← Κύπρος

ΝΕΑΡΧΟΣ ΙΕΡΕΙΔΗΣ ν. ΙΕΡΕΙΔΗΣ ΝΙΚΟΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΑΥΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΙΕΡΕΙΔΗ κ.α., Αρ.Αγωγής: 139/2015, 7/4/2017

ΝΕΑΡΧΟΣ ΙΕΡΕΙΔΗΣ ν. ΙΕΡΕΙΔΗΣ ΝΙΚΟΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΑΥΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΙΕΡΕΙΔΗ κ.α., Αρ.Αγωγής: 139/2015, 7/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ.Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 139/2015 Μεταξύ: ΝΕΑΡΧΟΣ ΙΕΡΕΙΔΗΣ Ενάγοντας και

  1. ΙΕΡΕΙΔΗΣ ΝΙΚΟΣ, ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗ ΑΥΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΙΕΡΕΙΔΗ, ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΥΠ'ΑΡΙΘΜΟΝ 499/2013, ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
  2. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΒΥΡΩΝ
  3. ΣΕΡΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ
  4. ΣΠΕ ΣΤΡΟΒΟΛΟΥ ΛΤΔ
  5. ΕΙΡΗΝΗ ΙΕΡΕΙΔΟΥ
  6. ΔΩΡΟΘΕΑ (ΝΤΟΡΟΘΥ) ΙΕΡΕΙΔΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 23.4.15 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 07.04.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κ.Παναγίδης Για τις Εναγόμενες 5 και 6: κ.Καντούνας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας με κλητήριο ειδικώς οπισθογραφημένο διεκδικεί εναντίον των Εναγομένων 1-3 ποσό €109.000 δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου και/ή εξόφλησης και/ή μερικής καταβολής υπόλοιπου προσωπικού δανείου προς όφελος των Εναγομένων 1-3 και/ή δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού πλέον τόκους. Επίσης διεκδικεί διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 1-4 που να αναγνωρίζει ότι ο Ενάγοντας έχει απαλλαγεί και δε δεσμεύεται από τις οποιεσδήποτε συμβατικές υποχρεώσεις του στη σύμβαση δανείου, υπ΄αριθμόν 72511877-8, μεταξύ των Εναγομένων 1-4 και/ή στην αντίστοιχη σύμβαση εγγύησης, που τον αφορά και διάταγμα εναντίον των Εναγομένων 5-6 ακύρωσης όλων των αναφερόμενων στην παράγραφο 11 και 12 της Έκθεσης Απαίτησης διανομής ακινήτων προς όφελος τους από την περιουσία του Εναγομένου 1 και επαναφορά και/ή επανεγγραφή των κτημάτων επ΄ονόματι του Εναγόμενου 1, πλέον έξοδα. Με την παρούσα αίτηση ζητείται προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην Εναγομένη 5 - Καθ' ης η Αίτηση και/ή σ' αυτήν μέσω των αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρετών της από του να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπον αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν το Διαμέρισμα με αρ. Εγγραφής 10/2397 Φ/Σχ. 30/06Ε 1, Τεμάχιο ΕΠΙ 1956, Τμήμα 10 Τοποθεσία Πάροδος Αντιστάσεως, Ενορίας Αποστόλου Βαρνάβα, της επαρχίας Λευκωσίας μερίδιον ΟΛΟ και που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Εναγομένης 5 μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσης αγωγής ή και μέχρι νεωτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. Επίσης προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται εις την Εναγομένη 6 - Καθ' ης η Αίτηση και/ή σ' αυτήν μέσω των αντιπροσώπων και/ή υπαλλήλων και/ή υπηρετών της από του να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπον αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν το Διαμέρισμα με αρ. Εγγραφής 10/2406 Φ/Σχ. 30/06Ε 1, Τεμάχιο ΕΠΙ 1956, Τμήμα 10 Τοποθεσία Πάροδος Αντιστάσεως, ενορίας Αποστόλου Βαρνάβα, της επαρχίας Λευκωσίας μερίδιον ΟΛΟ και που είναι εγγεγραμμένο επ' ονόματι της Εναγομένης 6 μέχρι τελικής εκδικάσεως της παρούσης αγωγής ή και μέχρι νεωτέρων οδηγιών του Δικαστηρίου. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6 άρθρα 5 και 9 στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ.1 - 9, Δ.39 και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται με την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα Νέαρχου Ιερείδη ο οποίος αφού προσδιορίζει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αξίωση του επισυνάπτοντας επίσης προς υποστήριξη των πιο πάνω ισχυρισμών του και τα Τεκμήρια 1-14, υποστηρίζει ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι εύλογη και επιβεβλημένη, προς εξασφάλιση ενδεχόμενης επιτυχούς απόφασης υπέρ του και εναντίον του Εναγόμενου
