ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΜΑΡΚΙΔΟΥ ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2901/2015, 20/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2901/2015 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΟΥΛΑ ΜΑΡΚΙΔΟΥ Ενάγουσα Και ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγομένη Αίτηση ημερομηνίας 17.11.2016 20 Μαρτίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κα Γεωργίου. Για Καθ' ων η αίτηση: κος Καλλένος. ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την αίτηση τους οι ενάγοντες ζητούν όπως τους παρασχεθούν σειρά λεπτομερειών που ισχυρίζονται ότι αφορούν δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγομενων στις παραγράφους 4 και 5 της Εκθεσης Υπερασπίσεως. Σε σχεση με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπερασπίσεως οι αιτητές ζητούν όπως τους παρασχεθούν οι ακόλουθες λεπτομέρειες: «Παράγραφο 4 της Υπεράσπισης i. Ποιοι υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι της Τράπεζας ήταν παρών κατά την υπογραφή των αναφερόμενων συμβάσεων αγοράς Χρεογράφων, Μετατρέψιμων Αξιογράφων Κεφαλαίο και Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου. ii. Πότε και/ή σε ποιες ημερομηνίες συναντήθηκε η Εναγομένη με την Ενάγουσα αναφορικά με την αγορά και/ή μετατροπή των επίδικων Χρεογράφων και/ή Αξιογράφων. iii. Μεταξύ ποιων λειτουργών και/ή αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων της Τράπεζας και της Ενάγουσας έγιναν οι αναφερόμενες συναντήσεις για κάθε επίδικο Επενδυτικό Προϊόν. iv. Τι διαδραματίστηκε και/ή ειπώθηκε μεταξύ της Εναγομένης και/ή των λειτουργών της και της Ενάγουσας στις αναφερόμενες συναντήσεις. v. Που έλαβαν χώρα οι αναφερόμενες συναντήσεις. vi. Ποια έγγραφα και σε ποιες ημερομηνίες συγκεκριμένα παρουσιάστηκαν από την Εναγόμενη στις αναφερόμενες συναντήσεις μεταξύ της Ενάγουσα και της Εναγόμενης. vii. Σε ποιο σημείο χρονικά ενημερώθηκαν οι Ενάγοντες για την ύπαρξη Ενημερωτικών Δελτίων για το κάθε Επενδυτική Προϊόν. viii. Από ποιον λειτουργό και/ή αντιπρόσωπο και/ή υπάλληλο της Τράπεζας ενημερώθηκαν οι Ενάγοντες για την ύπαρξη Ενημερωτικών Δελτίων για κάθε Επενδυτικό Προϊόν. ix. Με ποιου πρωτοβουλία ενημερώθηκαν οι Ενάγοντες για την ύπαρξη κάθε έκδοσης των Χρεογράφων και/ή Αξιογράφων. x. Ποια από τα επίδικα Επενδυτικά Προϊόντα διαφημίστηκαν. xi. Πότε διαφημίστηκαν τα επίδικα Επενδυτικά Προϊόντα. xii. Ποια ήταν η μορφή των (εντύπων και τηλεοπτικών) διαφημίσεων που έγιναν για κάθε Επενδυτικό Προϊόν. xiii. Πότε και/ή σε ποιες ημερομηνίες ελέχθησαν και/ή έτυχαν έγκρισης από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς οι σχετικές διαφημίσεις. xiv. Πότε και/ή ποίες ημερομηνίες ενημερώθηκε η Κεντρική Τράπεζα για την έκδοση των επίδικων Επενδυτικών Προϊόντων. xv. Πότε και πως έδωσε την έγκριση της η Κεντρική Τράπεζα για την έκδοση των επίδικων Επενδυτικών Προϊόντων. xvi. Ποια ήταν τα αναφερόμενα σχόλια και εισηγήσεις της Κεντρικής Τράπεζας αναφορικά με τις εκδόσεις. xvii. Από ποιου λειτουργούς της Κεντρικής Τράπεζας έγιναν τα αναφερόμενα σχόλια και εισηγήσεις. xviii. Πότε και πως έδωσαν την έγκριση τους το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου και το Χρηματιστήριο Αθηνών για την έκδοση των επίδικων Επενδυτικών Προϊόντων. xix. Από ποιες συγκεκριμένες ενέργειες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς συνάγεται ότι «φαίνεται σύμφωνη» με το ότι υπήρξε συμμόρφωση της Τράπεζας με τις πρόνοιες του Νόμου περί Δημόσιας Προσφοράς. xx. Σε ποιο δημοσίευμα συγκεκριμένα του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων αναφέρονται». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω ερωτήματα εκείνο που ζητούν οι αιτητές με την αίτηση τους είναι να αποκαλύψουν οι εναγόμενοι την μαρτυρία τους σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι ενάγοντες υπέγραψαν σύμβαση για την αγορά Χρεογράφρων Μετατρέψιμων Χρεογράφων Κεφαλαίου και Μετατρέψιμων Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου. Οι συγκεκριμένες ερωτήσεις με τις οποίες ζητούν λεπτομερειες δεν συνδέονται με συγκεκριμένο απόσπασμα της παραγράφου 4 όπου διατυπώνονται δικογραφημένοι ισχυρισμοί των εναγόμενων. Οποιαδήποτε απάντηση στις συγκεκριμένες ερωτήσεις δεν αφορούν λεπτομέρειες συγκεκριμένων ισχυρισμών που δικογραφούνται. Αντιθέτως, οι ερωτήσεις που γίνονται αποσκοπούν στο να αποκαλύψουν οι εναγόμενοι μαρτυρία που δεν δικογραφείται ρητώς. Με την πρώτη ερώτηση, επί παραδείγματι, οι αιτητές ζητούν όπως οι εναγόμενοι τους αποκαλύψουν ποιο ήταν παρόντες κατά την υπογραφή των συμβάσεων αγοράς χρεογράφων ενώ στην Εκθεση Υπεράσπισης δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός γι' αυτό το ζήτημα που χρήζει διευκρίνησης. Η αίτηση βασίζεται στην διαταγή 19 κανονισμό 6 των θεσμών της πολιτικής δικονομίας η οποία προνοεί τα ακόλουθα: «A further and better statement of the nature of the claim or defence or further and better particulars of any matter stated in any pleading , notice or written proceeding requiring particulars may in all cases be ordered upon such terms as to costs and otherwise as may be just». Σκοπός αυτής της διαταξης είναι να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να δώσει λεπτομέρειες στον ενάγοντα της υπεράσπισής του, λεπτομέρειες κανονικά που θα πρέπει να υπήρχαν ήδη στην έκθεση υπερασπίσεως. Ο ενάγοντας θα πρέπει να γνωρίζει την υπόθεση που πρέπει να αντιμετωπίσει αλλά όπως έχει επεξηγηθεί και στο Αnnual Practice Book 1958 αναφορικά με την αντίστοιχη Αγγλική Διάταξη) O.19 r.7a το Δικαστήριο δεν θα επιτρέψει σε διάδικο με το πρόσχημα ότι αναζητεί περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες να αποσπάσει από τον άλλο διάδικο απαντήσεις σε συγκεκριμένες ερωτήσεις που θα προκύψουν μόνο με την λήψη μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία. Ούτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί αυτή η αίτηση για να δεσμεύσει τον άλλο διαδικο σε σχέση με την μαρτυρία που θα δύναται να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το λεκτικό της συγκεκριμένης διάταξης το Δικαστήριο έχει εξουσία να διατάξει την παροχή καλύτερων και επιπρόσθετων λεπτομερειών σε σχέση με πραγματικά ζητήματα που καταγράφονται στην Εκθεση Υπερασπίσεως. Οπως λεχθηκε στην απόφαση Θεμιστοκλέους ν Χρ. Γεωργιάδης Λτδ[1] η αναζήτηση περισσότερων λεπτομερειών πρεπεί να αποσκοπεί στο να βοηθά τον ενάγοντα να γνωρίζει την υπόθεση της άλλης πλευράς και όχι να έχει ως αποτέλεσμα την αποκάλυψη της μαρτυρίας που θα χρησημοποιήσουν οι εναγόμενοι στην ακρόαση. Σε εκεινή την υπόθεση το Εφετείο επεξήγησε ότι είναι ορθό να εγκρίνεται τέτοια αίτηση για να διευκρινίζονται και να εξειδικεύονται τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης ιδιαίτερα εάν το δικόγραφο είναι αόριστο. Δεν είναι θεμιτό όμως να χρησημοποιείται αυτή η διαδικασία για να πληροφορείται ο αντίδικος για τον τρόπο που η άλλη πλευρά προτίθεται να αποδείξει την υπόθεση της. Στην παρούσα υποθεση ο ενάγοντας έχει κάνει την αίτηση για να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να αποκαλύψουν μαρτυρία στην υπόθεση όχι για να πάρει λεπτομέρειες σε σχέση με δικογραφημένους ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης. Ζητεί όπως οι εναγόμενοι του αποκαλύψουν μαρτυρία που θα είναι βοηθητική για την προώθηση της υπόθεσης του ενάγοντα με την ακόλουθη επεξήγηση που ανέφερε ο αιτητής στην αγόρευση του. «Ο ενάγοντας παρόλο που ήταν παρών, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει και/ή να θυμάται τα ονόματα όλων των υπαλληλων της εναγομένης με τους οποίους συναναστραφηκε ενώ αποτελεούν γεγονότα στη σφαίρα γνώσης της καθ'ης η αίτηση. Η μη παροχή διευκρινήσεων ως προς ποια πρόσωπα ενήργησαν εκ μέρους της καθ'ης η αίτηση θα άφηνε τον Ενάγοντα στο σκοτάδι για το τι μπορεί να αναμένει στη δίκη». Στην ουσία ο ενάγοντας παραδέχεται, με το πιο πάνω απόσπασμα, ότι έχει κενό απόδειξης στην υποθεση που προτίθεται να παρουσιάσει στο Δικαστήριο και ζητεί να καλύψει το κενό με το να υποχρεώσει την καθ' ης η αίτηση - εναγομένη να αποκαλύψει γεγονότα που δεν δικογραφούνται στην Έκθεση Υπεράσπισης ώστε ο ενάγοντας να χρησιμοποιήσει αυτά τα γεγονότα κατά των εναγομένων κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας. Σύμφωνα με το Annual Pracrice Book, σελίδα 460, κάτω από την επικεφαλίδα «Generally» επεξηγείται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιτρέψει όπως απαντηθούν ερωτήματα σε σχέση με την μαρτυρία του εναγόμενου (interrogatories) και αυτά τα ερωτήματα να συγκαλύπτονται ως αιτήματα για την παροχή καλύτερων και επιπρόσθετων λεπτομερειών γεγονότων που καταγράφονται στην Εκθεση Υπεράσπισης. Στην σελίδα 461 του Annual Practice Book 1958 κάτω από την επικεφαλίδα «Disclosing Names of the Witnesses», στην οποία με παρέπεμψε ο αιτητής στην σελίδα 5 της αγόρευσης του, αναφέρεται ότι στην περίπτωση που το αίτημα για λεπτομέρειες έχει σκοπό την αποκάλυψη των ονομάτων μαρτύρων που η άλλη πλευρά προτίθεται να καλέσει, ώστε να μάθει εκ των προτέρων ποια μαρτυρία θα προσκομίσει η άλλη πλευρά για να αποδείξει την υπόθεσή της τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει το αίτημα για λεπτομέρειες. Σε αντιδιαστολή με ερωτήματα που γίνονται ώστε να αποκαλυφθεί η μαρτυρία του αντιδίκου, σκοπός των λεπτομερειών είναι για να γνωρίζει ο ενάγοντας σε γενικές γραμμές την υποθεση της υπεράσπισης ως αυτή δικογραφείται και διατυπώνεται από τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Δεύτερο, σκοπός των λεπτομερειών είναι να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να δεσμευθεί σε συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων ως αυτά διατυπώνονται στην Εκθεση Υπεράσπισης. Είναι γι' αυτό τον λόγο που οι λεπτομερειες που εγκρίνονται να χορηγηθούν από το Δικαστήριο γίνονται μέρος των δικογράφων της υπόθεσης, και δεν συνιστούν την μαρτυρία βάση της οποίας ο εναγόμενος θα αποδείξει την συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων που διατυπώνεται στην Εκθεση Υπεράσπισης. Το απόσπασμα στο οποίο με παρέπεμψε ο αιτητής στην σελίδα 461 του Annual Practice Book αφορά την χορήγηση θεραπείας βάσει αιτήματος για ερωτήματα προς την άλλη πλευρά (interrogatories) και όχι λεπτομέρειες, ο σκοπός των οποίων είναι διαφορετικός. Στην υποθεση Marriott v Chamberlain[2] στην οποία με παρέπεμψε ο αιτητής, επεξηγείται ποια μαρτυρία δικαιούται ο ενάγοντας να ζητήσει να του αποκαλυφθεί πριν την έναρξη της δίκης ώστε να προετοιμασθεί και να γνωρίζει καλύτερα όλα τα γεγονότα της υπόθεσης που είναι σχετικά με τα επίδικα ζητήματα. «The law with regard to interrogatories is now very sweeping. It is not permissible to ask the names of persons merely as being the witnesses whom the other party is going to call, and their names not forming any substantial part of the material facts; and I think we may go so far as to say that it is not permissible to ask what is mere evidence of the facts in dispute, but forms no part of the facts themselves. But with these exceptions it seems to me that pretty nearly anything that is material may now be asked. The right to interrogate is not confined to the facts directly in issue, but extends to any facts the existence or