← Κύπρος

Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων κ.α. ν. Γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 6914/12, 22/3/2017

Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων κ.α. ν. Γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 6914/12, 22/3/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6914/12 Μεταξύ:

  1. Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων, εκ Λευκωσίας
  2. Παρασκευά Σαμαρά, εκ Λάρνακος
  3. Χρίστου Πιτταρά, εκ Λευκωσίας
  4. Ανδρέα Αλεξάνδρου, εκ Λεμεσού
  5. Μαρίας Κύρου, εκ Λευκωσίας
  6. Χρίστου Ρουσουνίδη, εκ Πάφου
  7. Παύλου Σωτηρίου, εκ Πάφου
  8. Μαρίας Χριστοφή, εκ Πάφου
  9. Πανίκκου Αλαμπρίτη, εκ Λάρνακος
  10. Κυριάκου Βύρα, εκ Λάρνακος
  11. Δημήτρη Κωνσταντίνου, εκ Λευκωσίας
  12. Μιχάλη Καμπούρη, εκ Λευκωσίας
  13. Αντώνη Γεωργίου, εκ Σωτήρας
  14. Νίκου Τάσου, εξ' Αγίας Νάπας
  15. Κώστα Δεσπότη, εκ Λάρνακος
  16. Παρασκευής Βαλιαντή, εκ Δαλίου
  17. Αναστάσιου Σαμουήλ, εκ Λάρνακος
  18. Κώστα Ολυμπίου, εκ Λάρνακος Εναγόντων και Γενικού εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 22 Μαρτίου 2017 Για ενάγοντες: κος Λουκής Λουκαΐδης Για εναγόμενο: κα Δήμητρα Παπαστεφάνου ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα 1 Παγκύπρια Οργάνωση Πολυτέκνων, είναι εγγεγραμμένη ως Λέσχη δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας και λειτουργεί από το
  19. Οι υπόλοιποι ενάγοντες, χαρακτηρίζονται στην έκθεση απαίτησης ως πολύτεκνοι με την έννοια που δίνεται σε σχετικές νομοθετικές διατάξεις που καθορίζουν επιδόματα σε γονείς με πολλά εξαρτώμενα ανήλικα παιδιά. Με την παρούσα αγωγή τους, οι ενάγοντες ζητούν δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύττονται ως αντισυνταγματικές, οι νομοθετικές ρυθμίσεις που θεσπίστηκαν με τρεις Νόμους που ψηφίστηκαν από την Βουλή των Αντιπροσώπων. Πρόκειται για τον Περί Παροχής Επιδόματος Τέκνου (Τροποποιητικό) Νόμο του 2011, τον Περί Παροχής Φοιτητικής Χορηγίας Νόμο του 2011 και τον Νόμο 67(Ι)/2012 που τροποποιεί των Περί Δημοσίων Βοηθημάτων και Υπηρεσιών Νόμο 95(I)/
  20. Δυνάμει των πιο πάνω νομοθετικών διατάξεων, έγιναν περικοπές και καταργήθηκαν επιδόματα και χορηγίες στις πολύτεκνες οικογένειες των εναγόντων 2 έως 18 που είναι μέλη της ενάγουσας 1, Παγκύπριας Οργάνωσης Πολυτέκνων. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, οι πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις παραβιάζουν το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που κατοχυρώνεται από το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το άρθρο 15 του Κυπριακού Συντάγματος. Η πιο πάνω θέση, βασίζεται στον ισχυρισμό ότι πλήττεται η οικονομική δύναμη και οι δυνατότητες μιας πολύτεκνης οικογένειας κατά τρόπο δυσανάλογο και εν πολλοίς αυθαίρετο σε σύγκριση με άλλα άτομα και οικογένειες. Πλήττονται επίσης κεκτημένα δικαιώματα των εναγόντων και παραβιάζεται το δικαίωμα ισότητας που επιβάλει ίση μεταχείριση όμοιων περιπτώσεων αλλά και την διαφορετική μεταχείριση ανόμοιων περιπτώσεων. Στην προκειμένη περίπτωση σύμφωνα με την έκθεση απάιτησης, οι εν λόγω νομοθετικές διατάξεις δεν μεταχειρίστηκαν ως όφειλαν, τις πολύτεκνες οικογένειες με διαφορετικό τρόπο και κριτήρια και με βάση τις ιδιομορφίες και τις ιδιαίτερες ανάγκες τους, σε σύγκριση με άλλες οικογένειες. Με την αγωγή τους οι ενάγοντες, πέραν της αναγνωριστικής απόφασης για κήρυξη αντισυνταγματικών των πιο πάνω Νόμων, αιτούνται επίσης γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με την υπεράσπιση του, ήγειρε τις τρεις πιο κάτω προδικαστικές ενστάσεις:
  21. Η υπό εκδίκαση αγωγή είναι απορριπτέα και πρόωρη ή/και ως εκπίπτουσα της καθ' ύλην αρμοδιότητας του εκδικάζοντος Δικαστηρίου ή/και καθ' ότι δεν αποτελεί το ορθόν ένδικο βοήθημα.
