Μιχάλη Μούντη ν. Επίσημο Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας του Ανδρέα Αθανασίου, Αρ. Αγωγής: 9215/01, 27/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9215/01 Μεταξύ: Μιχάλη Μούντη, εκ Πάφου Ενάγοντος και Ανδρέα Αθανασίου, εκ Λευκωσίας Εναγομένου Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημ. 5.4.2006 Μεταξύ: Μιχάλη Μούντη, εκ Πάφου Ενάγοντος και Επίσημο Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας του Ανδρέα Αθανασίου, εκ Λευκωσίας Εναγομένου Αίτηση ημερ. 22.11.16 υπό εναγομένου - αιτητή για παραμερισμό απόφασης Ημερομηνία: 27 Απριλίου 2017 Για αιτητή: κος Γιώργος Αδαμίδης Για καθ' ου η αίτηση: κα Χριστιάνα Πολυβίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή του, ο ενάγοντας ζητούσε το ποσόν των £450.000,00 από τον εναγόμενο Ανδρέα Αθανασίου. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο εν λόγω Ανδρέας Αθανασίου με ψευδείς παραστάσεις, εξαπάτησε τον ενάγοντα και του απέσπασε το πιο πάνω ποσόν για την αγορά μετοχών της εταιρείας Maxdata (Hellas), η οποία όμως στην πραγματικότητα δεν υπήρχε. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 12.9.
- Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγόρου στις 4.10.01 και υπεράσπιση στις 20.9.
- Ακολούθως, στις 5.4.2004, εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του εναγομένου στην αίτηση πτώχευσης με αριθμό 192/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ως εκ τούτου μετά από αίτηση του ενάγοντα, εκδόθηκε στις 5.4.2006, διάταγμα συνέχισης της διαδικασίας και σχετικής τροποποίησης του τίτλου της αγωγής. Το Δικαστήριο διέταξε περαιτέρω, την επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης, στον Επίσημο Παραλήπτη. Μετά την καταχώρηση του τροποποιημένου κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης και την επίδοση τους στον Επίσημο Παραλήπτη, ο ενάγοντας ζήτησε με μονομερή αίτηση του ημ. 14.6.2006, την έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης από τον Επίσημο Παραλήπτη. Το Δικαστήριο εξέδωσε στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης στις 16.6.2006, ερήμην απόφαση για το ποσόν των £450.000,00 πλέον τόκους και έξοδα. Ακολούθησε αρκετά χρόνια μετά στις 22.11.16, η καταχώρηση της παρούσας αίτησης με την οποία ο εναγόμενος ζητά τον παραμερισμό της πιο πάνω απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση της αίτησης που υπογράφει ο ίδιος ο εναγόμενος, ο λόγος της μεγάλης καθυστέρησης είναι ότι μέχρι τις 31.10.15 βρισκόταν σε πτώχευση και ο Επίσημος Παραλήπτης δεν του έδινε άδεια καταχώρησης της αίτησης, εκτός εάν κατέβαλλε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό, το οποίο όμως ο εναγόμενος δεν διέθετε. Μόλις πρόσφατα, ο Επίσημος Παραλήπτης του έδωσε άδεια να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Ο εναγόμενος αναφέρει στη συνέχεια ότι ουδέποτε έλαβε γνώση για την παρούσα αγωγή μετά την τροποποίηση του τίτλου και την παράλειψη του Επίσημου Παραλήπτη να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης για λογαριασμό του. Θεωρεί ως εκ τούτου ότι η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί αυτοδικαίως αφού ο ίδιος δεν είχε γνώση των δικαστικών διαδικασιών που κινήθηκαν εναντίον του. Ο ενάγοντας-καθ' ου η αίτηση, καταχώρησε ένσταση στην έγκριση του αιτήματος. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι η αίτηση είναι εξαρχής άκυρη αφού ο αιτητής δεν παρουσίασε καμία εξουσιοδότηση από τον Επίσημο Παραλήπτη να προβεί στο υπό κρίση αίτημα. Αναφέρεται επίσης ότι η αίτηση καταχωρείται σε πολύ καθυστερημένο στάδιο και επιπλέον δεν δίνεται καμία ικανοποιητική μαρτυρία που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της επίδικης απόφασης. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του ενάγοντα, στην οποία επαναλαμβάνονται όλοι οι λόγοι που επικαλείται στην Ειδοποίηση Ένστασης για απόρριψη του αιτήματος. Αγορεύσεις Ο συνήγορος του εναγόμενου-αιτητή στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στη Δ.17 Θ.10 η οποία καθορίζει την εξουσία του Δικαστηρίου για παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Ήταν η θέση του ότι μετά την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής θα έπρεπε να ενημερωθεί ο ίδιος ο εναγόμενος και όχι ο Επίσημος Παραλήπτης για την πορεία της υπόθεσης. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι ο διορισμός του Επίσημου Παραλήπτη ως Διαχειριστή της περιουσίας του εναγόμενου, έγινε στις 10.9.