nonexistence of which is relevant to the existence or nonexistence of the facts directly in issue». Στην παράγραφο 4 της Εκθεσης Υπεράσπισης οι εναγόμενοι δικογράφησαν τον ακόλουθο ισχυρισμό: «4..... Σε σχέση με τα πιο πάνω, και ειδικότερα αναφορικά με τις ενέργειες που έλαβαν οι εναγόμενοι αλά και με τα έγγραφα που χρησιμοποιούσαν οι τελευταίοι σε σχέση με την αγορά των εν λόγω χρεογράφων και/ή μετατροπή αυτών σε αξιόγραφα, αναφέρονται τα ακόλουθα: (α) Όλες οι εκδόσεις χρεογράφων και/η αξιογράφων προσφέρθηκαν στο επενδυτικό κοινό μέσω δημόσιας προσφοράς η οποία διενεργήθηκε με βάση τις πρόνοιες του Νόμου περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου, Μ.114(Ι)/2005. (β) Αναφορικά με όλες τις εκδόσεις χρεογράφων και/ή αξιογράφων ετοιμάστηκε Ενημερωτικό Δελτίο με βάση τις σχετικές πρόνοιες του Νόμου περί Δημόσιας Προσφοράς όπου παραθέτονταν με λεπτομέρεια οι όροι έκδοσης των υπό έκδοση αξιογράφων καθώς και οι παράγοντες κινδύνου σχετικά με τον εκδότη αλλά και το υπό έκδοση χρηματοοικονομικό μέσο. Το περιεχόμενο των Ενημερωτικών Δελτίων μιλά από μόνο του. (γ) Τα εν λόγω Ενημερωτικά Δελτία εγκρίθηκαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου στις 30 Απριλίου 2009 και 5 Απριλίου 2011 αντίστοιχα. Σημειώνεται ότι, παρά το γεγονός ότι στα σχετικά Ενημερωτικά Δελτία γινόταν ξεκάθαρο ότι οποιαδήποτε αδιάθετα (προς τους μετόχους και/ή κατόχους Επιλέξιμων Αξιών) αξιόγραφα θα διαθέτονταν προς το ευρύ κοινό, ουδέποτε έχει τεθεί οποιοσδήποτε όρος ή εκφράστηκε οποιαδήποτε ανησυχία από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου αναφορικά με τα πρόσωπα στα οποία θα απευθύνονταν οι εκδόσεις. Περαιτέρω τονίζεται ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε περιορισμός στην σχετική νομοθεσία αναφορικά με τα πρόσωπα στα οποία θα πρέπει να απευθύνεται οποιαδήποτε έκδοση. (δ) Τα Ενημερωτικά Δελτία όλων των εκδόσεων χρεογράφων και/ή αξιογράφων ήταν αναρτημένα στην ιστοσελίδα της Τράπεζας και στις ιστοσελίδες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αθηνών, ενώ παράλληλα ο κάθε ενδιαφερόμενος μπορούσε να τα προμηθευτεί από οποιοδήποτε υποκατάστημα της Τράπεζας. Υπήρξε πλήρης διαφάνεια καθ' όλη τη διαδικασία. (ε) Σε όλες τις εκδόσεις χρεογράφων και/ή αξιογράφων στάλθηκαν ταχυδρομικώς σε όλους τους μετόχους και κατόχους Επιλέξιμων Αξιών σχετικές επιστολές παραχώρησης μαζί με ειδικό ενημερωτικό πληροφοριακό σημείωμα στο οποίο γινόταν εκτενής αναφορά στους όρους έκδοσης των εν λόγω αξιογράφων και στο οποίο αναφερόταν, μεταξύ άλλων, η διάρκεια, το επιτόκιο, τα γεγονότα ακύρωσης τόκου, η υποχρεωτική μετατροπή σε μετοχές κ.λ.π. και στο οποίο γινόταν σαφής αναφορά στους παράγοντες κινδύνου που θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη από τον κάθε ενδιαφερόμενο επενδυτή. Στην εν λόγω παράγραφο (Παράγοντες Κινδύνου), αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Επιπρόσθετα υπάρχουν κίνδυνοι οι οποίοι είναι ουσιώδεις στην αξιολόγηση των κινδύνων σε σχέση με τα ΜΑΕΚ. Οι κίνδυνοι αυτοί περιλαμβάνουν αλλά δεν περιορίζονται, το γεγονός ότι τα ΜΑΕΚ δυνατόν να μην είναι κατάλληλη επένδυση για όλους τους επενδυτές καθώς και συγκεκριμένοι κίνδυνοι που αφορούν τους όρους έκδοσής τους, περιλαμβανομένων της υποχρεωτικής μετατροπής σε μετοχές έπειτα από Γεγονός Έκτακτης Ανάγκης Κεφαλαίου και Γεγονός Βιωσιμότητας αλλά και άλλους κινδύνους αγοράς ως περιγράφονται με μεγαλύτερη λεπτομέρεια στο Τμήμα ΙΙ, Μέρος Α του Ενημερωτικού Δελτίου». Επιπρόσθετα, οι εναγόμενοι αναφέρουν ότι στο ενημερωτικό πληροφοριακό σημείωμα που αποστάληκε, υπήρχε σαφής αναφορά στον τόκο όπου το Ενημερωτικό Δελτίο ήταν διαθέσιμο χωρίς επιβάρυνση τόσο σε έντυπη όσο και σε ηλεκτρονική μορφή. (στ) Στην αίτηση