε προς την Εναγόμενη υποτιθέμενη οφειλή που είχε να λαμβάνει από την Ενάγουσα 1. Ουδέποτε είχε συζητηθεί το θέμα αυτό μαζί με τον Ενάγοντα 2 (VS) ο οποίος δεν γνώριζε περί της σύναψης της εν λόγω συμφωνίας εκχώρησης. Η Ενάγουσα 1 δεν όφειλε εν πάση περιπτώσει στη Wellman οποιαδήποτε χρήματα. ü Για να διαπραχθεί το πιο πάνω αδίκημα η Baraney έδωσε οδηγίες προς τον τότε ονομαστικό διευθυντή της Wellman να προχωρήσει στην υπογραφή της συμφωνίας εκχώρησης παραβιάζοντας τους κανόνες λειτουργίας της εταιρείας. Επισημαίνεται πως δεν υπάρχουν πρακτικά της Wellman για την απόφαση αυτή και δεν συγκλήθηκε συνέλευση των διευθυντών προς έγκριση της αποδοχής της συμφωνίας αυτής. ü Επίσης, η συμφωνία εκχώρησης χρέους φέρει εκ μέρους της Εναγόμενης την υπογραφή κάποιου Σάββα Κωνσταντίνου. Όμως στην πραγματικότητα δεν την υπέγραψε ποτέ το εν λόγω πρόσωπο. Η συμφωνία εκχώρησης έγινε εν αγνοία των Εναγόντων με μοναδικό σκοπό να τους εξαπατήσει. ü Με βάση τη συμφωνία εκχώρησης (άρθρο 4 της συμφωνίας) η Εναγόμενη θα έπρεπε να καταβάλει μέσα σε διάστημα δύο χρόνων, δηλαδή από το 2012 μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου 2014 το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ 755,000. Μέχρι σήμερα ουδέν ποσό έχει καταβάλει στην Wellman. ü Όσον αφορά τις ισχυριζόμενες πολυμερείς συμφωνίες συμψηφισμού οφειλών μεταξύ Wellman, KBL GROUP LTD και Εναγόμενης αυτές έγιναν χωρίς τη συγκατάθεση ή γνώση των Εναγόντων και είναι και αυτές μέρος του δολίου σχεδίου καταδολίευσης των Εναγόντων. ü Η Εναγόμενη βασιζόμενη στη συμφωνία εκχώρησης καταχώρησε στη συνέχεια αίτηση στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας διεκδικώντας από την Ενάγουσα 1 το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ 1,180,000. ü Την 25/4/14 εκδόθηκε απόφαση από το Ρωσικό Διαιτητικό Δικαστήριο με την οποία η Ενάγουσα 1 κλήθηκε να καταβάλει στην Εναγόμενη το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ 1,118,000.00. Κύριο στοιχείο της απόφασης ήταν ότι κρίθηκε ότι το Ρωσικό Διαιτητικό Δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να αποφασίσει κατά πόσο η συμφωνία εκχώρησης ήταν παράνομη ή όχι. ü Μετά την πιο πάνω απόφαση η Εναγόμενη ξεκίνησε διαδικασίες πτώχευσης της Ενάγουσας 1 στη Ρωσία. ü Την 26/12/14 καταχωρήθηκε νέα αίτηση από την Εναγόμενη και πάλι στο Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας εναντίον της Ενάγουσας 1. Η Εναγόμενη καταχώρησε την εν λόγω αίτηση διεκδικώντας αυτή τη φορά από την Ενάγουσας 1 το ποσό των Δολαρίων Η.Π.Α 880.000 πλέον τόκους που ισοδυναμούν με το ποσό των Δολαρίων Η.Π.Α 200,393.64. Η βάση της απαίτησης αυτή τη φορά ήταν νέα υποτιθέμενη συμφωνία εκχώρησης χρέους ημερομηνίας 6/2/12 με αριθμό 2/02/2012 FW (εφεξής «η δεύτερη συμφωνία εκχώρησης») που φερόταν να υπογράφηκε μεταξύ της Wellman και της Εναγόμενης. Οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση για την ύπαρξη της δεύτερης συμφωνίας εκχώρησης την 11/2/15 όταν παρέλαβαν τα έγγραφα του Δικαστηρίου. Η ουσία της δεύτερης συμφωνίας εκχώρησης είναι και πάλι ότι η εταιρεία Wellman εκχώρησε προς την Εναγόμενη οφειλή που υποτίθεται ότι είχε να λαμβάνει από την Ενάγουσα 1. Και πάλι ουδέποτε συζητήθηκε το θέμα αυτό μαζί με τον Ενάγοντα 2 (VS). Η δεύτερη συμφωνία εκχώρησης είναι πάλι προϊόν απάτης όπως εξάλλου ήταν και η πρώτη συμφωνία εκχώρησης. Όπως φαίνεται και η νέα συμφωνία εκχώρησης φέρει την ίδια ημερομηνίας κατάρτισης δηλαδή την 6/2/12 και φέρεται να υπογράφεται και αυτή από τον κ. Γιορδαμλή και από τον κ. Κωνσταντίνου. Όπως προέκυψε ο κ. Γιορδαμλής υπέγραψε τη νέα συμφωνία εκχώρησης κατόπιν οδηγιών της Baraney. ü Με βάση την συμφωνία εκχώρησης (άρθρο 4 της συμφωνίας) η Εναγόμενη θα έπρεπε να καταβάλει μέσα σε διάστημα δύο χρόνων, δηλαδή από το 2012 μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου 2014, το ποσό των Δολαρίων ΗΠΑ 500,000. Μέχρι σήμερα ουδέν ποσό έχει καταβάλει η Εναγόμενη στην Wellman. ü Η Εναγόμενη έχει διαγραφεί από το μητρώο εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων από τις 3/11/15. Όσον αφορά την επίδοση στην Εναγομένη των διαφόρων εγγράφων προβάλλονται στην Ένορκη Δήλωση της Π. Δημητρίου οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: i. Έχουν επιδοθεί ορθά στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης όλα τα απαραίτητα δικαστικά έγγραφα. ii. Η ιδιωτική επίδοση εγγράφων μέσω ταχυδρομείου δεν είναι αντίθετη με τη Συνθήκη της Χάγης iii. Η αίτηση για άδεια επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας περιέχει όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία επιβεβαιώνουν την διάπραξη αστικών αδικημάτων από την Εναγόμενη και τρίτα πρόσωπα. à Ένορκη Δήλωση Ένστασης από Δικηγόρο Αποτέλεσε λόγο Ένστασης πως η ένορκη δήλωση του Π. Πανάγου θα πρέπει να αγνοηθεί λόγω του ότι αυτός είχε δώσει γνωμάτευση ημερ.12/1/16 σε σχέση με την παρούσα υπόθεση απευθυνόμενη προς το Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας. Οι βασικές αρχές που διέπουν την κατάρτιση και υποβολή σε δικαστική διαδικασία ένορκης δήλωσης από δικηγόρο έχουν διατυπωθεί στη νομολογία μας[1]. Συνοψίζονται ως ακολούθως: £ Γενικά ομιλούντες, μια ένορκη δήλωση δεν αποκλείεται απλά επειδή ο ομνύων είναι δικηγόρος. £ Είναι γενικά ανεπιθύμητο ένας δικηγόρος να εμφανίζεται ως μάρτυρας ή ενόρκως δηλών σε δικαστική διαδικασία στην οποία εκπροσωπεί διάδικο, εκτός εάν αυτό είναι αναγκαίο. £ Αφ' ης όμως στιγμής δικηγόρος έχει με τον ένα ή άλλο τρόπο καταστεί μάρτυρας γεγονότων, τότε κωλύεται, λόγω ασυμβιβάστου, να συνεχίζει να εμφανίζεται χειριζόμενος την υπόθεσή του πελάτη του ως δικηγόρος. £ Όσον αφορά την όμνυση της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο χωρίς να εξηγείται ο λόγος για τον οποίο δεν ορκίστηκε διοικητικός σύμβουλος ή γραμματέας του διαδίκου, η νομολογία έχει κατ' επανάληψη επισημάνει το ανεπιθύμητο της πρακτικής αυτής αλλά δεν έχει φθάσει στο σημείο της απαγόρευσης ώστε να αγνοείται ή να απορρίπτεται η ένορκη αυτή δήλωση. £ Θέμα παροχής εξήγησης εγείρεται εκεί όπου δεν προκύπτει υπό τις περιστάσεις ένας εμφανής καλός λόγος, όπως είναι η διαμονή του διαδίκου στο εξωτερικό και/ή άλλες εγγενείς δυσχέρειες οι οποίες δεν θα επέτρεπαν στον ίδιο να είναι ενόρκως δηλών. Στην προκειμένη περίπτωση οι λόγοι για τους οποίους η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση έγινε από δικηγόρο και όχι από διοικητικό σύμβουλο της Εναγόμενης καταγράφεται στην παράγραφο 2 αυτής. Συγκεκριμένα, μεταξύ άλλων, αναφέρεται πως: · Η Εναγόμενη είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο εξωτερικό και δη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. · Ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της Εναγόμενης (ο κ. Moshkin) εργάζεται και κατοικεί μόνιμα στην Ρωσική Ομοσπονδία. · Λόγω της απόστασης με την Ρωσική Ομοσπονδία, των πολλαπλών υποχρεώσεων του και του βεβαρυμμένου προγράμματος του, δεν είναι σε θέση να ταξιδέψει στην Κύπρο. · Λόγω της επείγουσας φύσης της παρούσας υπόθεσης, το γεγονός ότι η παρούσα αίτηση έπρεπε να καταχωρηθεί χωρίς καθυστέρηση, το γεγονός ότι ο κ. Moshkin δυσκολεύεται να επικοινωνήσει στα Αγγλικά αλλά και ο χρόνος που θα χρειαζόταν για να μεταφραστεί η Ένορκη Δήλωση του από τα Ρωσικά στα Ελληνικά, δεν ήταν εύκολο να ακολουθηθούν άλλες διαδικασίες προς όρκιση της παρούσας ένορκης δήλωσης από τον ίδιο προσωπικά. Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ πως έχουν δοθεί επαρκείς λόγοι για το γεγονός της όμνυσης της υποστηρικτικής δήλωσης από δικηγόρο. Όσον αφορά το κατά πόσο προκύπτει ζήτημα ασυμβίβαστου για τον ομνύοντα λόγω της ιδιότητας του δικηγόρου λέω, σε συμφωνία με τα όσα εισηγήθηκε η πλευρά της Εναγόμενης, πως η σύνταξη μίας γνωμάτευσης από μέρους του Π. Πανάγου εκ μέρους της Εναγόμενης απευθυνόμενη προς τους Ρώσους δικηγόρους της Εναγόμενης με την οποία επεξηγείται από νομικής άποψης η δυνατότητα παραμερισμού της εκδοθείσας ερήμην απόφασης, δεν προκαλεί οποιοδήποτε κώλυμα στον Π. Πανάγο να εμφανίζεται ως ενόρκως δηλών καθ΄ην στιγμήν δεν είναι ο ίδιος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση εκ μέρους της Εναγόμενης, ούτε έχει εμφανιστεί εκ μέρους της σε οποιοδήποτε στάδιο. Κατ΄ακολουθίαν όλων των πιο πάνω κρίνω πως η πιο πάνω εισήγηση είναι άνευ ερείσματος και ως εκ τούτου απορρίπτεται. à Μη νομιμοποίηση της Εναγόμενης λόγω διαγραφής Ένας άλλος λόγος Ένστασης που προβλήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων είναι πως η Εναγόμενη δεν υφίσταται ως οντότητα και δεν νομιμοποιείται να προωθήσει την υπό εξέταση αίτηση αφού από την 3/11/2015 είχε διαγραφεί από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων. Για το ζήτημα αυτό σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στην Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Π. Πανάγου ημερ. 6/12/16. Οι βασικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται για το εν λόγω θέμα έχουν ως ακολούθως: § Ο κ. Moshkin δεν γνώριζε το γεγονός της διαγραφής της Εναγομένης από μητρώο εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων λόγω του ότι όλα τα θέματα της Εναγόμενης τα χειρίζονταν τρίτα άτομα τα οποία δεν τον κρατούσαν ενήμερο λόγω διαφωνίας ως προς το ύψος της αμοιβής που ζητούσαν για τις υπηρεσίες τους προς την Εναγόμενη. § Μετά την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης ο κ. Moshkin, μέσω του δικηγορικού γραφείου Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ, έδωσε οδηγίες στο το δικηγορικό γραφείο Carey Olsen στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους να λάβει όλα τα απαραίτητα μέτρα για επανεγγραφή της εταιρείας στο μητρώο εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων, όπως και έγινε. Πιστοποιητικό αποκατάστασης της Αιτήτριας στο μητρώο εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων και πιστοποιητικό καλής υπόστασης στην αγγλική γλώσσα επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α, και ως Τεκμήριο Β, πιστή μετάφραση αυτών στην ελληνική γλώσσα, όπως μεταφράστηκαν από το Γραφείο Τύπου και Πληροφοριών της Κυπριακής Δημοκρατίας. § Σύμφωνα με γνωμάτευση που λήφθηκε από το πιο πάνω αναφερόμενο δικηγορικό γραφείο (Carey Olsen) το οποίο ειδικεύεται στο εταιρικό δίκαιο ως εφαρμόζεται στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους (Τεκμήριο Δ), όταν μια εταιρεία επανεγγραφεί στο μητρώο εταιρειών, συνεχίζει να υφίσταται ως σαν να μην διαγράφηκε ποτέ, με αποτέλεσμα οποιεσδήποτε ενέργειες έλαβε ως διαγραμμένη, να θεωρούνται εξ΄ υπαρχής έγκυρες. Με βάση την εν λόγω γνωμάτευση ακόμα και αν η Εταιρεία παρέμενε διαγραμμένη, επιτρέπεται να υπερασπίζεται ή συνεχίζει δικαστικές διαδικασίες που ξεκίνησαν πριν τη διαγραφή της. Η καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού θεωρείται ότι εμπίπτει εντός της έννοιας της υπεράσπισης ή συνέχισης δικαστικής διαδικασίας και ως εκ τούτου η καταχώρηση της αίτησης παραμερισμού δεν θεωρείται άκυρη[2]. Στη βάση όλων των πιο πάνω και κυρίως του περιεχομένου της αναφερόμενης γνωμάτευσης που αφορά σε δίκαιο ξένης χώρας θεωρώ πως η πιο πάνω εισήγηση είναι αβάσιμη και συνεπώς απορρίπτεται. Εξέταση Ζητημάτων που εγείρονται στην υπό κρίση Αίτηση (Α) Ζητήματα που αφορούν στην Επίδοση I. Μη τήρηση προϋποθέσεων για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας Αποτέλεσε εισήγηση εκ μέρους της Εναγόμενης πως με βάση τα γεγονότα που έθεσαν οι Ενάγοντες στην ένορκη δήλωση της Π. Δημητρίου για σκοπούς εξασφάλισης άδειας για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγή εναντίον της Εναγόμενης. Το θέμα της επάρκειας στοιχείων που είχαν δοθεί στο Δικαστήριο στο πλαίσιο της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας Προχωρώ στη συνέχεια να εξετάσω το θέμα της επάρκειας των στοιχείων που είχαν διατεθεί για υποστήριξη της αίτησης για άδεια επίδοσης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή ειδοποίησης του εκτός δικαιοδοσίας επιτρέπεται μόνο αν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: ü Η υπόθεση πρέπει να εμπίπτει σε τουλάχιστον μία από τις κατηγορίες που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α) έως (
  2. h)της Δ.6,θ.1. Αν η υπόθεση δεν εμπίπτει σε καμία από τις κατηγορίες αυτές, τότε δεν υπάρχει δυνατότητα ή εξουσία παροχής άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και δεν τίθεται θέμα άσκησης οποιασδήποτε ευχέρειας από πλευράς Δικαστηρίου. ü Ο Αιτητής πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής (prima facie good cause of action) εναντίον του Εναγομένου και ότι η υπόθεση είναι κατάλληλη (proper) για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (Δ.6,θ.4[3]). Απ' ό,τι έχω αντιληφθεί δεν εγείρεται από πλευράς Εναγομένης ότι η εγειρόμενη αιτία αγωγής, το επίδικο θέμα, δεν φαίνεται να εμπίπτει σε μια από τις περιπτώσεις οι οποίες σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.6, θ.1, θα δικαιολογούσαν την χορήγηση άδειας επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Συγκεκριμένα, φαίνεται να εμπίπτει η παρούσα αγωγή κάτω από τις πρόνοιες της Δ.6, θ.1(
  3. e)οι οποίες αναφέρονται σε αγωγή με την οποία επιδιώκεται να κηρυχθεί άκυρη και/ή άνευ νομικού ερείσματος σύμβαση η οποία καταρτίστηκε στην Κύπρο[4] και τις πρόνοιες της Δ.6, θ.1 (
  4. f)οι οποίες αφορούν σε αγωγή που βασίζεται σε αστικό αδίκημα - στην προκειμένη περίπτωση αυτό της απάτης - που έλαβε χώρα στην Κύπρο[5]. Το παράπονο της Εναγομένης είναι ότι δεν παρατέθηκε τέτοια μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6, θ.1. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Ναυτοδικείου Amathus Ltd v. Concord Liners κ.α.

