← Κύπρος

Γλαύκου Παπαμιχαήλ κ.α. ν. MARIOS KITCHENS LIMITED, HE28164, Αρ.Αγωγής: 2892/2015, 22/3/2017

Γλαύκου Παπαμιχαήλ κ.α. ν. MARIOS KITCHENS LIMITED, HE28164, Αρ.Αγωγής: 2892/2015, 22/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 2892/2015 Μεταξύ: 1.Γλαύκου Παπαμιχαήλ 2.Ανδρέα Γρηγοριάδη (ενεργούντες υπό την ιδιότητα τους ως η Διαχειριστική επιτροπή της Πολυκατοικίας «Beverly») Εναγόντων και MARIOS FURNITURE LIMITED Εναγομένων ΚΑΙ ΟΠΩΣ ΑΥΤΟ ΈΧΕΙ ΚΑΤΑΤΕΘΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΜΕΝΟ ΤΗΝ 25.9.2015 1.Γλαύκου Παπαμιχαήλ 2.Ανδρέα Γρηγοριάδη (ενεργούντες υπό την ιδιότητα τους ως η Διαχειριστική επιτροπή της Πολυκατοικίας «Beverly») Εναγόντων και MARIOS KITCHENS LIMITED, HE28164 Εναγομένων ----------- Αίτηση για τροποποίηση υπεράσπισης βάσει της νέας Δ.25 Ημερομηνία: 22 Μαρτίου 2017 Για τους εναγόμενους/αιτητές: κα Σταύρου Για τους ενάγοντες/καθ'ων η αίτηση: κος Παπαθεοδώρου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την επίδικη αίτηση επιδιώκεται η τροποποίηση της υπεράσπισης. Το αίτημα δεν είναι βεβαίως ασύνηθες. Ό,τι όμως καθιστά την επίδικη αίτηση ενδιαφέρουσα, είναι το γεγονός ότι διέπεται από τη νέα Δ.25, ως επίσης το χρονικό σημείο που υποβάλλεται. Και εξηγώ· Η αγωγή καταχωρίστηκε την 17.6.

  1. Η αξίωση τούτης δεν υπερβαίνει τα €1.700,
  2. Ως εκ τούτου η αγωγή διέπεται από τις διατάξεις των νέων Δ.25 και Δ.
  3. Μάλιστα λόγω του ότι το αντικείμενο της αγωγής είναι λιγότερο από €3.000,00, είναι αντιληπτό ότι η αγωγή εντάσσεται στην κατηγορία συνοπτικής εκδίκασης. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Στην προκείμενη περίπτωση τα δικόγραφα έκλεισαν την 18.3.2016, όταν η πλευρά των εναγόντων καταχώρισε απάντηση στην υπεράσπιση. Αν έχει κάποια σημασία υποδεικνύεται ότι η υπεράσπιση καταχωρίστηκε την 16.3.
  4. Μετά το κλείσιμο των δικογράφων οι ενάγοντες εξέδωσαν κλήση για οδηγίες συμφώνως της νέας Δ.
  5. Τούτη εκδόθηκε την 22.3.2016 και ορίστηκε την 14.6.
  6. Σε αυτή την τελευταία ημερομηνία οι δύο πλευρές, που ας σημειωθεί είχαν καταχωρίσει το νενομισμένο παράρτημα, δήλωσαν ότι περιορίζονται σε ένορκη αποκάλυψη. Ούτω και έγινε· η διαταγή του δικαστηρίου περιορίστηκε ακριβώς σε αυτό που ζητήθηκε και τίποτα περαιτέρω. Η δε υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για οδηγίες την 27.9.
  7. Την τελευταία ημερομηνία οδηγιών δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση ενόρκων δηλώσεων, δηλαδή 45 ημέρες για κάθε πλευρά, με τους ενάγοντες να αρχίζουν πρώτοι και τους εναγόμενους να ακολουθούν εντός περαιτέρω 45 ημερών. Η δε υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση την 22.3.
