Royal Crown Insurance Company Ltd ν. Trust International Insurance Company (Cyprus) Ltd, Αγωγή αρ. 3688/16, 22/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε. Δ. Αγωγή αρ. 3688/16 Μεταξύ: Royal Crown Insurance Company Ltd Ενάγουσας και Trust International Insurance Company (Cyprus) Ltd Εναγομένης ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 22 Μαρτίου, 2017 Για την εναγομένη-αιτήτρια: κ. Χρ. Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε. Για την ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση: κ. Α. Πολυδώρου και κα. Α. Πάλλη για Άντης Πολυδώρου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Εξέταση προδικαστικής ένστασης) Εισαγωγή Στις 26.7.16 η ενάγουσα ήγειρε την παρούσα αγωγή αξιώνοντας ειδικές αποζημιώσεις, τόκο και έξοδα. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι κατά ή περί την 30.1.16 η Άντρη Καδή οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΜΚΖ 417, το οποίο ήταν ασφαλισμένο από την ενάγουσα, και το οποίο ενεπλάκη σε ατύχημα με το όχημα με αρ. εγγραφής ΚΥΖ 329 που οδηγείτο από τον Βασίλη Κουσιάππα, και το οποίο ήταν ασφαλισμένο από την εναγομένη. Είναι περαιτέρω η θέση της ενάγουσας ότι το επίδικο ατύχημα επισυνέβη λόγω της αποκλειστικής και/ή συντρέχουσας αμέλειας και/ή παράβασης των εκ του Νόμου και Κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του Β. Κουσιάππα. Η ενάγουσα με βάση το ασφαλιστικό συμβόλαιο για περιεκτική κάλυψη μηχανοκίνητου οχήματος, αποζημίωσε τον ασφαλισμένο της και ιδιοκτήτη του οχήματος με αρ. εγγραφής ΜΚΖ 417, διεκδικεί δε το ποσό που του κατέβαλε, από την εναγομένη. Η εναγομένη καταχώρησε Υπεράσπιση εγείροντας την ακόλουθη προδικαστική ένσταση: «Οι εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες, δεν αποκαλύπτουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων και/ή σύμφωνα με την αρχή της υποκατάστασης (subrogation), δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων και ως εκ τούτου κωλύονται και/ή παρεμποδίζονται από του να προωθήσουν την παρούσα αγωγή και/ή η απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων είναι νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και/ή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον των εναγόντων.» Στο στάδιο της έκδοσης οδηγιών με βάση τη Δ.30, ζητήθηκε από την εναγομένη όπως η πιο πάνω ένσταση εξετασθεί προδικαστικώς, αίτημα στο οποίο η ενάγουσα συναίνεσε. Παραδεκτά γεγονότα Από τα καταχωρηθέντα δικόγραφα και από τη Δήλωση Απαλλαγής και Υποκατάστασης που κατατέθηκε εκ συμφώνου στο Δικαστήριο στις 16.1.17, προκύπτουν ως παραδεκτά τα ακόλουθα γεγονότα.
- Η ενάγουσα είναι δεόντως εγγεγραμμένη ασφαλιστική εταιρεία.
- Η εναγομένη είναι δεόντως εγγεγραμμένη ασφαλιστική εταιρεία και παρείχε ασφαλιστική κάλυψη για ευθύνη έναντι τρίτου στο όχημα με αρ. εγγραφής ΚΥΖ 329, με βάση πιστοποιητικό ασφάλισης που βρισκόταν σε ισχύ κατά τον ουσιώδη χρόνο, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμου του 2000, Ν.96(Ι)/
- Κατά ή περί την 30.1.16 επισυνέβη δυστύχημα μεταξύ του οχήματος με αρ. εγγραφής ΜΚΖ 417 το οποίο οδηγούσε η Άντρη Καδή και του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΥΖ 329 το οποίο οδηγούσε ο Βασίλης Κουσιάππας.
- Η ενάγουσα αποζημίωσε τον ασφαλισμένο της και ιδιοκτήτη του οχήματος με αρ. εγγραφής ΜΚΖ 417 το οποίο είχε υποστεί ζημιές κατά το επίδικο δυστύχημα, σύμφωνα με το ασφαλιστικό συμβόλαιο περιεκτικής κάλυψης που παρείχε. Συγκεκριμένα, ο Δημοσθένης Καδής υπέγραψε στις 21.3.16 το ακόλουθο έγγραφο (Τεκμήριο 1 - στο εξής «Δήλωση Υποκατάστασης»): «ΔΗΛΩΣΗ ΑΠΑΛΛΑΓΗΣ ΚΑΙ ΥΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ Ημερομηνία: 21 Μαρτίου 2016 Αρ. Απαίτησης: ΜΡ2016/0103 Εγώ, ο κάτωθεν υπογεγραμμένος Δημοσθένης Καδής έλαβα από τη ROYAL CROWN INSURANCE COMPANY LTD το ποσό των οκτακοσίων ογδόντα ενός ευρώ (€881,-) ως πλήρη διευθέτηση και ικανοποίηση της απαίτησης μου κάτω από το ασφαλιστήριο Συμβόλαιο ΜΡ355704 σε σχέση με το όχημα μου μάρκας MERCEDES με αρ. εγγραφής ΜΚΖ.417 το οποίο υπέστηκε ζημιές μετά από δυστύχημα κατά ή περί την 30η Ιανουαρίου 2016 στην Λεωφόρο Μακαρίου, στη Λεμεσό. Δηλώνεται ότι, δυνάμει της παρούσας πληρωμής, η ROYAL CROWN INSURANCE COMPANY LTD με υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματα και θεραπείες που δυνατόν να είχα εναντίον οποιουδήποτε προσώπου σε σχέση με το πιο πάνω ατύχημα και/ή ζημιά, και έχει την εξουσία και/ή το δικαίωμα να λαμβάνει δικαστικά και/ή άλλα μέτρα, χρησιμοποιώντας ή όχι το όνομά μου, στην έκταση που είναι αναγκαία ώστε να ασκήσει αποτελεσματικά όλα τα δικαιώματα ή θεραπείες που δύναται να υφίστανται εναντίον οποιουδήποτε τρίτου σε σχέση με την πιο πάνω απαίτηση ή ζημιά, και ότι η ROYAL CROWN INSURANCE COMPANY LTD δύναται να είναι ενάγουσα σε περίπτωση έγερσης οποιασδήποτε αγωγής σε σχέση με το πιο πάνω αναφερόμενο ατύχημα. Αναλαμβάνω να παρέχω στη ROYAL CROWN INSURANCE COMPANY LTD οποιαδήποτε βοήθεια μου ζητηθεί και είναι εντός των δυνάμεων μου, κατά την άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων και/ή θεραπειών, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, εμφανίσεων