← Κύπρος

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (ΟΣΕΛ) ΛΤΔ ν. ΤΑΣΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5391/15, 12/4/2017

ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (ΟΣΕΛ) ΛΤΔ ν. ΤΑΣΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 5391/15, 12/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5391/15 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΠΑΡΧΙΑΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ (ΟΣΕΛ) ΛΤΔ Ενάγουσας και

  1. ΤΑΣΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
  2. ΣΩΤΗΡΟΥΛΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ
  3. ΟΡΕΣΤΗΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
  4. ΜΑΡΚΕΛΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
  5. ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ
  6. ΒΙΚΤΩΡΙΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ
  7. ΜΑΡΙΑ ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ
  8. ΡΑΦΑΗΛ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 13.2.17 για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Ημερομηνία: 12 Απριλίου 2017 Για εναγόμενο 1 - αιτητή: κος Αλ. Ταλιαδώρος με κα Δ.Μ. Γεωργιάδου Για ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση- καθ' ης η αίτηση: κος Μ. Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα εταιρεία ασχολείται με την παροχή υπηρεσιών στις δημόσιες συγκοινωνίες στην Επαρχία Λευκωσίας και χρησιμοποιεί για τον σκοπό αυτό, αριθμό λεωφορείων. Αποτελεί στην ουσία, την μόνη αδειούχα εταιρεία για μεταφορά επιβατών με τακτικές γραμμές λεωφορείων στην επαρχία Λευκωσίας δυνάμει γραπτής συμφωνίας με την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο εναγόμενος 1, είναι ένας εκ των μετόχων της ενάγουσας εταιρείας. Οι εναγόμενοι 3 έως 8 είναι τέκνα του εναγομένου 1 ενώ η εναγομένη 2, σύζυγος του. Οι εναγόμενοι 3 -6 και 8 υπήρξαν εργοδοτούμενοι της ενάγουσας υπό καθεστώς πλήρους ή μερικής απασχόλησης. Η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον των εναγομένων που είναι μέλη της ίδιαw οικογένειας για κατ' ισχυρισμό παράνομες πράξεις που έχουν προκαλέσει ζημιά στην ενάγουσα εταιρεία. Συγκεκριμένα, τους καταλογίζεται από την ενάγουσα ότι έχουν αποκλείσει τον σταθμό λεωφορείων στο χωριό Αρεδιού και δεν επιτρέπουν την διακίνηση των λεωφορείων που είναι σταθμευμένα εκεί για να προβούν σε οιαδήποτε δρομολόγια, επικαλούμενοι οικονομικές διαφορές και απαιτήσεις που κατ' ισχυρισμό έχει ο εναγόμενος 1 εναντίον της ενάγουσας. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση αγωγής, η ενάγουσα πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος με το οποίο οι εναγόμενοι διατάχθηκαν όπως μη επεμβαίνουν στην ελεύθερη διακίνηση των λεωφορείων της ενάγουσας που βρίσκονται στον σταθμό Αρεδιού και επιπλέον όπως μη παρεμποδίσουν εκπροσώπους της ενάγουσας να παραλάβουν τα εν λόγω λεωφορεία. Οι εναγόμενοι διατάχθηκαν επίσης να μην επεμβαίνουν στον σταθμό λεωφορείων της ενάγουσας στο χωριό Αρεδιού και να μην παρεμποδίζουν την είσοδο σε αυτό, εκπροσώπων της ενάγουσας. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι το πιο πάνω διάταγμα επιδόθηκε νομότυπα σε όλους τους εναγομένους πλην της εναγομένης
  9. Παρόλα αυτά, οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, 5, 6, & 8 παρέβηκαν τους όρους του διατάγματος και εξακολουθούν να εμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση εκπροσώπων της ενάγουσας στον σταθμό Αρεδιού. Καταχωρήθηκε ως εκ τούτου στην συνέχεια, η αίτηση ημ. 10.11.15 με την οποία η ενάγουσα ζητά την κατάσχεση της περιουσίας και την φυλάκιση των καθ' ων η αίτηση μέχρις ότου συμμορφωθούν με το πιο πάνω προσωρινό διάταγμα. Επιζητείται επίσης η τιμωρία και φυλάκιση των καθ' ων η αίτηση λόγω εσκεμμένης παρακοής στο πιο πάνω διάταγμα και καταφρόνησης του Δικαστηρίου. Το ζήτημα σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της αίτησης, πήρε τεράστιες διαστάσεις με εκτενή δημοσιεύματα στον τύπο αφού πέραν των επιπτώσεων που έχει ο αποκλεισμός του Σταθμού Λεωφορείων Αρεδιού στις 32 ορεινές κοινότητες της Επαρχίας Λευκωσίας, οι κάτοικοι των οποίων έχουν ουσιαστικά αποκλειστεί και παραμένει χωρίς δημόσιες συγκοινωνίες και πρόσβαση σε σχολεία και νοσοκομεία, οι εναγόμενοι απέκλεισαν και την Λεωφόρο Προεδρικού, προφανώς σε μια προσπάθεια να πιέσουν καταστάσεις και να αποκομίσουν παράνομα οικονομικά οφέλη που θεωρούν ότι δικαιούται ο εναγόμενος
  10. Στο μεταξύ μετά από ακρόαση, το προσωρινό διάταγμα κατέστη οριστικό μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής, με ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 29.6.