(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 στη σελ. 1034 η πίστη αφ' εαυτής στην ύπαρξη καλής υπόθεσης από τον ομνύοντα δεν αρκεί. Επιβάλλεται η στοιχειοθέτηση της με μαρτυρία. Το Δικαστήριο σε αιτήσεις για επίδοση στο εξωτερικό εκτός του ότι θα πρέπει να τις εξετάσει με τη δέουσα προσοχή, δεν αποφασίζει κατά πόσο ο ενάγων θα επιτύχει στην αγωγή του αλλά περιορίζεται στην ανεύρεση μιας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης με βάση τη μαρτυρία που παρέχεται επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων. Το Δικαστήριο για να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Δ.6,θ.1, θα πρέπει να προσφέρεται πλήρης και λεπτομερής ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Zachariades & Pantelides Eterprise Ltd v. FIAT AUTO SPA
(2000)1 (A) A.A.Δ. 447 με αναφορά στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. σελ. 596:- «..... η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν.» Η αποκάλυψη αιτίας αγωγής εξαρτάται από τα αντικειμενικά συμπεράσματα που εξάγονται από τα γεγονότα τα οποία παρατίθενται στην ένορκη δήλωση και όχι από την εξέταση της ουσίας του πραγματικού υπόβαθρου.[6] H φράση «καλό αγώγιμο δικαίωμα έχει ερμηνευθεί και ως «εκ πρώτης όψεως υπόθεση» και είναι αρκετό αν υπάρχει αυτή η εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή συζητήσιμη υπόθεση με την έννοια ότι, αν δεν αντικρουστεί, ο ενάγων θα δικαιούται σε απόφαση για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.[7] Η εκδοχή που οι Ενάγοντες προέβαλαν για σκοπούς των Εναγόντων εξασφάλισης άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας είναι αυτή που συνοψίσαμε ανωτέρω. Τόσο στην αρχική Αίτηση ημερ. 5/6/15 η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Παριάνας Δημητρίου ιδίας ημερομηνίας όσο και στην μεταγενέστερη Αίτηση ημερ.27/10/15 η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Ερμιόνης Παυλίδου γίνεται εκτενής αναφορά στα σχετικά με την υπόθεση γεγονότα και την εκδοχή που οι Ενάγοντες προωθούν ενώ επισυνάπτεται και αριθμός Τεκμηρίων. Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ πως οι Ενάγοντες προσέφεραν πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση προς στήριξη της αίτησης τους για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας η οποία αποκάλυπτε εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή συζητήσιμη υπόθεση ικανοποιώντας με τον τρόπο αυτό τις απαιτήσεις της Δ.6, θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. II. Παράλειψη επίδοσης της Αίτησης για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος Αποτέλεσε εισήγηση εκ μέρους της Εναγόμενης πως δεν εζητήθη η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της αίτησης για σφράγιση του κλητηρίου, το οποίο υποστήριξε πως αποτελεί το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο, και ότι αυτή η παράλειψη αποτελεί παράβαση των Άρθρων 15 & 16 της Σύμβασης της Χάγης. Περαιτέρω προβλήθηκε η θέση πως η παράλειψη επίδοσης της αίτησης για σφράγιση και του Διατάγματος για άδεια είναι ουσιώδης με βάση τη σχετική νομολογία και ειδικά τις πρόνοιες της Δ.48, θ.
  1. Η αναφορά στα Άρθρα 15 & 16 της Σύμβασης της Χάγης σε «εισαγωγικό της δίκης έγγραφο» ή «ισοδύναμη πράξη» θεωρώ πως ρυθμίζει την επίδοση σε εναγόμενο που διαμένει εκτός δικαιοδοσίας είτε δικογράφου δια του οποίου εισάγεται μια τέτοια δικαστική διαδικασία, είτε ενός εγγράφου το οποίο προβλέπεται θεσμικά σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος το οποίο ειδοποιεί τον ενδιαφερόμενο για την εκκρεμότητα της εναντίον του δικαστικής διαδικασίας. Στη βάση των πιο πάνω επισημάνσεων δεν θεωρώ ότι η αίτηση για σφράγιση συνιστά το εισαγωγικό της δίκης έγγραφο. Η Δ.48, θ.13 την οποία έχει επικαλεστεί η Εναγόμενη διαλαμβάνει τα εξής: «
  2. Όποτε επιδίδεται δυνάμει των παρόντων Κανονισμών διάταγμα που εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση, επιδίδεται ταυτόχρονα και η μονομερής αίτηση μαζί με την ένορκο δήλωση που τυχόν τη συνόδευσε». Στην προκειμένη περίπτωση, πέραν του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 29/10/15 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, επιδόθηκε στην Εναγόμενη και η Αίτηση βάσει της οποίας εκδόθηκε το εν λόγω Διάταγμα με βάση τις σχετικές πρόνοιες της Δ.48, θ.
