← Κύπρος

CONSALE HOLDINGS LIMITED ν. DEEP ROOT INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4714/16, 26/4/2017

CONSALE HOLDINGS LIMITED ν. DEEP ROOT INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4714/16, 26/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4714/16 Μεταξύ: CONSALE HOLDINGS LIMITED Εναγόντων και

  1. DEEP ROOT INVESTMENTS LIMITED
  2. Alexander I. Avramenko Εναγομένων --------------------- Αίτηση Ημερομηνίας 2.3.17 Για Συνοπτική Απόφαση ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 26 Απριλίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Ο κ. Α. Τσιρίδης, για Κώστας Τσιρίδης & Σια ΔΕΠΕ (ΔΘ158). Για τους Εναγομένους/Καθ' ων η αίτηση: Οι κ.κ. Π. Κακογιάννη και Ν. Χρυσάνθου, για Χρυσάνθου & Χρυσάνθου ΔΕΠΕ (ΔΘ39). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες/αιτητές ως το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα αιτούνται την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως (η περικοπή, όπως και όλες οι υπόλοιπες στο ανά χείρας σκεπτικό, παρατίθεται αυτούσια άνευ επεμβάσεως στη σύνταξη και ορθογραφία): « Α. Το ποσό των 4,354,263.09 CHF (ελβετικά φράγκα) ως οφειλή συνεπεία της Συμφωνίας Δανείου και/ή αποζημιώσεις για παράβαση της Συμφωνίας Δανείου και/ή αθέμιτο πλουτισμό και/ή οικειοποίηση και/ή συνεπεία εγγύησης. Β. Το ποσό των 180,866.98 CHF ως δεδουλευμένοι τόκοι κατά την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας Δανείου. Γ. Τόκο 6% ετησίως επί του ποσού των 4,354,263.09 CHF από 01/04/
  4. Δ. Εναλλακτικά Νόμιμο τόκο .................................................». Η αίτηση, που εδράζεται στην Δ18Θ1(α) και 2 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, επικουρείται από ένορκη δήλωση της Διευθύντριας των εναγόντων/αιτητών Ναταλίας Αντωνίου. Εκεί, η ομνύουσα, εξηγεί τα γεγονότα που συνθέτουν την αξίωση, ευθυγραμμισμένα με την της Έκθεση Απαίτησης. Υποδεικνύει ότι στις 15.6.12, οι ενάγοντες/αιτητές συνήψαν συμφωνία με τους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση για την παροχή δανειοδότησης προς αυτούς ύψους CHF5.210.000 (Ελβετικά Φράγκα), ως το Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση («η συμφωνία δανείου»), με τον εναγόμενο 2/καθ' ου η αίτηση να υπογράφει ως εγγυητής για την πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας δανείου από τους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση. Οι ενάγοντες/αιτητές τήρησαν πλήρως τους όρους της συμφωνίας δανείου σε αντίθεση με τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση, με αποτέλεσμα να προκύψει (μετά τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου), το επίδικο υπόλοιπο. Είναι η εκδοχή των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση στην Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης - η οποία δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση (και επί αυτού θα επανέλθω) - πως ήταν αναγκαίο προτού καταχωριστεί η αγωγή, η επίδικη διαφορά να είχε παραπεμφθεί «. για επίλυση με διαπραγματεύσεις καθότι τούτο είναι θέμα διαδικασίας και όχι ουσίας» και ότι η εκδίκαση αυτής της προδικαστικής ένστασης (που δικογραφείται στην