Frabran Holdings Co Limited κ.α. ν. Daventree Trustees Limited, Συνεκδ. Αγωγές 13792/03 και 13842/03, 25/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Συνεκδ. Αγωγές 13792/03 και 13842/03 Αρ. Αγωγής: 13792/2003 Μεταξύ: 1. Frabran Holdings Co Limited 2. Kestrel Stock Trading Co Limited 3. Keyran Holdings Co Limited 4. Gournari Holdings Co Limited 5. Siocaco Holdings Co Limited 6. Calutta Holdings Co Limited 7. Likeit Holdings Co Limited 8. Bruker Holdings Co Limited 9. Worryco Holdings Co Limited 10. Norkema Holdings Co Limited 11. Elobelium Holdings Co Limited 12. Fiction Holdings Co Limited Εναγουσών v. Daventree Trustees Limited Εναγομένης Αρ. Αγωγής: 13842/2003 Μεταξύ: Husky Trading Co Ltd Ενάγουσας v. Daventree Trustees Limited Εναγομένης Ημερομηνία: 25 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα 1 στην Αγωγή 13792/03 και Ενάγουσα στην Αγωγή 13842/03: κ. Ν. Κυπραίος για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Για Εναγομένη: κ. Π. Ιωαννίδης με κ. Α. Αποστολίδη για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. και κα Χ. Αχιλλέως για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με τις ως άνω Αγωγές οι Ενάγουσες ζητούν απόδοση λεπτομερούς κατάστασης των περιουσιακών στοιχείων των δύο επίδικων Εμπιστευμάτων, HPH Settlement (εφεξής «το Εμπίστευμα 1») και HPH Distribution Settlement No. 2 (εφεξής «το Εμπίστευμα 2»), και είσπραξη του μεριδίου τους από τα εν λόγω Εμπιστεύματα. Αποτελεί ισχυρισμό των Εναγουσών ότι αυτές είναι δικαιούχοι των Εμπιστευμάτων ως μέτοχοι της εταιρείας ΗΡΗ και ότι η Εναγομένη, ως η εμπιστευματοδόχος (επίτροπος) αυτών, αρνείται να καταβάλει στις ίδιες το μερίδιο τους τόσο στα πλαίσια συναντήσεων μεταξύ των δύο πλευρών όσο και κατόπιν αποστολής σχετικών επιστολών ημ. 17.11.03 και 24.11.03. Στις Υπερασπίσεις της η Εναγομένη ισχυρίζεται πως οι Ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται να απαιτούν και ή δεν δικαιούνται διανομή από τα Εμπιστεύματα βασικά για τους ακόλουθους λόγους: (
- i)Οι Ενάγουσες δεν υπέβαλαν έγκυρη, κατάλληλη και καθορισμένη αίτηση διανομής. (
- ii)Οι Ενάγουσες ανήκουν στο σύμπλεγμα εταιρειών Kozeny, δηλαδή ανήκουν και ελέγχονται από τον Victor Kozeny, ο οποίος έχει καταδικαστεί σε σοβαρές ποινικές υποθέσεις για δόλιες ενέργειες εις βάρος της εταιρείας ΗΡΗ και των περιουσιακών στοιχείων αυτής και είναι φυγόδικος στις Μπαχάμες. (iii) Οι Ενάγουσες είναι υπαίτιες δόλου, απάτης και συνωμοσίας μεταξύ του Kozeny και ή της μητέρας και ή του αδελφού του και ή άλλων συνεργατών του για υπεξαίρεση και οικειοποίηση περιουσιακών στοιχείων της ΗΡΗ και δεν απέκτησαν και ή δεν διατηρούν με νόμιμο τρόπο μετοχική συμμετοχή στην HPH. (
- iv)Εκκρεμούν δικαστικές διαδικασίες και απαιτήσεις εναντίον των Εναγουσών αναφορικά με τη συμμετοχή τους στην ΗΡΗ, καθώς επίσης και για οφειλές τους προς την ΗΡΗ. Η Εναγομένη ισχυρίζεται περαιτέρω πως αναφορικά με το Εμπίστευμα 1 έγιναν διανομές σε περίπου 119,000 δικαιούχους οι οποίοι υπέβαλαν νομότυπη αίτηση ενώ για το Εμπίστευμα 2 δεν καθορίστηκε ημερομηνία και αξία διανομής και δεν έγινε καμία διανομή. Με την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο δικηγόρος των Εναγουσών δήλωσε ότι οι Ενάγουσες 2-12 στην Αγωγή υπ΄ αρ. 13792/03 διαγράφηκαν από το Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών με αποτέλεσμα την προώθηση των Αγωγών από τις δύο εναπομείνασες Ενάγουσες, ήτοι την Ενάγουσα 1 στην Αγωγή υπ΄ αρ. 13792/03 (εφεξής «η Frabran») και την Ενάγουσα στην Αγωγή υπ΄ αρ. 13842/03 (εφεξής «η Husky»). Αξίζει να σημειωθεί πως κατά τη μαρτυρία της η Μ.Ε.1 επιφύλαξε τα δικαιώματα της αναφορικά με τις Ενάγουσες 2-12 εφόσον αυτές επαναφερθούν στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, κάτι το οποίο, όπως ανέφερε, προτίθεται να πράξει μόλις εξεύρει τους κατάλληλους πόρους. Ι. Μαρτυρία Στα πλαίσια της ακρόασης, για τις Ενάγουσες κατέθεσαν δύο μάρτυρες. Η Μ.Ε.1 ήταν η κα Jitka Chvatik, η οποία ισχυρίστηκε ότι είναι η μοναδική δικαιούχος των Εναγουσών εταιρειών και κατά συνέπεια των Εμπιστευμάτων. Αναφέρθηκε στο ιστορικό ίδρυσης των Εναγουσών και των Εμπιστευμάτων, στον ρόλο του Victor Kozeny, ο οποίος είναι γιος της, καθώς επίσης στη διαδικασία απαίτησης πληρωμής και στις διαπιστώσεις της αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων και τον τρόπο διαχείρισης αυτών. Ως Μ.Ε.2 κλήθηκε ο κ. Δημήτρης Ιωαννίδης, ο οποίος στις 5.5.05 διορίστηκε ως Παραλήπτης των Εμπιστευμάτων με βάση δικαστική απόφαση στα πλαίσια της Αγωγής 13792/03. Κατέθεσε όλες τις Εκθέσεις τις οποίες ετοίμασε στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του και κλήθηκε να σχολιάσει το περιεχόμενο αυτών και γενικότερα να αναφερθεί στις ενέργειες του ως Παραλήπτης. Για την Εναγομένη κατέθεσε μόνο ένας μάρτυρας, ήτοι ο κ. Thomas Sevcik. Ο Μ.Υ. διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΗΡΗ και για κάποιο χρονικό διάστημα πρόεδρος αυτού, ως επίσης και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε για τον τρόπο λειτουργίας και διαχείρισης των Εναγουσών, αποδίδοντας πρωτεύοντα ρόλο στον Victor Kozeny σε αυτές. Αναφέρθηκε επίσης στην ίδρυση και διαχείριση των επίδικων Εμπιστευμάτων, καθώς επίσης και στη διαδικασία υποβολής αίτησης για πληρωμή δυνάμει αυτών. Ισχυρίστηκε πως οι Ενάγουσες ουδέποτε υπέβαλαν έγκυρη και νομότυπη αίτηση διανομής και αναφέρθηκε στην ύπαρξη δικαστικών διαδικασιών και ή καταδικαστικών αποφάσεων, οι οποίες εν πάση περιπτώσει ενδεχομένως να επηρεάζουν το δικαίωμα των Εναγουσών σε πληρωμή. ΙΙ. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας και των τριών μαρτύρων, είναι σημαντικό να τονιστεί εξαρχής πως τα γεγονότα έχουν αφετηρία το 1990, ήτοι πέραν των 25 ετών πριν την έναρξη της ακρόασης των Αγωγών. Σημειώνεται πως μετά την καταχώριση των Αγωγών μεσολάβησαν αρκετά διαβήματα, όπως εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης (στην Αγωγή 13792/03) για τον διορισμό Παραλήπτη, η οποία εγκρίθηκε, εκδίκαση άλλης ενδιάμεσης αίτησης (στην Αγωγή 13842/03) για μη αποξένωση περιουσίας, η οποία επίσης εγκρίθηκε, τροποποιήσεις δικογράφων, περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και ένορκες αποκαλύψεις, ενώ από το 2015 όταν οι Αγωγές τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την παρούσα σύνθεση, εκδικάστηκαν ακόμα δύο αιτήσεις, ήτοι μια για παύση του Παραλήπτη και μια για παρέμβαση τρίτου προσώπου στη διαδικασία, οι οποίες απορρίφθηκαν. Όπως θα διαφανεί κατωτέρω, η καθυστέρηση στην εκδίκαση των Αγωγών είχε σημαντικό αντίκτυπο στην εξέλιξη και διαφοροποίηση των γεγονότων και αναμφίβολα και πλήρως δικαιολογημένα επηρέασε τη δυνατότητα και μνήμη των μαρτύρων στην εξιστόρηση των γεγονότων, στον βαθμό και για θέματα τα οποία θα διαφανούν στη συνέχεια. Πέραν του ότι τα ουσιώδη γεγονότα καλύπτουν μια πολύ μεγάλη χρονική περίοδο, αυτά αφορούν σε ίδρυση μεγάλου αριθμού εταιρειών και εμπιστευμάτων, σε συναντήσεις, σε οδηγίες ως προς διάφορα ζητήματα, σε γενικές συνελεύσεις και σε δικαστικές διαδικασίες σε διάφορα μέρη του κόσμου. Για όλα αυτά είναι αντιληπτό, κατανοητό και αναμενόμενο πως φυσιολογικά οι μάρτυρες δεν ήταν σε θέση να τα θυμούνται όχι μόνο με λεπτομέρεια αλλά σε κάποιες περιπτώσεις δεν τα θυμούντο καθόλου. Αναπόφευκτα λοιπόν η αξιολόγηση των μαρτύρων θα γίνει με συνεκτίμηση αυτού του στοιχείου, καθώς επίσης και με βάση τόσο τη γενική εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε για τον καθένα όσο και την αντιπαραβολή και σύγκριση της μαρτυρίας τους με τα δικόγραφα, με προηγούμενες γραπτές δηλώσεις τους καθώς επίσης και με την υπόλοιπη έγγραφη μαρτυρία την οποία είτε έκαστος κατέθεσε προς υποστήριξη των θέσεων του είτε κατατέθηκε χωρίς ένσταση. Το Δικαστήριο γενικά αποκόμισε θετική εντύπωση αναφορικά με τη Μ.Ε.1. Είναι γεγονός πως υπήρξαν σημεία που η πάροδος τόσου χρόνου και οι συνέπειες του στη μνήμη της μάρτυρος δεν τη βοηθούσαν στο να θυμηθεί λεπτομερώς γεγονότα και κυρίως να τα διατυπώσει με ακρίβεια. Όμως το σημαντικό είναι πως γενικά ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικά την όλη εικόνα της υπόθεσης, κυρίως όσον αφορά το ιστορικό και την ίδρυση όλων των εταιρειών και των Εμπιστευμάτων, τη δική της ανάμειξη και σχέση με αυτά, τον ρόλο άλλων προσώπων, ειδικότερα του πατέρα της και του πρωτότοκου γιου της (Victor Kozeny), και κυρίως ήταν σε θέση να παρουσιάσει αρκετά έγγραφα τα οποία υποστήριζαν τις θέσεις της. Μάλιστα η μαρτυρία της για τη βασική δομή του πλέγματος των εταιρειών και εμπιστευμάτων ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως η μάρτυρας ήταν κάπως λακωνική όσον αφορά τις υποθέσεις που αφορούν τον Kozeny, κάτι το οποίο κρίνεται κατανοητό και δικαιολογημένο λόγω του ότι είναι μητέρα του και κυρίως λόγω των δικών της αντίθετων απόψεων ως προς τον ρόλο του και γενικότερα τη συμβολή του στη διαδικασία ιδιωτικοποίησης στην Τσεχία. Άλλωστε αυτό είναι ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα το οποίο άπτεται πολιτικών, οικονομικών και άλλων πεποιθήσεων. Από την άλλη όμως, σε κανένα σημείο δεν διεφάνη πρόθεση της να αποκρύψει στοιχεία είτε όσον αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες αυτού, είτε τους τόπους διαμονής του και γενικότερα τις όποιες έρευνες ή καταδικαστικές αποφάσεις εναντίον του, έστω και αν σε αυτά τοποθετήθηκε με κάπως επιφυλακτικό και γενικό τρόπο. Ο Μ.Ε.2 με τη σειρά του επίσης δημιούργησε καλή εικόνα. Όπως έχει ήδη λεχθεί, η μαρτυρία του στηρίχθηκε στο περιεχόμενο των Εκθέσεων του οι οποίες περιέχουν μια αναλυτική περιγραφή των ενεργειών και διαπιστώσεων του στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του ως Παραλήπτης. Η αδυναμία του να αναφερθεί εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια σε διάφορα ζητήματα και πάλι κρίνεται δικαιολογημένη λόγω της παρόδου τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος από τις πλείστες ενέργειες του οι οποίες έλαβαν χώρα το 2005, ενώ περαιτέρω ο μάρτυρας ήταν σαφής πως δεν προέβη μόνος προσωπικά σε όλες τις ενέργειες αλλά βοηθείτο από συνεργάτες του λόγω του μεγάλου όγκου εργασίας που είχε να γίνει. Εν πάση περιπτώσει, αυτή η αδυναμία του δεν ενέχει ιδιαίτερη σημασία από τη στιγμή που οι ενέργειες και οι διαπιστώσεις του καταγράφοντο στις Εκθέσεις του σε χρόνο πλησιέστερο προς τα διαδραματισθέντα. Μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας του διαφάνηκε ο επαγγελματισμός του και η πλήρης αντίληψη της σημασίας του ρόλου και των καθηκόντων του ως Παραλήπτης. Αντίθετα ο Μ.Υ. γενικά δεν ικανοποίησε το Δικαστήριο αναφορικά με την αλήθεια των ισχυρισμών του. Παρά την ενεργό του συμμετοχή, λόγω της ιδιότητας του, στα Διοικητικά Συμβούλια διάφορων σχετικών εταιρειών, εντούτοις η μαρτυρία του παρέμεινε γενική και αόριστη και σε κάποιο βαθμό πλήρως ατεκμηρίωτη. Επί καίριων θεμάτων για την υπόθεση αυτός παρουσιάστηκε αντιφατικός είτε στα πλαίσια του συνόλου της προφορικής του μαρτυρίας είτε σε σχέση με προηγούμενες γραπτές του δηλώσεις. Επιπλέον κάποιοι ισχυρισμοί του δεν επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία στα οποία ο ίδιος παρέπεμψε. Συνεκτιμώντας ότι η προσκομισθείσα μαρτυρία ήταν ιδιαίτερα μακρά και καλύπτει μεγάλο φάσμα θεμάτων, κρίνεται σκόπιμο όπως η παράθεση και αξιολόγηση αυτής γίνει ανά θέμα. Όπως θα διαφανεί αμέσως κατωτέρω, για κάποια θέματα κρίνεται σκοπιμότερη η παράθεση της σχετικής μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αδιαμφισβήτητη ή αποτέλεσε κοινό έδαφος και έτσι γίνεται δεκτή από το Δικαστήριο, ενώ για τα αμφισβητούμενα θέματα είναι αναγκαία η παράθεση της σχετικής μαρτυρίας και αντιπαραβολή των εκατέρωθεν θέσεων όπου αυτό κρίνεται κατάλληλο και όχι ξεχωριστά για τον καθένα. ΙΙ.1 Ιστορικό της Μ.Ε.1 Στα πλαίσια της μαρτυρίας της η Μ.Ε.1 προέβη αρχικά σε μια εισαγωγή του δικού της ιστορικού. Επί αυτού η μάρτυρας έδωσε αρκετά στοιχεία και λεπτομέρειες αναφορικά με τα ακαδημαϊκά της προσόντα, τις χώρες διαμονής και εργασίας της και τη δημιουργία της οικογένειας της. Αυτό το σκέλος της μαρτυρίας της ουσιαστικά δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης και ως εκ τούτου γίνεται δεκτό και υιοθετείται πλήρως από το Δικαστήριο. Σύμφωνα με όσα ανέφερε η μάρτυρας, προκύπτουν τα ακόλουθα τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Η Μ.Ε.1 γεννήθηκε στην Πράγα στις 25.2.1940. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο της Πράγας και το 1970 απέκτησε ειδικότητα στη Γενική Παθολογία και συγκεκριμένα στην Καρδιολογία. Ήταν μια καταξιωμένη και επιτυχής επαγγελματίας στη χώρα της. Εργάστηκε στη φημισμένη Ιατρική Κλινική του Charles University στην Πράγα και δίδασκε επίσης Γενική Ιατρική και Καρδιολογία στο Πανεπιστήμιο. Αρκετά άρθρα και έρευνες της δημοσιεύτηκαν σε Τσέχικα και σε διεθνή ιατρικά περιοδικά, καθώς και σε Τσέχικες ιατρικές εφημερίδες. Το 1961, ενόσω ακόμα σπούδαζε, παντρεύτηκε ένα Καθηγητή Μηχανολογίας στο Πανεπιστήμιο της Πράγας. Το 1963 απέκτησαν τον Victor Kozeny (εφεξής «ο Kozeny»). Ο σύζυγος της είχε οργανώσει αντίσταση στη Ρωσική εισβολή του 1968 και διώχθηκε μέχρι τον θάνατο του. Το 1973 η Μ.Ε.1 τέλεσε δεύτερο γάμο από τον οποίο απέκτησε ακόμα ένα γιο, τον Daniel Chvatik. Ο δεύτερος σύζυγος της ήταν Καθηγητής της Ευρωπαϊκής Τεχνολογίας σε Πανεπιστήμιο στην Πράγα. Λόγω της αντίστασης (του συζύγου της) εναντίον του κουμμουνιστικού καθεστώτος, αυτός έχασε την εργασία του στην Πράγα, γεγονός το οποίο θα είχε επίσης αντίκτυπο στην επαγγελματική σταδιοδρομία της μάρτυρος και στην προοπτική εισδοχής των παιδιών της σε Πανεπιστήμια της Πράγας. Γι΄ αυτό αποφάσισαν να φύγουν από τη χώρα και το 1980 μετακόμισαν στο Μόναχο. Η ίδια δεν κατάφερε να βρει εργασία εκεί και το 1981 βρήκαν και οι δύο εργασία στην Constance και ζούσαν στη Γερμανία, στα σύνορα με Ελβετία. Και οι δύο τους εργάστηκαν σκληρά και είχαν ένα σεβαστό εισόδημα, γύρω στα DM200.000 ετησίως, ενώ η διαμονή τους προσφέρετο από τα Πανεπιστήμια όπου εργαζόταν ο σύζυγος της. Εν τω μεταξύ, με το εισόδημα τους αγόραζαν δικά τους ακίνητα. Συγκεκριμένα παρέμεινε αναντίλεκτο πως περί το 1993 αγόρασε περιουσία στο Νταβός και στην Τενερίφη. Λόγω της πολυετούς διαμονής τους στη Γερμανία, η Μ.Ε.1 απέκτησε Γερμανικό διαβατήριο. Το 1994 αφυπηρέτησαν και μετακόμισαν στο Μονακό όπου και απέκτησαν υπηκοότητα. Πώλησαν την περιουσία στην Τενερίφη και αγόρασαν ένα μικρό διαμέρισμα στο Μονακό όπου και διαμένουν. Με βάση την αναντίλεκτη θέση της, συνάγεται πως το γεγονός αυτό αφ΄ εαυτού υποδηλοί ότι ήταν άτομο με σημαντικούς οικονομικούς πόρους. Επέλεξαν το Μονακό κυρίως λόγω του καλού κλίματος και των συνθηκών ασφαλείας που επικρατούν εκεί, καθώς επίσης λόγω του ότι είναι ένα κέντρο τεχνών και εξυπηρετούσε τον σύζυγο της στη δημοσίευση βιβλίων σε θέματα τέχνης. Η Μ.Ε.1 δήλωσε πως απέκτησε σημαντική περιουσία από τον πατέρα της το 1993. Ειδικότερα ανέφερε πως ο πατέρας της, Frantisek Stehlik (εφεξής «ο Stehlik»), γεννήθηκε στην Τσεχοσλοβακία το 1911, είχε πτυχίο στα Οικονομικά και το βασικό του επάγγελμα ήταν Τραπεζίτης, Οικονομικός Σύμβουλος και Διευθυντής. Κατά τη δεκαετία του 1960 ασχολήθηκε και με τη Διαφήμιση. Το 1990 ήταν ακόμα σε πολύ καλή κατάσταση, με εξαιρετική μνήμη, και εργάστηκε μέχρι και τα τελικά στάδια της ζωής του. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, το 1990 η Τσεχική Κυβέρνηση άρχισε το πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης και ο πατέρας της αποφάσισε να ιδρύσει τη δική του εταιρεία για επιχειρηματικές ευκαιρίες στο νέο οικονομικό περιβάλλον. ΙΙ.2 ίδρυση της Harvard Capital & Consulting a.s. (HC&C) και άλλων εταιρειών μεταξύ 1990-1993 Έτσι στις 5.10.90 ο Stehlik ίδρυσε την εταιρεία Harvard Capital & Consulting a.s. (εφεξής «η HC&C»). Η ίδρυση της εν λόγω εταιρείας αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός και επιμαρτυρείται από τη Συμφωνία Ίδρυσης της, Τεκμήριο 1. Με βάση το Τεκμήριο 1, συνάγεται πως ιδρυτές αυτής, ήταν όντως ο Stehlik και κάποιο άλλο πρόσωπο, καθώς και ότι o μεν πρώτος κατέβαλε το 99% του κεφαλαίου της εταιρείας και κατείχε το 99% του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, το δε άλλο πρόσωπο το 1%. Αυτοί οι δύο και ο Kozeny απάρτιζαν το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας και ο Stehlik ήταν ο Διευθυντής της. Όπως επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο 3Α, ήτοι Απόσπασμα από το Εμπορικό Αρχείο της Τσεχίας, ο Kozeny ήταν ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου μεταξύ 16.10.90-18.1.94 και ο Stehlik μέλος αυτού μεταξύ 16.10.90-25.1.95. Η Μ.Ε.1 πρόσθεσε πως τόσο η ίδρυση της HC&C όσο και άλλων 29 εταιρειών από τον Stehlik κατά τα έτη 1990-1992 προέρχονταν εν μέρει από χρήματα τα οποία η ίδια έστελνε στον πατέρα της εφόσον αυτή και ο σύζυγος της λάμβαναν ψηλούς μισθούς και η ίδια παρείχε στους γονείς της οικονομική βοήθεια. Είναι και πάλι αναντίλεκτο πως ο Stehlik ήταν ο ιδρυτής της εταιρείας Harvard Group a.s.. Όπως προκύπτει από τη Συμφωνία Ίδρυσης της εταιρείας ημ. 30.9.91, Τεκμήριο 2Α, αυτός και κάποια Stehlikova ήταν οι ιδρυτές της με μερίδιο 50% του μετοχικού κεφαλαίου, ενώ ο Kozeny ήταν ένα εκ των τριών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Συνάγεται επίσης από τη σχετική Συμφωνία Ίδρυσης ημ. 20.11.91, Τεκμήριο 2Β, πως η Harvard Group a.s. με ακόμα ένα φυσικό πρόσωπο ίδρυσαν την εταιρεία Harvardska Burzovni Spolecnost a.s., στην οποία η πρώτη κατείχε το 90% και το άλλο πρόσωπο το 10%του μετοχικού κεφαλαίου της τελευταίας, με τον Kozeny και πάλι ένα εκ των τριών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Προκύπτει ακόμα πως ο Stehlik και ο Boris Vostry (εφεξής «ο Vostry») ήταν εκ των τριών ιδρυτών της εταιρείας Credit Management a.s.. Ο Stehlik κατείχε το 80% ενώ οι άλλοι δύο από 10% του μετοχικού κεφαλαίου, όπως φαίνεται στη σχετική Συμφωνία Ίδρυσης ημ. 20.7.91, Τεκμήριο 2Γ. Και σε αυτή την εταιρεία ο Kozeny και ο Vostry ήταν εκ των τριών μελών του Διοικητικού Συμβουλίου. Η ίδια κατάσταση παρατηρείται και αναφορικά με την ίδρυση της Victoria Security Printing a.s., με τη διαφορά πως ο Stehlik ήταν και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, με βάση τη Συμφωνία Ίδρυσης ημ. 19.2.91, Τεκμήριο 2Δ. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση της Μ.Ε.1, συνάγεται πως η HC&C γνώρισε τεράστια επιτυχία κατά τη δεκαετία του 1990, ιδιαίτερα όταν εντάχθηκε στο πρόγραμμα ιδιωτικοποίησης. Τόσο αυτή όσο και οι υπόλοιπες ιδρυθείσες από τον Stehlik εταιρείες εργοδοτούσαν πάνω από 3,000 υπαλλήλους και τα κέρδη της κατά τα έτη 1991-1998 ξεπερνούσαν τα €100εκ. Επιπλέον η HC&C είχε τεράστια επιτυχία και λόγω της ίδρυσης και διαχείρισης έξι Επενδυτικών Ταμείων (Harvard Investment Funds) τα οποία διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην Τσεχική ιδιωτικοποίηση, και διαχειρίζετο χαρτοφυλάκιο του 10% της Τσεχικής βιομηχανίας. Μάλιστα η HC&C λάμβανε ως διοικητικά τέλη περίπου το 3% της αξίας του υπό διαχείριση χαρτοφυλακίου. Η επιτυχία της εταιρείας προφανώς συνδέεται και με την αύξηση του κεφαλαίου αυτής από CZK80.000 σε 6εκ. κατόπιν απόφασης σε Έκτακτη Γενική Συνέλευση ημ. 26.9.91, Τεκμήριο 3Α. ΙΙ.3 Ρόλος και συμμετοχή Stehlik και Kozeny στην ίδρυση των εν λόγω εταιρειών Οι συνθήκες δημιουργίας και διαχείρισης των εταιρειών και κυρίως ο ρόλος των Stehlik και Kozeny σε αυτές αποτέλεσαν αντικείμενο ιδιαίτερης ενασχόλησης κατά την αντεξέταση της Μ.Ε.1. Ειδικότερα αμφισβητήθηκε η όποια οικονομική άνεση και προσωπική εμπλοκή του Stehlik στη δημιουργία και διαχείριση αυτών και προβλήθηκε η θέση ότι ο ιθύνων νους και πραγματικός ιδιοκτήτης και διαχειριστής αυτών ήταν ο Kozeny. Κατ΄ αρχάς γίνεται δεκτή η θέση της Μ.Ε.1 πως ο Kozeny συμμετείχε ουσιωδώς στην επιτυχία της HC&C της οποίας διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου μεταξύ των ετών 1991-1994. Και τούτο καθότι η ιδιότητα του ως μέλος του Συμβουλίου και η ανάμειξη του στη διαχείριση της εταιρείας αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Όσον αφορά τη θέση της πως ο Kozeny δεν ήταν μέτοχος ή δικαιούχος των πιο πάνω εταιρειών, στο παρόν στάδιο επισημαίνεται πως τουλάχιστον στα σχετικά τεκμήρια που αφορούν στις προαναφερόμενες εταιρείες αυτός δεν φαίνεται εγγεγραμμένος ούτε ως μέτοχος ούτε ως έχων άλλο συμφέρον σε αυτές. Η ίδια χαρακτήρισε τον Kozeny ως «το πρόσωπο της ιδιωτικοποίησης» ο οποίος ήταν τότε γνωστός σε όλους τους Τσέχους λόγω της έντονης προσωπικής του διαφήμισης στην τηλεόραση. Αργότερα όμως έλαβε αρνητική δημοσιότητα, ως Διευθυντής της Daventree Ltd Harvard Capital Management Worldwide, ειδικά λόγω των γραμματίων που δόθηκαν από την ΗΡΗ στην τελευταία εταιρεία και την αποτυχημένη επένδυση στο Αζερμπαϊτζάν. Αυτά τα ζητήματα θα απασχολήσουν σε κατοπινό στάδιο της απόφασης. Δήλωσε επίσης ότι ο Kozeny λάμβανε μισθό τόσο ως Διευθυντής των εταιρειών όσο και από τις δικές του επιχειρήσεις, ενώ δεν γνώριζε πώς πληρωνόταν ο πατέρας της από τις εταιρείες, καθότι αρκετά χρήματα των επιχειρήσεων κατέληγαν στη δημιουργία άλλων εταιρειών, όμως εξέφρασε με βεβαιότητα ότι αυτός κέρδισε πολλά χρήματα από την HC&C. Κατά την αντεξέταση της η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι ο πατέρας της είχε σπουδάσει Οικονομικά στην Τσεχία, για κάποιο διάστημα εργάστηκε σε Τράπεζα ενώ πάντοτε ασχολείτο στον οικονομικό τομέα και με επιχειρηματικές δραστηριότητες. Συμφώνησε μεν πως μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο ο πατέρας της εργαζόταν ως δημόσιος υπάλληλος στον Τσεχικό στρατό πλην όμως έδωσε την πειστική και λογική απάντηση πως αυτό είχε γίνει πολύ παλαιά, κατά τις δεκαετίες 1960-1970, όταν αυτή ήταν πολύ μικρή ενώ μεταγενέστερα ο πατέρας της ασχολήθηκε με επιχειρήσεις και τη διαφήμιση. Πρόσθεσε ακόμα πως κατά τη δεκαετία του 1980 υπήρχαν επιχειρήσεις στη χώρα οι οποίες βεβαίως ήταν τότε κρατικές, και πως από αυτές ο πατέρας της κέρδιζε αρκετά χρήματα λόγω του ότι υπό σοσιαλιστικό καθεστώς οι τιμές ήταν χαμηλές, όπως το κόστος διαμονής, και υπήρχε δωρεάν ασφάλιση. Συγκεκριμένα οι γονείς της διέμεναν σε διαμέρισμα, κρατική περιουσία, έναντι ενοικίου, το οποίο τελικά ο πατέρας της αγόρασε καθώς επίσης κατάφερε να αποκτήσει και μια οικία έξω από την Πράγα. Η μάρτυρας δήλωσε πως η αξία πώλησης των δύο αυτών ακινήτων ήταν η κληρονομιά που ο πατέρας της άφησε σε αυτή και την αδελφή της. Ενώ αρχικά είπε ότι η τιμή πώλησης ανήρχετο περίπου στα €400.000-500.000, δεν απέκλεισε η αξία της περιουσίας που δηλώθηκε για σκοπούς διανομής στο Δικαστήριο της Πράγας να ήταν πολύ λιγότερη, εφόσον αρχικά η μητέρα της κληρονόμησε το ½ της οικίας και οι δύο αδελφές από ¼ αυτού, και η αγορά του διαμερίσματος να έγινε σε μεταγενέστερο από τον θάνατο του πατέρα της χρόνο. Ο πατέρας της απεβίωσε το 1998 και η μητέρα της έξι έτη αργότερα ενώ τα δύο ακίνητα πωλήθηκαν μεταγενέστερα όταν οι τιμές είχαν αυξηθεί σημαντικά. Η αδυναμία της μάρτυρος να τοποθετηθεί με ακρίβεια επί αυτού του ζητήματος κρίνεται δικαιολογημένη, λόγω της παρόδου τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος, όπως άλλωστε ρητώς αναγνώρισε και η ίδια. Σημειώνεται επίσης η θέση της πως η πώληση των ακινήτων είναι πλήρως τεκμηριωμένη (εννοώντας εγγράφως) αλλά δεν παρουσίασε οποιοδήποτε σχετικό έγγραφο ούτε όμως και της ζητήθηκε κάτι τέτοιο. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτη η θέση της πως από τα χρήματα της κληρονομιάς αυτή αγόρασε στο όνομα της ένα διαμέρισμα στις Μπαχάμες το οποίο ενοικιάζει σε τρίτα πρόσωπα. Τόσο στην κυρίως εξέταση όσο και στην αντεξέταση της η Μ.Ε.1 δήλωσε επανειλημμένως πως ο πατέρας της χρησιμοποίησε τόσο χρήματα δικά του όσο και από αυτά που του έστελνε η ίδια για την καταβολή του βασικού κεφαλαίου προς τον σκοπό ίδρυσης της HC&C και εν μέρει των άλλων 29 εταιρειών. Εξήγησε πως ο πατέρας της λάμβανε τα χρήματα διά χειρός είτε κατά τις επισκέψεις του στην Constance είτε κατά τις μεταβάσεις της ίδιας ή του συζύγου της στην Πράγα. Η δυσκολία της να προσδιορίσει με ακρίβεια πόσα χρήματα έδινε στους γονείς της ετησίως κρίνεται λόγω της παρόδου 30 ετών απολύτως δικαιολογημένη. Παρά ταύτα έδωσε και κάποια καθ΄ υπολογισμόν απάντηση, λέγοντας ότι πρέπει να ανήρχετο περίπου στα DM1.000-2.000 ετησίως για μια μεγάλη χρονική περίοδο και πως οι γονείς της εξοικονομούσαν αυτό το ποσό. Ακολούθως παρέπεμψε στο Τεκμήριο 3Α, μιλώντας για βασικό κεφάλαιο CZK 500.000 και κατοχή από τον πατέρα της του 90% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, κάτι το οποίο, με βάση το Τεκμήριο 1, σαφώς δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Αυτό αποτελεί ισχυρή επιβεβαίωση πως η μάρτυρας είχε όντως δυσκολία και αδυναμία να θυμάται με ακρίβεια όλα τα δεδομένα που αφορούν στην οικονομική κατάσταση του πατέρα της και στην ίδρυση των εταιρειών, γεγονός που κρίνεται απολύτως δικαιολογημένο. Άλλωστε επί του συγκεκριμένου ζητήματος, δεν είχε κανέναν απολύτως λόγο να αναφέρει διαφορετικά δεδομένα από τη στιγμή που στηρίχθηκε και παρέπεμπε σε Τεκμήριο το οποίο η ίδια κατέθεσε. Στα ίδια πλαίσια αποδίδεται και η αδυναμία της να διαχωρίσει από το συνολικό ποσό που χρησιμοποιήθηκε από τον πατέρα της για την ίδρυση των άλλων εταιρειών, αφενός το ποσό που κατείχε ο πατέρας της και αφετέρου αυτό που εισέπραξε από την HC&C. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, παρά τις αντικειμενικές και δικαιολογημένες δυσκολίες της μάρτυρος, ήταν πρόδηλη η προθυμία και προσπάθεια της να δίνει απαντήσεις στο πλαίσιο των δυνατοτήτων της παραμένοντας σταθερή και συνεπής στις θέσεις της. Με βάση την αναντίλεκτη αναφορά της μάρτυρος, γίνεται δεκτό πως ο Kozeny αποφοίτησε από το Πανεπιστήμιο Harvard το 1989, εργάστηκε σε δικηγορικό οίκο στο Λονδίνο για οικονομικά θέματα και επέστρεψε στην Πράγα το 1990. Ενώ η μάρτυρας δεν θυμόταν με ακρίβεια πότε εντός του 1990 ο Kozeny εγκαταστάθηκε στην Πράγα, επισήμανε πως με την ίδρυση της HC&C από τον πατέρα της, ο Kozeny έγινε Διευθυντής της με τον πατέρα της. Η μάρτυρας ήταν σαφής πως ο γιος της ουδέποτε ίδρυσε οποιαδήποτε εταιρεία, πως ουδέποτε ήταν μέτοχος τέτοιας εταιρείας και πως είχε μόνο εκτελεστικά καθήκοντα, θέση η οποία συμφωνεί πλήρως με τα σχετικά προαναφερόμενα Τεκμήρια. Η μάρτυρας υπήρξε σταθερή και πειστική καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της πως ο πατέρας της ήταν ο ιδρυτής των εταιρειών και είχε ενεργό συμμετοχή στη διαχείριση αυτών, ενώ τότε ο Kozeny δεν είχε χρήματα για ίδρυση εταιρειών, ήταν μόνο Διευθυντής και λάμβανε αμοιβή για την εργασία του, θέση η οποία υπό το φως όλων των ανωτέρω στοιχείων κρίνεται λογική και καθίσταται δεκτή. Αποτελεί διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η μάρτυρας δεν προσπάθησε να μειώσει ή υποβαθμίσει τον ρόλο του Kozeny στη διαδικασία ιδιωτικοποίησης στην Τσεχία. Πέραν του ότι τον χαρακτήρισε ως το «πρόσωπο» αυτής, δέχθηκε έντιμα πως αυτός συνέβαλε σημαντικά στην επιτυχία της. Εξήγησε με απλό και κατανοητό τρόπο την όλη συνεισφορά του Kozeny σε αυτή τη διαδικασία η οποία έλαβε χώρα το 1992. Αυτή η ανάμειξη του άλλωστε αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Ειδικότερα ανέφερε και γίνεται δεκτό πως η Κυβέρνηση της Τσεχίας εξέδωσε κουπόνια ιδιωτικοποίησης τα οποία οι Τσέχοι πολίτες μπορούσαν να αγοράσουν σε πολύ χαμηλή τιμή. Λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος, ο Kozeny ξεκίνησε μια μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και ειδικά στην τηλεόραση προβάλλοντας τότε πως όποιος επένδυε τα κουπόνια στο επενδυτικό ταμείο Harvard θα λάμβανε αποπληρωμή (απόδοση) δεκαπλάσια της αξίας αγοράς των κουπονιών. Περίπου ένα εκ. πολίτες πραγματοποίησαν τέτοιο όφελος ενώ οι υπόλοιποι 240,000 δεν υπέβαλαν αίτηση για αποπληρωμή. Αργότερα τα έξι επενδυτικά κεφάλαια μετατράπηκαν στην εταιρεία ΗΡΗ και οι κάτοχοι των κουπονιών κατέστησαν μέτοχοι της ΗΡΗ. Για καθαρά πολιτικούς λόγους και λόγω της αντίθεσης των κουμουνιστών με την ιδιωτικοποίηση άρχισε μια τεράστια επίθεση εναντίον του Kozeny με 10-15 δημοσιεύματα εναντίον του ημερησίως και υπήρξε τέτοια πολιτική πίεση και άλλη πίεση από τα Μέσα Ενημέρωσης, η οποία τον ώθησε να αποποιηθεί των διευθυντικών του θέσεων στις εταιρείες και να διαφύγει από την Τσεχία. Ήταν η θέση της μάρτυρος πως η αντίθεση στράφηκε εναντίον του Kozeny προσωπικά (και όχι εναντίον της εταιρείας) προφανώς λόγω της διασύνδεσης από τα ΜΜΕ της ιδιωτικοποίησης με το πρόσωπο του, ενώ κάποια δυσμενή άρθρα είχαν δημοσιευτεί και εναντίον του πατέρα της. Σε κάποιο στάδιο και οι δύο είχαν πέντε σωματοφύλακες για τη δική τους ασφάλεια. Η μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά την υποβολή ότι ο Kozeny θεωρείτο ως ο ιθύνων νους και ιδιοκτήτης της HC&C και των εταιρειών του ομίλου Harvard, αποδίδοντας τη δημιουργία πιθανόν τέτοιας εσφαλμένης εντύπωσης στη μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία και κάλυψη του στα ΜΜΕ. Είναι γεγονός πως επί του συγκεκριμένου ζητήματος η μάρτυρας απαντούσε με ευθύτητα, σταθερότητα και συνέπεια, προβάλλοντας λογικά επιχειρήματα προς υποστήριξη των όσων είπε. Όσον αφορά τις συνθήκες ίδρυσης της HC&C και των άλλων εταιρειών, σημειώνεται πως ο διορισμός του Μ.Υ. στις εταιρείες του ομίλου Harvard ξεκίνησε το 1993, επομένως η μαρτυρία του αναφερόταν από αυτό το έτος και μετέπειτα. Μάλιστα ο ίδιος ουδόλως αναφέρθηκε στις συνθήκες ίδρυσης των εταιρειών και στον τότε ρόλο του Stehlik. Η υπεράσπιση παρέπεμψε στην πρώτη ένορκη δήλωση ημ. 15.4.04 του Vostry στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας στα Cayman Islands, στην οποία ο ενόρκως δηλών είχε αναφέρει ότι ο Kozeny ήλεγχε την HC&C και την Credit Management a.s. Αυτή η ένορκη δήλωση κατατέθηκε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης της Μ.Ε.1 για σκοπούς παραπομπής στους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτή αναφορικά με την περιουσία των επίδικων Εμπιστευμάτων, Τεκμήριο 87. Σύμφωνα με το περιεχόμενο αυτής, ο Vostry αρχικά εργοδοτείτο στην HC&C όταν ο Kozeny του είπε ότι είναι δικαιούχος του 99% αυτής ενώ το 1992 αποχώρησε από αυτή και εργοδοτήθηκε στην Credit Management a.s., της οποία διετέλεσε ο μοναδικός Διευθυντής μέχρι το 1996, όταν και πάλι ο Kozeny του είπε ότι είναι δικαιούχος του 80% αυτής. Κατ΄ αρχάς επισημαίνεται πως η κατάθεση αυτής της ένορκης δήλωσης από τη Μ.Ε.1 έγινε για συγκεκριμένο περιορισμένο σκοπό και ουδόλως κατατέθηκε για την αλήθεια του συνόλου του περιεχομένου της. Προκύπτει πως η υπεράσπιση θεωρεί αυτή ως εξ ακοής μαρτυρία και καλεί το Δικαστήριο να δεχθεί την αλήθεια των προαναφερομένων ισχυρισμών του ενόρκως δηλούντος. Λαμβάνοντας υπόψιν τις πρόνοιες του άρθρου 27
(2)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, θεωρώ πως αυτή δεν δύναται να γίνει αποδεκτή για την αλήθεια του περιεχομένου της καθότι (