  3. III. Παράλειψη επίδοσης του εντύπου/αίτησης που επιβάλλει η Σύμβαση της Χάγης Προβλήθηκε επίσης η θέση πως υπήρξε στην παρούσα υπόθεση παράλειψη επίδοσης του εντύπου που επισυνάπτεται στη Σύμβαση της Χάγης με βάση τα διαλαμβανόμενα στο Άρθρο 3 αυτής που αναφέρει τα ακόλουθα: «Η αρμόδια αρχή ή ο αρμόδιος δημόσιος λειτουργός, σύμφωνα με τους νόμους του κράτους προέλευσης, απευθύνει στην κεντρική αρχή του κράτους στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, αίτηση σύμφωνη με το επισυναπτόμενο στην παρούσα σύμβαση υπόδειγμα, χωρίς να υπάρχει ανάγκη επικύρωσης των εγγράφων ή άλλης αντίστοιχης διατύπωσης. Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από τη δικαστική πράξη ή το αντίγραφό της, το όλο δε εις διπλούν». Είναι προφανές από τις πρόνοιες του Άρθρου 3 πως αυτό αναφέρεται στην περίπτωση όπου η επίδοση γίνεται μέσω των κεντρικών αρχών των κρατών. Στην προκειμένη, ωστόσο, περίπτωση σύμφωνα με το Διάταγμα του Δικαστηρίου η επίδοση έγινε μέσω υπηρεσίας ταχείας μεταφοράς δεμάτων (courier service). Έπεται πως η σχετική θέση είναι άνευ ερείσματος. IV. Επίδοση μέσω ιδιωτικής εταιρείας παράδοσης δεμάτων κατά παράβαση της Σύμβασης της Χάγης Προεβλήθη η θέση πως η επίδοση μέσω DHL έγινε κατά παράβαση της Σύμβασης της Χάγης. Αρκεί για τους σκοπούς αυτής της εισήγησης να παραπέμψουμε στο Άρθρο 10 της Σύμβασης όπου διαλαμβάνεται η δυνατότητα επίδοσης μέσω ταχυδρομικής οδού, εκτός αν το κράτος προορισμού δηλώσει ότι αντιτίθεται, όπως επίσης και στο Τεκμήριο 33 που επεσυνάφθη στην ένορκη δήλωση της Ερμιόνης Παυλίδου ημερ.27/10/15 που κατεχωρήθη προς υποστήριξη της Αίτησης ημερ. 27/10/
  4. Στο Τεκμήριο 33 φαίνεται η ενδεδειγμένη Κεντρική Αρχή για τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους και προκύπτει ότι αυτές δεσμεύονται από τη Σύμβαση της Χάγης. Σχετικό είναι επίσης το Τεκμήριο 3 (και όχι Τεκμήριο 4 όπως λανθασμένα αναφέρεται) που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Παριάνας Δημητρίου ημερ.16/5/16 η οποία υποστηρίζει την Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση όπου εκτίθεται Πίνακας από τον οποίο προκύπτει πως το Ηνωμένο Βασίλειο (και οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι) δεν είναι αντίθετες στην ιδιωτική επίδοση μέσω ταχυδρομείου. Στη βάση των πιο πάνω η υποβληθείσα θέση δεν ευσταθεί. V. Επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης και όχι σε σύμβουλο/γραμματέα της εταιρείας Αποτέλεσε εισήγηση εκ μέρους της Εναγόμενης ότι τα δικαστικά έγγραφα επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρεία αλλά όχι σε σύμβουλο ή γραμματέα αυτής. Για το ζήτημα αυτό σχετική είναι η παρα. 38 της ένορκης δήλωσης της Παριάνας Δημητρίου ημερ.16/5/16 που συνοδεύει την Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση όπως και το Τεκμήριο 5 που επισυνάπτεται σε αυτή και αποτελεί σχετική γνωμάτευση από δικηγόρους στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους αναφορικά με τον προβλεπόμενο με βάση το δίκαιο της χώρας αυτής τρόπο επίδοσης. Στη βάση των πιο πάνω προκύπτει ότι η επίδοση που έγινε ήταν στη βάση του δικαίου που προβλέπεται στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. VI. Νομική βάση αρχικής αίτησης Αποτέλεσε ισχυρισμό της Εναγόμενης πως η αρχική αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας «καθίσταται άκυρη» και «η επίδοση θα πρέπει να παραμεριστεί» λόγω της μη συμπερίληψης της σωστής νομικής βάσης και συγκεκριμένα του άρθρου της Σύμβασης της Χάγης. Με δεδομένο πως στην υπό κρίση Αίτηση δεν προσβάλλεται το Διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας που εκδόθηκε στη βάση της αρχικής αίτησης αλλά το Διάταγμα ημερ.29/10/15 θεωρώ πως ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε εξέτασης. (Β) Ζητήματα που αφορούν στην ύπαρξη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και εύλογου λόγου για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης Προτού εξετασθούν οι λόγοι που κατά την Εναγόμενη δικαιολογούν τον παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή κρίνεται σκόπιμη η σκιαγράφηση των νομικών αρχών που διέπουν το υπό κρίση θέμα. Νομική Πτυχή Οι αρχές που διέπουν την εξέταση Αιτήσεως για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα αναφερθεί στη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι το Δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία να παραμερίσει απόφαση δική του κάτω από τις πιο κάτω Διατάξεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: (α) Δ.17, θ.10[8] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης εμφάνισης. (β) Δ.26, θ.14[9] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης καταχώρησης Υπεράσπισης. (γ) Δ.33, θ.5[10] που αφορά παραμερισμό απόφασης ένεκα παράλειψης του Εναγόμενου να εμφανιστεί την ημέρα της δίκης. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Γιαννάκης Χρυσάνθου κ.α. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 A.A.Δ. 129, η Δ.33, θ.5 προσομοιάζει απόλυτα με τις πρόνοιες της Δ.17, θ.10 και της Δ.26, θ.14 και επομένως μπορούμε να αντλήσουμε καθοδήγηση και από τις αυθεντίες που βασίζονται γενικά στις πιο πάνω πρόνοιες. Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμεριστεί η εκδοθείσα απόφαση[11]. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην Αγωγή. Σε αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο Εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justiciae) δικαιούται σε παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στη διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο Ενάγοντας σε απόφαση κατά το δεδομένο χρόνο είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθά είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο Εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίστηκε στην αγωγή με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Στην πρώτη περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στη δεύτερη περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του παραμερισμού της απόφασης εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή και η μη εμφάνιση του ήταν δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Όταν εξετάζεται η δεύτερη περίπτωση που αναφέρθηκε ανωτέρω το Δικαστήριο διατηρεί αναμφίβολα διακριτική ευχέρεια. Κατά την άσκηση δε του πλαισίου εξουσίας του λαμβάνει υπόψη του παράγοντες που αφενός σχετίζονται με την αιτιολόγηση της απουσίας του διαδίκου κατά την ημερομηνία που εξεδόθη η απόφαση στην απουσία του και αφετέρου με την ευρύτερη επίδειξη μιας καλής υπόθεσης από πλευράς του,. Ως πρόσθετος γενικός παράγοντας είναι και η πιστοποίηση ότι ο διάδικος δεν επέδειξε εσκεμμένη αδιαφορία προς τη δικαστική διαδικασία ούτε βέβαια και πρόθεση εγκατάλειψης της υπόθεσης του[12]. Στην Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204 τονίζεται η ανάγκη εξισορρόπησης των θεμελιακών για την απονομή της Δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης να κατοχυρώνεται αποτελεσματικά το δικαίωμα ενός διαδίκου να προβάλει τη θέση του και από την άλλη της ανάγκης διασφάλισης της άνευ προσκόμματος αποπεράτωσης της δίκης. Το πρωταρχικό κριτήριο είναι η αποκάλυψη από μέρους του Αιτητή