  8. Διαπιστώνεται ότι οι ενάγοντες συμμορφώθηκαν με τις σχετικές οδηγίες του δικαστηρίου, εφόσον την 3.11.2016 καταχώρισαν τις ένορκες δηλώσεις που επιθυμούσαν να παρουσιάσουν στο δικαστήριο. Και κάπου εδώ η διαδικασία άρχισε να αποκλίνει από τις οδηγίες του δικαστηρίου. Αντί καταχωρίσεως ενόρκου δηλώσεως την 15.12.2016 οι εναγόμενοι καταχώρισαν δύο αιτήσεις. Η μια είναι η επίδικη, δηλαδή για τροποποίηση και σχολιάζεται πιο κάτω. Η άλλη αίτηση, που ας σημειωθεί ότι είναι ex-parte, αιτείται την έκδοση διατάγματος για παράταση του χρόνου καταχώρισης έγγραφης μαρτυρίας από μέρους των εναγομένων. Για την ιστορία και μόνο υποδεικνύω ότι κρίθηκε σκόπιμο η δεύτερη αίτηση να παραμείνει σε εκκρεμότητα μέχρι να αποφασιστεί η πρώτη αίτηση, δηλαδή η αίτηση για τροποποίηση. Γεγονός είναι ότι οι εναγόμενοι δεν καταχώρισαν έγγραφη μαρτυρία και αποτάθηκαν για παράταση τούτου του χρόνου εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας που τους χορηγήθηκε και ο λόγος διά αυτό το αίτημα οφείλεται στο αίτημα τροποποίησης που υπέβαλαν. Γι'αυτό ακριβώς το λόγο αποφασίστηκε όπως η άλλη αίτηση παραμείνει σε εκκρεμότητα. Με αυτά και με αυτά καταλήγω στο ζητούμενο, δηλαδή την αίτηση τροποποίησης. Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και συγκεκριμένα τη Δ.25 κ.1

(3)και τη Δ.48 κ.κ.1 έως 3 και 7 έως 9, ως επίσης στις συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Το δε πραγματικό υπόβαθρο τούτης αποκαλύπτεται στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, δήλωση που ορκίζεται η δικηγόρος Άννα Ιακώβου. Τι ακριβώς αναφέρεται στην ένορκη δήλωση σχολιάζεται πιο κάτω. Αρμόζει όμως να λεχθεί ότι οι ενάγοντες αμφισβητούν το εύλογο και δικαιολογημένο του αιτήματος. Οι λόγοι διά αυτή την επιλογή είναι οι ακόλουθοι: «α.Η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται πολύ αργά και καθυστερημένα και μετά από την καταχώρηση της έγγραφης μαρτυρίας των Εναγόντων, η οποία έγινε την 3.11.2016 και αυτή αφορά ισχυρισμούς οι οποίοι ήσαν γνωστοί στους Εναγομένους - Αιτητές ή θα μπορούσαν να ήταν γνωστοί σ'αυτούς εάν κατέβαλλαν εύλογη επιμέλεια τουλάχιστον από το στάδιο της ετοιμασίας της Έκθεσης Υπεράσπισης τους. β.Με την αξιούμενη θεραπεία επιδιώκεται η από την αρχή αναδόμηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων. γ.Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση μεταβάλλεται σοβαρά η θέση των Εναγόντων οι οποίοι έχουν ολοκληρώσει την παρουσία της υπόθεσης τους και δεν θα έχουν την δυνατότητα να αντικρούσουν τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή στην Υπεράσπιση με την επίδικη Αίτηση. δ.Η Αίτηση στερείται της ορθής νομικής βάσης η οποία να επιτρέπει την αιτούμενη τροποποίηση σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία την υποστηρίζουν. ε.Η Ένορκη Δήλωση η οποία υποστηρίζει την Αίτηση είναι αντικανονική και ως τέτοια δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει την πραγματική βάση της Αίτησης και λόγω του ότι αυτή έγινε από αναρμόδιο άτομο και περιέχει υπαλλακτικούς ισχυρισμούς και δεν εξειδικεύεται επακριβώς ο λόγος ή οι λόγοι στους οποίους οφείλονται οι παραλείψεις των οποίων επιδιώκονται οι αλλαγές και οι θεραπείες. στ.