  11. Το διάταγμα κατέστη οριστικό μόνο για τους εναγομένους 1, 2 3, 5, 6 & 8 αφού για τους εναγομένους 2 & 7 η αίτηση αποσύρθηκε σε προγενέστερο στάδιο. Στην συνέχεια, η αίτηση παρακοής αποσύρθηκε για τους εναγομένους 2 3, 5, 6 &
  12. Έτσι παρέμεινε το αίτημα για τιμωρία μόνο του εναγομένου
  13. Ο καθ' ου η αίτηση - εναγόμενος 1, καταχώρησε ένσταση στην αίτηση παρακοής. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση για προσωρινό διάταγμα, καταχωρήθηκε παράνομα και ότι η επίδοση του διατάγματος έγινε παράτυπα. Επιπλέον, το διάταγμα που είναι απαγορευτικό και όχι προστακτικό δεν αναφέρει χρόνο συμμόρφωσης. Αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς για εσκεμμένη παρακοή του προσωρινού διατάγματος. Ισχυρίζεται επί του προκειμένου ότι η ίδια η αιτήτρια παρεμπόδισε με τις ενέργειες της, την εφαρμογή του διατάγματος. Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας αίτησης, με την οποία ο εναγόμενος 1 αιτείται την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης με την οποία να συμπληρώνεται η αρχική ένορκη του δήλωση, που συνοδεύει την ειδοποίηση έντασης του στην αίτηση παρακοής. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση, ο αιτητής αναφέρει ότι είναι επιβεβλημένο να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, γεγονότα, στοιχεία και έγγραφα που έχει στην κατοχή του και τα οποία συνδέονται άμεσα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας στην αίτηση παρακοής. Πρόκειται για γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την αρχική του ένορκη δήλωση και ως εκ τούτου δεν μπορούσαν να είχαν τεθεί σε προγενέστερο στάδιο. Στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, γίνεται αναφορά στην είσοδο αντιπροσώπων της ενάγουσας με την συνοδεία αστυνομίας, στο σταθμό Λεωφορείων Αρεδιού όπου βρίσκονταν σταθμευμένα λεωφορεία του στόλου του ΟΣΕΛ. Με πρόσχημα το προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου, εκπρόσωποι της ενάγουσας εισήλθαν στον χώρο χωρίς άδεια ή οποιοδήποτε ένταλμα και παρέλαβαν 27 από τα 50 λεωφορεία που ήταν σταθμευμένα εντός του σταθμού. Στην συνέχεια αντί να περιοριστούν στην παραλαβή των λεωφορείων, προέβησαν σε βανδαλισμούς προκαλώντας σοβαρές και εκτεταμένες ζημιές, τόσον στην είσοδο του χώρου όσον και εντός αυτού. Συγκεκριμένα απέκοψαν πασσάλους και καλώδια του ηλεκτρικού ρεύματος, έσπασαν σωλήνες υδροδότησης, προκάλεσαν ζημιές στο σύστημα φωτισμού του χώρου και στο κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, έσπασαν ηλεκτρονικούς υπολογιστές και διασκόρπισαν στο έδαφος έγγραφα και άλλα αντικείμενα. Οι πιο πάνω πράξεις καταδεικνύουν κατά τον αιτητή, τις προθέσεις και τα αλλότρια κίνητρα της ενάγουσας που είχαν σαν απώτερο σκοπό το οριστικό κλείσιμο του σταθμού Αρεδιού και την δημιουργία κλίματος τρομοκρατίας χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα το προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα αυτά, έλαβαν χώρα μετά την αρχική ένορκη δήλωση και είναι αναγκαίο κατά τον αιτητή να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ώστε να μπορέσει να καταλήξει σε μια εμπεριστατωμένη και δίκαιη απόφαση, αναφορικά με την βασιμότητα της αίτησης παρακοής. Πέραν του γεγονότος ότι πρέπει να πληροφορηθεί το Δικαστήριο ότι το διάταγμα έχει εκτελεστεί ένα χρόνο μετά την έκδοση του με την παραλαβή των 27 Λεωφορείων θα καταδειχθεί επίσης ότι η εφαρμογή του εμποδιζόταν από την ίδια την ενάγουσα. Υπό τας περιστάσεις, η αίτηση παρακοής καθίσταται άνευ αντικειμένου αφού ουδέν άλλο παραμένει προς συμμόρφωση με το διάταγμα. Στην συνέχεια, ο αιτητής αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ότι το αίτημα για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, υποβλήθηκε έγκαιρα αμέσως μετά που η ενάγουσα ειδοποίησε το Δικαστήριο ότι θα εμμένει στην εκδίκαση της αίτησης παρακοής και παρά την εκτέλεση του διατάγματος και την παραλαβή των 27 λεωφορείων. Η σχετική διαδικασία καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα ολοκληρωθεί σχετικά σύντομα και δεν θα καθυστερήσει την διαδικασία εκδίκασης της αίτησης παρακοής. Αντιθέτως, σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματος, ο αιτητής ισχυρίζεται ότι θα του στερηθεί το δικαίωμα να παρουσιάσει στο Δικαστήριο την πλήρη εικόνα των γεγονότων που αφορούν την υπό εκδίκαση αίτηση παρακοής και ειδικά γεγονότων για ενέργειες της ενάγουσας που ανατρέπουν άρδην το υπόβαθρο της αίτησης παρακοής. Με την ένορκη δήλωση της παρούσας αίτησης, επισυνάπτεται ως τεκμήριο Α, αντίγραφο της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Σε αυτή γίνεται εκτενής αναφορά στους ισχυρισμούς του αιτητή για τον τρόπο με τον οποίο παραλήφθηκαν τα λεωφορεία και τις κατ' ισχυρισμό καταστροφές στο σταθμό Αρεδιού από εκπροσώπους της ενάγουσας. Επισυνάπτεται επίσης, φωτογραφικό υλικό και σχετικά δημοσιεύματα στον τύπο. Η ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση, κατεχώρησε ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι δεν αποκαλύπτεται επαρκής αιτιολογία ούτε καλός λόγος ώστε να επιτραπεί το αίτημα για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να εισαχθούν, είναι άσχετοι με τα επίδικα θέματα της αίτησης παρακοής. Αναφέρεται επίσης στους λόγους ένστασης ότι ή παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και με μεγάλη αργοπορία εκ μέρους του αιτητή με αποκλειστικό σκοπό να καθυστερήσει την εκδίκαση της ουσίας της αίτησης παρακοής. Την ειδοποίηση ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση του Γιώργου Χατζηγιώργη, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων της ενάγουσας. Γνωρίζει όπως ισχυρίζεται τα γεγονότα της υπόθεσης γιατί ήταν παρών στον σταθμό Αρεδιού κατά την διάρκεια της διαδικασίας ανάληψης της κατοχής των λεωφορείων στις 11.11.