καλής υπεράσπισης η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης ταυτόχρονα όμως το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του Αιτητή και αν αυτή είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης θα αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση για τη δικαστική διαδικασία και για τα δικαιώματα του αντιδίκου, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης. Για το λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από τη μέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης καθώς και οι επεξηγήσεις που δίδονται γιατί αφέθηκε η υπόθεση να προχωρήσει στην έκδοση απόφασης χωρίς να καταχωρηθεί υπεράσπιση[13]. Ο Αιτητής θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψη του να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όσον αφορά την προϋπόθεση να ικανοποιήσει ο Αιτητής το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την Υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο Αιτητής ότι έχει καλή υπεράσπιση, πράγμα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας. Το Δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο αν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης[14]. Η Αιτήτρια -Εναγόμενη οφείλει εδώ να παραθέσει τα γεγονότα που, κατά τη θέση της, εγείρουν μια καλή υπόθεση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Έχει νομολογηθεί ότι η αποκάλυψη μιας καλής υπόθεσης και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων τα οποία εξυπακούεται ότι θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετηθεί χρήσιμος σκοπός επίλυσης της διαφοράς των διαδίκων. Το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους της Αιτήτριας[15]. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793 αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ΄ αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών. Θα ΄ταν εύκολο, αναφέρθηκε στην εν λόγω απόφαση, κάθε φορά να προβάλλεται ένας αστήρικτος ισχυρισμός και να παραμερίζονται νομότυπα ληφθείσες αποφάσεις. Στην υπόθεση Παναγιώτης Ανδρέου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1596 ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ.Μ. Πικής συμπύκνωσε τις αρχές που διέπουν αιτήσεις παραμερισμού στις ακόλουθες προτάσεις:- «(α) Η παράλειψη εμφάνισης ή υποβολής Υπεράσπισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. (β) Προϋπόθεση για τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης αποτελεί η αποκάλυψη συζητήσιμης Υπεράσπισης. (γ) Και όπου αποκαλύπτεται Υπεράσπιση η αίτηση δυνατόν να απορριφθεί, όταν η καθυστέρηση, στην κίνηση του μηχανισμού για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης είναι τέτοια που να καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας.» Η Αιτήτρια/Εναγόμενη θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή της να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον της απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Κατά πόσο έχει αποκαλυφθεί καλή και/ή συζητήσιμη Υπεράσπιση Υπενθυμίζω ότι το ζήτημα της αποκάλυψης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης εκδικάζεται σε επίπεδο ισχυρισμών. Η Αιτήτρια/Εναγόμενη εκείνο που αναμένεται να πράξει είναι να παραθέσει τα γεγονότα εκείνα που, κατά τη θέση της, εγείρουν υπεράσπιση επί της ουσίας. Δεν αναμένεται να πείσει για την ύπαρξη των γεγονότων αυτών. Είναι αρκετό να επικαλείται ότι αυτά ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Συνεπώς ακόμα και στην περίπτωση όπου οι Καθ΄ων η Αίτηση/Ενάγοντες αμφισβητούν τα γεγονότα αυτά, δεν γεννάται υποχρέωση στην Αιτήτρια να αποδείξει την αλήθεια τους. Στην υπόθεση Έλλη Κ. Χ"Νικολάου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1179 στη σελίδα 1181 επισημάνθηκαν μεταξύ άλλων και τα εξής: «... Όσον αφορά αξιολόγηση επισημαίνουμε πως για τους σκοπούς αίτησης της φύσεως της παρούσας όπου δίδονται στοιχεία για την ύπαρξη καλής υπεράσπισης δεν πρέπει αυτή να απορρίπτεται απλώς και μόνο γιατί υπάρχει σύγκρουση στα γεγονότα επί των ενόρκων δηλώσεων [Evans v. Bartlam (ανωτέρω)] και στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης.» Η εκδοχή της Εναγόμενης έχει ήδη παρατεθεί ανωτέρω. Εν πρώτοις επικαλείται τη σύναψη μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Wellman δύο συμβάσεων, μίας δανειακής σύμβασης ημερ.16/2/09 (Loan Agreement - 3/ΒΤ/1602), Τεκμήριο 2, και μίας σύμβασης πώλησης αγαθών ημερ.1/11/10 (Helicopter Units Purchase and Sale Contract - ΚΡ/ΤΒ3-ΒΚΤ), Τεκμήριο
  1. Ακολούθως αναφέρεται στις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφησαν οι επίδικες συμφωνίες εκχώρησης των δικαιωμάτων της Wellman προς την Εναγόμενη. Βασικά όταν έγινε αντιληπτό πως οι Ενάγοντες δεν θα αποπλήρωναν ποτέ τα χρήματα που η Ενάγουσα 1 όφειλε στη Wellman και αφού προηγήθηκε αποστολή επιστολής εξόφλησης/αποπληρωμής σε σχέση με τις πιο πάνω συμφωνίες ( Τεκμήρια 7 & 8) χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε ανταπόκριση από μέρους της Ενάγουσας 1, η Wellman εκχώρησε τις οφειλές της Ενάγουσας 1 προς αυτήν προς την Εναγόμενη. Είναι εκδοχή της πως η εκχώρηση στην Εναγόμενη έγινε γιατί η Wellman δεν ήθελε να εμπλακεί σε παρατεταμένη αντιδικία με την Ενάγουσα 1 που θα συνεπάγετο χρόνο και κόστος ενώ η Εναγόμενη ήταν μία φερέγγυα οντότητα που θα είχε τα μέσα να ανακτήσει τις εκχωρηθείσες οφειλές. Όσον αφορά τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι μέχρι σήμερα ουδέν ποσό έχει καταβάλει η Εναγόμενη στην Wellman στο πλαίσιο της πρώτης συμφωνίας εκχώρησης η Εναγόμενη αντιτείνει πως αυτό οφείλετο στην ύπαρξη πολυμερούς συμφωνίας συμψηφισμού μεταξύ Wellman, KBL Group Ltd και Εναγόμενης. Βασικά ο ισχυρισμός είναι πως η Wellman όφειλε στην KBL Group Ltd USD 1.557.262 για εργασίες αεροπλοίας (Αντίγραφα του συμβολαίου και των τιμολογίων επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 9 & 10) και ότι με τη σύμβαση εκχώρησης με αρ.25/11/2011-KF ημερ. 25/11/11 μεταξύ της Εναγόμενης και της KBL Group Ltd η Εναγόμενη αγόρασε τα δικαιώματα της KBL Group Ltd στο χρέος της Wellman προς την KBL Group Ltd. Παρουσιάστηκε επίσης επιστολή της Εναγόμενης προς την Wellman ημερ. 30/12/14 (Τεκμήριο 13) σύμφωνα με την οποία η Εναγόμενη προχώρησε σε συμψηφισμό χρέους με την Wellman. Ακολουθεί η αναφορά στις αγωγές που καταχωρήθηκαν στη Ρωσία από την Εναγόμενη εναντίον της Ενάγουσας 1 προς ανάκτηση του εκχωρημένου χρέους βασιζόμενες στις συμφωνίες εκχώρησης. Σε σχέση δε με την πρώτη συμφωνία εκχώρησης (3/2/2012- FW) γίνεται αναφορά σε απόφαση ημερ. 17/4/14 που εκδόθηκε από το Arbitration Court of Moscow (ACM) εναντίον της Ενάγουσας 1 όπου απερρίφθησαν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας
  2. Πρόκειται για το Τεκμήριο 22 (Κείμενο στη Ρωσική) & Τεκμήριο 23 (μετάφραση στην Ελληνική) στην Ένορκη Δήλωση της Παριάνας Δημητρίου ημερ. 27/10/