Οι επιδιωκόμενοι όπως δικογραφηθούν ισχυρισμοί είναι άσχετοι με την υπόθεση και σε περίπτωση έγκρισης τους δεν θα είναι δυνατόν να μεταβάλουν με οποιονδήποτε τρόπο την αξίωση των Εναγόντων.» Ας δούμε όμως τι είναι εκείνο που αφορά τη αγωγή, ποια η προτιθέμενη υπεράσπιση και τι διατείνονται αμφότεροι οι ομνύοντες των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Η αγωγή των εναγόντων αφορά διεκδίκηση κοινοχρήστων και εγείρεται από την ούτω καλούμενη διαχειριστική επιτροπή. Ό,τι εκεί αναφέρεται είναι πως οι εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν συγκεκριμένα έξοδα. Από την άλλη η υπεράσπιση αμφισβητεί ότι οι ενάγοντες είναι η διαχειριστική επιτροπή και ισχυρίζεται ότι δεν έχουν locus standi. Κατά τα λοιπά απλώς απορρίπτει τις αιτιάσεις των εναγόντων και τους καλεί σε αυστηρή απόδειξη τούτων, υποστηρίζοντας παράλληλα ότι οι όποιες χρεώσεις είναι αυθαίρετες και αδικαιολόγητες. Τώρα, είναι γεγονός ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι θεμελιώδης. Εγείρει εν προκειμένω καινοφανείς ισχυρισμούς που ουδεμία σχέση έχουν με την υφιστάμενη υπεράσπιση. Αυτό διαπιστώνεται από το ακριβές αίτημα των εναγομένων, το οποίο έχει ως εξής· «Α.Άδεια τροποποιήσεως της υπεράσπισης των εναγομένων, ημερ. 16/3/2016 ως κατωτέρω: (α)Δια της διαγραφής της υποπαραγράφου 2(δ), της έκθεσης υπεράσπισης και της αντικαταστάσεως της ως ακολούθως: 2(δ)Οι εναγόμενοι απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης και καλούν τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τους είχε αφαιρεθεί το δικαίωμα χρήσης των κοινόχρηστων χώρων από τους ενάγοντες, οι οποίοι προέβησαν σε αλλαγή της κλειδαριάς της κύριας εισόδου, προέβησαν σε παράνομες τροποποιήσεις επί της οροφής (ταράτσας) της πολυκατοικίας, ήτοι άνοιξαν τρύπα και τοποθέτησαν διάφανο γυαλί και ο ενάγοντας αρ.1 απαγόρευσε στους ενοίκους να ανεβαίνουν στην ταράτσα όπου ήταν τοποθετημένες οι κεραίες των ενοίκων για να μην τον βλέπουν από το γυαλί. Περαιτέρω, ο χώρος στάθμευσης που ανήκει στους εναγόμενους καταλήφθηκε παράνομα από τους ενάγοντες δια της τοποθέτησης κάγκελου. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω και παρά τις συνεχείς οχλήσεις από μέρους των εναγομένων προς τους ενάγοντες για άρση των ανωτέρω παραβάσεων ούτως ώστε οι εναγόμενοι να δύνανται να ασκούν τα νόμιμα δικαιώματα τους για χρήση και εκμετάλλευση των κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας, οι ενάγοντες αγνόησαν τους εναγόμενους και μέχρι σήμερα εξακολουθούν να παρεμποδίζουν αυτούς να ασκούν τα νόμιμα δικαιώματα τους για χρήση κι εκμετάλλευση των κοινόχρηστων χώρων. (β)Δια της προσθήκης με την υποπαράγραφο (δ), της ακόλουθης υποπαραγράφου: (δ)(i)Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, οι εναγόμενοι έχουν αποστερηθεί την χρήση και εκμετάλλευση των κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας καθώς και την απόλαυση οποιονδήποτε υπηρεσιών που αφορούν και/ή σχετίζονται με αυτούς και κατ'επέκταση, οι ενάγοντες δε νομιμοποιούνται να εξαιτούνται αποζημίωση για οιανδήποτε δαπάνη αφορά την ασφάλιση, λειτουργία, συντήρηση, επιδιόρθωση αποκατάσταση και διαχείριση αυτών, διότι δια των παρανόμων πράξεων τους αναίρεσαν το αποτέλεσμα της παροχής αυτών. (γ)Δια της διαγραφής της υποπαραγράφου