Υπεράσπιση), χρήζει απόφανσης πριν από οτιδήποτε άλλο. Εκτός τούτου, η υπό ανάλυσιν αίτηση, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, καταχωρίστηκε εκτός πλαισίου Δ30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, μια και οι ενάγοντες/αιτητές καταχώρισαν την παρούσα (λαμβάνοντας έτσι νέο μέτρο στην αγωγή), πριν από την καταχώριση της συναφούς Κλήσης για Οδηγίες, κάτι το δικονομικώς ανεπίτρεπτο. Καταλήγουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας (ως καταγράφουν στο σώμα της Ειδοποίησης για Πρόθεση Ένστασης) «. όλους και τον καθένα χωριστά τους ισχυρισμούς . στην Έκθεση Υπεράσπισης .», αποτυπώνοντας αντιστοίχως (ως λόγους ένστασης 6 και 7), ότι «.Οι Ενάγοντες οφείλουν να αποδείξουν την απαίτησή των ενώπιον του Δικαστηρίου έχοντας υπόψη και τις πληρωμές εις Δολλάρια Αμερικής εκ 1.894.873,56 το οποίο παραδέχονται οι Ενάγοντες στη παράγραφο 25 της Ένορκης Δήλωσης της Ναταλίας Αντωνίου οι οποίες μειώνουν κατά πολύ το ισχυριζόμενο ως οφειλόμενο υπόλοιπο. Οι Ενάγοντες ουδέποτε άλλως τε, παρουσίασαν εις τους Εναγομένους Κατάσταση Λογαριασμού που να αποδεικνύει το απαιτούμενο ποσό το οποίο είναι και παραμένει αυθαίρετο και μη αποδεκτό» και πως «. Συνεπώς η απαίτηση των Εναγόντων δεν μπορεί να επιλυθεί με την διαδικασία Συνοπτικής Απόφασης, αλλά όπως είναι και συμφωνημένο με «διαπραγματεύσεις»». Περαίνουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση, ότι το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί. Κατά τις αγορεύσεις, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων/αιτητών εισηγήθηκε πως συντρέχουν άπασα τα προαπαιτούμενα για έκδοση συνοπτικής απόφασης και ότι όλες οι θέσεις και αιτιάσεις των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση θα πρέπει να απορριφθούν ως κατά νόμο και ουσία αβάσιμες. Προέταξε, πως η ούτω καλουμένη προδικαστική ένσταση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, κάλλιστα μπορεί να αποφασιστεί τώρα - και να απορριφθεί ως μη στοιχειοθετηθείσα - αφού όλα τα επί τούτω γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου παραμένοντα αναντίρρητα από την αντίδικη πλευρά και ότι οι αναφορές των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση επί πραγματικών γεγονότων θα πρέπει να αγνοηθούν επειδή δεν απορρέουν από μαρτυρία, με την απόφαση των εναγόντων/αιτητών να καταχωρίσουν την αίτηση εκτός σταδίου οδηγιών να ταξινομείται ως διαδικαστικώς πρέπουσα βάσει των διατάξεων της Δ18 και της Δ30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση αντέτειναν (στις αγορεύσεις), πως δεν στοιχειοθετούνται τα αναγκαία για έκδοση συνοπτικής απόφασης γιατί οι ενάγοντες/αιτητές απέτυχαν να παρουσιάσουν το αίτημα κατά τρόπο συνάδοντα με τις αυστηρές προϋποθέσεις που θέτει η Δ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών - όπως και η Δ30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών - καλώντας συν τω χρόνω το Δικαστήριο να συνυπολογίσει ως αποτρεπτικό παράγοντα έγκρισης του αιτήματος το ότι οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση στις 31.1.17 καταχώρισαν Υπεράσπιση στην αξίωση εγείροντας (και εκεί) την ως άνω διατυπωθείσα προδικαστική ένσταση, η οποία έχει ως εξής: « Οι Ενάγοντες εγείρουν προδικαστική Ένσταση και ισχυρίζονται ότι η παρούσα Αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει υπό την παρούσα της μορφή για τους κάτωθι λόγους: Οι Ενάγοντες κατά παράβαση του Άρθρου 6

