Alpha Bank Cyprus Ltd ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αίτηση-Έφεση: 445/16, 24/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αίτηση-Έφεση: 445/16 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd Αιτήτριας/Εφεσείουσας και
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
- CYPROPERTIES CONSTRUCTIONS LIMITED δια του διαχειριστή/παραλήπτη Λεωνίδα Κίμωνος
- Αλισαβού-Ειρήνη Εκπερκ Καθ΄ ων η Αίτηση Αίτηση ημ. 24.10.16 υπό Εφεσείουσας για Ενδιάμεσα Διατάγματα Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια-Εφεσείουσα: κ. Ν. Καλλένος για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ου-Εφεσίβλητο 1:κα Μ. Τσαγκάρη για τον Γενικόν Εισαγγελέα Για Καθ΄ ου-Εφεσίβλητο 2:Καμιά εμφάνιση Για Καθ΄ης-Εφεσίβλητη 3:κα Α. Ιωαννίδου για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν μονομερούς αίτησης ημερ. 24.10.16 η Αιτήτρια-Εφεσείουσα εξασφάλισε προσωρινά διατάγματα με τα οποία ανεστάλη η ισχύς των απόφασεων του Καθ΄ ου 1 ημερ. 11.2.16 και 27.9.16 αφενός για μεταβίβαση του ακινήτου (διαμερίσματος) υπ΄ αρ. εγγρ. 0/9129, Φ/Σχ. 21/52W2, τεμάχιο 6418 στην Έγκωμη Λευκωσίας, από την Καθ΄ ης 2 επ΄ ονόματι της Καθ΄ ης 3 και αφετέρου για ταυτόχρονη απαλλαγή, εξάλειψη και ακύρωση της υποθήκης Υ.11099/97 η οποία είχε εγγραφεί από την Καθ΄ ης 2 προς όφελος της Αιτήτριας, μέχρι τελικής εκδίκασης της Αίτησης-Έφεσης τους. Βάσισε την αίτηση της στα άρθρα 29, 31, 32 του Ν.14/60, στα άρθρα 4-7 και 9 του Κεφ. 6, στις Δ.48 κ.1-4 και 6-9, Δ.55, στα άρθρα 12Α, 16-19, 21-36, Μέρη VI, VIA, VIB και άρθρο 51 του Ν.9/65, στο άρθρο 80 του Κεφ. 224, στα άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος, σε σχετικούς κανονισμούς δυνάμει των πιο πάνω νόμων, στις αρχές της επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του προς υποστήριξη της αίτησης, ο λειτουργός της Αιτήτριας κ. Σάββας Άδωνη είχε αναφέρει μεταξύ άλλων ότι:
- Η επίμαχη Υ.11099/97 είχε παραχωρηθεί το 1997 από την Καθ΄ ης 2 προς όφελος της Αιτήτριας και δη προς εξασφάλιση οικονομικών υποχρεώσεων της πρώτης ύψους Λ.Κ.900.000 συν τόκους, ενώ σήμερα οι συνολικές οφειλές της ανέρχονται στα €2.670.312 συν τόκους, ποσό στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και Λ.Κ.791.471 συν τόκους δυνάμει απόφασης ημερ. 20.11.03 στην αγωγή 10278/2001 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Στη βάση της εν λόγω απόφασης η Αιτήτρια είχε προχωρήσει κατά το 2013 και με αίτηση για αναγκαστική πώληση (ΑΝΠ 388/13).
- Με επιστολές του ημερ. 11.2.16, Τεκμήριο 5, ο Καθ΄ ου 1 ενημέρωσε την Αιτήτρια ότι προτίθετο να προχωρήσει στη μεταβίβαση του ακινήτου υπ΄ αρ. εγγρ. 0/9129 επ΄ ονόματι της Καθ΄ ης 3 και ότι σε περίπτωση μη υποβολής ένστασης θα προχωρούσε στην απαλλαγή ή εξάλειψη ή ακύρωση της Υ.11099/97, των ΕΒ235/09, ΕΒ346/09, ΕΒ588/09 και της ΑΝΠ388/
- Η Αιτήτρια με επιστολή της ημερ. 15.3.16, Τεκμήριο 6, έφερε ένσταση αναφορικά με την Υ.11099/97 και τη βάση αυτής προωθούμενη ΑΝΠ388/
- Ο Καθ΄ ου 1 με επιστολή του ημερ. 27.9.16, Τεκμήριο 7, απέρριψε την πιο πάνω ένσταση, εμμένοντας στην αρχική απόφαση του εκτός εάν η Αιτήτρια προσκόμιζε Δικαστικό διάταγμα διατάσσον διαφορετικά.