(2)(η) και δια της αντικαταστάσεως αυτής δια της κάτωθι παραγράφου: (η)Οι εναγόμενοι απορρίπτουν το περιεχόμενο της παραγράφου 8 και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν προέβησαν σε οποιεσδήποτε δαπάνες για τους κοινόχρηστους χώρους στους οποίους είχαν πρόσβαση οι εναγόμενοι κάτι το οποίο είχε ως άμεση συνέπεια τη μείωση της ενοικιαστικής αξίας των υποστατικών των εναγομένων και την απώλεια ενοικιαστών. Ειδικότερα, οι ενάγοντες δε μερίμνησαν για την καθαριότητα του κοινόχρηστου χώρου που εκτείνεται μπροστά από τα υποστατικά των εναγομένων, με αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να υποστούν οικονομική ζημία από την απώλεια ενοικιαστών και η παράνομη παρακώλυση των εναγομένων από την χρήση της οροφής όπου ήταν τοποθετημένες οι κεραίες της τηλεόρασης είχε ως αποτέλεσμα οι εναγόμενοι να απωλέσουν ενοικιαστή ο οποίος είχε εγκαταστήσει στα υποστατικά των εναγομένων πρακτορείο στοιχημάτων. Οι εναγόμενοι επιφυλάσσονται να παρουσιάσουν κατά τη δικάσιμο σχετική μαρτυρία.» Η Άννα Ιακώβου, δηλαδή η ομνύουσα τη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, δηλώνει ότι μόλις στο στάδιο ετοιμασίας της μαρτυρίας, προφανώς εννοεί την καταχώριση των ενόρκων δηλώσεων ως οι οδηγίες του δικαστηρίου ημερομηνίας 27.9.2016, έλαβαν [οι συνήγοροι] γνώση όσων σήμερα ζητούν να προσθέσουν στην υπεράσπιση. Ο λόγος διά αυτό, αναφέρει η συνήγορος, οφείλεται σε προσωπικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι πελάτες τους τα οποία και καθιστούσαν τη μεταξύ τους επικοινωνία δύσκολη και δυσχερή. Επεξηγεί η ομνύουσα πως τούτα τα προβλήματα οφείλονταν στο ότι ο μοναδικός διευθυντής των εναγομένων, ονόματι Μάριος Θεοδώρου, ήταν καταβεβλημένος ένεκα του θανάτου του υιού του και έτερου διευθυντή των εναγομένων, Παύλου Θεοδώρου. Γι'αυτό ακριβώς το λόγο δεν ήταν σε θέση να γνωστοποιήσει τα γεγονότα αυτά στους συνηγόρους του. Η ομνύουσα εκφράζει την άποψη ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημία στην άλλη πλευρά. Εκ μέρους των εναγόντων τη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ορκίζεται ο Γλαύκος Παπαμιχαήλ. Κρίνω πως δεν θα εξυπηρετήσει τυχόν επανάληψη όσων εκεί αναφέρονται. Αυτό όχι για κανένα άλλο λόγο, πλην του ότι η ένορκη δήλωση αυτή συνιστά επανάληψη των λόγων ένστασης. Αν είναι όμως κάποιος ισχυρισμός που αξίζει να σημειωθεί, καθ'ότι άπτεται πραγματικού γεγονότος, είναι πως ο ομνύων την ένσταση δεν αμφισβητεί το συμβάν του θανάτου που επικαλείται η Ιακώβου στη δική της δήλωση, απλώς υποδεικνύει ότι οι εναγόμενοι δεν το τοποθετούν χρονικά, ώστε να δύναται να αξιολογηθεί η αδυναμία διά την οποία γίνεται λόγος. Με αυτά κατά νου στρέφομαι στις αρχές που διέπουν το αίτημα. Προσφάτως είχα την ευκαιρία να συνοψίσω τούτες στην αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Αβρααμίδης ν. Σπύρος Αρότης-Έλενα Αρότα&Συνεργάτες, υπ'αριθμό 41/2015 και ημερομηνίας 11.5.2016, ως εκ τούτου επαναλαμβάνω ότι εκεί αναφέρθηκε. «Σήμερα το αντίστοιχο λεκτικό είναι εκείνο του κ.1