- i)δεν τέθηκε οποιοδήποτε στοιχείο αναφορικά με το κατά πόσο ήταν εύλογο ή εφικτό να κληθεί ο ενόρκως δηλών ως μάρτυρας, (
- ii)η εν λόγω ένορκη δήλωση έγινε στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας και προέρχεται από αντίδικο μέρος προωθώντας τις δικές του θέσεις και συμφέροντα και (iii) οι συγκεκριμένες αναφορές τίθενται με πολλή γενικότητα και αοριστία. Με δεδομένη τη θετική εικόνα που προκάλεσε η M.E.1 επί αυτού του ζητήματος και της τεκμηρίωσης των ισχυρισμών της από τα απαραίτητα έγγραφα, γίνεται δεκτό ότι ο Stehlik, πέραν του ότι ήταν ο αρχικός χρηματοδότης και ιδρυτής της HC&C και των υπόλοιπων εταιρειών, είχε ενεργό συμμετοχή ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου σε αυτές, ενώ ο Kozeny δεν συνεισέφερε οικονομικά για την ίδρυση αυτών. II.4 Πορεία των εταιρειών και Δημιουργία Επιστευμάτων στα οποία ανήκουν οι Ενάγουσες κατά τα έτη 1993-1994 Σύμφωνα με τη Μ.Ε.1, μετά την επιτυχία της HC&C και περί τα τέλη του 1993 ο πατέρας της, Stehlik, αποφάσισε να ξεκινήσει διαδικασίες για την μακροπρόθεσμη αποταμίευση μέρους αυτού του πλούτου και τη διασφάλιση αυτού μετά τον θάνατο του. Αποτάθηκε σε συμβολαιογράφους και λογιστές στην Πράγα, οι οποίοι του μίλησαν για εμπιστεύματα και τον παρέπεμψαν στην Ελβετία. Γι΄ αυτό ζήτησε από τη μάρτυρα να βρει κατάλληλο σύμβουλο στην Ελβετία. Όπως ανέφερε η μάρτυρας, η έρευνα της την οδήγησε στον Δρα Hans Bodmer του δικηγορικού γραφείου Von Meiss Blum & Partners στη Ζυρίχη, με τον οποίο ακολούθως είχε συχνές επαφές λόγω του ότι στις 31.12.93 η ίδια σταμάτησε να εργάζεται. Αφού τον ενημέρωσε για το όλο ζήτημα, αυτός της εξήγησε τις βασικές αρχές λειτουργίας των εμπιστευμάτων. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου ότι στην αντεξέταση της η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι οι επαφές του πατέρα της με λογιστικό οίκο τον οδήγησαν στο δικηγορικό γραφείο Von Meiss Blum & Partners και ότι ο πατέρας της ζήτησε από την ίδια να τους επισκεφθεί επειδή μιλούσε Γερμανικά. Όταν της τέθηκε ότι στην κυρίως εξέταση της έδωσε κάπως διαφοροποιημένη θέση, η μάρτυρας είπε ότι η πρώτη σύσταση για τους δικηγόρους στη Ζυρίχη λήφθηκε από τον πατέρα της στην Πράγα ο οποίος ήταν αυτός που έδωσε το έναυσμα στη μάρτυρα να αποταθεί σε αυτούς για τη μεταβίβαση των εταιρειών. Θεωρώ ότι οι αναφορές της μάρτυρος δεν παρουσιάζουν ουσιώδη αντίφαση μεταξύ τους και πάντως δεν είναι τέτοια που να πλήττει με οποιονδήποτε τρόπο είτε την αλήθεια αυτών είτε γενικότερα την αξιοπιστία της. Έτσι οι πιο πάνω θέσεις της μάρτυρος αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Στα πλαίσια αυτά παρέμεινε αναντίλεκτο το γεγονός πως στις 20.9.93 ο Stehlik παραχώρησε πληρεξούσιο έγγραφο προς τη Μ.Ε.1 δυνάμει του οποίου όλες οι εταιρείες θα μεταβιβάζοντο στο όνομα της και για το δικό της συμφέρον, Τεκμήριο 3. Αναντίλεκτο παρέμεινε επίσης πως στις 31.12.93 ο Stehlik μεταβίβασε όλες τις μετοχές ενός μεγάλου αριθμού Τσέχικων εταιρειών, συμπεριλαμβανομένων των προαναφερόμενων εταιρειών HC&C, Harvard Group, Harvardska Burzovni Spolecnost, Credit Management και Victoria Security Printing, στην Ολλανδική εταιρεία Emerging Market Investment B.V. (EMI), της οποίας μοναδικός μέτοχος ήταν η εταιρεία Peninsular Capital N.V. Αυτό επιβεβαιώνεται από τη σχετική Συμφωνία Πώλησης μεταξύ του Stehlik και της EMI, αντίγραφο της οποίας αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 4. Συνάγεται επίσης ως λογικό συμπέρασμα η αναντίλεκτη θέση της Μ.Ε.1 πως η HC&C ήταν η πιο επιτυχημένη εταιρεία καθότι έφερνε εισοδήματα από τη διαχείριση κουπονιών ιδιωτικοποιήσεων του ταμείου Harvard. Είναι επίσης γεγονός πως η Μ.Ε.1 είναι η δικαιούχος της Peninsular Capital N.V., η οποία κατέχει το 100% της ΕΜΙ, όπως βεβαιώνεται σε επιστολή των δικηγόρων Von Meiss Blum & Partners στη Ζυρίχη ημ. 2.3.95, Τεκμήριο 4. Η υπεράσπιση έθεσε το εύλογο ερώτημα γιατί ο Stehlik να αφήσει όλη αυτή την περιουσία στη Μ.Ε.1 αποκλείοντας την αδελφή της. Η ίδια έδωσε τη λογική και πειστική απάντηση ότι ήταν αυτή που ενίσχυε οικονομικά τους γονείς της οι οποίοι εκτίμησαν αυτό το γεγονός, και ότι ήταν η μόνη που μιλούσε και Γερμανικά και Αγγλικά σε αντίθεση με την αδελφή της η οποία ζούσε στη Γαλλία, μιλούσε μόνο Τσέχικα και Γαλλικά και κυρίως δεν επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον ούτε επιθυμούσε να λάβει μέρος σε αυτές τις επιχειρηματικές δραστηριότητες. Μάλιστα η Μ.Ε.1 ανέφερε ότι η αδελφή της απέρριψε εισήγηση για να είναι μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου των εταιρειών. Αυτές οι τοποθετήσεις της μάρτυρος παρέμειναν αδιαμφισβήτητες και έτσι γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο. Ενόψει της μεταβίβασης όλων των εταιρειών στη Μ.Ε.1 κατά το 1993, γίνεται δεκτή η αναντίλεκτη θέση της πως από τότε ο Stehlik δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στις εταιρείες. Περαιτέρω γίνεται δεκτή η θέση της μάρτυρος πως κατά το 1994 ο Kozeny αποποιήθηκε όλων των καθηκόντων του από τις εταιρείες, όταν κατέφυγε πλέον στις Μπαχάμες, ενώ συνέχισε τα καθήκοντα του στα επενδυτικά ταμεία Harvard και στην ΕΜΙ μέχρι και το 1998. Η ακόλουθη δομή της δημιουργίας Εμπιστευμάτων ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης, με αποτέλεσμα να γίνεται πλήρως δεκτή από το Δικαστήριο. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο Εμπιστεύματα ως εξής: II.4.A First Leader Capital Trust Αυτό το Εμπίστευμα δημιουργήθηκε στις 25.3.94 δυνάμει των Νόμων του Λιχτενστάιν μεταξύ της Prokurations-Anstalt ως εμπιστευματοπάροχου και της Interfiducia Trust ως επιτρόπου. Σχετικό είναι το Έγγραφο Εμπιστεύματος, Τεκμήριο 5. Σύμφωνα με το Παράρτημα Α του εν λόγω Τεκμηρίου, η περιουσία του Εμπιστεύματος είναι ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας Invest and Trade Corp, συσταθείσας στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τα Πρακτικά Έκτακτης Συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου του Εμπιστεύματος ημ. 28.5.96, Τεκμήριο 7. Σύμφωνα με τα Έγγραφα Εμπιστεύματος, Τεκμήρια 10-21, η Invest and Trade Corp, ως επίτροπος, κατέχει τις μετοχές όλων των Εναγουσών εταιρειών στην Αγωγή 13792/03. Αποτελεί επίσης αναντίλεκτο γεγονός πως οι Ενάγουσες είναι δεόντως εγγεγραμμένες στην Κύπρο σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, και πως αρχικά κατέχοντο από εταιρείες αντιπροσώπου (nominee companies) του δικηγορικού γραφείου Πολάκης Σαρρής και το 2003 αντικαταστάθηκαν από αντίστοιχες εταιρείες του δικηγορικού γραφείου Λ. Παπαφιλίππου. Όπως αναγράφεται στο Έγγραφο Βουλήσεως (Letter of Wishes) 3.4.00, Τεκμήριο 6, η Μ.Ε.1 ως η μοναδική δικαιούχος του Εμπιστεύματος δηλώνει ότι σε περίπτωση θανάτου της ο γιος της Daniel Chvatik θα είναι ο μοναδικός δικαιούχος και σε περίπτωση θανάτου αυτού οι μοναδικοί δικαιούχοι θα είναι τα εγγόνια της Μ.Ε.1, ήτοι οι Victoria, Brigitte και Jenny Kozeny. Συνάγεται επίσης πως από τη δημιουργία του Εμπιστεύματος, η Μ.Ε.1 είναι η μοναδική δικαιούχος αυτού, πως συστήθηκε στον επίτροπο από το δικηγορικό γραφείο Von Meiss Blum & Partners ως ο οικονομικός ιδρυτής αυτού, πως ο Kozeny δεν είναι δικαιούχος και πως ο επίτροπος ουδέποτε είχε οποιαδήποτε συναλλαγή μαζί του, σύμφωνα με το περιεχόμενο σχετικής ένορκης δήλωσης του επιτρόπου ημ. 26.10.00, Τεκμήριο 9. Τα ίδια επαναλαμβάνονται και σε πιο πρόσφατη ένορκη δήλωση του ιδίου ημ. 29.3.16, Τεκμήριο 118, στην οποία αναφέρεται επίσης ότι κατά την ύπαρξη του Εμπιστεύματος η Μ.Ε.1 πλήρωνε όλα τα λογιστικά και δικηγορικά έξοδα όπως επίσης και τα έξοδα διοίκησης. Ούτε και στην Έκθεση της εταιρείας η οποία ετοιμάστηκε από το γραφείο Π. Σαρρή, ημ. 10.11.03, Τεκμήριο 23, φαίνεται πως ο Kozeny είναι δικαιούχος των Εναγουσών. Είναι ορθή η επισήμανση της Μ.Ε.1 ότι σε αυτή αναφέρεται μεταβίβαση στον Daniel Chavtik η οποία όμως φαίνεται ότι ουδέποτε υλοποιήθηκε. Ως εκ τούτου η δομή του Εμπιστεύματος δύναται να καταγραφεί παραστατικά ως εξής: Jitka Chvatik (Δικαιούχος του First Leader Capital Trust) ↓ First Leader Capital Trust ↓ Invest and Trade Corp ↓ Frabran Holdings Co Ltd ΙΙ.4.Β Pacific Capital Trust Αυτό το Εμπίστευμα δημιουργήθηκε στις 26.5.94 δυνάμει των Νόμων του Λιχτενστάιν μεταξύ του Domar Treuhand und Verwaltungs-Anstalt ως εμπιστευματοπάροχου και της Protect Trust Management Establishment ως επιτρόπου. Σχετική είναι η Συμφωνία Εμπιστεύματος, Τεκμήριο 8. Η περιουσία του Εμπιστεύματος είναι ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας Nayoro International Ltd, συσταθείσας στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Σύμφωνα με τη Δήλωση Εμπιστεύματος, Τεκμήριο 22, η Nayoro International Ltd, ως επίτροπος, κατέχει τις μετοχές της Ενάγουσας στην Αγωγή 13842/03. Σύμφωνα με σχετικά Έγγραφα Εμπιστεύματος ημ. 20.8.96, συνάγεται πως οι εταιρείες Pontoservus Ltd και Maninteser Co. Ltd., οι οποίες ανήκαν στο γραφείο Π. Σαρρή κρατούσαν εκ 500 μετόχων της Husky εκάστη ως επίτροποι και εκ μέρους της Nayoro. Πρόκειται για το Τεκμήριο 119. Σύμφωνα με τους όρους του Εμπιστεύματος, στις 9.7.12 ο τότε επίτροπος, Protec Trust Management Establishment, διένειμε όλες τις μετοχές της Nayoro στη Μ.Ε.1, όπως καταγράφεται στο σχετικό Έγγραφο Διορισμού, Τεκμήριο 117. Και εδώ ισχύουν τα ίδια όσον αφορά την εγγραφή της Ενάγουσας στην Κύπρο και την αντικατάσταση της εταιρείας αντιπροσώπου από το γραφείο Πολάκης Σαρρής με το γραφείο Λ. Παπαφιλίππου. Όπως αναγράφεται στο Έγγραφο Βουλήσεως 3.4.00, Τεκμήριο 8, η Μ.Ε.1 ως η μοναδική δικαιούχος του Εμπιστεύματος δηλώνει ότι σε περίπτωση θανάτου της ο γιος της Daniel Chvatik θα είναι ο μοναδικός δικαιούχος και σε περίπτωση θανάτου αυτού οι μοναδικοί δικαιούχοι θα είναι τα προαναφερόμενα τρία εγγόνια της Μ.Ε.1. Γίνεται δεκτό πως στην αντίστοιχη Έκθεση της εταιρείας η οποία ετοιμάστηκε από το γραφείο Π. Σαρρή, ημ. 10.11.03, Τεκμήριο 35, ο Kozeny δεν φαίνεται ως δικαιούχος της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου η δομή του Εμπιστεύματος δύναται να καταγραφεί παραστατικά ως εξής: Jitka Chvatik (Δικαιούχος του Pacific Capital Trust) ↓ Pacific Capital Trust ↓ Nayoro Intarnational Ltd ↓ Husky Trading Co Ltd Στη βάση της αναντίλεκτης αναφοράς της μάρτυρος καθίσταται εύρημα του Δικαστηρίου πως το εν λόγω Εμπίστευμα διαλύθηκε και πως οι μετοχές της Nayoro μεταβιβάστηκαν στην ίδια. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση της ότι ο λόγος για τον οποίο αποφάσισε τη μετά θάνατο μεταβίβαση στον δεύτερο της γιο των δικαιωμάτων της και στα δύο Εμπιστεύματα είναι ότι ο Kozeny αντιμετώπιζε πολιτικές και οικονομικές δυσκολίες. ΙΙ.5 Κτήση περιουσίας μέσω δημιουργίας άλλων εταιρειών και Εμπιστευμάτων Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της Μ.Ε.1 αναλώθηκε στην απόκτηση περιουσίας τεράστιας αξίας είτε από εταιρείες είτε από Εμπιστεύματα. Με βάση τους ισχυρισμούς της Μ.Ε.1, οι οποίοι παρέμειναν επίσης αναντίλεκτοι, προκύπτει πως το 1994 δημιουργήθηκε ακόμα ένα Εμπίστευμα, το Corinth Trust. Με την πράξη ίδρυσης του τα τότε περιουσιακά στοιχεία αυτού μεταβιβάστηκαν στη μάρτυρα. Στο Εμπίστευμα ανήκε μια παραθαλάσσια οικία στις Μπαχάμες. Αρχικά ο Kozeny διέμενε εκεί με την οικογένεια του, δυνάμει συμβολαίου ενοικίασης, μέχρι το 1998-1999 όταν μετακόμισαν στο Λονδίνο. Μετά χρησιμοποίησε ξανά την εν λόγω οικία, πλην όμως επειδή τα τέλη, φορολογικά και άλλα, γι΄ αυτή ήταν πολύ ψηλά, τα τελευταία έξι χρόνια έχει εγκαταλειφθεί πλήρως, χωρίς παροχή ηλεκτρισμού και νερού, ενώ καταστράφηκε και από βανδαλισμό αγνώστων. Το 2004 τα περιουσιακά στοιχεία του Εμπιστεύματος μεταβιβάστηκαν και πάλι στην ίδια τη Μ.Ε.1 και στη συνέχεια το Εμπίστευμα εκκαθαρίστηκε. Γίνεται δεκτή η θέση της μάρτυρος πως περί το 1996-1997 η Hallbond Ltd, η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια του Εμπιστεύματος με την ονομασία Scilla Trust, αγόρασε ένα νησί στις Μπαχάμες. Σύμφωνα πάντα με την ίδια τη μάρτυρα, αυτή ήταν η δικαιούχος του Εμπιστεύματος το οποίο είχε ιδρυθεί, όπως και τα υπόλοιπα, με τη χρήση των κεφαλαίων από τα διοικητικά τέλη της HC&C τα οποία είχαν μεταβιβαστεί στην EMI. Το νησί βρίσκεται σε προστατευόμενη περιοχή και έτσι είναι αδύνατη η διάθεση αυτού ενώ και αυτό το Εμπίστευμα εκκαθαρίστηκε το 2004. Συνάγεται ακόμα πως άλλο Εμπίστευμα του οποίου και πάλι η Μ.Ε.1 ήταν δικαιούχος είχε αγοράσει ένα σκάφος. Λόγω της παρόδου 20 ετών από τότε, κρίνεται δικαιολογημένη η αδυναμία της Μ.Ε.1 να θυμάται πού αυτό βρισκόταν ελλιμενισμένο, πλην όμως γίνεται δεκτή η αδιαμφισβήτητη θέση της πως τόσο η ίδια όσο και η οικογένεια της δεν το χρησιμοποίησαν πολύ συχνά και πως επειδή δεν απέβη επικερδές από επιχειρηματικής άποψης πωλήθηκε μετά από σύντομο χρονικό διάστημα. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτη η θέση της μάρτυρος πως στα πλαίσια ίδρυσης διαφόρων εταιρειών από τα έσοδα των διοικητικών τελών που λάμβανε η HC&C, το 1997 ιδρύθηκε και η εταιρεία Landlocked Shipping Company της οποίας η μάρτυρας ήταν η μέτοχος. Η εταιρεία αγόρασε μια οικία στο Aspen, το Peak House, έναντι US$19εκ. Τόσον η ίδια με τον σύζυγο της καθώς και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας της και κάποτε και ο Kozeny, χρησιμοποίησαν την εν λόγω οικία. Η εν λόγω οικία βρισκόταν υπό μακροχρόνια συμβόλαια ενοικίασης, προς εξασφάλιση των εξόδων συντήρησης της τα οποία ήταν τεράστια και τελικώς, λόγω αυτού, το 2001 πωλήθηκε. Μετά από ανεπιτυχή δικαστική διαδικασία εκ μέρους της Κυβέρνησης των Η.Π.Α. για την εν λόγω οικία, ηγέρθη δικαστική διαδικασία από την ΗΡΗ για την παγοποίηση των εσόδων πώλησης, η οποία ακόμα εκκρεμεί και είναι η ίδια η Μ.Ε.1 η οποία επωμίζεται την καταβολή σημαντικών ποσών για δικηγορικά έξοδα. Στο σημείο αυτό είναι κατάλληλο να λεχθεί πως το 1998 ο Kozeny αγόρασε πολυτελή οικία στο Λονδίνο, πλην όμως η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Συνάγεται ακόμα πως μετά την εγκατάσταση του στις Μπαχάμες, περί τα έτη 1999-2000, ο Kozeny χρησιμοποιούσε ιδιωτικό αεροσκάφος για τα ταξίδια του, το οποίο ήταν ναυλωμένο από την εταιρεία Daventree Ltd. Όπως εξήγησε η μάρτυρας, η Husky ήταν περιουσιακό στοιχείο του Pacific Capital Trust το οποίο ήταν ένας από τους μετόχους της Daventree Ltd. ΙΙ.6 Δημιουργία των δύο επίδικων Εμπιστευμάτων κατά τα έτη 2002-2003 Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών η δημιουργία και ύπαρξη των δύο επίδικων Εμπιστευμάτων ως ακολούθως: II.6.A HPH Settlement (Εμπίστευμα 1) Αυτό είναι το πρώτο Εμπίστευμα (το Εμπίστευμα 1) το οποίο δημιουργήθηκε στις 4.12.02 μεταξύ της HPH Cayman Ltd των Cayman Islands, ως εμπιστευματοπάροχου (settlor), της Εναγομένης, εταιρείας δεόντως εγγεγραμμένης στην Κύπρο σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, ως του αρχικού επιτρόπου (original trustee) και του κ. Juraj Siroky ως προστάτη (protector). Το Έγγραφο του Εμπιστεύματος 1 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 36. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η αρχική περιουσία του Εμπιστεύματος 1 ήταν το ποσό των US$107.100.000, όπως περιγράφεται στο Παράρτημα. Σύμφωνα με τον όρο 1.3(α), «δικαιούχος» περιλαμβάνει οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο κατά την ημερομηνία δημιουργίας του Εμπιστεύματος είναι εγγεγραμμένο στο Μητρώο Μετοχών της Δημοκρατίας της Τσεχίας ως μέτοχος της Harvardsky Prumyslovy Holding a.s. (HPH). II.6.