Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ κ.α., Αρ.Αίτησης Έφεσης 48/2016, 29/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ.Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αίτησης Έφεσης 48/2016 Επί τοις αφορώσι του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965, όπως τροποποιήθηκε από το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 και Επί τοις αφορώσι την Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Αιτήτριας και
- ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
- STAYRINA CONSTRUCTIONS LTD, δια του διαχειριστή/παραλήπτη Γιαννάκη Χαρτζηχάννα
- Σταυρίνα Χαραλάμπους Καθ΄ων η αίτηση/Εφεσίβλητων Αίτηση ημερ. 27.09.16 HΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.03.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια-Εφεσείουσα: κ.Καλλένος Για της Καθ΄ης η αίτηση 3: κ.Μάμαντος για κ.Βορκά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η Αιτήτρια-Εφεσείουσα επιζητεί δεύτερο διάταγμα τροποποίησης του αιτητικού της Αίτησης/Έφεσης, ημερ. 3.2.2016 (και ενώ εκκρεμούσε άλλη αίτηση της για τροποποίηση, ημερ. 29.02.2016) ως ακολούθως: (Α) Προσθήκη των πιο κάτω Λόγων Έφεσης στο σώμα της Αίτησης, μετά τα αιτούμενα Διατάγματα υπό τα στοιχεία (Α) εως (Δ) της Αίτησης, ως εξής: (α) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και/ή αυθαίρετη και στηρίζεται σε νομική πλάνη με αποτέλεσμα να πλήττεται αφόρητα και/ή ανεπανόρθωτα η Αιτήτρια/Εφεσείουσα και/ή να κινδυνεύει να παραμείνει ανεξασφάλιστη σε σχέση με τις παραχωρηθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις, το προϊόν των οποίων έχει ήδη εισπραχθεί από τους Καθ'ών η Αίτηση
- (β) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι άκυρη και/ή λανθασμένη καθότι στηρίζεται σε διατάξεις του Νόμου 9/1965 οι οποίες παραβιάζουν συνταγματικά δικαιώματα της Αιτήτριας. (γ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι αδικαιολόγητη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή παράνομη καθότι δεν προσφέρεται εύλογη αποζημίωση στην Αιτήτρια και/ή παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο περιουσιακό δικαίωμα της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 23 του Συντάγματος. (δ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι αδικαιολόγητη και/ή άκυρη και/ή λανθασμένη και/ή παράνομη καθότι παραβιάζει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι της Αιτήτριας βάσει του άρθρου 26 του Συντάγματος. (ε) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη καθότι στηρίζεται στις διατάξεις των Άρθρων 44ΙΗ - 44ΚΖ ως αυτές ενσωματώθηκαν με το Άρθρο 2 του Νόμου 139(Ι)/2015 στον Νόμο 9/1965 οι οποίες είναι άκυρες και/ή αντίθετες και/ή ασύμφωνες με τα άρθρα 23, 26, 28, 29 και 30 του Συντάγματος, και την αρχή διάκρισης των εξουσιών και εν πάση περιπτώσει, άδικες προς τα δικαιώματα και συμφέροντα της Αιτήτριας. (στ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και/ή νομικά άκυρη και/ή αντισυνταγματική καθότι υποβοηθά τους Καθ'ών η αίτηση 2 να αποφύγουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις προς την Αιτήτρια, και παραβιάζουν τις πρόνοιες των εγγράφων Υποθήκης που υπογράφτηκαν μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ'ών η Αίτηση
