← Κύπρος

Aklia Trading Ltd ν. Maxim Yurievich Nogotkov, Γενική Αίτηση αρ. : 279/2015, 3/4/2017

Aklia Trading Ltd ν. Maxim Yurievich Nogotkov, Γενική Αίτηση αρ. : 279/2015, 3/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Πρ. Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση αρ. : 279/2015 Αναφορικά με τον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο του 1986 και Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 και Αναφορικά με την απόφαση ημ. 2.6.15 και την απόφαση ημ. 16.6.15 στην υπόθεση 2

(1)-387/2015 του δικαστηρίου της περιοχής Ντζερζίνσκι στην περιφέρεια Καλούγκα της Ρωσικής Ομοσπονδίας Μεταξύ: Aklia Trading Ltd Αιτήτριας και Maxim Yurievich Nogotkov Καθ΄ ου η Αίτηση Αίτηση ημ. 15.6.16 από την North Financial Overseas Corp. για Παραμερισμό και ή ακύρωση Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Ημερομηνία: 3 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις: Για τη North Financial Overseas Corp. - Αιτήτρια: κ. Τ. Παντελή με κα Μ. Βιολάρη για Ανδρέας Σοφοκλέους & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και κ. Ν. Μακρίδης για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την Aklia Trading Ltd - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Γ. Μούντης για Δρ Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Της παρούσας αιτήσεως έχουν προηγηθεί άλλες διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων, το ιστορικό των οποίων έχει σημασία για να διαφανεί ακριβώς τι επιδιώκεται με την παρούσα αίτηση εκ μέρους των αιτητών. Θα γίνει μια σύντομη και στον απαιτούμενο βαθμό αναδρομή στο ιστορικό, στην έκταση που είναι αναγκαία για την εξέταση της επίδικης αίτησης. Σημειώνεται ότι το πλήρες ιστορικό καταγράφεται στην προηγούμενη απόφαση του δικαστηρίου ημερ.10.5.16, καθώς και στην Πολιτική Αίτηση Αρ. 57/2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΗΣ NORTH FINANCIAL OVERSEAS CORP., ΑΠΟ ΤΙΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΕΣ ΠΑΡΘΕΝΕΣ ΝΗΣΟΥΣ, ημερ. 8 Ιουνίου, 2016. Στο κάτωθι απόσπασμα καταγράφεται πολύ περιεκτικά το ιστορικό της υπόθεσης. «Η Aklia Trading Ltd στις 5.8.2015, καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αίτηση 279/15 για αναγνώριση εγγράφου και εκτέλεση δύο αποφάσεων ρωσικού δικαστηρίου. Η αίτηση στρεφόταν έναντι του Maxim Y. Nogotkov, ο οποίος είναι ο πλειοψηφών μέτοχος της κυπριακής εταιρείας Trellas Enterprises Ltd (στο εξής «η Trellas»). Κατά την πρώτη εμφάνιση ενώπιον του κατώτερου δικαστηρίου (10.9.2015) εμφανίστηκε δικηγόρος και δήλωσε εκ μέρους του Nogotkov ότι αποδεχόταν την έκδοση διατάγματος για την αναγνώριση της εγγραφής και εκτέλεσης των δύο αποφάσεων του ρωσικού Δικαστηρίου. Στις 7.10.2015 η Aklia καταχώρισε μονομερή αίτηση με την οποία αιτήθηκε διάταγμα για επιβάρυνση επί των μετοχών που κατείχε ο Nogotkov στην Trellas. Στις 9.10.2015 το κατώτερο δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα επιβάρυνσης (πρώτο διάταγμα επιβάρυνσης). Στις 15.2.2016 οι Αιτητές καταχώρησαν αίτηση παραμερισμού του διατάγματος επιβάρυνσης και η Aklia έφερε ένσταση στο αίτημα. Μετά από ακρόαση της αίτησης το κατώτερο δικαστήριο στις 10.5.2016 ακύρωσε το πρώτο επιβαρυντικό διάταγμα, θεωρώντας ότι η Aklia παρέλειψε να αποκαλύψει ότι ο Nogotkov είχε και άλλους πιστωτές και ότι γνώριζε από τις αρχές του 2015 ότι η Αιτήτρια είναι πιστωτής του Nogotkov. Την ίδια ημέρα (10.5.2016) η Aklia καταχώρησε δεύτερη αίτηση για έκδοση διατάγματος επιβάρυνσης μετοχών. Και πάλιν η αίτηση ήταν μονομερής. Στις 11.5.2016 το κατώτερο δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το αιτούμενο διάταγμα». Η πιο πάνω Πολιτική Αίτηση της North, (NFOC) απερρίφθη και στην συνέχεια ακολούθησε εκ μέρους της η καταχώριση της υπό κρίσιν αίτησης, εστιαζόμενη εκ νέου επί του πιο πάνω μονομερούς διατάγματος του δικαστηρίου, ημερ.11.5.16 - δεύτερου επιβαρυντικού διατάγματος - επιδιώκουσα, Α. Την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό του δεύτερου επιβαρυντικού διατάγματος, με το δικαιολογητικό ότι η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή παράτυπη και/ή λόγω παράβασης κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και/ή των προνοιών του Αρ.30 του Συντάγματος και/ή λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των προνοιών των Αρ.3 και 10 του σχετικού Νόμου, Ν.31
(1)/92 και/ή λόγω υπέρβασης δικαιοδοσίας και/ή εξουσίας, και Β. Τροποποίηση του διατάγματος δια της προσθήκης αναφοράς ή όρου, ότι τα επιβαρυντικά διατάγματα επιβαρύνουν εξίσου και/ή επί ίσοις όροις (paris pasu) το συμφέρον του Nogotkov επί των μετοχών που κατέχει στο κεφάλαιο της εταιρείας Trellas και σε σχέση με τις υποχρεώσεις και/ή χρέη του έναντι του επηρεαζόμενου Μέρους. Η Aklia, δια των δικηγόρων της έφερε ένσταση προβάλλοντας 19 λόγους για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Χωρίς την αντεξέταση των εκατέρωθεν ομνυόντων, η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση δια των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων των δυο πλευρών. Εκ της υποστηρίζουσας το αίτημα ένορκης δήλωσης, προκύπτει ότι γίνεται αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και στην απόφαση του δικαστηρίου ημερ.10.5.16 που ακύρωσε το πρώτο επιβαρυντικό διάταγμα. Στην