Β HPH Distribution Settlement No. 2 (Εμπίστευμα 2) Το δεύτερο Εμπίστευμα (το Εμπίστευμα 2) δημιουργήθηκε στις 6.2.03 μεταξύ των ίδιων μερών. Το Έγγραφο του Εμπιστεύματος 2 κατατέθηκε ως Τεκμήριο 37 και οι όροι του είναι πανομοιότυποι με αυτούς του Εμπιστεύματος 1. Σύμφωνα με το Παράρτημα, η αρχική περιουσία του Εμπιστεύματος 2 ήταν 50,000 μετοχές Τάξης Α και 46,800,000 μετοχές Τάξης Γ της εταιρείας Daventree Resources Ltd Belize (εφεξής «η DRL-B»). ΙΙ.7 ΗΡΗ και Συμμετοχή Εναγουσών στην HPH Έχει ήδη αναφερθεί πως τα έξι Ταμεία Ιδιωτικοποίησης-Επένδυσης (Harvard Investment Funds) τα οποία, όπως αναφέρεται ανωτέρω, ίδρυσε και διαχειρίζετο η HC&C τελικά συγχωνεύτηκαν και αποτέλεσαν την εταιρεία ΗΡΗ. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση της Μ.Ε.1, αυτό έγινε στα μέσα του 1996. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως η ΗΡΗ βρίσκεται υπό εκκαθάριση και πως Εκκαθαριστής αυτής διορίστηκε ο κ. Castoral. Σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη θέση της Μ.Ε.1 και όπως επιβεβαιώνεται από τα σχετικά Τεκμήρια, προκύπτει πως οι Ενάγουσες κατέχουν ποσοστό μετοχών στην HPH. Κατ΄ αρχάς με βάση Απόσπασμα από το Εμπορικό Αρχείο της Πράγας με ημ. καταχώρισης 21.11.91 και ημ. έκδοσης 26.11.10, Τεκμήριο 38, συνάγεται πως το βασικό κεφάλαιο της HPH είναι CZK16.466.840.000 διαιρεμένο σε 16,466,840 μετοχές ονομαστικής αξίας CZK1.000 η καθεμιά. Σύμφωνα με Απόσπασμα του Κεντρικού Αρχείου Μετοχών της Δημοκρατίας της Τσεχίας, ημ. 2.11.10, Τεκμήριο 39, η Frabran είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης 100,000 μετοχών της ΗΡΗ. Παρόμοιο Απόσπασμα, Τεκμήριο 51, καταδεικνύει πως η Husky είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης 799,240 μετοχών της ΗΡΗ. Συνάγεται ακόμα πως αυτή η κατάσταση παραμένει η ίδια, με βάση Ενημερωμένη Κατάσταση Μετοχών και για τις δύο εταιρείες από τις 13.12.02, Τεκμήρια 52 και 64 αντίστοιχα. Σημειώνεται πως όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα είναι δεόντως πιστοποιημένα και φέρουν τη σφραγίδα Apostille με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης ημ. 5.10.61. Έτσι αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Farbran κατέχει ποσοστό 0,6072% και η Husky 4,8536% του μετοχικού κεφαλαίου της ΗΡΗ. ΙΙ.8 Ρόλος και Συμμετοχή της Μ.Ε.1 και του Kozeny στις εν λόγω εταιρείες και στα Επιστεύματα από το 1993 και μετέπειτα Ήταν η σταθερή θέση της Μ.Ε.1 καθόλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της πως από το 1993 ο δικηγορικός οίκος Von Meiss Blum & Partners είχε αναλάβει την πλήρη διαχείριση των Εμπιστευμάτων και των σχετικών εταιρειών. Σύμφωνα πάντα με την ίδια, επρόκειτο για ένα αξιόπιστο οίκο, εξ ου και ανέθεσε σε αυτόν τη σύσταση και διαχείριση τους, και συμβουλευόταν αυτόν καθώς επίσης και τους οικονομικούς συμβούλους. Δήλωσε πως δεν έτυχε συμβουλής από τον Kozeny σε αυτό το ζήτημα καθότι εκείνος βρισκόταν στις Μπαχάμες ούτε και από τον δεύτερο γιο της Daniel, ο οποίος ήταν τότε μικρός και ακόμα σπούδαζε στο Πανεπιστήμιο Harvard. Και αυτός σπούδασε Οικονομικά όμως διαμένει στην Αμερική και ασχολείται στον τομέα του διαδικτύου. Όσον δε αφορά τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εταιρειών, η μάρτυς ήταν σαφής και κάθετη ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη, ούτε βεβαίως κατείχε τα απαραίτητα προσόντα προς τούτο, και εξέφρασε τη θέση πως αυτό ήταν θέμα των Διοικητικών Συμβουλίων των εταιρειών τα οποία λάμβαναν τις αποφάσεις σε συνεργασία με τους νομικούς οίκους οι οποίοι ενεργούσαν δυνάμει πληρεξουσίων που τους είχαν παραχωρηθεί από τους επιτρόπους. Επέμενε ότι η ευθύνη για τις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εταιρειών και η μελέτη των λογιστικών ελέγχων και οικονομικών καταστάσεων ήταν ευθύνη των Διοικητικών Συμβουλίων και των επιτρόπων, και ότι η ίδια λάμβανε πολύ περιορισμένη ενημέρωση. Αυτές οι αναφορές της μάρτυρος κρίνονται απολύτως λογικές και έτσι γίνεται δεκτή η θέση της πως η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στις επιχειρηματικές δραστηριότητες και γενικότερα στη διαχείριση των εταιρειών και των Εμπιστευμάτων. Συνάγεται ακόμα πως η μάρτυρας γνώριζε σε γενικές γραμμές τη δομή και φύση των εργασιών των εταιρειών και Εμπιστευμάτων, εξ ου και ήταν σε θέση να αναφέρει ότι αυτή έδωσε οδηγίες για την ίδρυση των δύο Εμπιστευμάτων καθώς επίσης ότι έδωσε οδηγίες για την ίδρυση της Nayoro επειδή ήταν απαραίτητη η ύπαρξη ιθύνουσας εταιρείας για να κατέχει τα περιουσιακά στοιχεία του Pacific Capital Trust και ακόμα ότι ο τρόπος διαχείρισης των εταιρειών και των Εμπιστευμάτων ήταν ο ίδιος ενώ η διαχείριση των εταιρειών που κατείχαν μόνο ακίνητα ήταν σχετικά εύκολη. Στα ίδια πλαίσια κινήθηκε και η μαρτυρία της αναφορικά με τα επίδικα Εμπιστεύματα και όλες τις Ενάγουσες εταιρείες των δύο επίδικων Αγωγών. Μάλιστα ενώ η υπεράσπιση προέβαλε τη θέση ότι οι εταιρείες ουδέποτε είχαν δραστηριότητα ή εισόδημα, η ίδια δεν ήταν σε θέση να αναφέρει με ακρίβεια το κατά πόσο αυτές οι εταιρείες είχαν επιχειρηματική δραστηριότητα μέχρι το 2000, πλην όμως αποτελεί κοινό έδαφος ότι από το 2000 δεν είχαν ούτε δραστηριότητα ούτε και εισόδημα, παρά μόνο κατείχαν μετοχές της ΗΡΗ. Σημειώνεται πως η Μ.Ε.1 γνώριζε ότι η ανάγκη για δημιουργία τόσο μεγάλου αριθμού εταιρειών οφείλετο στην απαγόρευση με βάση την Τσεχική νομοθεσία κατοχής από μια εταιρεία πέραν του 5% των μετοχών άλλης εταιρείας. Εφόσον δε η ίδια φερόταν ως η δικαιούχος όλων αυτών των εταιρειών και Εμπιστευμάτων κρίνεται απολύτως λογικό το ενδιαφέρον της να τα διατηρήσει και κυρίως να τα ενισχύσει οικονομικά όπου αυτό ήταν αναγκαίο. Έτσι γίνεται δεκτή η αδιαμφισβήτητη θέση της πως η ίδια είχε πολλές προσωπικές συναντήσεις με τον επίτροπο και πως λόγω της έλλειψης ρευστότητας ή περιουσιακών στοιχείων για τα έξοδα, η ίδια η Μ.Ε.1 πλήρωνε προσωπικά όλα τα έξοδα του επιτρόπου, των λογιστών και γενικά του Εμπιστεύματος First Leader Capital Trust. Γίνεται περαιτέρω δεκτή η θέση της πως η ίδια δεν λάμβανε εκθέσεις για τα επίδικα Εμπιστεύματα καθότι οι δραστηριότητες τους ήταν θέμα των δικηγόρων, διευθυντών και λογιστών, όμως είχε αναλάβει προσωπικά τα έξοδα των λογιστών για την ετοιμασία των λογαριασμών για όλες τις Ενάγουσες εταιρείες των δύο παρουσών Αγωγών. Μάλιστα οι αναφορές της μάρτυρος αναφορικά με την ετοιμασία και πληρωμή για του λογαριασμούς των Εναγουσών επιβεβαιώνεται και από έγγραφη μαρτυρία την οποία η ίδια παρουσίασε και παρέμεινε αδιαμφισβήτητη. Έτσι γίνεται δεκτό πως ο λογιστικός οίκος Αντώνη Ασσιώτη είχε ετοιμάσει λογαριασμούς γι΄ αυτές μέχρι και το έτος 2002, και η Μ.Ε.1 κατέβαλε την ανάλογη αμοιβή. Σχετική είναι η κατάσταση του εν λόγω λογιστικού οίκου, Τεκμήριο 121. Με βάση την αναντίλεκτη θέση της μάρτυρος, μετέπειτα ανέλαβε ο λογιστικός οίκος Ζερβός ο οποίος είχε ετοιμάσει λογαριασμούς μέχρι και για το έτος 2007, και για τους οποίους η Μ.Ε.1 κατέβαλε την αμοιβή. Η ετοιμασία των λογαριασμών για έντεκα από τις Ενάγουσες, πλην της Bruker Holdings Ltd και της Ηusky, για τα έτη 2003-2004 επιβεβαιώνεται σε σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα του οίκου Ζερβός προς τη μάρτυρα με κοινοποίηση στο δικηγορικό γραφείο Λ. Παπαφιλίππου ημ. 20.11.09, Τεκμήριο 120. Στο ίδιο μήνυμα αναφέρετο επίσης πως για την ολοκλήρωση των λογαριασμών για τις εν λόγω δύο εταιρείες, αναμένετο η απάντηση σε κάποια ερωτήματα αναφορικά με αυτές. Τα ανωτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την ανάμειξη και τον ρόλο της Μ.Ε.1 δεν αποτέλεσαν αντικείμενο ενασχόλησης από τον Μ.Υ., ο οποίος ανέφερε ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά για τη Μ.Ε.1 το 2002. Αυτή η αναφορά του βεβαίως δεν είναι ικανή να διαφοροποιήσει ή ανατρέψει τα πιο πάνω γεγονότα τα οποία δεν ενέπιπταν στο πεδίο γνώσης του. Άλλωστε ο ίδιος κατέστησε σαφές ότι κατέθετε ανεξαρτήτως της όποιας εγγεγραμμένης δομής και νομικών διαδικασιών ιδιοκτησίας των εμπλεκόμενων εταιρειών. Ήταν η βασική του θέση πως ο Kozeny ήταν το πρόσωπο που στην πραγματικότητα ήλεγχε και διοικούσε τις εταιρείες και τα Εμπιστεύματα, ζήτημα το οποίο είναι άκρως επίμαχο στα πλαίσια των Αγωγών. Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του Μ.Υ., αυτός είναι κάτοχος πτυχίου στα Οικονομικά από το Πανεπιστήμιο της Πράγας. Παρέμεινε επίσης αδιαμφισβήτητο ότι ο Μ.Υ. κατείχε διάφορες θέσεις. Συγκεκριμένα το 1993 εργοδοτήθηκε στην εταιρεία HC&C και κατά τους πρώτους μήνες εργοδότησης του εκεί ασχολείτο με μελέτες των οικονομικών και στατιστικών δεδομένων ασφαλιστικής εταιρείας την οποία προωθούσε ο όμιλος εταιρειών Harvard ενώ στη συνέχεια με τη λειτουργία ταμείου συνταξιοδότησης το οποίο πωλήθηκε τρία έτη αργότερα. Κατά την αντεξέταση του προέκυψε πως αυτός εργοδοτήθηκε στην HC&C ως ανώτερος αναλυτής και ανέλυε εμπορικά ασφαλιστικά σχέδια ενώ αργότερα ασχολήθηκε με το ταμείο συνταξιοδότησης. Συνάγεται λοιπόν, όπως τελικώς αναγνώρισε και ο ίδιος, ότι κατά τα έτη 1993-1995 ήταν απλός υπάλληλος στην εταιρεία και ουδέποτε διετέλεσε μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής. Γίνεται επίσης δεκτή η θέση του μάρτυρος πως κατά τη διάρκεια των ετών 1993-1995 δεν γνώριζε τι ακριβώς συνέβαινε στις συνεδρίες του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας. Είναι ακόμα αξιοσημείωτο πως ο ίδιος ουδέποτε ήρθε σε επαφή με τον Kozeny, παρά μόνο βρέθηκαν να εργάζονται στο ίδιο γραφείο για δύο μήνες, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1993, όταν ο Kozeny επίλυε κάποια πράγματα με άλλο άτομο, ενώ οι δύο τους ούτε καν μίλησαν ποτέ μεταξύ τους. Με αυτά τα δεδομένα γίνεται εύκολα αντιληπτό πως κατ΄ εκείνη τη χρονική περίοδο ο Μ.Υ. δεν κατείχε τέτοια θέση στην εταιρεία ούτε και είχε τέτοια γνώση ή ανάμειξη στις εργασίες του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής ή οποιαδήποτε σχέση με τον ίδιο τον Kozeny που να του επιτρέπουν να εκφέρει βάσιμη άποψη ως προς τον ακριβή ρόλο του τελευταίου στην εταιρεία. Εν πάση περιπτώσει εκείνο το οποίο κατέληξε να ισχυρίζεται ο μάρτυρας ότι γνώριζε για εκείνη την περίοδο δεν είναι πως ο Kozeny ήλεγχε και διηύθυνε την εταιρεία αλλά απλώς πως εκείνος ήταν εξουσιοδοτημένος να αποφασίζει για τις επενδύσεις όλων των επενδυτικών ταμείων. Αναγνώρισε ακόμα πως ήταν καθόλα νόμιμο και επιτρεπτό όπως η λήψη αποφάσεων για την εταιρεία ανατίθεται σε Διοικητικό Σύμβουλο μιας εταιρείας. Επί αυτού κρίνεται πως η παραπομπή του μάρτυρος σε ποινική απόφαση εναντίον του Kozeny, πάντα σύμφωνα με την ερμηνεία του ιδίου του μάρτυρος, δεν υποστηρίζει τίποτε περισσότερο από το ότι αυτός αποφάσιζε για τις συναλλαγές της εταιρείας. Η δε αναφορά του μάρτυρος πως ήταν ευρέως γνωστό πως ο Kozeny ήλεγχε και διηύθυνε μεταξύ άλλων και την HC&C αφενός καταδεικνύει την επιπολαιότητα αντιμετώπισης του όλου ζητήματος με την προβολή ενός τέτοιου γενικού και αόριστου ισχυρισμού ο οποίος παρέμεινε εντελώς μετέωρος και ατεκμηρίωτος, και αφετέρου αποκαλύπτει την προσπάθεια του μάρτυρος να δημιουργήσει ισχυρές αλλά συνάμα αναληθείς εντυπώσεις αναφορικά με αυτό το ζήτημα. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου η θέση του μάρτυρος πως αφότου ο Kozeny έφυγε από την Τσεχία και παραιτήθηκε από Διοικητικός Σύμβουλος της HC&C λάμβανε ακόμα αποφάσεις δεν καταδεικνύει πως αυτός είχε τον πλήρη έλεγχο και ιδιοκτησία αλλά προφανώς την εξουσιοδότηση να λαμβάνει αποφάσεις εκ μέρους και για λογαριασμό της. Σύμφωνα και πάλι με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του Μ.Υ., αργότερα αυτός απέκτησε πιο ενεργό και σημαντικό ρόλο σε εταιρείες του ομίλου Harvard. Επομένως γίνεται δεκτό πως το 1999 πραγματοποιήθηκε ευρεία αναδιοργάνωση των εταιρειών του ομίλου και διορίστηκε μέλος ή Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου διαφόρων εταιρειών αυτού, και συγκεκριμένα της HBS-poradenska a.s., Harvard Group a.s., Universalni eensijni fond Everest a.s. και Credit Management a.s.. Ουσιαστικά διετέλεσε Ανώτερος Εκτελεστικός Διευθυντής της HBS η οποία ασκούσε εργασίες πράκτορα (broker) χρηματιστηριακών εργασιών και ήταν μέλος-μέτοχος του Χρηματιστηρίου της Πράγας. Είχε επίσης διοριστεί μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του Χρηματιστηρίου της Πράγας και της εξαρτημένης αυτού εταιρείας UNIVYC a.s. που τώρα αποτελεί το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών. Το 1999 διορίστηκε μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου (Supervisory Board) της ΗΡΗ και από το 2002 ήταν Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου της. Από τον Νοέμβριο του 2002 μέχρι και το 2011 ήταν μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης. Παραιτήθηκε από τη θέση του κατόπιν συμφωνίας διευθέτησης ημ. 31.3.11 της Αγωγής υπ΄ αρ. 11217/04 Ε.Δ. Λευκωσίας δυνάμει της οποίας οι μετοχές της εκεί Εναγομένης 8, Daventree Trustees Ltd (Εναγομένης στις παρούσες Αγωγές), θα μεταβιβάζοντο σε εταιρεία η οποία ελέγχεται από κοινού από τους δικηγόρους των διαδίκων, ήτοι Α. Νεοκλέους και Ιωαννίδης Δημητρίου, Τεκμήριο 133. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο πως η εν λόγω Αγωγή ηγέρθη από τον Εκκαθαριστή της ΗΡΗ και με αυτή αμφισβητούσε τη νομιμότητα των δύο Εμπιστευμάτων. Κατόπιν της διευθέτησης της Αγωγής με βάση την προαναφερόμενη συμφωνία, ο Εκκαθαριστής αμφισβήτησε τη νομιμότητα της συμφωνίας διευθέτησης και προς τούτο ήγειρε διάφορες Αγωγές και Αιτήσεις ενώπιον του Ε.Δ. Λευκωσίας. Αξίζει να σημειωθεί πως είναι ο Εκκαθαριστής ο οποίος επιχείρησε με σχετική αίτηση να παρέμβει στην παρούσα διαδικασία, η οποία (αίτηση), όπως αναφέρεται ανωτέρω, απορρίφθηκε με σχετική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Το 2005 ο Μ.Υ. διορίστηκε Διευθυντής των εταιρειών Tass Holding a.s. και Tass Invest a.s., που είναι θυγατρικές της εταιρείας DRL-B. Σημειώνεται πως γι΄ αυτές τις εταιρείες θα γίνει αναφορά κατωτέρω. Ήταν η θέση του μάρτυρος ότι το 2002 η HPH προωθούσε την ίδρυση των δύο επίδικων Εμπιστευμάτων και ότι αυτός, ως Πρόεδρος της εταιρείας, με άλλα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου επισκέφθηκαν τον Kozeny στις Μπαχάμες για να συζητήσουν διάφορα θέματα που αφορούσαν τις Ενάγουσες και τον όμιλο σε συνάρτηση με την σκοπούμενη ίδρυση των Εμπιστευμάτων και οφειλές του ομίλου προς την ΗΡΗ, οι οποίες σχετίζονταν με την καταβολή της τιμής αγοράς που προέκυψε από τη συμφωνία εξαγοράς των στοιχείων ενεργητικού της ΗΡΗ. Για τις οφειλές αυτές εκδόθηκαν δύο συναλλαγματικές στις οποίες η Harvard Capital Management (Worldwide) Co. Ltd ενεργούσε ως πρωτοφειλέτης και η Husky ως εγγυήτρια. Ο Κozeny είχε υπογράψει τις συναλλαγματικές εκ μέρους του πρωτοφειλέτη. Σύμφωνα πάντα με τον μάρτυρα, ουδέποτε το Διοικητικό Συμβούλιο της ΗΡΗ είχε επαφές για οποιοδήποτε ζήτημα με τη Μ.Ε.1 ή με άλλο πρόσωπο εκ μέρους της και ουδέποτε αυτή παρουσιάστηκε ως ο πραγματικός ιδιοκτήτης των Εναγουσών. Ούτε και η ίδια ή ο πατέρας της παρουσιάστηκαν ποτέ ως οι πραγματικοί τελικοί δικαιούχοι του ομίλου ή των Εναγουσών ή ασχολήθηκαν με τις δραστηριότητες ή τη διοίκηση τους ενόσω αυτός εργοδοτείτο στον όμιλο και αργότερα συμμετείχε στο Συμβούλιο της ΗΡΗ. Όσον αφορά τον Stehlik, έχει ήδη γίνει δεκτή η θέση της Μ.Ε.1 πως από το 1993 αυτός δεν ήταν πλέον ούτε ιδιοκτήτης ούτε μέλος των Διοικητικών Συμβουλίων των εταιρειών. Ο Μ.Υ. είπε ακόμα πως η διεκδίκηση που προβάλλεται στις παρούσες Αγωγές από τη Μ.