  3. Η απόφαση δε αυτή αν και εφεσιβλήθηκε δύο φορές τελικώς επικυρώθηκε. Αντίγραφο του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (Ninth Arbitration Court of Appeal) ημερ. 13/8/14 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 11 (Κείμενο στη Ρωσική) και ως Τεκμήριο 11Α (μετάφραση στην Ελληνική). Γίνεται επίσης αναφορά και στην αγωγή (με αρ. Α40-219106/14) η οποία κατεχωρήθηκε από την Εναγόμενη σε σχέση με τη δεύτερη συμφωνία εκχώρησης (2/02/2012- FW) η οποία και εκκρεμεί. Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός πως σε όλες τις διαδικασίες στη Ρωσία ουδέποτε αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα είτε της Συμφωνίας Δανείου, είτε της Συμφωνίας Πώλησης. Η Εναγόμενη μέσω των πιο πάνω ισχυρισμών προβάλλει ζητήματα κατάχρησης διαδικασιών και/ή δεδικασμένου ενώ για το θέμα της ισχυριζόμενης πλαστογραφίας επικαλείται την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου της Μόσχας. Η πλευρά της Εναγομένης επικαλείται επίσης ζήτημα μη ύπαρξης από μέρους της Ενάγουσας της νομικής υπόστασης να κινηθεί νομικά εναντίον της Εναγομένης. Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι οι επίδικες Συμφωνίες Εκχώρησης έφεραν την υπογραφή μόνο του κ. Γιορδαμλή, ενός εκ των δύο διευθύνοντων συμβούλων, η Εναγόμενη διατείνεται πως κατά τον ουσιώδη χρόνο υπάρχει πληθώρα συμφωνιών οι οποίες έφεραν την υπογραφή μόνο του κ. Γιορδαμλή τις οποίες και επισυνάπτει ως ΗΗ στην Ένορκη Δήλωση της κας Baraney, Τεκμήριο
  4. Εγείρεται ακόμη θέμα παραγραφής του αγωγίμου δικαιώματος των Εναγόντων αναφορικά με το αστικό αδίκημα της απάτης ως επίσης και ζήτημα ανύπαρκτου προσώπου όσον αφορά την Ενάγουσα 1 λόγω μη εντοπισμού εγγεγραμμένης εταιρείας στη Ρωσία με την ονομασία της Ενάγουσας. Παραπέμπει δε η πλευρά της Εναγόμενης στο μητρώο της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Φορολόγησης της Ρωσίας όπως εξασφαλίστηκε μέσω διαδικτυακής έρευνας στην οποία προέβη ο Π. Πανάγος, ενόρκως δηλών στην ένορκη δήλωση της υπό κρίση Αίτησης, Τεκμήριο 15, όπου η ονομασία της εταιρείας είναι airline VERTICAL- T. Έχοντας λοιπόν αναφερθεί σε κάποια λεπτομέρεια στους ισχυρισμούς και στην εκδοχή της Εναγόμενης προς απόδειξη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης λόγω της έκτασης των ισχυρισμών και των λεπτομερειών που προβλήθηκαν και της σωρείας των τεκμηρίων που επισυνάφθηκαν στην ένορκο δήλωση της, διαπιστώνω ότι η Εναγόμενη έχει προωθήσει τη δική της εκδοχή σε όλα τα ζητήματα που ηγέρθησαν στην παρούσα αγωγή και μάλιστα έχει αναφερθεί και επισυνάψει σχετικά έγγραφα που φαίνεται, πάντοτε εκ πρώτης όψεως, ότι δίδουν μια άλλη εξήγηση στα όσα η πλευρά των Εναγόντων διατείνεται με βάση την αγωγή της. Το ότι, βέβαια, οι Ενάγοντες τα απορρίπτουν με βάση τα όσα αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση δεν είναι αρκετό για τους σκοπούς διαπίστωσης ύπαρξης εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης. Στο παρόν στάδιο εκείνο που αναζητείται είναι η παράθεση στοιχείων και γεγονότων που εγείρουν συζητήσιμη υπεράσπιση. Και αυτό έχει πράξει, κατά την κρίση μου, η Εναγόμενη. Ούτε, βέβαια, υπεισέρχεται στο στάδιο αυτό θέμα αξιολόγησης της μαρτυρίας που παρέθεσε η Εναγόμενη με την ένορκη δήλωσή της στα πλαίσια προώθησης της δικής της εκδοχής. Όπως τονίσθηκε από τον Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Στ. Ναθαναήλ στην υπόθεση Γιάγκου κ.α ν. Φωτίου Πολ.Έφ.233/09, ημερ.21/1/14, θα ήταν αντινομικό εκ μέρους Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιωνδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιον του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που δικαιολογεί το επανάνοιγμα υπόθεσης. Επισημάνθηκε δε πως: «Σαφώς το βάρος για παραμερισμό ερήμην απόφασης πίπτει επί των ώμων του αιτητή, αλλά αυτό το βάρος δεν εξυπακούει και την απόδειξη αμφισβητούμενων γεγονότων ή τη θεμελίωση της υπεράσπισης, ως εάν διεξαγόταν η δίκη επί της ουσίας της. Όπως λέχθηκε στην Κωνσταντινίδη ν. Hissin - ανωτέρω -, «είναι αρκετό να εργερθεί το ζήτημα που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας» και χωρίς να «... απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση.»». Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω είναι η θέση μου ότι η Εναγόμενη με τα ζητήματα τα οποία έχει εγείρει έχει θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα ικανά και επαρκή ώστε να εγείρουν συζητήσιμη υπεράσπιση επί της ουσίας και επομένως πληρούται αυτή η προϋπόθεση. Κατά πόσο έχει καταδειχθεί σοβαρός και εύλογος λόγος για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης Η Εναγόμενη/Αιτήτρια θα πρέπει να καταδείξει στο Δικαστήριο σοβαρό και εύλογο λόγο για την παράλειψή της να εμφανιστεί στο Δικαστήριο συνεπεία της οποίας λήφθηκε η εναντίον του απόφαση, ως και το ότι επεδίωξε το επανάνοιγμα της υπόθεσης με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Όπως ήδη αναφέρθηκε στο στάδιο που σκιαγραφήσαμε τη νομική πτυχή, σε αιτήσεις αυτού του είδους η παράλειψη εμφάνισης πρέπει να εξηγηθεί όπως και η όποια καθυστέρηση στην υποβολή αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Η εκδοχή της Εναγόμενης σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση Πανάγου, έχει βασικά ως εξής: ð Δεν καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους της Εναγόμενης λόγω του ότι ο κ. Moshkin ουδέποτε ενημερώθηκε για την παρούσα αγωγή από τους αντιπροσώπους/πράκτορες της Εναγόμενης στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους όταν αυτή τους επιδόθηκε. ð Μετά που προέκυψε διαφορά μεταξύ της Εναγόμενης και της Ενάγουσας 1 και καταχωρήθηκε αριθμός αγωγών εναντίον της Ενάγουσας 1 στη Ρωσική Ομοσπονδία, λόγω του ότι ο Σ. Κωνσταντίνου, διευθυντής της Εναγόμενης κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν ήθελε πλέον να έχει ανάμειξη στην υπόθεση κατόπιν απειλών που δέχθηκε από τρίτους, σε σχετική συζήτηση που έγινε με τον κ. Moshkin αποφασίστηκε η αντικατάσταση του Σ. Κωνσταντίνου από διευθυντή της Εναγόμενης. ð Μετά την πιο πάνω συζήτηση ζητήθηκε από τον κ. Moshkin να καταβάλει στον Σ. Κωνσταντίνου το ποσό των €50.000 για τις υπηρεσίες που παρείχε ως διευθυντής. Κατόπιν της άρνησης του να το πράξει επειδή το θεώρησε υπερβολικό απειλήθηκε ότι τόσο ο Σ. Κωνσταντίνου όσο και ο πράκτορας με τον οποίο συνεργαζόταν στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους - η ετ. Jordans Trust Company (BVI) Ltd - θα στράφονταν εναντίον του ιδίου και της Εναγόμενης. ð Επισημαίνεται πως η Εναγόμενη είχε συσταθεί στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους μέσω του Σ. Κωνσταντίνου και των πιο πάνω αναφερόμενων πρακτόρων οι οποίοι ήταν υφιστάμενοι συνεργάτες του. ð Λόγω της άρνησης του κ. Moshkin να υποκύψει στις απαιτήσεις των πρακτόρων στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, οι τελευταίοι (α) αρνήθηκαν να εκτελέσουν οποιεσδήποτε οδηγίες του, ισχυριζόμενοι ότι ήταν αδύνατον να αλλαχθούν οι αξιωματούχοι της Εναγόμενης μέχρις ότου πραγματοποιηθούν όλες οι «οφειλόμενες πληρωμές» στους Κύπριους διευθύνοντες Σύμβουλους και (β) έπαψαν να είναι συνεργάσιμοι, με αποτέλεσμα να μην τον ενημερώνουν οποιαδήποτε έγγραφα παραδόθηκαν σε αυτούς, όπου βρίσκεται και το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγομένης στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, περιλαμβανομένης και της παρούσας αγωγής. ð Ο κ. Moshkin δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν οι πράκτορες της Εναγομένης στις ΒΠΝ παρέλαβαν εκ μέρους της τα σχετικά δικαστικά έγγραφα τα οποία φαίνεται να τους επιδόθηκαν. ð Δεν είναι η πρώτη φορά που οι πράκτορες της Εναγόμενης στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους παραλείπουν να ενημερώσουν την Εναγόμενη για έγγραφα που παρέλαβαν εκ μέρους της. Ειδικότερα, οι Ενάγοντες, στην παρούσα διαδικασία, καταχώρησαν εναντίον της Εναγόμενης την αγωγή του Ε.