(1)της Συμφωνίας Δανείου προνοεί σαφώς και επιτακτικά ότι: α) Οποιαδήποτε διαφορά (dispute, difference) ή απαίτηση που εγείρεται από τη Συμφωνία θα επιλύεται από τους Συμβαλλομένους με διαπραγματεύσεις επί τη βάσει αμοιβαίως αποδεκτής βάσης και μόνο αν αποτύχουν θα παραπέμπεται η διαφορά στο Κυπριακό Δικαστήριο. β) Οι Ενάγοντες ουδεμία ενέργεια ή προσπάθεια έκαμαν για επίλυση της διαφοράς/απαίτησης με τους Συμβαλλομένους με διαπραγματεύσεις. γ) Οι Εναγόμενοι ήσαν και είναι πάντοτες έτοιμοι για τις συμφωνημένες διαπραγματεύσεις. δ) Οι Ενάγοντες ενώ επικαλούνται το δικαίωμά των για τερματισμό εν τούτοις μετά τον τερματισμό συνέχισαν και εισέπρατταν χρήματα από τους Εναγομένους εξουδετερώνοντας ή αχρηστεύοντας ή ακυρώνοντας κατ' αυτόν τον τρόπο τον τερματισμό. ε) Οι Ενάγοντες ενήργησαν με βάση εσφαλμένων πληροφοριών ή βεβαιώσεων αναφορικά με τις πληρωμές από τους Εναγομένους εξ' ού και εάν οι Ενάγοντες εφήρμοζαν την πρόνοια περί διαπραγματεύσεων πάνω σε αμοιβαίως αποδεκτή βάση οποιαδήποτε διαφορά θα επιλύετο χωρίς δικαστικά μέτρα. ζ) Η συμφωνηθείσα επιτακτική επίλυση της διαφοράς με διαπραγματεύσεις αποτελεί προϋπόθεση πριν την καταχώρηση της Αγωγής και μόνο μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων εγείρεται το δικαίωμα Αγωγής». Δεν προσφέρθηκε προφορική μαρτυρία ή αντεξετάστηκε οιοσδήποτε των ομνυόντων. Έλαβα υπόψη στην πλήρη έκταση τους, τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε, την αίτηση, την ένσταση και τη δικογραφία (υπό την αίρεση που θα αναπτυχθεί πιο κάτω). Ως ζήτημα δικαιϊκής λογικής και τάξης επιβάλλεται εν πρώτοις απόφανση επί του θέματος της καταχώρισης τής αίτησης εκτός των προβλέψεων της Δ30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ως υποβάλλουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση. Η θέση τους δεν με βρίσκει σύμφωνο. Εξηγώ. Καταρχάς, καμιά πρόβλεψη στην Δ30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών απαγορεύει την καταχώριση αίτησης για συνοπτική απόφαση πριν από την καταχώρηση Κλήσης για Οδηγίες (βλ. κατ' αναλογίαν, Blackstone's Civil Practice 2016: The Commentary, Oxford University Press, 2016, παρ. 34.2). Πέραν τούτου, αξίζει υπογράμμισης και το ότι η Δ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών δεν περιλαμβάνεται στις προβλέψεις εκείνες της Δ30Θ3(β) των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, που ορίζουν ποιες διατάξεις θα πρέπει να διαβάζονται υπό το πρίσμα της Δ30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η προοπτική καταφυγής διαδίκου στους μηχανισμούς της Δ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών - μολονότι θα μπορούσε να καταστεί αντικείμενο προς επίλυση στο στάδιο των Οδηγιών - δεν αμβλύνεται, πόσω δε μάλλον ακυρώνεται, από αυτές καθ' εαυτές τις διατάξεις της Δ30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών και τούτο διότι, ακριβώς, η χρησιμότητα