που θα έπρεπε να συμπληρωθεί και υπογραφεί από τον πελάτη σε κάθε έκδοση περιλαμβανόταν το ακόλουθο λεκτικό - το απόσπασμα είναι μέρος της αίτησης για τα ΜΑΕΚ (μετατρέψιμα αξιόγραφα ενισχυμένου κεφαλαίου) 2011, ενώ το αντίστοιχο λεκτικό υπήρχε και στις εκδόσεις των ΜΑΚ (μετατρέψιμα αξιόγραφα κεφαλαίου) 2009: «Βεβαιώνω/ουμε ότι έχω/ουμε τη γνώση και τις ικανότητας να προβώ/ούμε στην αξιολόγηση της επένδυσής μου και δηλώνω/ουμε ότι αποδεχόμαστε τους Όρους Έκδοσης και αναγνωρίζω/ουμε τους Παράγοντες Κινδύνου που περιέχονται στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερομηνίας 5 Απριλίου 2011 ..» (ζ) Όλες οι διαφημίσεις που είχαν χρησιμοποιηθεί για τα εν λόγω χρεόγραφα και/ή αξιόγραφα (τόσο η έντυπη όσο και η τηλεοπτική) έτυχαν του σχετικού ελέγχου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 30 της ως άνω νομοθεσίας και παρέπεμπαν τόσο στο Ενημερωτικό Δελτίο όσο και σε παγκύπριο αριθμό του τηλεφωνικού κέντρου για περαιτέρω πληροφόρηση. Διευκρινίζεται ότι σε ουδεμία περίπτωση οι διαφημίσεις παρέπεμπαν τους ενδιαφερομένους/δικαιούχους στα καταστήματα της Τράπεζας και τονίζεται ότι όλο το σχετικό υλικό έτυχε του ελέγχου και της έγκρισης της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. (η) Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι όλες οι εκδόσεις των εν λόγω χρεογράφων και/ή αξιογράφων (περιλαμβανομένων και τω όρων της κάθε έκδοσης) είχαν εγκριθεί από την Κεντρική Τράπεζα Κύπρου ως εποπτική αρχή της Τράπεζας η οποία εξ' υπαρχής ήταν ενήμερη και σύμφωνη αναφορικά με την κάθε έκδοση που παρείχε συγκεκριμένα και εξειδικευμένα σχόλια και εισηγήσεις αναφορικά με τους όρους έκδοσης αυτών. Επιπρόσθετα, λήφθηκε η εκ των προτέρων έγκριση του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου και του Χρηματιστηρίου Αθηνών για την εισαγωγή των εν λόγω αξιών προς διαπραγμάτευση. Η πιο πάνω θέση των εναγομένων, ότι δηλαδή υπήρξε πλήρης συμμόρφωση από την Τράπεζα με τις πρόνοιες του Νόμου περί Δημόσιας Προσφοράς, φαίνεται ότι βρίσκει σύμφωνη και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου η οποία είναι η αρμόδια εποπτική αρχή για την εφαρμογή/συμμόρφωση των προνοιών της εν λόγω νομοθεσίας. Συγκεκριμένα, τον Ιούλιο του 2012 η Πρόεδρος της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, σύμφωνα με δημοσίευμα του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΚΥΠΕ), φαίνεται να δήλωσε ότι, μετά από έρευνα η οποία είχε διενεργηθεί από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου αναφορικά με το θέμα αυτό, τα Ενημερωτικά Δελτία που είχαν κυκλοφορήσει οι Τράπεζες Κύπρου και Λαϊκή κατά την έκδοση των αξιογράφων κεφαλαίου ήταν σύμφωνα με το Νόμο περί Δημόσιας Προσφοράς, επισημαίνονται ότι «στα Ενημερωτικά Δελτία των τραπεζών καταγράφονται ρητά οι κίνδυνοι και όλοι οι όροι που αναλαμβάνει ένας επενδυτής σε περίπτωση που επενδύσει κεφάλαια σε αξιόγραφα των τραπεζών), προσθέτοντας ότι σε αυτά περιλαμβάνεται επίσης «το ενδεχόμενο να μην πληρωθεί τόκος σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, που η Τράπεζα δεν διαθέτει επάρκεια κεφαλαίου». Είναι επομένως θέση των εναγομένων ότι υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου περί Δημόσιας Προσφοράς και ως εκ τούτου η διαδικασία που ακολουθήθηκε παρέχει ικανοποιητική πληροφόρηση και διασφαλίζει την προστασία του κάθε ενδιαφερομένου επενδυτή, ανεξάρτητα από το επίπεδο γνώσης/εμπειρία αυτού σε σχέση με επενδυτικά θέματα». Στις παραγράφους (α) μέχρι (η), πιο πάνω, αναλύονται οι λεπτομέρειες αυτών των ενεργειών. Πουθενά δεν υπάρχει αναφορά στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης σε σχέση με τους συγκεκριμένους λειτουργούς της τράπεζας με τους οποίους συναντήθηκε η ενάγουσα για την αγορά των επίδικων Χρεογράφων και ή αξιογράφων. Ομως στην ίδια παράγραφο 4 διατυπώνονται τα ακόλουθα με γενικό και αόριστο τρόπο: «......... 