  22. Οι ενάγοντες παραλείπουν να δικογραφήσουν το ακριβές νομοθετικό κείμενο, το οποίο κατ' ισχυρισμό είναι αντισυνταγματικό.
  23. Η υπό εκδίκαση αγωγή, ασκείται καταχρηστικά διότι οι ενάγοντες έχασαν την εκ του Νόμου προβλεπόμενη προθεσμία για καταχώρηση διοικητικής προσφυγής. Με την σύμφωνο γνώμη των δύο πλευρών, διατάχθηκε από το Δικαστήριο, η προδικαστική εκδίκαση των πιο πάνω ενστάσεων του εναγομένου. Αγορεύσεις. Είχα την ευκαιρία να ακούσω και τους δύο συνηγόρους να αγορεύουν προς υποστήριξη της θέσης τους. Η συνήγορος για τον Γενικό Εισαγγελέα, ισχυρίστηκε ότι οι ενάγοντες καταχώρησαν λανθασμένο ένδικο μέσο. Από την στιγμή που τους κοινοποιήθηκε η απόφαση για μείωση ή κατάργηση των ωφελημάτων τους, όφειλαν να προσβάλουν με διοικητική προσφυγή την πράξη της Υπηρεσίας Χορηγιών και Επιδομάτων, η οποία εφάρμοσε την νομοθεσία που επιθυμούν να ακυρώσουν ως αντισυνταγματική. Μόνο μετά την εκδίκαση των προσφυγών και την ακύρωση των διοικητικών πράξεων θα μπορούσε να καταχωρηθεί αγωγή δυνάμει του άρθρου 146.6 του Συντάγματος. Με παραπομπή σε νομολογία, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η αποκοπή ή μείωση χορηγιών και επιδομάτων, είναι εκτελεστή διοικητική πράξη που εκφεύγει της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Η συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι η διερεύνηση της συνταγματικότητας ενός Νόμου δεν μπορεί να γίνεται αόριστα και γενικά (in abstracto). Εξετάζεται η συνταγματικότητα θεμάτων που είναι απολύτως απαραίτητα για τους σκοπούς εκδίκασης της συγκεκριμένης υπόθεσης. Στην παρούσα περίπτωση, η παράλειψη των εναγόντων να ασκήσουν προσφυγή ώστε να διευκρινιστεί η συνταγματικότητα των υπό κρίση νομοθεσιών, καθιστά την όποια εξέταση συνταγματικότητας, γενική και αφηρημένη. Επιπλέον, η παρούσα αγωγή συνιστά κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας αφού είναι εμφανές κατά την συνήγορο ότι οι ενάγοντες έχασαν την προθεσμία καταχώρησης προσφυγής και είναι γι' αυτό τον λόγο που προχώρησαν την παρούσα αγωγή. Τέλος, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν δικογραφείται το ακριβές νομοθετικό κείμενο που κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, είναι αντισυνταγματικό. Με παραπομπή σε νομολογία, ισχυρίστηκε ότι είναι απαραίτητος ο ακριβής προσδιορισμός στα δικόγραφα, των νομοθετικών διατάξεων που επιχειρείται να κριθούν ως αντισυνταγματικές. Ο συνήγορος των εναγόντων στην δική του αγόρευση, απέρριψε όλες τις πιο πάνω θέσεις της συνηγόρου για την Δημοκρατία. Ισχυρίστηκε συγκεκριμένα ότι δίδεται λανθασμένη ερμηνεία ως προς την αιτία αγωγής στην παρούσα υπόθεση. Με παραπομπή σε αγγλική βιβλιογραφία, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι με την αγωγή τους, οι ενάγοντες επιζητούν την έκδοση αναγνωριστικής απόφασης (Declaratory Judgment), αναφορικά με την συνταγματικότητα των υπό κρίση Νόμων. Δεν τίθεται όπως είπε θέμα προσφυγής για ακύρωση διοικητικών πράξεων, ούτε επιδιώκεται κάτι τέτοιο από τους ενάγοντες. Ο συνήγορος έκαμε επί του προκειμένου αναφορά στο αγγλικό δίκαιο, στο οποίο δεν υπάρχει γραπτό Σύνταγμα ούτε και αναγνωρίζεται το ένδικο μέσο της προσφυγής. Δίδεται όμως η δυνατότητα καταχώρησης αγωγής με την οποία να επιζητείται η έκδοση αναγνωριστικής απόφασης όπως αυτή που ζητούν οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή τους. Για τον πιο πάνω λόγο, ο συνήγορος αρνήθηκε τους ισχυρισμούς για κατάχρηση της διαδικασίας λόγω