ενώπιον δικαστηρίου ή πρωτοκολλητείου, γραπτών και προφορικών ενόρκων δηλώσεων και παροχών οποιωνδήποτε αναγκαίων πληροφοριών.» Η ακροαματική διαδικασία και οι θέσεις που προβλήθηκαν Οι δύο πλευρές καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις με τις οποίες υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Θέση της εναγομένης είναι ότι η ασφαλιστική εταιρεία του θύματος τροχαίου ατυχήματος δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του υπαίτιου του αστικού αδικήματος. Η αρχή της υποκατάστασης (subrogation) δεν επιτρέπει στην ασφαλιστική εταιρεία να ενάγει στο δικό της όνομα, και επιπλέον το αγώγιμο δικαίωμα του θύματος δεν δύναται να εκχωρηθεί σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ελλείψει νόμου που να επιτρέπει τέτοια εκχώρηση. Υποστηρίζει περαιτέρω ότι τυχόν αποζημίωση του θύματος από την ασφαλιστική του εταιρεία είναι θέμα άσχετο με την αξίωση του θύματος εναντίον του αδικοπραγήσαντος. Θέση της ενάγουσας είναι ότι έχει δικαίωμα να κινήσει την αγωγή στο δικό της όνομα, όχι μόνο δυνάμει της αρχής της υποκατάστασης αλλά και δυνάμει της ρητής εκχώρησης (formal assignment) προς αυτήν των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου που πηγάζουν από το επίδικο ατύχημα με την υπογραφή από τον ασφαλισμένο της πιο πάνω Δήλωσης Υποκατάστασης, η οποία υπεγράφη μετά την καταβολή του ποσού της ζημιάς στον ασφαλισμένο. Θέση της είναι επίσης ότι πρόθεση του νομοθέτη με την ψήφιση του άρθρου 16Α του Ν.96(Ι)/2000 που δίδει σε ζημιωθέντα απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή, δεν ήταν να περιορίσει τα δικαιώματα εκχώρησης και υποκατάστασης. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Η ασφαλιστική σύμβαση είναι μία σύμβαση για κάλυψη (indemnity) (βλ. Yates v. Whyte
(1838)4 Bing.N.C. 272, 282, Castellain v. Preston 52 L.J. Q.B., p. 370, 11 Q.B.D., p.386, Colinvaux's Law of Insurance, 11η έκδοση, παρ. 12-002). Το δικαίωμα του ασφαλιστή να υποκατασταθεί στα δικαιώματα του ασφαλισμένου (subrogation) πηγάζει από την πληρωμή του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο και ανάγεται στις αρχές του δικαίου της επιείκειας[1] (βλ. Edwards & Co. v. Motor Union Insurance Co [1922] L.J., K.B. Vol. 91, p.921, Simpson v. Thomson [1873] Aspmall's Maritime Law Cases, Vol. 3, σελ. 567, Randal v. Cockran [1748] I Ves. sen, 97). Ως τέτοιο, δεν εξαρτάται από οποιαδήποτε ειδική εκχώρηση δικαιωμάτων από τον ασφαλισμένο προς τον ασφαλιστή (βλ. Castellain v. Preston [1883] ΤΙ Q.B.D. 380), έστω και αν συγχρόνως γίνεται τέτοια εκχώρηση. Στην αγωγή ναυτοδικείου Chellaram and Sons (London) Ltd and another v. Overtania Shipping Company Ltd
(1982)1 C.L.R. 699, ο Σαββίδης Δ., αφού αναφέρθηκε στην αγγλική νομολογία και συγγράμματα που αφορούν την αρχή της υποκατάστασης, κατέληξε ως εξής: «So, irrespective of the express term in the letter of subrogation whereby the plaintiffs were bound to institute the present proceedings in their own names, once the claim has been paid by the insurers, it is well settled as a matter of equity notwithstanding the fact that the rights to recover against third persons passed from the assured to the insurer, that actions at law should be brought in the name of the plaintiffs and not the insurer, and in case of refusal by the plaintiffs to use their names in the proceedings, they can be compelled to give the use of their names by proceedings in equity, subject to a proper indemnity to them as to costs.» Το δικαίωμα που αποκτά ο ασφαλιστής αποζημιώνοντας τον ασφαλισμένο, εξομοιώνεται προς το δικαίωμα του ασφαλισμένου έναντι τρίτων, όμως το νομικό δικαίωμα σε αποζημίωση παραμένει στον ασφαλισμένο και ο ασφαλισμένος παραμένει εκείνος που μπορεί να εγείρει την αγωγή στο όνομα του (βλ. London Assurance Co. v. Sainsbury [1783] 3 Doug. K.B. 245, 253, King v. Victoria Insurance Co Ltd [1896] A.C. 250, 256), έστω και αν μπορεί να υποχρεωθεί από τον ασφαλιστή να εγείρει την αγωγή. Σχετικώς στο σύγγραμμα McGillivray on Insurance Law, 13η έκδοση, στην παρ. 24-043 που τιτλοφορείται «Insurer has no right to sue in own name» αναφέρεται ότι «The cause of action for damages remains in the insured, and the insurer subrogated to the insured's rights requires the insured to bring the action.[2] It remains the insured's action.[3]». Και στο σύγγραμμα Colinvaux's Law of Insurance, ανωτέρω, στην παρ. 12-018 αναφέρεται ότι «It has long been settled that a subrogation action must be brought in the name of the assured and that the insurer is not permitted to bring the action in its own name.