← Κύπρος

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΣΩΚΡΑΤΗΣ Π.ΚΥΠΡΙΑΝΙΔΗΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ.Αγωγής: 2064/2016, 31/3/2017

ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ ν. ΣΩΚΡΑΤΗΣ Π.ΚΥΠΡΙΑΝΙΔΗΣ ΛΤΔ κ.α., Αρ.Αγωγής: 2064/2016, 31/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 2064/2016 Μεταξύ: ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ Ενάγουσας και 1.ΣΩΚΡΑΤΗΣ Π.ΚΥΠΡΙΑΝΙΔΗΣ ΛΤΔ 2.Σωκράτη Κυπριανίδη 3.Χρυστάλλας Κυπριανίδη Εναγομένων ----------- Αίτηση για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 31 Μαρτίου 2017 Για τους εναγόμενους/αιτητές 1,2,3: κα Παπαγιάννη Για την ενάγουσα/καθ'ης η αίτηση: κα Παπαθωμά Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό κρίση αίτηση σκοπεί σε έκδοση διατάγματος «που να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (SET ASIDE)» την απόφαση που εκδόθηκε την 24.5.

  1. Νομική βάση της αίτησης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί και συγκεκριμένα· Δ.17 κκ.9-10, Δ.26 κ.14, Δ.33 κ.5, Δ.40 κκ.7&11, Δ.48 κκ.1-9 και Δ.
  2. Περιπλέον, επικαλείται και τις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Παρεμβάλλω εδώ ότι η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει ο Σωκράτης Κυπριανίδης, δηλαδή ο εναγόμενος 2 και ο οποίος δηλώνει ότι είναι εξουσιοδοτημένος τόσο από την εναγομένη εταιρεία [εναγομένη 1], όσο και από την εναγομένη
  3. Περαιτέρω, αξίζει να υποδειχθεί ότι μετά την καταχώριση ένστασης από μέρους της ενάγουσας, η πλευρά των αιτητών αιτήθηκε και έλαβε διάταγμα για καταχώριση συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως. Τη δεύτερη τούτη ένορκη δήλωση ομνύει και πάλιν ο Σωκράτης Κυπριανίδης. Για λόγους σαφήνειας και μόνο διευκρινίζεται ότι από τούδε και στο εξής όταν αναφέρομαι στη δεύτερη ένορκη δήλωση, θα καλώ τούτη «συμπληρωματική». Για ολοκλήρωση της εικόνας σε σχέση με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε, υποδεικνύεται πως και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση την οποία ομνύει ο Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, υπάλληλος της ενάγουσας. Το σύνολο των αναφερομένων στις διάφορες ένορκες δηλώσεις που τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου σχολιάζεται πιο κάτω. Σε αυτό το σημείο υποδεικνύεται πως η ένσταση της ενάγουσας φέρει ανάλογη νομική βάση με εκείνη της αίτησης. Περαιτέρω προτάσσει δεκατέσσερις λόγους για τους οποίους πιστεύεται πως η αίτηση είναι υποκείμενη σε απόρριψη. Τούτοι οι λόγοι αφορούν τόσο δικονομικά όσο και ουσιαστικά ζητήματα. Άπτονται εν προκειμένω της ορθότητας της νομικής βάσης της αίτησης και υποστηρίζεται ότι τούτη [η αίτηση] είναι παράτυπη και/ή αντίθετη των σχετικών διαδικαστικών κανονισμών και της πρακτικής του δικαστηρίου. Επί της ουσίας του πράγματος υποστηρίζεται πως η εκδοθείσα απόφαση είναι νομικά και πραγματικά ορθή, ότι οι αιτητές καθυστέρησαν να προωθήσουν το αίτημα και πως δεν δίνουν επαρκή και λογική δικαιολογία για τούτη την καθυστέρηση. Περαιτέρω είναι η θέση τους ότι δεν αποκαλύπτεται καλή υπεράσπιση, καθώς ότι οι αιτητές με τη συμπεριφορά και τους ισχυρισμούς τους αποδέχτηκαν την οφειλή τους και συνεπώς δεν νομιμοποιούνται σε προώθηση διαφορετικών θέσεων και/ή εκ των υστέρων ισχυρισμών. Εν κατακλείδι, είναι η θέση της τράπεζας πως οι αρχές τελεσιδικίας, ιδιαίτερα υπό το φως των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, δεν επιτρέπουν παραμερισμό της απόφασης. Τώρα, η μαρτυρία του ομνύοντα τη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση υποστηρίζει ότι οι αιτητές έχουν καλή υπεράσπιση καθώς ότι δικαιολογείται ο χρόνος που διέρρευσε μέχρι την υποβολή της αίτησης. Πέραν όμως τούτων ο ομνύων αναφέρει ότι την 24.5.2016 εκδόθηκε απόφαση εναντίον όλων των εναγομένων. Τούτη η απόφαση είναι το τεκμήριο Α στην αίτηση. Για να προσθέσει όμως ότι η απόφαση ουδέποτε επιδόθηκε σε οιονδήποτε των εναγομένων, παρά μόνο γνωστοποιήθηκε με τηλεομοιότυπο που έστειλαν οι δικηγόροι της ενάγουσας στους δικηγόρους των εναγομένων. Τούτο το τηλεομοιότυπο είναι ημερομηνίας 2.6.2016 και είναι το τεκμήριο Β στην αίτηση. Ως εκ τούτου, αναφέρει ο Κυπριανίδης, μέχρις ότου επιδοθεί η απόφαση, η τράπεζα δεν νομιμοποιείται σε προώθηση μέτρων εκτέλεσης. Κρίνω πως ο σχετικός ισχυρισμός, τουλάχιστον η δικανική έκφανση τούτου, είναι άσχετη με το αιτούμενο διάταγμα. Δεν συνιστά εν προκειμένω αναγνωρισμένο λόγο εξέτασης. Το κατά πόσο μια απόφαση μπορεί και πρέπει να παραμεριστεί, δεν εξαρτάται από το αν έχει επιδοθεί [η απόφαση], όπως ούτε από το αν μπορούν να ληφθούν μέτρα εκτέλεσης. Συνεπώς αυτό το ζήτημα κρίνω ότι δεν είναι ικανό να υποστυλώσει την αίτηση. Εν πάση όμως περιπτώσει, είμαι της γνώμης ότι η πλευρά των αιτητών σφάλλει και δεν μεταφέρει ορθά τις δικανικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Γεγονός είναι ότι στον κ.1 της Δ.40 αναφέρεται ότι· «Where any person is by any judgment or order directed to pay any money, or to deliver or transfer any property movable or immovable to another, it shall not be necessary to make any demand thereof, but the person so directed shall be bound to obey such judgment or order upon being duly served with the same without demand.» Ανάγνωση αυτού και μόνο του κανονισμού είναι δυνατό να παραπλανήσει, εφόσον φαίνεται να υποστηρίζει ότι η απόφαση πρέπει να επιδίδεται. Δεν πρέπει όμως να μας διαφεύγει ότι ο κ.1 της Δ.40 αντιστοιχεί στην παλαιά O.42 r.1, της οποίας το λεκτικό είναι πανομοιότυπο. Ποια όμως είναι η σημασία των πιο πάνω; Η απάντηση εντοπίζεται στο Annual Practice του 1958, το οποίο σχολιάζει την O.42 r.