  14. Ο ενόρκως δηλών αφού απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της αίτησης καθώς και αυτούς που αναφέρονται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνει την θέση ότι δεν έχει αποδειχθεί καλός λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος. Επιχειρείται κατά τον ομνύοντα, εισαγωγή μαρτυρίας που είναι εντελώς άσχετη με τα γεγονότα της αίτησης παρακοής. Οι κατ' ισχυρισμό επιλήψιμη συμπεριφορά εκπροσώπων της ενάγουσας κατά την παραλαβή των λεωφορείων, εκτός του ότι δεν γίνεται αποδεκτή από την ενάγουσα, στην ουσία ουδόλως σχετίζεται με τα επίδικα θέματα της αίτησης παρακοής. Ήταν επιπλέον η θέση του ομνύοντα ότι ο αιτητής με την παρούσα αίτηση του, επιχειρεί μέσα από αβάσιμους και ψευδείς ισχυρισμούς να στρέψει εσφαλμένα την προσοχή του Δικαστηρίου σε ζητήματα άσχετα με σκοπό την δημιουργία εσφαλμένων εντυπώσεων. Στην συνέχεια ο ομνύοντας αναφέρει ότι στα πλαίσια εκδίκασης της αίτησης παρακοής, το Δικαστήριο θα εξετάσει αυστηρά κατά πόσον ο εναγόμενος 1 έχει παρακούσει νόμιμη διαταγή του Δικαστηρίου. Τα ζητήματα που επιχειρούνται να εισαχθούν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση, πλην του αναμφισβήτητου γεγονότος της ανάκτησης των λεωφορείων από την ενάγουσα, είναι παντελώς άσχετα και δεν συνιστούν επίδικα ζητήματα στην διαδικασία παρακοής. Τυχόν εισαγωγή τέτοιων άσχετων ισχυρισμών θα εκτρέψει την διαδικασία της αίτησης παρακοής και θα καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης. Σε τέτοια δε περίπτωση, η ενάγουσα θα καταχωρήσει νέα αίτηση αντεξέτασης ώστε να αμφισβητήσει τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αφού αυτοί δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα και επιχειρούν να προκαλέσουν εσφαλμένες εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Αγορεύσεις Η συνήγορος του εναγομένου 1 - αιτητή στην αγόρευση της, αναφέρθηκε στα γεγονότα της υπόθεσης και ιδιαίτερα στο ότι στις 11.1.16, μετά δηλαδή την ένσταση του εναγομένου 1 στην αίτηση παρακοής, αντιπρόσωποι των εναγόντων έλαβαν κατοχή των λεωφορείων. Στη συνέχεια η συνήγορος αναφέρθηκε στη Δ.48 θ.4

(2), η οποία καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Με παραπομπή σε νομολογία, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα περίπτωση, υπάρχει καλός λόγος ούτως ώστε το Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα. Με την προτεινόμενη ένορκη δήλωση δεν επιδιώκεται η προσθήκη αυθαίρετων ή άσχετων γεγονότων και ισχυρισμών ούτε η επανάληψη του περιεχομένου της αρχικής ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Αντιθέτως, επιδιώκεται να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα που επεσυνέβησαν μετά την αρχική ένορκη δήλωση και αφορούν ενέργειες της ενάγουσας που έχουν άμεση σχέση με την εφαρμογή του προσωρινού διατάγματος. Πρόκειται για μαρτυρία και όχι επιχειρηματολογία και ως εκ τούτου, είναι ορθό να παρουσιασθούν στο Δικαστήριο με τη μορφή της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Τα γεγονότα αυτά είναι άμεσα σχετικά με την αίτηση παρακοής λόγω του ότι το προσωρινό διάταγμα ήταν απαγορευτικό και όχι προστακτικό. Άρα η υποχρέωση του εναγομένου 1, ήταν να μην εμποδίσει την εφαρμογή του. Με την παράθεση των γεγονότων που έλαβαν χώρα στις 11.11.16 όπου οι εκπρόσωποι της ενάγουσας παρέλαβαν τα λεωφορεία, ο εναγόμενος 1 επιθυμεί να υποστηρίξει ότι δεν παρεμπόδισε την εκτέλεση του διατάγματος. Τονίζει δε ιδιαίτερα το γεγονός ότι δεν ενημερώθηκε για την πρόθεση της ενάγουσας να εισέλθει