Ε.1 ως η πραγματική δικαιούχος των Εμπιστευμάτων περιήλθε για πρώτη φορά στην αντίληψη του τον Νοέμβριο του 2002 μετά την έναρξη των ποινικών ερευνών εναντίον του Kozeny. Παρέπεμψε σχετικά σε επιστολή του δικηγόρου κ. Gully-Hart του δικηγορικού οίκου στην Ελβετία Schellenberg Wittmer προς την εταιρεία Grant Thornton ημ. 1.11.02, Τεκμήριο 135, στην οποία αναφέρεται πως η Μ.Ε.1 είναι η μοναδική τελική δικαιούχος των Εμπιστευμάτων και των Εναγουσών εταιρειών και ζητείται η ετοιμασία ελεγμένων λογαριασμών για τις Ενάγουσες και η καταχώριση όλων των απαραίτητων εγγράφων στον Έφορο Εταιρειών και στην Κεντρική Τράπεζα. Η ερμηνεία του εν λόγω εγγράφου από τον μάρτυρα, κατά την αντεξέταση του, ήτοι πως σε αυτό διαφαίνεται ότι οι Ενάγουσες παραβίασαν το δίκαιο της Τσεχίας και πως σε αυτό αναφέρεται ότι ο όμιλος των Εναγουσών ελέγχετο από τον Kozeny αλλά το όνομα του δεν αποκαλύπτεται λόγω του ότι οι δραστηριότητες του βρίσκονταν υπό διερεύνηση, ουδόλως ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο αυτού και κρίνεται αβάσιμη. Ο Μ.Υ. εξέφρασε τη θέση πως έχοντας υπόψιν τις συνθήκες ελέγχου και λειτουργίας των Εναγουσών και τις δικές του επαφές με τον Kozeny, ο τελευταίος ήταν ο ιθύνων νους και απόλυτος αποκλειστικός κυρίαρχος του ομίλου και των Εναγουσών. Προς τούτο κατέθεσε επιστολή ημ. 11.11.03 του δικηγορικού γραφείου Λ. Παπαφιλίππου προς το γραφείο Π. Σαρρή, Τεκμήριο 134. Διαπιστώνεται πως η ερμηνεία της εν λόγω επιστολής από τον μάρτυρα δεν είναι ορθή και βάσιμη. Είναι γεγονός πως σε αυτή αναφέρεται ότι οι δικηγόροι Λ. Παπαφιλίππου έλαβαν οδηγίες από τις εταιρείας Invest & Trade και Nayoro και τον κ. Daniel Chvatik για τη διενέργεια μεταβίβασης προς τους δικηγόρους Λ. Παπαφιλίππου των μετοχών που έκαστος κατέχει σε κάποιες από τις Ενάγουσες. Είναι λογική η θέση του μάρτυρος πως από τη στιγμή που οι δικηγόροι επικακαλούνται οδηγίες από τα αναγραφόμενα στην επιστολή πρόσωπα για την αιτούμενη μεταβίβαση, αυτά θα πρέπει να είναι οι ιδιοκτήτες των συγκεκριμένων μετοχών. Σε υποβολή πως με βάση τα Τεκμήρια 23-35 συνάγεται πως τελικώς καμία μεταβίβαση δεν διενεργήθηκε προς τον Daniel Chvatik, ο μάρτυρας δήλωσε την άγνοια του για τους Νόμους της Κύπρου δηλώνοντας ότι πιθανόν να έχει γίνει αλλαγή ιδιοκτησίας αλλά όχι αλλαγή στην εγγραφή αυτής. Αυτή η θέση του μάρτυρος δεν συνάδει με το περιεχόμενο των εν λόγω Τεκμηρίων στα οποία ρητώς αναφέρεται ότι δεν κατέστη δυνατή η υλοποίηση της μεταβίβασης (όχι της εγγραφής αυτής) στον Daniel Chvatik. Εν πάση περιπτώσει όμως το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 134 δεν αποκαλύπτει αφ΄ εαυτού πως τον έλεγχο ή την κυριότητα των εταιρειών είχαν άλλοι και δη ο Kozeny, ιδιαίτερα εφόσον έχουν ήδη κατατεθεί και γίνει αποδεκτά τα σχετικά έγγραφα όλων αυτών των εταιρειών τα οποία δείχνουν την κυριότητα των μετοχών και παραπέμπουν σαφώς στη Μ.Ε.1 ως τη μόνη δικαιούχο. Είναι όντως ενδιαφέρον πως στα πλαίσια της αντεξέτασης του και με αναφορά στο εν λόγω Τεκμήριο, ο Μ.Υ. παρουσίασε για πρώτη φορά μια κάπως διαφοροποιημένη θέση, λέγοντας ότι αυτό δείχνει πως οι Ενάγουσες ελέγχονταν είτε από τον Kozeny είτε από την οικογένεια του. Ενόψει του περιεχόμενου των Τεκμηρίων 134 και 135 και των όσων αναφέρονται ανωτέρω, η παραπομπή σε αυτά από τον μάρτυρα προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι μόνο ο Kozeny ήλεγχε τις Ενάγουσες καταρρίπτεται ως παντελώς αβάσιμη και αυθαίρετη. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως στα πλαίσια της αντεξέτασης του ο μάρτυρας στηρίχθηκε σε ακόμα ένα έγγραφο του 1996, ήτοι τηλεομοιότυπο του ομίλου Harvard προς τον Kozeny το οποίο περιλαμβάνει ενημέρωση για κάποιες επενδύσεις και υποβολή ερωτήσεων στις οποίες υπάρχει καταγραφή χειρόγραφων απαντήσεων του Kozeny. Το έγγραφο υποδείχθηκε στον δικηγόρο των Εναγουσών ο οποίος δήλωσε ότι δεν το κατανοούσε επειδή ήταν στα Τσέχικα και δεν ζήτησε την παρουσίαση του καθότι δεν περιλαμβάνετο στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εκ μέρους της Εναγομένης. Σημειώνεται πως αυτό το έγγραφο δεν επιχειρήθηκε να κατατεθεί σε οποιοδήποτε άλλο στάδιο. Έτσι αυτή η αναφορά του μάρτυρος παρέμεινε και πάλι ατεκμηρίωτη. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, υπενθυμίζεται πως κατά το 1996 ο Kozeny εξακολουθούσε να διατηρεί τα καθήκοντα του στα επενδυτικά ταμεία Harvard και στην ΕΜΙ μέχρι και το 1998, επομένως η επαφή και συνεννόηση μεταξύ εταιρειών του ομίλου και του ιδίου από μόνη της κρίνεται καθόλα δικαιολογημένη και αυτό το γεγονός αφ΄ εαυτού δεν απολήγει ούτε καταδεικνύει πλήρη έλεγχο των εταιρειών από αυτόν. Σε αυτό το πλαίσιο κρίνεται φυσιολογική και δικαιολογημένη η θέση του μάρτυρος πως κατά την εργοδότηση του στον όμιλο των εταιρειών γνώριζε πολύ καλά ότι ο Kozeny είχε καθημερινές επικοινωνίες με άτομα του ομίλου και τους έδινε οδηγίες και κάποιες φορές ο ίδιος ο μάρτυρας μίλησε μαζί του και έλαβε κάποιες πληροφορίες και οδηγίες. Σημειώνεται όμως πως και αυτή η τοποθέτηση του μάρτυρος παρέμεινε τόσο γενική και αόριστη που δεν δύναται από μόνη της να οδηγήσει σε συμπέρασμα πως ο Kozeny ήταν το άτομο που είχε τον αποκλειστικό έλεγχο του ομίλου. Αντιθέτως ενόψει της θέσης που κατείχε ο μάρτυρας στις διάφορες εταιρείες, θα αναμένετο να προσκομίσει λεπτομερή και τεκμηριωμένα στοιχεία, κάτι το οποίο σαφώς δεν έπραξε. Η υπεράσπιση και πάλι στηρίχθηκε στην ένορκη δήλωση του Vostry, Τεκμήριο 87, και ειδικότερα στον ισχυρισμό του πως πιστεύει ότι κατά το 1995 ο Kozeny κατείχε τουλάχιστον 10% σε κάθε επενδυτικό ταμείο Harvard το οποίο απέκτησε μέσω αγοράς μετοχών των μετόχων μειοψηφίας. Ούτε και αυτός ο ισχυρισμός δύναται να γίνει δεκτός για τους ίδιους ακριβώς λόγους για τους οποίους αντίστοιχος ισχυρισμός στην ίδια ένορκη δήλωση περί ιδιοκτησίας των εταιρειών HC&C και Credit Management δεν κρίθηκε ανωτέρω αποδεκτή μαρτυρία. Ο ισχυρισμός του Μ.Υ. για τη μετάβαση και συνάντηση του με τον Kozeny στις Μπαχάμες το 2002 και για την έκδοση των δύο συναλλαγματικών παρέμεινε αναντίλεκτος. Έτσι, σύμφωνα και με τη θέση της Μ.Ε.1 ότι η ίδια δεν ασχολείτο με τις δραστηριότητες των εταιρειών, γίνεται δεκτή η θέση του Μ.Υ. πως αυτή δεν ασχολήθηκε με το συγκεκριμένο θέμα των οφειλών προς την ΗΡΗ και πως ο Kozeny χειρίστηκε αυτό το ζήτημα. Το σημείο αυτό είναι κατάλληλο για να λεχθεί πως ούτε και τα ευρήματα του Δικαστηρίου αναφορικά με την απόκτηση περιουσίας από τις εταιρείες και τα Εμπιστεύματα καταδεικνύουν με οποιονδήποτε τρόπο πως ο Kozeny είχε τον αποκλειστικό έλεγχο και ιδιοκτησία αυτών. Ως εκ τούτου παρόλο που γίνεται δεκτό πως ο Kozeny διατήρησε ενεργό ρόλο στη λήψη αποφάσεων και στη διαχείριση θεμάτων αναφορικά με τις εταιρείες και τον όμιλο, η θέση του Μ.Υ. αναφορικά με τον ρόλο του Kozeny ως του απόλυτου ιδιοκτήτη, διευθυντή και δικαιούχου στις εν λόγω εταιρείες και στα Επιστεύματα από το 1993 και μετέπειτα δεν κρίνεται αξιόπιστη και δεν γίνεται δεκτή. Συνεπώς και σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία της Μ.Ε.1, αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου πως αυτή ήταν και εξακολουθεί να είναι η μοναδική ιδιοκτήτρια και τελική δικαιούχος αυτών. II.9 Δικαστικές Διαδικασίες, Καταδικαστικές Δικαστικές Αποφάσεις και Έρευνες εναντίον του Kozeny Με βάση τη θέση της Μ.Ε.1, συνάγεται πως οι Η.Π.Α. είχαν ζητήσει την έκδοση του Kozeny, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε από το εκδικάσαν Αγγλικό Δικαστήριο. Σημειώνεται πως ο Μ.Υ. περιορίστηκε σε μια γενική αναφορά σε διαδικασία έκδοσης στις Η.Π.Α., η οποία δεν κρίνεται ικανή να αντικρούσει τον ισχυρισμό της Μ.Ε.1 επί αυτού του θέματος. Αναντίλεκτη επίσης παρέμεινε και η θέση της πως για το θέμα της επένδυσης-ιδιωτικοποίησης στο Αζερμπαϊτζάν οι Η.Π.Α. ήγειραν αγωγή εναντίον του Kozeny στο Λονδίνο, η οποία διευθετήθηκε χωρίς να γίνουν οποιεσδήποτε πληρωμές μεταξύ των μερών. Παρόλο που η ίδια ήταν κάπως επιφυλακτική και λακωνική στις απαντήσεις της, εντούτοις δήλωσε επίσης πως ο Kozeny και ο κ. Bodmer κατηγορήθηκαν στις Η.Π.Α. γι΄ αυτό το ζήτημα, όμως δεν γνώριζε κατά πόσον ο κ. Bodmer συνεργάστηκε με τις Αμερικάνικες Αρχές, αν παραδέχθηκε ενοχή και αν καταδικάστηκε στην καταβολή σημαντικού προστίμου, και έτσι δεν δύναται να συναχθεί τέτοιο εύρημα. Γίνεται όμως δεκτή η θέση της μάρτυρος πως αργότερα ο Kozeny είχε κατηγορηθεί γι΄ αυτό. Η Μ.Ε.1 δεν δίστασε να αναγνωρίσει πως ο Kozeny και ο Vostry προσωπικά αντιμετώπισαν μια μόνο ποινική δικαστική διαδικασία στην Τσεχία. Όντως αυτή η θέση επαληθεύεται από τον Μ.Υ. ο οποίος όχι μόνο αναφέρθηκε σε αυτή τη διαδικασία αλλά κατέθεσε και τις σχετικές αποφάσεις. Συγκεκριμένα γίνεται δεκτό πως στις 9.7.10 αυτοί οι δύο κρίθηκαν ένοχοι από το Ε.Δ. Πράγας στην υπόθεση υπ΄ αρ. 46Τ 17/06, για αδικήματα συνωμοσίας και δόλου εναντίον της ΗΡΗ και καταδικάστηκαν σε πολυετή φυλάκιση και καταβολή αποζημιώσεων. Η πρωτόδικη απόφαση κατατέθηκε ως Τεκμήριο 136. Είναι χρήσιμη η διαπίστωση του αλλοδαπού Δικαστηρίου πως ο Kozeny είχε πληρεξούσιο να ενεργεί χωρίς περιορισμούς και να λαμβάνει αποφάσεις για αγορές και πωλήσεις μετοχών των επενδυτικών ταμείων και πως προέβη σε τέτοιες εσκεμμένες και δόλιες ενέργειες οι οποίες συνακόλουθα προκάλεσαν τη μείωση της αξίας των μετοχών της ΗΡΗ. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο της Τσεχίας στις 17.10.12, Τεκμήριο 138. Προκύπτει επίσης πως ο Kozeny είναι πρόσωπο καταζητούμενο από τις Τσεχικές Αρχές για τον σκοπό έκτισης της ποινής του για αδικήματα δόλου, όπως επιβεβαιώνεται από αντίγραφο της ιστοσελίδας της Interpol με ημερομηνία εκτύπωσης 5.9.16, Τεκμήριο 137. Τέλος, είναι γεγονός πως ο Μ.Υ. ανέφερε πως υπήρχαν διάφορες έρευνες από τις Τσεχικές αρχές και πρόσθετες έρευνες από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για παράβαση των Νόμων της Τσεχίας. Σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, οι έρευνες των Αρχών οδήγησαν τελικώς στην ποινική δίωξη και καταδίκη του Kozeny, ενώ η αναφορά του στις έρευνες της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς παρέμεινε εντελώς γενική και αόριστη. Έτσι το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε οποιοδήποτε εύρημα αναφορικά με τυχόν έρευνες εναντίον του Kozeny από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. ΙΙ.10 Γενικές Συνελεύσεις της ΗΡΗ το 2002, Ενημέρωση για τον Τρόπο Υποβολής Αίτησης Διανομής δυνάμει των επίδικων Εμπιστευμάτων και Διανομή αναφορικά με το Εμπίστευμα 1 Σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του Μ.Υ., τον Δεκέμβριο του 2002, με τη σύσταση του Εμπιστεύματος 1, η Εναγομένη ξεκίνησε τη διαδικασία διανομής μερίσματος στους δικαιούχους του. Αποτελεί κοινό έδαφος πως συγκλήθηκαν Γενικές Συνελεύσεις της ΗΡΗ το 2002. Ήταν η θέση της Μ.Ε.1, βασιζόμενη στην πληροφόρηση που έλαβε από τον δικηγόρο κ. Zak του δικηγορικού οίκου Npl Zak & Slavasik της Τσεχίας, πως δεν επετράπη σε αυτούς ως εκπροσώπους των Εναγουσών από τον Εκκαθαριστή κ. Castoral να λάβουν μέρος στις Συνελεύσεις. Είναι γεγονός πως η Μ.Ε.1 δεν έτυχε οποιασδήποτε αμφισβήτησης επί αυτής της θέσης της ούτε και της υποβλήθηκε οποιαδήποτε διαφορετική εκδοχή εκ μέρους της υπεράσπισης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Frederikou Schools Co. Ltd. κ.ά. v. Acuac Inc.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1527, παράλειψη αντεξέτασης επί ουσιωδών ζητημάτων, και κυρίως χωρίς να δοθεί βάσιμη εξήγηση γι΄ αυτή την παράλειψη, καθιστά την εν λόγω μαρτυρία ως μη αμφισβητούμενη και η μαρτυρία που προσκομίζεται από την άλλη πλευρά δύναται να αγνοηθεί από το Δικαστήριο. Περαιτέρω η Μ.Ε.1 εξέφρασε τη γνώμη πως λήφθηκαν κάποια νομικά μέτρα ως προς αυτό το ζήτημα, όμως δεν έτυχε οποιασδήποτε ενημέρωσης καθότι αυτό (το ζήτημα) ήταν καθήκον των Διευθυντών. Η Μ.Ε.1 ήταν κάθετη πως ουδέποτε έλαβε επιστολή ή ενημέρωση αναφορικά με τις λεπτομέρειες του τρόπου υποβολής αίτησης διανομής και πως πληροφορήθηκε για κάποια σχετική επί τούτου δημοσίευση στο διαδίκτυο, στην ιστοσελίδα της ΗΡΗ, πολύ αργότερα αφότου είχε απαγορευθεί η διανομή. Επί αυτού του ζητήματος κατά την κυρίως εξέταση του ο Μ.Υ. ανέφερε ότι η Εναγομένη είχε καθιδρύσει από την αρχή της ίδρυσης των Εμπιστευμάτων ευρέως δημοσιοποιημένο ιστότοπο στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.HPH-TRUST.CZ και www.trust-hph.cz με πληροφόρηση στην Αγγλική και στην Τσέχικη γλώσσα για τα Εμπιστεύματα και για τη διαδικασία αίτησης και πληρωμής και υπήρχε εκεί και το έντυπο αίτησης διανομής. Αναγνώρισε πως ουδεμία αναφορά είτε στην ιστοσελίδα είτε στο έντυπο αίτησης διανομής περιέχεται στα Έγγραφα των Εμπιστευμάτων, Τεκμήρια 36 και 37, όμως πρόσθεσε ότι είχαν γίνει πολλές δημοσιεύσεις στον Τύπο, ότι οι δικαιούχοι ειδοποιήθηκαν προσωπικά με επιστολές μέσω ταχυδρομείου και ότι ορισμένες αλλαγές στη διαδικασία υποβολής αίτησης διανομής είχαν επίσης ευρέως δημοσιευτεί σε τουλάχιστον τρεις Τσέχικες εφημερίδες. Το σχετικό έντυπο κατατέθηκε ως μέρος του Τεκμηρίου 140, η ανακοίνωση στον Τύπο στην Αγγλική ως Τεκμήριο 141 και η επιστολή που στάληκε στους δικαιούχους ως Τεκμήριο
- Τέλος είπε ότι η διαδικασία αίτησης επεξηγήθηκε και στις Γενικές Συνελεύσεις της ΗΡΗ. Είναι αξιοσημείωτο πως στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του ο μάρτυρας ουδόλως αναφέρθηκε στη διανομή του εντύπου, Τεκμήριο 140, κατά τις Γενικές Συνελεύσεις παρά μόνο κατά την αντεξέταση του. Έτσι εγείρεται το εύλογο ερώτημα γιατί να παραλείψει να αναφέρει εξαρχής ένα τόσο σημαντικό γεγονός, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αμφιβολίες ως προς το βάσιμο αυτής της θέσης του. Οι ίδιες διαπιστώσεις ισχύουν και αναφορικά με τη θέση του πως οι νομικοί εκπρόσωποι κάποιων Εναγουσών εταιρειών ήταν παρόντες στις Συνελεύσεις, εφόσον και αυτή προβλήθηκε για πρώτη φορά στην αντεξέταση του. Μάλιστα ο μάρτυρας ανέτρεξε σε κάποια έγγραφα, ήτοι τις δικές του σημειώσεις, κατονομάζοντας τον κ. Zak ως τον νομικό εκπρόσωπο της Εναγομένης 7 που ήταν παρών και ο οποίος υπέβαλε και κάποιο παράπονο στα πλαίσια της Γενικής Συνέλευσης. Είναι αξιοσημείωτο πως ενώ ο Μ.Υ.1 παρέπεμψε στα επίσημα πρακτικά της Συνέλευσης τα οποία επιβεβαιώθηκαν και από συμβολαιογράφο, αυτά δεν παρουσιάστηκαν ούτε και ζητήθηκαν. Μάλιστα σε υποβολή πως κατά τη Συνέλευση οι Ενάγουσες δεν έλαβαν ενημέρωση αναφορικά με τη διαδικασία διανομής, ο Μ.Υ.1 ανέφερε πως πέραν του κ. Zak πιστεύει πως παρών ήταν επίσης και ο κ. Nipl, κάτι το οποίο σε εκείνο το στάδιο παρέμεινε ως απλή πεποίθηση. Στην επόμενη δικάσιμο αντεξεταζόμενος ο Μ.Υ. παρέπεμψε στην ένορκη του δήλωση ημ. 10.3.04 και στις εκεί σχετικές αναφορές του πως έγιναν δύο Γενικές Συνελεύσεις, στις 13.12.02 και στις 16.12.02, και πως παρόντες ήταν οι δικηγόροι κ. Zak και κ. Nipl του δικηγορικού οίκου Nipl, Zak, Slavicek & Co, εκ μέρους των Εναγουσών 3, 5, 7 και
- Αντίγραφα των σχετικών πληρεξουσίων επισυνάπτονται ως Τεκμήρια 3Α-3Δ. Το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδώσει οποιαδήποτε βαρύτητα σε αυτό το σκέλος της μαρτυρίας του Μ.Υ. καθότι αυτή αφορά σημαντικά γεγονότα τα οποία ουδόλως υποβλήθηκαν στη Μ.Ε.1 για να θέσει τη δική της εκδοχή επί τούτων, αλλά αντίθετα η δική της θέση πως δεν επετράπη στους δικηγόρους των Εναγουσών να λάβουν μέρος στις Συνελεύσεις παρέμεινε αδιαμφισβήτητη (βλ. Frederikou Schools Co. Ltd. κ.ά. v. Acuac Inc. (ανωτέρω) και Adidas v. Jonitexo Ltd.