του εξαιρετικού αυτού δικονομικού μέτρου κατά τις πρόνοιες της Δ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (εξακολουθεί) να αποσκοπεί (ανάμεσα σε άλλα), στην «. ταχύτητα, σε αντιδιαστολή με τους ρυθμούς με τους οποίους κινείται μια κανονική δίκη .» (βλ. κατ' αναλογίαν, Ironfx Global Limited v Χριστάκης Αλεξάνδρου και Υιοί Λίμιτεδ, ΠΕ 338/16, ημ. 23.3.17), χωρίς να απαιτείται συνακολούθως (ως άκαμπτος κανόνας), η υποβολή των διαδίκων στις ρυθμίσεις της Δ30 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, που και αυτές βεβαίως, με τη σειρά τους, στοχεύουν στην όσο το δυνατόν καλύτερη και αποτελεσματικότερη δικαστική διαχείριση των υποθέσεων (βλ. γενικώς, E. Zuckerman, On Civil Procedure: Principles of Practice, 3η Έκδ. 2013, Sweet & Maxwell, παρ. 9.49). Τίποτε το μεμπτό δεν υπάρχει στην υποβολή του υπό εκδίκασιν αιτήματος στο στάδιο που επιλέχθηκε να καταχωριστεί. Η περί ης ο λόγος ένσταση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση απορρίπτεται. Επιχειρηματολογήθηκε από τους ενάγοντες/αιτητές ότι η επιλογή των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση να μην συνοδεύσουν την ένσταση με ένορκη δήλωση αρμοδίου προσώπου αφήνει την ουσία των προβαλλόμενων θέσεων τους απογυμνωμένη αποδεκτού πραγματικού υποβάθρου. Συμφωνώ, εν μέρει, με τη γνώμη αυτή των εναγόντων/αιτητών. Διευκρινίζω. Οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση βάσει της Δ48Θ4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, είχαν την ευχέρεια να αποτυπώσουν ως λόγους ένστασης αμιγώς νομικά ζητήματα, ή άλλα αυστηρώς διαδικαστικά θέματα καθαπτόμενα είτε της ουσίας είτε του τύπου της ακολουθησομένης διαδικασίας με αναφορά στη Δ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (βλ. κατ' αναλογίαν, Bradley v Chamberlyn
(1893)1 QB 439, 442). Υπό αυτή την οπτική, κρίνω πως ουδέν μεμπτό παρατηρείται στο εγχείρημα των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση να προβάλουν ως εναντιωματικό υπόβαθρο στο αίτημα την οριζόμενη ως προδικαστική ένσταση, δίχως όμως - και αυτό σημαντικό - οιανδήποτε μνεία σε γεγονότα που δεν είναι παραδεκτά, ώστε να επιρρωθεί η υπό συζήτησιν προδικαστική ένσταση (η οποία στο βαθμό που αναφέρεται σε τέτοια γεγονότα χρήζει απόρριψης ως εξ αυτού του λόγου και μόνο). Εάν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση ήθελαν να στηριχθούν σε γεγονότα, θα έπρεπε - στην απουσία άλλων χειρισμών από μέρους τους - να τα προέτασσαν διά ένορκης δήλωσης, συμφώνως της Δ18Θ3 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Δεν το έπραξαν. Παρεμβάλλω, πως η Υπεράσπιση δεν μπορεί μέσω μιας απλής έκθεσης στο σώμα της Ειδοποίησης για Πρόθεση Ένστασης (διά του λόγου ένστασης 5), ότι οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση «. υιοθετούν και επαναλαμβάνουν όλους και τον καθένα χωριστά τους ισχυρισμούς των στην Έκθεση Υπεράσπισης των .», να μετατραπεί εδώ σε αποτιμήσιμο μαρτυρικό υλικό δεδομένου πως, ως ζήτημα αρχής (βλ. κατ' αναλογίαν, Καΐμης ν Euroinvestment & Finance Ltd (Αρ 1)