- Η υφιστάμενη Υ.11099/97 προηγείται του κατατεθέντος από την Καθ΄ ης 3 αγοραπωλητηρίου εγγράφου υπ΄ αρ. ΠΩΕ727/
- Η δε προτιθέμενη από τον Καθ΄ ου 1 μεταβίβαση: - καταστρατηγεί τις πρόνοιες της Σύμβασης Υποθήκης. - πλήττει τα συμφέροντα και δικαιώματα της Αιτήτριας. - θα έχει ως αποτέλεσμα να παραμείνει ανεξασφάλιστη η Αιτήτρια και να μην μπορεί να εκτελεστεί η δικαστική απόφαση. - δεν συνοδεύεται από αποζημίωση προς την Αιτήτρια για την απώλεια της. - παραβιάζει τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος. Ο Καθ΄ ου 1 δήλωσε πως δεν θα καταχωρούσε ένσταση και ότι θα παρακολουθούσε τη διαδικασία στην περίπτωση που προχωρούσε σε ακρόαση για κάποιον άλλο Καθ΄ ου. Ο Καθ΄ ου 2 παρέλειψε να εμφανιστεί κατά την ημέρα που ήταν επιστρεπτέα τα διατάγματα και ζητήθηκε όπως τα διατάγματα καταστούν απόλυτα. Ένσταση στην ενδιάμεση αίτηση και στην οριστικοποίηση των διαταγμάτων καταχώρισε μόνον η Καθ΄ ης 3 και με αυτή προέβαλε επτά λόγους ισχυριζόμενη βασικά ότι:
- Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, ενώ η ένορκη δήλωση είναι αόριστη και ελλιπής.
- Το εκδοθέν διάταγμα είναι αντίθετο με τη νομοθεσία και τη νομολογία (κριτήρια, βάση έφεσης, πιθανότητα επιτυχίας, locus standi, ανύπαρκτος διάδικος, κατεπείγον, καθυστέρηση, ανεπανόρθωτη ζημιά).
- Υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων.
- Υπήρξε παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
- Η Αιτήτρια εμποδίζεται να ζητεί τις αιτούμενες θεραπείες.
- Η αίτηση και το διάταγμα αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει προς όφελος της Καθ΄ ης
- Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Καθ΄ ης 3, στην οποία υιοθετεί τους λόγους ένστασης και παραθέτει γεγονότα τα οποία προβάλλει ως την πραγματική τους βάση. Μεταξύ άλλων, παραδέχεται ότι η Καθ΄ ης 2 ευρίσκεται υπό διαχείριση από τις 17.2.
- Στη συνέχεια παραθέτει το ιστορικό αγοράς του επίδικου διαμερίσματος και τη συνακόλουθη εξόφληση του τιμήματος αγοράς. Δηλώνει την άγνοια της για οποιοδήποτε χρέος της Καθ΄ ης 2, για οποιαδήποτε υποθήκη επί του ακινήτου ή του διαμερίσματος, καθώς και για οποιαδήποτε δικαστική απόφαση. Είναι η θέση της πως εξόφλησε το τίμημα αγοράς και πως εάν η Αιτήτρια δεν μερίμνησε να εισπράξει τα οφειλόμενα δίδοντας παρατάσεις και διευκολύνσεις, τότε ευθύνεται η ίδια. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή των εγειρόμενων ζητημάτων, πριν από οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να σημειωθεί πως σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60: «έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα. εις πάσας τας περιπτώσεις ες ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον». Αναμφίβολα η Αίτηση-Έφεση είτε δυνάμει του άρθρου 80 του Κεφ. 224 είτε δυνάμει του ειδικότερου άρθρου 51 του Ν.9/65 συνιστά «πολιτική διαδικασία» σύμφωνα με τον ορισμό του άρθρου 2 του Ν.14/60 και κατά συνέπειαν ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα δύνανται να εκδοθούν και σε τέτοιου είδους διαδικασίες, όπως η παρούσα. Σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσο διάταγμα δύναται να εκδοθεί όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v.
- A. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (υπ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και
- Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v.