απώλειας της προθεσμίας προσφυγής, επαναλαμβάνοντας την θέση του ότι οι ενάγοντες δεν επιδιώκουν την ακύρωση καμίας διοικητικής πράξης αλλά την κήρυξη των πιο πάνω Νόμων ως αντισυνταγματικών. Τέλος, ο συνήγορος απέρριψε τους ισχυρισμούς για μη δικογράφηση του κειμένου των κατ' ισχυρισμό αντισυνταγματικών Νόμων. Ισχυρίστηκε επί του προκειμένου ότι οι ενάγοντες καθορίζουν με σαφήνεια τις νομοθετικές διατάξεις, την συνταγματικότητα των οποίων αμφισβητούν. Συμπεράσματα Είναι καλά εμπεριστατωμένη αρχή ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να κρίνει την νομιμότητα και εγκυρότητα εκτελεστής διοικητικής πράξης. Σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθορίζει ότι η αναθεωρητική δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Λανίτης Λτδ κ.α ν Γεν. Εισαγγελέα

(1991)1 Α.Α.Δ 225,231). Η ίδια αρχή επαναλήφθηκε στην απόφαση της ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Συμβ. Εγγρ. Αρχιτεκτόνων & Πολ. Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.α
(1994)3 Α.Α.Δ 453, 458, όπου τονίστηκε ότι οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο. Στην υπόθεση Takis P. Makrides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα Της Δημοκρατίας
(1997)1 Α.Α.Δ. 1424, επιβεβαιώθηκε από το Εφετείο, το ανεπίτρεπτο της αναθεώρησης εκτελεστών διοικητικών πράξεων από πολιτικό Δικαστήριο. Λέχθηκε ότι το άρθρο 146.1 του Συντάγματος, αποκλείει την εξέταση άμεσα, έμμεσα, ή παρεμπιπτόντως από πολιτικό Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοση της. Για να κριθεί κατά πόσον μια πράξη εμπίπτει στην σφαίρα του δημοσίου δικαίου, εξετάζεται πρώτιστα ο χαρακτήρας της πράξης. Εξετάζεται επίσης ο χαρακτήρας του οργάνου που πήρε την υπό κρίση απόφαση αλλά και οι γενικότερες περιστάσεις λήψης της απόφασης. Είναι όμως δυνατό σύμφωνα με την νομολογία, το ίδιο όργανο να ενεργεί είτε στα πλαίσια του ιδιωτικού δικαίου, είτε εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. Είναι γι' αυτό που η φύση και ο χαρακτήρας της συγκεκριμένης λειτουργίας, συνιστά τον πιο σημαντικό παράγοντα στην εξέταση, κατά πόσον μια συγκεκριμένη απόφαση συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, είναι σαφές κατά την κρίση μου ότι οι επίδικες αποφάσεις για αποκοπή και κατάργηση επιδομάτων που αναφέρουν οι ενάγοντες με την αγωγή τους, συνιστούν εκτελεστές διοικητικές πράξεις, την νομιμότητα των οποίων δεν μπορεί να κρίνει το παρόν Δικαστήριο. Η πιο πάνω διαπίστωση, είναι σύμφωνη και με την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σε σειρά υποθέσεων, το Ανώτατο Δικαστήριο επιλήφθηκε διοικητικών προσφυγών που καταχωρήθηκαν εναντίον αποφάσεων για αποκοπή επιδόματος, χορηγίας και μισθοδοσίας χωρίς ποτέ να τεθεί ζήτημα ότι οι εν λόγω αποφάσεις δεν συνιστούσαν εκτελεστές διοικητικές πράξεις (βλ. μεταξύ άλλων Φυλακτού κα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ 565, Χαραλάμπους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας συνεκδικαζόμενες προσφυγές 1481 κ.α. ημ. 11.6.2014 & Aglika Nikolai Kojuharova ν. Κυπριακής Δημοκρατίας συνεκδικαζόμενες προσφυγές 257/14 κ.α. ημ.9.8.16). Αντιθέτως, είναι ξεκάθαρο από την εν λόγω νομολογία ότι η αποκοπή επιδομάτων συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη, η οποία μπορεί να προσβληθεί μόνο με διοικητική προσφυγή. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου υπάρχει ισχυρισμός για αντισυνταγματικότητα της διάταξης επί της οποίας στηρίχθηκε η αποκοπή επιδόματος, αρμόδιο για να αποφασίσει είναι το Διοικητικό Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου πρέπει να καταχωρηθεί η διοικητική προσφυγή. Στην υπόθεση Φυλακτού (ανωτέρω) η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε σε συνεκδικαζόμενες προσφυγές, την συνταγματικότητα νομοθετικών διατάξεων με τις οποίες επιβλήθηκαν αποκοπές στην μισθοδοσία του Δικαστικού Σώματος. Επιπλέον στην υπόθεση Χαραλάμπους (ανωτέρω) η Πλήρης Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου εξέτασε την συνταγματικότητα αποκοπών από τις συντάξεις και τις απολαβές των εργοδοτουμένων στον δημόσιο τομέα. Ειδικότερα, τα γεγονότα της παρούσας προσομοιάζουν με την απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Aglika Nikolai Kojuharova (ανωτέρω) όπου εξετάστηκε η απόφαση της διοίκησης για απόρριψη αιτήματος επιδόματος τέκνου. Οι ίδιες αρχές ισχύουν κατά την κρίση μου και στην παρούσα υπόθεση. Με την αγωγή τους, οι ενάγοντες ζητούν στην ουσία την ακύρωση των διοικητικών πράξεων με τις οποίες τους αποκόπηκαν τα επίδικα επιδόματα, θεραπεία όμως που είναι εκτός της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Δεν συμφωνώ με την θέση του συνηγόρου για τους ενάγοντες ότι με την παρούσα δεν επιζητείται η ακύρωση οιασδήποτε διοικητικής πράξης. Τυχόν κήρυξη των επίδικων νομοθεσιών ως αντισυνταγματικών όπως επιδιώκεται με την παρούσα αγωγή, στην ουσία σημαίνει ότι θα ακυρωθούν οι διοικητικές πράξεις για αποκοπή των επιδομάτων των εναγόντων. Αυτό όμως μπορεί να επιτευχθεί μόνο στα πλαίσια διοικητικής προσφυγής. Είναι προφανές ότι η συνταγματικότητα των υπό κρίση νομοθετικών διατάξεων δεν μπορεί να εξεταστεί αόριστα και χωρίς το παρόν Δικαστήριο να μην υπεισέλθει στην εξέταση των διοικητικών πράξεων αποκοπής των επιδομάτων. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι επιτρεπτό σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αρχές. Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τα ζητήματα αντισυνταγματικότητας που εγείρονται με την παρούσα αγωγή. Το Αγγλικό δίκαιο που επικαλέστηκε ο συνήγορος των εναγόντων δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση. Οι διατάξεις του δημοσίου δικαίου όπως εμπεριέχονται στο άρθρο 146 του Συντάγματος, διαφοροποιούν το εφαρμοζόμενο στην Κύπρο Δίκαιο από τα ισχύοντα στην Αγγλία όπου ως ο ίδιος ο συνήγορος ανέφερε δεν υπάρχει γραπτό Σύνταγμα και η διαδικασία της διοικητικής προσφυγής είναι άγνωστη. Το άρθρο 146 του Συντάγματος αλλά και προαναφερθείσα νομολογία δεν αφήνουν περιθώρια για άλλη ερμηνεία. Οι ενάγοντες όφειλαν προκειμένου να αμφισβητήσουν την συνταγματικότητα των υπό κρίση νομοθετικών διατάξεων να καταχωρήσουν διοικητική προσφυγή εναντίον της απόφασης της διοίκησης με την οποία τους απέκοψε τα επίδικα επιδόματα δυνάμει των υπό εξέταση Νόμων. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τις αιτούμενες με την παρούσα αγωγή θεραπείες. Ως εκ τούτου, ευσταθεί η πρώτη προδικαστική ένσταση του εναγομένου για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Με δεδομένη την πιο πάνω διαπίστωση δεν θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω τις υπόλοιπες δύο προδικαστικές ενστάσεις για κατάχρηση διαδικασίας και παράλειψη ειδικής αναφοράς στις νομοθετικές διατάξεις, των οποίων αμφισβητείται η συνταγματικότητα. Ως εκ τούτου, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον των εναγόντων ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.