παράγραφο 7 της ενόρκου δηλώσεως αναφέρει ο ομνύον, ότι η NFOC ουδέν έλαβε από τον Nogotkov, και συνεπώς τα δεδομένα όπως περιγράφονται στις προγενέστερες ένορκες δηλώσεις του ημερ.15.2016 και 10.3.16 παραμένουν αναλλοίωτα. Να σημειωθεί ότι οι ρηθείσες ένορκες δηλώσεις αφορούν την προηγηθείσα αίτηση για ακύρωση των επιβαρυντικών διαταγμάτων, επί των οποίων το δικαστήριο εξέδωσε την απόφαση ημερ.10.5.16 και κατά συνέπεια, κατά την κρίση του δικαστηρίου, πέραν του γεγονότος ότι η NFOC ουδέν έλαβε από τον Nogotkov, τα υπόλοιπα που αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις έχουν μηδενική αξία, αφού εδώ άλλο είναι επιζητούμενο στο αιτητικό της αίτησης. Προστίθεται χάριν πληρότητας, ότι με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.10.5.16, που ακύρωσε το πρώτο επιβαρυντικό διάταγμα, η NFOC αναγνωρίστηκε ότι είναι ενδιαφερόμενο πρόσωπο στις μετοχές που αφορούσε το επιβαρυντικό διάταγμα και πρόσωπο που έχει συμφέρον σε αυτές (σελ.17 της απόφασης). Στην συνέχεια, γίνεται αναφορά εκ μέρους του ομνύοντος στο επίδικο, δεύτερο επιβαρυντικό διάταγμα, ημερ.11.5.16, και στην διαδικασία του προνομιακού εντάλματος που ακολούθησε (certiorari) εκ μέρους της NFOC καθώς και στην πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Γίνεται αναφορά στις προβληθείσες θέσεις και στην απορριπτική απόφαση του δικαστηρίου, με την προσθήκη, ότι δεν έχει καταχωρηθεί έφεση στην απόφαση του δικαστηρίου ημερ.11.5.16. Είναι η θέση της NFOC ότι εν όψει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το παρόν δικαστήριο έχει εξουσία να εξετάσει υπό μορφή λόγων ακύρωσης του δεύτερου επιβαρυντικού διατάγματος, όλους τους λόγους ακύρωσης που προβλήθηκαν στην Πολιτική Αίτηση (certiorari) 57/16 ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επίσης είναι η θέση της ότι η δεύτερη αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε το δεύτερο επιβαρυντικό διάταγμα συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Προστίθεται ότι οι ουσιαστικοί λόγοι επί των οποίων επιζητούνται τα αιτούμενα διατάγματα αναφέρονται στην παράγραφο 11 της ενόρκου δηλώσεως, οι οποίοι ως αναφέρει ο ομνύον, αποτελούν περιληπτικά τις βασικές θέσεις που ανέπτυξαν ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ρηθείσα Πολιτική Αίτηση. Σχετικό επίσης είναι το επισυναπτόμενο ως τεκμ.1, που αποτελεί την μονομερή αίτηση (certiorari) στο Ανώτατο Δικαστήριο. Είναι επίσης η θέση του ομνύοντος ότι η υποβολή της παρούσας αίτησης υποστηρίζεται από το ακόλουθο απόσπασμα στην πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. «Στην προκειμένη περίπτωση οι Αιτητές εγείρουν διάφορα θέματα τα οποία περισσότερο αποσκοπούν στον έλεγχο της ορθότητας παρά της νομιμότητας της απόφασης. Όμως, για να παραχωρηθεί η αιτούμενη άδεια εκείνο που προέχει είναι η διαπίστωση κατά πόσον οι Αιτητές έχουν στη διάθεσή τους άλλο ή άλλα ένδικα μέσα. Κατά την κρίση μου, οι Αιτητές μπορούν να καταχωρήσουν αίτηση για παραμερισμό του πρωτόδικου τελικού διατάγματος, σύμφωνα με το άρθρο 3
(4)του Νόμου 31(Ι)/92 και σε περίπτωση αποτυχίας θα έχουν στη διάθεσή τους το ένδικο μέσο της έφεσης». Είναι σημαντικό να καταγραφούν οι ισχυρισμοί των αιτητών επί της ουσίας, όπως αυτοί καταγράφονται στην παράγραφο 11 της υποστηρίζουσας ένορκης δήλωσης. Προβάλλουν, (α) παραβίαση κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και του Αρ.30 του Συντάγματος γιατί το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς χωρίς να ακουστεί η πλευρά των αιτητών, (β) δεν εξετάστηκε το ενδεχόμενο ζημιάς της αιτήτριας, ως επιβάλλεται στο Αρ.3
(2)(α) του Νόμου, (γ) εσφαλμένως το δικαστήριο έκρινε ότι τα επιβαρυντικά διατάγματα εκδίδονται πάντοτε μονομερώς, (δ) εσφαλμένα το δικαστήριο δεν διέταξε την Aklia να παράσχει εγγύηση και (ε) το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του γιατί δεν καθορίζει για ποιο ποσό και βάση ποιας δικαστικής απόφασης επιβαρύνθηκαν οι μετοχές που κατέχει ο Nogotkov στην εταιρεία Trellas. Εν όψει της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως αναφέρει ο ομνύον, καθίσταται επιβεβλημένη η προώθηση της παρούσας αίτησης, χωρίς αυτό να θεωρείται ότι καθιστά το δικαστήριο εφετείο του εαυτού του. Οι λόγοι που προβλήθηκαν καταγράφονται και στο σώμα της αίτησης (certiorari), αλλά και στην ίδια την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Είναι οι ακόλουθοι. «Το παράπονο των Αιτητών είναι ότι το κατώτερο δικαστήριο λανθασμένα εξέδωσε το δεύτερο επιβαρυντικό διάταγμα μονομερώς, δυνάμει του άρθρου 3
(2)(α) του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 (Ν. 31(Ι)/92), χωρίς να ακούσει και την πλευρά των αιτητών, τουλάχιστον σε σχέση με τη ζημιά που πιθανό να τους προκαλείτο. Συγκεκριμένα, προβάλλουν ότι με την έκδοση μονομερώς του Δεύτερου Διατάγματος Επιβάρυνσης, (α) παραβιάστηκαν οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, (β) παραβιάστηκε το Άρθρο 30 του Συντάγματος, (γ) το δικαστήριο τελούσε «υπό καταφανή πλάνη ως προς το νόμο, ειδικά ενόψει των προνοιών του άρθρου 10