4. Οι εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους όπως αναφερθούν στις σχετικές αιτήσεις αγοράς και μετατροπής των επίδικων χρεογράφων και/ή αξιογράφων κατά την ακρόασης της παρούσας αγωγής, καθώς και στα όσα διαδραματίστηκαν ανάμεσα στον ενάγοντα και στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους των εναγομένων κατά τις συναντήσεις που τυχόν να είχαν. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι επιφυλάσσουν το δικαιώνω τους όπως προβούν σε πλήρη αναφορά των σχετικών Εγκυκλίων, Ενημερωτικών Δελτίων και λοιπών εγγράφων και συμφωνιών κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής καθώς και της πρακτικής που ακολουθούσαν κατά τη αγορά την εν λόγω χρεογράφων και/ή κατά την μετατροπή αυτών σε αξιόγραφα». Σε σχέση με τα πιο πάνω, οι εναγόμενοι έχουν επιφυλαχθεί να αναφερθούν σ' αυτά τα γεγονότα με λεπτομέρειεα κατά την ακροαματική διαδικασία. Όμως, αυτά τα γεγονότα κατά την άποψή μου είναι ουσιώδη γεγονότα και συνιστούν μέρος της υπεράπισης των εναγομένων δηλαδή ότι η συναλλαγή για την απόκτηση των αξιογράφων δεν ήταν το αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων, καταδολίευσης και/ή εξαπάτησης ως ισχυρίζεται ο ενάγοντας. Δεν είναι ορθό αυτή η υπεράσπιση να διατυπώνεται με τέτοιο αόριστο και γενικό τρόπο χωρίς να γίνεται αναφορά στα ουσιώδη γεγονότα στα οποία προτίθενται οι εναγόμενοι να βασισθούν για να θεμελιώσουν τέτοια υπεράπσιση. Ούτε είναι αρκετό να διατυπώνεται αυτός ο ισχυρισμός γενικά χωρίς αναφορά σε ουσιώδη γεγονότα και συγκεκριμένη εκδοχή των γεγονότων με την υπόσχεση ότι οι εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν στα γεγονότα κατά την ακροαματική διαδικασία. Κρίνω ότι το αίτημα του ενάγοντα με τον τρόπο που έχει διατυπωθεί, συνιστά αίτημα για μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης, κάτι που είναι ανεπίτρεπτο και άδικο στα πλασία αιτήματος για την παροχή καλύτερων και επιπρόσθετων λεπτομεριεών των δικογραφημένων ισχυρσιμών της υπεράπσισης. Παρόλο τούτο, σχεδόν όλα τα ερωτήματα στην παράγραφο 4 αφορούν την δικογραφημένη υπεράσπιση των εναγομένων, ότι ο ενάγοντας δεν ήταν το θύμα ψευδών παραστάσεων, καταδολίευσης και/ή εξαπάτησης κατά την απόκτηση των Αξιογράφων και/ή Χρεογράφων. Η δικογραφημένη θέση των εναγομένων σε σχέση με τα όσα διαδραματίστηκαν ανάμεσα στον ενάγοντα και στους υπαλλήλους και αντιπροσώπους των εναγομένων και συναντήσεις που τυχόν να είχαν, πάσχει, και είναι γενική και αόριστη. Δεν είναι αρκετό οι εναγόμενοι να επιφυλαχθούν να αναπτύξουν αυτή την δικογραφημένη θέση που δεν τεκμηριώνεται με γεγονότα κατά την δικάσιμο. Οπότε θα απέριπτα το αίτημα του ενάγοντα για την παροχή λεπτομερειών σε σχέση με τις συγκεκριμένς ερωτήσεις τις παραγράφου 4 για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω. Όμως, καλώ τους εναγομενους να δώσουν λεπτομέρειες του γενικού και αόρατου ισχυρισμού σε σχέση με τα όσα διαδραματίσθηκαν ανάμεσα στον ενάγοντα και στους υπαλλήλους και/ή αντιπροσώπους των εναγόμενων κατά τις συνατήσεις που τυχόν να είχαν για την απόκτησης των Αξιογράφων. Τυχόν παράλειψη τους να προβουν σε τέτοιες λεπτομέρειες δυνατόν να αποτέλεσει κώλυμα για την προσαγωγή τέτοιας μαρτυρίας κατά την ακροαματική διαδικασία. Σε σχέση με την παραγραφο 5 παρατηρώ επίσης ότι τα πλείστα ερωτήματα αποσκοπούν στο τους εναγόμενους να αποκαλύψουν μαρτυρία, ώστε να προωθήσει ο ενάγοντας καλύτερα την απαίτηση του. Ως ανέφερα και προηγουμένως, αυτό δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται στα πλαίσια αιτήματος για την παροχή λεπτομερειών. Επί παραδείγματι, το