- Χριστίνας Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (Βλ. Μυριάνθη Νικόλα v. 1. Μιχάλης Κεφάλα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως γενικότερα αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (υπ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Κατ΄ αναλογίαν προς τα πιο πάνω εφαρμοζόμενα στις αγωγές, στην παρούσα η κυρίως αίτηση-έφεση, καθώς και οι ένορκες δηλώσεις συνιστούν το βάθρο επί του οποίου εξετάζεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος. Είναι καλώς εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή πως όσον αφορά τον δικαστικό έλεγχο της ορθότητας των αποφάσεων του Διευθυντή Κτηματολογίου ισχύουν οι αρχές οι οποίες διέπουν τον δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. Με τη διαφορά πως το Επαρχιακό Δικαστήριο δικαιούται να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του (βλ. υπόθ. Χατζησοφρωνίου κ.α. ν. Δημοσθένους
(2011)1(Β) Α.Α.Δ. 885. Είναι σημαντικό πως το Επαρχιακό δεν περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας της απόφασης αλλά επεκτείνεται και στην ορθότητα της και γενικότερα στη ρύθμιση των δικαιωμάτων των διαδίκων με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. υπόθ. Προκοπίου ν. Ryan
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 1982. Με δεδομένο λοιπόν ότι στην παρούσα η Αιτήτρια εγείρει ζητήματα συνταγματικότητας των νομοθετικών προνοιών στη βάση των οποίων ενήργησε ο Καθ΄ ου 1 - Διευθυντής, έπεται πως αναμφίβολα εγείρεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στα πλαίσια της κυρίως Αίτησης - Έφεσης και πως αν η Αιτήτρια επιτύχει θα δικαιούται σε ανάλογη ουσιαστική θεραπεία. Πιθανότητα Θεραπείας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. υπ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην υπ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Στην παρούσα περίπτωση η Αιτήτρια με την Έφεση της ουσιαστικά ζητά την ακύρωση ή αναστολή των αποφάσεων του Καθ΄ ου 1 - Διευθυντή ημερ. 11.2.16 και 27.9.16, αφού αναγνωριστούν ως αντισυνταγματικές, άκυρες και άνευ νομικής ισχύος, όπως και τα άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν.9/65, τα οποία, κατά τη θέση της, παραβιάζουν τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος και την Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών (βλ. αιτητικά Α-Δ). Για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης αίτησης είναι κοινώς αποδεκτό πως η Αιτήτρια από το 1997 είχε συνάψει Σύμβαση Υποθήκευσης χωραφιού με την Καθ΄ ης 2, την οποίαν υποθήκη δεόντως δήλωσε και ενέγραψε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο συμφώνως του Ν.9/65 (άρθρο 8) και η οποία έλαβε τον αριθμό Υ.11099/
- Να σημειωθεί ότι το αρχικό χωράφι διαχωρίστηκε αργότερα σε μικρότερα τεμάχια επί των οποίων η Καθ΄ ης 2 ανήγειρε πολυκατοικίες. Μεταξύ αυτών και το επίδικο τεμάχιο 6418 υπ΄ αρ. εγγρ. 0/
- Η αρχική υποθήκη μεταφέρθηκε επί των νέων τεμαχίων. Λόγω μη συμμόρφωσης με τις οικονομικές υποχρεώσεις της προς την Αιτήτρια η τελευταία ενήγαγε την Καθ΄ ης 2 και στις 20.11.03 στα πλαίσια της αγ. 10278/01 Ε.Δ. Λευκωσίας εξασφάλισε απόφαση για €1.352.308 (Λ.Κ.791.471), καθώς και διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου χωραφιού προς ικανοποίηση χρεών και εξόδων. Στις 22.2.06 η Καθ΄ ης 3 δυνάμει σχετικής Συμφωνίας αγόρασε ένα από τα διαμερίσματα στην πολυκατοικία ΜΑΚ 1.Β.76 η οποία ανηγέρθη επί του νέου διαχωρισθέντος τεμαχίου 6418 έναντι ποσού Λ.Κ.75.000, το οποίο κατέβαλε τμηματικά μέχρι τις 22.3.06 και έλαβε κατοχή του, καταθέτοντας και τη σχετική Συμφωνία στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης υπ΄ αρ. ΠΩΕ727/
- Χρησιμοποιεί το εν λόγω διαμέρισμα ως τη μόνη κατοικία της. Η μεταβίβαση της κυριότητας συμφωνήθηκε να γίνει μόλις εκδίδετο χωριστό Πιστοποιητικό Εγγραφής για το διαμέρισμα. Αφού προηγουμένως εξασφάλισε άδεια για εκτέλεση της απόφασης η Αιτήτρια στις 10.7.13 κατέθεσε στο Κτηματολόγιο και το Διάταγμα της αγ. 10278/01 για Αναγκαστική Πώληση, το οποίο αίτημα έλαβε τον αριθμό ΑΝΠ388/