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1968), η ένορκη υιοθέτηση τού περιεχομένου δικογραφίας (τοσούτο δε μάλλον, προσθέτω, η απλή καταγραφή του στην ένσταση), δεν το καθιστά ως αποδεκτή μαρτυρία (βλ. επίσης, Μάκης Αδαμίδης & Συνεργάτες ν Κυθρεώτη & Συνεργάτες και Άλλων
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2106, Interpartemental Concern "Uralmetrom" v Besuno Ltd
(2004)1(A) ΑΑΔ 557, Νίνος Β Μιχαηλίδης Λτδ ν Δρουσιώτη και Άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 877). Κατ' ακολουθίαν - και διακριτή θεωρώ πως πρέπει να είναι η σοφία του πράγματος - δεν μπορεί η Υπεράσπιση να προσεγγιστεί υπό το συζητούμενο πλέγμα της Δ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, ως ένα δικόγραφο το οποίο, ως μέρος πλέον του δικαστηριακού φακέλου, θα πρέπει αδηρίτως να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο για σκοπούς κατάληξης στο παρόν αίτημα. Τέτοια λογική, ως συνάγεται και από τη συνδυαζόμενη ουσία της αφορούσας νομολογίας, θα προσέκρουε ευθέως στον θεμελιακό διαιτητικό ρόλο του Δικαστηρίου (βλ. κατ' αναλογίαν, Σαββίδη και Άλλου ν Α Σαζεΐδης & Υιος Λτδ, ΠΕ 180/13 ημ. 25.6.14, Σάββα ν Αντωνίου, ΠΕ 134/09, ημ. 16.4.14, Κυριάκου ν Αναστασίου
(2013)1(Α) ΑΑΔ 148, Καραβίας ν Σταύρου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 469, Zachariades & Pantelides Enterprises Ltd v Fiat Auto Spa
(2000)1(A) AAΔ 447, Her Brittanic Majesty's Secretary of State For Defence Διά του Defence Land Office, Episkopi v AP Lanitis Investments Ltd
(1999)1(Β) ΑΑΔ 995, El-Sayegh v Credit Suisse
(1996)1(B) AAΔ 836). Ευσταθεί επομένως η συναφής ένσταση των εναγόντων/αιτητών (στην έκταση που προλέχθηκε). Κάτι τελευταίο επί μιας διαδικαστικής πλην όμως ουσιώδους πτυχής που προβλήθηκε από τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση στην αγόρευση τους και η οποία αφορά στην τοποθέτηση των δικηγόρων τους, πως «. το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης μπορεί να είναι αρκετό για τους Εναγομένους να πάρουν Άδεια από το Δικαστήριο για να υπερασπισθούν». Μήτε και αυτή η άποψη με βρίσκει συμφωνούντα. Το ότι έχει ήδη καταχωρισθεί Υπεράσπιση δεν αποτελεί από μόνο του στοιχείο που απαρεγκλίτως αντιμάχεται τού αιτήματος για έκδοση απόφασης συνοπτικώς μηδέ και το εξανδραποδίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαηλίδης και Άλλης ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, ΠΕ 60/11, ημ. 12.7.16). Αν άλλη ήταν η θεώρηση (ήτοι αυτή που προτείνουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση), η καταχώριση Υπεράσπισης πριν από την καταχώριση αίτησης για συνοπτική απόφαση θα εξοβέλιζε ως εκ των ων ουκ άνευ την παρεχόμενη δυνατότητα καταργώντας, ανεπίτρεπτα ασφαλώς, την Δ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών (βλ. κατ' αναλογίαν, Brinks Ltd v Abu-Saleh and Others (No 1)
(1995)1 All ER 65, 68-69). Η αντίστοιχη ένσταση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση απορρίπτεται. Οι αρχές που περιβάλλουν το ζήτημα της έκδοσης συνοπτικής απόφασης είναι καλώς εμπεδωμένες στο δίκαιο μας και συνοψίζονται περιεκτικώς στην Νεάρχου και Άλλου ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) ΑΑΔ 818, 824-826, ως ακολούθως: « Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.