που βρισκόταν το περιεχόμενο των παρουσιάσεων δεν αποτελεί μέρος των ουσιαστικών γεγονότων στα οποία βασίζονται οι εναγόμενοι για να θεμελιώσουν την υπεράσπιση τους. Οι εναγόμενοι δεν είναι υπόχρεοι, είναι άδικο και καταπιεστικό μέτρο να υποχρεωθούν να προσκομίσουν μαρτυρία που ο ενάγοντας θεωρεί ότι είναι βοηθητική για την υπόθεσή του. Ούτε και έχει τέτοια εξουσία το Δικαστήριο στα πλαίσια αυτής της αίτησης να διατάξει κάτι τέτοιο. Για παράδειγμα, πουθενά οι εναγόμενοι δεν έχουν δικογραφήσει ισχυρισμό σε σχέση με το σημείο (ν) δηλαδή την ταυτότητα του γενικού διευθυντή αγορών του συγκροτήματος στις 21 Μαρτίου, 2011. Όμως, πιθανόν αυτή η πληροφορία να είναι χρήσιμη για τον ενάγοντα για να βρει νέα αποδεικτικά στοιχεία για να κτίσει καλύτερα την υποθεση του. Το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσια στα πλαίσια αυτής της αίτησης να επιτρέψει στον ενάγοντα να ψάχνει μαρτυρία οι μαρτυρες ώστε να εντοπίσει άλλα στοιχεία που μπορεί να είναι βοηθητικά για την υπόθεση του. Στην Αγγλική υπόθεση Re State of Norway's Applications[3] επεξηγήθηκε ότι τέτοια τακτική συνιστά ψάρεμα για μαρτυρία. Τα συγκεκριμένα ευρήματα δεν αποσκοπούν σε αποκάλυψη γεγονότων που τεκμηριώνουν γεγονότα που ήδη έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια στα δικόγραφα της υπόθεσης. Τέτοια αιτήματα πρέπει να απορρίφθουν διότι δεν αποτελούν εύλογη προσπάθεια αποκάλυψης μαρτυρίας σε σχεση με την ήδη διατυπωθείσα υπεράσπιση του εναγόμενου. Αντιθέτως, το αίτημα έχει εξερευνητικό χαρακτήρα και ο αιτητής ελπίζει ότι η εξερεύνηση θα οδηγήσει σε μαρτυρία που μπορεί να βοηθήσει την υποθεση του. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από τον Δικαστή Kerr στο σκεπτικό της απόφασης: «although 'fishing' has become a term of art for the purposes of many of our procedural rules dealing with applications for particulars of pleadings, interrogatories and discovery, illustrations of the concept are more easily recognised than defined. It arises in cases where what is sought is not evidence as such, but information which may lead to a line of inquiry which would disclose evidence. It is the search for material in the hope of being able to raise allegations of fact, as opposed to the elicitation of evidence to support allegations of fact, which have been raised bona fide with adequate particularization... A 'fishing expedition ' 'is perhaps best described as a roving inquiry, by means of the examination and cross-examination of witnesses, which is not designed to establish by means of their evidence allegations of fact which have been raised bona fide with adequate particulars, but to obtain information which may lead to obtaining evidence in general support of a party's case» Κάτι τέτοιο επιδιώκεται και με την παρουσα αίτηση. Δεν ζητεί ο ενάγοντας οι εναγόμενοι να διευκρινίσουν κάτι στην υπεράσπιση τους, σε σχέση με τα συγκεκριμένα γεγονότα που έχουν διατυπωθεί και απαρτίζουν την έκδοχη της υπεράσπισης τους. Ο ενάγοντας έχει αιτηθεί στο Δικαστήριο για να μάθει, άλλα γεγονότα, που δεν αφορούν αυτή την εκδοχή των γεγονότων με την ελπίδα ότι θα μπορέσει να μάθει νέες πληροφορίες που θα βοηθήσουν την υποθεση του. Επιπρόσθετα, το αίτημα του ενάγοντα για παροχή πληροφοριών σε σχέση με την παράγραφο 5 της υπεράσπισης, ήταν συγχυσμένο, διότι σε σχέση με κάθε ένα από τα 17 ερωτήματα, δεν διευκρίνισε ποιο μέρος της παραγράφου 5 αφορούσε ώστε να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο το ερώτημα αφορούσε καλύτερες και επιπρόσθετες λεπτομέρειες σε σχέση με συγκεκριμένο απόσπασμα της παραγράφου 5 της Εκθεσης Υπεράσπισης. Εν πάση περιπτώσει, σε σχέση με το ερώτημα (