  4. Στη σελίδα 991 αναφέρεται ότι· «This rule does not make service of the judgment or order upon the debtor necessary before suing out the writ under r.17.» Υποδεικνύω ότι ο r.17 της O.42 αφορά το γνωστό Writ Fieri Facias. Διαπιστώνεται έτσι ότι η επίδοση μιας απόφασης δεν αποτελεί προϋπόθεση διά την εκτέλεσή της. Ως εκ τούτου η σχετική θέση των αιτητών κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται. Επανέρχομαι όμως στη δήλωση Κυπριανίδη. Ο ομνύων δέχεται ότι αντίγραφα του κλητηρίου εντάλματος επιδόθηκαν την 20.4.2016 στην εναγομένη 3 (προφανώς είναι εκτυπωτικό σφάλμα και εννοεί την εναγομένη 1, εταιρεία). Προσθέτει ότι οι αιτητές καταχώρισαν σημείωμα εμφανίσεως την 27.5.
  5. Εν τούτοις την 24.5.2016 είχε ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον των εναγομένων. Ο ομνύων υποστηρίζει ότι ο λόγος που δεν έτρεξαν στο δικαστήριο ευθύς μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, είναι γιατί βρίσκονταν σε επαφή με την τράπεζα, με την οποία είχαν έντονες και συνεχείς προσπάθειες εξώδικης διευθέτησης. Μάλιστα συνομιλούσαν με λειτουργό της τράπεζας, κάποια Νατάσσα Χατζησάββα, η οποία τους καθησύχασε ότι δεν θα προχωρούσε η αγωγή και πως το κλητήριο ένταλμα είναι απλώς ένα έγγραφο για εξασφάλιση της τράπεζας. Εν τούτοις, δηλώνει ο ομνύων, η ενάγουσα κινήθηκε πίσω από το τραπέζι των διαπραγματεύσεων και προχώρησε και εξέδωσε την απόφαση που βάλλεται. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι οι αιτητές δεν κωλυσιέργησαν και ούτε αμέλησαν. Λόγω του ότι δεν είναι δικηγόροι δεν γνώριζαν, υποστηρίζει, τα διαδικαστικά διαβήματα στα οποία έπρεπε να προβούν μετά την επίδοση της αγωγής. Περιπλέον, παραπλανήθηκαν από τις διαβεβαιώσεις της ενάγουσας ότι δεν θα προωθούσε την αγωγή. Μόλις όμως αντιλήφθηκαν τη σοβαρότητα και την επείγουσα φύση της υπόθεσης, αποτάθηκαν σε δικηγόρο. Μάλιστα ο ομνύων αποτάθηκε εκ νέου στη λειτουργό Χατζησάββα για να της υποδείξει όσα η ίδια και οι συνάδελφοί της τον διαβεβαίωναν. Προσθέτει δε ότι στην προσπάθεια συνολικής διευθέτησης η τράπεζα προέβη σε πρόταση, ενώ ο ίδιος υπέβαλε δύο αντιπροτάσεις και μέχρι σήμερα δεν έλαβε απάντηση. Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ο ομνύων ξεκαθαρίζει ότι οι εναγόμενοι πληροφορήθηκαν την έκδοση απόφασης την 27.5.2016, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν οι δικηγόροι τους με τους δικηγόρους της τράπεζας. Αυτός ήταν και ο λόγος, δηλώνει, που καταχώρισαν σημείωμα εμφανίσεως. Ο ίδιος δε έτρεξε να συλλέξει στοιχεία για καταχώριση της παρούσης, ενώ την 16.6.2016 οι δικηγόροι του προέβησαν σε έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης. Σε σχέση με την ουσία του αιτήματος ο ομνύων διατείνεται ότι οι εναγόμενοι έχουν υπεράσπιση. Δέχεται εν προκειμένω ότι η εναγομένη 1 έλαβε από την ενάγουσα τραπεζικές διευκολύνσεις, συγκεκριμένα όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό, τις οποίες εγγυήθηκαν ο ίδιος και η εναγομένη
  6. Τούτη η συμφωνία, ημερομηνίας 17.5.2015 και για ποσό £25.000,00, ανανεώθηκε την 9.12.2011 με συνακόλουθη αύξηση ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό σε €50.000,
  7. Λέγοντας όμως τούτα ο ομνύων προσθέτει ότι και στις δύο περιπτώσεις η γραπτή συμφωνία και το offer letter της τράπεζας, τους δόθηκαν μαζί και έτσι δεν είχαν χρόνο να τα μελετήσουν και να τύχουν νομικής συμβολής. Η δε τράπεζα δεν προέβη σε επεξήγηση των όρων και ούτε διασφάλισε ότι είχαν γίνει κατανοητοί από τους εναγόμενους. Λόγω της οικονομικής κρίσης, αναφέρει ο ομνύων, η εταιρεία άρχισε να χάνει πελάτες, με αποτέλεσμα να μειωθεί ο κύκλος εργασιών της και εν τέλει να τεθεί σε αδράνεια. Η ουσία όμως της υπεράσπισης που προβάλλεται είναι πως η τράπεζα τεχνηέντως κατέστησε τους εναγόμενους υπερήμερους. Προς υποστήριξη τούτου του ισχυρισμού ο ομνύων σχολιάζει την ένορκη δήλωση που προσκομίστηκε από τους ενάγοντες διά απόδειξη της αξίωσης. Επαναλαμβάνει ο ομνύων ότι το όριο του τρεχούμενου λογαριασμού της εναγομένης 1 ήταν €50.000,
