YIANNAKOU BROS LIMITED ν. MEDIAMS CONSTRUCTION AND DEVELOPMENT COMPANY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 3020/2012, 7/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3020/2012 Μεταξύ: YIANNAKOU BROS LIMITED Ενάγοντες και MEDIAMS CONSTRUCTION AND DEVELOPMENT COMPANY LIMITED Εναγόμενοι 7 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Σάββα. Για Εναγόμενους: κα Παπαθεοδώρου. ----------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η αξίωση των εναγόντων βασίζεται σε κατ' ισχυρισμό συμβατικές υποχρεώσεις των εναγομένων σε σχέση με εκτελεσθείσες ηλεκτρολογικές εργασίες με υπόλοιπο επί των εκτελεσθέντων εργασιών το ποσό των €17.730.70 πλέον ΦΠΑ. Οι εναγόμενοι αρνούνται ότι οφείλουν το εν λόγω ποσό και ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες αναίτια διεκδικούν το εν λόγω ποσό και ισχυρίζονται ότι δεν πλήρωσαν το οφειλόμενο ποσό επειδή οι ενάγοντες τερμάτισαν την εργασία χωρίς να ολοκληρώσουν τις προκαθορισμένες και συμφωνηθείσες εργασίες προς ολοκλήρωση του έργου. Επιπρόσθετα, επικαλούνται καθυστέρηση στην εκτέλεση της εργασίας και έχουν καταχωρήσει ανταπαίτηση εναντίον των εναγόντων ύψους €80.959,00 ως ζημιές που υπέστησαν από την μη έγκαιρη πώληση διαμερισμάτων εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν επιτεύχθηκε ηλεκτροδότηση διαφόρων διαμερισμάτων με αίτηση στην Αρχή Ηλεκτρισμού επειδή οι ενάγοντες δεν ολοκλήρωσαν έγκαιρα την εργασία και αδικαιολόγητα τερμάτισαν τις υπηρεσίες τους. Η εναγομένη εταιρεία είναι εργολητπική εργασία και οι ενάγοντες συμφώνησαν να αναλάβουν ηλεκτρολογικές και τηλεφωνικές εγκαταστάσεις σε αναγειρόμενη πολυκατοικια της εναγομένης εταιρείας έναντι του ποσού των €29.000,00 πλέον ΦΠΑ. Προς τούτο απεστάλει από τους ενάγοντες σχετική προσφορά που έγινε αποδεκτή από τους εναγόμενους στην οποία υπάρχει αναλυτική καταγραφή της εργασίας και τιμολόγηση της εργασίας. Βάση της προσφοράς οι ενάγοντες εκτέλεσαν εργασία αξίας €25.960,00 καθώς και εργασία συμπληρωματική και επιπρόσθετη της εργασίας που καταγράφεται στην αρχική προσφορά. Οι εναγόμενοι έχουν εγείρει ζήτημα ότι αυτή η εργασία περιλαμβάνεται στην αρχική προσφορά. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η αξία αυτής της εργασίας είναι επιπρόσθετα το ποσό των €13.040,00. Ισχυρίζονται ότι ζητήθηκε να γίνει αυτή η εργασία από τους εναγόμενους. Αυτή η εργασία εκτελέσθηκε και οι εναγόμενοι αποδέχθηκαν αυτή την εργασία χωρίς τότε να εγείρουν ζήτημα σε σχέση με την ποιότητα της εργασίας. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι εργοδοτούσαν σύμβουλο μηχανολόγο-μηχανικό, τον κο Λούη Βακανά, που επιθεωρούσε την εργασία των εναγόντων και εξέδιδε ανάλογα με την προόδο της εργασίας πιστοποιητικά πληρωμής της εκτελεσθείσας εργασίας. Συνολικά ο μηχανικός εξέδωσε τέσσερα πιστοποιητικά πληρωμής για εκτελεσθείσα εργασία ύψους €32.000,00 πλέον ΦΠΑ. Προς το τέλος του 2009, οι εναγόμενοι άρχισαν να παρουσιάζουν πρόβλημα καθυστέρησης των πληρωμών της εργασίας που είχε εκτελεστεί από του ενάγοντες. Ο ΜΕ1, Γιώργος Γιαννακού, επικοινώνησε πολλές φορές με τους διευθυντες των εναγομένων για να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό χωρίς όμως να αναταποκριθούν. Εφόσον οι ενάγοντες δεν πληρώθηκαν ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας τους, με αποτέλεσμα να τους δημιουργηθεί οικονομικό πρόβλημα εξαιτίας της μη τήρησης των συμφωνηθέντων από τους εναγόμενους, διέκοψαν την εκτέλεση των εργασιών τον Ιούνιο 2010. Επικοινώνησε ο ΜΕ1 με τον κ. Βακανά για να εκδώσει και πέμπτο πιστοποιητικό πληρωμής, όμως αυτός αρνήθηκε να επιβεβαίωσει τις εκτελεσθεισες εργασίες εξαιτίας της εργασιακής του σχέσης με τους εναγομενους. Σε σχέση με τις εργασίες αυτές, ο ΜΕ1 απέστειλε στον κ. Βακανά επιστολή ημερομηνίας 14.09.2011, (τεκμήριο 1.9), στην οποία σημείωσε αναλυτικά με αναφορά την προσφορά, την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας που δεν είχε πληρωθεί. Με την επιστολή ζητούσε όπως ο κ. Βακανάς προχωρήσει με επιτόπιο έλεγχο της εκτελεσθείσας εργασίας που σύμφωνα με τον ΜΕ1 ήταν ύψους €39.002,00. Έναντι αυτού του οφειλόμενου ποσού οι εναγόμενοι κατέβαλαν μόνο το ποσό των €24.462,50 με αποτέλεσμα να οφείλεται το ποσό της απαίτησης. Ο ΜΕ1 ανέφερε ότι τίποτε δεν ισχύει σε σχέση με την υπεράσπιση και ανταπαίτηση των εναγόμενων. Αντιθέτως, οι ενάγοντες ήταν παντοτε τυπικοί στις συμβατικές τους υποχρεώσεις και οι ενάγομενοι ανγόησαν εκκλήσεις των εναγόντων να κατάβαλουν το ανάλογο τίμημα για τις εκτελεσθείσες εργασίες. Οι έναγομενοι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν αμφισβήτησαν ότι οι συγκεκριμένες εργασίες πραγματικά εκτελέστηκαν αλλά αμφισβήτησαν την αξία των εκτελεσθέντων εργασιών Σχετική αλληλογραφία που απέστειλαν οι εναγοντες στους εναγόμενους κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο. Αυτή η αλληλογραφία καταδεικνύει ότι οι ενάγοντες ήταν παντοτε τυπικοί προς τις συμβατικές τους υποχρεώσεις αλλά και ότι η πραγματική αιτία που οι ενάγοντες διέκοψαν την συνεργασία τους, είναι η μη πληρωμή του οφειλόμενου ποσού ακόμη και για εκτελεσθείσα εργασία που είχε πιστοποιηθεί δυνάμει του τέταρτου πιστοποιητικού πληρωμής του κ. Βακανά. O ΜΕ1 αρνήθηκε ότι εγκατέλειψε τον χώρο της εργασιας ώστε να θεωρηθεί υπαίτιος για παράβαση της συμφωνίας. Εξήγησε ότι αριθμός διαμερισμάτων είχε ολοκληρωθεί, διεκπεραιώθηκε και ο έλεγχος της ΑΗΚ για συγκεκριμένα διαμερίσμτατα και ακόμη δεν είχαν πληρωθεί για εργασία που είχε εκτελεσθεί και πιστοποιηθεί από τον κύριο Βακανά. Το ίδιο ισχύει για επιπρόσθετες εργασίες που ζήτησε να γίνουν ο Αντρέας Μενελάου. Αυτές οι εργασίες ήταν όντως επιπρόσθετες εργασίες διότι δεν είχαν κοστολογηθεί και ενσωματωθεί στον λεπτομερή κατάλογο της προσφοράς που είχε ετοιμάσει ο μελετητής κατά την υποβολή της προσφοράς των εναγόντων. Αυτές οι εργασίες πράγματι έγιναν και εκτελέσθηκαν κατόπιν συνενοήσης με αντιπροσώπους των εναγόμενων. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες ενημέρωναν γραπτώς τον Λούη Βακανά, ηλεκτρολόγο μηχανικό, που είχαν διορίσει οι εναγόμενοι να επιθεωρήσει την εργασία των εναγόντων προτού ξεκινήσουν αυτές τις εργασίες. Αυτός όχι μόνο δεν τους σταματούσε πριν την εκτέλεση της εργασίας αλλά πιστοποιήσε γραπτώς όλες τις επιπρόσθετες εργασίες, πλην το τελευταίο αίτημα για πληρωμή που ήταν θέση του μάρτυρα ότι δεν το πιστοποιησε κατοπιν προτροπής του Αντρέα Μενελάου. Ο ΜΕ1 εξήγησε ότι δεν υπήρχε γραπτή ολοκληρωμένη συμφωνία που να καθορίζει τον τρόπο πληρωμής της εργασίας αλλά και το χρόνο πληρωμής της εργασίας. Όμως, σύμφωνα με την συνήθη πρακτική που έχει καθιερωθεί στην αγορά σ' αυτό τον τομέα, και που έχει ενσωματωθεί στις οδηγίες που δίδει το ΕΤΕΚ, ο τροπος πληρωμής είναι να ζητείται έγκριση της εργασίας από τον ηλεκτρολόγο μηχανικό του έργου, και όπως αυτός εγκρίνει την πληρωμή της εργασίας με την έκδοση πιστοποιτικού πληρωμής, το οποίο και τότε υποβάλεται στον ιδιοκτήτη του έργου για πληρωμή του συγκεκριμένου ποσού εντός 15 ημερών από την έκδοση του πιστοποιητικού. Αίτημα για επιπρόσθετη εργασία είχε υποβληθεί στον Λούη βακανά με την επιστολή, (τεκμήριο 1.12). Αυτός με το πιστοποιητικό πληρωμής ενέκρινε εκετελσθείσα επιπρόσθετη εργασία με το πιστοποιητικό πληρωμής, (τεκμήριο 1.6). Στην συνέχεια αυτό το πιστοποιητικό πληρωμής πληρώθηκε από τους εναγόμενους κάτι που επιβεβαιώνει ότι αυτή η πρακτική της αγοράς ήταν καθιερωμένος όρος της συμφωνίας μεταξύ των μερών. Σε διαφορετική περίπτωση, επιχειρηματολόγησε ο ΜΕ1, οι εναγόμενοι δεν θα είχαν υποχρεώση να πληρώνουν για τις εκτελεσθείσες εργασίες ανάλογα με την προοδο της εργασίας αλλά και ούτε θα υπήρχε καθιερωμένος τρόπος για να πιστοποιηθεί η εργασία που είχε γίνει και για να καθοριστεί η αξία της εργασίας που είχε εκτελεστεί. Αναφορικά, με τα ηλεκτρολογικά σχέδια για τα διαμερίσματα που είχαν ολοκληρωθεί και για τα οποία αναμενόταν να γίνει έλεγχος της ΑΗΚ, ο ΜΕ1 παραδέχθηκε ότι αυτά τα σχέδια ήταν έτοιμα από τον Μάρτιο του 2010, ωστόσο δεν είχε παραδώσει τα σχέδια διότι οι εναγόμενοι καθυστέρησαν την πληρωμή των πιστοποιητικών, (τεκμήρια 1.7 και 1.8), που είχαν εγκριθεί από τον ηλεκτρολόγο μηχανικό. Τελικά σε συνεννοηση με τον Λούη Βακανά, τα παρέδωσε τα σχέδια και ο έλεγχος της ΑΗΚ έγινε τον Αύγουστο του 2010, ενώ ακόμη δεν είχε πληρωθεί για πιστοποιητικά που είχαν εγκριθεί. Συνολικά είχε πληρωθεί για εκτελεθείσα εργασία αξίας €21.000,00 πλέον ΦΠΑ, ενώ ειχε εκτελέσει εργασία αξίας €30.000,00 πλέον ΦΠΑ. Ηταν θέση του ΜΕ1, ότι το επιχείρημα των εναγομένων ότι ο Λούης Βακανάς δεν ήταν αρμόδιο πρόσωπο να πιστοποιήσει τις πληρωμές είναι σκέψη που έκαναν οι εναγόμενοι εκ των υστέρων. Δεν αντανακλά την πραγματική συνενοήση των μερών. Πριν την αποστολή της επιστολής (τεκμήριο 1.16), τον Ιούνιο του 2010 είχε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Αντρέα Μενελάου και τον υιό του, οι οποιόι παρέπεμπαν την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού από εβδομάδα σε εβδομάδα με υποσχέσεις ότι θα πλήρωναν χωρίς βέβαια αυτό να γίνει ποτέ. Αναφορικά με το ζήτημα της έκπτωσης, εξήγησε ότι η έκπτωση συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών κατά το στάδιο αποδοχής της προσφοράς των εναγόντων. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 εξήγησε ότι η έκπτωση δεν σημειώνεται στην απαίτηση του για πληρωμή προς τον Λούη Βακανά. Δηλαδή, το ποσό της έκπτωσης δεν λήφθηκε υπόψη από τον Λούη Βακανά, ο οποίος δεν γνώριζε γι' αυτή την πτυχή της συμφωνίας μεταξύ των μερών. Εξήγησε ότι το θέμα της έκπτωσης θα λαμβάνετο υποψη κατά το στάδιο του τελικού λογιαριασμού μεταξύ των μερών και ήταν πρόθεσή του να τιμήσει αυτό το μέρος της συμφωνίας στην περίπτωση που και οι εναγόμενοι ήταν συνεπής με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Δεν αναγνωρίζει την ανταπαίτηση των εναγομένων για οφειλές τους που προκύπτουν επειδή προσέλαβαν τρίτους προς ολοκλήρωση της εργασίας καθώς οι εναγόμενοι παραβίασαν τα συμφωνηθέντα με την μη πληρωμή των εγκεκριμένων και οφειλομένων ποσών συνέπεια της οποίας είχαν δικαίωμα να τερματίσουν την συμφωνία και να εγκαταλείψουν το εργοτάξιο. Το ποσό που διεκδικούν οι εναγοντες είναι το οφειλόμενο ποσό για εργασίες που έχουν εκτελεσθεί προς όφελος των εναγομένων και που έχουν συμφωνηθεί να γίνουν μεταξύ των μερών. Δε διεκδικούν ποσό χρημάτων για εργασία που δεν έγινε με βάση την αρχική προσφορά του έργου. Δηλαδή, στην απαίτηση δεν περιλαμβάνεται αξίωση για εργασία που περιλαμβάνεται στην αρχική προσφορά αλλά που τελικά δεν εκτελέστηκε. Θέση του εναγόμενου ενόρκως ήταν ότι ποτέ δεν εγκρίθηκαν από εκείνον επιπρόσθετες εργασίες. Τα σημαδιάσματα που υπέδειξε στους ενάγοντες για τις ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις θεωρεί ότι ήταν μέρος της αρχικής προσφοράς. Ηταν θέση του ότι ο κ. Βακανάς δεν είχε την αρμοδιότητα να πιστοποιησει πληρωμές ή να εγκρίνει εργασίες. Περαιτέρω, ισχυρίσθηκε ότι οι ενάγοντες είναι αυτοί που παραβίάσαν τα συμφωνηθέντα με τη διακοπή των εργασιών, καθώς δεν παρέδωσαν κατασκευαστικά σχέδια για τα ηλεκτρολογικά σημεία των διαμερισμάτων της πολυκατοικίας. Όταν είδε το δεύτερο πιστοποιητικό έγκρισης πληρωμής του κ. Βακανά για επιπρόσθετες εργασίες διαμαρτυρήθηκε με την αποστολή της επιστολής ημερομηνίας 11.11.2009. Οι εναγόμενοι πληρώσαν στους ενάγοντες συνολικά το ποσό των €21.271,74 και ΦΠΑ. Πληρωμές έγιναν σύμφωνα με υπολογισμούς των εναγομένων σε σχέση με τις εκτελεσθείσες εργασίες και όχι αυτές του κ. Βακανά. Ήταν επίσης θέση του ΜΥ1 ότι οι ενάγοντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για τις πληρωμές και ότι απροειδοποίητα εγκατέλειψαν το έργο. Κατά την αντεξέταση φάνηκε ότι οι θέσεις του ΜΥ1 δεν συνάδουν με την πραγματική μαρτυρία της υποθεσης, δηλαδή, τα έγγραφα που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Σε πολλές περιπτώσεις, κατά την αντεξέταση, προσπάθησε να επικαλεστεί διάφορα έγγραφα για να καταδείξει ότι η θέση του ήταν ορθή, όμως, συνήθως τα έγγραφα στα οποία έκανε αναφορά, δεν υποστήριζαν εκείνο που έλεγε ενόρκως. Όταν το αντιλήφθηκε αυτό, προσάρμοσε την θέση του ώστε να μην αναδειχθεί η αντίφαση των λεγομένων του σε σχέση με τα έγγραφα που κατατέθηκαν στα πλαίσια της υπόθεσης. Ηταν θέση του, επί παραδείγματι, ότι η προσφορά των εναγόντων αφορούσε το ποσό των €29.000,00 συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ και παρέπεμψε στο τεκμήριο 1.3. Όμως το τεκμήριο 1.3 πουθενά δεν αναφέρει ότι το ΦΠΑ περιλαμβάνεται στην προσφορά των €29.000,00. Ήταν θέση του ότι ο κ. Βακανάς διορίσθηκε για να ετοιμάσει τα σχέδια και για να επιβλέψει μόνο, τις εκτελεσθείσες εργασίες. Η εκδοχή του ήταν ότι δεν είχε καμία εξουσία να εκδίδει διατακτικά πληρωμής. Υπέδειξε το τεκμηριο 2.3 που είναι επιστολή που υπέγραψε ο ίδιος για να υποστηρίξει αυτή την εκδοχή των γεγονότων. Όμως, το τεκμήριο 2.3, δεν αναφέρει ότι ο κ. Βακανάς δεν είχε εξουσία να εκδίδει πιστοποιητικά πληρωμής. Ούτε μπορούσε να δώσει πειστική απάντηση για το γεγονός ότι κατέβαλε πληρωμές έναντι των πιστοποιητικών πληρωμής που είχε εκδώσει ο κ. Βακανάς, για εκτελεσθείσες εργασίες, (βλ. τεκμήρια 1.5. και 1.6), εφόσον, θέση του ήταν ότι ο κ. Βακανάς δεν είχε εξουσία να εκδίδει τα εν λόγω πιστοποιητικά. Επίσης, ήταν θέση του ότι ο κ. Βακανάς δεν απέστειλε τα πιστοποιητικά πληρωμής στους εναγόμενους. Αυτή η εκδοχή δεν είναι λογική καθώς δεν θα ήταν δυνατόν αυτά τα πιστοποιητικά να είχαν πληρωθεί εάν δεν είχαν αποσταλεί στους ενάγοντες για πληρωμή. Όταν αντιλήφθηκε ότι η θέση ότι δεν είχε εξουσία ο κ. Βακανάς να εκδίδει πιστοποιητικά, δεν ήταν λογική εκδοχή, προσάρμοσε την εκδοχή του και ανέφερε ότι τα πιστοποιητικά ήταν ενδεικτικά της εκτελεσθείσας εργασίας αλλά για να πληρώσει έπρεπε οι εναγόμενοι να είναι παρόντες επί τόπου να μετρήσουν την εργασία και να την εγκρίνουν και ακολούθως να πληρωθεί η εργασία. Όταν τον ρώτησε ο κ. Σαββα ποιος θα ήταν τότε ο ρόλος του κ. Βακανά κατά την επίβλεψη του έργου αφού δεν είχε την εξουσία ως επιβλέπον ηλεκτρολόγος μηχανολόγος να εγκρίνει τις πληρωμές, ο μάρτυρας απάντησε ότι ο κ. Βακανάς ουδέποτε προσήλθε στο εργοτάξιο για επίβλεψη του έργου. Νοείται βέβαια ότι αυτή την θέση αδυνατούσε να την τεκμηριώσει. Όταν δεν μπορούσε να τεκμηριώσει την θέση ότι ο κ. Βακανάς δεν προσήλθε στο εργοτάξιο να κάνει επίβλεψη του έργου ανέφερε ρητώς «ας μας πει η άλλη πλευρά ποια ημέρα πήγε ο Βακανάς να κάνει επίβλεψη του έργου». Περαιτέρω, εφόσον, θέση του ήταν ότι οι πληρωμές δεν θα γίνονταν ανάλογα με τα πιστοποιητικά πληρωμής του κ. Βακανά, λογικό θα ήταν ο ΜΥ1 να υποδείξει στο Δικαστήριο, με στοιχεία, ακριβώς πως θα καθόριζε τις πληρωμές προς τους ενάγοντες. Ανέφερε μεν ότι έκανε δικούς τους υπολογισμούς με βάση την προσφορά αλλά δεν τους παρουσίασε στο Δικαστήριο για να πείσει ότι οι πληρωμές προς τους ενάγοντες βασίζονταν σε ανεξάρτητη έρευνα που διεξήγαγε ο ίδιος. Ισχυρίστηκε ότι, οι εναγόντες ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για τις πληρωμές του έργου, αλλά οι επιστολές που απέστειλαν οι ενάγοντες προς τους εναγόμενους διαψεύδουν αυτό τον ισχυρισμό. Ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να τεκμηριώσει την θέση αυτή με απτά αποδεικτικά στοιχεία. Σε αντίθεση με αυτά που είπε ενόρκως, σε επιστολή που απέστειλε ο ίδιος, (τεκμήριο 2.3), παραδέχθηκε ότι οι ενάγοντες του είχαν παραπονεθεί για τις πληρωμές που είχαν γίνει. Γενικά, όλοι οι ισχυρισμοί του ΜΥ1, ήταν ασαφής και γενικοί, χωρίς ίχνος πραγματικής μαρτυρίας που να τους τεκμηριώνουν. Αυτό, σε αντίθεση με την μαρτυρία του ΜΕ1, που ήταν τεκμηριωμένη, με έγγραφα που επεξηγούν ακριβώς ποια εργασία είχε εκτελεσθεί από τους ενάγοντες και πως αυτή κοστολογήθηκε για να χρεωθούν οι έναγόμενοι. Δέχθηκε ότι εκείνος διόρισε μέσω της εταιρείας του τον κ. Βακανά, ως ηλεκτρολόγο μηχανικό του έργου, και μάλιστα παρέπεμψε στο τεκμήριο 2.2, που αφορά τους όρους εργοδότησης του κ. Βακανά. Το συγκεκριμένο τεκμήριο αναφέρει ρητώς ότι μέσα στα καθήκοντα του κ. Βακανά ήταν και επίβλεψη του έργου. Το τεκμήριο 2.2. πουθενά δεν γράφει ότι ο κ. Βακανάς δεν έχει την εξουσία να εγκρίνει εργασία και να πιστοποιεί πληρωμή για τις εκτελεσθείσες εργασίες. Θα ήταν καλύτερα εάν είχα υπόψη μου τις θέσεις του κ. Βακανά, σε σχέση με τα εξουσιοδοτημένα του καθήκοντα, αλλά καμία πλευρά δεν τον κάλεσε για μάρτυρα ώστε να διελευκανθεί πλήρως αυτό το σημείο. Όμως, η επιστολή, τεκμήριο 2.2, αναφέρει ρητώς ότι ένα από τα καθήκοντα του ήταν επίβλεψη του έργου. Είναι άξιον απορίας ποιος θα ήταν ο ρόλος του στην επίβλεψη του έργου, εάν επικρατεί η θέση του ΜΥ1 ότι δεν είχε εξουσία να εγκρίνει εργασία σύμφωνα με τις προδιαγραφές του σχεδίου ή να πιστοποιεί πληρωμές, εφόσον μέσα στα καθήκοντά του ήταν η επίβλεψη του έργου.. Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι ο ρόλος του στην επίβλεψη του έργου δεν ήταν απλά διακοσμητικός. Η πληρωμή της μεγάλης πλειοψηφίας των εγκεκριμένων πιστοποιητικών από τους εναγόμενους, κατά τον επίδικο χρόνο, είναι απτή απόδειξη ότι ο ΜΥ1 επινοήσε την θέση ότι ο κ. Βακανάς δεν είχε εξουσία να πιστοποιεί πληρωμές, ως σκέψη εκ των υστέρων. Αρνήθηκε ότι οι ενάγοντες είχαν εκτελέσει επιπρόσθετη εργασία σε σχέση με την τοποθέτηση υποδαπέδιας θέρμανσης, κάτι που δεν περιλαμβάνεται στα σημεία της αρχικής προσφοράς. Θέση, που επανέλαβε αρκετές φορές ήταν ότι προσέλαβε ειδικό εργολάβο για να εκτελέσει όλες τις συναφείς εργασίες σε σχέση με την τοποθέτηση της υποδαπέδιας θέρμανσης. Όμως, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει εάν αυτή η εργασία έγινε πριν ή μετά τον Ιούνιο 2010, δηλαδή, χρόνο κατά τον οποίο οι ενάγοντες είχαν αποχωρήσει από το έργο εξαιτίας της μη πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Περαιτέρω, δεν έδωσε καμία εξήγηση για το γεγονός ότι οι ενάγοντες είχαν αποστείλει προς έγκριση πληρωμής εργασία που αφορά την παροχή ρεύματος για την θέρμανση στις 22 Οκτωβρίου,2009 (βλ. τεκμήριο 1.9). Συνεπώς, η εκδοχή αυτή δεν τεκμηριώνεται και τα έγγραφα, αποδεικτικά στοιχεία, που τέθηκαν ενώπιόν μου επιβεβαιώνουν την εκδοχή του ΜΕ1 ότι έγινε επιπρόσθετη εργασία σε σχέση με τοποθέτηση υποδαπέδιας θέρμανσης. Αναφορικά με το ποσό της έκπτωσης, υπέδειξε το τεκμήριο 1.4 όπου υπάρχει ανάλυση για το πώς προκύπτει το ποσό των €3.380,00, ως το ποσό έκπτωσης επί της αρχικής προσφοράς ώστε το συνολικό ποσό της αρχικής προσφοράς να ανέρχεται μαζί με την έκπτωση στο ποσό των €29.000,00. Όμως, και πάλι δεν απέδειξε ότι η έκπτωση γίνεται ως ποσοστό επί των εκτελεσθείσων εργασιών αντί ως συνολικό ποσό που έχει προκαθορισθεί γραπτώς από τους ενάγοντες, ως μέρος της αρχικής τους προσφοράς. Ήταν φανερό ότι ο ΜΥ1, ερμήνευε τα όσα είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών κατά το δοκούν, όπως θα τον βόλευε καλύτερα με καμία αναφορά ως προς τα γραφόμενα μεταξύ των μερών και την πραγματική συνεννόηση που έγινε μεταξύ των μερών κατά την σύναψη της συμφωνίας. Αγνόησε το γεγονός ότι η αρχική προσφορά των εναγόντων περιέχει αναλυτικό κατάλογο της εκτελεσθείσας εργασίας και κοστολόγηση για κάθε συγκεκριμένη εργασία. Ο ΜΥ1, πραγματικά παρανόησε την πραγματική συμφωνία μεταξύ των μερών, αφού ήταν θέση του ότι η αρχική προσφορά περιλάμβάνει και άλλες εργασίες, που δεν καταγράφονται ρητώς στον κατάλογο, με την θέση ότι έτσι πρέπει να ήταν η συμφωνία και ότι είναι αυτονόητο αυτή η εργασία να περιλαμβάνεται στην αρχική προσφορά των €29.000,00 παρόλο που δεν καταγράφεται στη προσφορά. Την ίδια τακτική φαίνεται να ακολούθησε και με την εταιρεία Jihaco, που ανέλαβε να εκτελέσει εργασία μετά τους ενάγοντες, διότι ήταν θέση του ότι τους πλήρωσε για την εργασία της προσφοράς και εκείνοι ήταν παράλογοι και ζητούσαν και άλλα. Τέλος, δεν πέρασε απαρατήρητο ότι αρχική θέση του ΜΥ1 ήταν ότι η Jihaco εγκατέλειψε το εργοτάξιο εξαιτίας της απειλητικής συμπεριφοράς των εναγόντων. Αργότερα δέχθηκε ότι στην περίπτωση της εταιρείας Jihaco που ανέλαβε το έργο μετά τους ενάγοντες, προέκυψε διαφορά σε σχέση με οφειλόμενο ποσό για εκτελεσθείσα εργασία και γι' αυτό και η Jihaco εγκατέλειψε το έργο. Συνεπώς, ο ΜΥ1 δεν ήταν αξιόπιστος μάρτυρας. Διά να επιλυθεί η διαφορά των μερών θα πρέπει να απαντηθούν τα κάτωθι ερωτήματα: 1. Ποια ήταν η πρόθεση των μερών σε σχέση με την πιστοποίηση των πληρωμών; Κατά πόσο η συμφωνία προνοούσε ότι ο κ. Βακανάς ήταν εξουσιοδοτημένος να εγκρίνει την εργασία και να πιστοποιεί τις πληρωμές; 2. Κατά πόσο υπήρχε κατ' ουσία εκτέλεση της συμφωνίας; Εάν η απάντηση στο ερώτημα αυτό είναι θετική υπάρχει δεύτερο ερώτημα κατά πόσο έχουν αποδείξει οι εναγόμενοι ότι υπάρχουν τέτοια ελαττώματα στην εκτέλεση της εργασίας που να δικαιολογούν την μη πληρωμή του οφειλόμενου ποσού; 3. Σε σχέση με την εκτελεσθείσα εργασία η οποία δεν έχει εγκριθεί και πιστοποιηθεί από τον κ. Βακανά για πληρωμή, κατά πόσο υπάρχει θετική μαρτυρία ότι εκτελέσθηκε, και δύναται το Δικαστήριο στην απουσία πιστοποίησης της εργασίας από τον ηλεκτρολόγο μηχανικό να επιδικάσει ποσό χρημάτων για την πληρωμή αυτών των εργασιών; 4. Ποια ήταν η πρόθεση των μερών σε σχέση με την πληρωμή εργασίας που δεν έχει πιστοποιηθεί από τον επιβλέπον ηλεκτρολόγο μηχανικό; Α. Η πρόθεση των μερών σε σχέση με τα πιστοποιητικά πληρωμής. Δια την ορθή ερμηνεία μίας συμφωνίας είναι ανάγκη να ληφθούν υπόψη κάποιοι κανόνες που διέπουν το ζήτημα αυτό. Ο γενικός κανόνας είναι ότι σκοπός της ερμηνείας της συμφωνίας είναι να εξευρεθεί η πρόθεση των μερών. Στην Αλεξάνδρου Λτδ ν. Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λευκωσία[1], λέχθηκε ότι διαπιστώνεται η πρόθεση των μερών από τη γλωσσική διατύπωση της συμφωνίας. Όμως η ερμηνεία που θα αποδοθεί σε αυτές τις λέξεις δεν μπορεί να βρεθεί εντελώς ανεξάρτητα και ασύνδετα από το πραγματικό υπόβαθρο που πλαισιώνει τη σύναψη της συμφωνίας. Επίσης στην Κουνούνα ν. Κώστας Κυριάκου Υιοί Λτδ[2], ως και επίσης στην Λάμπρου ν. Παράσχου[3], επεξηγήθηκε ότι ο σκοπός των μερών μπορεί να συναχθεί μόνο από το σύνολο του κειμένου και όταν η σύμβαση είναι σαφής ως προς το νόημα της, το Δικαστήριο δεν μπορεί να προσδώσει διαφορετικό νόημα στη σύμβαση από αυτό που οι ίδιες οι λέξεις της σύμβασης ενέχουν. Η υπόθεση Φούτας ν. Εταιρεία Βάσος Λτδ[4], επεξηγεί ότι η προσαγωγή εξωγενούς μαρτυρίας για την ορθή ερμηνεία των όρων της σύμβασης επιτρέπεται όποτε διαπιστώνεται η ύπαρξη κενού ή αμφιβολιών. Τούτο ισχύει όχι μόνο σε σχέση με την ερμηνεία της συμφωνίας αλλά και για την εφαρμογή της. Παραθέτω πιο κάτω απόσπασμα αυτής της απόφασης το οποίο είναι βοηθητικό. "When any doubt arises upon the true meaning or sense of the words themselves, or any difficulty as to their application under the surrounding circumstances, the sense and meaning of the language may be investigated and ascertained by evidence dehors the instrument itself; for both reason and common sense agree that by no other means can the language of the instrument be made to speak the real mind of the party." Ελεύθερη μετάφραση: «Όταν υπάρχει αμφιβολία σε σχέση με την πραγματική ερμηνεία και έννοια των λέξεων της σύμβασης ή υπάρχει δυσκολία σε σχέση με την εφαρμογή τους έχοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης τότε η ερμηνεία των λέξεων μπορεί να εξεταστεί και να διαπιστωθεί λαμβάνοντας υπόψη μαρτυρία που βρίσκεται εκτός του κειμένου της σύμβασης. Η λογική και κοινή λογική υπαγορεύουν ότι πρέπει να αποδοθεί τέτοια ερμηνεία στις λέξεις της σύμβασης που να φανερώνουν την πραγματική πρόθεση του συμβαλλόμενου μέρους». Για τον καθορισμό των δικαιωμάτων και ευθυνών των μερών σημασία έχει η πρόθεση των μερών κατά τη σύναψη της συμφωνίας. Αυτοί οι κανόνες επεξηγήθηκαν με σαφήνεια από τον Δικαστή κ. Π. Καλλή στην απόφαση Μετάλλικα Ηρακλής Μιχαηλίδης Λτδ. ν G & C Exhaust Systems Ltd.[5] στο ακόλουθο απόσπασμα: «Σύμφωνα με τους ερμηνευτικούς κανόνες μία σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με το λεκτικό της και με τρόπο που θα πραγματοποιείται η πρόθεση των μερών, όπως αυτή συνάγεται από το σύνολο της σύμβασης... Αν οι πρόνοιες μίας συμφωνίας εκφράζονται με σαφήνεια και δεν υπάρχει τίποτα που καθιστά ικανό το Δικαστήριο να το ερμηνεύσει με τρόπο διαφορετικό από εκείνο που επιτρέπεται από το λεκτικό του, χωρίς αμφιβολία πρέπει να επικρατήσει το λεκτικό. Αν όμως οι πρόνοιες και οι φράσεις είναι αντιφατικές και αν υπάρχουν λόγοι οι οποίοι φαίνονται στην όψη του εγγράφου οι οποίοι προσφέρουν απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης των μερών, τότε εκείνη η πρόθεση θα επικρατήσει έναντι της φανερής και συνήθους έννοιας των λέξεων». Δεν υπάρχει ολοκληρωμένη συμφωνία μεταξύ των μερών. Οι ενάγοντες υπέβαλαν προσφορά βάση σχεδίων για την εκτέλεση της εργασίας. Αυτή η προσφορά περιέχει αναλυτικό κατάλογο για εργασία που θα εκτελούσαν οι ενάγοντες και το κόστος αυτής της εργασίας. Αυτή η προσφορά έγινε αποδεκτή από τους εναγόμενους. Οι ενάγοντες υπέβαλαν στον ηλεκτρολόγο μηχανικό, υπεύθυνο για την επίβλεψη του έργου, κατάλογο με τις εκτελεσθείσες εργασίες σύμφωνα με τον κατάλογο της προσφοράς προς έγκριση και πιστοποίηση πληρωμής. Κατόπιν υπόδειξης του ηλεκτρολόγου μηχανικού, εκτέλεσαν και εργασίες που δεν ήταν στον κατάλογο της προσφοράς, και υπέβαλαν απαίτηση για τις εργασίες σ' αυτόν για έγκριση και