- (ζ) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου είναι εσφαλμένη και νομικά αβάσιμη καθότι δεν εξάσκησε τη διακριτική του ευχέρεια σωστά που του παρέχεται από το Νόμο 9/
- (η) Η εφεσιβληθείσα απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου παραβιάζει και/ή έρχεται σε αντίθεση και/ή άμεση παρακοή με τις Αποφάσεις/Διατάγματα του Δικαστηρίου που εξεδώθησαν στα πλαίσια των αγωγών 1765/2014,1766/2014,1050/2014,1051/2014 του ΕΔ.Λευκωσίας. (Β) Προσθήκη στη Νομική Βάση της Αίτησης των περι Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμός του 1956 (622/1956). Η αίτηση στηρίζεται στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών Δ.25, άρθρο 1,2,3,4,5 και 6 και Δ.48 άρθρα 1,2 και 3,4 και 8(ν), Δ.39, Δ.64 ,Δ.55 Άρθρο 51 του Νόμου 9/1965, Άρθρο 80 του Κεφ.224, Άρθρο 30 του Συντάγματος και στους περί Ακίνητου Ιδιοκτησίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 1956 Κ. 3, 5, 7 και
- Ο Καθ΄ου η αίτηση 1 δεν έφερε ένσταση αλλά ζήτησε τα έξοδα αυτής ενώ η Καθ΄ης η αίτηση 3 καταχώρησε ένσταση η οποία υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Καθ΄ης η αίτηση 3 - Εφεσίβλητης με την οποία εξειδικεύει και αναλύει τους λόγους ένστασης, οι οποίοι έχουν ως ακολούθως (παρατίθενται αυτούσιοι): «(α) Η Αίτηση τροποποίησης δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και/ή το νομικό υπόβαθρο που επικαλείται η Αιτήτρια είναι άσχετο και/ή μη δυνάμενο να υποστηρίξει τα αιτήματα της. (β) Οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι άσχετες με τους εξεταζόμενους λόγους ένστασης της Αιτήτριας ημερομηνίας 12/11/2015 προς τον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η απόφαση του οποίου έχει εφεσιβληθεί με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αίτηση /Έφεση. Ως εκ τούτου η υπό εκδίκαση Αίτηση είναι καταχρηστική και/ή ενοχλητική και/ή άσχετη και/ή κακόπιστη και ως τέτοια πρέπει να απορριφθεί: (γ) Η Αίτηση Τροποποίησης γίνεται κακόπιστα, αυτή δεν είναι καταχρηστική και/ή ενοχλητική αφού γίνεται ενόσω εκκρεμεί άλλη αίτηση τροποποίησης της Αιτήτριας ημερομηνίας 26/2/2016 επιχειρώντας κακόπιστα να εγείρει νέα βάση σε αυτήν και/ή λόγους που έχουν παραγραφεί. (δ) Με τις αιτούμενες τροποποιήσεις η Αιτήτρια επιχειρεί να εγείρει νέες βάσεις στην Αίτηση /Έφεση της και/ή νέους λόγους Έφεσης γεγονός μη αιτιολογημένο και/ή επιτρεπτό. (ε) Η Αιτήτρια δεν παρουσίασε οποιοδήποτε πειστικό ή βάσιμο λόγο για τον οποίο παρέλειψε εξ' αρχής να συμπεριλάβει τις αιτούμενες τροποποιήσεις στην Αίτηση / Έφεση της. Οι προβαλλόμενοι από αυτήν λόγοι είναι ανυπόστατοι και/ή άσχετοι με την πραγματικότητα και/ή κακόπιστοι. (στ) Η αιτιολογία που δίδει η Αιτήτρια για στήριξη της καθυστερημένης Αίτησης τροποποίησης της ενόσω ακόμα εκκρεμεί η προγενέστερη Αίτηση της ημερομηνίας 26/2/2016 είναι ανυπόστατη, ψεύτικη και μη δυνάμενη να αντέξει στην λογική. (ζ) Το επιχείρημα της Αιτήτριας πως η έγκριση της Αίτησης Τροποποίησης είναι αναγκαία για προστασία των δικαιωμάτων των ενυπόθηκων δανειστών γενικότερα δεν μπορεί να αποτελέσει ορθή και/ή σοβαρή και/ή νομικά αποδεκτή αιτιολογία σε μια ιδιωτικής φύσεως διαφορά γεγονός που καθιστά το αίτημα καταχρηστικό και/ή ενοχλητικό. (θ) Δεν δίδεται καμιά εξήγηση για την μη στήριξη του Αιτήματος της Εφεσείουσας από την ίδια και/ή αξιωματούχο και/ή εξουσιοδοτημένο εκπρόσωπο της, η δε μαρτυρία από δικηγόρο της δεν μπορεί να γίνει δεκτή.» Οι συνήγοροι κατά την ακροαματική διαδικασία με τις εμπεριστατωμένες γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων. Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης και τη νομική πτυχή αυτής θα πρέπει να εξετασθούν κατ΄αρχήν οι λόγοι ένστασης, υπό στοιχεία (α), (β), (γ) και (θ) που αφορούν ισχυρισμούς της Καθ΄ης η Αίτηση, για λανθασμένη νομική βάση και ή νομικό υπόβαθρο, άσχετο με την παρούσα αίτηση ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι άσχετες με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης που η Αιτήτρια πρόβαλε στις 12.11.15 προς το Διευθυντή Κτηματολογίου, ότι γίνεται κακόπιστα και είναι καταχρηστική λόγω του ότι εκκρεμεί άλλη αίτηση επιχειρώντας να προσθέσει νέα βάση σ΄αυτή και/ή λόγους που έχουν παραγραφεί και ότι δεν δίνεται εξήγηση γιατί δε υποστηρίζεται η αίτηση με ένορκο δήλωση από εκπρόσωπο της Αιτήτριας και η ένορκος δήλωση του δικηγόρου που συνοδεύει τη αίτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Παρόμοιοι λόγοι ένστασης υπό στοιχεία (α) και (β) εγέρθηκαν από την Καθ΄ης η αίτηση 3 στη προηγηθήσα αίτηση τροποποίησης της Αιτήτριας ημερομηνίας 29.02.2016, εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν από το παρόν Δικαστήριο στη απόφαση ημερομηνίας 29.03.2016 και δεν ευσταθούν για τους λόγους που αναφέρονται στη εν λόγω απόφαση ως ακολούθως: «Η παρούσα διαδικασία είναι εναρκτήρια διαδικασία η οποία διέπεται από τους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (δια κατοχή έγγραφη και εκτίμηση) Διαδικαστικούς κανονισμούς του
- Σύμφωνα με τον Κανονισμό 17 των πιο πάνω Διαδικαστικών Κανονισμών οποιαδήποτε διαδικαστικά ζητήματα, τα οποία δεν ρυθμίζονται από τους εν λόγω κανονισμούς, εφαρμόζονται κατ' αναλογία οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας, ως εκ τούτου αφού το ζήτημα της τροποποίησης δεν ρυθμίζεται με οποιοδήποτε τρόπο από τους περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (δια κατοχή, εγγραφή και εκτίμηση) Διαδικαστικούς Κανονισμούς, τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών οι οποίες αποτελούν μέρος της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης. Έτσι η θέση της Καθ΄ης η αίτηση για λανθασμένη νομική βάση δεν ευσταθεί και απορρίπτεται. Η θέση επίσης της Καθ΄ης η αίτηση 3 ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι καταχρηστικές καθότι είναι άσχετες με τους εξεταζόμενους λόγους ένστασης της Αιτήτριας ημερ. 12.11.2015 δεν ευσταθεί. Συμφωνώ με τη θέση της Αιτήτριας ότι το δικαίωμα ενός προσώπου να προσβάλει την απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου με έφεση, ως καθορίζεται από τις νομοθετικές διατάξεις (βλ. άρθρο 44/Γ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 Ν.9/1965 και άρθρο 80 του Περί Ακινήτου ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ.224) δεν μπορεί με οποιοδήποτε τρόπο να περιοριστεί. Η ένσταση που υπεβλήθη από την Αιτήτρια προς τον Καθ'ου η αίτηση 1 την 12.11.2015 δεν εξομοιώνεται με την εν λόγω διαδικασία ούτε παρεμποδίζει την Αιτήτρια από το να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλες τις πραγματικές διαφορές και όλα τα επίδικα ζητήματα της υπόθεσης.» Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Καθ΄ης η αίτηση 3 ότι δεν εξηγείται γιατί η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση εκπροσώπου της Αιτήτριας και η ένορκη δήλωση δικηγόρου που στηρίζεται η αίτηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Βρίσκω ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε παρατυπία στην Αίτηση γιατί αυτή συνοδεύεται από τη ένορκη δήλωση του δικηγόρου, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα ζητήματα που περιλαμβάνονται σ΄αυτή είναι νομικά και ο δικηγόρος μπορούσε να ορκιστεί για αυτά και δεν ήταν απαραίτητη ένορκος δήλωση εκπροσώπου της Αιτήτριας. Ο ισχυρισμός επίσης της Καθ΄ης αίτηση 3 ότι η δεύτερη αίτηση τροποποίησης είναι καταχρηστική, γιατί έγινε ενόσω εκκρεμούσε άλλη αίτηση τροποποίησης, δεν με βρίσκει σύμφωνη. Προκύπτει ότι οι αιτούμενες τροποποιήσεις στη αίτηση, ημερ. 29.02.2017, είναι διαφορετικές από τις αιτούμενες στη παρούσα αίτηση τροποποίησης, δεν επιδιώκεται όμοιος σκοπός, ούτε παράλληλα ένδικα μέσα με τη δεύτερη αίτηση, αλλά αφορά τη έκθεση των πραγματικών και νομικών γεγονότων που πρέπει να περιλαμβάνει η Αίτηση Έφεσης συμμορφούμενη με τον τύπο που προβλέπουν οι διαδικαστικοί Κανονισμοί (βλ.Διαδικαστικό Κανονισμό 7). Διαφωνώ επίσης ότι, οι αιτούμενες τροποποιήσεις προσθέτουν νέα βάση στη υπόθεση η οποία έχει παραγραφεί. Ως έχει επισημανθεί στη υπόθεση Ειρήνη Κάκκουλλου v. Χαράλαμπου Παναγιώτη Ποχουζούρη κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1503, στη οποία έγινε αναφορά από το ευπαίδευτο συνήγορο της Αιτήτριας, η παρέκκλιση από τις πρόνοιες των Κ.5 και 7 των ως άνω κανονισμών δεν συνεπάγεται αφευατής την ακυρότητα της διαδικασίας. Η τήρηση των προνοιών των ως άνω κανονισμών δεν αποτελεί προϋπόθεση για την γένεση της έφεσης, ούτε παρέκκλιση από αυτές καθιστά το μέτρο άκυρο λόγω ρητής νομικής ή θεσμικής διάταξης. Από τον Κανονισμό 7 αναγνωρίζεται διακριτική ευχέρεια έγκρισης τροποποίησης ή μεταβολής των λόγων της έφεσης. Στην εν λόγω απόφαση έγινε επίσης διάκριση μεταξύ άκυρου (void) και αντικανονικού (irregular) δικονομικού μέτρου αναφέροντας ότι δικονομικό μέτρο είναι θνησιγενές μόνο όταν πλήττεται το θεμέλιο της δικαιοσύνης που στοιχειοθετούν οι κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή το συμβατικό θεμέλιο που θέτει ο νομοθέτης, στη περίπτωση της Έφεσης η οποία υποβλήθηκε στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση κρίθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι έθεσε το θεμέλιο της διαδικασίας και ότι οι ατέλειες στον καταρτισμό της και οι παρεκκλίσεις από το θεσμικό πλαίσιο την καθιστούσαν αντικανονική, όχι όμως άκυρη. Μετά την αντίκρυση των πιο πάνω θεμάτων θα παραθέσω, στο στάδιο αυτό τη νομική πτυχή που διέπει την αίτηση τροποποίησης και θα εξετάσω την ουσία της αίτησης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ- ΣΥΜΕΡΑΣΜΑΤΑ Το προκαθορισμένο πλαίσιο της δίκης που εστιάζεται και εξαντλείται στην περίμετρο των γραπτών προτάσεων και αποτελεί οδηγό προσδιορισμού των εγειρόμενων σε μια διαφορά θεμάτων, μπορεί αν απαιτείται να διαφοροποιηθεί (Βλ. Aγία Νάπα ν. Παπάμιχαηλ