  8. Την 5.11.2014 η τράπεζα απέστειλε επιστολή στην εναγομένη 1 με την οποία δήλωνε ότι ο λογαριασμός της ήταν σε υπέρβαση. Τούτη η επιστολή είναι το τεκμήριο Γ στην αίτηση. Σύμφωνα με τον ομνύοντα η υπέρβαση που αναφερόταν στην επιστολή ήταν €32,
  9. Προς υποστήριξη τούτου παρουσίασε σχετικό λογαριασμό που του έστειλε η τράπεζα (τεκμήριο Δ) όπου ως υπόλοιπο δεικνύεται το ποσό των €50.432,
  10. Αναφέρει συναφώς ότι η υπέρβαση ήταν της τάξης των €32,70, μόνο και πως το ποσό των €400,00 προστέθηκε από την τράπεζα ως έξοδα, απλώς και μόνο για να αυξήσουν την υπέρβαση. Περαιτέρω, σχολιάζει το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που οδήγησε σε απόδειξη της αγωγής, λέγοντας ότι ουδέποτε έλαβε την εκεί αναφερόμενη επιστολή διά μείωση του ορίου του λογαριασμού. Επιπλέον διερωτάται· γιατί η εν λόγω επιστολή στάληκε, κατ'ισχυρισμό πάντα, μόνο στην εναγομένη 1 και όχι και στους εναγόμενους 2 και 3; Ιδιαίτερα όταν η συμφωνία τραπεζικών διευκολύνσεων υπογράφεται εις τριπλούν, δηλαδή ένα αντίγραφο για κάθε εμπλεκόμενο, γιατί η επιστολή μείωσης του ορίου αποστέλλεται μόνο στην εταιρεία και όχι σε όλους τους συμβαλλόμενους; Τέλος, υποστηρίζει ότι σε περίπτωση που το δικαστήριο ήθελε δεχτεί τη θέση ότι η ενάγουσα προέβη σε μείωση του ορίου, τότε αυτό έγινε αυθαίρετα και αντικανονικά. Σε αυτό δε το πλαίσιο ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων δεν παρείχε στους εναγόμενους το χρονικό περιθώριο να καταβάλουν το ποσό της υπέρβασης μετά τη μείωση, που σύμφωνα με την ενάγουσα υπερέβαινε τις €10.000,
  11. Εν τούτοις ο ομνύων απορρίπτει τις αιτιάσεις της ενάγουσας για υπέρβαση του ορίου και επαναλαμβάνει ότι δεν ευσταθούν και απόδειξη τούτου είναι το γεγονός ότι οι εναγόμενοι συνέχισαν να προβαίνουν σε πληρωμές. Σχετική εν προκειμένω είναι η δέσμη αποδείξεων, τεκμήριο Ε στην αίτηση. Εν κατακλείδι, ο ομνύων διατείνεται πως η ενάγουσα προέβη σε υπερχρεώσεις, λεπτομέρειες των οποίων δεν δύναται να δώσει τώρα, αλλά επιφυλάσσεται να το πράξει στη δικογραφημένη υπεράσπιση. Στον αντίποδα η ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου, δηλαδή του λειτουργού της ενάγουσας, αμφισβητεί τους ισχυρισμούς Κυπριανίδη. Μεγάλο μέρος της ενόρκου δηλώσεως δεν συνιστά γεγονότα, αλλά συμπεράσματα και σχόλια που αφορούν τη δήλωση Κυπριανίδη, δηλαδή του εναγομένου
  12. Δεν είναι πρόθεση μου να μεταφέρω αυτά τα σχόλια, ως εκ τούτου περιορίζομαι σε εκείνο που φαίνεται να είναι τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η ένσταση. Σημειώνεται λοιπόν ότι η ενάγουσα υποστηρίζει πως οι εναγόμενοι καθυστέρησαν στην υποβολή της επίδικης αίτησης και αυτό παρ'ότι γνώριζαν πως εκδόθηκε απόφαση. Περαιτέρω, είναι η θέση του λειτουργού ότι από ενημέρωση που έτυχε από τους συναδέλφους του, ουδείς διαβεβαίωσε τους εναγόμενους ότι δεν θα λαμβάνονταν μέτρα εναντίον τους. Η δε Νατάσσα Χατζησάββα, που επικαλείται ο Κυπριανίδης, τον ενημέρωσε τηλεφωνικώς, καθ'ότι απουσιάζει με άδεια μητρότητος, ότι ουδέποτε καθησύχασε τον εναγόμενο 2 και ουδέποτε του είπε ότι δεν επιβάλλεται να λάβουν μέρος στη δικαστική διαδικασία. Μάλιστα ο ομνύων αναφέρει ότι η Χατζησάββα του είπε πως σε συνομιλία που είχε με τον εναγόμενο 2 στο πλαίσιο αιτήματος για διακανονισμό, του ανέφερε ότι αυτό έπρεπε να είχε γίνει προηγουμένως. Παρεμβάλλω εδώ ότι αυτή η πτυχή της δήλωσης Κωνσταντίνου σχολιάστηκε στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση Κυπριανίδη. Ο τελευταίος επανέλαβε ότι η Χατζησάββα τον διαβεβαίωσε πως η τράπεζα δεν θα προχωρούσε και ότι η αγωγή ήταν τυπική διαδικασία, διερωτήθηκε όμως πως ο Κωνσταντίνου είναι σε θέση να γνωρίζει τί ειπώθηκε, αφού δεν ήταν παρών και οι όποιοι ισχυρισμοί του είναι εξ ακοής και ανεπίτρεπτοι. Ο λειτουργός της τράπεζας που ομνύει τη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν παραλείπει να ασχοληθεί και με την προβαλλόμενη υπεράσπιση. Αρνείται εν προκειμένω