- Δεν θα ήταν ως εκ τούτου δυνατόν και δεν θα έπρεπε να τροποποιηθεί ο τίτλος της αγωγής στις 5.4.06 και να απαιτείται εκ νέου επίδοση στον Επίσημο Παραλήπτη. Ο Επίσημος Παραλήπτης παρόλα αυτά, επέλεξε να αγνοήσει την επίδοση που του έγινε στις 11.4.06 με αποτέλεσμα να εκδοθεί ερήμην απόφαση εναντίον του εναγομένου. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία κατά τον συνήγορο ότι ο εναγόμενος δεν έλαβε γνώση ούτε για την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ούτε για την επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου και της έκθεσης απαίτησης στον Επίσημο Παραλήπτη. Όταν ο εναγόμενος πληροφορήθηκε για την έκδοση αυτής της απόφασης ζήτησε άδεια από τον Επίσημο Παραλήπτη για να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού. Παρόλα αυτά, ο Επίσημος Παραλήπτης για να δώσει άδεια ζήτησε από τον εναγόμενο την πληρωμή ενός μεγάλου χρηματικού ποσού, το οποίο ο εναγόμενος δεν διέθετε. Ο εναγόμενος καταχώρησε την παρούσα αίτηση μόλις αποκαταστάθηκε από το Διάταγμα Πτώχευσης που βάρυνε την περιουσία του και κατόπιν αδείας που πήρε από τον Επίσημο Παραλήπτη. . Από όλα τα πιο πάνω προκύπτει κατά τον συνήγορο, παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του εναγομένου καθότι εκδόθηκε απόφαση εναντίον του χωρίς να λάβει γνώση της διαδικασίας. Επιπλέον, ο Επίσημος Παραλήπτης επέδειξε πλήρη αδιαφορία μετά την επίδοση σε αυτόν του τροποποιημένου κλητηρίου. Η συνήγορος για τον ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση στη δική της αγόρευση αφού αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης παρέπεμψε σε νομολογία που ερμηνεύει τη Δ.17 θ.10 αναφορικά με τον παραμερισμό ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Στη συνέχεια επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης με ιδιαίτερη έμφαση στη μεγάλη καθυστέρηση προώθησης του αιτήματος. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην παράλειψη του αιτητή να παρουσιάσει οποιανδήποτε εξουσιοδότηση εκ μέρους του Επίσημου Παραλήπτη για καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, η συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο αιτητής δεν έχει παρουσιάσει κανέναν λόγο που να δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος. Πέραν της μεγάλης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης, ο αιτητής δεν έχει προβάλει κανένα λόγο που να αποδεικνύει συζητήσιμη υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής. Είναι χαρακτηριστικό κατά την συνήγορο ότι στην ένορκη δήλωση της αίτησης, ο αιτητής δεν προβαίνει σε καμία αναφορά στην υπεράσπιση που έχει επί της ουσίας της αγωγής. Νομική Πτυχή. Οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσας ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από τη Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Merkis General Bonded Warehouse v. Yiannoukas Holiday Inns