  7. Ο μοναδικός τρόπος ικανοποίησης ενδεχόμενης απόφασης εναντίον του Εναγομένου 1 είναι η επιστροφή της περιουσίας του στο όνομα του και η διάθεση ή πώληση της περιουσίας του. Επίσης αναφέρει ότι και αν ακόμα εκδοθεί το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα η πλευρά των Καθ΄ων η αίτηση δεν θα υποστεί οποιανδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα. Οι Εναγόμενοι - Καθών η αίτηση 5 και 6 καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται στα Άρθρα 29, 31,32,42 και 42Α του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 ως τροποποιήθηκε, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4 και 9, στη Δ.48, Θ.Θ. 1,2,3,4,5,6,7,8,9 και 13 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148, άρθρο 46, στο άρθρο 25 του Συντάγματος και στη νομολογία και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και γενικές αρχές του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης έχουν ως ακολούθως (παρατίθενται αυτούσιοι): «Α. Όσον αφορά την Εναγόμενη - Καθ΄ης η αίτηση 6, δεν υπάρχει νομικά ορθή επίδοση, η δε Εναγομένη - Καθ΄ης η αίτηση 6 καταχώρησε ως εκ τούτου εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Β. Η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα οδηγήσει σε αδυναμία απόδοσης πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν.14/60 περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, καθ' ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καμιά μαρτυρία από πλευράς του Αιτητή που να δεικνύει ότι οι Εναγόμενες 5 και 6 δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν μια ενδεχόμενη απόφαση εναντίον τους και/ή ότι τυγχάνουν αφερέγγυες. Γ. Τα γεγονότα και/ή συνθήκες της υπόθεσης είναι τέτοιες που θα ήταν καταπιεστικό και/ή άδικο για τους Εναγόμενους να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Δ. Ο Αιτητής δεν θα εμποδιστεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση υπέρ του και/ή δεν αποδεικνύει ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να ικανοποιήσει τέτοια απόφαση και/ή ότι θα είναι δύσκολο και/ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη και/ή ότι υπάρχει κίνδυνος για οποιοδήποτε εκ των ανωτέρω. Ε. Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clean hands) και/ή ο Αιτητής κωλύεται να ζητεί και/ή να δικαιούται τις θεραπείες που ζητεί. Ζ. Στην Ένορκη Δήλωση του Αιτητή δεν αποκαλύπτονται όλα τα γεγονότα και/ή αποκρύπτονται ουσιώδη γεγονότα με τρόπο που καθιστά αυτήν παραπλανητική και/ή ελλειπή . Στ. Η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν είναι κατεπείγουσας φύσης και/ή ο Αιτητής απέτυχε να το αποδείξει. Ζ. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. Η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν θα οδηγήσει σε αδυναμία απόδοσης πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή δεν ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση του Άρθρου 32 του Ν. 14/60 περί πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, καθ' ότι δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καμιά μαρτυρία από πλευράς του Αιτητή που να δεικνύει ότι οι Εναγόμενοι δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν μια ενδεχόμενη απόφαση εναντίον τους και/ή ότι τυγχάνουν αφερέγγυοι.» Η Εναγόμενη 5 με ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αρνείται τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην ένορκο δήλωση του Αιτητή αναφέρει ότι η Εναγόμενη 6 είναι αδελφή της η οποία ζει μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο και δεν έχει γίνει καλή καταχώρηση και επίδοση του κλητηρίου εντάλματος και κατεχωρήθη εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Επίσης αναφέρει ότι αμφισβητείται η αξίωση του Ενάγοντα και από την ίδια και από τη αδελφή της και σε περίπτωση όμως