(1987)1 C.L.R. 383). Εν πάση περιπτώσει, ακόμα και εάν αυτή η μαρτυρία γινόταν δεκτή, η παρουσία των συγκεκριμένων δικηγόρων δυνάμει πληρεξουσίων για να εκπροσωπούν τις Ενάγουσες 3, 5, 7 και 12 δεν συνεπάγεται αυτόματα πως αυτοί εκπροσωπούσαν και άλλα νομικά πρόσωπα, και ειδικότερα την Frabran και την Husky, χωρίς την απαραίτητη νόμιμη εξουσιοδότηση προς τούτο. Ήταν η θέση του Μ.Υ. πως κατά τις Γενικές Συνελεύσεις παρουσίασε και την ιστοσελίδα του Εμπιστεύματος. Όντως είναι λογική η θέση του πως με τη δημιουργία της αυτή προφανώς είναι προσβάσιμη διεθνώς. Με βάση όμως τα όσα ο ίδιος ανέφερε, συνάγεται πως το Τεκμήριο 140 αφορά τη σημερινή μορφή της ιστοσελίδας και όχι κατά το
- Επίσης η αναφορά του πως αυτή υπήρχε αρχικά μόνο στην Τσέχικη γλώσσα, η αβεβαιότητα του για το πότε προστέθηκε Αγγλική μετάφραση εκφράζοντας τη γνώμη πως αυτό πρέπει να έγινε το 2003, καθώς επίσης και η θέση του περί αναβάθμισης της ιστοσελίδας η οποία πλέον εμφανίζεται σε νέα μορφή και περιέχει περισσότερες πληροφορίες από ό,τι η αρχική, παρόλο που και η προηγούμενη ιστοσελίδα περιείχε σημαντικές πληροφορίες, δημιουργούν αμφιβολίες ως προς την ακριβή μορφή, τη γλώσσα και το περιεχόμενο της κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήτοι κατά τα έτη 2002-2003, κατά τρόπο που δεν επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλούς συμπεράσματος. Συνάγεται επίσης πως οι όποιες δημοσιεύσεις περιορίστηκαν στον Τσέχικο τύπο ασχέτως της ύπαρξης μετόχων της ΗΡΗ εκτός Τσεχίας, όπως ήταν οι Ενάγουσες. Επί αυτού ο Μ.Υ. αρκέστηκε στην αναφορά ότι τουλάχιστον τέσσερις εξ αυτών είχαν δικηγόρους που τους εκπροσωπούσαν στην Τσεχία. Ακόμα και σε περίπτωση που αυτή η θέση του ήθελε κριθεί βάσιμη, θεωρώ ότι δεν είναι ικανή αφ΄ εαυτής να καταδείξει πως αυτοί οι δικηγόροι αφενός εκπροσωπούσαν για όλους τους σκοπούς τις συγκεκριμένες εταιρείες και αφετέρου ενεργούσαν ή δέσμευαν και τις υπόλοιπες Ενάγουσες. Όσον αφορά τις επιστολές που κατ΄ ισχυρισμόν του Μ.Υ. έχουν σταλεί σε όλους τους δικαιούχους, ως το Τεκμήριο 142, ήταν η θέση του πως αυτή στάληκε δύο φορές, ήτοι το 2003 και το 2004 μετά την ανακοίνωση της περιόδου διανομής για εκείνο το έτος. Ερωτηθείς ο μάρτυρας κατά πόσο έχει οποιοδήποτε αποδεικτικό για την αποστολή των επιστολών, αυτός εξέφρασε τη βεβαιότητα πως υπάρχει το τιμολόγιο για τα ταχυδρομικά τέλη, το οποίο όμως δεν παρουσίασε. Δήλωσε ακόμα πως λόγω του μεγάλου αριθμού των επιστολών αυτές δεν στάληκαν συστημένες, επομένως δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει απόδειξη της επίδοσης αυτών και περαιτέρω πως αυτές στάληκαν στις δηλωμένες διευθύνσεις των μετόχων, όπως οι τελευταίες ήταν καταχωρημένες στο Μητρώο της εταιρείας και στο Αποθετήριο Αξιών της Πράγας. Κατόπιν υπόδειξης του Τεκμηρίου 39 και υποβολής πως η δηλωμένη διεύθυνση της Frabran ήταν η Ιωάννη Γρυπάρη 11, Λευκωσία, αυτός δεν δέχθηκε αυτή την εισήγηση καθότι το Τεκμήριο 39 φέρει ημερομηνία 2.11.10 ενώ η ουσιώδης ημερομηνία είναι ο Δεκέμβριος του 2002 και ισχυρίστηκε ότι αποτελεί υποχρέωση του μετόχου να κοινοποιεί οποιαδήποτε αλλαγή διεύθυνσης του. Αυτές οι τοποθετήσεις του μάρτυρος παρέμειναν και πάλι γενικές, αόριστες και ατεκμηρίωτες. Υπάρχει όμως ένα στοιχείο το οποίο όντως πλήττει καίρια την αξιοπιστία του. Αυτό είναι ο εκ διαμέτρου αντίθετος ισχυρισμός στην ένορκη δήλωση του ημ. 10.3.04, την οποία ο ίδιος επικαλέστηκε, πως λόγω του τεράστιου αριθμού μετόχων ήταν παράλογο αλλά και αδύνατο να σταλούν ξεχωριστές επιστολές σε κάθε μέτοχο και πως κάτι τέτοιο δεν ήταν απαραίτητο σύμφωνα με την Τσεχική νομοθεσία ή το Ιδρυτικό Έγγραφο της εταιρείας. Είναι αναντίλεκτο πως συνολικά για την περίοδο Ιανουαρίου του 2003 μέχρι και τον Δεκέμβριο του 2004 διαμοιράστηκε σε συνολικά 118,953 δικαιούχους το συνολικό ποσό των US$45.413.213,
- Σχετική κατάσταση δημοσιεύτηκε και στην ιστοσελίδα της Εναγομένης, Τεκμήριο
- Ο Μ.Υ. εξέφρασε την απορία του πώς από τη στιγμή που 118,953 άτομα υπέβαλαν το σχετικό έντυπο για απαίτηση διανομής και πληρώθηκαν, οι Ενάγουσες ήταν οι μόνες που δεν γνώριζαν για τη διαδικασία. Πέραν του ότι αυτός ο ισχυρισμός παρέμεινε ατεκμηρίωτος, ο Μ.Υ.1 συμφώνησε πως αυτός ο αριθμός αντιπροσωπεύει λιγότερο του 50% του συνόλου των δικαιούχων. Ο ίδιος θεώρησε αυτό το ποσοστό ως επιτυχία εφόσον ο Εκκαθαριστής της ΗΡΗ αμφισβητούσε τη νομιμότητα των Εμπιστευμάτων. Εντούτοις αυτό το γεγονός από μόνο του, και χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία αναφορικά με τους μετόχους αυτούς, όπως π.χ. εάν βρίσκονταν στην Τσεχία, δεν συνεπάγεται πως και οι Ενάγουσες όφειλαν να γνωρίζουν ή γνώριζαν τη διαδικασία. Ούτε και η θέση του μάρτυρος ότι οι δικηγόροι των Εναγουσών, και ειδικότερα ο κ. Paul Gullyhart, έλαβαν γνώση για τη διαδικασία υποβολής αίτησης κατά τις συναντήσεις που είχαν μεταξύ τους στο Λονδίνο πριν τη διατύπωση της συμφωνίας για τη δημιουργία του Εμπιστεύματος κρίνεται πειστική. Μέσω των απαντήσεων του μάρτυρος, διεφάνη πως τελικώς σε αυτές τις συναντήσεις εκείνο το οποίο συζητείτο ήταν η σύνταξη των όρων της συμφωνίας του εμπιστεύματος και όχι η διαδικασία υποβολής αίτησης μέσω ειδικού και καθορισμένου εντύπου. Συγκεκριμένα, όπως έχει ήδη λεχθεί, ο μάρτυρας αναφέρθηκε στη συνάντηση στις Μπαχάμες του 2002 με τον Kozeny, όπου είχε συζητηθεί το θέμα της πληρωμής σε δικαιούχους-οφειλέτες της ΗΡΗ καθώς επίσης σε συναντήσεις στις οποίες γινόταν η προετοιμασία της διατύπωσης της συμφωνίας του εμπιστεύματος. Στις συνεχείς ερωτήσεις επί του θέματος τελικώς ο μάρτυρας αναφέρθηκε γενικόλογα και σε άλλες συναντήσεις στην Κύπρο και στο Λονδίνο, χωρίς όμως να είναι σε θέση να δώσει οποιαδήποτε περαιτέρω στοιχεία. Τελικώς διεφάνη πως μια συνάντηση έγινε στο Λονδίνο πολύ μεταγενέστερα, ήτοι το 2005, ζήτημα το οποίο εξετάζεται κατωτέρω. Ούτε και η αναφορά του μάρτυρος σε επιστολή (Τεκμήριο 5 στην ένορκη του δήλωση ημ. 10.3.04) η οποία στάληκε στις 27.12.02 προς τον ίδιο ως Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Harvard Group από τον κ. Gullyhart, (στην οποία αναφέρετο ότι δεν θα έπρεπε να γίνει διανομή), υποστηρίζει οτιδήποτε περισσότερο πέραν της γνώσης για τη διανομή και όχι απαραιτήτως για τον τρόπο υποβολής αυτής μέσω του ειδικού εντύπου. Όσον αφορά το υπό εξέταση ζήτημα και ενόψει των όσων αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η μαρτυρία του Μ.Υ. δεν είναι αξιόπιστη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Επομένως το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι στις Γενικές Συνελεύσεις της Εναγομένης τον Δεκέμβριο του 2002 οι Ενάγουσες (Frabran και Husky) εκπροσωπούνταν μέσω δικηγόρων ή άλλως πως, ότι στις εν λόγω Συνελεύσεις έγινε ενημέρωση για τη διαδικασία υποβολής αίτησης διανομής με αναφορά στο έντυπο αίτησης διανομής και ότι τέτοιο έντυπο υπήρχε εκεί διαθέσιμο, Τεκμήριο 40, ότι υπήρχε επαρκής δημοσίευση αυτής της διαδικασίας μέχρι και το 2003 στο διαδίκτυο και ότι στάληκαν ταχυδρομικώς ξεχωριστές επιστολές, Τεκμήριο 142, σε κάθε δικαιούχο - μέτοχο. ΙΙ.11 Μη Έναρξη Διαδικασίας Διανομής αναφορικά με το Εμπίστευμα 2 Αποτελεί κοινό έδαφος πως για το Εμπίστευμα 2 δεν καθορίστηκε ημερομηνία και αξία διανομής και δεν έγινε καμία διανομή. Η μόνη μαρτυρία που υπάρχει επί αυτού του ζητήματος προέρχεται από τη Μ.Ε.
- Αυτή η μαρτυρία ήταν πλήρως τεκμηριωμένη μέσω της κατάθεσης από την ίδια σχετικών εγγράφων καθώς επίσης παρέμεινε αναντίλεκτη και έτσι γίνεται πλήρως αποδεκτή από το Δικαστήριο. Επομένως συνάγεται πως η DRL-B ήταν ιδιοκτήτης 1,83 εκ. κουπονιών ιδιωτικοποιήσεων τα οποία εκδόθηκαν στο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων στο Αζερμπαϊτζάν. Αυτό αποτελεί ισχυρισμό του Vostry στην ένορκη του δήλωση (παρ. 138) ημ. 15.7.04 στα πλαίσια των διαδικασιών στα Cayman Islands, Τεκμήριο 87 και επιμαρτυρείται από τη Συμφωνία Αγοράς ημ. 10.2.03, Τεκμήριο
- Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Vostry (παρ. 136-139), το πρόγραμμα απέτυχε και η DRL-B επωμίζετο τα έξοδα σε διαδικασία στο Δικαστήριο της Νέας Υόρκης εναντίον της Κυβέρνησης του Αζερμπαϊτζάν, ως εντολοδόχος (assignee) του ποσού που ήθελε επιδικαστεί, και με τη λήξη της διαδικασίας, η οποία αναμένετο να διαρκέσει μεταξύ 3-5 ετών, το Εμπίστευμα 2 προτίθετο να προβεί σε διανομή των περιουσιακών στοιχείων του. Συνάγεται ακόμα πως σε επιστολή των Campbells προς τους Walkers ημ. 7.3.05, Τεκμήριο 96, η Εναγομένη δήλωνε ότι δεν θα προέβαινε σε αποξένωση ή μείωση των περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος 2, εκτός βεβαίως από την πληρωμή των δικηγορικών εξόδων για την προαναφερόμενη διαδικασία. Με βάση άλλη αντίστοιχη επιστολή ημ. 19.4.05, Τεκμήριο 85, αναφέρετο και πάλι πως καμία διανομή δεν θα γινόταν από το Εμπίστευμα 2 μέχρι την αποπεράτωση της διαδικασίας του Αζερμπαϊτζάν. Σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Bloomberg ημ. 17.11.09, Τεκμήριο 97, προκύπτει πως η διαδικασία είχε διευθετηθεί με την πληρωμή US$180εκ. από την TellaSonera, στα πλαίσια μιας τριμερούς συμφωνίας μεταξύ της Κυβέρνησης του Αζερμπαϊτζάν, των κατόχων κουπονιών (ήτοι της DRL-B) και της Azartel. ΙΙ.12 Συναντήσεις για Διανομή στις Ενάγουσες και Απαίτηση Πληρωμής από αυτές αναφορικά με τα Εμπιστεύματα 1 και 2 Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών πως έγιναν δύο συναντήσεις μεταξύ των δικηγόρων των Εναγουσών και του κ. Σαρρή ως Διευθυντή του Επιτρόπου των επίδικων Εμπιστευμάτων στη Λευκωσία κατά τις οποίες συζητήθηκε το θέμα της διανομής στις Ενάγουσες. Γίνεται επίσης δεκτή η αναντίλεκτη θέση της μάρτυρος πως αυτές έλαβαν χώρα στις 10 και 11.11.03, εφόσον και ο Μ.Υ. δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί ημερομηνίες. Η Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε πως οι συναντήσεις απέβησαν άκαρπες λόγω της άρνησης της Εναγομένης να προβεί σε διανομή προς τις Ενάγουσες. Έτσι η Μ.Ε.1 έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της να στείλουν σχετικές επιστολές. Μόνο κατά τη μαρτυρία του Μ.Υ. προβλήθηκε ο ισχυρισμός πως κατά τις εν λόγω συναντήσεις τόσο ο κ. Σαρρής όσο και ο ίδιος ανέφεραν ότι θα εξέταζαν ζήτημα διανομής εφόσον υποβαλλόταν κανονική αίτηση με τα απαραίτητα στοιχεία σύμφωνα με τη διαδικασία που είχε ανακοινωθεί και ήταν δημοσιευμένη. Σύμφωνα με τον Μ.Υ., οι δικηγόροι των Εναγουσών επιφυλάχθηκαν να αποφασίσουν επί αυτού και τελικώς απέστειλαν επιστολές, χωρίς ποτέ να υποβάλουν νομότυπη αίτηση. Διαπιστώνεται και πάλι πως οι θέσεις της Μ.Ε.1 ως προς το τι διημείφθη στις συναντήσεις του Νοεμβρίου ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο αντεξέτασης και δεν της υποβλήθηκαν οι αναφορές του Μ.Υ. για να τοποθετηθεί επί αυτών. Ως εκ τούτου οι θέσεις της Μ.Ε.1 γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο ενώ δεν δίδεται οποιαδήποτε βαρύτητα στις αναφορές του Μ.Υ. - βλ. Frederikou Schools Co. Ltd. κ.ά. v. Acuac Inc. (ανωτέρω) και Adidas v. Jonitexo Ltd. (ανωτέρω). Είναι κοινώς παραδεκτό πως οι Ενάγουσες απέστειλαν σε δύο περιπτώσεις επιστολές προς την Εναγομένη. Η πρώτη περίπτωση αφορά επιστολή ημ. 17.11.03, Τεκμήρια 66 και 78 από έκαστη των Εναγουσών αντίστοιχα, με την οποία βασικά ζητούσαν κατάσταση των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων και διανομή του συνολικού ποσού στο οποίο δικαιούνται. Η δεύτερη περίπτωση αφορά επιστολή με τίτλο «Δήλωση Δικαιούχου» («Beneficiary's Statement») ημ. 24.11.03, Τεκμήριο 79 (στο οποίο περιλαμβάνονται οι Δηλώσεις των Εναγουσών), στην οποία (επιστολή) επιβεβαιώνετο ο αριθμός των μετοχών της ΗΡΗ που έκαστη Ενάγουσα κατείχε και πως αυτές δεν ήταν αντικείμενο δικαστικής διαφοράς. Αποτελεί επίσης κοινό έδαφος πως αυτές οι επιστολές δεν απαντήθηκαν εξ ου και ακολούθησε η καταχώριση των Αγωγών. Έχει ήδη λεχθεί πως κατά την αντεξέταση του ο Μ.Υ. ήταν σε θέση να αναφερθεί με γενικότητα σε διάφορες συναντήσεις που έλαβαν χώρα με τους δικηγόρους των Εναγουσών και να θυμηθεί μόνο μια που έγινε στο Λονδίνο με τη συμμετοχή της Μ.Ε.
- Ενώ αρχικά εξέφρασε αδυναμία να θυμηθεί πότε αυτή πραγματοποιήθηκε, τελικώς δεν αρνήθηκε την υποβολή πως τέτοιες συναντήσεις έγιναν μεταγενέστερα της καταχώρισης των Αγωγών και αποσκοπούσαν στον συμβιβασμό αυτών. Επέμενε μόνο πως σε όλες τις συναντήσεις είχε λεχθεί πως οποιαδήποτε αίτηση θα πρέπει να εξεταστεί νοουμένου ότι υποβληθεί με τον απαιτούμενο τρόπο, θέση η οποία δεν κρίνεται πειστική ενόψει του συνόλου της μαρτυρίας του επί αυτού του ζητήματος. Έτσι γίνεται μόνο δεκτό πως κατά το 2005 έγιναν συναντήσεις μεταξύ των μερών στο Λονδίνο για σκοπούς συζήτησης των Αγωγών. ΙΙ.13 Ύπαρξη Αγωγών εναντίον των Εναγουσών Είναι επίσης κοινώς παραδεκτό πως ηγέρθησαν διάφορες δικαστικές διαδικασίες εναντίον των Εναγουσών ή σε σχέση με αυτές. Ειδικότερα προκύπτουν τα ακόλουθα τα οποία ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο αμφισβήτησης και έτσι γίνονται δεκτά από το Δικαστήριο: α. Η Αγωγή υπ΄ αρ. Sm 1332/02 (και μετέπειτα αρ. Cm 47/06-151) Ε.Δ. Πράγας από την ΗΡΗ εναντίον των Harvard Capital Management (Worldwide) Company Ltd και Huksy. Αυτή φαίνεται να έχει καταχωριστεί στις 7.11.02 και να παραλήφθηκε από το Ε.Δ. Πράγας στις 11.11.
- Αφορούσε απαίτηση για ποσό CZK732.898.738 εναντίον της Harvard ως πρωτοφειλέτιδος και της Husky ως εγγυητού δυνάμει χρεωστικού ομολόγου ημ. 30.12.
- Στις 21.11.06 το Ε.Δ. Πράγας εξέδωσε απόφαση με την οποία η Αγωγή απερρίφθη. Στις 4.9.07 το Εφετείο της Πράγας επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Σχετικό είναι το Τεκμήριο
- β. Η Αγωγή υπ΄ αρ. Sm 1333/02 Ε.Δ. Πράγας (και μετέπειτα Cmo 379/12-388) από την ΗΡΗ εναντίον των Harvard Capital Management (Worldwide) Company Ltd και Huksy. Αυτή και πάλι φαίνεται να καταχωρίστηκε στις 7.11.02 και αφορούσε απαίτηση για ποσό CZK5.419.104.000 εναντίον της Harvard ως πρωτοφειλέτη και της Husky ως εγγυητού δυνάμει χρεωστικού ομολόγου ημ.6.12.
- Με βάση την απόφαση του Εφετείου ημ. 3.10.12 προκύπτει πως το πρωτόδικο Δικαστήριο διέκοψε την Αγωγή ενώ η έφεση τελικώς απεσύρθη στις 18.7.
- Σχετικό είναι το Τεκμήριο
- γ. Η Αγωγή υπ΄ αρ. Sm 1346/02 Ε.Δ. Πράγας (και μετέπειτα Cm 32/04-172) από την Pacific Alliance Bancorp Inc. εναντίον των Harvard Capital Management (Worldwide) Ltd, Huksy και Daventree Resources Ltd. Αυτή φαίνεται να καταχωρίστηκε και παραλήφθηκε από το Ε.Δ. Πράγας στις 14.11.
- Αφορούσε και πάλι απαίτηση για ποσό CZK5.419.104.000 δυνάμει του χρεωστικού ομολόγου ημ. 6.12.
- Με βάση την απόφαση του Ε.Δ. Πράγας ημ. 9.9.05 το Δικαστήριο διέταξε τη διακοπή της Αγωγής μέχρι τον τερματισμό της Αγωγής Cm 80/
- Σχετικό είναι το Τεκμήριο
- δ. Η Αγωγή υπ΄ αρ. 8340/05 Ε.Δ. Λευκωσίας. Μία εκ των δύο Εναγουσών ήταν η HPH και οι Εναγόμενες ήταν η Huksy, Daventree Resources Ltd και Harvard Capital Management (Worldwide) Ltd. Αυτή αφορούσε και πάλι απαίτηση εναντίον της Harvard ως πρωτοφειλέτιδος και της Husky ως εγγυητού για ποσό CZK4.461.000.000 δυνάμει χρεωστικού ομολόγου ημ. 30.12.
- Στις 30.10.13 η Αγωγή αποσύρθηκε ανεπιφύλακτα εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 ενώ το κλητήριο ένταλμα είχε εκπνεύσει για την Εναγομένη 3 χωρίς να της είχε επιδοθεί. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 132Α. Σημειώνεται πως στο εν λόγω Τεκμήριο περιλαμβάνεται αντίγραφο τροποποιημένου κλητηρίου το οποίο φέρει ημερομηνία καταχώρισης 15.10.12, όμως δεν υπάρχει μαρτυρία αναφορικά με την ημερομηνία καταχώρισης του αρχικού κλητηρίου. Εκείνο το οποίο εξάγεται με βεβαιότητα είναι πως αυτή η αγωγή καταχωρίστηκε εντός του
- ε. Είναι γεγονός πως ο Μ.Υ., κατά την κυρίως εξέταση του, αναφέρθηκε σε ακόμα μια Αγωγή, ήτοι την υπ΄ αρ. 11Cm26/03 Ε.Δ. Πράγας. Επισημαίνεται πως δεν έχουν προσκομισθεί οποιαδήποτε δεόντως επικυρωμένα αντίγραφα των δικογράφων ή σχετικής απόφασης, παρά μόνο κατατέθηκε επιστολή ημ 30.8.16 των δικηγόρων Kancelar εκ μέρους του Spolek "S600" προς την Εναγομένη, Τεκμήριο
- Η προφορική μαρτυρία του Μ.Υ. σχετικά με την εν λόγω Αγωγή ουσιαστικά αποτελεί επανάληψη του περιεχομένου αυτής (της επιστολής). Στην εν λόγω επιστολή καταγράφεται πως η εν λόγω Αγωγή αφορούσε απαίτηση εκ μέρους του Spolek "S600" εναντίον 15 Κυπριακών εταιρειών (συμπεριλαμβανομένων των Frabran και Husky) και της Τσεχικής εταιρείας Harvard Group και πως το αντικείμενο της διαφοράς είναι απαίτηση για αναγνώριση-δήλωση ότι οι Εναγόμενες κατέχουν το ποσοστό ελέγχου της ΗΡΗ, ήτοι το 49,23%. Το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση του δικηγόρου των Εναγουσών πως μαρτυρία αναφορικά με αυτή την Αγωγή δεν είναι αποδεκτή και δεν δύναται να ληφθεί υπόψιν καθότι δεν περιλαμβάνεται ούτε στα δικόγραφα της Εναγομένης, ούτε στις Περαιτέρω και Καλύτερες Λεπτομέρειες της Υπεράσπισης οι οποίες καταχωρίστηκαν στα πλαίσια της Αγωγής 13792/03 στις 7.2.11, προς συμμόρφωση με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 7.11.09, αλλά ούτε και στην ένορκη δήλωση Αποκάλυψης εκ μέρους της Εναγομένης στα πλαίσια και των δύο Αγωγών ημ. 15.4.