(3)της νέας διαταγής, το οποίο αναφέρει πως· "Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης." Είμαι της γνώμης ότι σήμερα πλέον δεν μπορεί να γίνεται λόγος για τροποποίηση σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας (at any stage) και για οιονδήποτε λόγο που φαίνεται εύλογος και δίκαιος (in such a manner and on such terms as may be just). Η σχετική διαπίστωση οφείλεται στο σύνολο της νέας Δ.25, η οποία φαίνεται να διακρίνεται σε τρία χρονικά στάδια. Το πρώτο είναι μέχρι και πριν την επίδοση του δικογράφου και σε αυτό το στάδιο ουδείς περιορισμός επιβάλλεται, εφόσον ο διάδικος μπορεί να προβεί σε όσες και όποιες τροποποιήσεις επιθυμεί (Δ.25, κ.1
(1)). Το δεύτερο είναι μετά την επίδοση αλλά πριν το στάδιο έκδοσης κλήσης για οδηγίες. Σε αυτό το χρονικό περιθώριο επιτρέπεται τροποποίηση χωρίς την άδεια του δικαστηρίου, εν τούτοις περιορίζεται σε μια μόνο φορά (Δ.25, κ.1
(2)). Το τρίτο στάδιο είναι μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες. Αυτό είναι και το στάδιο που αφορά η επίδικη αίτηση. Σε αυτό το πλαίσιο η τροποποίηση διαφέρει από τα δύο προηγούμενα στάδια, εφόσον δεν επιτρέπεται παρά μόνο με άδεια του δικαστηρίου. Η δε εξουσία του δικαστηρίου, δηλαδή η βάση στην οποία ερείδεται η χορήγηση τέτοιας άδειας, δεν είναι ανέλεγκτη και ευρεία όπως παλαιότερα. Συνάγεται τούτο από τα αναφερόμενα στον κ.1
(3)και δη τη φράση· "ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση .". Κρίνω πως δεν είναι υπερβολή να λεχθεί ότι πλέον η τροποποίηση των δικογράφων δεν είναι επιτρεπτή, εκτός εάν ο αιτητής πείσει ότι υφίσταται μια εκ των δύο περιπτώσεων που ρητά αναφέρονται στον κανονισμό, ήτοι· καλόπιστο λάθος λόγω παραδρομής και/ή νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής. Αυτές είναι οι δύο προϋποθέσεις που διέπουν πλέον αίτημα τροποποίησης και δεν νοείται αναζήτηση άλλων εξωγενών λόγων, όπως ούτε παρείσφρηση άλλων γεγονότων. Σε αυτό το στενό πλαίσιο ερμηνείας έγκειται και η προηγούμενη διαπίστωση ότι η σχετική διακριτική εξουσία του δικαστηρίου δεν είναι απύθμενη, κατά τον τρόπο που η υφιστάμενη νομολογία ανέλυσε την παλαιά Δ.25.» Στη δοσμένη περίπτωση είναι αντιληπτό ότι η αίτηση περιορίζεται στο πρώτο σκέλος του σχετικού κανονισμού, δηλαδή σε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος. Αυτό ρητά δηλώθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο των εναγομένων και ορθά βεβαίως, εφόσον το πραγματικό πλαίσιο της αίτησης δεν εισηγείται ότι η αιτούμενη τροποποίηση άπτεται γεγονότων που ήρθαν στο φως μετά την καταχώριση της υπεράσπισης. Μάλλον το αντίθετο δηλώνει, δηλαδή πως τα γεγονότα ήταν υπαρκτά, απλώς επισκιάστηκαν από τον πόνο και τη θλίψη που βίωνε ο διευθυντής των εναγομένων. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο θα κινηθεί και η διερεύνηση του δικαστηρίου. Προτού όμως εστιάσω την προσοχή μου στην ουσία του αιτήματος, είμαι της γνώμης ότι επιτρέπεται να αποφανθώ για δύο άλλα θέματα που ήγειρε η πλευρά των εναγόντων. Κατ'αρχάς το καθυστερημένο χρονικό σημείο που υποβάλλεται η αίτηση. Έχει αναφερθεί η διαδικασία που προηγήθηκε μέχρις ότου υποβληθεί η επίδικη αίτηση. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι αν το αίτημα ήθελε εγκριθεί αυτό θα οδηγήσει σε δικονομικό και διαδικαστικό πισωγύρισμα και αυτό επειδή έχει ήδη καταχωριστεί η έγγραφη μαρτυρία των εναγόντων. Θα ακολουθήσει, λογικά, καταχώριση τροποποιημένων δικογράφων και ακολούθως πρόσθετη μαρτυρία των εναγόντων και βεβαίως η μαρτυρία των εναγομένων. Γι'αυτό ακριβώς λέγω ότι αν το αίτημα εγκριθεί θα οδηγήσει σε δικονομικό πισωγύρισμα. Εν τούτοις αυτή και μόνο η επάλληλη επίπτωση δεν αποτελεί λόγο απόρριψης του αιτήματος. Συνεκτιμάται σίγουρα με τους λοιπούς λόγους, ώστε όλες οι παράμετροι να ληφθούν υπόψη κατά τη διερεύνηση του αιτήματος, αλλά από μόνη της, δίχως άλλο δηλαδή, δεν οδηγεί το αίτημα σε απόρριψη. Ορθή εν προκειμένω είναι η θέση των εναγομένων ότι αν ο συντάκτης του κανονισμού επιθυμούσε να θέσει χρονικό περιορισμό στην υποβολή αιτήματος τροποποίησης, όπως άλλωστε έπραξε σε σχέση με τις παραγράφους 1 και 2 του κ.1 της Δ.25, δεν είχε παρά να το δηλώσει ρητά. Εφόσον λοιπόν τούτο δεν έγινε, είναι αντιληπτό ότι αίτημα τροποποίησης μπορεί να εγκριθεί όποτε και αν ήθελε υποβληθεί τούτο. Περαιτέρω, η θεματική ενότητα της τροποποίησης, σύμφωνα πάντα με τα αναφερόμενα στον κανονισμό, επίσης καταδεικνύει ότι το αίτημα μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε. Και εξηγώ· δοθέντος ότι η τροποποίηση επιτρέπεται για σφάλμα που άπτεται της δικογραφίας, τι ακριβώς σημαίνει τούτο εξετάζεται πιο κάτω, δεν νοείται χρονικός περιορισμός. Φανταστείτε λόγου χάριν ότι μετά την καταχώριση της μαρτυρίας από μια ή και τις δύο πλευρές, καθίσταται προφανές ότι ένα από τα δικόγραφα είναι ελλιπές, δηλαδή απουσιάζει μια ολόκληρη σελίδα. Είναι αντιληπτό ότι ο σκοπός του κανονισμού είναι σε περίπτωση που διαπιστωθεί τούτο, το δικαστήριο να λάβει μέτρα για διόρθωση και όχι να κλείσει τα μάτια. Από την άλλη, το δεύτερο σκέλος του κανονισμού καθιστά σαφές ότι η τροποποίηση επιτρέπεται για εισαγωγή νέων δεδομένων που δεν ήταν υπαρκτά κατά το χρόνο καταχώρισης του συγκεκριμένου δικογράφου. Αυτή και μόνο η πρόνοια στον κανονισμό φανερώνει πως αίτημα τέτοιας φύσης μάλλον καθυστερημένα θα υποβληθεί και όχι άλλως πως. Διαπιστώνεται λοιπόν ότι η καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος δεν είναι ο μόνος, αλλά ούτε και ο πλέον καθοριστικός λόγος που διέπει το αίτημα. Ζητούμενο εν προκειμένω είναι το κατά πόσο πληρούνται οι δύο προϋποθέσεις που αναφέρονται στον κανονισμό και οι οποίοι άλλοι λόγοι είναι παρεμφερείς και δευτερεύοντες. Τώρα, οι ενάγοντες ανέφεραν περαιτέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι ριζική και θεμελιώδης. Κρίνω πως ούτε αυτό είναι αρκετό διά απόρριψη του αιτήματος. Αναμφίβολα η αιτούμενη τροποποίηση είναι εκτεταμένη, εν τούτοις επί του προκειμένου κρίνω ότι εξακολουθεί να ισχύει η αρχή που τέθηκε στην υπόθεση Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ v Γενικού Εισαγγελέα, Πολ.Έφ.204/2009, ημερομηνίας 25.04.2012. Λέχθηκε εκεί ότι∙ «Οι Εφεσείοντες προβάλλουν επίσης στα πλαίσια του τρίτου λόγου έφεσης, ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν έπρεπε να επιτρέψει την τροποποίηση, εφόσον με αυτή προστίθεντο νέες βάσεις υπεράσπισης. Συνήθως η συγκεκριμένη ένσταση εγείρεται σε περιπτώσεις που γίνεται προσπάθεια να προστεθούν νέες βάσεις αγωγής εντελώς διαφορετικές από τις αρχικές, κάτι το οποίο θεωρείται ότι τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα. Ορισμένες φορές μάλιστα, οι νέες αιτίες αγωγής ενδέχεται να έχουν παραγραφεί. Όμως η προσθήκη νέων υπερασπίσεων, δεν έχει την ίδια δυναμική, εφόσον ο ενάγων έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αντικρούσει τους όποιους ισχυρισμούς, με την Απάντησή του στην Υπεράσπιση (βλ. Σύγγραμμα Annual Practice 1958, σελ. 627).» Όπως έχει ήδη υποδειχθεί· ο κ.1