που η αξίωση του Ενάγοντος επιτύχει οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν αρκετή περιουσία για να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου και ότι οι δύο έχουν συμφέρον σε μεγάλο ακίνητο το οποίο υπερκαλύπτει το ύψος της απαίτησης. Επίσης αναφέρει ότι δεν είναι επιχειρηματίας και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι υπάρχει πρόθεση επιβάρυνσης ή απλής πώλησης αλλά δυνατότητα η οποία δεν είναι αρκετή για έκδοση διατάγματος ούτε απεδείχθη ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά χωρίς την έκδοση των επίδικων Δεν αντεξετάσθηκε κανένας από τους ομνύοντες και οι δύο πλευρές καταχώρησαν γραπτές αγορεύσεις, στις οποίες γίνεται εκτεταμένη αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης καθώς επίσης και στη σχετική νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις. Όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στις διάφορες εισηγήσεις των δύο πλευρών πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιάντη και Hellenic Bank (Investments) Ltd,

(2001)1AAΔ, 2029). Στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 9 έπαυσε να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο αφού η αίτηση επιδόθηκε και οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση. To άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο αυτό εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων (δέστε Acropol Shipping Co. Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 CLR 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, National Bank of Greece SA v. Motovia Ltd
(1987)1 CLR 583, 599-602, Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) ΑΑΔ 282, Louis Vuitton v. Dermosak Ltd κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453). Προχωρώ στις ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (
  1. i)H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (
  2. ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία. (iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας (visible chance of success). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το Διάταγμα (δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) AAΔ 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1 (G) ΑΑΔ 1791, Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading,
(1998)1ΑΑΔ 149). To πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες δηλώσεις. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (δέστε Hadjikyriacos Co. Ltd. v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Ωστόσο τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 CLR 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Το Άρθρο 5
(1)και
(2)στο οποίο στηρίζεται επίσης η αίτηση του Κεφ. 6 προβλέπει τα ακόλουθα: «
(1)Οποιοδήποτε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις, μπορεί, οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση της αγωγής, με διάταγμα του να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδισθεί από του να αποχωρισθεί τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται γραμμένη στο όνομα του ή για την οποία έχει δυνάμει νόμου δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι αρκετό να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα του στην αγωγή.
(2)Κανένα τέτοιο διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανό ότι ο ενάγοντας μπορεί να παρεμποδισθεί στο να επιτύχει ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου αν αυτή εκδιδόταν υπέρ του». Για να ενεργοποιείται αυτή η δυνατότητα του Ενάγοντα πρέπει το αγώγιμο δικαίωμα να αφορά χρέος ή αποζημιώσεις. Στη παρούσα υπόθεση ζητείται βασικά η απαγόρευση της πώλησης ή μεταβίβασης ενός διαμερίσματος ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 5 και ενός διαμερίσματος ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 6 που ενεγράφησαν σ΄αυτές στα πλαίσια της διανομής της περιουσίας του πατέρα τους, αποβιώσαντος Εναγομένου 1 στη διαχείριση με αρ. 499/2013 από το Εκτελεστή της διαθήκης και