(1996)1 A.A.Δ. 1074, Subotic v. Στυλιανίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα
(1999)1 Α.Α.Δ. 817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment &Finance Ltd.,
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 A.A.Δ. 408). Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.6. (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138) όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση. Με το ίδιο θέμα δηλαδή το τι πρέπει να περιέχει μια ένορκη δήλωση για συνοπτική απόφαση, ιδιαίτερα εκεί που ο ενάγων είναι νομικό πρόσωπο, είναι και τα όσα αναφέρονται στη προαναφερθείσα υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ σελ. 790-794 (απόφαση πλειοψηφίας) όπου δίνονται και παραδείγματα (με αναφορά σε αγγλικές αποφάσεις) πότε μια ένορκη δήλωση κρίθηκε ικανοποιητική και πότε όχι. Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/καθού η αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιό μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, Κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/καθού η αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. επίσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος,
(1989)1 A.A.Δ. 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία
(1990)1 Α.Α.Δ., σελ. 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.)) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 Α.Α.Δ., σελ. 239). Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: « H εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones v. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72, Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18, Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198, Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C,P.D. 213, Ray v. Banker, 4 Ex.D.279)». « Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd v. Delap [1905] 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone [1894] A.C. 122, Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A. Jacobs n. Booth' s Distillery Co. [1901] 85 L.T. 262 H.L., Lindsay v. Martin, 5 T.L.R. 322)»». Είχα συνεχώς κατά νουν την ως άνω καθοδήγηση κατά την πραγμάτευση των εγειρόμενων ζητημάτων. Ως παραδεκτώς προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, το Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα καταχωρίσθηκε στις 11.10.16 και επιδόθηκε στους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση στις 13.12.16, με το σημείωμα εμφάνισης των δικηγόρων τους (κοινό με εκείνο του εναγομένου 2/καθ' ου η αίτηση προς τον οποίον δεν επιδόθηκε η αγωγή), να καταχωρίζεται στις 28.12.16. Συνεπώς, τηρούνται όλα τα τυπικά κριτήρια που τίθενται στην Δ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η θέση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση ότι οι ενάγοντες/αιτητές έπρεπε να είχαν ενεργοποιήσει τα περί παραπομπής της διαφοράς στη συμφωνία δανείου για επίλυση με διαπραγματεύσεις, μπορεί, πράγματι, ως πρότεινε ο κ. Τσιρίδης, να αποφασιστεί τώρα. Διασαφηνίζω. Το περιεχόμενο του όρου 6.1 της συμφωνίας δανείου (για διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων επί αμοιβαίως αποδεκτής βάσης μεταξύ των συμβληθέντων, οιασδήποτε διαφωνίας, διαφοράς ή απαίτησης πηγάζουσας από τους όρους της συμφωνίας δανείου) - λόγω και της γενικότητας του όρου 6.1 (και της ακριβούς έννοιας της προτεινόμενης διαδικασίας διαπραγμάτευσης), όπως και της έλλειψης εξειδίκευσης σαφούς προς τούτο μηχανισμού - δεν επηρεάζει το δικαίωμα οιουδήποτε των συμβαλλομένων (εδώ των εναγόντων/αιτητών) να καταφύγουν στο Δικαστήριο επί της διαφωνίας, διαφοράς ή απαίτησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Samsung C&T Corporation v Duro Felguera Australia Pty Ltd