- Με σχετική ειδοποίηση του ημερ. 27.8.13 ο Καθ΄ ου 1 είχε τότε ενημερώσει σχετικά την Αιτήτρια και την Καθ΄ ης 2 ότι σε μεταγενέστερο στάδιο θα όριζε ημερομηνία πώλησης σε δημοπρασία όλων των νέων τεμαχίων εκτός αν μεσολαβούσε διευθέτηση πληρωμής του χρέους. Υπάρχει μαρτυρία ότι το χρέος δεν διευθετήθηκε, πλην όμως ο Καθ΄ ου 1 δεν όρισε ημερομηνία πώλησης. Με την έκδοση των ξεχωριστών τίτλων για τα διαμερίσματα προέκυψαν οι νέες εγγραφές μεταξύ των οποίων και η επίδικη 0/9199 για το διαμέρισμα της Καθ΄ ης 3, στο οποίο επεκτάθηκε η ως άνω υποθήκη. Είναι προφανές από τις σχετικές ειδοποιήσεις, πως (κατόπιν αίτησης της Καθ΄ ης 3), ο Καθ΄ ου 1 αποφάσισε να ασκήσει την εξουσία που του είχε χορηγηθεί στο μεταξύ από το άρθρο 44IΘ
(1)για μεταβίβαση του επίδικου διαμερίσματος επ΄ ονόματι της αγοράστριας-Καθ΄ ης 3. Εξ ου και προέβη στις σχετικές επίδικες γνωστοποιήσεις-ειδοποιήσεις πρόθεσης μεταβίβασης βάσει του άρθρου 44ΚΒ. Εάν η μεταβίβαση προχωρήσει τότε σύμφωνα με το άρθρο 44ΚΓ
(5)«.υφιστάμενη υποθήκη, εμπράγματο βάρος ή απαγόρευση η οποία βαρύνει το ακίνητο διαγράφεται από τον Διευθυντή πριν από τη μεταβίβαση του ακινήτου». Βασικά όπως προκύπτει από τον προβλεπόμενο Τύπο ΙΖ, δηλαδή την Ειδοποίηση Μεταβίβασης που δίδεται βάσει του άρθρου 44ΚΓ «[Η] διαγραφή των εγγεγραμμένων εμπράγματων βαρών ή και απαγορεύσεων επί του ακινήτου γίνεται ταυτόχρονα με τη δήλωση μεταβίβασης του ακινήτου». Σύμφωνα με το άρθρο 12
(5)(α) του Ν.9/65 «εμπράγματο βάρος» σημαίνει κάποια άμεση απαίτηση επί ακινήτου, δικαίωμα επιβάρυνσης ή υποχρέωση, υφιστάμενη δυνάμει οποιουδήποτε νόμου. Το εμπράγματο βάρος της υποθήκης καταγράφεται στον Νόμο ως πρώτο στο Μέρος Ι του Πρώτου Παραρτήματος, στο οποίο καταγράφονται και όλα τα υπόλοιπα εμπράγματα βάρη, μεταξύ των οποίων είναι και (
- i)η εγγραφή δικαστικής απόφασης (memo), (
- ii)η κατάθεση σύμβασης πώλησης και (iii) η δικαστική απόφαση ή διάταγμα πώλησης ακινήτου, προς εξόφληση ενυπόθηκου χρέους. Βάσει δε του άρθρου 23 του ιδίου Νόμου διαρκούσης της υποθήκης το ακίνητο βαρύνεται με την πληρωμή του εξασφαλιζομένου (δια της υποθήκης) ποσού, κατά προτεραιότητα έναντι πάσης οφειλής και υποχρεώσεως του οφειλέτη (εξαιρουμένης παλαιότερης υποθήκης ή άλλης επιβάρυνσης η οποία δυνάμει νόμου τυγχαίνει να ικανοποιείται κατά προτεραιότητα). Είναι ενδεικτικό πως σε κάθε περίπτωση που πραγματοποιηθεί αναγκαστική πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, είτε στη βάση του άρθρου 37 είτε στη βάση του άρθρου 44Β
(1), τότε μετά την πληρωμή τελών, φόρων κ.λ.π., καθώς και την ικανοποίηση προγενεστέρων εμπραγμάτων βαρών, το εκπλειστηρίασμα διατίθεται προς εξόφληση παντός ποσού εξασφαλιζομένου δια της υποθήκης βάσει της οποίας ζητήθηκε η πώληση ή με άλλα λόγια έπεται η εξόφληση του ενυπόθηκου χρέους. Στην παρούσα περίπτωση ο Καθ΄ ου 1-Διευθυντής Κτηματολογίου στη βάση των επίμαχων άρθρων του τροποποιητικού Ν.139
(1)/15, αποφάσισε ήδη και έθεσε σε λειτουργία διαδικασία η οποία απολήγει ουσιαστικά στη διαγραφή του εμπράγματου βάρους το οποίο ενεγράφη το 1997 προς όφελος της Αιτήτριας. Η διαδικασία αυτή ανεκόπη μόνο μετά την και εξαιτίας της έκδοσης των επίδικων ενδιάμεσων δικαστικών διαταγμάτων. Αναπόφευκτα λοιπόν το όλο θέμα το οποίο θα απασχολήσει στην κυρίως αίτηση απολήγει να αφορά τη συνταγματικότητα των εν λόγω άρθρων, τα οποία εισήχθησαν με τον τροποποιητικό Ν.139(Ι)/15. Θα πρέπει να σημειωθεί πως επ΄ αυτού συμφωνεί και ο συνήγορος της Καθ΄ ης 3 τονίζοντας ότι «[Ό]λη η υπόθεση των αιτητών βασίζεται σε ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας του υπό κρίση νόμου». Βεβαίως θεωρώ ότι δεν ευσταθεί η αμέσως επόμενη θέση του πως «[Δ]εν μπορεί το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο να τοποθετηθεί ότι υπάρχει καλή πιθανότητα να είναι αντισυνταγματικός ο κρίσιμος νόμος και/ή οι κρίσιμες διατάξεις (άρθρα 44ΙΗ-44ΚΖ του Ν.9/65». Ακριβώς στα πλαίσια της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας και για σκοπούς ελέγχου της δεύτερης ως άνω προϋπόθεσης το ερώτημα το οποίο τίθεται είναι κατά πόσον υπάρχει ορατή πιθανότητα να κριθούν εν τέλει οι πιο πάνω πρόνοιες ως αντισυνταγματικές. Για να επιτύχει η Αιτήτρια πρέπει να καταδειχθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι η ίδια έχει προοπτικές επιτυχίας (υπόθ. Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2013). Το άρθρο 23 του Συντάγματος προνοεί πως έκαστος έχει το δικαίωμα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχει, να απολαμβάνει ή διαθέτει οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία. Σύμφωνα με την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις Συν. Υποθ. 1480/11 κ.α. Γεώργιος Χαραλάμπους κ.α. ν. Υπουργού Οικονομικών κ.α., ημ. 11.6.14 στην έννοια της «περιουσίας» περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα» και κατ΄ αυτόν τον τρόπο καλύπτονται και τα «ενοχικής φύσεως» περιουσιακά δικαιώματα (βλ. υποθ. Σ.τ.Ε. 1282/12, ημ. 2.2.12). Ο πρώην Πρόεδρος του Α.Δ. Α.Ν. Λοϊζου στο σύγγραμμα του «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας», (στη σελ. 139), αφού παρατηρεί ότι η ΕΣΔΑ και το Πρώτο Πρωτόκολλο της δεν επεκτείνουν το δικαίωμα του άρθρου 23 προσθέτει: «Ορισμένα άλλα δικαιώματα και συμφέροντα που αποτελούν κεφάλαιο μπορούν να θεωρηθούν «περιουσιακά δικαιώματα», και έτσι «ιδιοκτησία» για τους σκοπούς του άρθρου αυτού. Περιλαμβάνει ακίνητα και κινητά, μετοχές και προνόμια ευρεσιτεχνίας, όπως επίσης συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων ενοικιάσεων, και δικαστικών αποφάσεων». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως πολύ πιο πρόσφατα έχει αναφερθεί στην υπόθ. Πρόεδρος ν. Βουλής, Αναφορά 3/16, ημ. 16.3.17: «Καλύπτονται, δηλαδή, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου είτε αναγνωρισμένες με δικαστική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το Εθνικό Δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς». Βέβαια το άρθρο 23.3 του Συντάγματος προνοεί ότι η άσκηση του δικαιώματος δύναται δια νόμου να υποβληθεί σε όρους, δεσμεύσεις ή περιορισμούς απολύτως απαραίτητους προς το συμφέρον της δημόσιας ασφάλειας ή της δημόσιας υγείας ή των δημοσίων ηθών ή της δημόσιας ωφέλειας ή προς προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Πλην όμως, όπως επεξηγεί ο Α.Ν. Λοίζου (ανωτέρω, σελ. 140) σε τέτοιες περιπτώσεις τίθεται το ερώτημα κατά πόσον υπάρχει μια ακριβοδίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημοσίου συμφέροντος της κοινωνίας και των αναγκών της προστασίας των ατομικών θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Η δε ισορροπία αυτή καθίσταται σχετική μόνο όταν έχει αποδειχθεί ότι η επέμβαση ικανοποιεί τις ανάγκες της νομιμότητας και δεν είναι αυθαίρετη. Προσθέτει δε περαιτέρω, πως όπως προβλέπεται στο άρθρο 23.3. για κάθε όρον, δέσμευση ή περιορισμό πρέπει να καταβάλλεται το ταχύτερο δίκαιη αποζημίωση, άνευ της οποίας η στέρηση περιουσίας συνιστά υπό κανονικές συνθήκες μια δυσανάλογη επέμβαση η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί (βλ. Α.Ν. Λοίζου, ανωτέρω, σελ. 140). Επανερχόμενος στην παρούσα, είναι βεβαίως αυταπόδεικτο πως η διαγραφή του εμπράγματου βάρους θα ισοδυναμεί με διαγραφή (δηλαδή με εξαφάνιση ή εξάλειψη) περιουσιακού δικαιώματος της Αιτήτριας, υπό την έννοια που έχει εξηγηθεί ανωτέρω. Το ειδικότερο δε ερώτημα θα είναι εν τέλει κατά πόσον μια τέτοια ενέργεια συνιστά ανεπίτρεπτη στέρηση περιουσίας, η οποία δηλαδή εκφεύγει των επιτρεπομένων ορίων επέμβασης που θέτει το άρθρο 23. Αναμφίβολα, κατά τη διεργασία αυτή θα συνεκτιμηθεί και η πιθανότητα να υπερτερεί οποιοσδήποτε σκοπός και ανάγκη προστασίας των δικαιωμάτων τρίτων (αγοραστών) ή προαγωγής της δημόσιας ωφέλειας, καθώς όμως και το ότι δεν γίνεται λόγος για αποζημίωση ή εξήγηση στον ίδιο τον Νόμο. Ακριβώς όμως αυτή καθ΄ εαυτή η διαπιστωθείσα αναπόφευκτη ανάγκη εξέτασης του θέματος από αυτή τη σκοπιά καθιστά πρόδηλη και την κατάδειξη συζητήσιμης υπόθεσης και συνεπακόλουθα τη στοιχειοθέτηση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα να κριθεί εν τέλει πως πρόκειται για αυθαίρετη και συνταγματικά ανεπίτρεπτη επέμβαση επί τω ότι στερεί την Αιτήτρια από νομίμως αποκτηθέν περιουσιακό της δικαίωμα (βλ. υποθ. Harvest Capital Management Ltd v. Ταμασού
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1683, Μακρίδης ν. Cyper Group Ltd