Διαχειριστή αυτής. Τίθενται από το νόμο δύο προϋποθέσεις: (α) Καλή βάση αγωγής: Στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ έχει τεθεί με καθαρότητα ότι ο όρος αυτός (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση Συντηρητικού Διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στο άρθρο 32. Και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεση (arquable cause) ως προϋπόθεση στην έκδοση Συντηρητικών Διαταγμάτων. (β) Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί βάσει του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6 είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα. Στην υπόθεση Phasarias Art Centre Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνίκ Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 αναφέρθηκε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα «να παρεμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα. (γ) Επίσης υπάρχει αναγκαιότητα προσδιορισμού ή συγκεκριμενοποίησης κατά το δυνατόν της ακίνητης περιουσίας για την οποία ζητείται η δέσμευση. Σύμφωνα με το σαφές κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο Εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει ή διαθέσει τόσο μέρος της ακινήτου ιδιοκτησίας του, όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντος. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του, ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του Ενάγοντος. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Προτού υπεισέλθω στη ουσία της Αίτησης θα πρέπει να εξετασθεί ο ισχυρισμός των Καθ΄ων η αίτηση για νομικά μη ορθή επίδοση στη Εναγόμενη 6 ως κατοίκου εξωτερικού. Είναι η θέση των Καθ΄ων η αίτηση ότι η Εναγόμενη 6 ζει μόνιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο και ως εκ τούτου τόσο η καταχώρηση όσο και η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος πάσχει και για το λόγο αυτό έχει καταχωρηθεί εμφάνιση για αυτή υπό διαμαρτυρία. Συμφωνώ με τη θέση του δικηγόρου του Αιτητή ότι ο ισχυρισμός για εμφάνιση της Εναγόμενης 6 υπό διαμαρτυρία μετά από τόσο χρονικό διάστημα χωρίς να γίνει οποιοδήποτε διάβημα για παραμερισμό της επίδοσης τόσο της παρούσας αίτησης όσο και της αγωγής δεν ευσταθεί. Εν πάση περιπτώσει είναι ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να εξετασθεί στα πλαίσια άλλης διαδικασίας και όχι της παρούσης. Μετά την αντίκρυση του εν λόγω θέματος τίθεται το ερώτημα κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ. 6 που είναι ειδικός νόμος και του άρθρου 32 του Ν. 14/60 (βλ. Lacatamitis v. Theothorou
(1983)1B CLR 520). Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρισμένου δικογράφου. Στην παρούσα υπόθεση με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ο Ενάγων παραθέτει πλήρη στοιχεία και λεπτομέρειες για την αξίωση του. Μέσα από αυτό και τα γεγονότα που περιέχονται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Εκείνο που χρειάζεται σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Κρίνω επίσης ότι με βάση τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιον μου ο Αιτητής, έχει αποκαλύψει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Από την μαρτυρία του περιλαμβανομένων των διαφόρων τεκμηρίων που έχουν επισυναφθεί εξάγεται αυτή η ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη βάση ότι καταδεικνύεται το βάσιμο της αξίωσης χωρίς να χρειάζεται οτιδήποτε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων σε αυτό το στάδιο. Ως προκύπτει από τη Έκθεση Απαίτησης η βάση της Αγωγής του Ενάγοντα στηρίζεται στην εκ μέρους του καταβολή ποσού 75.500 Λ.Κ. έναντι ενός δανείου προς τη ΣΠΕ Στροβόλου (Εναγόμενη 4), υπό την ιδιότητα του ως εγγυητή των πρωτοφειλετών Εναγομένων 1-