(2016)WASC 193, Sulamérica CIA Nacional De Seguros SA and Others v Enesa Engenharia SA and Others
(2013)1 WLR 102, Wah and Another v Grant Thorton International Ltd and Others
(2012)EWHC 3198 Ch). Η προδικαστική ένσταση (ως ονομάζεται) των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση απορρίπτεται. Ουδεμία έτερη υπεράσπιση προωθήθηκε με την απαιτούμενη επάρκεια από τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση ούτως ώστε να οδηγήσει τα πράγματα αλλού (βλ. κατ' αναλογίαν, Καμένος και Άλλης v Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ΠΕ 102/11, ημ. 22.7.14, Latifundia Properties Ltd v Ψακή και Άλλων
(2003)1(Β) ΑΑΔ 670, 676, Αυγουστή και Άλλη v Πίριλλου
(1997)1(Α) ΑΑΔ 5, 11-13). Τα γεγονότα αποκαλύπτουν σαφές και αδιάσειστο αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων/αιτητών κατά ενός εκάστου των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση υπό συνθήκες που δεν είναι καθόλου ανεδαφικές (βλ. κατ' αναλογίαν, Pham v Legal Services Commissioner
(2017)VSCA 87). Πιο συγκεκριμένα. Οι ενάγοντες/αιτητές συνιστούν εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, οι δε εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, με τον εναγόμενο 2/καθ' ου η αίτηση να είναι φυσικό πρόσωπο που κατοικεί στην Γερμανία. Κατά τα περιλαμβανόμενα στη συμφωνία δανείου (ημερομηνίας 15.6.12), οι ενάγοντες/αιτητές χορήγησαν προς τους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση, χρηματικό δάνειο ύψους CHF5.210.000. Το δάνειο έπρεπε να αποπληρωθεί εντός τριών
(3)ετών από την ημερομηνία παραχώρησης του, με τον τόκο να συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων (και να ανέρχεται) σε 6% ετησίως και να είναι πληρωτέος την τελευταία εργάσιμη μέρα κάθε ημερολογιακού τριμήνου. Οι ενάγοντες/αιτητές είχαν δικαίωμα να τερματίσουν τη συμφωνία δανείου μονομερώς εάν οι εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση παρέλειπαν να αποπληρώσουν το δάνειο (ή και τους οφειλόμενους τόκους) εντός δέκα
(10)εργάσιμων ημερών από τη στιγμή που τούτο θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, σε περίπτωση δε πρόωρου τερματισμού (early termination) της συμφωνίας δανείου (για λόγους που προβλέπονται εκείθεν ή από το αναλόγως εφαρμοστέο δίκαιο), οι ενάγοντες/αιτητές υποχρεούνταν να αποστείλουν ειδοποίηση τερματισμού προς τους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση απαιτώντας πληρωμή του χρωστούμενου ποσού, μαζί με τους τόκους. Ο εναγόμενος 2/καθ' ου η αίτηση ως εγγυητής των υποχρεώσεων των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση εγγυήθηκε τη σωστή τήρηση από μέρους των τελευταίων όλων των υποχρεώσεων τους στη συμφωνία δανείου (ενεστώτων και μελλουσών), συμπεριλαμβανομένης και της πληρωμής του δανείου και των τόκων. Τα ποσά αυτά θα ήσαν πληρωτέα από τον εναγόμενο 2/καθ' ου η αίτηση σε χρόνο ουχί μεγαλύτερο των είκοσι
(20)εργάσιμων ημερών από την ημέρα που θα προέκυπταν, με τις υποχρεώσεις του να είναι συνεχόμενες και καλυπτικές μέχρι την αποπληρωμή της δανειοδότησης και της τοκοφορίας. Στις 19.6.12, οι ενάγοντες/αιτητές έδωσαν προς τους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση CHF5.168.145.48 (US$5.456.926.00), ως το Τεκμήριο 5, με το ποσό να υιοθετείται από τους συμβαλλομένους ως το συνολικό ποσό της δανειοδότησης. Οι εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση, παρότι προέβησαν σε πληρωμές (ύψους CHF1.894.873,56) προς τους ενάγοντες/αιτητές (ως η σχετική Κατάσταση Λογαριασμού, Τεκμήριο 6) - με μια μάλιστα από αυτές να καταβάλλεται στις 23.12.16 (μετά την επίδοση της αγωγής προς τους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση στις 13.12.16) - παραβίασαν αδικαιολογήτως τις συμβατικές τους υποχρεώσεις στη συμφωνία δανείου καθότι δεν αποπλήρωσαν το δάνειο εντός τριών