(3)» και του άρθρου 3 του Νόμου 31(Ι)/92, και (δ) το δικαστήριο ενήργησε καθ' υπέρβαση εξουσίας αφού το διάταγμα δεν καθορίζει το σκοπό και την έκταση της επιβάρυνσης, δηλαδή μέχρι ποιου ποσού και υπέρ ποιου επιβαρύνθηκαν οι μετοχές». Κρίνεται σημαντική η εξέταση του πρώτου λόγου που προβάλλεται στην αίτηση για την ακύρωση του εκδοθέντος μονομερώς επιβαρυντικού διατάγματος. Οι λόγοι που αναφέρονται είναι γιατί η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή παράτυπη και/ή λόγω παράβασης κανόνων φυσικής δικαιοσύνης και/ή των προνοιών του Αρ.30 του Συντάγματος και/ή λόγω εσφαλμένης εφαρμογής των προνοιών των Άρθρων 3 και 10 του σχετικού Νόμου, Ν.31
(1)/92 και/ή λόγω υπέρβασης δικαιοδοσίας και/ή εξουσίας του δικαστηρίου. Το Άρθρο 3
(4)του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, Ν.31
(1)/92 προβλέπει: «
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα». Προκύπτει ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι έχουν σχέση με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όταν μονομερώς εξέταζε και τελικά ενέκρινε το εκδοθέν - δεύτερο - επιβαρυντικό διάταγμα. Το ερώτημα που εγείρεται είναι, όπως τίθεται και από την πλευρά των καθ' ων η αίτηση, αν το δικαστήριο έχει τέτοια εξουσία. Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 115, υπεδείχθη ότι ένας Επαρχιακός Δικαστής δεν μπορεί να αναθεωρεί και να αναιρεί την απόφαση άλλου Επαρχιακού Δικαστή (βλ. μεταξύ άλλων Papademedriou ν. Christofi
(1988)1 C.L.R. 101 και Παπαχριστοφόρου ν. Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 906). Στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Μακρίδη κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ. 1218, λέχθηκε ότι «Παρόλο ότι το πρωτόδικο δικαστήριο ανέφερε ότι είναι πράγματι απαράδεκτο να ενεργήσει ως Εφετείο σε απόφαση ομοβάθμιου δικαστηρίου και παρόλο που είπε ότι εκείνο που θα εξέταζε ήταν μόνο το κατά πόσον υπήρχε ενώπιον του επαρκής μαρτυρία ή περιστάσεις που, αντικειμενικώς, δικαιολογούσαν τον παραμερισμό των διαταγμάτων εκτέλεσης, βάσει της Δ.48
(8)
(4), εντούτοις εκείνο που, στην πραγματικότητα, έκαμε ήταν το να εξετάσει αν ορθώς και ευλόγως είχαν δοθεί τα διατάγματα εκτέλεσης. Αυτό είναι εμφανές από το ότι εξέτασε εάν καλά ή κακά δόθηκε το προηγούμενο διάταγμα εκτέλεσης, μονομερώς. Κατά το πρωτόδικο δικαστήριο οι τότε αιτητές (εφεσείοντες) θα έπρεπε να είχαν ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι ήταν πρακτικώς αδύνατο να εντοπίσουν τους εναγόμενους για σκοπούς επίδοσης. .....» Το Άρθρο 3
(4)του Νόμου που παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα που να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το εκδοθέν επιβαρυντικό διάταγμα, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου, εννοεί και αναφέρεται σε ζητήματα ουσίας και όχι τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν εξέδιδε μονομερώς το διάταγμα, που μόνο κατ' έφεση ελέγχεται, ως οι προβαλλόμενοι λόγοι στο αιτητικό Α της αίτησης. Στην ουσία εκείνο που επιζητείται από το δικαστήριο είναι να εξετάσει εκ νέου και να αναθεωρήσει την απόφαση του δικαστηρίου όταν μονομερώς εξέτασε και εξέδωσε το - δεύτερο επιβαρυντικό - διάταγμα. Με άλλα λόγια να εξετάσει την ορθότητα της απόφασης άλλου ομοβάθμιου δικαστηρίου, ή όπως τέθηκε, κατ' αναλογία, στην Τράπεζα Κύπρου ανωτέρω, αν ορθώς και ευλόγως δόθηκε το επιβαρυντικό διάταγμα. Τέτοια όμως εξουσία, για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, το δικαστήριο δεν έχει. Η πιο πάνω αναφορά του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επί της οποίας στηρίζονται οι αιτητές, ευθέως παραπέμπει στο Αρ.3
(4)του Νόμου που αφορά την προβολή ουσιαστικών ζητημάτων και, ως στην συνέχεια επεξηγείται στην ίδια απόφαση, πρόκειται για αίτηση και όχι ένσταση στο ήδη εκδοθέν διάταγμα. Θα πρέπει συνεπώς να προβληθούν πρωτογενώς λόγοι ουσίας και γεγονότων τέτοιων που να δικαιολογούν την ακύρωση ή την διαφοροποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Κατά κρίση του δικαστηρίου, το πιο πάνω απόσπασμα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επί του οποίου στηρίζονται οι αιτητές, προφανώς δεν εννοεί, ούτε και μπορεί να ερμηνευτεί ότι παρέχει εξουσία στο παρόν δικαστήριο να εξετάσει εκ νέου, δίκην εφετείου το εκδοθέν - δεύτερο - επιβαρυντικό διάταγμα, στην βάση των λόγων που επικαλέστηκαν οι αιτητές, τόσο ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και στην παρούσα αίτηση. Επιβεβαίωση τούτου, ως υποδεικνύεται στην πιο πάνω απόφαση, το δικαστήριο εξέδωσε για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικής απόφασης τελικό διάταγμα δυνάμει του Αρ.3
(1)του Νόμου και ο τρόπος άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου μόνο με έφεση ελέγχεται. Προωθείται ακόμα ένας λόγος, που δεν προβλήθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο, ότι η καταχώριση της δεύτερης αίτησης από την Aklia είναι καταχρηστική με στόχο την επίτευξη του ίδιου ακριβώς σκοπού με αυτόν που επιχείρησε αρχικά και πέτυχε και στην συνέχεια ακυρώθηκε. Και τούτο γιατί, ως αναφέρει ο ομνύον για τους αιτητές - δες παράγραφο 16 ενόρκου δηλώσεως - εξασφαλίστηκε το δεύτερο επιβαρυντικό διάταγμα καλύπτοντας κατά τρόπο νομικά απαράδεκτο τις δικονομικές αδυναμίες και παραλείψεις που εντόπισε το δικαστήριο στην απόφαση του, ημερ.10.5.16. Συνάγεται πάντως εκ της αγόρευσης των δικηγόρων των αιτητών, ότι δεν προωθείται ο λόγος αυτός. Εν πάση περιπτώσει, στην υπόθεση Beogradska D.D.