  1. Πέραν των αποδεικτικών κατάθεσης του ως άνω ποσού στο συγκεκριμένο λογαριασμό, ο Ενάγων στην Ένορκη του Δήλωση επισυνάπτει και το Τεκμήριο 7 με το οποίο οι πρωτοφειλέτες του ως άνω δανείου αναγνώρισαν την εν λόγω πληρωμή εκ μέρους του Ενάγοντα και ανέλαβαν να τον πληρώσουν. Η παραπάνω μαρτυρία αποτελεί επαρκή μαρτυρία, στο παρόν στάδιο και για τους σκοπούς εξέτασης της υπό εκδίκαση αίτησης, για να καταλήξει το Δικαστήριο στην ύπαρξη καλής βάσης Αγωγής και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της. Οι ισχυρισμοί των Εναγομένων 5, 6 για αμφισβήτηση της αξίωσης, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν αναιρούν το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα και θα εξετασθούν κατά την εξέταση της ουσίας της Αγωγής. Άλλωστε σύμφωνα με την νομολογία το παρόν στάδιο δεν είναι το ορθό στάδιο για ουσιαστική αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας ώστε να υπάρχει κατάληξη επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή της πιθανότητας παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα, όπως προκύπτει επίσης από τη Έκθεση Απαίτησης, ο αποβιώσας Εναγόμενος 1, ενάγεται μέσω του διαχειριστή της περιουσίας αυτού, περιουσία η οποία έχει ήδη διανεμηθεί και δεν έχει παραμείνει περιουσία στο όνομα του. Στην περίπτωση που τελικά εκδοθεί απόφαση εναντίον του Εναγόμενου 1, αυτή δεν θα μπορεί να εκτελεσθεί εναντίον του. Το παραπάνω γεγονός σε συνάφεια με το γεγονός ότι κατά το χρόνο του θανάτου του Εναγόμενου 1 είχε περιουσιακά στοιχεία, μεταξύ των οποίων και τα δύο επίδικα διαμερίσματα τα οποία έχουν μεταβιβασθεί από το Διαχειριστή στις Εναγόμενες 5 και 6, παρέχει στο Δικαστήριο την δυνατότητα να δεσμεύσει αυτά, μέχρι τη διαπίστωση ή διακρίβωση του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντος. Εφόσον τα επίδικα διαμερίσματα του Εναγόμενου 1 έχουν μεταβιβασθεί επ΄ονόματι των Εναγομένων 5 και 6 κρίνω ότι δικαιολογείται η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων γιατί αφορά ακίνητη περιουσία που σύμφωνα με το νόμο δικαιούται ο Εναγόμενος 1 να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης. Σημειώνω ότι σύμφωνα με τις τελικές θεραπείες επιζητείται η επιστροφή της περιουσίας αυτής στο όνομα του Εναγομένου
  2. Έχοντας υπόψη επίσης ότι ο Ενάγοντας δεν έχει οποιαδήποτε εξασφάλιση για το σύνολο του διεκδικούμενου ποσού κρίνω ότι κάτω από τις περιστάσεις τυχόν αποξένωση της ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγομένου 1 θα καταστήσει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που δυνατό να εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα εναντίον του δύσκολη αν όχι αδύνατη. Η αόριστη αναφορά των Καθ΄ων η αίτηση ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 έχουν ακίνητη περιουσία και συμφέρον σε ένα μεγάλο ακίνητο χωρίς εξειδίκευση αυτών, δεν διαφοροποιεί τα ανωτέρω. Ως εκ τούτου διαφωνώ με τη θέση των Καθ΄ων η αίτηση Εναγομένων 5 και 6 ότι δεν έχει αποδειχθεί η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα ο Ενάγων με την Αγωγή του ζητά μεταξύ άλλων την επιστροφή των επίδικων διαμερισμάτων που απέκτησαν οι Εναγόμενες 5 και 6 δυνάμει κληρονομικού δικαιώματος τους από τον Εναγόμενο 1 χωρίς προηγουμένως να έχει ικανοποιηθεί η νομοθετική πρόνοια περί ικανοποίησης του χρέους του αποβιώσαντος. Προκύπτει επίσης ότι παρά το ότι υπήρχε ισχυρισμός για το εν λόγω χρέος έγινε διανομή της περιουσίας του αποβιώσαντος χωρίς να αποπληρωθεί το χρέος του. Εν όψει του ότι ο Ενάγων επιζητεί ως θεραπεία την ακύρωση αυτής τα παράνομης διανομής των δύο διαμερισμάτων προς τις Εναγόμενες 5 και 6 και επαναφορά των συγκεκριμένων ακινήτων στη διαχείριση της περιουσίας του αποβιώσαντος η ικανοποίηση της παραπάνω θεραπείας μόνο με την έγκριση των αιτούμενων διαταγμάτων θα μπορούσε να επιτευχθεί και να διασφαλιστεί. Ως προς την απόδειξη πρόθεσης ή μη αποξένωσης και επιβάρυνσης της εν λόγω περιουσίας από τις Εναγόμενες επισημαίνω ότι με βάση τις αρχές της νομολογίας δεν υπάρχει ανάγκη προσαγωγής μαρτυρία για πρόθεση των Εναγομένων 5 και 6 για αποξένωση της περιουσίας. Στην υπόθεση Phasarias (Αutomotive Centre) Λτδ ν. Σκυροποιϊα Λεωνίκ Ltd (ανωτέρω), αφού προβαίνει σε μια γενική επισκόπηση της νομολογίας επί του ζητήματος υποδείχθηκε: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του Εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον, γίνουν στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Λακαταμίτης, ανωτέρω στη σελ. 525)..... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στην Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 54 εκδίδεται διάταγμα ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο Ενάγων. Τα ίδια και στην Τσολάκκη κ.α ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785 εκείνο που απαιτείται είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος.» Το υπό συζήτηση διάταγμα επιδιώκει κατ' ουσία να διατηρήσει την κατάσταση των πραγμάτων η οποία ίσχυε πριν από την έναρξη της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Οι Εναγόμενες 5 και 6 δεν στερούνται του δικαιώματος τους να κατέχουν τα επίδικα διαμερίσματα και να χρησιμοποιούν. Στην υπόθεση Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR, 670 υποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα για το ζήτημα: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα.» Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αναφορές, υπό το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, καταλήγω ότι είναι πραγματικά δίκαιη και πρόσφορη η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού στην περίπτωση που ο Ενάγων - Αιτητής αποτύχει στην αξίωση του η πλευρά των Εναγομένων 5 και 6 με βάση όσα οι ίδιες έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου δεν θα αντιμετωπίσουν ιδιαίτερα προβλήματα. Στην περίπτωση όμως που ο Ενάγων - Αιτητής επιτύχει στις διεκδικήσεις του και η πλευρά των Εναγομένων 5 και 6 στο μεταξύ δεν εμποδιστούν να αποξενώσουν τα πιο πάνω διαμερίσματα τότε ο κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη η όποια απόφαση προς όφελος του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγόμενου 1 και εναντίον είναι ορατή. Στο σημείο αυτό και πριν από την κατάληξη του Δικαστηρίου είναι χρήσιμο πιστεύω να σχολιαστεί η θέση της πλευράς των Εναγομένων - Καθ'ων η Αίτηση ότι η πλευρά του Αιτητή δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. Σημειώνω εδώ ότι στην αίτηση αυτή, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου να επιδοθεί, ακολουθήθηκε η διαδικασία αίτησης δια κλήσεως και δεν εξετάζεται ως μονομερής αίτηση με υποχρέωση αποκάλυψης που υπάρχει σε αυτού του είδους αιτήσεων αφού δίνεται η δυνατότητα να ακουσθεί και η άλλη πλευρά προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις τέθηκαν στην απόφαση της ολομέλειας στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd,
(1996)1 ΑΑΔ 597. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xάρη Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd, (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου υπ' αρ. 157/90 - 30.5.1996), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσίας του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι σημασία έχει η αποκάλυψη γεγονότων, εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο του συνόλου των πραγματικών περιστατικών που φαίνεται να περιβάλλουν την υπό συζήτηση αίτηση δεν βρίσκω ότι έγινε οποιαδήποτε απόκρυψη γεγονότων που να ήταν σχετικά με την υπό εξέταση υπόθεση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω αισθάνομαι ότι υπάρχει το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων το οποίο στοιχειοθετεί την αναγκαιότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και των προϋποθέσεων που αυτό θέτει σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του Κεφ. 6 και ως εκ τούτου εκδίδονται τα διατάγματα ως οι παράγραφοι (Α) και (Β) της αίτησης. Αναφορικά με τα έξοδα της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο γιατί δεν θα πρέπει κατ' εφαρμογή του βασικού για τα έξοδα, κανόνα, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Επιδικάζονται προς όφελος του Ενάγοντα- Αιτητή και εναντίον των Εναγομένων 5 και 6 - Καθ'ων η Αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .......... Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.