← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 173/10, 28/4/2017

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής: 173/10, 28/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 173/10 Μεταξύ: ΛΑΪΚΗ ΦΑΚΤΟΡΣ ΛΤΔ Εναγόντων και

  1. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
  2. LEADER PRICES (ΜΟΝΤΑΝΑ) CO LTD Εναγομένων Και ως έχει τροποποιηθεί δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 05/06/2015 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
  3. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ
  4. LEADER PRICES (ΜΟΝΤΑΝΑ) CO LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Καδή Ε. με κα Σαββίδου Ε. για Γιώργο Γιάγκου & Σια. Για Εναγόμενο 1: κ. Καρεκλάς. ------------------------------------------------------------------ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή οι ενάγοντες αξιούν εναντίον του εναγόμενου 1 €80.150,37, δυνάμει επιταγής η οποία δεν τιμήθηκε ή/και δυνάμει συμφωνίας ή/και σαν αντάλλαγμα το οποίο απέτυχε ή/και δυνάμει αναγνωρίσεως χρέους ή/και σαν αδικαιολόγητο πλουτισμό, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Πρέπει να λεχθεί επίσης ότι οι ενάγοντες, ανάλογη αξίωση είχαν και εναντίον της εναγόμενης 2, πλην όμως σε σχέση με την εναγόμενη 2 εκδόθηκε απόφαση στις 17/12/2015 ερήμην της, αφού είχε προηγουμένως παραλείψει να εμφανιστεί μετά την απόσυρση του συνηγόρου της, καίτοι είχε δεόντως ειδοποιηθεί. Τα δικόγραφα Με το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, ως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου ημερ. 5/6/2015, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές εγγεγραμμένη κατά νόμο και ασχολείτο μεταξύ άλλων με την αγορά και προεξόφληση χρεών, λογαριασμών, γραμματίων, χρεωστικών ομολόγων ή και οποιουδήποτε άλλου ποσού οικονομικής υποχρέωσης, με την ονομασία Λαϊκή Φάκτορς Λτδ. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός των εναγόντων ότι κατά ή περί την 7/5/2014 δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 235/2014, διατάχθηκε μεταξύ άλλων η παραχώρηση ή/και ανάθεση ή/και η εκχώρηση ή/και μεταβίβαση από τη Λαϊκή Φάκτορς Λτδ στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ, των όσων λεπτομερώς στην έκθεση απαίτησης αναφέρονται, κατά τρόπο που ενάγων στην παρούσα αγωγή καθίσταται η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Όπως περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται η εναγόμενη 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Όσον αφορά τον εναγόμενο 1 ισχυρίζονται ότι κατά το χρόνο που αναφέρεται πιο κάτω, έναντι νομίμου ανταλλάγματος στη Λευκωσία υπέγραψε και παρέδωσε προς την εναγομένη εταιρεία τις ακόλουθες επιταγές της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Περιοχών Σταυροβουνίου - Λευκάρων, συνολικού ποσού €80.150,37: Αρ. Επιταγής 03529303 03529325 03529329 03529330 03529331 03529342 03529343 Ημερομηνία 31/03/2008 25/03/2008 30/04/2008 30/05/2008 30/06/2008 24/03/2008 26/03/2008 Ποσό ΕΥΡΩ 9.572,12σεντ ΕΥΡΩ13.110,25σεντ ΕΥΡΩ 10 822,00σεντ ΕΥΡΩ10.822,00σεντ ΕΥΡΩ10.822,00σεντ ΕΥΡΩ 12.501,00σεντ ΕΥΡΩ
  5. 501,00σεντ Όπως οι ενάγοντες ισχυρίζονται οι ως άνω επιταγές οπισθογραφήθηκαν έναντι νομίμου ανταλλάγματος ή/και δυνάμει συμφωνίας, από την εναγόμενη 2 εταιρεία προς όφελος των εναγόντων, με την ονομασία Λαϊκή Φάκτορς Λτδ ως ήταν τότε, καθιστώντας έτσι τους ενάγοντες δικαιούχους ή/και νόμιμους κατόχους των επιταγών. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι οι ίδιοι με την ονομασία Λαϊκή Φάκτορς Λτδ, ως ήταν τότε, παρουσίασαν εντός ευλόγου χρόνου τις προαναφερόμενες επιταγές στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Περιοχών Σταυροβουνίου - Λευκάρων για πληρωμή, αλλά αυτές δεν τιμήθηκαν ή/και επιστράφηκαν απλήρωτες στους ενάγοντες. Περαιτέρω ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες με την ονομασία Λαϊκή Φάκτορς Λτδ, ως ήταν τότε, ειδοποίησαν τόσο οι ίδιοι όσο και δια των δικηγόρων τους (με επιστολή ημερ. 19/10/09), τους εναγομένους 1 και 2 για τη μη πληρωμή των επιταγών και τους κάλεσαν να καταβάλουν το οφειλόμενο από αυτούς ποσό, αλλά αυτοί αν και αναγνώρισαν την προς τους ενάγοντες οφειλή τους και υποσχέθηκαν πληρωμή, παρέλειψαν ή/και αμέλησαν να ανταποκριθούν μέχρι σήμερα. Ο εναγόμενος 1 με την υπεράσπιση του παραδέχεται τους ισχυρισμούς που σχετίζονται με την υπόσταση και τις εργασίες της ενάγουσας και της εναγόμενης 2, πλην όμως αρνείται ότι ο ίδιος υπέγραψε και παρέδωσε τις αναφερόμενες επιταγές στην εναγόμενη 2 έναντι νομίμου ανταλλάγματος και ισχυρίζεται κατηγορηματικά ότι ποτέ δεν έλαβε οιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα για τις επιταγές που εξέδωσε προς την εναγομένη 2 και ότι είναι με οδηγίες της ίδιας που σταμάτησε τις εν λόγω επιταγές, γιατί δεν μπορούσαν και/ή δεν ήταν σε θέση να του παραδώσουν τα εμπορεύματα τα οποία είχαν υποχρέωση να του παραδώσουν σύμφωνα με τη συμφωνία που είχαν συνάψει και για τα οποία εξέδωσε τις εν λόγω επιταγές. Περαιτέρω αρνείται ότι αναγνώρισε χρέος και/ή οφειλή προς τους ενάγοντες και/ή ότι υποσχέθηκε πληρωμή οποιασδήποτε οφειλής προς τους ενάγοντες, αλλά απεναντίας ισχυρίζεται ότι τους εφοδίασε με τη σχετική επιστολή ημερομηνίας 09/04/2008 που του απέστειλαν και/ή του έδωσε η εναγόμενη 2 και με την οποία τον πληροφορούσαν ότι δυστυχώς δεν ευρίσκονταν σε καλή οικονομική κατάσταση και δεν μπορούσαν να ανταποκριθούν στην εισαγωγή των εμπορευμάτων όπως είχαν συμφωνήσει και τα οποία ο εναγόμενος 1 είχε προπληρώσει και τον συμβούλευσαν να σταματήσει τις σχετικές επιταγές που τους είχε εκδώσει με μεταχρονολογημένες ημερομηνίες για να μην έχει καμιά απαίτηση από την εναγόμενη
  6. Οι ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση με την οποία αρνούνται όλους και κάθε ένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς του εναγομένου 1 οι οποίοι περιέχονται στην υπεράσπιση του και οι οποίοι είναι αντίθετοι και/ή συγκρούονται και/ή δεν αποτελούν παραδοχές των ισχυρισμών τους οι οποίοι περιέχονται στην Έκθεση Απαιτήσεως τους. Περαιτέρω οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έχουν καταβάλει τα ποσά των επιταγών προς την εναγόμενη 2 και ως κάτοχοι των επιταγών κατά τον προσήκοντα τρόπο εντός εύλογου χρόνου παρουσίασαν τις επιταγές για πληρωμή στην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Περιοχών Σταυροβουνίου - Λευκάρων για πληρωμή, πλην όμως αυτές δεν τιμήθηκαν. Οι ενάγοντες περαιτέρω ισχυρίζονται ότι ο εναγόμενος 1 ουδέποτε εφοδίασε τους ενάγοντες με την επιστολή ημερομηνίας 09/04/
  7. Η διαδικασία Εκ μέρους της ενάγουσας κατέθεσε ένας μάρτυρας και συγκεκριμένα ο κ. Κωνσταντίνος Αδαμίδης, ενώ για την υπεράσπιση κατέθεσε ο εναγόμενος
  8. Η μαρτυρία Ο Κωνσταντίνος Αδαμίδης καταθέτοντας ενόρκως υιοθέτησε τη γραπτή του δήλωση (Τεκμήριο Α) με την οποία στην ουσία επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των εναγόντων. Μεταξύ άλλων ανέφερε ότι ευρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων ως προϊστάμενος του Τμήματος των Προβληματικών Λογαριασμών και επεξήγησε με ευκρίνεια το λόγο για τον οποίο η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, νομιμοποιείται να είναι ενάγουσα στην παρούσα διαδικασία καταθέτοντας και το σχετικό διάταγμα το οποίο αναφέρεται και στην Έκθεση Απαίτησης (βλ. Τεκμήριο 1). Ο μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στην έγγραφη συμφωνία ημερ. 16/6/05 (βλ. Τεκμήριο 2) μεταξύ εναγόντων και εναγόμενης 2, με βάση την οποία οι ενάγοντες με την ονομασία Λαϊκή Φάκτορς ως ήταν τότε (που στην συνέχεια θα αναφέρονται ως «οι ενάγοντες») αγόρασαν και η εναγόμενη 2 εταιρεία πώλησε προς τους ενάγοντες, όλα τα εγγεγραμμένα στα βιβλία της χρέη των πελατών της προς αυτήν (τα οποία στη συμφωνία αναφέρονται ως «εισπρακτέα»), τα οποία οφείλονταν από τους πελάτες της εναγομένης 2 σε αυτήν κατά την ημερομηνία ενάρξεως της συμφωνίας, καθώς και χρέος το οποίο θα είχε δημιουργηθεί από τους πελάτες της εναγομένης 2 κατά την διάρκεια της συμφωνίας Τεκμήριο