(1996)1 ΑΑΔ 911, έγινε αναφορά στις αρχές που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Υπεδείχθη ότι: «Η κλασσική διατύπωση των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου έχει γίνει στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 ΑΑΔ 217. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα: "Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα, μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρησή τους για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Σχετική ακόμα είναι η υπόθεση Σαρρής κ.ά ν. Undersea Adv. Co. Ltd κ.ά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1722. Κρίθηκε ότι η ταυτόχρονη ποινική δίωξη από την αστυνομία και η καταχώριση ιδιωτικής ποινικής δίωξης από τους παραπονούμενους συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ομοίως σχετική είναι η υπόθεση Hartziotis Trading Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων, Πολιτική Έφεση 94/11 ημερ.22.12.15, στην οποία απερρίφθη η εισήγηση ότι συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας το γεγονός ότι οι ενάγοντες κατ' επανάληψη στο παρελθόν παρέλειψαν να ενδιαφερθούν και να προωθήσουν προηγούμενες ταυτόσημες αγωγές εναντίον των εναγομένων. Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Γαβριήλ
(2001)1 Α.Α.Δ 16, η καταχώριση έφεσης εναντίον απόφασης σε αγωγή και η καταχώριση νέας αγωγής όμοιου αντικειμένου, κρίθηκε ως κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Στην παρούσα υπόθεση προκύπτει ότι δεν εκκρεμούσαν ταυτόχρονα δυο παράλληλες διαδικασίες ώστε να μπορούσε να κριθεί κατ' αρχήν ως καταχρηστική χρήση των δικαστικών διαδικασιών. Αντίθετα μάλιστα, στην υπόθεση RECNEX TRADING LIMITED κ.ά ν. ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΤΔ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ Αρ. 71/2011, ημερ. 16 Απριλίου, 2014, το (πρωτόδικο) δικαστήριο ακύρωσε το εκδοθέν διάταγμα λόγω απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, και στην συνέχεια δυο ημέρες μετά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης, οι αιτητές καταχώρισαν νέα αίτηση, δια κλήσεως, και μετά από ακρόαση το δικαστήριο εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα. Κατ' έφεση υπεδείχθη πως ούτε καν δεδικασμένο δεν μπορούσε να θεωρηθεί: «Ό,τι συνεπάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις, αποσπάσματα των οποίων παρέθεσα, είναι ότι, εκεί που το Δικαστήριο καταλήγει να ακυρώσει ένα προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, δε στερείται εξουσίας να το συνεχίσει, ή ακόμη και να εκδώσει δεύτερο, όταν τα γεγονότα, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που δεν είχαν αποκαλυφθεί, τεθούν ενώπιον του και νοουμένου ότι καταλήγει για το αθώο της μη αποκάλυψης και την ύπαρξη δυνατότητας έκδοσής του, εάν αποκαλύπονταν τα σχετικά γεγονότα.» Για να καταλήξει ότι η προηγούμενη ακύρωση ενδιαμέσου διατάγματος λόγω μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων δεν αποτελούσε αξεπέραστο εμπόδιο για την έκδοση νέου. Η κατάληξη του Δικαστηρίου μας βρίσκει καθόλα σύμφωνους. Οι ενδιάμεσες αποφάσεις, πλην ειδικών περιπτώσεων, δεν θεωρούνται τελεσίδικες ακόμη και αν αποφασίζεται τελικώς ένα ζήτημα το οποίο κρίνεται δεσμευτικό για την μετέπειτα διαδικασία. Η απόρριψη μιας ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τελική και ως εκ τούτου η καταχώριση νέας δεν μπορεί να προσκρούσει στην αρχή του δεδικασμένου. Εναπόκειται πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αν θα εγκρίνει τη δεύτερη αίτηση ή αν θα την απορρίψει, ελλείψει νέων στοιχείων». Προβάλλεται επίσης, όχι με την απαιτούμενη καθαρότητα, τουλάχιστον στο αιτητικό Α της αίτησης, παρόλο που αναφέρεται στην ένορκη δήλωση και προωθείται στην αγόρευση του δικηγόρου των αιτητών, ότι το δικαστήριο υπερέβη την εξουσία του γιατί δεν καθορίζει για ποιο ποσό και βάση ποιας δικαστικής απόφασης επιβαρύνθηκαν οι μετοχές που κατέχει ο Nogotkov στην εταιρεία Trellas. Παρόλο που το θέμα αυτό μόνο κατ' έφεση θα μπορούσε να κριθεί, υποδεικνύεται ότι στην υπόθεση Ezekiel v. Orakpo [1997] 1 W.L.R 340, επεξηγήθηκε ότι το επιβαρυντικό διάταγμα επεκτείνεται στην κάλυψη του πoσού της δικαστικής απόφασης, τόκων και εξόδων ακόμα και αν αυτό δεν καταγράφεται στο διάταγμα (even if it does not expressly say so). Προκύπτει συνεπώς ότι ο πρώτος λόγος για ακύρωση του εκδοθέντος επιβαρυντικού διατάγματος δεν έχει νομικό έρεισμα