στο χώρο και να εφαρμόσει το διάταγμα της αστυνομίας. Επιδιώκει επίσης ο εναγόμενος 1 να αποδείξει μέσω της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, τις προθέσεις και τα κίνητρα της ενάγουσας όπως αναφέρονται στην ένσταση του, της οποίας απώτερος σκοπός ήταν το κλείσιμο του σταθμού Αρεδιού και ο εκφοβισμός των εναγομένων. Είναι επίσης ουσιαστικής σημασίας να πληροφορηθεί το Δικαστήριο ότι πέραν της εκτέλεσης του διατάγματος με την παραλαβή των λεωφορείων ότι η εφαρμογή του είχε εμποδιστεί από την ίδια την ενάγουσα. Ήταν περαιτέρω η θέση της συνηγόρου ότι σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, είναι να έχει ενώπιον του το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αίτησης παρακοής μια αποκρυσταλλωμένη και ολοκληρωμένη εικόνα όλων των σχετικών με την εφαρμογή του διατάγματος γεγονότων. Στη βάση των γεγονότων που εκτίθενται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο εναγόμενος 1 θα υποστηρίξει και θα ενισχύσει την εξ αρχής προβληθείσα θέση του ότι η αίτηση παρακοής είναι αβάσιμη και καταχρηστική. Στη συνέχεια, η συνήγορος αναφέρθηκε στους λόγους ένστασης που προβάλλει η ενάγουσα για την μη έγκριση του αιτήματος συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Ήταν η θέση της ότι κανένας από τους πιο πάνω λόγους δεν ευσταθεί και κάλεσε το Δικαστήριο να εγκρίνει το αίτημα. Ιδιαίτερα ως προς τον ισχυρισμό για εξ' ακοής μαρτυρία στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η συνήγορος με παραπομπή στην Δ.39 Θ.2, ανέφερε ότι είναι επιτρεπτή η παράθεση εξ' ακοής μαρτυρίας νοουμένου ότι ο ομνύων αποκαλύπτει την πηγή της γνώσης του. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτητής παραθέτει στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση, την πηγή της γνώσης του για τα γεγονότα. Όσον αφορά τον ισχυρισμό για καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης, η συνήγορος επανέλαβε την θέση ότι αρκετός χρόνος αναλώθηκε, στο κατά πόσον η ενάγουσα θα επέμενε στην προώθηση της αίτησης παρακοής. Από την στιγμή που η ενάγουσα πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι θα εμμένει στο αίτημα της παρά την εκτέλεση του διατάγματος, ο εναγόμενος 1 σε σύντομο χρονικά διάστημα, καταχώρησε την παρούσα αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Δεν δικαιολογείται ως εκ τούτου κατά την συνήγορο, ο ισχυρισμός της ενάγουσας για καθυστέρηση. Επιπλέον, η ενάγουσα κωλύεται να θέτει τέτοιο θέμα λόγω και της δικής της συμπεριφοράς στην καθυστέρηση προώθησης της υπόθεσης. Ο συνήγορος της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση στη δική του αγόρευση, αναφέρθηκε επίσης στα γεγονότα της υπόθεσης από την έκδοση του προσωρινού διατάγματος μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης παρακοής. Στη συνέχεια με παραπομπή σε σχετική νομολογία, ισχυρίστηκε ότι δεν έχει αποδειχθεί στην παρούσα υπόθεση καλός λόγος που να δικαιολογεί την έγκριση αιτήματος για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αιτητής επιχειρεί να εισαγάγει μαρτυρία που στην πλειονότητα της είναι παντελώς άσχετη με τα επίδικα ζητήματα της αίτησης παρακοής. Οι ισχυρισμοί για επιλήψιμη συμπεριφορά εκπροσώπων της ενάγουσας κατά την παραλαβή των λεωφορείων δεν συνιστούν επίδικο θέμα στη διαδικασία παρακοής διατάγματος. Ούτε και η παράθεση αυτών των ισχυρισμών θα βοηθήσει στη δημιουργία πληρέστερης εικόνας ως προς τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Σύμφωνα με τον συνήγορο, στα πλαίσια εξέτασης της αίτησης