πληρωμή. Ο κ. Βακανάς, πιστοποιούσε τις πληρωμές που εμφαίνονται στα τεκμήρια 1.5 μέχρι 1.8, για το συνολικό ποσό των €32.000,00 πλέον ΦΠΑ. Μέσα στα πιστοποιητικά αυτά περιλαμβάνονται και ποσά για επιπρόσθετη εργασία, και μάλιστα οι εναγόμενοι έχουν αποπληρώσει κάποια από αυτά τα πιστοποιητικά που περιλαμβάνουν και χρέωση για επιπρόσθετη εργασία(βλ. τεκμήρια 1.5, 1.6 και 1.7 ). Δεν υπάρχει πουθενά ρητός όρος στην συμφωνία ότι ο Λούης Βακανάς θα ενέκρινε εργασία των εναγόντων, ούτε καταγράφεται πουθενά ρητός όρος ότι ο Λούης Βακανάς θα πιστοποιούσε πληρωμές ανάλογα με την πρόοδο της εκτελεσθείσας εργασίας. Όμως, αυτό έκανε ο Λούης Βακανάς στην πράξη. Ακόμη και ο ΜΥ1 παραδέχεται ότι ανάμεσα στα καθήκοντα του κ. Βακανά ήταν η επίβλεψη του έργου. Υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία ενώπιον μου που να αποδεικνύει ότι οι εναγόμενοι είχαν εξουσιοδοτήσει τον κ. Βακανά να προχωρήσει με την έκδοση των πιστοποιητικών πληρωμής, ώστε να μπορεί να εξαχθεί ως συμπέρασμα από την συνολική συμπεριφορά των μερών, ότι αυτή ήταν και η συνεννόηση μεταξύ των μερών. Οι εναγόμενοι, προέβηκαν σε πληρωμές, ανάλογα με τα πιστοποιητικά που είχε εκδώσει ο κ. Βακανάς. Περαιτέρω, ο ΜΥ1 δεν ήταν σε θέση να δώσει εξήγηση για τον τρόπο που θα πλήρωνε τους ενάγοντες, εφόσον θέση του ήταν ότι δεν αποδέχεται τα πιστοποιητικά πληρωμής του κ. Βακανά. Είναι φανερό, ότι πλήρωνε τους ενάγοντες ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας. Αυτό εξηγεί την σταδιακή αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού που συνάδει με τον χρόνο έκδοσης και αποστολής των πιστοποιητικών του κ. Βακανά. Εξάλλου, έχω εξηγήσει αναλυτικά, πιο πάνω, γιατί θεωρώ ότι η μαρτυρία του ΜΥ1 ήταν αναξιόπιστη και ασυνεπής με την λοιπή μαρτυρία της υπόθεσης. Ο ΜΥ1 κατέθεσε κάποιες επιστολές, που κατά την θέση του, τις απέστειλε στους ενάγοντες, κατά τον επίδικο χρόνο, όπως επι παραδείγματι το τεκμήριο 2.3. Όμως, δεν υπάρχει καμία ανεξάρτητη πηγή μαρτυρίας, ότι πράγματι τέτοια επιστολή αποστάληκε, κατά τον επίδικο χρόνο. Εφόσον, έχω κρίνει τον ΜΥ1 αναξιόπιστο, δεν υπάρχει καμία απτή απόδειξη ότι πράγματι στάληκε τέτοια επιστολή (τεκμήριο 2.3), στους ενάγοντες κατά τον Ιούνιο του 2010. Όμως, ακόμη και σ' αυτή την επιστολή, υπάρχει παραδοχή των εναγομένων ότι ο Λούης Βακανάς, εξέδιδε διατακτικά πληρωμής, ανάλογα με την πρόοδο εργασίας. Οι εναγομενοι ονόμασαν αυτά τα διατακτικά, ενδεικτικά, όμως, δεν είναι δυνατόν να εξουσιοδοτούσαν τον κ. Βακανά να εκδίδει τέτοια πιστοποιητικά, εάν αυτα δεν θα είχαν σχέση με την υποχρεώση των εναγομένων να πληρώνουν τους ενάγοντες, σε σχέση με εκτελεσθείσα εργασία. Είναι φανερό ότι εάν τα πιστοποιητικά δεν δημιουργούσαν αντικειμένικη υποχρέωση των εναγομένων να πληρώνουν τους ενάγοντες, η ίδια η συμφωνία δεν θα ήταν εμπορικά εφικτή. Περαιτέρω, ειναι αμφίβολο ότι οι ενάγοντες θα αποδέχονταν να συνεχίζουν να εκτελούν εργασία προς όφελος των εναγομενων εάν δεν υπήρχε πρόνοια ρητή, νοητή ή σιωπηρή που να καθόριζε τον τρόπο πληρωμής με αντικειμενικό και καθορισμένο τρόπο σε σχέση με εκτελεσθείσες εργασίες. Συνεπώς, για να είναι εμπορικά εφικτή η συμφωνία, θα πρέπει να ερμηνευθεί ότι αυτά τα πιστοποιητικά δημιουργούσαν αντικειμενική υποχρέωση των εναγομένων να πληρώνουν τους ενάγοντες. Η συμπεριφορά των μερών εξάλλου αποδεικνύει ότι αυτή ήταν η πρόθεση τους και συννενοηση μεταξύ τους. Σύμφωνα με το Σύγγραμμά Hudsons Building and Engineering Contracts Sweet and Maxwell[6], υπάρχει νομολογία σε χώρες που εφαμόζουν κατά παράδοση το κοινοδίκαιο ότι σιωπηροί όροι σε μία συμφωνία μπορεί να συμπληρώσουν την συμφωνία όταν είναι αναγκαίο αυτοί οι σιωπηροί όροι να διαβασθούν ως μέρος της συμφωνίας για να είναι η συμφωνία εμπορικά εφικτή. Τέτοιοι όροι μπορεί να θεωρηθούν ότι είναι σιωπηροί όροι της συμφωνίας: 1. It must be reasonable and equitable. Ο σιωπηρός όρος πρέπει να εφαρμοσθεί για να είναι η συμφωνία λογική και δίκαια 2. It must be necessary to give business efficacy to the contract so that no term will be implied if the contract is effective without it. Ο σιωπηρός όρος είναι αναγκαίος για να είναι εμπορικά εφικτή η συμφωνία και ο όρος δεν θα έχει εφαρμογή εάν η συμφωνία ειναι εφικτή εμπορικά χωρίς την εφαρμογή του σιωπηρού όρου. 3. It is so obvious that it goes without saying. Προκειται για όρο αυτονοητο παρόλο που δεν προβλέπεται ρητώς στο γραπτό κείμενο της συμφωνίας. 4. It must be capable of clear expression. Aυτός ο σιωπηρός όρος εκφράζεται εύκολα και είναι κατανοητός. 5. It must not contradict any express term of the contract. Ο σιωπηρός όρος δεν αντιβαίνει τους ρητούς όρους της συμφωνίας». Όλοι οι πιο πάνω παράγοντες, εφαρμόζονται στην παρούσα περίπτωση, ώστε να έχει καταστεί ανάγκη η εφαρμογή σιωπηρού όρου σε σχέση με τον τρόπο πληρωμής του έργου. Η ύπαρξη τέτοιου σιωπηρού όρου εξάγεται από τη συμπεριφορά των μερών κατά τον επίδικο χρόνο. Τέθηκε ενώπιόν μου τέτοια μαρτυρία ότι γίνονταν πληρωμές ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας, και εκείνος που ενέκρινε τις πληρωμές ήταν ο επιβλέπον ηλεκτρολόγος μηχανικός. Μόνο έτσι θα μπορούσε να καταστεί εμπορικά εφικτή και εκτελεστή η συμφωνία μεταξύ των μερών. Οι ενάγοντες εκτελούσαν εργασίες και είχαν απαίτηση να πληρώνονται ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας. Ο μόνος αντικειμενικός τρόπος για να καθοριστεί αυτό, ήταν με την έκδοση πιστοποιητικού πληρωμής του προσώπου που διόρισαν οι εναγόμενοι να επιβλέπει την εργασία των εναγόντων. Σε διαφορετική περίπτωση, οι ενάγοντες δεν θα είχαν κανένα μετρίσημο και αντικειμένικο τρόπο να αξιολογείται η εργασία τους, και δεν θα αποδέχονταν να εκτελέσουν την εργασία. Οι εναγόμενοι, όχι μονο δεν κοινοποίησαν στους ενάγοντες ότι θα αποφάσιζαν οι ίδιοι, κατά το δοκούν για τις πληρωμές και την προόδο της εργασίας αλλά σιωπηρά, διά της συμπεριφοράς τους, αποδέχθηκαν με την πληρωμή ορισμένων πιστοποιητικών του κ. Βακανά, το σύστημα πληρωμής που εφαρμόσθηκε μεταξύ τους στην πράξη, δηλαδή, πληρωμή ανάλογα με την έκδοση πιστοποιητικών του επιβλέποντος ηλεκτρολόγου μηχανικού. Συνεπώς, βρίσκω ότι οι ενάγοντες απέδειξαν με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1, η οποία στηρίζεται σε έγγραφη μαρτυρία, ότι η πραγματική συννενοηση μεταξύ των μερών σε σχέση με τον τρόπο πληρωμής ήταν ανάλογα με την προοδο της εργασίας την οποία και θα πιστοποιούσε με αντικειμένικο τρόπο ο επιβλέπον ηλεκτρολόγος μηχανικός. Διαφορετικά η συμφωνία θα ήταν άδικη και ετεροβαρής εναντίον των εναγόντων και θα ήταν εμπορικά ασύμφορη διότι οι εναγόμενοι δεν θα είχαν κανένα αντικειμένικό τρόπο να γνωρίζουν πως και πότε θα πληρωθούν και για ποια εργασία. Περαιτέρω, με την συμπεριφορά τους οι εναγόμενοι, κρίνω ότι έδωσαν την εντύπωση στους ενάγοντες ότι ο κ. Βακανάς, ήταν εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να πιστοποιεί τις πληρωμές, σε διαφορετική περίπτωση δεν θα ξοφλούσαν με την ανάλογη πληρωμή στην ώρα τους συγκεκριμένα πιστοποιητικά πληρωμής. Οι ενάγοντες ήταν με την εντύπωση ότι ο κ. Βακανάς ενέκρινε την εργασία τους, διότι πιστοποιούσε προς πληρωμή απαίτηση για πληρωμή ανάλογα με την πρόοδο της εκτελεσθείσας εργασίας. Οι ενάγοντες βασίσθηκαν στην φαινομενική ή πραγματική εξουσία του κ. Βακανά για να εκτελέσουν συγκεριμένες εργασίες και για να συνεχίσουν με την εκτέλεση του έργου. Στην Αγγλική υπόθεση Freeman v Buckhurst Park Properties (Mangal)[7] o Lord Diplock επεξήγησε ότι ακόμη και στην περίπτωση που ο εργοδότης δεν έχει εξουσιοδοτήσει συγκεκριμένο αντιπρόσωπο να τον δεσμεύσει έναντι τρίτου προσώπου, σε σχέση με συμβατική υποχρέωση, αυτό δεν σημαίνει ότι κατ' ανάγκη ότι η συμφωνία δεν μπορεί να εφαρμοσθεί για να προστατευθούν τα συμβατικά δικαιώματα του τρίτου προσώπου που εν αγνοία του βασίσθηκε στις παραστάσεις του αντιπροσώπου ότι ήταν εξουσιοδοτημένος με αποτέλεσμα αυτός να εκτελέσει τις ηλεκτρολογικές εργασίες. «An "actual" authority is a legal relationship between principal and agent created by a consensual agreement to which they alone are parties. Its scope is to be ascertained by applying ordinary principles of construction of contracts, including any proper implications from the express words used, the usages of the trade, or the course of business between the parties. To this agreement the contractor is a stranger; he may be totally ignorant of the existence of any authority on the part of the agent. Nevertheless, if the agent does enter into a contract pursuant to the "actual" authority, it does create contractual rights and liabilities between the principal and the contractor. It may be that this rule relating to "undisclosed principals," which is peculiar to English law, can be rationalized as avoiding circuity of action, for the principal could in equity compel the agent to lend his name in an action to enforce the contract against the contractor, and would at common law be liable to indemnify the agent in respect of the performance of the obligations assumed by the agent under the contract. An "apparent" or "ostensible" authority, on the other hand, is a legal relationship between the principal and the contractor created by a representation, made by the principal to the contractor, intended to be and in fact acted upon by the contractor, that the agent has authority to enter on behalf of the principal into a contract of a kind within the scope of the "apparent" authority, so as to render the principal liable to perform any obligations imposed upon him by such contract. To the relationship so created the agent is a stranger. He need not be (although he generally