και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Με τον δεύτερο λόγο, διαζευκτικά επιδιώκεται η τροποποίηση του επιβαρυντικού διατάγματος ώστε να βαρύνει εξίσου το συμφέρον του Nogotkov επί των μετοχών που κατέχει στο κεφάλαιο της εταιρείας Trellas και σε σχέση με τις υποχρεώσεις και/ή τα χρέη του έναντι του επηρεαζόμενου μέρους, δηλαδή της NFOC. Εξάγεται πάντως ότι με την αγόρευση των δικηγόρων των αιτητών δεν προωθείται ο λόγος αυτός. Εκ της παραγράφου 7 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την αίτηση, προκύπτει ότι δυνάμει δυο αποφάσεων του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου εξεδόθη απόφαση υπέρ της NFOC και σε βάρος του Nogotkov για το ποσό των U.S.D.120.000.000 πλέον τόκοι και αναγνωρίστηκε και κηρύχθηκε ως εκτελεστή στις 12.2.16 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και παραμένει σε ισχύ μέχρι σήμερα. Εκ της παραγράφου 18 της ενόρκου δηλώσεως που υποστηρίζει την ένσταση, οι καθ' ων η αίτηση αναφέρουν ότι η Διαιτητική απόφαση επί της οποίας στηρίζονται οι αιτητές δεν έχει δεόντως αναγνωριστεί στην Κυπριακή Δημοκρατία και η αναγνώριση και εκτελεστότητα της έχει τεθεί υπό όρους οι οποίοι δεν έχουν ικανοποιηθεί. Κατά συνέπεια η συμπερίληψη της NFOC ως pari pasu στο επιβαρυντικό διάταγμα χωρίς πλήρως αναγνωρισμένη και εκτελεστή απόφαση στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής. Προβάλλεται ακόμα ένας λόγος εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση. Ότι οι αιτητές είναι εξασφαλισμένοι πιστωτές γιατί κατέχουν ως μέτοχοι τις μετοχές του Nogotkov δυνάμει συμφωνίας ενεχυρίασης και η αξία των περιουσιακών στοιχείων της Trellas και κατά συνέπεια η αξία των μετοχών τις οποίες έλαβε η αιτήτρια δυνάμει της συμφωνίας ενεχυρίασης, υπερβαίνει κατά πολύ την απαίτηση της και δεν έχει λάβει κανένα μέτρο πώλησης των μετοχών που κατέχει προς είσπραξη του λαβείν της. Με το πρόσχημα ότι οι μετοχές κατέχονται ως »mortgagee in possession» και ως μέτοχος πλειοψηφίας στην Trellas, η NFOC διόρισε δικούς της διοικητικούς συμβούλους και έχει τον έλεγχο της εταιρείας. Καρπώνεται έτσι τα περιουσιακά της στοιχεία και δεν λαμβάνει μέτρα προς ικανοποίηση της απαίτησης της και επιδιώκει, με την παρούσα αίτηση, να εξασφαλίσει ακόμα ένα διάταγμα στις μετοχές του Nogotkov ώστε να έχει ακόμα μεγαλύτερη εξασφάλιση και αυτό σε βάρος των συμφερόντων των καθ' ων η αίτηση. Σημειώνεται ότι δεν υπήρξε αντίλογος στους ισχυρισμούς αυτούς των καθ' ων η αίτηση εκ μέρους της NFOC. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να υποδειχθεί ότι αμφότερες οι πλευρές παραπέμπουν, γενικώς και αορίστως, σε ένορκες δηλώσεις που αφορούσαν την διαδικασία ακύρωσης του πρώτου επιβαρυντικού διατάγματος. Πέραν αυτού και οι δυο πλευρές στις αγορεύσεις των δικηγόρων τους προβαίνουν σε εκτεταμένη αναφορά σε διάφορα νομικά ζητήματα σχετικά τόσο με τις αρχές επί επιβαρυντικών διαταγμάτων, όσο και για την κατοχή εκ μέρους της αιτήτριας των μετοχών του Nogotkov στην εταιρεία Trellas. Κατά την αντίληψη του δικαστηρίου η επέκταση στα ζητήματα αυτά κρίνεται αχρείαστη. Το άρθρο 5
(1)(α) του Νόμου, Ν.31
(1)/92, κάτω από τον τίτλο Συνέπειες επιβαρυντικού διατάγματος, προβλέπει ότι: 5.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου
(2)η έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 θα έχει ως συνέπειες- (α) Την επιβάρυνση του συμφέροντος του οφειλέτη στο περιουσιακό στοιχείο για το οποίο εκδίδεται το διάταγμα με την πληρωμή του ποσού το οποίο κατέστη οφειλόμενο δυνάμει της απόφασης του Δικαστηρίου με προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων του οφειλέτη τα οποία δεν αποτέλεσαν το αντικείμενο προγενέστερων επιβαρυντικών διαταγμάτων στα αυτά περιουσιακά στοιχεία ή άλλων επιβαρύνσεων που δημιουργήθηκαν πριν από την έκδοση του διατάγματος με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο. Παρά την διαφορά του πιο πάνω άρθρου από τον αντίστοιχο Αγγλικό Νόμο, Charging Orders Act 1979, οι αρχές που εφαρμόζονται εν Αγγλία κρίνονται χρήσιμες για την ερμηνεία του Αρ.3
(2)και 4, τα οποία έχουν ως ακολούθως: 3
(2)Το Δικαστήριο, προτού αποφασίσει κατά πόσο θα εκδώσει επιβαρυντικό διάταγμα, εξετάζει όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ειδικότερα οποιαδήποτε ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με- (α) Την προσωπική και περιουσιακή κατάσταση του οφειλέτη· και (β) το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος.