παρακοής, το Δικαστήριο αναμένεται να εξετάσει γεγονότα που καταδεικνύουν κατά πόσο ο εναγόμενος 1 παρέβη εσκεμμένα στο προσωρινό διάταγμα. Πέραν του γεγονότος της παραλαβής των λεωφορείων, όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί είναι παντελώς άσχετοι με τα επίδικα θέματα της παρακοής του προσωρινού διατάγματος. Αλλά και η παραλαβή των λεωφορείων είναι άνευ σημασίας με την έννοια ότι δεν έγινε με την ελεύθερη βούληση του εναγομένου 1 αλλά κατόπιν συντονισμένων ενεργειών της ενάγουσας με τη συνοδεία ισχυρής αστυνομικής δύναμης. Αλλά ακόμα και αν το Δικαστήριο ήθελε αποφασίσει ότι η ανάκτηση των λεωφορείων είναι στοιχείο που πρέπει να περιληφθεί στο μαρτυρικό υλικό, ήταν η θέση του δικηγόρου ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί ταυτόχρονα και η παρείσφρηση απαράδεκτων και άσχετων ισχυρισμών. Άλλωστε, μέσα από την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, καθίσταται ξεκάθαρο κατά τον συνήγορο ότι ο εναγόμενος 1 δεν ιεραρχεί την ανάκτηση των λεωφορείων ως το σημαντικότερο γεγονός που θέλει να αναφέρει στο Δικαστήριο, αλλά τους ισχυρισμούς του αναφορικά με τη συμπεριφορά των εκπροσώπων της ενάγουσας. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και σκοπό έχει να προκαλέσει την εκτροπή στην εκδίκαση της αίτησης παρακοής. Τέλος, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι η αίτηση θα πρέπει να αποτύχει για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία του εναγομένου 1 αφού αναφέρεται σε γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση. Είναι παραδεκτό ότι ο εναγόμενος 1 δεν ήταν παρών κατά την παραλαβή των λεωφορείων. Ως εκ τούτου δεν είναι το αρμόδιο πρόσωπο για να περιγράψει τα γεγονότα που αναφέρονται στην υπό κρίση συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Νομική Πτυχή Η αίτηση στηρίζεται στην Δ.48 Θ.4
(2), η οποία δίνει την δυνατότητα στο Δικαστήριο να διατάξει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης σε ενδιάμεσες αιτήσεις και η οποία έχει ως ακολούθως: «Το Δικαστήριο, ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ένορκων δηλώσεων. Η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρούμενης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39». Τόσον από την ανάγνωση της πιο πάνω διάταξης όσον και από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προκύπτει ότι είναι στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσον θα δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε ενδιάμεσες αιτήσεις (βλ. Ματθαίου κα
(2008)1 Α.Α.Δ 510 & A. Messios and Sons Ltd κα v. Λεωνίδα
(2010)1Α Α.Α.Δ. 195). Στα πλαίσια τέτοιου αιτήματος, ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο θετικά για την ύπαρξη καλού λόγου ώστε να δοθεί η σχετική άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Όσον αφορά την έννοια της φράσης «καλός λόγος» που αναφέρεται στην Δ.48 Θ.4
(2), αυτή θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση μου με δεδομένη την σχετικότητα με τα επίδικα θέματα, των ισχυρισμών που επιχειρούνται να εισαχθούν. Αυτό σε συνδυασμό πάντα με το γενικότερο δικαίωμα κάθε διαδίκου να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, όλο το κατά την άποψη του αναγκαίο υλικό για την εκδίκαση της αίτησης. Σημαντικό επίσης στοιχείο στην απόδειξη καλού λόγου, είναι να καταδειχθεί ότι τα γεγονότα που ζητείται να συμπεριληφθούν στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δεν ήταν σε γνώση του αιτητή όταν καταχωρούσε την αρχική ένορκη δήλωση του. Όπως επιθυμητό