- is)aware of the existence of the representation but he must not purport to make the agreement as principal himself. The representation, when acted upon by the contractor by entering into a contract with the agent, operates as an estoppel, preventing the principal from asserting that he is not bound by the contract. It is irrelevant whether the agent had actual authority to enter into the contract. In ordinary business dealings the contractor at the time of entering into the contract can in the nature of things hardly ever rely on the "actual" authority of the agent. His information as to the authority must be derived either from the principal or from the agent or from both, for they alone know what the agent's actual authority is. All that the contractor can know is what they tell him, which may or may not be true. In the ultimate analysis he relies either upon the representation of the principal, that is, apparent authority, or upon the representation of the agent, that is, warranty of authority. The representation which creates "apparent" authority may take a variety of forms of which the commonest is representation by conduct, that is, by permitting the agent to act in some way in the conduct of the principal's business with other persons. By so doing the principal represents to anyone who becomes aware that the agent is so acting that the agent has authority to enter on behalf of the principal into contracts with other persons of the kind which an agent so acting in the conduct of his principal's business has usually "actual" authority to enter into .. The commonest form of representation by a principal creating an "apparent" authority of an agent is by conduct, namely, by permitting the agent to act in the management or conduct of the principal's business. Thus, if in the case of a company the board of directors who have "actual" authority under the memorandum and articles of association to manage the company's business permit the agent to act in the management or conduct of the company's business, they thereby represent to all persons dealing with such agent that he has authority to enter on behalf of the corporation into contracts of a kind which an agent authorized to do acts of the kind which he is in fact permitted to do usually enters into in the ordinary course of such business. The making of such a representation is itself an act of management of the company's business. Prima facie it falls within the "actual" authority of the board of directors, and unless the memorandum or articles of the company either make such a contract ultra vires the company or prohibit the delegation of such authority to the agent, the company is estopped from denying to anyone who has entered into a contract with the agent in reliance upon such "apparent" authority that the agent had authority to contract on behalf of the company. If the foregoing analysis of the relevant law is correct, it can be summarized by stating four conditions which must be fulfilled to entitle a contractor to enforce against a company a contract entered into on behalf of the company by an agent who had no actual authority to do so. It must be shown:
(1)that a representation that the agent had authority to enter on behalf of the company into a contract of the kind sought to be enforced was made to the contractor;
(2)that such representation was made by a person or persons who had "actual" authority to manage the business of the company either generally or in respect of those matters to which the contract relates;
(3)that he (the contractor) was induced by such representation to enter into the contract, that is, that he in fact relied upon it; and
(4)that under its memorandum or articles of association the company was not deprived of the capacity either to enter into a contract of the kind sought to be enforced or to delegate authority to enter into a contract of that kind to the agent». Εφαρμόζοντας τα πιο πάνω τέσσερα κριτήρια στην δική μας την περίπτωση κρίνω ότι οι εναγόμενοι με την συμπεριφορά τους, ήτοι το διορισμό του κ. Βακανά για να επιβλέπει την εργασία των εναγόντων και με την πληρωμή ορισμένων πιστοποιητικών πληρωμών που εξέδωσε, στην ουσία παρέστησαν στους ενάγοντες ότι ο κ. Βακανάς ήταν εξουσιοδοτημένος τους αντιπρόσωπος. Οι ενάγοντες βασίσθηκαν σ' αυτές τις παραστάσεις και εκτέλεσαν την εργασία νομιζόμενοι ότι ήταν μέρος της συμφωνίας αυτή η διαδικασία για την πληρωμή της εκτελεσθείσας εργασίας και νομιζόμενοι ότι θα πληρώνονταν ανάλογα με την πρόοδο της εκτελεσθείσας εργασίας. Θεώρησαν ότι την εργασία τους, για σκοπούς πληρωμής, θα την πιστοποιούσε ο κ. Βακανάς. Είναι γι' αυτό το λόγο που οι ενάγοντες βασίσθηκαν στις υποδείξεις του κ. Βακανά για να εκτελέσουν και επιπρόσθετη εργασία που δεν ήταν στον αρχικό κατάλογο της προσφοράς. Εάν οι ενάγοντες επηρέασαν την θέση τους δυσμενώς με αποτέλεσμα να εκτελέσουν εργασίες που δεν επρόκειτο οι εναγόμενοι να πληρώσουν αυτό οφείλεται αποκλειστικά στις παραστάσεις των εναγομένων που τους έκαναν να πιστεύουν ότι ο κ. Βακανάς ήταν εξουσιοδοτημένος τους αντιπρόσωπος. Αυτό το συμπέρασμα σε σχέση με την πρόθεση των μερών τεκμηριώνεται από την συμπεριφορά των εναγομένων και από την αλληλογραφία μεταξύ των μερών. Επί παραδείγματι, οι ενάγοντες ανταποκριθήκαν άμεσα στις υποδείξεις του κ. Βακανά να υποβάλουν αίτηση και να προετοιμάσουν το έργο προς έγκριση της ΑΗΚ, επειδή πίστευαν ότι αυτός ήταν ο αντιπρόσωπος των εναγόντων. Συνεπώς, είναι άσχετο το τι είπε ο ΜΥ1 σε σχέση με την πραγματική υπόσταση του κ. Βακανά. Σημασία έχει ότι με την στάση του έδωσε την εντύπωση στους ενάγοντες ότι ο κ. Βακανάς ήταν ο εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των εναγομένων σε σχέση με την εκτέλεση της εργασίας και τις πληρωμές. Για όλους του πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η πραγματική πρόθεση των μερών ήταν οι πληρωμές να γίνονται ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας. Επίσης, πρόθεση των μερών ήταν αυτός που θα ενέκρινε την εργασία προς τον σκοπό πιστοποίησης της εργασίας για πληρωμή, θα ήταν ο κ. Βακανάς. Β. Κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν αποδείξει ότι η εργασία ήταν ελαττωματική ώστε να έχουν άλλο λόγο να μην πληρώνουν τα πιστοποιητικά πληρωμής που εξέδωσε ο. Βακανάς; Εάν δεν είχαν κανένα άλλο λόγο να μην πληρώσουν τα πιστοποιητικά τοτε οι ενάγοντες δεν παραβίασαν την συμφωνία όταν εγκατέλειψαν το έργο. Οι εναγόμενοι δεν έχουν προβάλει στην Έκθεση Υπεράσπισης τους ότι αρνούνται να καταβάλουν το οφειλόμενο ποσό επειδή η εργασία που εκτέλεσαν οι ενάγοντες ήταν ελλιπής ή ελαττωματική. Συνεπώς, αυτό δεν είναι θέμα που με απασχολεί προς επίλυση της διαφοράς. Εκείνο το οποίο δικογραφείται στην υπεράσπιση είναι ότι οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να εισπράξουν χρήματα για επιπρόσθετες εργασίες και ανταπαιτούν ποσό που κατ' ισχυρισμό πλήρωσαν σε τρίτους εργολάβους, για συμπλήρωση της εργασίας που προνοούσε η αρχική προσφορά, διότι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες παραβίασαν την συμφωνία και αδικαιολογήτως εγκατέλειψαν το