- i)δηλαδή που βρισκόταν το περιεχόμενο των παρουσιάσεων, αυτό δεν είναι ερώτημα για παροχή λεπτομερειών θέσης που είναι ήδη δικογραφημένη στην Έκθεση Υπεράσπισης αλλά ερωτήμα για να αποκαλύψουν οι εναγόμενοι μαρτυρία σε σχέση μ' αυτό το ζήτημα. Το ίδιο ισχύει για τα ερωτήματα (ii), (ν), (νι), (νii), (νiii), (χ), (χi), (χiii), (χiν), (χν) και (χνi). Τα ερωτήματα (νii) και (χνii), αφορούν συγκεκριμένα έγγραφα στα οποία οι εναγόμενοι έχουν αναφερθεί με την υπεράσπιση τους. Εφόσον, έχει ήδη προηγηθεί διαδικασία αποκάλυψης εγγράφων και αυτά τα έγγραφα έχουν ήδη αποκαλυφθεί με την αποκάλυψη, δεν υπάρχει κάτι που χρήζει περαιτέρω διευκρίνησης με περισσότερες και καλύτερες λεπτομερειες. Σε σχέση με το ερώτημα (iii) (δηλαδή τι σημαίνει ερωτήσεις σε σχέση με τα βασικά χαρακτηριστικά των αξιογράφων και βασικές απορίες) θα χορηγούσα διαταγή για επιπρόσθετες και/ή καλύτερες λεπτομέρειες, διότι αφορά γεγονός που διατυπώνεται στην έκθεση υπεράσπισης και δικαιούται ο ενάγοντας να έχει λεπτομέρειες σε σχέση μ' αυτό γεγονός που ήδη διατυπώνεται στην υπεράσπιση. Το ίδιο ισχύει για το ερώτημα (iν), διότι ζητείται να δοθούν λεπτομέρειες σε σχέση με γεγονός που διατυπώνεται στην Έκθεση Υπεράσπισης, ήτοι την δικογραφημένη θέση ότι εάν οι πελάτες ήθελαν εξειδικευμένες πληροφορίες ή είχαν απορίες θα έπρεπε να παραπεμπονται στην ειδική τηλεφωνική γραμμή. Σε σχέση με το ερώτημα (iχ) (δηλαδή ποιες οι διαφορές και/ή αυστηρότερη όροι των ΜΑΕΚ σε σχέση με τα ΜΑΚ) θα χορηγούσα διαταγή για λεπτομέρειες σε σχέση με τους όρους του ΜΑΕΚ διότι είναι γεγονός που διατυπώνεται στην έκθεση υπεράσπισης προκειμένου να τεκμηριώσουν την υπόθεση. Σύμφωνα με την Δ.19 κ. 4 είναι απαραίτητο η Έκθεση Απαιτήσεως να περιέχει όλα τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν την απαίτηση του ενάγοντα ή την υπεράσπιση του εναγόμενου. Μόνο τα ερωτήματα (iii), (
- iv)και (
- ix)της παραγράφου 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης, κρίνω ότι είναι αίτημα για παροχή λεπτομερειών σε σχέση με ήδη διατυπωμένο γεγονός της Έκθεσης Υπεράσπισης. Τα υπόλοιπα σημεία, για τους λόγους που εξήγησα προηγουμένως, δεν αφορούν αίτημα για παροχή λεπτομειειών αλλά αίτηση για αποκάλυψη μαρτυρίας. Η αποκάλυψη μαρτυρίας ξεφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αιτήσεως για παροχή λεπτομερειών. Εκδίδεται διάταγμα για παροχή καλύτερων και επιπρόσθετων λεπτομερειών σε σχέση με τα ερωτήματα (iii), (
- iv)και (
- ix)που αφορούν την παράγραφο 5 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Η αίτηση απορρίπτεται σε σχέση με τα υπόλοιπα ερωτήματα. Οι λεπτομέρειες να καταχωρηθούν στο δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης εντός 30 ημερών από σήμερα. Σε σχέση με την παράγραφο 4 της Έκθεσης Υπεράσπισης δίδεται η ευκαιρία στους εναγόμενους να παρέχουν λεπτομέρεις σε σχέση τον δικογραφημένο ισχυρισμό «τα όσα διαδραματίσθηκαν μεταξύ των εναγόντων και των υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων της τράπεζας» ισχυρισμό για το οποίο επιφυλάχθηκαν οι εναγόμενοι να δώσουν λεπτομέρειες κατά την δικάσιμο της υπόθεσης. Λεπτομέρειες γι' αυτό τον ισχυρισμό μπορεί να καταχωρηθούν εντός 30 ημερών από σήμερα. Δίδεται αυτή η ευκαιρία προκειμένου να αποφευχθεί στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας εμπόδια προσαγωγής μαρτυρίας γι' αυτό το ζήτημα, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν δικογραφείται επαρκώς στην Έκθεση Υπεράσπισης. Ενόψει της μερικής επιτυχίας της αίτησης το ήμιση των εξόδων επιδικάζονται εναντίον των εναγομένων αλλά αυτά τα έξοδα θα πληρωθούν στο τέλος με την αποπεράτωση της αγωγής και αφού ληφθεί υπόψη και το αποτέλεσμα της αγωγής. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 1 ΑΑΔ 157
(2000)[2] 17 Q.B.D 154 [3] [1987] QB 433