θα ήταν, η συμπληρωματική ένορκη δήλωση για την οποία ζητείται άδεια για καταχώρηση, να επισυνάπτεται στην αίτηση ώστε το Δικαστήριο να είναι σε θέση να αποφασίσει για την σχετικότητα των συγκεκριμένων ισχυρισμών και έχοντας ενώπιον του όλα τα δεδομένα, να κρίνει κατά πόσον υπάρχει καλός λόγος για έγκριση του αιτήματος. Τέλος, τονίζεται ότι σύμφωνα με την απόφαση Ματθαίου (ανωτέρω), τέτοιου είδους αιτήσεις αν δεν υπάρχει καλός λόγος και ειδικά όταν μια υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση θα πρέπει να αποφεύγονται καθότι διακόπτουν και ανατρέπουν την κανονική πορεία της υπόθεσης. Προκύπτει ως εκ τούτου ότι αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να καταχωρείται μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει καλός και ουσιαστικός λόγος με την έννοια ότι είναι απολύτως αναγκαία για τους σκοπούς εκδίκασης της αίτησης. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελεί καλό λόγο η άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, προκειμένου να απαντηθούν απλά κάποιοι ισχυρισμοί της άλλης πλευράς που δεν θα προσθέσουν τίποτε στην υπόθεση ή να προβληθούν νέοι ισχυρισμοί άσχετοι με τα επίδικα θέματα, ειδικότερα όταν αυτοί ήταν γνωστοί κατά την καταχώρηση της αρχικής ένορκης δήλωσης του αιτητή. Συμπεράσματα Το πρώτο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι ο ισχυρισμός της καθ' ης η αίτηση ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί η συμπληρωματική ένορκη δήλωση γιατί σε αυτήν, παρατίθεται εξ' ακοής μαρτυρία. Σύμφωνα με την Δ.39 Θ.2, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης θα πρέπει να έχει ως πηγή, την προσωπική γνώση του ομνύοντος. Παρόλα αυτά σε ενδιάμεσες αιτήσεις, αναφορά σε ένορκη δήλωση μπορεί να γίνει και σε γεγονότα που δεν είναι σε προσωπική γνώση του ομνύοντος αν αυτός παραπέμπει στην πηγή της γνώσης του (βλ. μεταξύ άλλων Lord Jeans v Orbit Kazoulis Ltd
(2003)1 A.A.Δ. 808). Σκοπός της Δ.39. Θ.2 που αντιστοιχεί στην Or. 41 R.5
(2)των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, είναι να δώσει την ευκαιρία σε ενδιάμεσες αιτήσεις που είναι από την φύση τους επείγουσες να παρατίθεται στην ένορκη δήλωση και εξ' ακοής μαρτυρία. Το αποδεκτό της εξ ακοής μαρτυρίας σε ενδιάμεσες διαδικασίες, βασίζεται στην ανάγκη παροχής σε ένα αιτητή, της ευχέρειας να στοιχειοθετήσει το αίτημα του εύκολα και γρήγορα χωρίς την αυστηρή προσκόλληση στους κανόνες που εφαρμόζονται στο δίκαιο της απόδειξης (βλ. μεταξύ άλλων C.T. Tobacco Limited v. Εταιρείας Eκδόσεις Αρκτίνος Λτδ
(2003)1Β Α.Α.Δ 853). Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Βασίλη Χαραλάμπους κα
(2010)1Β Α.Α.Δ 829, λέχθηκε ότι οι πρόνοιες της Δ.39 Κ.2, ικανοποιούνται όπου η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντα είναι φανερή και έχει παρουσιαστεί προς έλεγχο του Δικαστηρίου μέσω των επισυναφθέντων σχετικών εγγράφων. Λέχθηκε περαιτέρω ότι πάση περιπτώσει, μετά που η εξ ακοής μαρτυρία κατέστη γενικά αποδεκτή δια Νόμου (Περί Αποδείξεως (Τροποποιητικός) Νόμος αρ. 32(Ι)/2004), η σημασία της πιο πάνω προϋπόθεσης που καθορίζει η Δ.39 Θ.2, έχει ουσιαστικά μειωθεί. Στην παρούσα περίπτωση, σημειώνω ότι στην προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο αιτητής αναφέρει την πηγή πληροφόρησης του σε σχέση με τα γεγονότα για τα οποία δεν έχει προσωπική γνώση. Αλλά και σε αντίθετη περίπτωση, η προϋπόθεση για αποκάλυψη της πηγής της γνώσης του ομνύοντος, έχει με βάση την πιο πάνω απόφαση Τράπεζα Κύπρου ν. Χαραλάμπους κα ατονήσει