[4]» Σύμφωνα με τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, η ενάγουσα κάλυψε τον ασφαλισμένο της και ιδιοκτήτη του οχήματος για τη ζημιά που ο τελευταίος υπέστη με βάση τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης για περιεκτική κάλυψη μηχανοκίνητου οχήματος. Της εν λόγω πληρωμής γενομένης, η ενάγουσα υποκαταστάθηκε στα δικαιώματα του ασφαλισμένου της, δυνάμει της αρχής της υποκατάστασης, τούτο δε θα ίσχυε ακόμη και αν ο ασφαλισμένος δεν είχε υπογράψει την πιο πάνω Δήλωση Υποκατάστασης. Υπό το φως, όμως, των ανωτέρω καθιερωμένων αρχών που σχετίζονται με την αρχή της υποκατάστασης, κρίση μου είναι ότι στο βαθμό που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δικαιούτο να εγείρει την παρούσα αγωγή στο δικό της όνομα βασιζόμενη στην εν λόγω αρχή, η σχετική εισήγηση της θα πρέπει να απορριφθεί. Η αγωγή θα έπρεπε να είχε εγερθεί από τον ασφαλισμένο και θύμα του αστικού αδικήματος και στο όνομα αυτού. Η έτερη εισήγηση της ενάγουσας είναι αυτή που παρουσιάζει τη μεγαλύτερη δυσκολία. Υποστηρίζει η ενάγουσα ότι σε περίπτωση που μετά την κάλυψη του ασφαλισμένου της αυτός της εκχωρήσει τα δικαιώματα του που πηγάζουν από το αστικό αδίκημα που διεπράχθη εναντίον του, τότε η ασφαλιστική εταιρεία έχει δικαίωμα να κινήσει την αγωγή στο δικό της όνομα. Στηρίζεται προς τούτο σε αριθμό συγγραμμάτων και αποφάσεων στα οποία θα αναφερθώ κατωτέρω. Στον αντίποδα, η εναγομένη επικαλείται τις πρόνοιες του άρθρου 16 του Κεφ. 148 και υποστηρίζει ότι ο ζημιωθείς δεν μπορεί νόμιμα να εκχωρήσει τα δικαιώματα του που πηγάζουν από αστικό αδίκημα εναντίον του. Από απόψεως γεγονότων, το πρώτο που θα πρέπει να αποφασισθεί είναι αν ο ασφαλισμένος της ενάγουσας έχει εκχωρήσει το δικαίωμα του για έγερση αγωγής στην ενάγουσα. Στη Δήλωση Υποκατάστασης δεν γίνεται ρητή αναφορά σε «εκχώρηση», πλην, όμως, ξεκάθαρη είναι η δήλωση του ασφαλισμένου ότι από τη στιγμή της πληρωμής η ενάγουσα τον υποκαθιστά σε όλα τα δικαιώματα και θεραπείες που δυνατό να είχε εναντίον οποιουδήποτε σε σχέση με το επίδικο ατύχημα, παρέχοντας της την εξουσία να λαμβάνει δικαστικά μέτρα χρησιμοποιώντας ή όχι το όνομα του, και, πιο σημαντικά, δηλώνει ότι η ενάγουσα «δύναται να είναι ενάγουσα σε περίπτωση έγερσης οποιασδήποτε αγωγής σε σχέση με το [επίδικο] ατύχημα». Θεωρώ ότι με τη δήλωση του ασφαλισμένου ότι η ασφαλιστική εταιρεία δύναται να είναι η ίδια ενάγουσα σε αγωγή που σχετίζεται με το επίδικο ατύχημα, αυτός, στην ουσία, εκχώρησε προς την ενάγουσα το δικαίωμα του για έγερση αγωγής. Σε περίπτωση που η πιο πάνω δήλωση επιβεβαίωνε απλά το δικαίωμα της ενάγουσας σε υποκατάσταση αυτής στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, δεν θα γινόταν αναφορά σε δικαίωμα της ενάγουσας να εγείρει αγωγή στο δικό της όνομα. Όπως προκύπτει από την παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης, η αγωγή βασίζεται στα αστικά αδικήματα της αμέλειας και της παράβασης εκ του νόμου απορρέοντος καθήκοντος, αδικήματα τα οποία κατ' ισχυρισμόν διέπραξε ο οδηγός του οχήματος με αρ. εγγραφής ΚΥΖ 329 και ασφαλισμένος της εναγομένης. Το άρθρο 16 του Κεφ. 148 έχει πλαγιότιτλο «Ευθύvη ή δικαίωμα σε σχέση με αστικό αδίκημα δεv εκχωρείται» και προβλέπει τα ακόλουθα: «
- Τo δικαίωμα oπoιασδήπoτε θεραπείας για αστικό αδίκημα και oπoιαδήπoτε ευθύvη σε σχέση με αυτό δεv εκχωρoύvται διαφoρετικά παρά μόvo από vόμo.»[5] Στο σύγγραμμα των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα - Δίκαιο και Αποφάσεις, στη σελ. 55 διαβάζουμε τα ακόλουθα σχόλια σε σχέση με το πιο πάνω άρθρο 16 του Κεφ. 148: «Η πρόνοια αυτή ενσωματώνει το γενικό κανόνα που απαγορεύει την εκχώρηση αγώγιμου δικαιώματος (bare right to litigate). Τέτοια εκχώρηση θα ήταν αντίθετη με τη δημόσια πολιτική (public policy)[6] γιατί θα ενεθάρρυνε ανεπιθύμητη δραστηριότητα με σκοπό την κερδοσκοπία μέσω της δικαστικής διαδικασίας. Όπου όμως έχει εκδοθεί απόφαση για αποζημιώσεις, το εξ αποφάσεως χρέος μπορεί να εκχωρηθεί. Επίσης επιτρέπεται η εκχώρηση των καρπών της αγωγής pendente lite, γιατί δεν πρόκειται για εκχώρηση δικαιώματος αγωγής αλλά για εκχώρηση περιουσίας, δηλ. του προϊόντος της αγωγής, αν και όταν πραγματοποιηθεί.[7] Νομοθετικές εξαιρέσεις στο γενικό κανόνα είναι δυνατές, και παραδείγματα είναι η μεταβίβαση δικαιώματος λόγω θανάτου καθώς και η αρχή της υποκατάστασης (subrogation) στο ασφαλιστικό δίκαιο.»[8] Ως προς τις καταβολές του κανόνα, στην υπόθεση Defries v. Milne [1913] 1 Ch. 98, του αγγλικού Court of Appeal, στην οποία γίνεται παραπομπή στο πιο πάνω σύγγραμμα, ο Farwell L.J. με αναφορά στις αποφάσεις Prosser v. Edmonds 1 Υ.&C. Ex. 481, 497, Fitzroy v. Cave [1905] 2 Κ.Β. 364, και Dawson v. Great Northern and City Ry. Co. [1905] 1 K.B. 260, 271, αποφάσισε ότι: «If the deed had assigned or purported to assign this right of action for tort the assignment would have been invalid because such a right is not assignable. In my opinion the case is covered by authority. [..] a chose in action for breach of contract, apart from cases where the covenant runs with the land and cases of that sort, was not assignable at all at law, but in some cases, as explained by the Master of the Rolls, was assignable in equity; but a right of action in tort was never assignable at law, and no case has been cited to us, nor do I think it is possible to find any case, where it has ever been held to be assignable in equity. [.] I think it would be exceedingly bad policy to allow a person to sell rights of action for tort which he did not care to run the risk of enforcing himself;» Και στην απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, Glegg v. Bromley [1912] 3 K.B. 474, στην οποία επίσης γίνεται παραπομπή στο πιο πάνω σύγγραμμα, ο Parker J. αποφάσισε, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Ordinary choses in action were not assignable at law, but were, generally speaking, assignable in equity whether themselves legal or equitable choses. In the former case equity compelled the assignor to allow his name to be used for their recovery in legal proceedings, in the latter case the assignee could sue in equity in his own name. There was one exception to this rule. Equity on the ground of public policy did not give validity to the assignment of what is in the cases referred to as a bare right of action, and this was so whether the bare right were legal or equitable. I have looked at a good many authorities on that point, and I am satisfied that the real reason why equity did not allow the assignment of a bare right of action, whether legal or equitable, was on the ground that it savoured of or was likely to lead to maintenance.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι της ενάγουσας, προς υποστήριξη της εισήγησης τους ότι σε περίπτωση ρητής εκχώρησης των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου της για έγερση αγωγής τέτοια αγωγή μπορεί να γίνει το όνομά της, βασίζονται σε αποσπάσματα από αγγλικά συγγράμματα και αποφάσεις του κυπριακού ναυτοδικείου, που με τη σειρά τους βασίζονται στα αποφασισθέντα σε δύο αγγλικές αποφάσεις και συγκεκριμένα στην απόφαση του Privy Council King v. Victoria Insurance Co. Ltd [1896] A.C. 250, και στην απόφαση του Queen's Bench Division, Compania Colombiana de Seguros v. Pacific Steam Navigation Co. [1965] 1 Q.B.
- Αναφέρονται οι συνήγοροι της ενάγουσας στο σύγγραμμα Ivamy, General Principles of Insurance, 2η έκδοση, όπου στις σελ. 424-425 διαβάζουμε τα εξής: «The rights to which the insurers are subrogated, must, as a general rule, be enforced in the name of the assured. The mere fact of subrogation does not entitle them to enforce such rights in their own names. To enable them to do so, it is necessary either that a statute should confer upon them a right of action, or that the assured should make a formal assignment to them of this right of action in respect of the subject-matter.» Παρομοίως, στο σύγγραμμα McGillivray on Insurance Law, στην παρ. 24-043 αναφέρεται ότι: «By contrast, if the insured has made an express assignment of his rights to the insurer, the cause of action has vested in the insurer who can exercise in his own name the rights originally belonging to the insured.[9]» Περαιτέρω, στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 21η έκδοση, στην παρ. 5-69 αναφέρεται ότι: «There are three exceptions to the general rule that rights of action in tort are not assignable: [...] thirdly, where an insurer has paid under an indemnity policy the loss sustained by the assured, he is subrogated to the latter's rights even though those rights are in tort.[10]» Τέλος, στο σύγγραμμα Colinvaux's Law of Insurance, ανωτέρω, στην παρ. 12-007 διαβάζουμε τα εξής: «The principles of maintenance and champerty will in general prevent the assignment of a bare cause of action. However, it is well established that where the assignee has a genuine and substantial interest in the outcome of the litigation any assignment to him will not be contrary to public policy, even though the assignee stands to profit from the assignment.[11] By reason of this exception, the law allows an insurer to take from its assured an assignment of the assured's rights against a third party in respect of an insured loss.[12] Many policies provide that the assured is to assign his rights if required to do so by the insurer. There are a number of reasons why an insurer might wish to take an assignment rather than to rely upon subrogation rights:
(1)If the insurer takes a legal assignment under s.136 of the Law of Property Act 1925 it may sue the third party in its own name, without the need to join the assured as co-defendant, whereas a subrogated insurer must sue in the assured's name.[13] This means, by way of example, that the judgment is given in the insurer's favour and it has a right to receive the proceeds of the judgment rather than the right to recover them from the assured. Again, if the assured company goes into liquidation and ceases to exist, the insurer's right of action is not lost.
(2)Subrogation rights are, subject to contract, exercisable only where the insurer has made full payment under the policy, and even if the insurer has satisfied its obligations under the policy it has no right to demand control of the action until the assured has received a full indemnity. Thus, if the assured bears an excess or is otherwise underinsured, the insurer cannot prevent the assured entering into a binding compromise agreement with the third party, although there will be recourse to the assured if the agreement is not made bona fide in the interests of both the assured and the insurer.