ότι οι εναγόμενοι δεν είχαν χρόνο να μελετήσουν τα έγγραφα των συμφωνιών και προς τούτο παρουσίασε το τεκμήριο 1 στην ένσταση, δηλαδή έντυπο που καλεί την εναγομένη 3 να αναζητήσει νομική συμβουλή και δεύτερο έντυπο στο οποίο η εναγομένη 3 δηλώνει ότι εγγυάται τις οφειλές της εναγομένης 1 και βεβαιώνει ότι πράττει τούτο αφότου αναζήτησε νομική συμβουλή και χωρίς εξαναγκασμό, ψυχική πίεση ή πλάνη. Όσο δε αφορά τη μείωση του ορίου των τραπεζικών διευκολύνσεων, η τράπεζα υποστηρίζει ότι ήταν σε γνώση των εναγομένων. Επί του προκειμένου παρουσίασε το τεκμήριο 3 στην ένσταση, δηλαδή ηλεκτρονικό ταχυδρομείο που η τράπεζα έστειλε στον εναγόμενο 2 από 2.10.2014 μέχρι και 30.10.2014, όπου τον πληροφορούσε σχετικά. Μάλιστα ο ομνύων Κωνσταντίνου δηλώνει ότι τρίτος συνάδελφός του, εν προκειμένω ο Γιώργος Τσούντας, αντάλλαξε σωρεία τηλεφωνημάτων με τον εναγόμενο 2 και τον ενημέρωσε για τις ενέργειες που γίνονταν. Ο ομνύων αναγνωρίζει ότι το τεκμήριο Γ στην αίτηση, δηλαδή επιστολή ημερομηνία 5.11.2014 που η τράπεζα έστειλε στους εναγομένους, αναφέρει ότι το όριο του λογαριασμού είναι €50.000,00, επεξηγεί όμως ότι η ημερομηνία δεδομένων, δηλαδή ο χρόνος που αφορούσε η επιστολή, είναι η 31.10.2014 και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε ενημερωθεί το σύστημα. Ο λογαριασμός όμως, δηλαδή το τεκμήριο Δ στην αίτηση (καταχωρίστηκε και ως τεκμήριο 2 στην ένσταση), είναι ημερομηνίας 5.11.2014 και ως όριο δεικνύει το ποσό των €40.000,
  13. Όλα τα πιο πάνω αποτελούν το μαρτυρικό υλικό που αμφότερες οι πλευρές έθεσαν ενώπιον του δικαστηρίου. Προτού όμως προχωρήσω σε διερεύνηση τούτου, κρίνω ότι επιβάλλεται να παρατεθούν οι δικανικές αρχές που διέπουν το αίτημα, εφόσον τούτες θα αναδείξουν και τα επίδικα θέματα. Έχει νομολογηθεί ότι αίτημα ως το επίδικο ανάγεται στη σφαίρα της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου (βλ. Φραντζής v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ

(1996)1 Α.Α.Δ.1094, 1097). Ό,τι εξετάζεται είναι∙ αφενός ο λόγος διά τον οποίο ο εναγόμενος παρέλειψε να εμφανιστεί στο δικαστήριο από την πρώτη στιγμή, αφετέρου συζητήσιμη ή εκ πρώτης όψεως βάσιμη υπεράσπιση (βλ. Νεάρχου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ.954, Πατούρη v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ.2118, 2123). Βαρυσήμαντος είναι ο λόγος της υπόθεσης Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R.204, 210, όπου αναφέρθηκε ότι. «In exercising its discretion, the Court must strive to balance two considerations fundamental for the administration of justice. The need to uphold effectively on the one hand, the right of a party to be heard in his cause, and the need to ensure the expeditious transaction of judicial business, on the other.» Τώρα το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου αποκαλύπτει γεγονότα σχετικά με την όλη υπόθεση. Μάλιστα όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Lord Jeans Ltd v. Orbit Kazoulis Ltd
(2003)1B Α.Α.Δ.808, η ανασκόπηση του δικαστικού φακέλου είναι διαδικασία επιτρεπτή και καθ'όλα θεμιτή. Στην προκείμενη περίπτωση διαπιστώνεται ότι η αγωγή καταχωρίστηκε την 11.4.
  1. Την 20.4.2016 το κλητήριο ένταλμα επιδόθηκε στους εναγόμενους 1, 2 και
  2. Συγκεκριμένα αφέθηκε στο χώρο του εγγεγραμμένου γραφείου της εναγομένης 1 εταιρείας, σε κάποια Ελένη Νικολάου, υπεύθυνη παραλαβής εγγράφων. Σε σχέση με τους εναγόμενους 2 και 3 η Ελένη Νικολάου θεωρείται υπεύθυνη του χώρου εργασίας. Ακολούθως την 11.5.2016 η ενάγουσα προώθησε μονομερή αίτηση για έκδοση απόφασης λόγω μή καταχώρισης σημειώματος εμφανίσεως. Η αίτηση ορίστηκε την 24.5.2016 ότε και η ενάγουσα παρουσίασε ένορκη δήλωση για απόδειξη της υπόθεσης. Την ίδια ημερομηνία [24.5.2016] εκδόθηκε και η απόφαση του δικαστηρίου. Ακολούθως την 27.5.2016 οι εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφανίσεως υπό διαμαρτυρία. Η δε επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε την 17.6.