(3)επιτρέπει την τροποποίηση ακόμη και για εισαγωγή νέων δεδομένων. Δοθέντος ότι επιτρέπεται η εισαγωγή νέων δεδομένων συνάγεται ότι ο κανονισμός αποδέχεται, τουλάχιστον σε κάποια λογική έκταση, την επέκταση του δικογράφου σε δεύτερο χρόνο. Συνεπώς ούτε αυτός ο λόγος είναι ικανός διά να ανακόψει την πορεία του αιτήματος. Επί της ουσίας του πράγματος ήταν η θέση της ευπαιδεύτης συνηγόρου των εναγομένων, ότι η περίπτωση εμπίπτει σε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος και αυτό γιατί η αιτία που ευθύνεται γι'αυτό το ζήτημα ήταν υπεράνω των δυνάμεων τόσο των δικηγόρων των εναγομένων όσο και του διευθυντή τούτων. Μάλιστα προχώρησε τούτη τη θέση λέγοντας ότι· εφόσον ο πελάτης είναι η πηγή πληροφόρησης και στη δοσμένη περίπτωση η πληροφόρηση ήταν ελλιπής ένεκα αντικειμενικά σοβαρότατου προβλήματος, το σφάλμα επηρέασε τη σύνταξη της δικογραφίας. Ας σημειωθεί από τώρα ότι δεν μειώνω και ούτε παραγνωρίζω τον ανθρώπινο πόνο, ιδιαίτερα δε όταν οι γνωστές νόρμες ανατρέπονται, όπως στην περίπτωση που γονέας υποβάλλεται στη διαδικασία κήδευσης παιδιού. Δυσβάστακτος ομολογουμένως είναι ο πόνος και απύθμενη η θλίψη του ανθρώπου σε τέτοια περίπτωση, συναισθήματα που εγκλωβίζουν και θολώνουν το μυαλό, αποστερώντας τον άνθρωπο από την ικανότητα να λειτουργήσει κατά πως αρμόζει. Έχοντας όμως τοποθετήσει τη σημασία του προβλήματος που εδώ επικαλείται η υπεράσπιση, δύο είναι τα βασικά ζητήματα που φαίνεται να αναφύονται μέσα από την αίτηση. Δικαίως ομολογουμένως η πλευρά των εναγόντων παρατηρεί πως ο θάνατος αυτός δεν τοποθετήθηκε χρονικά. Ως εκ τούτου άγνωστο παραμένει πότε έλαβε χώρα και κατ'επέκταση αδύνατο είναι για το δικαστήριο να εκτιμήσει το δικαιολογημένο ή ειλικρινές του σχετικού ισχυρισμού. Με αυτό δεν εννοώ ότι η σχετική θέση δεν είναι πιστευτή, ακριβώς το αντίθετο. Απλώς το δικαστήριο αποστερήθηκε της ευκαιρίας να αξιολογήσει τούτη δεόντως, εφόσον δεν παρασχέθηκαν οι απαιτούμενες λεπτομέρειες. Υποθέστε για παράδειγμα ότι τούτο το συμβάν [ο θάνατος], έλαβε χώρα προ δύο ή τριών ετών. Μπορεί μεν δικαιολογημένα η θλίψη να περιχαρακώνεται στα άδυτα του νου εκείνου που αφορά και επηρεάζει και μάλιστα γνήσια, για την εμπορική όμως συναλλαγή και κάθε έκφανση τούτης, διαφορετική είναι η σημασία και αλλιώς αξιολογείται από την περίπτωση που ο θάνατος ήτο πρόσφατος, φερ'ειπείν λίγων ημερών και συνεπώς οι όποιες ψυχοσωματικές επιπτώσεις νωπές. Πέραν των πιο πάνω, που ούτως ή άλλως υπονομεύουν την αξία του πραγματικού βάθρου που επικαλείται η υπεράσπιση, άλλο ένα ζήτημα που προβληματίζει είναι η διασύνδεση τούτης της κατάστασης με σφάλμα στη σύνταξη της δικογραφίας. Και εξηγώ· στην υπόθεση Αβρααμίδη πιο πάνω, απασχόλησε η ερμηνεία αυτού του σκέλους του κ.1