(3)The insurer is limited under a subrogation recovery to the amount of its own payment to the assured, plus interest.[14] By contrast, where the insurer has taken an assignment of the assured's rights, the benefit of any surplus accrues to the insurer. Thus, if as the result of a favourable movement in currency rates or some other windfall the third party is liable to the assured for an amount greater than the assured's nominal loss, the insurer will receive the benefit of the surplus.[15]» Στην υπόθεση King, ανωτέρω, στην οποία η ενάγουσα βασίζεται, αποφασίστηκε ότι: «It is true that subrogation by act of law would not give the insurer a right to sue in a court of law in his own name. But that difficulty is got over by force of the express assignment of the bank's claim, and of the Judicature Act, as the parties must have intended that it should be when they stipulated that nothing in the assignment should authorize the use of the bank's name.». Πολύ σημαντικό είναι ότι το Privy Council αναφέρθηκε στο πιο πάνω απόσπασμα στο αγγλικό Judicature Act του 1873, καθότι το s.25
(6)[16] του εν λόγω νόμου προέβλεψε για πρώτη φορά για τη δυνατότητα νομικής εκχώρησης (statutory/legal assignment) χρεών (debts) και αντικειμένων αγωγής («choses in action»), ούτως ώστε να μπορούν να διεκδικούνται δικαιώματα από την εκχώρηση, χωρίς να απαιτείται πλέον η σύμπραξη του εκχωρητή.[17] Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις που τέθηκαν από το νόμο ήταν (
- i)η εκχώρηση να είναι απόλυτη, (
- ii)να είναι έγγραφη και (iii) να έχει δοθεί γραπτή ειδοποίηση στον οφειλέτη για αυτή. Βεβαίως ο αγγλικός νόμος δεν ισχύει στην Κύπρο και η εκχώρηση εξακολουθεί να διέπεται από τις αρχές του δικαίου της επιείκειας (βλ. Chrysostomou v. G.S. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10), νοουμένου ότι δεν γίνεται αντίθετη πρόβλεψη από νόμο (άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60). Ως προς τη νομική κατάσταση στην Αγγλία πριν την ψήφιση του Judicature Act του 1873, αυτή συνοψίστηκε από τον Roskill J. στην υπόθεση Compania Colombiana de Seguros, ανωτέρω, ως ακολούθως: «So much, then, for the authorities. What is the principle to be adduced from them? I think it can be stated in this way. Where, before 1873, equity would have compelled the assignor to exercise his rights against the contract breaker or tortfeasor for the benefit of the assignee, those rights can, since 1873, be made the subject of a valid legal assignment and, subject to due compliance with the requirements of the statute as to notice, can be enforced at law. Equity always, before 1873, compelled an assured to lend his name to enforce his underwriter's rights of subrogation against a contract breaker or tortfeasor. It follows, therefore, that the only possible objection to such rights being now enforceable at law is that such enforcement would involve the enforcement of a bare cause of action in contract or in tort. But, as Mr. Littman urged upon me, if that is so, why did equity act as equity did act before 1873 in relation to the enforcement of subrogation right? I think the answer is because the enforcement of such rights was never regarded as the enforcement of a bare cause of action, but as the enforcement of a cause of action legitimately supported by the underwriter's interest in recouping himself in respect of the amount of the loss which he had paid under the policy as a result of the acts, neglects or defaults of the actual contract breaker or tortfeasor.» Για να καταλήξει ο Roskill J. ως ακολούθως: «I think, therefore, that in principle Mr. Littman's submission on this first point is correct. I think that an assignment by an assured to his underwriter of the assured's rights against the contract breaker or tortfeasor is enforceable by the underwriter in the underwriter's own name, provided, of course, that the other requirements of section 136 of the Law of Property Act, 1925, are satisfied.» Το δικαίωμα σε θεραπεία από αστικό αδίκημα αποτελεί αντικείμενο αγωγής αναγνωρισμένο από το νόμο (legal chose in action)[18] και όχι από το δίκαιο της επιείκειας (equitable chose in action). Υπό το φως των ανωτέρω, και ιδιαίτερα από τα αποφασισθέντα στις υποθέσεις Glegg και Compania Colombiana de Seguros, παρατηρείται συναφώς ότι πριν το 1873 και την ψήφιση του αγγλικού Judicature Act, σε περίπτωση που ο ασφαλιστής αποζημίωνε τον ασφαλισμένο, το δίκαιο της επιείκειας υποχρέωνε τον ασφαλισμένο να στραφεί εναντίον του αδικοπραγούντος προς όφελος του ασφαλιστή, μέσω της αρχής της υποκατάστασης. Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, ανωτέρω, οι πρόνοιες του άρθρου 16 του Κεφ. 148 δεν εμποδίζουν την εφαρμογή της αρχής της υποκατάστασης στο ασφαλιστικό δίκαιο. Όμως, όπως σημειώθηκε πιο πάνω, δυνάμει της αρχής αυτής ο ασφαλιστής υποκαθίσταται μεν στα δικαιώματα του ασφαλισμένου, πλην, όμως, η αγωγή πρέπει να εγείρεται στο όνομα του ασφαλισμένου. Το Judicature Act του 1873 (s.25