  3. Η προσοχή στρέφεται πλέον στους ισχυρισμούς των διαδίκων. Επιλέγω δε να αρχίσω τη διερεύνηση από το σκέλος της μαρτυρίας που άπτεται της υπεράσπισης. Αν και δεν επιβάλλεται επαναλαμβάνω τη γνωστή νομολογιακή αρχή πως σε αιτήσεις αυτής της φύσης η μαρτυρία δεν αξιολογείται, εκτός αν τούτο είναι αναπόφευκτο (βλ. Morris v. Saratoga Swimming Pools
(2012)1Α A.A.Δ.647, 655). Τοποθέτηση των σχετικών ισχυρισμών των εναγομένων σε θεματικές ενότητες, αποκαλύπτει ότι διακρίνονται στις εξής κατηγορίες· παράβαση των αχών καλής πίστης που διέπουν την προστασία των εγγυητών, εμμέσως παραπέμπουν στα αναφερόμενα στο Ν.197(Ι)/2003· και αντισυμβατική συμπεριφορά, εφόσον αυτό θεωρούν οι εναγόμενοι πως είναι η μείωση του ορίου τραπεζικών διευκολύνσεων, η σκηνοθετημένη υπέρβαση του ορίου, η μή ενημέρωση διά μείωση του ορίου και οι υπερχρεώσεις. Σε σχέση με το πρώτο σκέλος της υπεράσπισης το τεκμήριο 1 στην ένσταση, δηλαδή η έγγραφη δήλωση της εναγομένης 2 ότι ζήτησε και πήρε νομική συμβουλή και ότι έχει πλήρη επίγνωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνει ως εγγυητής, δεν αφήνει περιθώρια επιτυχίας του ισχυρισμού. Μπορεί μεν το εν λόγω έγγραφο (τεκμήριο 1 στην ένσταση) να αφορά μόνο την εναγομένη 3, εφόσον μόνο αυτή φαίνεται να το υπέγραψε, εν τούτοις αποκαλύπτει ότι η τράπεζα όχι μόνο δεν αποστέρησε τους εναγόμενους από αυτή την ευχέρεια, αλλά ότι τους παρότρυνε σε σχέση με ό,τι εκεί αναφέρεται. Συνεπώς το τεκμήριο 1 στην ένσταση εξουδετερώνει το γενικό και αόριστο ισχυρισμό του ομνύοντα Κυπριανίδη, ότι δεν τους δόθηκε χρόνος να συμβουλευτούν δικηγόρο για τις πρόνοιες της συμφωνίας. Προμετωπίδα των ισχυρισμών Κυπριανίδη σε σχέση με το δεύτερο σκέλος της υπεράσπισης, είναι ο ισχυρισμός ότι η τράπεζα είναι εκείνη που τροχιοδρόμησε τα πράγματα να φαίνεται πως ο λογαριασμός ήταν σε υπέρβαση, ώστε να τον τερματίσει και να κινήσει αγωγή. Υποστηρίζει ο ομνύων ότι αντισυμβατικά και παράνομα τερματίστηκε ο λογαριασμός της εναγομένης 1 και πως οι εναγόμενοι, όλοι, δεν ειδοποιήθηκαν σχετικά. Από τα πιο πάνω ξεπροβάλλει η εξής ερώτηση· είχε η τράπεζα το δικαίωμα, συμβατικό ή άλλως πως, να τερματίσει τις τραπεζικές διευκολύνσεις της εναγομένης 1; Η απάντηση σε τούτο το ερώτημα κρύβεται στη σχετική συμφωνία παραχώρησης τραπεζικών διευκολύνσεων. Καίτοι το έγγραφο αυτό δεν προσκομίστηκε, είτε από τους εναγομένους είτε από την τράπεζα, στο πλαίσιο του υπό κρίση αιτήματος, βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου εφόσον χρησιμοποιήθηκε διά απόδειξη της αξίωσης. Αποτελεί εν προκειμένω τεκμήριο στη δήλωση Νεοφύτου, την οποία ο Κυπριανίδης σχολιάζει. Είναι το τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση ημερομηνίας 24.5.
  1. Ανέτρεξα λοιπόν στη Βασική Συμφωνία, έτσι τιτλοφορείται, των διαδίκων, η οποία είναι ημερομηνίας 17.5.
  2. Διαπιστώνω ότι οι όροι 4 και 5 της συμφωνίας αναφέρουν τα εξής· «4.Η Τράπεζα θα έχει δικαίωμα οποτεδήποτε και χωρίς προειδοποίηση στον πελάτη, να δημιουργεί και θέτει σε εφαρμογή οποιοδήποτε νέο ή νέους λογαριασμούς και να μεταφέρει σ'αυτούς οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό ή να τους καταργεί ή τερματίζει τη λειτουργία οποιουδήποτε λογαριασμού και να καθιστά απαιτητά οποιαδήποτε Δάνεια και/ή Τραπεζικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν ή θα παραχωρηθούν στον πελάτη και να ζητήσει από τον πελάτη πληρωμή και εξόφληση κάθε ποσού που ο πελάτης θα οφείλει στην Τράπεζα, περιλαμβανόμενου του κεφαλαίου, των τόκων, των προμηθειών, των Τραπεζικών δικαιωμάτων και οποιουδήποτε άλλου οφειλόμενου ποσού σε σχέση με οποιαδήποτε έξοδα, χρεώσεις και δαπάνες. Παραπέρα η Τράπεζα θα έχει δικαίωμα οποτεδήποτε κατά την απόλυτη κρίση της εάν το κρίνει σκόπιμο λόγω των εκάστοτε τοπικών και/ή διεθνών συνθηκών ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, να μετατρέπει το νόμισμα των Δανείων και/ή Τραπεζικών διευκολύνσεων σε οποιοδήποτε άλλο νόμισμα ή νομίσματα, με σχετική γραπτή ενημέρωση του πελάτη. Η πιο πάνω μετατροπή από το ένα νόμισμα σε άλλο θα γίνεται χωρίς βλάβη του δικαιώματος της Τράπεζας όπως καταστήσει τα Δάνεια και/ή Τραπεζικές διευκολύνσεις απαιτητές πριν ή μετά την πιο πάνω μετατροπή. Η μετατροπή αυτή από το ένα νόμισμα σε άλλο θα γίνεται από την Τράπεζα έναντι της τότε συναλλαγματικής αξίας (exchange rate) της Τράπεζας όπως η Τράπεζα θα αποφασίζει κατά την απόλυτη κρίση της. Όλα τα έξοδα που θα προκύπτουν από τις πιο πάνω διαδικασίες θα επιβαρύνουν τον πελάτη. 