(1992)1 ΑΑΔ 549). Στην υπόθεση Περικτιόνη ν. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με τη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων. «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για το προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν. Αλωνεύτη, Πολιτική Έφεση 11026 ημερ. 25.2.2002, Φοινιώτης ν. Greenmar
(1989)1E AAΔ 33.) Άκαμπτοι κανόνες στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου δεν θα μπορούσαν να διαγραφούν, προσδιορίστηκε στην υπόθεση Βασιλειάδης ν. Πετρολίνα
(1994)1 ΑΑΔ 16 αλλά τονίστηκε ότι: «Αναγνωρίζονται σχετικοί παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.» Στη υπόθεση Federal Bank of Lebanon v. Νίκου Σιακόλα
(1999)1 AAΔ αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σε σχέση με το παράγοντα χρόνο: «Αναφορικά με την έκταση της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος για τροποποίηση, θα λέγαμε ότι ενώ η σύνδεση με τη μακρά εκκρεμότητα της αγωγής μοιάζει αυτονόητη και επιτείνει την ανησυχία σχετικά με την τήρηση της συνταγματικής επιταγής για εκδίκαση της αγωγής εντός εύλογου χρόνου, εντούτοις εύστοχα ήταν που σημειώθηκε πρωτόδικα ότι η μακρά εκκρεμότητα της αγωγής «δεν μπορεί να ενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα» αλλά αποτελεί παράγοντα «ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση». Εν τέλει το κατά πόσο η όποια καθυστέρηση θα απέληγε σε στέρηση του συνταγματικού δικαιώματος εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου συνιστά σύμφωνα με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου στην Πολ. Έφεση 9520, ζήτημα ενταγμένο στο πλαίσιο της δίκης. Κατανοούμε πλήρως την ανησυχία του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Όμως εδώ η καθυστέρηση από καμιά άποψη δεν θα μπορούσε αφ΄ εαυτής να αποκλείσει τη δυνατότητα έγκρισης του αιτήματος για τροποποίηση.» Από το σύνολο των πιο πάνω νομικών αυθεντιών, αβίαστα εξάγεται το συμπέρασμα ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τροποποίηση είναι ευρύτατη και το Δικαστήριο σε εξαιρετικές περιπτώσεις θα αρνηθεί μια τέτοια τροποποίηση. Η τροποποίηση δεν επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο πειστεί ότι αυτή γίνεται κακόπιστα και ότι στην περίπτωση που επιτραπεί, θα έχει σαν αποτέλεσμα πρόκληση μη ανατρέψιμης ζημιάς και αδικίας στην άλλη πλευρά. Η νομολογία αποδέχεται επίσης πως όση αμέλεια ή απροσεξία και να έχει επιδειχθεί στη δικογραφία και ανεξάρτητα από το καθυστερημένο μιας προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς αδικία στην αντίδικη πλευρά. Θεωρείται δε ότι δεν υπάρχει τέτοια αδικία, αν μπορεί να υπάρξει αποζημίωση με σχετική διαταγή για επιδίκαση εξόδων. Έχοντας κατά νου τις ως άνω αναφερόμενες αυθεντίες και αρχές, έχω εξετάσει όλα τα ενώπιον μου στοιχεία λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη την επιχειρηματολογία των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Κατέληξα στα εξής συμπεράσματα: Με την προώθηση της παρούσας αίτησης δεν επιζητείται η αντικατάσταση της υφιστάμενης Αίτησης Έφεσης με νέα αλλά πρόκειται για διεύρυνση και εμπλουτισμό της νομικής βάσης της Αίτησης Έφεσης. Η πλευρά της Αιτήτριας επιθυμεί να θέσει υπόψη