εργοτάξιο. Αναφορικά με το πρώτο ζήτημα δηλαδή, ότι δεν δικαιούνται να πληρωθούν για επιπρόσθετη εργασία αυτό επιλύθηκε εν μέρει με το σημείο «Α», πιο πάνω. Από την στιγμή που ο κ. Βακανάς ήταν εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος των εναγόμενων, και αυτός πιστοποίησε πληρωμές για επιπρόσθετη εργασία κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι αυτή η εργασία έχει γίνει και την έχουν επωφεληθεί οι εναγόμενοι. Συνεπώς, από εκεί γεννάται και η υποχρέωση των εναγομένων να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό γι' αυτή την εργασία. H συμφωνία μεταξύ των μερών δεν ήταν ολοκληρωμένη. Γίνεται μόνο αναφορά σε κατάλογο συγκεκριμένων εργασιών στην προσφορά των εναγόντων που αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι. Η προσφορά περιέχει συγκεκριμένη περιγραφή και συγκεκριμένο κόστος για κάθε εργασία. Όλες οι εργασίες που πρέπει να ολοκληρωθούν από τον εργολάβο καταγράφονται λεπτομερώς στην προσφορά. Όπως εξήγησε ο ΜΕ1 κάποιες από τις εργασίες που περιλαμβάνονται στην αρχική προσφορά πράγματι έγιναν και άλλες όχι, πάντοτε με υπόδειξη του κ. Βακανά. Διεκδικείται πληρωμή για εργασία που έγινε μόνο με βάση την αρχική προσφορά και επιπρόσθετη εργασία που δεν καταγράφεται ρητώς στην ανάλυση της προσφοράς. Ο ΜΥ1 παρανόησε την πραγματική συμφωνία μεταξύ των μερών. Η θέση του ήταν ότι επιπρόσθετες εργασίες που έγιναν και δεν περιλαμβάνονται ρητώς στον κατάλογο προσφοράς περιλαμβάνονται στην αρχική τιμή της προσφοράς των €30.000,00 ή €29.000,00 με την έκπτωση. Δεν εξήγησε όμως πως προκύπτει στην συμφωνία μεταξύ των μερών, ότι αυτές οι εργασίες που δεν καταγράφονται ρητώς στην προσφορά αλλά που έγιναν και τις επωφελήθηκαν οι εναγόμενοι, περιλαμβάνονται στην αρχική τιμή των €29.000,
- Έχω εξηγήσει πιο πάνω, γιατί τον θεωρώ αναξιόπιστο και γιατί αυτή η θέση πρέπει να απορριφθεί. Επιπρόσθετα, με μια ανάλυση της έγγραφης μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον μου, και ειδικά από την ανάλυση των πιστοποιητικών πληρωμής που εξέδωσε ο κ. Βακανάς, τεκμηριώνεται η θέση ότι αυτές οι εργασίες λογίσθηκαν ως επιπρόσθετη εργασία. Συνεπώς, δεν μπορεί να ελεγχθεί ως συμπέρασμα ότι η πραγματική συμφωνία μεταξύ των μερών ήταν οι εργασίες που δεν καταγράφονται ρητώς στο τεκμήριο 1.4, να περιλαμβάνονται στην τιμή της αρχικής προσφοράς. Αυτές οι επιπρόσθετες εργασίες έγιναν και πιστοποιήθηκαν (βλ. τεκμήρια 1.5, 1.6 , 1.7 και 1.8), από τον κ. Βακανά. Συνεπώς, οι επιπρόσθετες εργασίες πρέπει να πληρωθούν. Θα ασχοληθώ αργότερα με τις εργασίες της προσφοράς και επιπρόσθετες εργασίες που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 1.
- Γ. Πληρωμή του ΦΠΑ Το τεκμήριο 1.12, επιστολή ημερομηνίας 22 Οκτωβρίου 2009, τεκμήριο 1.13 επιστολή ημερομηνίας 24 Φεβρουαρίου 2010, και το τεκμήριο 1,14 επιστολή ημερομηνίας 25 Μαΐου 2010, είχαν αποσταλεί στον Λούη Βακανά. Αφορούν τιμολόγια των εργασιών των εναγόντων, στα οποία περιγράφεται η εκτελεσθείσα εργασία, η χρέωση της εργασίας καθώς και χρέωση για το ΦΠΑ, που δεν ενσωματώνεται στις χρεώσεις, σε σχέση με την αξία της εκτελεσθείσας εργασίας. Στη συνέχεια, ως εξήγησα πιο πάνω, ο Λούης Βακανάς, εξέδωσε πιστοποιητικά πληρωμής χωρίς ποτέ να εγερθεί ζήτημα για το ΦΠΑ, και χωρίς να διαμαρτυρηθούν οι εναγόμενοι για το ζήτημα αυτό. Αυτές οι επιστολές πρόκειται για απτή έγγραφη μαρτυρία που αποδεικνύει ότι, δεν ήταν πρόθεση των μερών να ενσωματωθεί στο αρχικό ποσό της προσφοράς και η χρέωση για εκτελεσθείσα εργασία το ΦΠΑ. Αυτή η αλληλογραφία επιβεβαιώνει τα λεχθέντα του ΜΕ1 ότι στις τιμές μονάδας που έχουν καταγραφεί στην προσφορά, δεν περιλαμβάνεται και η χρέωση για το ΦΠΑ. Η υπόθεση Rsumovic Mladen v Gregoria Developers Ltd[8] διακρίνεται από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης επειδή σε εκείνη την υπόθεση δεν υπήρχε καμία μαρτυρία πέραν της γραπτής σύμβασης, που ήταν σιωπηρή για το ζήτημα του ΦΠΑ, ότι τα μέρη είχαν έρθει σε συνεννόηση για την πληρωμή του ΦΠΑ. Στη δική μας περίπτωση, η συμφωνία των μερών ήταν προφορική καθότι οι ενάγοντες υπέβαλαν προσφορά για τις εργασίες που έγινε αποδεκτή. Συνεπώς, μαρτυρία για τη συμπεριφορά των μερών και η αλληλογραφία μεταξύ τους είναι μαρτυρία που βοηθά το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα σε σχέση με την πρόθεση των μερών σε σχέση με τα συμφωνηθέντα είναι αποδεκτική και σχετική. Οι ενάγοντες διεκδικούσαν με τα τιμολόγια που είχαν αποστείλει στον κ. Βακανά ΦΠΑ επί του οφειλόμενου ποσού. Ο κ. Βακανάς δεν διαμαρτυρήθηκε όταν παρέλαβε απαίτηση για την πληρωμή του ΦΠΑ αντιθέτως, εξέδωσε τέσσερα πιστοποιητικά πληρωμής ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα των εναγόντων να πληρωθούν για τις εργασίες τους και για το ΦΠΑ. Συνεπώς, είναι φανερό ότι το ποσό των €30.000,00 που ήταν το αρχικό ποσό της προσφοράς, δεν περιλάμβανε ΦΠΑ. Η προσφορά των εναγόντων, τεκμήριο 1.3, ήταν ο τιμοκατάλογος για την αξία των εργασιών που θα εκτελούσαν οι ενάγοντες κατ' εντολή των εναγομένων. Η μη αναφορά στην προσφορά για το ζήτημα του ΦΠΑ δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα μέρη είχαν την πρόθεση το ΦΠΑ να ενσωματωθεί στο ποσό της αρχικής προσφοράς των €30.000,
- Δ. Οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να τερματίσουν την συμφωνία για την εκτέλεση συγκεκριμένων συμφωνηθέντων εργασιών εφόσον δεν είχαν πληρωθεί ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας που είχαν εκτελέσει. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι οι ενάγοντες παραβίασαν την συμφωνία επειδή αδικαιολόγητα εγκατέλειψαν το έργο κρίνω ότι οι ενάγοντες έδωσαν ικανοποιητική δικαιολογία με την ενέργειά τους αυτή. Συγκεκριμένα, η θέση τους ήταν ότι οι εναγόμενοι δεν τους πλήρωναν ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας που είχε πιστοποιηθεί για πληρωμή από τον κ. Βακανά. Ξαφνικά, προς το τέλος του 2009, ήταν θέση του ΜΕ1 ότι οι εναγόμενοι άρχισαν να καθυστερούν τις πληρωμές για εργασίες που είχαν εγκριθεί και πιστοποιηθεί για πληρωμή. Στην περίπτωση που η πληρωμή έπρεπε να γίνεται ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας ως ουσιώδης όρος της συμφωνίας τότε η αθέτηση αυτού του όρου από τους εναγόμενους δικαιολογεί και τον τερματισμό της συμφωνίας. Όταν ένας όρος θεωρείται ουσιώδης και υπάρχει σχετική παράβαση τότε δικαιολογείται ο τερματισμός της συμφωνίας. Στο Αγγλικό Σύγγραμμα Chitty o Contracts Sweet and Maxwell[9] επεξηγείται πως κατατάσσονται όροι της συμφωνίας ως ουσιώδη όροι της συμφωνίας που δικαιολογούν τον τερματισμό της συμφωνίας στην περίπτωση που το άλλο μέρος παραβεί τον συγκεκριμένο όρο και/ή όροι που έχουν αυτή την σημασία. Υπάρχουν διαβαθμίσεις της σπουδαιότητας των όρων που έχουν παραβιασθεί και δεν είναι όλοι οι όροι ουσιώδης υπό την έννοια ότι η μη τήρηση τους οδηγεί σε κατάρρευση της συμφωνίας. «The fundamental term has been described as part of the core of the contract the non-performance of which destroys the very substance of the agreement. It has been distinguished by Devlin J. as being something narrower than a condition of the contract something which underlies the whole contract so that if it is not complied with the performance becomes totally different from that which bοthe contracts contemplates». Είναι φανερό ότι οι ενάγοντες θεωρούσαν την μη πληρωμή της εκτελεσθείσας εργασίας ουσιώδης όρο της συμφωνίας εξ ου και προειδοποίησαν τους εναγόμενους με την επιστολή ημερομηνίας 26.05.2010, τεκμήριο 1.15, ότι δεν θα προχωρούσαν με τον έλεγχο της ΑΗΚ στην περίπτωση που το ποσό παρέμενε οφειλόμενο. Μεσολάβησε ο κ. Βακανάς και ολοκληρώθηκε ο έλεγχος της ΑΗΚ. Ο ΜΕ1 μίλησε με τον Μάριο Μενελάου και του είπε ότι η πληρωμή θα γινόταν σε χρόνο μεταγενέστερο του ελέγχου της ΑΗΚ (βλ τεκμήριο 1.18). Τελικά αυτό δεν έγινε και έτσι οι εναγόμενοι εγκατέλειψαν το έργο. Ως ανέλυσα, πιο πάνω, απουσιάζουν από την προσφορά εκείνα τα στοιχεία, αναγκαία, ώστε να συνθέτει αυτό το έγγραφο από μόνο του όλους τους όρους για την ολοκλήρωση της συμφωνίας μεταξύ των μερών. Συνεπώς, ήταν ανάγκη να ανατρέξω στις παραστάσεις των μερών αλλά και την συμπεριφορά τους, ώστε να καταλήξω σε συμπέρασμα σε σχέση με την πραγματική πρόθεση των μερών σε σχέση με τα συμφωνηθέντα. Στην Αγγλική υπόθεση Maggs v Marsh[10] η συμφωνία μεταξύ των μερών δεν ήταν γραπτή αλλά προφορική και το Δικαστήριο αποδέχθηκε μεταγενέστερη συμπεριφορά των μερών, ώστε