σε τέτοιο βαθμό μετά την εισαγωγή του Νόμου 32(Ι)/2004 ώστε να μην αποτελεί λόγο για να κριθεί η ένορκη δήλωση ως αντικανονική. Τούτου λεχθέντος θα προχωρήσω στην εξέταση, του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έγκριση του αιτήματος. Από μελέτη των εκατέρωθεν θέσεων αλλά και των γεγονότων που επιχειρούνται να εισαχθούν με την υπό κρίση συμπληρωματική ένορκη δήλωση, κρίνω ότι δεν έχει καταδειχθεί καλός λόγος για να επιτραπεί το αίτημα. Με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ο αιτητής επιχειρεί να εισαγάγει ισχυρισμούς που στην πλειοψηφία τους, σχετίζονται με την συμπεριφορά εκπροσώπων της ενάγουσας κατά την παραλαβή των λεωφορείων. Όμως, οι ισχυρισμοί για καταστροφή περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων κατά την παραλαβή των λεωφορείων δεν σχετίζονται με τις προϋποθέσεις απόδειξης της παρακοής του προσωρινού διατάγματος που αντιμετωπίζει ο αιτητής. Ούτε σε καμία περίπτωση, σχετίζονται με την θέση του αιτητή για εσκεμμένη παρακώλυση εφαρμογής του διατάγματος από την ίδια την ενάγουσα, ισχυρισμός που εν πάση περιπτώσει αναφέρεται και στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Οι ισχυρισμοί που επιχειρείται να εισαχθούν με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση αναφορικά με ζημιές στον σταθμό Αρεδιού δεν θα προσθέσουν οτιδήποτε στις θέσεις του εναγομένου 1 όπως αυτές παρατίθενται στην αρχική του ένορκη δήλωση με την οποία αρνείται την παρακοή του προσωρινού διατάγματος που του προσάπτει η ενάγουσα. Αντίθετα, σε περίπτωση που το αίτημα εγκριθεί θα ανατραπεί η πορεία εκδίκασης της αίτησης παρακοής αφού θα δοθεί μαρτυρία εντελώς άσχετη με τα συστατικά στοιχεία της αστικής καταφρόνησης που πρέπει να αποδειχθούν σε μια αίτηση αυτής της φύσης. Η όποια απαίτηση του αιτητή για ζημιές σε περιουσία του κατά την παραλαβή των λεωφορείων, μπορεί να ζητηθεί στα πλαίσια άλλου ένδικου μέσου αλλά εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί θέμα που μπορεί να απασχολήσει το Δικαστήριο, στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης παρακοής. Είναι γεγονός ότι η παραλαβή των λεωφορείων από την ίδια την ενάγουσα με την συνοδεία μάλιστα αστυνομικής δύναμης, έγινε μετά την καταχώρηση της ένστασης του εναγομένου 1 στην αίτηση παρακοής. Το στοιχείο όμως αυτό, είναι παραδεκτό και από τους δύο διαδίκους και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να αποτελέσει από μόνο του, καλό λόγο για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Εν πάση περιπτώσει, στην προτεινόμενη ένορκη δήλωση δεν επιχειρείται η προσθήκη αυτού μόνο του γεγονότος που ούτως ή άλλως είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές. Αντιθέτως, προβάλλεται σωρεία άλλων ισχυρισμών αναφορικά με βανδαλισμούς στον σταθμό Αρεδιού στους οποίους κατ' ισχυρισμό προέβησαν εκπρόσωποι της ενάγουσας κατά την παραλαβή των λεωφορείων. Ισχυρισμών όμως που δεν σχετίζονται καθόλου με τα επίδικα θέματα της αίτησης παρακοής και που αν εισαχθούν με την μορφή συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα εκτρέψουν και θα καθυστερήσουν περαιτέρω την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση για συμπληρωματική ένορκη δήλωση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του εναγομένου 1 - αιτητή και υπέρ της ενάγουσας - καθ' ης η αίτηση ως θα υπολογιστούν από το πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να πληρωθούν στο τέλος της εκδίκασης της αίτησης παρακοής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.