(2005)2 Α.Α.Δ. 57, Κίτση ν. Γενικού Εισαγγελέως
(2001)1 Α.Α.Δ. 1077, Ελληνική ν. Parson
(2012)1 Α.Α.Δ. 286). Ως προς την άλλη βάση της Έφεσης υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 26 του Συντάγματος προνοεί πως έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως και ότι αυτό υπόκειται σε όρους, περιορισμούς (ή δεσμεύσεις) τιθεμένους επί τη βάσει των γενικών αρχών του δικαίου των συμβάσεων. Όπως αναφέρει ο Α.Ν. Λοίζου (ανωτέρω, σελ. 167) η ελευθερία του συμβάλλεσθαι περιλαμβάνει την προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, τη διαμόρφωση του περιεχομένου της συμφωνίας, καθώς και την καταγγελία της σύμβασης. Ως προς τους περιορισμούς του δικαιώματος αυτού στην υπόθ. Harvest (ανωτέρω) με αναφορά στην παλαιότερη βασική επί του θέματος αυθεντία Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 λέχθηκε ότι: «.είναι επιτρεπτές νομοθετικές πρόνοιες και ρυθμίσεις που σκοπό έχουν την προστασία του δημόσιου συμφέροντος, των κοινωνικών και οικονομικών συμφερόντων, καθώς και των πολιτών. Το ίδιο το άρθρο προνοεί για την πρόληψη εκμετάλλευσης από πρόσωπα που διαθέτουν ιδιάζουσα οικονομική ισχύ.». Υποβοηθητικά είναι τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθ. Πρόεδρος ν. Βουλής, Αναφορά 1/14, ημ. 31.10.14, με την οποία ζητήθηκε η γνωμάτευση του Α.Δ. ως προς το κατά πόσον ο περί Απαλλαγής Εγγυητών από την Εγγύηση Εκπλήρωσης της Υπόσχεσης ή της Υποχρέωσης Χρέους μετά την Πώληση Ενυπόθηκου Ακινήτου Νόμος του 2014 αντέβαινε μεταξύ άλλων προς το άρθρο 26 του Συντάγματος. Ο εν λόγω νόμος βασικά προέβλεπε πως στην περίπτωση που ενυπόθηκος δανειστής προχωρούσε με πώληση ενυπόθηκου κτήματος αλλά εν τέλει το εκπλειστηρίασμα δεν επαρκούσε για πλήρη εξόφληση του χρέους, τότε οι εγγυητές απαλλάσσοντο από την εγγύηση τους εν σχέσει με το εναπομείναν υπόλοιπο. Καταλήγοντας σε γνωμάτευση αποδεχόμενη αντισυνταγματικότητα λόγω καταστρατήγησης του άρθρου 26 η Ολομέλεια του Α.Δ. ανέφερε μεταξύ άλλων: «Στην Menelaou (ανωτέρω) αποφασίστηκε ότι θα ήταν αντίθετο προς την κοινή λογική και τους κανόνες της δικαιοσύνης να επιτραπεί η κατεδάφιση των θεμελίων μιας συμβατικής διευθέτησης και με αυτό τον τρόπο να προκληθεί αβεβαιότητα και έλλειψη εμπιστοσύνης ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πολιτών. ................................. Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλόμενων ........................... .................................... Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται, καταρχήν, με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση. Ο ισχυρισμός της Βουλής των Αντιπροσώπων ότι η επέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι επιτρέπεται, ένεκα της εκμετάλλευσης της ιδιάζουσας οικονομικής ισχύος των τραπεζών, δεν μπορεί να επιτύχει καθότι κάτι τέτοιο δεν αιτιολογείται από την αιτιολογική έκθεση ή τον υπό αναφορά νόμο, αλλά ούτε και αποτελεί το αντικείμενο του υπό αναφορά νόμου». Στην πιο πρόσφατη υπόθ. Πρόεδρος ν. Βουλής, Αναφορά 9/16, ημ. 26.1.17 εν σχέσει με τη συμπερίληψη των Πιστωτικών Ιδρυμάτων στη γενική πρόνοια του Π.Κ. 314Β περί τοκογλυφίας και δη για υφιστάμενα οικιστικά και φοιτητικά δάνεια, λέχθηκαν τα εξής: «Τα όσα λέχθηκαν στις προαναφερόμενες Αναφορές 1/14 και 4/14 (ανωτέρω) ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση. Με τον υπό Αναφορά Νόμο υπάρχει παρέμβαση της Βουλής στο δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως», κατά παράβαση του Άρθρου 26 του Συντάγματος, όσον αφορά τις υφιστάμενες συμβάσεις (κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του υπό Αναφορά Νόμου) μεταξύ Πιστωτικών Ιδρυμάτων και δανειοληπτών σε σχέση με στεγαστικά και φοιτητικά δάνεια του προαναφερόμενού ύψους. Αυτό διότι με την μεταγενέστερη (των συμβάσεων) παρέμβαση της Βουλής η βούληση των συμβαλλομένων ως προς τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, στρεβλώνεται. Είναι, ουσιαστικά, παραδεκτό ότι ο υπό Αναφορά Νόμος δεν μπορεί να διασωθεί στη βάση των γενικών αρχών του Δικαίου των Συμβάσεων και δεν υπάρχουν τέτοιες αρχές του δικαίου των συμβάσεων που εφαρμόζονται στην προκείμενη περίπτωση. Επομένως ο Νόμος θα μπορούσε να διασωθεί μόνο στη βάση της πρόληψης της εκμετάλλευσης των δανειοληπτών από τα Πιστωτικά Ιδρύματα. Κάτι τέτοιο όμως θα έπρεπε να είχε αιτιολογηθεί δεόντως, από την Καθ' ης η αίτηση, στον υπό Αναφορά Νόμο ή τουλάχιστον σε αιτιολογική έκθεση η οποία να τον συνοδεύει. Κάτι τέτοιο δεν έγινε». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Περαιτέρω όπως πολύ πιο πρόσφατα έχει αναφερθεί στην υπόθ. Πρόεδρος ν. Βουλής, Αναφορά 1/16, ημερ. 16.3.17: «.με την επιβολή, στους μη επηρεαζόμενους μετόχους, προσώπων που θα τους εκπροσωπούν στο διοικητικό συμβούλιο του υπό εξυγίανση Πιστωτικού Ιδρύματος, ανεξάρτητα από τη βούληση τους όπως αυτή εκφράζεται μέσα από ιδιωτικές εταιρικές συμβάσεις (το άρθρο 21 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, είναι σχετικό), παραβιάζεται το δικαίωμα της ελευθερίας του συμβάλλεσθαι». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Φαίνεται συνεπώς ότι και ως προς το άρθρο 26 απαιτείται και θα εξεταστεί στα πλαίσια της κυρίως αίτησης το κατά πόσον η εκ των υστέρων επέμβαση του Νομοθέτη, με την εξάλειψη υποθήκης, προς όφελος τρίτου μη συμβαλλόμενου στην προηγηθείσα σύμβαση μεταξύ Αιτήτριας και Καθ΄ ης 2 συνάδει με την ελευθερία των συμβάσεων και είναι δικαιολογημένη ή αντιθέτως πλήττει τον πυρήνα της ελευθερίας των συμβάσεων σε βαθμό ανεπίτρεπτο. Κανένας δεν μπορεί να προκαταλάβει την όποια τελική κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος, πλην όμως κατ΄ αναλογίαν προς τα προλεχθέντα κρίνεται πως υπάρχει και επ΄ αυτής της νομικής βάσης ορατή, και πάντως πιο ισχυρή από ό,τι για το άρθρο 23, πιθανότητα επιτυχίας στη σχετική εισήγηση. Το περιεχόμενο όποιας σχετικής αιτιολογικής έκθεσης θα συνεκτιμηθεί, καθώς και η απουσία προοιμίου ή εξήγησης στον ίδιο τον Νόμο. Όσον αφορά την εισήγηση για παραβίαση και της Αρχής της Διάκρισης των Εξουσιών, έχει λεχθεί πως αυτή χαρακτηρίζει τη δομή και είναι διάχυτη και κατοχυρωμένη στο Σύνταγμα (Πρόεδρος ν. Βουλής (Αρ. 3)
(2013)3 Α.Α.Δ. 421, Πρόεδρος ν. Βουλής Αναφορά 2/14, ημ. 31.10.14). Αν και στην παρούσα δεν πρόκειται για ενασχόληση της Βουλής με αμιγώς διαδικαστικά θέματα αλλά με ζητήματα αναγκαστικής εκτέλεσης τα οποία ρυθμίζοντο ήδη με νόμο, εντούτοις με δεδομένη την ύπαρξη διατάγματος για την πώληση ενυπόθηκης περιουσίας, τη χορήγηση άδειας για εκτέλεση του και τη βάσει αυτού έναρξη και της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης, ενυπάρχει και ως προς αυτή την εισήγηση ορατή πιθανότητα να επιτύχει, δηλαδή τίθεται βάσιμα ζήτημα διερεύνησης τυχόν επέμβασης της Νομοθετικής στη Δικαστική εξουσία. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση περί του ότι το παρόν δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για οριστική επίλυση των ως άνω ζητημάτων. Αρκεί προς τούτο η παράθεση από την υπόθ.
- Recnex Trading Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 71/11, ημ. 16.4.14 του ακόλουθου αποσπάσματος: «Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων». Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά αυτή την προϋπόθεση απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Parico (ανωτέρω): «Η καθοδηγητική αρχή είναι ότι το δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του για διηνεκές απαγορευτικό διάταγμα στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο Εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει το δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του Ενάγοντα». Είναι βεβαίως κατανοητό πως τα πιο πάνω τυγχάνουν εφαρμογής mutatis mutandis σε αιτήσεις, όπως η παρούσα, δεδομένου ότι δεν τίθεται ζήτημα έκδοσης στο τελικό στάδιο διηνεκούς απαγορευτικού διατάγματος, αλλά ακύρωσης ή όχι της απόφασης του Καθ΄ ου
- Εξετάζεται λοιπόν το κατά πόσον, στην περίπτωση που αφεθεί τώρα να ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταβίβασης θα είναι δύσκολο ή αδύνατο στο μέλλον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη. Τονίζεται δε πως η «απονομή πλήρους δικαιοσύνης» δεν ταυτίζεται με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς. Όπως έχει εξηγηθεί στην υπόθ.