να εξαχθεί η πρόθεση τους σε σχέση με ουσιώδης όρους της συμφωνίας κατά το χρόνο σύναψης της συμφωνίας. «Determining the terms of an oral contract is a question of fact. Establishing the facts will usually as here depend upon the recollections of the parties and other witnesses. The accuracy of those recollections may be tested and elucidated by things said and done by the parties or witnesses after the agreement was concluded. Receiving evidence of such words and actions does not mean the judge is losing sight of his task of deciding what the parties agreed at the time of the contract. It is simple helping him decide whose recollection is right». Η πρόθεση των μερών εξάγεται από την συμπεριφορά τους και την αλληλογραφία μεταξύ τους. Η ακρίβεια και η μνήμη των μαρτύρων σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, μπορεί να αξιολογηθεί από συνομιλίες και ενέργειες των μερών ακόμη και μετά την σύναψη της συμφωνίας. Εάν ο Δικαστής λάβει υπόψη του τέτοια μαρτυρία δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει το καθήκον του να αποφασίσει ποια ήταν η πρόθεση των μερών κατά την σύναψη της συμφωνίας. Αντιθέτως, μεταγενέστερη συμπεριφορά των μερών είναι χρήσιμη μαρτυρία για να αξιολογήσει τους μάρτυρες σε σχέση με την ορθότητα των θέσεων τους και σε σχέση με το ποια ήταν η πραγματική τους πρόθεση κατά την σύναψη της συμφωνίας. Η συμπεριφορά των εναγομένων να πληρώνουν τους ενάγοντες ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας κατά το χρόνο της έκδοσης πιστοποιητικών πληρωμής του κ. Βακανά, βοηθά το Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εκδοχή των εναγόντων είναι ορθή. Πράγματι, η συνεννόηση μεταξύ των μερών ήταν οι ενάγοντες να πληρώνονται ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας, αφού πρώτα τις πληρωμές τις πιστοποιούσε ο κ. Βακανάς και μετά πράγματι ακολούθησε η πληρωμή του συγκεκριμένου πιστοποιητικού. Συνεπώς, η μη πληρωμή ενός εκ αυτών των πιστοποιητικών για χρονικό διάστημα αδικαιολόγητο, ήταν ουσιώδης παράβαση των συμφωνηθέντων, που έδιδε το δικαίωμα στους ενάγοντες να μην συνεχίσουν να εκτελούν εργασίες χωρίς να πληρώνονται γι' αυτές. Οι ενάγοντες προειδοποίησαν τους εναγόμενους για το ενδεχόμενο. Συνεπώς, οι εναγόμενοι είχαν την υποχρέωση να πληρώσουν τα πιστοποιητικά και να πληρώσουν για εργασία που είχε πιστοποιηθεί για πληρωμή. Ορθά οι ενάγοντες δεν συνέχιζαν να εργάζονται χωρίς να πληρώνονται για εργασία που είχε πιστοποιηθεί για πληρωμή κατά παράβαση ουσιωδών όρων της συμφωνίας. Δικαιολογημένα οι ενάγοντες δεν ολοκλήρωσαν το έργο. Ως εκ τούτου, οι ενάγοντες, δεν παραβίασαν τα συμφωνηθέντα με την ενέργεια να εγκαταλείψουν το έργο εφόσον δικαιολογημένα εγκατέλειψαν το έργο. Η ανταπαίτηση είναι αβάσιμη και απορρίπτεται. Αυτά τα έξοδα, που πλήρωσαν οι εναγόμενοι προς τρίτους, δεν προέκυψαν, από ενέργειες των εναγόντων αλλά οφείλονται στο γεγονός ότι οι εναγόμενοι αθέτησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις με την μη πληρωμή του οφειλόμενου ποσού με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να εγκαταλείψουν το έργο και να καταστεί ανάγκη οι εναγόμενοι να προσλάβουν τρίτους να συμπληρώσουν τις εργασίες. Οι ενάγοντες εκτέλεσαν πιστά τα συμφωνηθέντα και αδικαιολόγητα οι εναγόμενοι δεν τους πλήρωσαν το οφειλόμενο ποσό, με βάση τα πιστοποιητικά πληρωμής. Οι ενάγοντες ως το αναίτιο μέρος της συμφωνίας δικαιούνται να πληρωθούν. Το ποσό που πιστοποίησε ο κ Βακανας, ήτοι €32.000,00, πλέον ΦΠΑ, αφορά εργασία που οι ενάγοντες εκτέλεσαν προς όφελος των εναγομένων. Η εργασία που εγκρίθηκε και πιστοποιήθηκε για πληρωμή είναι εργασία που συμφωνήθηκε να γίνει μεταξύ των μερών. Εφόσον, αυτή η εργασία δεν ήταν ελαττωματική και έγινε προς όφελος των εναγομένων, το ποσό οφείλεται και εγκρίνεται αυτό το μέρος της απαίτησης. Ε. Πληρωμή για εκτελεσθείσες εργασίες που δεν είναι πιστοποιημένες από τον κ. Βακανά. Είναι ορθή η γενική θέση ότι, οι ενάγοντες δικαιούνται να πληρωθούν σε σχέση με επιπρόσθετες εργασίες που έχουν εκτελέσει στα πλαίσια του έργου, προς όφελος των εναγομένων, ακόμη και εάν αυτή η εργασία έχει μικρές ατέλειες και/ή παραλείψεις και ακόμη και εάν αυτή η εργασία δεν έχει πιστοποιηθεί για πληρωμή από τον επιβλέποντα μηχανικό του έργου. Στο σύγγραμμα Hutchinson Bulidings and Engineering[11] επεξηγείται η νομική αρχή του Substantial Performance,δηλαδή η κατ' ουσία εκτέλεση του έργου που έχει εξελιχθεί στην Αγγλική νομολογία, ώστε να αποφεύγεται αδικία εις βάρους εργολάβου που έχει κατ 'ουσία ολοκληρώσει το έργο αλλά δεν τον πληρώνει ο ιδιοκτήτης, επειδή επικαλείται μικρές ή μηδαμινές ατέλειες στην εκτέλεση του έργου. Επίσης, επεξηγείται στο σύγγραμμα ότι το ζήτημα κατά πόσο ο εργολάβος έχει εκτελέσει και ολοκληρώσει το έργο κατ' ουσία είναι πάντοτε πραγματικό και ανήκει στη σφαίρα των ζητημάτων που θα το αποφασίσουν οι ένορκοι (Trier of Fact). «Construction contracts however with their special characteristic of fixing and incorporation of work into the land of the owner could not provide a satisfactory theory of acceptance to be derived from the mere fact of the incorporation of defective or incomplete building work into an owners land and so might create a special and real injustice where a contractor had bonma fide completed a project but subsequent defects quite possibly minor were raised as a defence to the whole price by an owner unwilling to pay even a part of it. It was consequently in the field of construction contracts that the courts much earlier than the case of Dakin v Lee 1916, which is usually credited with its inception, evolved the doctrine of substantial performance». Όμως, στην παρούσα περίπτωση, οι ενάγοντες είχαν αποστείλει το τεκμήριο 1.9, στον κ.Βακανά για πληρωμή και δεν έδωσαν καμία εξήγηση για το γεγονός ότι αυτό το συγκεκριμένο πιστοποιητικό δεν έχει εγκριθεί από τον ηλεκτρολόγο μηχανικό, πλην από τον γενικό και ασαφή ισχυρισμό ότι ο κ. Βακανάς δεν ήθελε να αναμιχθεί στις διαφορές που δημιουργήθηκαν μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων. Οι ενάγοντες καλέσαν τον κ. Βακανά να ελέγξει αυτή την εργασία στις 14 Σεπτεμβρίου
- Δηλαδή, η επιστολή τεκμήριο 1.9α, αποστάληκε στον κ. Βακανά από τους ενάγοντες, περίπου 14 μήνες μετά που είχαν εγκαταλείψει το έργο. Μ' αυτή την επιστολή καλούσαν τον κ. Βακανά να τους συναντήσει επιτόπου για έλεγχο της εργασίας. Δεν θεωρώ ότι ο ΜΕ1 έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι αυτή η επιστολή με απαίτηση πληρωμής στάληκε τόσο καθυστερημένα και αφού είχαν ήδη προ πολλού εγκαταλείψει το εργοτάξιο. Επιπρόσθετα, εφόσον είχαν εγκαταλείψει το έργο από τον Ιούνιο 2010, είναι άξιον απορίας τι επιτόπου έλεγχο θα διεξήγαγε ο κ. Βακανάς τόσο καθυστερημένα. Οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν τον κ. Βακανά να δώσει την δική του εκδοχή για τους λόγους που δεν πιστοποίησε αυτή την τελευταία πληρωμή. Οι ενάγοντες βασίσθηκαν σε εξ' ακοής δήλωση του κ. Βακανά για να εξηγήσουν τους λόγους γιατί αυτό το τελευταίο πιστοποιητικό δεν εκδόθηκε. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1, ανέφερε τα ακόλουθα στην παράγραφο 10 του τεκμηρίου 1, ο ΜΕ1 ανέφερε τα εξής: «
- Ταυτόχρονα, απευθύνθηκα στον κ. Βακανά ζητώντας του όπως γίνει συνάντηση στο εργοτάξιο για να επιβεβαιώσει τις τελευταίες εκτελεσθείσες εργασίες και για να εκδώσει το 5ο πιστοποιητικό πληρωμής, αλλά αρνήθηκε λέγοντάς μου ότι δεν ήθελε να διαταράξει τις σχέσεις του με τους διευθυντές της MEDIAMS». Με δεδομένη τη θέση των εναγομένων ότι οι ενάγοντες δεν εκτέλεσαν επιπρόσθετα εργασία κρίνω ότι οι ενάγοντες όφειλαν να παρουσιάσουν θετική μαρτυρία ότι τέτοια εργασία έγινε και ότι εγκρίθηκε ως επιπρόσθετη εργασία για σκοπούς πληρωμής. Στην εν λόγω επιστολή, τεκμήριο 1.9, οι ενάγοντες ισχυρίσθηκαν ότι είχαν εκτελέσει εργασία βάση της αρχικής προσφοράς ύψους €25.960,00 και επιπρόσθετη εργασία ύψους €13.042,
- Όμως, ο κ. Βακανάς ουδέποτε έλεγξε αυτή την εργασία. Τα μέρη είχαν συμφωνήσει συγκεκριμένη διαδικασία έγκρισης της πληρωμής εκτελεσθείσας εργασίας. Δεν τέθηκε ενώπιον μου η μαρτυρία του κ. Βακανά ώστε να κρίνω ότι δικαιολογημένα ή μη δεν εξέδωσε το τελευταίο πιστοποιητικό πληρωμής. Αντ' αυτού οι ενάγοντες στηρίχθηκαν σε εξ ακοής δήλωση του κ. Βακανά ότι δεν ήθελε να αναμιχθεί πλέον στο έργο κι έτσι γι' αυτό δεν ενέκρινε την πληρωμή των εργασιών που καταγράφονται στο τεκμήριο 1.