(3)ετών από την παραχώρηση του, ως έπρεπε, αφήνοντας τουτέστιν ως οφειλόμενο ποσό κεφαλαίου CHF4.354.263.09. Το ότι οι ενάγοντες/αιτητές αποδέχθηκαν την πληρωμή διαφόρων ποσών έναντι του επίμαχου δανείου δεν συγκροτεί ή ισοδυναμεί με παραίτηση των δικαιωμάτων τους για αξίωση του υπολοίπου μια που (οι πρώτοι) ενήργησαν με αυτό τον τρόπο έχοντας στόχο τον μετριασμό της ζημιάς τους ένεκα της αντισυμβατικής διαφοράς των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Ούτε και η συζητούμενη αυτή διαχείριση της κατάσταση από τους ενάγοντες/αιτητές μετέβαλε σε οποιοδήποτε επίπεδο τα καθοριζόμενα στη συμφωνία δανείου (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωαννίδης και Άλλων ν Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ΠΕ 1/10, ημ. 8.7.14). Την 31.3.16, οι εναγόμενοι 1/καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να καταβάλουν προς τους ενάγοντες/αιτητές τους δεδουλευμένους τόκους (CHF65.850.78). Στις 17.5.16, οι ενάγοντες/αιτητές απέστειλαν προς τους εναγομένους 1/καθ' ων η αίτηση επιστολή απαίτησης και τερματισμού της συμφωνίας δανείου, καλώντας τους να εξοφλήσουν το ποσό των CHF4.354.263.09 και τους τόκους ύψους CHF180.866.98 το αργότερον εντός είκοσι
(20)εργάσιμων ημερών από τη λήψη της επιστολής (βλ. Τεκμήριο 7). Η επιστολή αυτή παραδόθηκε δεόντως μέσω ιδιώτη επιδότη στις 8.6.16 στο εγγεγραμμένο γραφείο των εναγομένων 1/καθ' ων η αίτηση (Τεκμήριο 8) και το ίδιο έγινε σε σχέση με τον εναγόμενο 2/καθ' ου η αίτηση στις 28.6.16 (Τεκμήριο 9). Έκτοτε, ουδείς των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση εξόφλησε το νομίμως οφειλόμενο ποσό στους ενάγοντες/αιτητές. Οι ενάγοντες/αιτητές ικανοποίησαν τα σωρευτικά κριτήρια της Δ18 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, με τους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση να μην καταδεικνύουν τα αναμενόμενα κατά τις αρχές που περιστοιχίζουν αιτήματα αυτής της φύσης (βλ. κατ' αναλογίαν, J & M Loizides Agencies Ltd και Άλλων ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Β) ΑΑΔ 1280). Δεν υπάρχουν επίδικα θέματα μεταξύ των διαδίκων που θα πρέπει να εκδικαστούν στο πλαίσιο της δίκης και για τα οποία πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους εναγομένους/καθ' ων η αίτηση (ή σε οποιονδήποτε εξ αυτών) να τα προωθήσουν, με τους τελευταίους να μην έχουν οποιαδήποτε υπεράσπιση στην αγωγή (βλ. κατ' αναλογίαν, New Orchidea Fashion Ltd ν Εργοληπτικής Εταιρείας Βαρνάβας Χ" Κυπριανού Λτδ
(1998)1(Α) ΑΑΔ 202, 207). Η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων/αιτητών και εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως: (Α) Για ποσό CHF4.354.263.09, ή το ισόποσο σε Ευρώ, ως οφειλή βάσει της συμφωνίας δανείου, όπως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται. (Β) Για ποσό CHF180.866.98, ή το ισόποσο σε Ευρώ, ως δεδουλευμένοι τόκοι, ως ανωτέρω λεπτομερώς αναφέρεται. (Γ) Τόκο προς 6% ετησίως επί του ποσού των CHF4.354.263.09, ή επί του ισόποσου σε Ευρώ, από 1.4.16 μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα της αίτησης και της αγωγής, συν ο ΦΠΑ, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων/αιτητών και εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.