- Μάλιστα στις δοθείσες Λεπτομέρειες γίνεται ρητή αναφορά στις Αγωγές υπ΄ αρ. (α)-(γ) ανωτέρω (η αναφορά στις Λεπτομέρειες στην Αγωγή «SM3046/02» εμφανώς συνιστά τυπογραφικό λάθος) και ακολούθως μια γενική αναφορά σε «διαδικασίες που αναφέρονται στις δημοσιευμένες Ετήσιες Εκθέσεις της ΗΡΗ ως εκκρεμούσες σε σχέση με τις προαναφερθείσες συναλλαγματικές, λεπτομέρειες των οποίων οι Εναγόμενοι δεν έχουν». Με βάση το περιεχόμενο της επιστολής είναι σαφές πως η Αγωγή 11Cm26/03 ουδεμία σχέση έχει με συναλλαγματικές. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Terzian κ.ά. v. American Life Insurance Company, Πολ. Έφ. 161/10, ημ. 3.3.17, Βραχίμη ν. Κουλουμπρή
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 836 και Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services) Ltd.
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί πως η μαρτυρία αναφορικά με αυτή την Αγωγή είναι δεκτή, θα ίσχυαν τα ακόλουθα: Θα δεχόμουν πως πράγματι, όπως αναφέρεται στην επιστολή, Τεκμήριο 144, μια τέτοια Αγωγή καταχωρίστηκε στις 12.2.03. Θα θεωρούσα πως, σύμφωνα με την αναντίλεκτη θέση του Μ.Υ., η Αγωγή απεσύρθη εναντίον της μιας εταιρείας, Berio Holdings Co Ltd, ενώ τον Οκτώβριο του 2015 το Ε.Δ. Πράγας διέταξε τη διακοπή της διαδικασίας εναντίον άλλων (εκτός της Frabran και της Husky) 11 Κυπριακών εταιρειών λόγω διάλυσης τους. Περαιτέρω θα ήταν δεκτό πως στις 10.12.15 καταχωρίστηκε έφεση εναντίον της πρωτόδικης απόφασης, η οποία ακόμα εκκρεμεί. Εν πάση περιπτώσει θα κρίνετο απολύτως ορθή η επισήμανση του δικηγόρου των Εναγουσών πως η Αγωγή ουδόλως αφορά απαίτηση από τις Ενάγουσες ή αμφισβήτηση των δικαιωμάτων τους ως μετόχων της ΗΡΗ. Προσεκτική ανάγνωση ολόκληρου του περιεχομένου της επιστολής καταδεικνύει πως στα πλαίσια της Αγωγής ουδόλως αμφισβητείται το ποσοστό που κατέχει η καθεμιά των εκεί Εναγομένων αλλά το ζητούμενο είναι δήλωση ότι οι εκεί Εναγόμενες (συμπεριλαμβανομένων των Frabran και Husky) είναι τόσο συνδεδεμένες μεταξύ τους ούτως ώστε να θεωρούνται σαν ένα πρόσωπο. Στην εν λόγω επιστολή αναφέρεται επίσης πως σε περίπτωση επιτυχίας της Αγωγής, τότε οι εκεί Εναγόμενες θα θεωρούνται ότι έχουν παραβεί την Τσέχικη νομοθεσία με την παράλειψη τους να ανακοινώσουν την κατοχή αυτού του ποσοστού και απλώς θα διαταχθούν από το Δικαστήριο όπως μην ασκούν τα δικαιώματα ψήφου που συνδέονται με τις μετοχές τους μέχρι τη συμμόρφωση τους με τον Νόμο. Επί αυτού γίνεται επίσης δεκτή η αδιαμφισβήτητη θέση της Μ.Ε.1 πως δεν υπάρχει δικαίωμα επαναφοράς των Αγωγών που αφορούν τα χρεωστικά ομόλογα. ΙΙ.14 Οφειλές Εναγουσών προς ΗΡΗ Είναι γεγονός πως ο Μ.Υ.1 αναφέρθηκε σε οφειλή του ομίλου των εταιρειών οι οποίες ελέγχονταν από τον Kozeny. Παρόλο που αναγνώρισε ότι η Frabran δεν φαίνεται να είχε οποιαδήποτε οφειλή προς την ΗΡΗ εντούτοις ο μάρτυρας προσπάθησε ανεπιτυχώς να τη διασυνδέσει. Κρίνεται σκόπιμη η παράθεση αυτούσιου μέρους της σχετικής αναφοράς του: «. ήθελα να τονίσω ότι ήταν ένας όμιλος εταιρειών όπου μια εταιρεία εξαγόρασε στοιχεία ενεργητικού της ΗΡΗ και δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό γι΄ αυτό. Επιπρόσθετα οι άλλες εταιρείες συμπεριλαμβανομένης και της Frabran Holdings Ltd, επιθυμούν να έχουν κέρδη. Βεβαίως αυτό θα είναι εις βάρος των μετόχων της ΗΡΗ.. Ότι ο χρεώστης, ο οποίος είναι αυτή η εταιρεία Harvard Capital Management NCNW, είναι η μέτοχος της Daventree Ltd, η οποία σύμφωνα με τις πληροφορίες μου είναι μέτοχος κάποιων εκ των οφειλετών. . ο όμιλος, δηλαδή οι Ενάγουσες εταιρείες έχουν παραβιάσει τον Νόμο της Τσεχίας και αυτή η κατάσταση συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Και με βάση τις ενέργειες ολόκληρου του ομίλου εταιρειών κατά των μετόχων της ΗΡΗ, πιστεύω επίσης ότι γι΄ αυτόν τον λόγο. ότι οι συναλλαγματικές φέρουν την υπογραφή των εγγυητών και γι΄ αυτόν τον λόγο έχουν καταχωρηθεί δύο αγωγές και όχι μια, παρά το γεγονός ότι είναι ένας όμιλος με έναν ιδιοκτήτη.» (σελ. 230-232, πρακτικά ημ. 8.9.16) Αυτοί οι συλλογισμοί του μάρτυρος παρέμειναν εντελώς ασαφείς και αβάσιμοι. Είναι προφανές από τα σχετικά προαναφερόμενα Τεκμήρια, ήτοι τη δικογραφία και τις σχετικές αποφάσεις στις εν λόγω Αγωγές, πως αυτές (οι Αγωγές) αφορούν συγκεκριμένα νομικά πρόσωπα υπό συγκεκριμένη ιδιότητα και για συγκεκριμένες υποχρεώσεις τους δυνάμει των χρεωστικών ομολόγων. Συνάγεται χωρίς δυσκολία πως ο Μ.Υ. προέβαλε αυτές τις θέσεις σε μια προσπάθεια να συνδέσει και τις υπόλοιπες Ενάγουσες σε αυτή τη διεκδίκηση ή ύπαρξη οφειλής προς την ΗΡΗ, η οποία όμως κρίνεται άκαρπη και ανεπιτυχής. Ως εκ τούτου αυτοί οι ισχυρισμοί του δεν γίνονται δεκτοί και απορρίπτονται. Παρόλο που ο Μ.Υ. αναγνώρισε πως η διαδικασία σε όλες τις προαναφερόμενες Αγωγές έχει λήξει, εντούτοις επέμενε πως σύμφωνα με τις πληροφορίες που κατέχει και τις ετήσιες εκθέσεις της ΗΡΗ το χρέος δυνάμει των χρεωστικών ομολόγων εξακολουθεί να υφίσταται. Αυτή η θέση του παρέμεινε παντελώς γενική και ατεκμηρίωτη και δεν παρουσιάστηκαν οι ετήσιες εκθέσεις της ΗΡΗ προς τυχόν επιβεβαίωση των όσων ανέφερε. Ως εκ τούτου αυτή η θέση δεν κρίνεται βάσιμη και απορρίπτεται. Σε υποβολή πως αυτά τα ομόλογα διέπονται από την Τσέχικη νομοθεσία δυνάμει της οποίας οποιεσδήποτε αξιώσεις σε σχέση με αυτά έχουν παραγραφεί, ο μάρτυρας δήλωσε αδυναμία να τοποθετηθεί καθότι δεν έχει τέτοια γνώση. ΙΙ.15 Πληροφορίες και Στοιχεία αναφορικά με την περιουσία των Εμπιστευμάτων και Ετοιμασία Ελεγμένων Οικονομικών Καταστάσεων αναφορικά με τα Εμπιστεύματα Όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, είναι ορθή η θέση της Μ.Ε.1 πως στα πλαίσια των Αγωγών, στις 22.12.03 εκδόθηκαν εκ συμφώνου διατάγματα με τα οποία η Εναγομένη και οι Διευθυντές της διατάσσοντο να παραδώσουν λογαριασμό αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων και αναφορικά με μερίσματα, τόκους, εισοδήματα τα οποία εισέπραξε ή καρπώθηκε άλλο πρόσωπο κατ΄ εντολή ή προς όφελος της Εναγομένης ως Επιτρόπου. Το κατά πόσον υπήρξε συμμόρφωση με τα διατάγματα δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας και ως εκ τούτου οι όποιοι ισχυρισμοί των δύο πλευρών επί τούτου δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια αυτής. Ανεξαρτήτως των όσων αναφέρονται ανωτέρω, για σκοπούς αποκλειστικά και μόνο εξέτασης των αιτούμενων θεραπειών για απόδοση λεπτομερών καταστάσεων, δόθηκε εκτενής μαρτυρία από τη Μ.Ε.1 η οποία (μαρτυρία) αποσκοπεί στο να διαφανεί μια γκρίζα εικόνα όσον αφορά τον τρόπο διαχείρισης των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων και κυρίως στο να καθοριστεί η αξία αυτών για σκοπούς υπολογισμού του ποσού που ενδεχομένως οι Ενάγουσες δικαιούνται σε περίπτωση επιτυχίας της απαίτησης τους. Ήταν βασική θέση της Μ.Ε.1 ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες που λήφθηκαν από την Εναγομένη, προκύπτει πως δεν ετοιμάστηκαν επαρκείς λογαριασμοί αναφορικά με το Εμπίστευμα 1 και καθόλου λογαριασμοί αναφορικά με το Εμπίστευμα 2. Επίσης ισχυρίστηκε πως δόθηκαν περιορισμένες και αντιφατικές εξηγήσεις αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων. Η πηγή των διαπιστώσεων της Μ.Ε.1 αναφορικά με την περιουσία των Εμπιστευμάτων είναι βασικά δικαστικές διαδικασίες τις οποίες ήγειραν οι Ενάγουσες στα Cayman Islands τόσο εναντίον των δικηγόρων της Εναγομένης όσο και της ίδιας της Εναγομένης, και ειδικότερα αποκαλύψεις από αυτούς και διάφορες ένορκες δηλώσεις, μεταξύ άλλων των Vostry και M.Y., στις οποίες προέβησαν στα πλαίσια εκείνων των διαδικασιών. Σε αυτές πράγματι καταγράφονται λεπτομέρειες αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων. Οι διαδικασίες στα Cayman Islands θα απασχολήσουν κατωτέρω. Επιπλέον, αναφορικά με το Εμπίστευμα 1 η Εναγομένη παρουσίασε μη ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για το έτος 2003, Τεκμήριο 81 και αναφορικά με το Εμπίστευμα 2, η Εναγομένη παρουσίασε μόνο μια κατάσταση της Εναγομένης υπογεγραμμένη από τον Μ.Υ. ημ. 15.3.04, στην οποία αναφέρεται πως η περιουσία του Εμπιστεύματος είναι αυτή που παρουσιάζεται στο Ιδρυτικό Έγγραφο, Τεκμήριο 82. Είναι γεγονός πως η μαρτυρία της Μ.Ε.1 για όλες αυτές τις πληροφορίες είναι ιδιαίτερα μακρά και αφορά ένα πολύπλοκο πλέγμα γεγονότων. Αυτή περιέχεται αναλυτικά στις σελ. 69-104 της γραπτής της Δήλωσης, Έγγραφο 1Α (στην Αγγλική) και 1Β (στην Ελληνική). Συνάμα όμως έχουν κατατεθεί από τον Μ.Υ. και δεν έχουν αμφισβητηθεί οι ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις και για τα δύο Εμπιστεύματα για τα έτη 2003 και 2004, Τεκμήριο 146. Το περιεχόμενο τους γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο. Αποτελεί δε κοινό έδαφος πως δεν ετοιμάστηκαν ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για τα Εμπιστεύματα για τα μετέπειτα έτη. Όπως καταγράφεται σε επιστολή ημ. 2.9.04 του λογιστικού οίκου Grant Thornton, Τεκμήριο 147, η αδυναμία ετοιμασίας λογαριασμών οφείλετο (
- i)σε διαδικασίες που έχουν εγερθεί αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων, και ειδικότερα στην έκδοση από το Δικαστήριο των Cayman Islands διατάγματος παγοποίησης της περιουσίας των εταιρειών Daventree και στην έκδοση από το Ε.Δ. Λευκωσίας προσωρινού διατάγματος μη αποξένωσης της περιουσίας των Εμπιστευμάτων, (
- ii)στη σύγκληση από τον Εκκαθαριστή της ΗΡΗ Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για την παύση των Διευθυντών της, (iii) στην αμφισβήτηση της εγκυρότητας των Εμπιστευμάτων, και (
- iv)στους ισχυρισμούς για προέλευση κεφαλαίων των Εμπιστευμάτων από παράνομες δραστηριότητες, με την επίλυση των οποίων θα ήταν δυνατή η ετοιμασία λογαριασμών. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως σύμφωνα με την αδιαμφισβήτητη μαρτυρία της Μ.Ε.1, η αναφορά στις διαδικασίες στα Cayman Islands στην παρ. 14 της Υπεράσπισης στην Αγωγή 13842/03 οδήγησε τις Ενάγουσες να αρχίσουν εκεί διαδικασίες με την υποψία πως εκεί βρίσκεται περιουσία των Εμπιστευμάτων. Ήταν η θέση της Μ.Ε.1 πως δημοσιεύσεις παρουσίαζαν τις εκεί διαδικασίες ως ποινικές εναντίον του Vostry, υπό τον έλεγχο του οποίου βρέθηκε περιουσία των Εμπιστευμάτων, και ο οποίος ενεργούσε σε συμπαιγνία με τον Siroky. Κατόπιν πληροφοριών που έλαβαν από την Εισαγγελία των Cayman Islands η οποία αναγνώρισε τις Ενάγουσες ως πιθανά θύματα, οι δικηγόροι των Εναγουσών (Walkers) ζήτησαν και έλαβαν πληροφορίες από τους δικηγόρους των εκεί Εναγομένων (Campbells) στοιχεία τα οποία μεταξύ άλλων αποκάλυπταν την ύπαρξη περιουσίας των Εμπιστευμάτων εκεί. Σχετικές είναι καταστάσεις τραπεζικού λογαριασμού ημ. 31.1.05, οι οποίες στάλησαν στις 8.3.05, Τεκμήριο 84, και επιστολή ημ. 19.4.05, Τεκμήριο 85 (για την οποία γίνεται αναφορά ανωτέρω). ΙΙ.16 Εκκαθάριση της DRL-B Αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών πως η DRL-B είναι μητρική εταιρεία των Tass Holding a.s. και Tass Invest a.s., στις οποίες έχει ήδη λεχθεί πως το 2005 διορίστηκε Διευθυντής ο Μ.Υ. Μέσα από τις έρευνες της Μ.Ε.1 αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων προέκυψε πως η DRL-B ήταν ο μοναδικός μέτοχος στις εταιρείες Vusu a.s. και Intesunion a.s., της Keraunion a.s. μοναδικός μέτοχος ήταν η Union Lesni Brana a.s., της οποίας και πάλι μοναδικός μέτοχος ήταν η DRL-B, όπως φαίνεται στα αντίστοιχα αποσπάσματα από το Εμπορικό Μητρώο, Τεκμήρια 97Α-Δ. Αυτές οι εταιρείες μεταβιβάστηκαν στην Tass Invest, της οποίας μέτοχος είναι η Tass Holding. Σχετικό είναι το απόσπασμα από το Εμπορικό Μητρώο ημ. 26.2.16, Τεκμήριο 97Στ. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως η DRL-B εκκαθαρίστηκε το 2005 και πως η Μ.Ε.1 πληροφορήθηκε περί τούτου από τον δικηγόρο κ. Zak το 2011. Όλες οι σχετικές πληροφορίες περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Zak ημ. 2.9.11, Τεκμήριο 98, το περιεχόμενο της οποίας παρέμεινε αναντίλεκτο και έτσι γίνεται δεκτό από το Δικαστήριο. Επιπρόσθετα, κατατέθηκαν τα ακόλουθα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων και πάλι ουδόλως αμφισβητήθηκε : (
- i)Αντίγραφο του Σχεδίου Εκκαθάρισης το οποίο εγκρίθηκε με Απόφαση της εταιρείας στις 10.5.05 - Τεκμήριο 99. (
- ii)Αντίγραφο Οικονομικής Κατάστασης της Εκκαθάρισης κατά την 1.9.05 - Τεκμήριο 100. (iii) Αντίγραφο της Οικονομικής Έκθεσης της εταιρείας για την περίοδο 30.12.04-31.8.05, Τεκμήριο 101. (
- iv)Αντίγραφο των Κανονισμών Διάλυσης οι οποίοι εγκρίθηκαν με Απόφαση της εταιρείας στις 10.5.05 - Τεκμήριο 102Α. (
- v)Αντίγραφο επιστολής ημ. 22.8.05 από τον Εκκαθαριστή της Daventree Resources Ltd προς την Εκκαθαριστή της εταιρείας DRL-B με την οποία δίδοντo οδηγίες για τη μεταβίβαση προς την πρώτη των μετοχών της Tass Holding τις οποίες η DRL-B κρατούσε ως θεματοφύλακας - Τεκμήριο 102Β. (
- vi)Αντίγραφο επιστολής ημ. 7.7.10 της κας Χριστίνας Σαρρή εκ μέρους της εταιρείας Harms Holdings Co. Ltd (παλαιότερα ιδιοκτησίας της DRL-B) προς την εταιρεία First American (κάτοχο μετοχών Τάξης D της DRL-B) στην οποία δηλώνεται πως ο σκοπός της εκκαθάρισης ήταν η μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων σε χώρα, κατά προτίμηση Ευρωπαϊκή, και πως όλες οι μετοχές είχαν μεταβιβαστεί στην Tass Holding - Τεκμήριο 102Γ. II.17 Διορισμός και Εκθέσεις Παραλήπτη Έχει ήδη λεχθεί πως με βάση την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου, στις 5.5.05 ο Μ.Ε.2 διορίστηκε Παραλήπτης για τον σκοπό προστασίας των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων με διάφορες εξουσίες προς επίτευξη αυτού του σκοπού. Αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός πως ο Μ.Ε.2 ήταν ιδρυτής της Deloitte Kύπρου όπου υπηρέτησε ως Διευθύνων Σύμβουλος και Εκτελεστικός Πρόεδρος μέχρι το 2005, ενώ από το 2005 είναι Εκτελεστικός Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Metiservus Group. Με βάση τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, συνάγεται πως μετά τον διορισμό του δημιούργησε μια ομάδα συνεργατών (υπαλλήλων της Deloitte) οι οποίοι τον βοήθησαν στην εκτέλεση των καθηκόντων του δυνάμει του προαναφερόμενου διατάγματος. Οι Εκθέσεις τις οποίες ετοίμασε μεταξύ Ιουνίου 2005 και Μαρτίου 2006 κατατέθηκαν από τη Μ.Ε.1 ως Τεκμήριο 103-107. Ο Μ.Ε.2 κατέθεσε τις μεταγενέστερες Εκθέσεις του, το Τεκμήριο 123 για την περίοδο Μαρτίου 2006 μέχρι Ιούνιο 2015 και τα Τεκμήρια 124-132 για την περίοδο Ιουνίου 2015 μέχρι Μάρτιο 2016. Ήταν βασική θέση του Μ.Ε.2 πως η Εναγομένη δεν του παρέδωσε οποιαδήποτε έγγραφα ή άλλα στοιχεία τα οποία διατηρούσε για τη διαχείριση των Εμπιστευμάτων 1 και 2. Εξασφάλισε μόνο μέρος των αρχείων, κυρίως τα λογιστικά βιβλία του Εμπιστεύματος 1, τα οποία διατηρούσε η MSO Corporate Services Ltd ενώ δεν του παραδόθηκαν λογιστικά βιβλία ή αρχεία για το Εμπίστευμα 2. Επίσης δεν του παραδόθηκαν τα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων και δεν κατέστη ο μοναδικός υπογραφέας των λογαριασμών αυτών, όπως απαιτείτο με βάση το δικαστικό διάταγμα. Όπως διαφαίνεται από το ίδιο το περιεχόμενο των Εκθέσεων, όλες διαχωρίζονται σε διάφορα Μέρη, ήτοι · Λογαριασμοί Παραλήπτη - Μέρος Ι · Κύρια Ευρήματα - Μέρος ΙΙ · Έκθεση Παραλήπτη - Μέρος ΙΙΙ · Αντίγραφα Διαφόρων Εγγράφων, όπως πρακτικά συναντήσεων και αλληλογραφίας - Μέρος ΙV Διαπιστώνεται χωρίς δυσκολία πως οι Εκθέσεις έγιναν με επιμέλεια και επαγγελματισμό και δίδουν μια ολοκληρωμένη και εμπεριστατωμένη εικόνα όλων των ενεργειών και ευρημάτων του Παραλήπτη. Είναι επίσης σημαντικό να λεχθεί πως η μαρτυρία του Μ.Ε.1 επί του περιεχομένου των Εκθέσεων ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Η μόνη αναφορά του Μ.Υ. επί αυτού ήταν η αδυναμία του να σχολιάσει χειρισμούς και επικοινωνίες του Παραλήπτη ή την παροχή σε αυτόν στοιχείων και πληροφοριών αναφορικά με τα κεφάλαια και τις υποθέσεις των Εμπιστευμάτων. Συνεπώς η μαρτυρία του Μ.