(4)Το Δικαστήριο το οποίο εξέδωσε το επιβαρυντικό διάταγμα δύναται οποτεδήποτε, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη ή άλλου προσώπου που δυνατό να έχει συμφέρον σε περιουσιακό στοιχείο στο οποίο αναφέρεται το διάταγμα, να εκδώσει διάταγμα δυνάμει του οποίου να ακυρώνει ή να διαφοροποιεί το επιβαρυντικό διάταγμα. Το αντίστοιχο Αρ.1
(5)του Αγγλικού Νόμου έχει ως ακολούθως
(5)In deciding whether to make a charging order the court shall consider all the circumstances of the case and, in particular, any evidence before to it as to- (
  1. a)the personal circumstances of the debtor, and (
  2. b)whether any other creditor of the debtor would be likely to be unduly prejudiced by the making of the order. Όπως επεξηγείται στην πιο πάνω Πολιτική Αίτηση Αρ. 57/2016: « Αντίθετα, δια του άρθρου 3
(3)του Νόμου, ορίζεται διαφορετική διαδικασία προβλέποντας ότι το Δικαστήριο δύναται «να επιβάλει όρους σχετικά με την πληροφόρηση του οφειλέτη .. ή σχετικά με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα.». Πέραν τούτου, το άρθρο 3
(4)του Νόμου δεν προβλέπει για καταχώρηση ένστασης για αμφισβήτηση του διατάγματος, αλλά για υποβολή αίτησης για ακύρωση ή διαφοροποίηση του διατάγματος. Πρόκειται για άλλη μια ουσιαστική διαφορά που τονίζει το ιδιόμορφο της διαδικασίας δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου.» Στην Αγγλία το επιβαρυντικό διάταγμα που εκδίδεται μονομερώς, προσομοιάζει με την διαδικασία μεσεγγύησης, με την έννοια ότι εκδίδεται αρχικά το διάταγμα και στην συνέχεια επιδίδεται στον χρεώστη και σε οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο που θα πρέπει να ενημερωθεί, καθίσταται δηλαδή επιστρεπτέο, και αφού καταχωρηθούν ενστάσεις, το δικαστήριο αποφασίζει αν το διάταγμα θα γίνει τελικό (final) και αν θα επιβάλει όρους. Οι αρχές όμως που εφαρμόζονται, όπως θα εξηγηθεί στην συνέχεια, και οι ερμηνευτικές προσεγγίσεις της Αγγλικής νομολογίας, κρίνονται ιδιαίτερα χρήσιμες για την ερμηνεία του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, Ν. 31
(1)/92. Η βασική αρχή όπως προκύπτει, από την Αγγλική νομολογία, αρχής γενομένης με την υπόθεση Roberts Petroleum Ltd v. Bernard Kenny Ltd
(1983)2 AC 192, είναι ότι το δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να εκδώσει ένα - τελικό - επιβαρυντικό διάταγμα, δηλαδή να οριστικοποιήσει το αρχικά εκδοθέν, αν ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι αφερέγγυος, τεθεί δηλαδή υπό διαδικασία πτώχευσης, ή αν είναι εταιρεία βρίσκεται υπό εκκαθάριση και ο λόγος είναι γιατί σε τέτοια περίπτωση, για τα περιουσιακά στοιχεία του χρεώστη υπάρχει ειδική πρόνοια στις σχετικές νομοθεσίες αναφορικά με τον τρόπο που αυτά διανέμονται στους μη εξασφαλισμένους πιστωτές. Αντίθετα, εάν εκδοθεί το επιβαρυντικό διάταγμα και στην συνέχεια αρχίσει ή και ακολουθήσει η διαδικασία εκκαθάρισης, ή πτώχευσης του εξ αποφάσεως πιστωτή, ο εξ αποφάσεως οφειλέτης διατηρεί τα δικαιώματα και τα οφέλη που αποκόμισε από το επιβαρυντικό διάταγμα, θεωρούμενος ως εξασφαλισμένος πιστωτής. Στην υπόθεση Pritchard ν. Westminster Bank, Ltd (Westminster) Bank, Ltd Garnishee) [1969] 1 All. E. R. 999 ο L.Denning επανέλαβε το παλαιό γνωστό κανόνα ότι: «The general principle when there is no insolvency is that a person who gets in first gets the fruits of his diligence» Επίσης σχετική επί του θέματος είναι και η υπόθεση Bibby, Ltd v. Wood [1949] 2 All. E. R. 1. Παρεμβάλλεται πως καμιά εκ των διαδίκων πλευρών δεν προβάλλει ή αναφέρει ζήτημα αφερεγγυότητας ή άλλης διαδικασίας εκκαθάρισης ή πτώχευσης εναντίον του Nogotkov ή έστω της Trellas. Κατά συνέπεια οι αρχές που εφαρμόζονται σε τέτοια περίπτωση δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα υπόθεση. Στην υπόθεση FG Hemisphere Associates LLC v. Democratic Republic of Congo [2005] EWHC 3103 (QB), (The Times, 27.2.06) (High Court, Commercial Division) υπεδείχθη ότι στην περίπτωση που ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν εμπίπτει στο Αγγλικό καθεστώς αφερεγγυότητας (insolvency regime), τότε: «No creditor, it is said, should be allowed to steal a march on another creditor in a potential insolvency situation. (but where) no compulsory statutory regime of apportionment can apply, the historic first past the post rule applies on enforcement of judgments». Καθοριστική, ως προς τα γεγονότα της παρούσης διαδικασίας αποτελεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, η υπόθεση British Arab Bank Plc and others v. Algosaibi [2011] EWHC 2444 (Comm). Σε συντομία, τέθηκε ζήτημα προτεραιότητας μεταξύ των διαφόρων πιστωτών, επί εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος από κάποιον εξ αυτών. Ένα εκ των θεμάτων που τέθηκαν από την πλευρά των υπολοίπων πιστωτών, ήταν η εφαρμογή του κανόνα της αναλογικής επιβάρυνσης (pari pasu) μεταξύ όλων των πιστωτών. Προτού όμως γίνει αναλυτικότερη αναφορά στην υπόθεση αυτή, κρίνεται σκόπιμο να γίνει αναφορά στο σχετικό άρθρο 3