του Δικαστηρίου ένα ευρύτερο και πληρέστερο υπόβαθρο για σκοπούς καλύτερης παρουσίασης της υπόθεσής της. Οι αιτούμενες τροποποιήσεις, στηρίζονται και απορρέουν αποκλειστικά από τα γεγονότα και τα σχετικά τεκμήρια που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει τη Αίτηση-Έφεσης το ζήτημα με ευκολία μπορεί να αντιμετωπιστεί από την Καθ΄ης η αίτηση 3 χωρίς να προκαλείται στην πλευρά της μη ανατρέψιμη ζημιά ή αδικία, η οποία δεν μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Επίσης κάτω από τις συγκεκριμένες συνθήκες και δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, δεν εντοπίζονται στοιχεία τα οποία θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να διαγνώσει κακοπιστία από την πλευρά της Αιτήτριας, ούτε τέτοια καθυστέρηση από την πλευρά της Αιτήτριας να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για να τροποποιήσει την Αίτηση Έφεσης της που να είναι αδικαιολόγητη. Ούτε όμως στη συμπεριφορά της, όπως αυτή παρουσιάζεται στο φάκελο της δικογραφίας και από τα στοιχεία τα οποία τέθηκαν ενώπιον μου κατά την ακρόαση της παρούσας αίτησης, δεν φαίνεται να υπάρχουν στοιχεία κακοπιστίας. Δεν διαλανθάνει παράλληλα της προσοχής του Δικαστηρίου, πως στο στάδιο που έγινε αντιληπτή από την πλευρά των δικηγόρων της Αιτήτριας η διαπίστωση του λάθους άμεσα έχει υποβληθεί η παρούσα η οποία επιχειρεί να το πληρώσει. Δεν υπάρχει καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης σε σύγκριση με την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης Έφεσης. Εν όψει των πιο πάνω διαφωνώ με τη θέση της Καθ΄ης η αίτηση 3 ότι επιχειρείται από τη Αιτήτρια η έγερση νέων βάσεων στην Αίτηση - Έφεση και ως εκ τούτου αυτός ο ισχυρισμός απορρίπτεται. Ούτε οι ισχυρισμοί της Καθ'ης η αίτηση 3 περί κατάχρησης στοιχειοθετούνται από τη ένορκο δήλωση που συνοδεύει τη ένσταση και ως εκ τούτου ούτε αυτός ο ισχυρισμός ευσταθεί. Συμφωνώ με την θέση της Αιτήτριας ότι παρέθεσε πειστικούς λόγους τεκμηριώνοντας επαρκώς την παράλειψη να συμπεριλάβει τις αιτούμενες τροποποιήσεις στο αρχικό δικόγραφο. Με βάση όλα τα ενώπιον μου στοιχεία, τα συμπεράσματά μου και τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, θεωρώ πως είναι ορθό και δίκαιο να εγκρίνω την αίτηση και να επιτρέψω την τροποποίηση της Αίτησης Έφεσης. Συνακόλουθα, εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η αίτηση. Τροποποιημένη Αίτηση-Έφεσης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στους Καθ΄ων η αίτηση, εντός δέκα ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Σημειώνεται ότι τόσο οι τροποποιήσεις της παρούσας αίτησης όσο και οι τροποποιήσεις που αφορούν την αίτηση ημερομηνίας 29.02.2016 να περιληφθούν στο ίδιο δικόγραφο. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης εξαιρουμένων των εξόδων της ακροαματικής διαδικασίας που ακολούθησε, επιδικάζονται σε βάρος της Αιτήτριας-Εφεσείουσας και υπέρ της Καθ΄ης η αίτηση 3 - Εφεσίβλητης, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Επίσης εναντίον της Αιτήτριας επιδικάζονται τα αρχικά έξοδα της αίτησης προς όφελος του Καθ΄ου η αίτηση 1 τα οποία επίσης θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ) .......... Γ.Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