(1994)1 A.A.Δ. 736, το Ανώτατο Δικαστήριο αφού επιβεβαίωσε την υιοθέτηση της Αγγλικής υπόθεσης Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, συνόψισε τις πιο πάνω αρχές ως ακολούθως: α) Η αίτηση για παραμερισμό απόφασης εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. β) Πρωταρχικής σημασίας στοιχείο είναι να καταδειχθεί εκ μέρους του αιτητή καλή υπεράσπιση. Το βάρος απόδειξης φέρει ο αιτητής όχι για να αποδείξει την υπεράσπιση του αλλά για να καταδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση στην ουσία της υπόθεσης. γ) Ο αιτητής πρέπει να δείξει ουσιαστική και σοβαρή δικαιολογία γιατί δεν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο. δ) Το Δικαστήριο θα πρέπει να περιοριστεί στο αν υπάρχει ή όχι καλή υπεράσπιση και δεν θα πρέπει να προχωρήσει ως θα έπραττε αν εκδίκαζε την αγωγή και να αποφασίσει ότι υπάρχει ή όχι υπεράσπιση. ε) Η μαρτυρία που προσκομίζεται είναι υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων. Οι διάδικοι όμως έχουν το δικαίωμα να αντεξετάσουν οιονδήποτε ενόρκως δηλούντα αφού δώσουν τη σχετική ειδοποίηση σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας που προσάγεται για σκοπούς αντίκρουσης. Αρκεί η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης και η ύπαρξη καλή τη πίστη, συζητήσιμης υπόθεσης. Η δυνατότητα ακύρωσης σχετίζεται επίσης με την ανάγκη τελεσιδικίας των Δικαστικών αποφάσεων (βλ Mine & Quarry Services Ltd v. Ανδρέα Γεωργίου Μαύρου
(1993)1 Α.Α.Δ. 26). Από την άλλη όπως έχει νομολογηθεί, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της διαφορετικής εκδοχής του εναγομένου. Θα πρέπει να προσκομιστούν ταυτόχρονα και κάποια αποδεικτικά στοιχεία που να εμπεριέχουν ένα βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή του εναγομένου (βλ. Καλλής Ξενοφών ν. Alpha Bank
(2002)1 Α.Α.Δ. 793). Η αίτηση παραμερισμού δύναται να απορριφθεί παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εφόσον ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία στην αγωγή που ισοδυναμεί με καταφρόνηση της Δικαστικής Διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου ( βλ. Phylactou v. Michael
(1982)1 CLR 204 και Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη
(1997)1 Α.Α.Δ 941). Αυτό που προκύπτει από την σχετική νομολογία είναι ότι κατά την εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εναγομένου, το Δικαστήριο θα πρέπει να επιδιώξει την εξισορρόπηση δύο θεμελιακών για την απονομή της δικαιοσύνης παραγόντων. Από τη μια της ανάγκης για αποτελεσματική κατοχύρωση του δικαιώματος ενός διαδίκου να προβάλλει τη θέση του και από την άλλη, της ανάγκης να εξασφαλίζεται η ταχεία διεξαγωγή της δικαστικής διαδικασίας. Το πρωταρχικό κριτήριο, είναι η αποκάλυψη από μέρους του αιτητή καλής υπεράσπισης, η οποία να δικαιολογεί επανάνοιγμα της υπόθεσης. Ταυτόχρονα, όμως, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη συμπεριφορά του αιτητή και δύναται, αν η συμπεριφορά του είναι τέτοια ώστε να υποσκάπτει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση. Όπου η συμπεριφορά του αιτητή είναι αδικαιολόγητη και περιφρονητική ώστε να δείχνει πλήρη παραγνώριση της δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων του αντιδίκου του, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει μια απόφαση παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης εκ μέρους του αιτητή. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει επίσης ότι σε περιπτώσεις κακής επίδοσης της αγωγής ή ακόμα περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος δεν είχε καθόλου λάβει γνώση για την αγωγή ή την πορεία της υπόθεσης, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται χωρίς να τίθεται θέμα διακριτικής εξουσίας. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου 1Α Α.Α.Δ.