(6)), και αργότερα το Law of Property Act του 1925 (s.136
(1)), επέτρεψαν στην περίπτωση αυτή την εκχώρηση του δικαιώματος του ασφαλιζόμενου στον ασφαλιστή (νοουμένου ότι οι προϋποθέσεις που τίθεντο στα σχετικά άρθρα πληρούντο), οπότε ο ασφαλιστής αποκτά πλέον ίδιον δικαίωμα και μπορεί να εγείρει την αγωγή στο δικό του όνομα. Σε αντίθεση, όμως, με ό,τι ισχύει στην Αγγλία, το άρθρο 16 του Κεφ. 148 ρητά προβλέπει ότι το δικαίωμα σε θεραπεία για αστικό αδίκημα δεν εκχωρείται, παρά μόνο από νόμο. Τούτου δε δοθέντος, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι βάση της παρούσας αγωγής αποτελούν τα αστικά αδικήματα της αμέλειας και της παράβασης θέσμιου καθήκοντος (βλ. παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης), κρίση μου είναι ότι η εκχώρηση των δικαιωμάτων του ασφαλισμένου της ενάγουσας προς την ενάγουσα, η οποία έγινε μόνο με συμφωνία μεταξύ των δύο μερών, χωρίς να υπάρχει νομοθετική πρόνοια που να επιτρέπει τούτο, δεν μπορεί σύννομα να επιτρέψει στην ενάγουσα να αναζητήσει θεραπεία για τα αστικά αδικήματα που κατ' ισχυρισμόν διαπράχθηκαν εναντίον του ασφαλισμένου της. Στο σημείο αυτό σημειώνω ότι εντοπίζονται στην κυπριακή νομολογία αποφάσεις στις οποίες απασχόλησε το θέμα της εκχώρησης σε κάποιες εκ των οποίων γίνεται αναφορά από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της ενάγουσας. Στην υπόθεση Chrysostomou v. G.S. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10 αποφασίστηκε ότι μπορεί να γίνει εκχώρηση χρέους δυνάμει των αρχών της επιείκειας. Όμως, η εν λόγω απόφαση δεν μπορεί, πιστεύω, να παράσχει καθοδήγηση στην παρούσα υπόθεση, επειδή αφορούσε σε εκχώρηση χρέους και όχι αγώγιμου δικαιώματος για αστικό αδίκημα, το δε Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα άρθρα 37 και 40 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, δεν αποτελούν διατάξεις που ρυθμίζουν το θέμα της εκχώρησης χρέους και δεν λειτουργούν κατά τρόπο που να εμποδίζουν την εκχώρηση χρέους (βλ. σελ. 11 - 12). Εξ ου και το Δικαστήριο εφήρμοσε τις αρχές της επιείκειας που ίσχυαν στην Αγγλία πριν αλλά και μετά την ψήφιση του Law of Property Act του 1925. Σε αντίθεση, όμως, με ό,τι ισχύει σε σχέση με την εκχώρηση χρεών, το άρθρο 16 του Κεφ. 148 απαγορεύει την εκχώρηση δικαιώματος σε θεραπεία από αστικό αδίκημα, παρά μόνο από νόμο. Οι δε αρχές της επιείκειας συνεχίζουν μεν να εφαρμόζονται στην Κύπρο, νοουμένου, όμως, ότι δεν έχει γίνει άλλη πρόβλεψη από νόμο (άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60). Παρομοίως, στην υπόθεση Markidou v. Kiliaris and another
(1983)1 C.L.R. 392, το αντικείμενο της εκχώρησης ήταν δικαιώματα που πήγαζαν από συμβόλαια για πώληση γης. Και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστόπουλου
(1994)1 Α.Α.Δ. 479, αντικείμενο της εκχώρησης ήταν δικαιώματα που απέρρεαν από σύμβαση μίσθωσης. Τέλος, στην υπόθεση Λουκά ν. Eurolife Ltd
(2009)1(B) Α.Α.Δ. 1524, αντικείμενο της εκχώρησης που απασχόλησε ήταν τα δικαιώματα που απέρρεαν από σύμβαση ασφάλισης έναντι του κινδύνου θανάτου και ολικής ανικανότητας, τα οποία εκχωρήθηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Λτδ (δηλαδή, στο δανειστή του εκχωρητή), η δε διαφορά που είχε προκύψει αφορούσε το κατά πόσον η ανικανότητα που προέκυψε καλυπτόταν από τους όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου. Συνεπώς ούτε σε αυτή την υπόθεση απασχόλησε το θέμα της εκχώρησης για θεραπεία που πηγάζει από αστικό αδίκημα. Κρίνω, συνεπώς, ότι τα αποφασισθέντα στις πιο πάνω υποθέσεις, δεν μπορούν να παράσχουν καθοδήγηση σε σχέση με το εξεταζόμενο θέμα. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου, ότι η αρχή του αγγλικού δικαίου που πηγάζει από τις δύο πιο πάνω αποφάσεις King και Compania Colombiana de Seguros ότι, δηλαδή, σε περίπτωση επίσημης εκχώρησης (formal assignment) των δικαιωμάτων του ασφαλιζόμενου προς τον ασφαλιστή ο τελευταίος μπορεί να κινήσει την αγωγή στο δικό του όνομα, αναφέρθηκε από τα κυπριακά δικαστήρια σε αγωγές ναυτοδικείου. Αναφέρομαι ειδικότερα στις αποφάσεις Nicolas Droushiotis (Import-Export) Ltd v. L' Union des Assurances de Paris