- Highgate Primary School Ltd κ.α. ν.
- Στέλιος Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317 η έννοια της φράσης «απονομή πλήρους δικαιοσύνης» περιλαμβάνει και την προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Στην παρούσα περίπτωση εάν τερματιστεί η ισχύς των διαταγμάτων αναμφίβολα ο Καθ΄ ου 1 θα προχωρήσει (
- i)στη μεταβίβαση του διαμερίσματος επ΄ ονόματι της Καθ΄ ης 3 και (
- ii)στη διαγραφή της υποθήκης της Αιτήτριας, όπως εξάλλου ακριβώς είχε προαναγγείλει και στη σχετική Ειδοποίηση του με την οποίαν είχε απορρίψει την ένσταση της Αιτήτριας. Αυτή η προδιαγραφόμενη μετά βεβαιότητος μεταβίβαση επ΄ ονόματι της Καθ΄ ης 3 ενδέχεται να οδηγήσει σε περαιτέρω μεταβιβάσεις από την ίδια προς καλόπιστο τρίτο πρόσωπο και από εκεί και πέρα να ακολουθήσουν και περαιτέρω μεταβιβάσεις. Είναι προφανές πως υπό τέτοιες περιστάσεις δεν θα είναι καθόλου εύκολη η επαναφορά-επανεγγραφή του ακινήτου επ΄ ονόματι της Καθ΄ ης 2 και κατά συνέπειαν η τυχόν επιτυχία της Αιτήτριας, ως προς αυτή την πτυχή θα είναι άνευ ουσιαστικού αποτελέσματος, αφού δύσκολα θα επανακτήσει το ίδιο περιουσιακό δικαίωμα της. Η δε εισήγηση ότι θα είναι δυνατή η χορήγηση αποζημιώσεων προσκρούει σε άλλες εγγενείς δυσκολίες ακριβώς επειδή τόσο ο Καθ΄ ου 1 όσο και η Καθ΄ ης 3 θα μπορούν να προβάλουν, (ενδεχομένως και με ισχυρές αξιώσεις επιτυχίας μάλιστα) ότι είχαν ενεργήσει στη βάση ισχύουσας νομοθεσίας του αρμόδιου νομοθετικού οργάνου, ήτοι της Βουλής. Ενόψει δε και του αστικώς ανεύθυνου των βουλευτών για παρασχεθείσα ψήφο (άρθρο 83.1 Συντάγματος) είναι εξίσου αμφίβολο κατά πόσον η ίδια η Πολιτεία θα υποχρεώνετο καθ΄ οιονδήποτε τρόπο να παράσχει αποζημιώσεις προς την Αιτήτρια. Η δε εισήγηση ότι η Καθ΄ ης 2 διαθέτει άλλη περιουσία που μπορεί να πωληθεί προς εξόφληση των χρεών της αφενός είναι άσχετη με αυτή καθ΄ εαυτή την απώλεια περιουσιακού δικαιώματος της Αιτήτριας και αφετέρου ούτως ή άλλως δεν έχει τεκμηριωθεί με το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο. Ισοζύγιο Ευχέρειας Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας αρκεί να λεχθεί πως στην περίπτωση οριστικοποίησης των διαταγμάτων η μόνη αρνητική συνέπεια για την Καθ΄ ης 3 θα ήταν η κάποια καθυστέρηση στην επ΄ ονόματι της μεταβίβαση ενώ αντιθέτως με τη διαγραφή της υποθήκης για την Αιτήτρια διακυβεύονται πολύ περισσότερα. Συνεκτιμώντας όλα όσα έχουν λεχθεί πιο πριν και τις αρνητικές επιπτώσεις που θα είχε η ακύρωση των διαταγμάτων στην Αιτήτρια κρίνω πως η σχετική πλάστιγγα εμφανώς κλίνει προς όφελος της και είναι δίκαιο και πρόσφορο να οριστικοποιηθούν τα διατάγματα. Μη αποκάλυψη Δεν συμφωνώ ότι τίθεται βάσιμα οποιοδήποτε ζήτημα αφενός μη αποκάλυψης οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος το οποίο να επηρέαζε την έκδοση μονομερώς των διαταγμάτων και αφετέρου μη ύπαρξης του επείγοντος κατά την έκδοση των διαταγμάτων. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους τα εκδοθέντα διατάγματα καθίστανται απόλυτα για όλους τους Καθ΄ ων. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ΄ ης 3 ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α.. Καμία διαταγή εξόδων εν σχέσει με τους Καθ΄ ων 1 και 2. (Υπ.).................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