(1997)247, το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι αντικανονική επίδοση εκθεμελιώνει τη διαδικασία. Στις περιπτώσεις αυτές, η απόφαση θα πρέπει να παραμερίζεται αυτοδικαίως (ex debito justitiae). Συμπεράσματα Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, είναι κατά την κρίση μου σαφές ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Κατ' αρχάς, ο αιτητής διατηρεί εσφαλμένη εντύπωση για το πότε διορίστηκε o παραλήπτης της περιουσίας του. Αναφέρεται στο τελικό διάταγμα πτώχευσης ημ. 22.9.07 (τεκμ. Β της ένστασης), υποστηρίζοντας ότι ο Επίσημος Παραλήπτης δεν μπορούσε να τον εκπροσωπεί στην παρούσα αγωγή κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης στις 16.6.2006. Συγχύζει όμως τον διορισμό του Επίσημου Παραλήπτη ως διαχειριστή της περιουσίας του μετά το τελικό διάταγμα πτώχευσης, με τον διορισμό του Επίσημου Παραλήπτη ως παραλήπτη της περιουσίας του μετά το αρχικό διάταγμα παραλαβής. Παραγνωρίζοντας ότι το αρχικό διάταγμα παραλαβής εναντίον του, εκδόθηκε στις 5.4.2004 σύμφωνα με το οποίο ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε παραλήπτης της περιουσίας του. Από την στιγμή δε που το Δικαστήριο αποδέχθηκε αίτημα του ενάγοντα για τροποποίηση του τίτλου και συνέχιση της διαδικασίας, εναγόμενος στην αγωγή δεν ήταν πλέον ο αιτητής αλλά ο παραλήπτης της περιουσίας του, που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο Επίσημος Παραλήπτης. Εδώ τίθεται ακόμη ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για έγκριση του αιτήματος. Ο αιτητής ισχυρίζεται ότι πήρε άδεια από τον Επίσημο Παραλήπτη για καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Δεν επεσύναψε όμως τέτοια άδεια στην ένορκη δήλωση της αίτησης. Με δεδομένο ότι εναγόμενος συνεχίζει να είναι ο Επίσημος Παραλήπτης και όχι ο αιτητής, τέτοια άδεια είναι απολύτως απαραίτητη για την καταχώρηση του αιτήματος σύμφωνα με το άρθρο 9.3 του Περί Πτωχεύσεως Νόμου (Κεφ.5). Περαιτέρω δεν δόθηκε σχετική μαρτυρία κατά πόσον ο αιτητής έχει αυτοδικαίως αποκατασταθεί δυνάμει του άρθρου 27Α
(1)του Περί Πτωχεύσεων Νόμου (Κεφ.5). Υπενθυμίζω ότι σύμφωνα με την επιφύλαξη του πιο πάνω άρθρου, απαραίτητη προϋπόθεση για την αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα, αποτελεί η υποβολή από τον ίδιο της Έκθεσης Καταστάσεως της περιουσίας του και της προκαταρκτικής του κατάθεσης κατά τον καθορισμένο τύπο στον Επίσημο Παραλήπτη ή τον διαχειριστή, τουλάχιστον ένα έτος πριν την αυτοδίκαιη αποκατάσταση. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ο αιτητής έχει αυτοδικαίως αποκατασταθεί ή έστω ότι συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες της επιφύλαξης του άρθρου 27Α
(1)του Περί Πτωχεύσεων Νόμου (Κεφ.5). Εφόσον λοιπόν εξακολουθεί να τελεί υπό Πτώχευση, χρειαζόταν να αποδείξει ότι πήρε άδεια από τον Επίσημο Παραλήπτη για να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Ως εκ τούτου, η καταχώρηση της αίτησης χωρίς άδεια από την στιγμή που υπήρχε εν ισχύ διάταγμα πτώχευσης, είναι εξ' αρχής άκυρη. Όπως δε έχει νομολογηθεί, εξ' αρχής άκυρα δικονομικά μέτρα δεν μπορούν εκ των υστέρων να επιβιώσουν (Βλ. Τύμβιος κ.α ν. Λιβέρα