(1983)1(A) C.L.R. 19, (πρωτόδικη - απόφαση Σαββίδη Δ.), P.T. Assuransi Tokio Marine Indonesia v. Seascope Navigation Ltd
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1378 (πρωτόδικη - απόφαση Χατζηχαμπή Δ.) και στην P.T. Assuransi Tokio Marine Indonesia v. Seascope Navigation Ltd
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1142 (Αίτηση για Αναθεώρηση σε αγωγή ναυτοδικείου). Στην τελευταία αυτή απόφαση, χωρίς να ξεκαθαρίζεται αν τα δικαιώματα που εκχωρήθηκαν αφορούσαν σε δικαίωμα αγωγής για θεραπεία πηγάζουσα από αστικό αδίκημα ή δυνάμει των συμφωνιών που υπήρχαν, λέχθηκε ότι «Οι δικηγόροι συμφώνησαν, και το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά έκρινε, πως στους ενάγοντες δεν είχαν εκχωρηθεί (assigned) τα δικαιώματα των δικαιούχων στα εμπορεύματα. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο δεν θα εγειρόταν αμφισβήτηση στο δικαίωμα των εναγόντων ως εκδοχέων να κινήσουν μόνοι τους την αγωγή, όπως καθόρισε η νομολογία μας στην Chrysostomou v. G.S. Chalkousi & Sons
(1978)1 C.L.R. 10.». Με δεδομένο, όμως, ότι στην πιο πάνω υπόθεση δεν υπήρχε εκχώρηση δικαιωμάτων (κατ' ακρίβεια όπως προκύπτει τόσο από το πιο πάνω απόσπασμα όσο και από την πρωτόδικη απόφαση δεν υπήρξε εισήγηση προς τούτο από τους συνηγόρους των δύο μερών, οι οποίοι συμφωνούσαν ότι δεν υπήρξε εκχώρηση - βλ.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1378, σελ. 1384, 1387), τα λεχθέντα, τόσο πρωτοδίκως, όσο και στην αίτηση αναθεώρησης σε σχέση με το αποτέλεσμα τυχόν εκχώρησης, αποτελούσαν παρατηρήσεις εν παρόδω (obiter dicta), που δεν δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο και όχι το ratio decidendi της απόφασης που θα ήτο δεσμευτικό (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Victor Nicolaevich Makushin (αρ. 1)
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 20). Ως προς τη διαφοροποίηση μεταξύ ratio decidendi και obiter dicta, παραπέμπω στην απόφαση SAT Vision Ltd v. Interamerican Property and Casualty Ins. Co
(1999)1 ΑΑΔ 1811: «Η τεχνική έκφραση ratio decidendi ξεχωρίζει πάντα από την έκφραση obiter dicta. Στην πρώτη περίπτωση η έκφραση ratio decidendi εννοεί το λόγο, το σκεπτικό της απόφασης και τον κανόνα ή την αρχή πάνω στην οποία βασίζεται μια απόφαση, ενώ στη δεύτερη περίπτωση η έκφραση obiter dicta υποδηλεί λεχθέντα από ένα Δικαστή που είναι περιφερειακά σε σχέση με τα επίδικα θέματα, που δεν συνιστούν μέρος της αιτιολογίας της απόφασης. Όπως αναφέρει ο Sir Rupert Cross στο βιβλίο "Precedent in English Law" (3rd Edition, 1977, σ. 76), "The ratio decidendi of a case is any rule of law expressly or impliedly treated by the judge as a necessary step in reaching his conclusion, having regard to the line of reasoning adopted by him, or a necessary part of his direction to the jury." Όταν π.χ. ένας Δικαστής αναφέρει στην απόφαση του ότι, "Αν ο Α έκανε αυτό και ο Β έκανε εκείνο, τότε θα εύρισκα ότι και οι δύο θα ήταν ένοχοι αμέλειας", οι λέξεις αυτές θεωρούνται ότι είναι obiter dicta. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Flower v. EBBW Vale Steel, Iron and Coal Company Ltd [1934] KB 133, "Obiter dicta in this context means what the words literally signify (namely statements by the way)."». Υπό το φως των ανωτέρω, κρίση μου είναι ότι ενόψει των προνοιών του άρθρου 16 του Κεφ. 148, η ενάγουσα δεν έχει ίδιον αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης, η όποια δε συμβατική εκχώρηση προς αυτήν των δικαιωμάτων για θεραπεία του θύματος του αστικού αδικήματος προς όφελος της, δεν μπορεί να έχει οποιοδήποτε αποτέλεσμα, εφόσον εκχώρηση του δικαιώματος θεραπείας για αστικό αδίκημα μπορεί να γίνει μόνο από νόμο. Σημειώνω, τέλος, ότι στην παρ. 2(γ) της έκθεσης απαίτησης αναφέρεται ότι η ενάγουσα ενάγει την εναγομένη σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 16Α του Ν.96(Ι)/2000. Το εν λόγω άρθρο διαλαμβάνει τα εξής: «16Α-
(1)Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε διάταξης του περί Συμβάσεων Νόμου και του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ο ζημιωθείς υπό την επιφύλαξη των εδαφίων
(2)και
(3), αποκτά απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την αστική ευθύνη του υπευθύνου, ο οποίος σε τέτοια περίπτωση υποκαθίσταται στη θέση του ασφαλισμένου έναντι του ζημιωθέντος, χωρίς ο ζημιωθείς να υποχρεούται να στραφεί και εναντίον του ασφαλισμένου: Νοείται ότι σε περίπτωση καταγγελίας του ασφαλιστηρίου από τον ασφαλιστή, τότε στη δικαστική διαδικασία πρέπει να συμμετέχει και ο ασφαλισμένος.