(2)(β) του Νόμου. Σύμφωνα με το εδάφιο (β) ανωτέρω, το δικαστήριο όταν μονομερώς εξετάζει αίτηση για έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος λαμβάνει υπόψη του το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή του οφειλέτη από την έκδοση του διατάγματος. Ο νόμος δεν αναφέρει, ούτε με κάποιο άλλο τρόπο προσδιορίζει την έννοια του όρου ζημιά που ενδεχομένως μπορεί να προκληθεί σε άλλο πιστωτή του οφειλέτη. Επαφίεται συνεπώς η ερμηνεία στο δικαστήριο. Το εδάφιο αυτό ακριβώς αποτελεί και την ειδοποιό διαφορά από την διαδικασία μεσεγγύησης, αφού δεν υπάρχει τέτοια πρόνοια στην αντίστοιχη διαδικασία του Κεφ.6. Και αυτά, παρόλο που το Άρθρου 5 του Νόμου αναφέρει ότι η επιβάρυνση δημιουργεί προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών και υποχρεώσεων του οφειλέτη. Τίθεται συνεπώς θέμα ερμηνείας του Αρ.3
(2)(β). Το Αρ.1
(5)(b) του Αγγλικού Νόμου αναφέρει αντί της φράσης, ενδεχόμενης ζημιάς άλλου πιστωτή, σε ελεύθερη μετάφραση, το ενδεχόμενο δυσμενούς επηρεασμού (unduly prejudiced) άλλου πιστωτή. Η πιο πάνω απόφαση - British Arab Bank - εξετάζει τον νόμο και ερμηνεύει την έννοια του όρου unduly prejudiced, η οποία κρίνεται ιδιαίτερα επιβοηθητική για την ερμηνεία του δικού μας σχετικού άρθρου. Πρόκειται για φράσεις που εννοιολογικά είναι άμεσα σχετικές, αφού στο τέλος της ημέρας το ζητούμενο είναι να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή. Σημειώνεται πως στον Αγγλικό Νόμο ο βαθμός της ζημιάς είναι μεγαλύτερος από εκείνο της δικής μας νομοθεσία. Το ερώτημα είναι με πιο τρόπο προσεγγίζεται και μέχρι ποιου βαθμού λαμβάνεται υπόψη. Σύμφωνα λοιπόν με την πιο πάνω υπόθεση, εκεί όπου ξεκίνησε διαδικασία αφερεγγυότητας και εκ του Νόμου προβλέπεται η διαδικασία διανομής της περιουσίας εξίσου (pari pasu) μεταξύ όλων των μη εξασφαλισμένων πιστωτών, και εκκρεμεί διαδικασία επιβαρυντικού διατάγματος, τότε αυτό δεν γίνεται τελικό, ή αν εκδόθηκε ακυρώνεται. Σε αντίθετη περίπτωση εφαρμόζεται ο κανόνας της Pritchard και Bibby ανωτέρω. Πρόκειται όμως για ένα γενικό κανόνα ο οποίος μπορεί να έχει και εξαιρέσεις, λόγω των ειδικών προνοιών της συγκεκριμένης νομοθεσίας. Όπου είναι κατάλληλη η περίπτωση, είναι στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να ακυρώσει ένα επιβαρυντικό διάταγμα, ή να μην διατάξει να γίνει τελικό. Το γεγονός ότι στην Αγγλία το αρχικά εκδοθέν διάταγμα γίνεται επιστρεπτέο και στο στάδιο εκείνο εξετάζεται αν η περίπτωση μπορεί να ενταχθεί στις εξαιρέσεις, δεν διαφοροποιεί την ουσία του πράγματος, σε σχέση με το γεγονός ότι στην δική μας νομοθεσία το εκδοθέν διάταγμα είναι τελικό και ο οφειλέτης ή κάποιος πιστωτής μπορεί, δυνάμει των προνοιών του Αρ.3
(4), να υποβάλει αίτηση για ακύρωση ή διαφοροποίηση του διατάγματος. Η διαφορά που εντοπίζεται είναι στην διαδικασία και όχι στην ουσία του πράγματος. Και στις δυο νομοθεσίες το θέμα ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να το αποφασίσει. Η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, σύμφωνα με την British Arab Bank, ανωτέρω, δεν είναι ευρεία (general one at large). Και τούτο γιατί ο νόμος καθορίζει τα όρια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προσδιορίζοντάς τα, αλλά και περιορίζοντας τα, στο ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή μόνο και όχι άλλων πιστωτών ως ομάδα. Από την άλλη, ως υποδεικνύεται, η έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος προς όφελος ενός πιστωτή, του αιτητή, εξ ορισμού επιφέρει σχεδόν με βεβαιότητα και από μια άποψη ζημιά στους άλλους πιστωτές, γιατί εξασφαλίζεται με αυτό ο ένας πιστωτής σε βάρος άλλου. Δεν είναι όμως και η κάθε ζημιά δυσμενής (undue). Για να είναι δυσμενής, θα πρέπει να υπάρχει κάτι στην συμπεριφορά του εξ αποφάσεως πιστωτή, υπέρ του οποίου εξεδόθη το επιβαρυντικό διάταγμα, τέτοιας υφής που να επιφέρει αυτού του είδους την ζημιά στον άλλο πιστωτή, ή να υπάρχουν εξαιρετικές περιστάσεις (unusual and exceptional) τέτοιες, που να επιφέρουν στους άλλους πιστωτές δυσμενή ζημιά, πέραν και πάνω από την ζημιά που ούτως ή άλλως αναπόφευκτα επιφέρει σε αυτούς η έκδοση του επιβαρυντικού διατάγματος προς όφελος του εξ αποφάσεως πιστωτή. Το δικαστήριο υιοθετεί την πιο πάνω ερμηνευτική προσέγγιση, αφού και στον Νόμο, Ν.31
(1)/92, ο εξ αποφάσεως πιστωτής υπέρ του οποίου εξεδόθη το επιβαρυντικό διάταγμα, σύμφωνα με το Άρθρο 5, αποκτά προτεραιότητα έναντι όλων των χρεών του οφειλέτη, τα οποία βεβαίως δεν έχουν ήδη επιβαρυνθεί με προγενέστερο, ή άλλως πως, διάταγμα. Ως τέτοια συμπεριφορά εκ μέρους του εξ αποφάσεως πιστωτή σε βάρος άλλων πιστωτών, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εκείνη που εμπεριέχει το στοιχείο της ανέντιμης συμπεριφοράς (sharp conduct). Όπως τίθεται: «.putting other creditors off the scent by purporting to agree to forego immediate pursuit of a claim or undue haste in obtaining a preferred position or unfair use of special knowledge» Θα μπορούσε ακόμα να προστεθεί ως μια τέτοια συμπεριφορά, η απόκρυψη της ύπαρξης πιστωτών, όπως έγινε στην περίπτωση της έκδοσης του πρώτου επιβαρυντικού διατάγματος στην παρούσα υπόθεση, με αποτέλεσμα να ακυρωθεί από το δικαστήριο, ή ακόμα η απόκρυψη από το δικαστήριο της ύπαρξης διαδικασίας πτώχευσης ή εκκαθάρισης εναντίον του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Δεν υπάρχει βέβαια εξαντλητικός κατάλογος και είναι θέμα γεγονότων κάθε φορά που θα πρέπει να τεθούν και να εξεταστούν στα πλαίσια των πιο πάνω αρχών. Το γεγονός και μόνο ότι ο αιτών είναι πιστωτής, από μόνο του δεν αποτελεί επαρκή και ικανοποιητικό