Δ. Λευκωσίας με αριθμό 2993/2014 με τα ίδια ακριβώς επίδικα θέματα. Η ειδοποίηση για την εν λόγω αγωγή είχε και πάλι επιδοθεί στην εταιρεία Jordans Trust Company (BVI) Ltd η οποία για ακόμη μια φορά παρέλειψε να ενημερώσει τον κ. Moshkin που ήταν ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής κατά την δεδομένη περίοδο για το συγκεκριμένο γεγονός, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον της Εναγόμενης. Αναφορικά με τους πιο πάνω ισχυρισμούς η πλευρά της Ενάγουσας 1 στην αρχική της Ένορκη Δήλωση ισχυρίζεται ότι αυτοί παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και ότι δεν πρέπει συνεπώς να θεωρηθεί πως έχει δοθεί καλή εξήγηση για την παράλειψη εμφάνισης. Σε συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση που κατεχωρήθη κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου η πλευρά της Ενάγουσας 1 ισχυρίστηκε πως η Εναγόμενη γνώριζε για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής από τις 28/5/
  5. Προς υποστήριξη αυτού του ισχυρισμού επισύναψε αντίγραφο γραπτού αιτήματος της Ενάγουσας 1 (Τεκμήρια Α & Β) στο πλαίσιο της υπόθεσης που είχε καταχωρηθεί από την Εναγόμενη ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας με αρ. Α40-219106/2014 (για την οποία γίνεται αναφορά και στην ένορκη δήλωση του Π. Πανάγου) σε σχέση με τη δεύτερη συμφωνία εκχώρησης (2/02/2012- FW). Μέσω αυτού του αιτήματος, αφού έγινε αναφορά στην απόφαση ημερ. 24/4/15 του Ε.Δ. Λευκωσίας στην παρούσα αγωγή με την οποία είχε «ανασταλεί η σύμβαση εκχώρησης και η νομική ισχύς της μέχρι την τελική απόφαση», ζητήθηκε η αναστολή της υπόθεσης με αρ. Α40-219106/2014 «σε αναμονή της τελικής απόφασης του Ε.Δ. Λευκωσίας». Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός πως λόγω της πιο πάνω αίτησης η Εναγόμενη ζήτησε αναβολή της υπόθεσης. Επισυνάπτονται δε ως Τεκμήρια Γ & Δ πρακτικό του Διαιτητικού Δικαστηρίου Μόσχας στην εν λόγω υπόθεση. Επισημαίνεται πως στο εν λόγω πρακτικό αναφέρεται πως η Εναγόμενη (και Ενάγουσα εκεί) είχε ζητήσει «την αναβολή της δίκης λόγω της ανάγκης να παρουσιάσει πρόσθετα αποδεικτικά στοιχεία» την οποία το Δικαστήριο ενέκρινε ορίζοντας την υπόθεση για ακρόαση στις 19/6/
  6. Δεν γίνεται δηλαδή αναφορά σε «αναστολή» της διαδικασίας παρά μόνο αναφέρεται στο σχετικό πρακτικό πως η αίτηση «για αναστολή της διαδικασίας θα εξεταστεί κατά την επόμενη δικάσιμο». Πέραν των δύο πιο πάνω πρακτικών που επισυνάφθηκαν στην ένορκη δήλωση της Π. Δημητρίου δεν δίδεται οποιαδήποτε περαιτέρω εξήγηση για την πιο πάνω διαδικασία και πληροφόρηση για την εξέλιξη που είχε το αίτημα αναστολής. Εν πάση περιπτώσει όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση η αίτηση για προσωρινό Διάταγμα ημερ. 27/3/15 η οποία οδήγησε στην έκδοση του στις 24/4/15 επεδόθη στην ίδια διεύθυνση στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους όπως και η αγωγή και δεν έχει προκύψει πως η εν λόγω διαδικασία, σε αντίθεση με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 27/11/15, ήρθε στη γνώση της Εναγόμενης. Αντίθετα αποτέλεσε βασικό ισχυρισμό της Εναγόμενης πως ουδέποτε ενημερώθηκε για την παρούσα αγωγή από τους αντιπροσώπους/πράκτορες της Εναγόμενης στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους όταν αυτή τους επιδόθηκε. Ειδικότερα προβλήθηκε ο ισχυρισμός πως η πρώτη φορά που ήρθε σε γνώση της Εναγόμενης η ύπαρξη της παρούσας αγωγής ήταν στις 11/12/15 όταν οι δικηγόροι της στη Ρωσία παρέλαβαν την απόφαση ημερομηνίας 27/11/2015 - ήτοι την τελική απόφαση του Δικαστηρίου - από τους δικηγόρους των Εναγόντων στα πλαίσια άλλης δικαστικής διαδικασίας η οποία εκκρεμεί σε Ρωσικό Δικαστήριο μεταξύ των ιδίων μερών και αφορά συμφωνία εκχώρησης (2/02/2012)[16]. Υπό το φως των πιο πάνω τα όσα προβλήθηκαν στην Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση της Παριάνας Δημητρίου αφενός δεν καταρρίπτουν τον ισχυρισμό που προβλήθηκε εκ μέρους της Εναγόμενης αναφορικά με το πότε αυτή έλαβε γνώση για πρώτη φορά για την ύπαρξη της παρούσας αγωγής - στο πλαίσιο της Ρωσικής υπόθεσης με αρ. Α40-219106/2014 - και αφετέρου δεν αποδεικνύουν πως η Εναγόμενη γνώριζε για αυτή από τις 28/5/
  7. Είναι η κρίση μου πως ο λόγος που προβάλλεται από την Εναγόμενη για την παράλειψη καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης στην παρούσα υπόθεση συνιστά ικανοποιητική και εύλογη δικαιολογία. Χρόνος υποβολής της Αίτησης Το επόμενο ερώτημα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο ο χρόνος που μεσολάβησε από της έκδοσης της απόφασης στις 27/11/15 μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης στις 11/2/16, ήτοι 2 1/2 μήνες, και δύο μήνες μετά που ήρθε σε γνώση της συνιστά αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Είναι νομολογημένο ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή αίτησης για παραμερισμό απόφασης αποτελεί επαρκή δικαιολογία για την απόρριψη της αίτησης[17]. Στην υπόθεση Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1283 υπεμνήσθη η αρχή ότι η αδικαιολόγητη καθυστέρηση για υποβολή αιτήματος παραμερισμού απόφασης μπορεί βάσιμα να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη του γιατί διαφορετικά η πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα. Η εξήγηση που δίδεται για την παρέλευση του πιο πάνω χρονικού διαστήματος μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: · Μετά που ήρθε σε γνώση της Εναγόμενης η ύπαρξη της παρούσας αγωγής ο μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της κ. Moshkin ο οποίος διαμένει και εργάζεται στη Ρωσία χρειάστηκε κάποιο χρόνο για να βρεί κάποιο δικηγορικό γραφείο να εκπροσωπήσει την Εναγόμενη και να του εξηγήσει το τι είχε γίνει. Σε διάστημα 3-4 εβδομάδων έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της Εναγόμενης για έρευνα του φακέλου της υπόθεσης. · Αφού εξακριβώθηκε η έκδοση της ερήμην απόφασης δόθηκαν οδηγίες στους Δικηγόρους Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ για τη λήψη μέτρων προς παραμερισμό της απόφασης. · Κατά τη διάρκεια προετοιμασίας της αίτησης, εκτός από την έρευνα των πολλών εγγράφων που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και στη συνέχεια την εκτενή μελέτη τους, ήταν αναγκαία η ανεύρεση και/ή μετάφραση αρκετών εγγράφων για σκοπούς επιβεβαίωσης της Υπεράσπισης της Εναγομένης. Τα πιο πολλά έγγραφα δεν βρίσκονταν στην κατοχή του κ. Moshkin, αλλά στην κατοχή τρίτων προσώπων, ενώ κάποια έγγραφα έπρεπε να μεταφραστούν από τη ρωσική ή αγγλική στην ελληνική γλώσσα με αποτέλεσμα την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής. Υπήρχαν πάρα πολλά έγγραφα σε πολλές γλώσσες, πολλά πρόσωπα από Ρωσία και Κύπρο και γεγονότα τα οποία προέκυψαν σε διάφορες χώρες, όπως η Ρωσία, η Κύπρος και οι Βρετανικές Παρθένες Νήσοι. · Χρειάστηκε επίσης να γίνει έρευνα στο Πρωτοκολλητείο και σε φάκελο άλλης υπόθεσης η οποία συνδέετο με την παρούσα (αγωγή Ε.