(3)της Δ.25. Ό,τι αναφέρθηκε εκεί είναι πως· «Όπως και αν εξετάσει κανείς τα πιο πάνω αδύνατο είναι να μην διαπιστώσει ότι δεν συνιστούν καλόπιστο λάθος στη σύνταξη του δικογράφου. Σε αυτό το πλαίσιο το δικαστήριο δεν έχει απεριόριστη εξουσία να δεχτεί προσθήκη νέου γεγονότος. Η έγκριση του αιτήματος εξαρτάται από απόδειξη σφάλματος στη σύνταξη του δικογράφου. Φερ'ειπείν εκεί όπου μια ημερομηνία αναγράφηκε λανθασμένα ή καθόλου, ο κανονισμός επιτρέπει απάλειψη του σχετικού σφάλματος. Πλείστες τούτων των περιπτώσεων δεν θα είναι τίποτα άλλο παρά εκτυπωτική πλημμέλεια. Τονίζω το γεγονός ότι ο συντάκτης του κανονισμού συναρτά το λάθος με τη σύνταξη του δικογράφου. Εν ολίγοις, καλόπιστο σφάλμα άσχετο με τη σύνταξη τούτου, λόγου χάριν επειδή ο διάδικος αντιλήφθηκε καθυστερημένα κάποιο γεγονός, παρ'ότι καλόπιστο δεν είναι ικανό να υποστυλώσει το αίτημα.» Κρίνω πως ισχύουν ακριβώς τα ίδια. Αν ο συντάκτης του κανονισμού επιθυμούσε να καταστήσει κάθε καλόπιστο λάθος ως αιτία τροποποίησης, δεν θα συναρτούσε τούτο με τη σύνταξη της δικογραφίας. Πρόδηλο είναι ότι τα αναφερόμενα στον κανονισμό στόχο είχαν την απαλλαγή της διαδικασίας από σφάλματα, τυπικά ή ουσιαστικά, που όμως προέκυψαν κατά τη σύνταξη των δικογράφων. Με αυτό τον τρόπο το σφάλμα που είναι ικανό να υποστυλώσει αίτημα τροποποίησης περιορίζεται σε συγκεκριμένα ζητήματα άρρηκτα συνδεδεμένα με τη σύνταξη του δικογράφου. Αποκλείονται συναφώς προσωπικά προβλήματα του διαδίκου ή ακόμα και του δικηγόρου, που όμως είναι άσχετα με τη σύνταξη των δικογράφων. Περιπλέον, καίτοι ο διάδικος είναι η πηγή πληροφόρησης του δικηγόρου, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση της υπεράσπισης ότι αν δεν ενημερώσει δεόντως το συνήγορό του, τότε η παράλειψη αυτή θεωρείται σφάλμα που άπτεται της σύνταξης της δικογραφίας. Αν κάτι τέτοιο γινόταν αποδεχτό θα καθιστούσε το αίτημα ανέλεγκτο και υποχείριο μεγάλης γκάμας δικαιολογιών. Εύκολο θα ήταν διά κάθε συνήγορο να επικαλείται σφάλμα του διαδίκου που φαινομενικά είναι καλόπιστο, ώστε να εξασφαλίσει τροποποίηση. Δεν είναι όμως αυτό που επιζητεί ο κανονισμός, ο οποίος θέτει διάδικο και συνήγορο προ των ευθυνών τους. Αναμένεται και οι δύο να μεριμνήσουν για εξασφάλιση όλων όσων χρειάζεται. Αν όμως εκτυπωτικό σφάλμα, συντακτικό πρόβλημα ή κάτι ανάλογο, παρεισφρήσει στο δικόγραφο, και αυτό παρ'ότι οι εμπλεκόμενοι έκαναν ότι ήταν δυνατό για να αποφευχθεί, τότε αρωγός διά τη διόρθωση τούτου είναι αυτό το σκέλος του κ.1
(3)της Δ.25. Αυτό είναι εκείνο που εξυπηρετεί τούτη η έκφανση του κανονισμού και τίποτα περαιτέρω. Εν όψει όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι στην προκείμενη περίπτωση δεν διαπιστώνεται σφάλμα που άπτεται της σύνταξης της δικογραφίας. Περιπλέον, ακόμη και αν ήθελε κριθεί ότι το σφάλμα άπτεται της δικογραφίας, ελλείπει εκείνο το πραγματικό υπόβαθρο που θα το αναδείκνυε σε καλόπιστο ή μη, εφόσον δεν συνδέθηκε στενά με το θάνατο, δοθέντος ότι άγνωστο είναι πότε απέθανε ο άλλος διευθυντής των εναγομένων. Ως εκ τούτου για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των καθ'ων η αίτηση, πληρωτέα βεβαίως στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ......... Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.