λόγο προς ακύρωση του διατάγματος, αφού σε τέτοια περίπτωση δεν θα είχαν νόημα οι πρόνοιες του Άρθρου 5 του Νόμου. Η διαδικασία ενός επιβαρυντικού διατάγματος, όπως εξηγείται και στην British Arab Bank, ανωτέρω, δεν είναι διαδικασία ίσης μεταχείρισης μεταξύ των πιστωτών του οφειλέτη, και η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου είναι περιορισμένη και μόνο σε κατάλληλες και εξαιρετικές περιπτώσεις το δικαστήριο θα αρνηθεί να καταστήσει τελικό το διάταγμα ή να το ακυρώσει. Όπως τέθηκε: «. that the circumstances of this case are so unusual and exceptional that the court should strive to do justice and equity between HSBC and the opposing banks» Η εισήγηση ότι μόνο με την εξίσου επιβάρυνση (pari pasu) οι αιτητές θα μπορούσαν να εισπράξουν το λαβείν τους, κρίθηκε ότι δεν αποτελούσε εξαιρετική περίσταση που να δικαιολογεί την διαφοροποίηση, ή την ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Όπως εξηγήθηκε, στην ίδια ακριβώς θέση με τους αιτητές, ενδεχομένως μπορεί να ευρίσκονται και άλλοι, μη εξασφαλισμένοι πιστωτές. Στην F.G.Η ανωτέρω, υπεδείχθη ότι: «This court could not establish nor administer a judicial insolvency scheme even if it was asked to do so. Despite the contentions advanced by FGH, it does seem to me that in practice this is what be involved if the court were to order a payment into court and then have to determine what the position was with regard to a number of different creditors, all of whom had given notice. If FGH was correct in its contention, all creditors would have been notified and included to the proceedings, and each would then have to prove its debt and an apportionment would then have to be made » Με άλλα λόγια, οι πρόνοιες του Άρθρου 5 δεν δημιουργούν ένα κατάλογο μη εξασφαλισμένων πιστωτών στον οποίο, κατόπιν αιτήσεως ενός εκάστου πιστωτή, συμπεριλαμβάνεται το όνομα του στο επιβαρυντικό διάταγμα, όπως προνοείται στις διαδικασίες αφερεγγυότητας. Όπως αναφέρει, σε σχετικό άρθρο του ο δικαστής Neil Hickman, στο The Law Society Gazette, ημερ.7.1.10 υπό τον τίτλο Charging Orders and their impacts on creditors and debtors: « Accordingly, it appears impossible to argue that the desirability of equal treatment of creditors in a non-statutory scheme can ever be a sufficient ground in law for refusing to make charging order final. In any event, one seldom actually sees proposals for making the equity in the defendant's property available for the creditors as a group» Το δεύτερο συνεπώς αίτημα των αιτητών, τα επιβαρυντικά δηλαδή διατάγματα να επιβαρύνουν εξίσου και/ή επί ίσοις όροις (paris pasu), γιατί και οι ίδιοι είναι εξ αποφάσεως πιστωτές, γιατί οι καθ' ων η αίτηση αποκτούν πλεονέκτημα σε βάρος τους, για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό. Στην πραγματικότητα, εκείνο που καλείται το δικαστήριο να πράξει, αν γίνει αποδεκτό το αίτημα, είναι να εφαρμόσει, όπως εξηγείται και στην F.G.Η ανωτέρω, ένα σχέδιο ίσης επιβάρυνσης μεταξύ όλων των πιστωτών του οφειλέτη, έξω από τα πλαίσια του νόμου, με την δημοσίευση ή με κάποιο άλλο τρόπο ενημέρωση όλων των πιστωτών του οφειλέτη, περί της έκδοσης του επιβαρυντικού διατάγματος. Ή στην καλύτερη περίπτωση, μετά την έκδοση του διατάγματος, κάθε πρόσωπο που απλά αποδεικνύει ότι είναι πιστωτής του οφειλέτη να επιζητά με σχετική αίτηση να καταστεί μέρος εξίσου με τους υπόλοιπους πιστωτές επί του επιβαρυντικού διατάγματος. Το Άρθρο 3
(3)του Νόμου που προνοεί για την επιβολή όρων, αφορά το στάδιο της έκδοσης του διατάγματος και όχι πριν την έκδοση του. Δεν προνοεί δηλαδή την ειδοποίηση όλων των πιστωτών ώστε να λάβουν γνώση και να ακουστούν πριν την έκδοση του διατάγματος. Αντίθετα, κατά το Άρθρο 3
(2)του Νόμου το δικαστήριο προτού αποφασίσει, εξετάζει και το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή και αφού λάβει υπόψη του το ενδεχόμενο αυτό, κρίνει αν θα εκδώσει ή όχι το διάταγμα. Και είναι ακριβώς στο στάδιο αυτό που ο αιτητών πιστωτής θα πρέπει να θέσει και να παρουσιάσει όλα τα γεγονότα ενώπιον του δικαστηρίου κατά τρόπο που να μην είναι δυσμενή, ή να υπάρχει το ενδεχόμενο ζημιάς άλλου πιστωτή. Ως ακόμα ένα τέτοιο παράδειγμα, θα μπορούσε να είναι η απόκρυψη από το δικαστήριο της ύπαρξης άλλου επιβαρυντικού διατάγματος επί των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, αφού αυτό ενδεχομένως επιφέρει ζημιά στον άλλο πιστωτή που εξασφάλισε ήδη επιβαρυντικό διάταγμα. Ή και αντίστροφα, να πρόκειται για ένα γεγονός που δεν το γνώριζε ο πιστωτής όταν αποτάθηκε στο δικαστήριο και να διαφανεί εκ των υστέρων, μετά την έκδοση του διατάγματος, με αίτηση άλλου πιστωτή. Στην συνέχεια, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου, το δικαστήριο αφού εκδώσει το διάταγμα, τότε μπορεί να επιβάλει όρους για την πληροφόρηση του οφειλέτη ή του πιστωτή, ή και για οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που κατά την κρίση του δικαστηρίου είναι αναγκαίο. Οι όροι όμως δεν εκτείνονται σε τέτοιο σημείο, που το δικαστήριο θα εφαρμόσει σχέδιο προστασίας όλων των πιστωτών του οφειλέτη. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος των αιτητών και υπέρ των καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Πρ. Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.