- Αυτή η επιστολή (τεκμήριο 1.9), αποστάληκε στον κ. Βακανά πολύ αργότερα και αφού οι ενάγοντες είχαν εγκαταλείψει το έργο αντί να αποσταλεί κατά τον επίδικο χρόνο και ανάλογα με την πρόοδο της εργασίας. Στο τεκμήριο 1.9 περιέχεται η ανάλυση της προσφοράς των εναγόντων. Στη δεξιά στήλη του τεκμηρίου 1.9 υπάρχει η αξία της κάθε εργασίας, ανάλογα με το ποσό που εμφαίνεται στην αρχική προσφορά. Στην αριστερή στήλη καταγράφεται η αξία της εργασίας που πράγματι εκτελέσθηκε, σύμφωνα πάντοτε με το κόστος μονάδας της προσφοράς ως την καταμέτρησαν οι ενάγοντες. Όμως, στην απουσία πιστοποιητικού πληρωμής του επιβλέποντος ηλεκτρολόγου το Δικαστήριο δεν μπορεί να ελέγξει αυτούς τους υπολογισμούς με αντικειμενικό τρόπο, ώστε να αποφανθεί ότι αυτοί οι υπολογισμοί είναι ορθοί. Σε σχέση με εργασίες που αφορούν το τεκμήριο 1.9 δεν έγινε επί τόπου έλεγχος και παραλαβή αυτής της εργασίας. Ως ανέφερα, πιο πάνω, εκείνο που είχαν συμφωνήσει τα μέρη είναι η εργασία να εγκρίνεται από τον κ. Βακανά προς πιστοποίηση της πληρωμής. Δεν δύναται λοιπόν το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπέρασμα ότι αυτή η εργασία πράγματι εκτελέσθηκε και ότι η αξία της είναι ως εμφαίνεται στο τεκμήριο 1.9, βασιζόμενο μόνο στις παραστάσεις του ΜΕ1 ότι έτσι έχουν τα πράγματα. Το Δικαστήριο, δεν έχει κανένα αντικειμενικό μέτρο διασταύρωσης των ισχυρισμών του ΜΕ1 ότι αυτή η εργασία πράγματι εκτελέσθηκε και κοστολογήθηκε ως εισηγήθηκε ο ΜΕ
- Είναι ορθή η θέση του κ. Παπαθεοδώρου στην σελίδα 3 σημείο 7 της αγόρευσης του, (βλ. Keating on Construction Contract, Stephen Furst, Vivian Ramsey Sweet & Maxwell 2015 ως καταγράφεται πιο κάτω), ότι στην περίπτωση της εκτέλεσης επιπρόσθετης εργασίας οι ενάγοντες είχαν το βάρος να αποδείξουν με θετική μαρτυρία την συγκεκριμένη μέθοδο που χρησιμοποιούσαν τα μέρη για να πιστοποιηθεί ότι τέτοια εργασία είχε γίνει και ότι η πληρωμή της εργασίας είχε εγκριθεί. Σε διαφορετική περίπτωση οι ενάγοντες θα μπορούσαν να ισχυρισθούν αυθαίρετα ότι, είχαν κάνει τέτοιες επιπρόσθετες εργασίες, με αποτέλεσμα η τελική χρέωση των εναγόντων να διογκωθεί σε σχέση με την αρχική τους προσφορά: «Written orders. Contracts frequently provide that extras must be ordered in a certain manner. The purpose of these provisions is usually to prevent unauthorized or extravagant claims for extras. A frequent requirement is that there must be a written order signed by the architect and that no extras will be paid for unless so ordered. In such a contract a proper written order is a condition precedent to payment for extras». Oι ίδιοι οι ενάγοντες υπέδειξαν αυτή την μέθοδο στο Δικαστήριο με την κατάθεση έγγραφης μαρτυρίας, ήτοι της έκδοσης πιστοποιητικών πληρωμής του μηχανολόγου ηλεκτρολόγου, που είχε διορισθεί εκ μέρους των εναγομένων να ελέγχει αυτή την εργασία και να την εγκρίνει ως επιπρόσθετη εργασία που πρέπει να πληρωθεί. Στη συνέχεια όμως οι ενάγοντες δεν καλέσαν τον κ. Βακανά να εξηγήσει γιατί η εργασία που περιγράφεται στο τεκμήριο 1.9 δεν έχει πιστοποιηθεί. Ο κ. Σάββα ανέφερε ότι και πάλι το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφασίσει υπέρ των εναγόντων σε σχέση με τις χρεώσεις που περιλαμβάνονται στο τεκμήριο 1.
- Είναι σωστή η θέση του κ. Σάββα στην σελίδα 8 της αγόρευσης του ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να αποφασίσει υπέρ του εργολάβου, ακόμη και στην απουσία μαρτυρίας ότι η εργασία πιστοποιήθηκε από τον επιβλέπον μηχανικό εξ' αιτίας παράλειψης ή άρνησης του μηχανικού να εκδώσει πιστοποιητικό για εκτελεσθείσα επιπρόσθετη εργασία. Όμως, στην παρούσα περίπτωση δεν έχω μαρτυρία ενώπιον μου ότι ο κ. Βακανάς σκόπιμα παρέλειψε ή ότι αρνήθηκε να εκδώσει πιστοποιητικό για την συγκεκριμένη εργασία. Οι ενάγοντες δεν τον κάλεσαν για να δοθούν οι απαραίτητες εξηγήσεις από τον ίδιο σε σχέση με την μη έκδοση του πιστοποιητικού. Επιπλέον δημιουργούνται αμφιβολίες για την ορθότητα των θέσεων του ΜΕ1 ενόψει του γεγονότος ότι αυτή η απαίτηση για πληρωμή έγινε τόσο αργοπορημένα και ενόψει του γεγονότος ότι δεν κάλεσε τον κ. Βακανά να δώσει εξηγήσεις για τους λόγους που παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να εκδώσει πιστοποιητικό πληρωμής για τις εργασίες που καταγράφονται στο τεκμήριο 1.
- Είναι γι' αυτό που κρίνω ότι οι ενάγοντες έχουν αποτύχει να αποδείξουν την απαίτηση τους σε σχέση με κατ' ισχυρισμό εκτελεσθείσες εργασίες για τις οποίες δεν έχει εκδοθεί πιστοποιητικό πληρωμής από τον επιβλέπον ηλεκτρολόγο μηχανικό του έργου. Ενόψει της απουσίας θετικής και αντικειμενικής μαρτυρίας ότι αυτή η εργασία κατ' ουσία εκτελέσθηκε και ότι παραδόθηκε προς όφελος των εναγομένων δεν αποδεικνύεται η απαίτηση των εναγομένων σε σχέση μ' αυτό το τμήμα της απαίτησης. Συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων για το ποσό των €7.537,00 πλέον ΦΠΑ (€39.000,00 - €32.000,00 (πιστοποιημένη εκτελεσθείσα εργασία) €32.000,00 - €24.462,50 το ποσό που πλήρωσαν οι εναγόμενοι) και εναντίον των εναγομένων. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται εναντίον των εναγομένων όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 1 ΑΑΔ
(1999)σελ. 630 [2] 1 ΑΑΔ
(2001)2126 [3] 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 397 [4] 1 ΑΑΔ
(1993)σελ. 168 [5] 1 ΑΑΔ
(2001)σελ. 500 [6] 13th edition par. 1-046 pg. 43 [7] [1964] 2 QB 48 [8] 1 ΑΑΔ 581
(2006)[9] 21st edition Volume General Principles par. 12-014 [10] [2006] EWCA CIv 1058 [11] Contracts Sweet and Maxwell Eleventh edition 1995 Volume 1 Chapter 4 Pg. 481