(1991)1 Α.Α.Δ. 615 και Empson v. Smith
(1966)1 Q.B.D. 426,439). Ανεξαρτήτως τούτου, δεν ευσταθεί η θέση του αιτητή ότι υπήρχε υποχρέωση επίδοσης του τροποποιημένου κλητηρίου στον ίδιο. Μετά το διάταγμα παραλαβής, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα συνέχισης της διαδικασίας και τροποποίησης του τίτλου της αγωγής με την αντικατάσταση του αιτητή από τον Επίσημο Παραλήπτη. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες για επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου στον επίσημο Παραλήπτη που ήταν και ο εναγόμενος που αντικατάστησε τον αιτητή στην διαδικασία της αγωγής, εκπροσωπώντας την περιουσία του. Δεν υπήρχε καμία υποχρέωση επίδοσης του τροποποιημένου κλητηρίου στον αιτητή, ο οποίος μετά το διάταγμα παραλαβής δεν εκπροσωπείτο πλέον προσωπικά στην αγωγή. Ούτε θα είχε κάποια πρακτική αξία τέτοια επίδοση αφού ο αιτητής δεν μπορούσε να εμφανιστεί στην αγωγή. Επιπλέον, η επιλογή του Επίσημου Παραλήπτη να μην εμφανιστεί στην αγωγή δεν δίνει δικαίωμα στον αιτητή να ζητήσει σήμερα παραμερισμό της ερήμην εκδοθείσας απόφασης. Τέτοιο δικαίωμα θα είχε μόνο ο Επίσημος Παραλήπτης που ήταν και ο εναγόμενος στην αγωγή. Πέραν όλων των πιο πάνω, δεν μπορεί να μην σημειωθεί ότι ο αιτητής δεν επικαλέστηκε με την ένορκη δήλωση της αίτησης, συζητήσιμη υπεράσπιση. Δεν υπάρχει καμία αναφορά επί του προκειμένου στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ούτε προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου οιαδήποτε αποδεικτικά στοιχεία που να εμπεριέχουν ένα βαθμό πειστικότητας ως προς την εκδοχή της υπεράσπισης του αιτητή, στην απαίτηση του ενάγοντα. Περαιτέρω δεν μπορεί να παραγνωριστεί και η μεγάλη καθυστέρηση στην προώθηση αιτήματος παραμερισμού της απόφασης που εκδόθηκε από τις 16.6.
- Μπορεί βέβαια η παράλειψη έγκαιρης προώθησης του αιτήματος να καταλογίζεται στον Επίσημο Παραλήπτη και όχι στον αιτητή. Από την άλλη, εξ' αντικειμένου η παράλειψη αυτή από τον Επίσημο Παραλήπτη που νόμιμα εκπροσωπεί την περιουσία του αιτητή δεν μπορεί να είναι χωρίς επιπτώσεις για το υπό κρίση αίτημα. Κρίνω υπό τας περιστάσεις ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του ενάγοντα που θα πρέπει μετά από 11 χρόνια να αποδείξει εκ νέου την απαίτηση του. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τους πιο κάτω λόγους:
- Η αίτηση καταχωρήθηκε κατά παράβαση των διατάξεων του Περί Πτωχεύσεως Νόμου (Κεφ.5) αφού βρίσκεται σε ισχύ διάταγμα πτώχευσης του αιτητή, ο οποίος δεν απέδειξε ότι πήρε άδεια από το Επίσημο Παραλήπτη για να καταχωρήσει την παρούσα.
- Δεν έχει αποδειχθεί από τον αιτητή, η υποχρέωση του ενάγοντα να του επιδώσει το τροποποιημένο κλητήριο της αγωγής.
- Ο αιτητής δεν έχει αποδείξει συζητήσιμη υπόθεση ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή.
- Η αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση με αποτέλεσμα σε περίπτωση έγκρισης της να επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα δικαιώματα του ενάγοντα. Ως εκ τούτου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του αιτητή ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