Ε.2 κρίνεται πλήρως αξιόπιστη και γίνεται δεκτή στην ολότητα της. Με βάση λοιπόν τη μαρτυρία του Μ.Ε.2, καθώς και το περιεχόμενο των Εκθέσεων, προκύπτουν τα ακόλουθα: § Οι περισσότερες πράξεις που διενεργήθηκαν και καταχωρήθηκαν στα λογιστικά βιβλία του Εμπιστεύματος 1 δεν συνοδεύονται από αποδεικτικά στοιχεία. Ειδικότερα οι πληρωμές και εγγραφές στα λογιστικά βιβλία δεν έγιναν επί ονομαστικής βάσης και δεν είναι δυνατό να εντοπιστεί ο δικαιούχος και το ποσό που έκαστος έλαβε αντίστοιχα. § Από τα US$72.8εκ. που αποτελούν το ενεργητικό του Εμπιστεύματος 1, περίπου US$71εκ. δεν είναι εγγεγραμμένα στο όνομα του Εμπιστεύματος ενώ από αυτά μόνο US$23εκ. είναι εγγεγραμμένα στο όνομα της Εναγομένης. Επίσης δεν υπάρχουν οποιαδήποτε έγγραφα που να δείχνουν πως τα περιουσιακά στοιχεία που κρατούνται από τους Jaromir Bayer και Druha Strategicka ανήκουν στο Εμπίστευμα 1 ή κατέχονται για λογαριασμό της Εναγομένης. Όσον αφορά τα γραμμάτια της Druha αυτά δεν έχουν παραδοθεί στον μάρτυρα και είναι άγνωστο ποιος τα κατέχει και ποιος είναι ο δικαιούχος αυτών. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται πως η Druha Strategicka είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Σλοβακία της οποίας ο Προστάτης των Εμπιστευμάτων Suraj Siroky διετέλεσε Πρόεδρος και Μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου. Σχετικό είναι αντίγραφο του Διαδικτυακού Αποσπάσματος του Αρχείου της Εταιρείας, το οποίο κατατέθηκε από τη Μ.Ε.1, Τεκμήριο 91. § Έχουν καταβληθεί υπέρογκα ποσά εξόδων ως αμοιβή Επιτρόπου, έξοδα διαχείρισης Εμπιστεύματος, διοικητικά και έξοδα θεματοφύλακα και άλλα, χωρίς να δικαιολογούνται από τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων του μάρτυρος, αυτός αποτάθηκε στην κα Χριστίνα Σαρρή, τότε Διευθύντρια της Εναγομένης, με διάφορες επιστολές ζητώντας εξηγήσεις και στοιχεία για τα ανωτέρω και ζητώντας όπως του παραδοθούν όλα τα αρχεία που αφορούν την περιουσία των Εμπιστευμάτων. Όπως φαίνεται μέσα από όλη τη σχετική αλληλογραφία: ú Η κα Σαρρή δήλωσε ότι όλα τα έγγραφα έχουν παραδοθεί από τους Grant Thornton και εξέφρασε αδυναμία να μεταβιβάσει την περιουσία των Εμπιστευμάτων και να καταστήσει τον Μ.Ε.2 υπογραφέα των λογαριασμών αυτών (επιστολή ημ. 3.6.05 - Παράρτημα 6.2 Τεκμηρίου 103). ú Οι Grant Thornton δήλωσαν ότι δεν κατέχουν οποιαδήποτε στοιχεία (επιστολή ημ. 29.6.05 - Παράρτημα 7.2 Τεκμηρίου 104). ú Η κα Σαρρή δήλωσε ότι τα πρωτότυπα έγγραφα βρίσκονται στην κατοχή του Μ.Υ. (επιστολή ημ. 30.6.05 - Παράρτημα 5.2 Τεκμηρίου 104). ú Τελικώς η κα Σαρρή δήλωσε ότι δεν μπορούσε να συνεργαστεί με τον Παραλήπτη επικαλούμενη παράλογη, επιθετική και μη επαγγελματική συμπεριφορά εκ μέρους του Μ.Ε.2 (επιστολή ημ. 15.7.05 - Παράρτημα 1.2 Τεκμηρίου 105). Έτσι ο ίδιος πλέον συνέχισε τις ενέργειες του κυρίως προς διάφορες τράπεζες με σκοπό τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων, όπως αυτά καταγράφονται αναλυτικά τόσο στις Εκθέσεις του όσο και στη Γραπτή του Δήλωση η οποία αποτέλεσε την κυρίως εξέταση του, Έγγραφο 3, και γίνονται δεκτές από το Δικαστήριο. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο πως ο Μ.Ε.2 έλαβε νομικά μέτρα στα Cayman Islands. Συγκεκριμένα στις 9.9.05 το εκεί Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση υπ΄ αρ. 94/05 εξέδωσε διάταγμα με το οποίο του επέτρεπε να ασκεί όλες τις εξουσίες που του είχαν παραχωρηθεί με το διάταγμα ημ. 5.5.05 (Παράρτημα 1 Τεκμηρίου 107). Ως εκ τούτου στις 28.9.05 παρέλαβε το ποσό των US$51.220,48 το οποίο κατέθεσε σε λογαριασμό που άνοιξε ως Παραλήπτης των Εμπιστευμάτων στη Λαϊκή Τράπεζα, λεπτομέρειες του οποίου περιέχονται στο Τεκμήριο 107. Με επιστολή ημ. 18.9.05 (Παράρτημα 3.1 Τεκμηρίου 107) προς την κα Σαρρή, την ενημέρωσε για τον διορισμό του και ζήτησε τη μεταφορά των χρημάτων των Εμπιστευμάτων σε λογαριασμό που ο ίδιος άνοιξε στα Cayman Islands. Συνάγεται επίσης πως τον Σεπτέμβριο του 2005 ο Εκκαθαριστής της ΗΡΗ ήγειρε την Αγωγή υπ΄ αρ. 11217/04 εναντίον της Daventree Resources Ltd και άλλων. Στα πλαίσια αυτής, στις 23.9.05 εκδόθηκε προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν η μεταβίβαση και αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων των Εμπιστευμάτων. Κατόπιν σχετικής αίτησης επιτράπηκε στον Μ.Ε.2 να παρέμβει στη διαδικασία και καταχώρισε ένσταση στο εκδοθέν απαγορευτικό διάταγμα. Το Ε.Δ. Λευκωσίας ακύρωσε το διάταγμα λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών στοιχείων, ένα εκ των οποίων ήταν το διάταγμα ημ. 5.5.05, και η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε κατ΄ έφεσιν στις 10.7.08. Η απόφαση του Εφετείου κατατέθηκε ως Τεκμήριο 122. Κρίνεται πλήρως δικαιολογημένη και εύλογη η θέση του Μ.Ε.2 πως λόγω της παντελούς έλλειψης συνεργασίας από την Εναγομένη και της ανάκτησης ποσού US$51.000, κατέστη αδύνατο να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες, καθότι το ποσό που παρέλαβε αναλώθηκε στις νομικές διαδικασίες στην Κύπρο και στα Cayman Islands. Συνάγεται ακόμα πως από το 2006 μέχρι και το 2015, δεν υπήρξε σημαντική μεταβολή στα περιουσιακά στοιχεία των Εμπιστευμάτων, τονίζοντας πως ο ίδιος τελούσε υπό την πλάνη πως οι μετοχές της DRL-B αποτελούσαν περιουσιακό στοιχείο του Εμπιστεύματος 2. Γίνεται επίσης δεκτό πως ο Μ.Ε.2 προέβη σε διάφορα διαβήματα είτε για την πληρωμή των γραμματίων της Druha ποσού US$2.627.400 είτε για την κατάθεση του αντίστοιχου ποσού στο όνομα της Εναγομένης ή της Druha εκ μέρους των Εμπιστεύματος. Η Τράπεζα επικαλέστηκε τραπεζικό απόρρητο και ζήτησε την προσκόμιση αναγνωριστικής του διατάγματος ημ. 5.5.05 απόφασης από Σλοβακικό Δικαστήριο καθώς επίσης και απόδειξης της σχέσης του Εμπιστεύματος με τον κάτοχο του λογαριασμού. Λόγω της άρνησης της Εναγομένης να του παραδώσει έγγραφα και λόγω έλλειψης χρημάτων, η λήψη νομικών μέτρων προς τούτο είναι αδύνατη. Σχετικές είναι οι επιστολές στο Μέρος IV των Τεκμηρίων 123, 125 και 127. Τέλος, γίνεται δεκτός ο ισχυρισμός του Μ.Ε.2 πως πρόσφατα πληροφορήθηκε για την εκκαθάριση της DRL-B καθότι σε κανένα έγγραφο ή επικοινωνία που καταγράφεται στις Εκθέσεις του δεν έχει διαφανεί η αποκάλυψη σε αυτόν τέτοιου γεγονότος ή οποιουδήποτε των Τεκμηρίων 99-102Γ, ούτε και από την κα Σαρρή ούτε και από τον Μ.Υ. Μάλιστα ο Μ.Υ. συμφώνησε με αυτή τη θέση προβάλλοντας και τους λόγους για τους οποίους ο ίδιος δεν αποκάλυψε την εκκαθάριση της DRL-B, οι οποίοι θα εξεταστούν κατωτέρω. Ο Μ.Υ. εξέφρασε τη θέση πως η Εναγομένη είχε συμμορφωθεί πλήρως με το διάταγμα του Δικαστηρίου ημ. 5.5.05. Η συμμόρφωση ή μη με το διάταγμα δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Όμως απαιτείται ενασχόληση με τη σχετική μαρτυρία για σκοπούς αξιολόγησης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και εξαγωγής των απαραίτητων ευρημάτων. Σε υποβολή πως η Εναγομένη θα έπρεπε να είχε μεταβιβάσει τα περιουσιακά στοιχεία και των δύο Εμπιστευμάτων στον Παραλήπτη, ο Μ.Υ. είπε πως αυτό δεν μπορούσε να γίνει καθότι όταν επιδόθηκε το διάταγμα η DRL-B βρισκόταν ήδη υπό εκκαθάριση. Σε υποβολή πως η επίδοση του διατάγματος έγινε την ίδια μέρα έκδοσης του, ήτοι στις 5.5.05, πως η έγκριση της εκκαθάρισης έγινε στις 10.5.05 και πως ο διορισμός της Εκκαθαριστή στις 16.5.05, ο μάρτυρας απάντησε πως η επίδοση έγινε περί τις 12 ή 15 Μαΐου ενώ η διαδικασία εκκαθάρισης είχε αρχίσει από τις αρχές του 2005. Κληθείς να επεξηγήσει τη διαδικασία, ο Μ.Υ. έδωσε ασαφείς, αόριστες και μη πειστικές απαντήσεις. Βασικά αναφέρθηκε στους λόγους που οδήγησαν στην εκκαθάριση, ήτοι τις ενστάσεις και ανησυχίες δικαιούχων για το γεγονός ότι τα περιουσιακά στοιχεία βρίσκονταν στην Κεντρική Αμερική, όπου ζούσε ο Vostry ο οποίος καταδικάστηκε με τον Kozeny. Γι΄ αυτό υπήρξαν ενέργειες για τη μεταφορά των στοιχείων ενεργητικού της εταιρείας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες (ενέργειες) έπρεπε να γίνουν για τον σκοπό συμμόρφωσης με την Τσέχικη νομοθεσία. Αμέσως μετά όμως αναγνώρισε ότι πριν τις 10 Μαΐου δεν υπήρχε Σχέδιο Εκκαθάρισης παρά μόνο γίνονταν βήματα προς την κατεύθυνση της εκκαθάρισης, γεγονός το οποίο ουδόλως παραπέμπει στη νομότυπη έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης και κυρίως στον διορισμό Εκκαθαριστή σε εκείνο το στάδιο. Ο Μ.Υ. ανέφερε ακόμα πως ο ίδιος ουδέποτε κατείχε τα πιστοποιητικά των μετοχών της DRL-B και θεωρεί πως τα πιστοποιητικά της Tass Holding πρέπει να παραδόθηκαν στον Παραλήπτη. Η τελευταία αναφορά του αποτελεί απλή εικασία χωρίς καμία πειστικότητα. Σε υποβολές περί μη αποκάλυψης της μεταβίβασης των μετοχών στην Tass Holding και μη παράδοσης των τίτλων των μετοχών, ο Μ.Υ. δήλωσε πως οι μετοχές αυτές αποτελούν περιουσία του Εμπιστεύματος 2 και παρέπεμπε αφενός συνεχώς στον Εκκαθαριστή, ως το μοναδικό πρόσωπο που είχε πλέον εξουσία, και αφετέρου σε συμμόρφωση με τους Νόμους του Belize, θέσεις οι οποίες δεν έχουν λογική. Αντιθέτως οι απαντήσεις του μάρτυρος καταδεικνύαν πως αποτελούσαν σκέψεις της στιγμής με μοναδικό σκοπό να δικαιολογήσει τυχόν ενέργειες ή παραλείψεις σε σχέση με το διάταγμα. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου πως ο Μ.Υ. έδινε απαντήσεις κατά το δοκούν προκύπτει από τις επόμενες του αναφορές όπου διεφάνη ευθέως η σαφής πρόθεση του να μην παρέδιδε οποιαδήποτε έγγραφα είχε στην κατοχή του, κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε από Τσέχους δικηγόρους, ήτοι ότι δεν μπορούσε να δεχθεί και αναγνωρίσει στην Τσεχία, για σκοπούς συμμόρφωσης, διάταγμα από Κυπριακό Δικαστήριο καθότι έπρεπε να υπήρχε συμμόρφωση αυτού με τους Νόμους της Τσεχίας. Αυτή η τελευταία του τοποθέτηση όντως προκαλεί ιδιαίτερη έκπληξη καθότι είναι η πρώτη φορά μετά πάροδο τόσο πολλών ετών που προβάλλεται τέτοια θέση εκ μέρους του αναφορικά με το διάταγμα. Ως εκ τούτου οι θέσεις του μάρτυρος αναφορικά με τη διαδικασία εκκαθάρισης αλλά και τους λόγους για τους οποίους δεν αποκαλύφθηκε στον Μ.Ε.2 το γεγονός της εκκαθάρισης της DRL-B και της μεταβίβασης των μετοχών της στην Tass Holding δεν κρίνονται αξιόπιστες και έτσι απορρίπτονται. III. Νομική Ανάλυση Είναι γεγονός πως η κύρια βάση της απαίτησης των Εναγουσών είναι η παράλειψη εκ μέρους της Εναγομένης να ικανοποιήσει τα αιτήματα των Εναγουσών και να προβεί στη διανομή των μεριδίων τους από τα δύο επίδικα Εμπιστεύματα. Έχει ήδη λεχθεί πως τα κείμενα των δύο Εγγράφων Εμπιστεύματος, Τεκμήρια 36 και 37, είναι πανομοιότυπα. Σύμφωνα με τον όρο 68 των εν λόγω Εγγράφων Εμπιστεύματος, αυτά διέπονται από τον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Ν.69(Ι)/92 και τους υπολοίπους Νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Equity and Trusts, Alastair Hudson, 7η έκδοση, σελ. 353, παρ. 8.3, ο επίτροπος έχει πολλαπλά καθήκοντα. Ανάμεσα σε αυτά είναι: α. Το καθήκον να υπακούει και συμμορφώνεται με τους όρους των εγγράφων εμπιστεύματος εκτός εάν ήθελε διαταχθεί διαφορετικά από το Δικαστήριο. β. Το καθήκον να προστατεύει τα περιουσιακά στοιχεία του εμπιστεύματος, συμπεριλαμβανομένου αυτού της διατήρησης της περιουσίας και της διασφάλισης πως αυτή τυγχάνει διαχείρισης σύμφωνα με τους όρους των εγγράφων εμπιστεύματος. γ. Το καθήκον να ενεργεί με ισότητα έναντι των δικαιούχων. δ. Το καθήκον να ενεργεί με εύλογη επιμέλεια, ως θα ενεργούσε ένας συνετός επαγγελματίας για λογαριασμό προσώπου έναντι του οποίου έχει ηθική ευθύνη. ε. Καθήκοντα αναφορικά με τα έξοδα του εμπιστεύματος. στ. Το καθήκον για την ορθή διανομή της περιουσίας του εμπιστεύματος. Όπως επεξηγείται στο εν λόγω σύγγραμμα (στη σελ. 354, παρ. 8.3.1), ο επίτροπος δεσμεύεται από τους όρους των εγγράφων εμπιστεύματος και δεν πρέπει να θεωρεί πως έχει εξουσίες πέραν αυτών, εκτός εκεί όπου δεν υπάρχει ρητή πρόνοια στα έγγραφα και παρέχεται εξουσία από τον ίδιο τον νόμο. Ειδικότερα το καθήκον συμμόρφωσης με τους όρους των εγγράφων εμπιστεύματος εξηγείται στο ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα, στη σελ. 356, παρ. 8.3.2: «Each trustee is bound by all of the obligations in the trust instrument. Failure to obey the terms of the trust will constitute a breach of trust. In general terms, a trustee does not have powers which are more extensive than those set out in the trust instrument. One clear exception to this principle arises in circumstances in which there is no trust instrument, or in circumstances in which the trust instrument is silent on a particular point. . A failure to carry out any action required by the trust or the performance of an unauthorised action will constitute a breach of trust.» Χρήσιμη αναφορά περιέχεται επίσης στο σύγγραμμα International Trust Disputes, Collins, Kempster, McMillan, Meek, όπου στη σελ. 123, παρ. 7.44, αναγνωρίζεται πως το έγγραφο εμπιστεύματος παρέχει διάφορες εξουσίες (powers) στον επίτροπο. Επίσης στη σελ. 126, παρ. 7.59 και 7.61, αναφέρονται τα ακόλουθα: «In broad terms, the exercise of a trust power is compulsory and the court will intervene to ensure that a trust power is executed. . If the court is called upon to execute a trust power, it will do so in the manner it considers appropriate to give effect to the settlor's intentions.» Όπως αναφέρεται στην παρ. (Β) του προοιμίου των Εγγράφων των επίδικων Εμπιστευμάτων, ο σκοπός αυτών (των Εμπιστευμάτων) είναι η διανομή στους δικαιούχους των χρημάτων τα οποία εκάστοτε αποτελούν την περιουσία αυτού (του κάθε Εμπιστεύματος) σε χρόνο όσο το δυνατόν πιο σύντομο ή εύλογα εφικτό με ορθό και δίκαιο τρόπο («orderly and fair manner»). Όσον αφορά το θέμα της διανομής, υπό τον τίτλο «Trust to distribute», ο όρος 7 αναφέρει τα ακόλουθα: «The Trustee shall pay monies in an amount equivalent to the Distribution Value to a Beneficiary on the next Distribution Day following the determination by the Trustee that the Distribution Application from that Beneficiary is valid.» Υπό τον ίδιο τίτλο περιλαμβάνεται και ο όρος 9, ο οποίος συνάδει πλήρως με τον σκοπό των Εμπιστευμάτων, δεδομένου ότι θέτει την υποχρέωση στον επίτροπο να διανέμει στους δικαιούχους τα χρήματα που αποτελούν την περιουσία του Εμπιστεύματος όσο το δυνατό συντομότερα μετά την ημερομηνία της σύστασης του. Είναι πρόδηλο πως ο όρος 7 θέτει την υποχρέωση πληρωμής εφόσον αποφασισθεί από την Εναγομένη το έγκυρο της αίτησης για διανομή. Πριν την ενασχόληση με το πότε μια αίτηση θεωρείται έγκυρη, θα πρέπει να λεχθεί πως ο καθορισμός του πληρωτέου ποσού ενέχει τη σημασία του στην όλη διαδικασία αίτησης διανομής. Και τούτο καθότι αυτό το στοιχείο καθορίζει εκ προοιμίου την όποια δυνατότητα υποβολής αίτησης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον όρο 7, η Εναγομένη έχει υποχρέωση να καταβάλει το ισάξιο ποσό της Αξίας Διανομής κατά την επόμενη Μέρα Διανομής. Η Μέρα Διανομής (Distribution Day) ερμηνεύεται στον όρο 1.9 ότι είναι η δεύτερη εργάσιμη μέρα εκάστου μηνός εντός της Περιόδου Διανομής (Distribution Term) και η 15η εργάσιμη μέρα μετά το τέλος της ίδιας Περιόδου. Η Περίοδος Διανομής, με βάση τον όρο 1.10, είναι «one or more periods beginning and ending on such dates during the Trust Period or expiring with the Trust Period, as the Trustee shall from time-to-time determine for the purpose of making orderly distributions according to the Settlement in the spirit of Clause 9». Επομένως (νοουμένου ότι μια αίτηση διανομής είναι έγκυρη), τα ακόλουθα είναι προαπαιτούμενα για τη δυνατότητα πληρωμής: i. Ο καθορισμός της Περιόδου Διανομής από τον Επίτροπο ii. Ο καθορισμός της Αξίας Διανομής. Είναι αδιαμφισβήτητο πως στην προκειμένη περίπτωση η Εναγομένη, ως Επίτροπος, καθόρισε Περίοδο Διανομής για το Εμπίστευμα 1 αλλά ουδέποτε έπραξε κάτι τέτοιο για το Εμπίστευμα 2. Ενόψει αυτού του λόγου, η όποια αίτηση διανομής α