(2)Στην περίπτωση του εδαφίου
(1)ο ασφαλιστής μπορεί να προβάλει έναντι του ζημιωθέντος όλες τις υπερασπίσεις που διαθέτει εναντίον του ασφαλισμένου. ......» Η ουσία του πιο πάνω άρθρου είναι ότι δίδει στο θύμα αστικού αδικήματος απευθείας αγώγιμο δικαίωμα και εναντίον του ασφαλιστή που καλύπτει την ευθύνη του προσώπου που τον ζήμιωσε. Θα μπορούσε, δηλαδή, ο ασφαλισμένος της ενάγουσας να στραφεί απευθείας εναντίον της εναγομένης. Όμως, το πιο πάνω άρθρο, το λεκτικό του οποίου είναι σαφές, δεν παρέχει, κατά την κρίση μου, αγώγιμο δικαίωμα στον ασφαλιστή του θύματος (όπως είναι εν προκειμένω η ενάγουσα) εναντίον του ασφαλιστή του προσώπου που προκάλεσε τη ζημιά. Κατάληξη Υπό το φως των ανωτέρω καταλήγω ότι η εγερθείσα από την εναγομένη προδικαστική ένσταση θα πρέπει να επιτύχει. Κατά συνέπεια η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον της ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Το ότι η εν λόγω αρχή πηγάζει από το δίκαιο της επιείκειας φαίνεται να είναι η επικρατούσα άποψη αν και υπάρχουν αποφάσεις που υποστηρίζουν την ύπαρξη εξυπακουόμενου προς τούτο όρου (implied term) σε κάθε σύμβαση ασφάλισης, βλ. Colinvaux's Law of Insurance, 11η έκδοση, παρ. 12-004 και McGillivray on Insurance Law, 13η έκδοση, παρ. 24-014 και 24-018. [2] Esso Petroleum Co Ltd v Hall Russell & Co Ltd [1989] A.C. 643 at 663; Central Insurance Co Ltd v Seacalf Shipping Corp [1983] 2 Lloyd's Rep. 25 at 30; MH Smith (Plant Hire) Ltd v DL Mainwaring [1986] 2 Lloyd's Rep. 244 at 246, and see the cases cited in fn.25 to para.24-012, above. [3] Wilson v Raffalovich
(1881)7 Q.B.D. 553 at 558; MH Smith (Plant Hire) Ltd v DL Mainwaring [1986] 2 Lloyd's Rep. 244. [4] London Assurance Co v Sainsbury
(1783)3 Doug. 245; Priest v Mouat [1937] N.Z.L.R. 431; Esso Petroleum Co Ltd v Hall Russell & Co Ltd [1988] 3 W.L.R. 730; Mercantile and General Reinsurance Co Plc v London Assurance unreported 1989. See also Insurance Co of Pennsylvania Ltd v IBM UK Ltd
(1989)Chartered Surveyor Weekly, 12 October, in which the English court noted this rule, but was required to apply New York law which permits a direct action by the insurer in his own name. [5] Στο αρχικό κείμενο του Κεφ. 148, η σχετική διάταξη έχει ως εξής: «The right of any remedy for, and any liability in respect of, any civil wrong shall not be assignable otherwise than by operation of law.» [6] Defries v. Milne [1913] 1 Ch.
- [7] Glegg v. Bromley [1912] 3 K.B.
- [8] Σημείωση δική μου: βλ. και άρθρο 30 του Νόμου 96(Ι)/2000 το οποίο προβλέπει περί της υποκατάστασης του Ταμείου Ασφαλιστών στα δικαιώματα του θύματος αστικού αδικήματος: «
- Σε περίπτωση καταβολής οποιασδήποτε αποζημίωσης, είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης είτε όχι, το Ταμείον Ασφαλιστών υποκαθίσταται στα δικαιώματα του προσώπου προς το οποίο κατέβαλε τέτοια αποζημίωση.» [9] King v Victoria Insurance Co [1896] A.C. 250; Cia Colombiana de Seguros v Pacific Steam Navigation Co [1965] 1 Q.B.
- [10] King v Victoria Insurance Co [1896] A.C. 250; Compania Colombiana de Seguros v Pacific Steam Navigation Co [1965] 1 Q.B.
- [11] Trendtex Trading Corp v Credit Suisse [1982] A.C. 679; Brownton Ltd v Edward Moore Inbubon Ltd [1985] 3 All E.R. 499; Giles v Thompson [1994] 1 A.C.
- [12] Compania Colombiana de Seguros v Pacific Steam Navigation Co [1965] 1 Q.B.
- [13] Central Insurance Co v Seacalf Shipping Corp [1983] 2 Lloyd's Rep.
- [14] Yorkshire Insurance Co v Nisbet Shipping Ltd [1962] 2 Q.B.
- [15] See generally Lucas Ltd v Export Credit Guarantee Department [1974] 2 All E.R.
- [16] «Assignment of debts and choses in action.
(6)Any absolute assignment, by writing under the hand of the assignor (not purporting to be by way of charge only), of any debt or other legal chose in action, of which express notice in writing shall have been given to the debtor, trustee, or other person from whom the assignor would have been entitled to receive or claim such debt or chose in action, shall be, and be deemed to have been, effectual in law (subject to all equities which would have been entitled to priority over the right of the assignee if this Act had not passed) to pass and transfer the legal right to such debt or chose in action from the date of such notice, and all legal and other remedies for the same, and the power to give a good discharge for the same, without the concurrence of the assignor: Provided always, that if the debtor, trustee, or other person liable in respect of such debt or chose in action shall have had notice that such assignment is disputed by the assignor or any one claiming under him, or of any other opposing or conflicting claims to such debt or chose in action, he shall be entitled, if he think fit to call upon the several persons making claim thereto to interplead concerning the same, or he may, if he think fit pay the same into the High Court of Justice under and in conformity with the provisions of the Acts for the relief of trustees.» [17] Σημειώνω ότι πλέον το θέμα της εκχώρησης στην Αγγλία διέπεται από το s.136
(1)του Law of Property Act του 1925: «136 Legal assignments of things in action
(1)Any absolute assignment by writing under the hand of the assignor (not purporting to be by way of charge only) of any debt or other legal thing in action, of which express notice in writing has been given to the debtor, trustee or other person from whom the assignor would have been entitled to claim such debt or thing in action, is effectual in law (subject to equities having priority over the right of the assignee) to pass and transfer from the date of such notice— (a)the legal right to such debt or thing in action; (b)all legal and other remedies for the same; and (c)the power to give a good discharge for the same without the concurrence of the assignor: Provided that, if the debtor, trustee or other person liable in respect of such debt or thing in action has notice— (a)that the assignment is disputed by the assignor or any person claiming under him; or (b)of any other opposing or conflicting claims to such debt or thing in action; he may, if he thinks fit, either call upon the persons making claim thereto to interplead concerning the same, or pay the debt or other thing in action into court under the provisions of the Trustee Act, 1925.
(2)This section does not affect the provisions of the Policies of Assurance Act, 1867.» [18] Βλ. Snell's Principles of Equity, 27η έκδοση, 1973, σελ. 72 στην παρ. 3(b) κάτω από τον τίτλο «Other choses», στην οποία περιλαμβάνεται «the right to sue for damages for tort or breach of contract, if connected with property or some other interest such as that of an insurer», σε αντιδιαστολή με τα «Equitable choses» που αναφέρονται στην παρ. 3(a).