Δ. Λευκωσίας 2993/2014). Στη βάση όλων των πιο πάνω θεωρώ πως έχει δοθεί ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση και για το χρόνο που μεσολάβησε μέχρι την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Κατ΄ ακολουθίαν όλων των πιο πάνω θεωρώ ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης του αιτήματος για παραμερισμό της Απόφασης που εκδόθηκε στις 27/11/15. Εκδίδεται, κατά συνέπεια, Διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η απόφαση που εκδόθηκε από το Δικαστήριο στις 27/11/15, υπό τον όρο ότι η Εναγόμενη θα καταβάλει στους Ενάγοντες τα έξοδα που έχουν επιδικαστεί με την αναφερθείσα Απόφαση καθώς και τα έξοδα της παρούσας Αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Σχετικός κατάλογος εξόδων να υποβληθεί από τους Ενάγοντες/Καθ΄ ων η Αίτηση στον Πρωτοκολλητή προς υπολογισμό εντός 15 ημερών από σήμερα. Η καταβολή των εξόδων να λάβει χώρα εντός 15 ημερών από της γνωστοποίησης τους στην πλευρά της Εναγόμενης/Αιτήτριας. (Υπ.) ..................... Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1] Δέστε Ahapittas v. Roc-Chic Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, Ryboloviev v. Rybolovieva
(2010)1 Α.Α.Δ. 82, Investylia Public Company Ltd. v. Γαβριηλίδου
(2013)1 Α.Α.Δ. 1202, Investylia Public Company Ltd. v. Παπαδόπουλου
(2013)1 Α.Α.Δ. 2505. [2] Δέστε παρ. 2.4-2.7: 2.4 "Accordingly, if the Company continued to defend or carry on legal proceedings which had commenced prior to 1 November 2015, it was permitted to do so under the Act and the laws of the British Virgin Islands. Without limitation, we are of the opinion that an application by the Company to set aside judgment in default of appearance in an action against the Company commenced before 1 November 2015 amounts to "Continue(ing] to defend proceedings that were commenced against the Company prior to the date of striking-off' within the meaning of Section 215(2} of the Act. 2.5 On 20 June 2015, the Company was restored to the Register, following an application by the Company pursuant to Section 217
(1)of the Act. 2.6 In accordance with Section 217
(6)of the Act, where a company is restored to the Register under Section 217 of the Act, a company is deemed never to have been struck off. 2.7 The effect of that provision is that any actions taken by the Company while struck off which would have been lawful and valid had the Company been on the Register at that time are effective." [3] "4. Every application for leave to serve a writ of summons or notice thereof on a defendant out of Cyprus shall be supported by affidavit or other evidence satisfying the Court or Judge that the plaintiff has prima facie a good cause of action and showing in what place or country such defendant is or probably may be found, and whether such defendant is a British subject or not, and the grounds upon which the application is made; and no such leave shall be granted unless it shall be made sufficiently to appear to the Court or Judge that the case is a proper one for service out of Cyprus under this Order". [4] "(e) the action is one brought to enforce, rescind, dissolve, annul, or otherwise affect a contract or to recover damages or other relief for or in respect of the breach of a contract- (i) made in Cyprus," [5] (f) " the action is founded on a civil wrong committed in Cyprus;" [6] Δέστε Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch."
(1987)1 C.L.R. 297. [7] Δέστε Δημητρίου ν. Dolphin Insurance κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 351 όπου στη σελ. 356 λέχθηκαν: «Η φράση «καλό αγώγιμο δικαίωμα» έχει ερμηνευθεί ως εκ πρώτης όψεως υπόθεση (prima facie case). Δεν είναι αναγκαίο να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι ο ενάγων θα επιτύχει στην αγωγή του. Είναι αρκετό εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, ή συζητήσιμη υπόθεση, με την έννοια ότι, εάν δεν αντικρουσθεί, ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση. Η παράθεση της συμβουλής του δικηγόρου, από μόνη της, δεν ικανοποιεί την προϋπόθεση αυτή. Ο ενάγων πρέπει να παραθέσει στην ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της αίτησης γεγονότα με τα οποία το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει «καλό αγώγιμο δικαίωμα» (βλ. George D. Counnas Co Ltd and Sons Ltd v. Liz Israel Navigation Co Ltd Another
(1963)2 C.L.R 266, στη σελ. 268).» [8] "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." [9] "Any judgment by default whether under this Order or under any other of these rules may, in a proper case, be set aside by the Court upon such terms as costs or otherwise as the Court may think fit." [10] "Any judgment obtained where one party does not appear at the vial way in a proper case be set aside by the Court upon such terms as way seem fit upon an application made within fifteen days after the trial." [11] Δέστε Τσεσμελόγλου v. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64. [12] Δέστε Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 317, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βίκα Πίκο Ντίσκο Λτδ ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28, Day v. RAC Motoring Services Ltd
(1999)1 All E.R. 1007, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, Ελενίτσα Κωνσταντινίδη ν. Nur Habib Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, Salamis Shipping Services Ltd v. BATA (CYPRUS) LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1767, Χριστάκης Πίττας ν. UNIGOODS TRADING COMPANY LTD
(2004)1 Α.Α.Δ. 1761 και Ευριδίκη Παπανικολάου ν. Κυριακής Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800 και SIBERIA AIR v. Βρασίδα Πουλλίκα
(2005)1 Α.Α.Δ. 893, Τσεσμελόγλου v. Σοφοκλέους
(2013)1 Α.Α.Δ. 64, Pechtchachankaia κ.α. v. Esipovich Πολ. Εφ. Αρ. 310/10, ημερ.20/6/14 και Wakeham v. Bhatti κ.α. Πολ. Εφ. Αρ.49/11, ημερ.25/5/16. [13] Δέστε Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Έλενας Ιακώβου κ.α.
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 457. [14] Δέστε Μαρία Λευκίδου ν. Άριστου Κανναουρίδη
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528. [15] Δέστε Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 2118, 2124: «.. Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση, η αίτηση απορρίπτεται.» Δέστε, επίσης, Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείου Κ. Παύλου & Σία Λτδ
(2000)1(Β) 1101, 1106 και Joseph Κόκκινος ν. Wyn Developments Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. 32/2010, ημερ. 20/1/
  1. [16] Δέστε παρα. 119 της ένορκης δήλωσης Παναγιώτη Πανάγου ημερ. 11/2/
  2. [17] Δέστε Milouca Motor Trading Ltd. ν. Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, Γεώργιος Φρίξου Γιωργαλλίδης ν. Ταπελλογραφείο Κώστας Παύλου και Σία Λτδ
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1101 και Εφορεία Ελληνικών Εκπαιδευτηρίων Λευκωσίας ν. Sazen Fast Food Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1283.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.