5.Ευθύς ως τα εν λόγω Δάνεια και/ή Τραπεζικές διευκολύνσεις καταστούν απαιτητές για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία, ο πελάτης θα πρέπει να πληρώσει αμέσως κάθε ποσό που θα οφείλει στην Τράπεζα περιλαμβανόμενου κεφαλαίου, τόκου, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων και παράλειψη του πελάτη να το πράξει αμέσως, θα έχει ως συνέπεια τη χρέωση του/των λογαριασμού/ών του με τόκο και λοιπές επιβαρύνσεις όπως η Τράπεζα θα αποφασίζει κατά καιρούς και κατά την απόλυτη κρίση της ή άλλως πως από την ημερομηνία που τα εν λόγω ποσά και υποχρεώσεις έπρεπε να πληρωθούν και η Τράπεζα θα έχει δικαίωμα να διεκδικήσει δικαστικώς ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο την πληρωμή κάθε οφειλής του πελάτη πλέον των δικαστικών, δικηγορικών και άλλων εξόδων οποιουδήποτε είδους μέχρι την πλήρη αποπληρωμή και εξόφληση.» Αξίζει να ειπωθεί ότι οι σχετικοί όροι είναι και δικογραφημένοι. Σχετικές εν προκειμένω είναι οι παράγραφοι 7(δ) και (ε) στο κλητήριο ένταλμα. Εκείνο όμως που συνάγεται από τα πιο πάνω είναι πως η τράπεζα έχει απόλυτο και ανεπιφύλακτο δικαίωμα χειρισμού των τραπεζικών διευκολύνσεων. Δύναται χωρίς προειδοποίηση και άνευ αιτίας, να καταστήσει τις τραπεζικές διευκολύνσεις απαιτητές και να ζητήσει εξόφληση τούτων. Μάλιστα ο χρεώστης οφείλει να συμμορφωθεί πάραυτα και ουδεμία πρόνοια της συμφωνίας δικαιολογεί πίστωση χρόνου. Υπό το φως των πιο πάνω καταλήγω ότι δεν τίθεται θέμα αντισυμβατικής συμπεριφοράς της τράπεζας. Η ενάγουσα είχε κάθε δικαίωμα να τερματίσει τη συμφωνία και να ζητήσει το όποιο οφειλόμενο ποσό. Σε τέτοια περίπτωση ήταν υποχρέωση των εναγομένων να συμμορφωθούν πάραυτα. Ουδεμία λοιπόν αντισυμβατική συμπεριφορά διαπιστώνεται. Ο Κυπριανίδης υποστηρίζει περαιτέρω ότι ουδεμία γνώση είχαν οι εναγόμενοι για τη μείωση του ορίου των διευκολύνσεων. Ούτε αυτό όμως είναι ορθό. Και εξηγώ· ο ομνύων ασχολείται εκτεταμένα με αυτό το ζήτημα και υποστηρίζει ότι ουδέποτε οι εναγόμενοι έλαβαν το τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση Νεοφύτου, δηλαδή την επιστολή ημερομηνίας 31.10.2014, που φαίνεται να πληροφορεί τους εναγόμενους ότι θα μειωθεί το όριο του λογαριασμού από €50.000,00 σε €40.000,
  3. Διερωτάται δε, γιατί να αποστέλλεται μία μόνο επιστολή, ενώ η συμφωνία και η αύξηση του ορίου να υπογράφεται τρεις φορές, δηλαδή όσες και οι εναγόμενοι. Εν τούτοις το τεκμήριο 3 στην ένσταση διαψεύδει τον ομνύοντα. Είναι τούτο έντυπο ηλεκτρονικού ταχυδρομείου όπου φαίνεται ότι αρμόδιος λειτουργός της τράπεζας ειδοποίησε τον ομνύοντα, σε τέσσερις τουλάχιστον περιπτώσεις, ότι θα μειωθεί το όριο. Αυτή η επιστολή δεν απαντήθηκε από τον Κυπριανίδη στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Το περιεχόμενο της όμως δεν αφήνει αμφιβολία ότι οι εναγόμενοι είχαν ενημερωθεί για τη μείωση του ορίου στον τρεχούμενο λογαριασμό της εναγομένης
  4. Αν λοιπόν ο Κυπριανίδης δεν είπε την αλήθεια γι'αυτό το ζήτημα, δηλαδή ότι ενημερώθηκε για τη μείωση του ορίου από τα ηλεκτρονικά μηνύματα (τεκμήριο 3 στην ένσταση), γιατί να γίνει πιστευτός ότι οι εναγόμενοι δεν έλαβαν την επιστολή ημερομηνίας 31.10.
  5. Καταλήγω συνεπώς ότι ο Κυπριανίδης δεν είπε την αλήθεια σε ό,τι αφορά την ενημέρωση που έτυχαν οι εναγόμενοι για τη μείωση του ορίου από €50.000,00 σε €40.000,
  6. Εις επίμετρον, ούτε και οι ισχυρισμοί για τέχνασμα της τράπεζας να θέσει το λογαριασμό σε υπέρβαση δικαιολογούνται. Δοθέντος ότι το τεκμήριο 3 στην ένσταση φανερώνει πως είναι από τις πρώτες ημέρες του Οκτώβρη [2014] που συζητείτο η μείωση του ορίου, δεν κατανοώ τα περί σκοπιμότητας. Εύλογη είναι η θέση της τράπεζας ότι η επιστολή 5.11.2014, δηλαδή το τεκμήριο Γ στην αίτηση, ομιλούσε για όριο €50.000,00 επειδή ο χρόνος που αφορούσε ήταν η 31.10.2014 και δεν είχε ενσωματωθεί ακόμη η μείωση. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από την ένδειξη στο ίδιο τεκμήριο· ημερομηνία δεδομένων: 31.10.
  7. Δικαίως όμως η τράπεζα υποδεικνύει ότι ο λογαριασμός που παρουσίασαν οι εναγόμενοι, τεκμήριο Δ στην αίτηση, ο οποίος είναι ημερομηνίας 30.11.2014, αναγράφει ως όριο το ποσό των €40.000,
  8. Συνεπώς τη δεδομένη στιγμή [30.11.2014], ο λογαριασμός δεν είχε υπέρβαση της τάξης των €32,70, όπως διατείνεται ο Κυπριανίδης, αλλά €10.032,70, πλέον ποσό €400,00 που χρεώθηκαν ως έξοδα λόγω της υπέρβασης. Μάλιστα αυτό το γεγονός, της μείωσης του ορίου, είχε γνωστοποιηθεί στους εναγόμενους. Προτού προχωρήσω στην άλλη πτυχή του αιτήματος, δηλαδή εκείνη που αφορά την παράλειψη έγκαιρης εμφάνισης πριν την έκδοση απόφασης, οφείλω να υποδείξω ότι τα πιο πάνω δεν ικανοποιούν το νομολογιακό κριτήριο της εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση δεν έχει πραγματικό έρεισμα και καταρρέει σαν χάρτινος πύργος. Συνεπώς ο ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση, αποκαλύπτεται επίπλαστος και κενός περιεχομένου. Αυτό και μόνο οδηγεί την αίτηση σε απόρριψη. Δεν παραγνωρίζω ακόμη ότι ο Κυπριανίδης υποστηρίζει πως· «13.Είναι η θέση μου και η θέση των Εναγομένων 1 και 3, ότι η Ενάγουσα υπήρξε αμελής στις υποχρεώσεις της και παρέβη τα συμφωνηθέντα σε πολλές περιπτώσεις και προέβη σε παρατυπίες και σε υπερβολικές χρεώσεις. Λόγω όμως του κατεπείγοντος της καταχώρισης της παρούσας και της αποφυγής της λήψης δικαστικών μέτρων εναντίον μας από την πλευρά της Ενάγουσας, δεν δύναμαι σε αυτό το στάδιο να προβάλω όλους τους ισχυρισμούς μου και να θέσω και ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου τα τεκμήρια. Αυτό θα το πράξω και επιφυλάσσομαι να το πράξω στο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης, αν το Σεβαστό Δικαστήριο μας δώσει αυτό το δικαίωμα.» Εν τούτοις τα πιο πάνω δεν συνιστούν καλή τη πίστη υπεράσπιση. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Τεγκεράκης ν. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ.289, 294· «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή. Επιπλέον αναμένεται από το Δικαστήριο, ότι ο αιτητής θα δώσει και κάποια λογική εξήγηση γιατί δεν έλαβε οποιαδήποτε δικονομικά μέτρα με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του ερήμην.» Στη δοσμένη περίπτωση η αναφορά και μόνο ότι τα στοιχεία θα προσκομιστούν σε μέλλοντα χρόνο, ξεγυμνώνει το αίτημα και φανερώνει πως δεν εδράζεται σε γνήσιο και υπαρκτό υπόβαθρο, αλλά σε αοριστολογίες και ασάφειες. Αυτό όμως δεν είναι ικανό να θεωρηθεί καλή και γνήσια υπεράσπιση, όπως ούτε να παραμερίσει την απόφαση. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι σαθρό είναι το πραγματικό υπόβαθρο της υπεράσπισης και γι'αυτό το λόγο η αίτηση απορρίπτεται. Και το άλλο όμως σκέλος της μαρτυρίας του ομνύοντα Κυπριανίδη δεν είναι σε καλύτερη μοίρα. Και εξηγώ· ο ομνύων επαναλαμβάνει συνεχώς ότι η καθυστέρηση των εναγομένων είναι ολιγοήμερη. Δηλώνει ότι είναι μόλις τριών ημερών, εννοώντας το χρόνο που διέρρευσε από την έκδοση απόφασης [24.5.2016] μέχρι και την καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως [27.5.2016]. Ο λόγος γι'αυτό τον τρόπο υπολογισμού και όχι από την ημερομηνία επίδοσης, οφείλεται στον ισχυρισμό πως η τράπεζα παραπλάνησε τους εναγομένους λέγοντας τους ότι δεν ήταν ανάγκη να εμφανιστούν στο δικαστήριο. Με όλο το σεβασμό αλλά τούτη τη θέση, δηλαδή ότι η τράπεζα διαβεβαίωσε τον ομνύοντα Κυπριανίδη ότι δεν θα προχωρούσε, δεν μπορώ να τη δεχτώ. Κατ'αρχάς υποδεικνύω ότι η σχετική θέση αμφισβητήθηκε από την τράπεζα. Περιπλέον ο ομνύων την ένσταση της τράπεζας [Κωνσταντίνου], ανέφερε ότι η Χατζησάββα τον διαβεβαίωσε ότι ουδέποτε είπε στον Κυπριανίδη ότι δεν χρειαζόταν να εμφανιστεί στο δικαστήριο. Μάλιστα σε σχέση με την πρόταση για διακανονισμό του είπε ότι αυτό έπρεπε να γίνει προηγουμένως και όχι τώρα. Η υπεράσπιση ισχυρίζεται πως τούτη η μαρτυρία είναι εξ ακοής και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Ομολογώ ότι δεν αντιλαμβάνομαι το γιατί. Οι πρόνοιες του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9, είναι ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες. Εξ ακοής μαρτυρία είναι επιτρεπτή και αξιολογείται βάσει όσων αναφέρονται στο άρθρο 27. Στην προκείμενη περίπτωση δεν ζητήθηκε αντεξέταση της Χατζησάββα. Παρ'όλα αυτά, ο ισχυρισμός του Κυπριανίδη ότι τη δεδομένη στιγμή οι διάδικοι συζητούσαν για διευθέτηση, δεν υποστηρίχθηκε καθ'οιονδήποτε τρόπο. Δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε γραπτή πρόταση και ούτε έγινε αναφορά σε ημερομηνίες, ποσά και πρόσωπα. Ο ισχυρισμός τέθηκε με γενικότητα και αοριστία και συνεπώς δεν είναι ικανός να υποστηρίξει τη θέση που προτάσσει. Πέραν όμως των πιο πάνω, αδυνατώ να δεχθώ τη θέση του ομνύοντα Κυπριανίδη και για τους εξής λόγους· τί χροίαν είχε η διαβεβαίωση της τράπεζας όταν το ίδιο το κλητήριο ένταλμα ρητά αναφέρει ότι αν ο εναγόμενος δεν παραστεί στο δικαστήριο και δεν καταχωρίσει σημείωμα εμφανίσεως εντός δέκα ημερών, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος να εκδοθεί απόφαση. Περαιτέρω, πώς να δεχθεί κανείς τον ισχυρισμό ότι οι διάδικοι βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις, όταν την ίδια ώρα καταχωρείται και επιδίδεται αγωγή. Και γιατί να εμπιστευτούν [οι εναγόμενοι] τη λειτουργό της τράπεζας όταν στο μέσο των διαβουλεύσεων, ως ισχυρίζεται ο ομνύων, του επιδίδεται αγωγή; Όλα αυτά ξεγυμνώνουν τον ισχυρισμό του Κυπριανίδη. Ερωτηματικά όμως εγείρει και η εξής συμπεριφορά· αν βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις και η τράπεζα τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα προχωρούσε, πώς τότε δικαιολογείται η αιφνίδια καταχώριση σημειώματος εμφανίσεως την 27.5.2016; Ο Κυπριανίδης λέει ότι αυτό οφείλεται στο ότι τότε, δηλαδή 27.5.2016, ο δικηγόρος τους πληροφορήθηκε μέσω τηλεφώνου από το δικηγόρο της τράπεζας, ότι εκδόθηκε απόφαση. Αυτό όμως δεν απαντά το ζήτημα. Τουναντίον αναδεικνύει νέο ερώτημα· ποιος λόγος υπήρχε να διορίσουν δικηγόρο [οι εναγόμενοι] αν εμπιστεύτηκαν την τράπεζα που τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα προχωρούσε καθ'ότι βρίσκονταν σε διαβουλεύσεις; Άλλωστε ο Κυπριανίδης δηλώνει ότι οι εναγόμενοι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν τα διαδικαστικά διαβήματα που έπρεπε να ακολουθήσουν μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος. Τότε τί ήταν εκείνο που πυροδότησε το διορισμό δικηγόρου από μέρους των εναγομένων; Τα πιο πάνω αναδεικνύουν αντίφαση και δεν συνάδουν με τη λογική. Το σύνολο των αναφορών Κυπριανίδη, τόσο για την υπεράσπιση όσο και για το χρόνο που διέρρευσε, θυμίζουν τα λεχθέντα στην υπόθεση K.C.P. Commission Agents & Importers Limited κ.ά. v. Ανδρέα Μιχαήλ
(1993)1 Α.Α.Δ.415, 419 όπου λέχθηκε ότι· «Είναι ασφαλώς καθήκον του αιτουμένου τον παραμερισμό δικαστικής απόφασης να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να δείχνουν εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον πως έχει υπεράσπιση στην αξίωση. Αναφερθήκαμε ήδη στο ουσιαστικό περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της εφεσείουσας 2. Πρέπει να προστεθεί ότι για να στηρίξουν το αίτημα τους οι εφεσείουσες έθεσαν στη διάθεση του πρωτόδικου δικαστηρίου και ένορκη δήλωση της εφεσείουσας 2 που χρησιμοποίησε στην πτωχευτική διαδικασία. Επισημαίνουμε την παράγραφο 3 της οποίας το περιεχόμενο αντιφάσκει βάναυσα με ότι ανέφερε στην πρώτη ένορκη δήλωση της: .... Η αντίφαση είναι τόσο εντυπωσιακή που αποκαλύπτει την πλήρη έλλειψη καλής πίστης εκ μέρους των εφεσειουσών όταν προωθούσαν το διάβημα τους. Η κακοπιστία αυτή είναι ασυμβίβαστη με τη γνήσια προβολή εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Όλα αυτά μας πείθουν ότι ούτε η παράλειψη αιτιολογήθηκε αλλά ούτε υπεράσπιση αποκαλύφθηκε. Είναι βέβαιο ότι οι ενέργειες των εφεσειουσών αποσκοπούσαν στην παρέλκυση της υπόθεσης.» Τα ίδια ισχύουν και εδώ. Ο Κυπριανίδης δεν είπε την αλήθεια στο δικαστήριο. Προσπάθησε, με αντιφάσεις, αοριστίες και ανυπόστατες θέσεις, να πείσει για το χρόνο που διέρρευσε. Παρεμβάλλω μάλιστα ότι τούτος ο χρόνος υπολογίζεται από την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής [20.4.2016] μέχρι και την εμφάνιση στο δικαστήριο [27.5.2016] και συνεπώς υπερβαίνει τον ένα μήνα. Διαπιστώνεται ακόμη ότι ουδεμία βάσιμη και αξιόπιστη δικαιολογία δόθηκε γιατί οι εναγόμενοι παρέλειψαν να εμφανιστούν και συνεπώς η όλη συμπεριφορά τους κρίνεται καταδικαστέα. Υπενθυμίζεται ότι οι ισχυρισμοί που πρόβαλαν απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι και αναληθείς, συνεπώς δίχως πραγματικό υπόβαθρο παρέμειναν οι αιτιάσεις τούτων. Η δε υπεράσπιση που πρόβαλαν δεν αποκαλύπτει οιονδήποτε λόγο ικανό διά παραμερισμό της απόφασης και επανάνοιγμα της υπόθεσης. Υπό το φως όλων των ανωτέρω, εφαρμογής τυγχάνει ο μεστός και σοφός λόγος του Megaw L.J. στην υπόθεση Lambert v. Mainland Market που υιοθετήθηκε στη Phylactou, όπου λέχθηκε ότι· «. if a party is lightly allowed to re-open a case, the imprint of finality, attaching to a judgment, with all that goes with it, and the certainty it imports in the management of human affairs, will disappear with grave consequence to the administration of justice.» Για όλους του λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση κρίνεται ανυπόστατη και συνεπώς απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας τράπεζας και εναντίον των εναγομένων/καθ'ων η αίτηση. (Υπ.) ......... Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.