  9. Επίσης έκανε αναφορά και σε συγκεκριμένους, ουσιώδεις κατά τον ίδιο, όρους της συμφωνίας. Επίσης αναφέρθηκε στον εναγόμενο 1 και εξήγησε πως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή ήταν πελάτης της εναγόμενης 2 και στα πλαίσια της συνεργασίας του με την εναγόμενη 2, ο εναγόμενος 1 έναντι νομίμου ανταλλάγματος υπέγραψε και παρέδωσε προς την εναγομένη 2 τις ακόλουθες επιταγές της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Περιοχών Σταυροβουνίου - Λευκάρων (βλ. Τεκμήρια 3

(1)-
(7)αντίστοιχα): (α) Επιταγή αρ. 03529303 ημερομηνίας 31/03/2008 για το ποσό των ΕΥΡΩ 9.572,12 σεντ. (β) Επιταγή αρ. 03529325 ημερομηνίας 25/03/2008 για το ποσό των ΕΥΡΩ13.110,25 σεντ. (γ) Επιταγή αρ. 03529329 ημερομηνίας 30/04/2008 για το ποσό των ΕΥΡΩ10.822,00 σεντ. (δ) Επιταγή αρ. 03529330 ημερομηνίας 30/05/2008 για το ποσό των ΕΥΡΩ10.822,00 σεντ (ε) Επιταγή αρ. 03529331 ημερομηνίας 30/06/2008 για το ποσό των ΕΥΡΩ10.822,00 σεντ (στ) Επιταγή αρ. 03529342 ημερομηνίας 24/03/2008 για το ποσό των ΕΥΡΩ12.501,00 σεντ (ζ) Επιταγή αρ. 03529343 ημερομηνίας 26/03/2008 για το ποσό των ΕΥΡΩ
  1. 501,00 σεντ. Ως περαιτέρω ανέφερε οι υπηρεσίες που παραχωρούνταν στην εναγομένη 2 από τους ενάγοντες με βάση τη συμφωνία Τεκμήριο 2, συνίσταντο στην αγορά από τους ενάγοντες των οφειλόμενων προς την εναγόμενη 2 χρεών, δηλαδή την προεξόφληση από τους ενάγοντες στην εναγομένη 2 των εισπρακτέων που εξέδιδε η εναγομένη 2 σε πελάτες της, για πωλήσεις εμπορευμάτων ή υπηρεσιών με τέτοιους όρους όπως προβλέπονταν στη συμφωνία ημερομηνίας 16/06/2005 (Τεκμήριο 2) καθώς και την προεξόφληση επιταγών των πελατών της εναγόμενης
  2. Στα πλαίσια αυτά ήταν η θέση του ότι οι προαναφερόμενες επιταγές οπισθογραφήθηκαν έναντι νομίμου ανταλλάγματος, από την εναγόμενη 2 προς όφελος των εναγόντων και πιστώθηκε το συμφωνηθέν ποσοστό προεξόφλησης στο λογαριασμό της εναγόμενης 2, καθιστώντας έτσι τους ενάγοντες δικαιούχους και νόμιμους κατόχους σε κανονική πορεία των επιταγών. Σχετικά κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 κατάσταση του λογαριασμού της εναγόμενης 2 με τους ενάγοντες, ημερομηνίας 08/04/2016 με αριθμό 225-28-
  3. Όπως περαιτέρω υποστήριξε οι ενάγοντες παρουσίασαν εντός ευλόγου χρόνου τις προαναφερόμενες επιταγές στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Περιοχών Σταυροβουνίου - Λευκάρων για πληρωμή, αλλά αυτές δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες στους ενάγοντες. Συγκεκριμένα: (α) η επιταγή υπ' αρ. 03529303 Τεκμήριο 3
(1), αφού παρουσιάστηκε την τράπεζα των Εναγόντων, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και επιστράφηκε με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. (β) η επιταγή υπ' αρ. 03529329 (Τεκμήριο 3
(3)) αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα των Εναγόντων κατά την 14/04/2008, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και επιστράφηκε με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. (γ) η επιταγή υπ' αρ. 03529325 (Τεκμήριο 3
(2)) αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα των Εναγόντων, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και λόγο ανάκλησης της επιταγής και επιστράφηκε με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και «ΟΔΗΓΙΕΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΓΗ» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. (δ) η επιταγή υπ' αρ. 03529330 (Τεκμήριο 3
(4)) αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα των Εναγόντων, δεν εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης της επιταγής και επιστράφηκε με την ένδειξη «ΟΔΗΓΙΕΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΓΗ» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. (ε) η επιταγή υπ' αρ. 03529331 (Τεκμήριο 3
(5)) αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα των Εναγόντων, δεν εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης της επιταγής και επιστράφηκε με την ένδειξη «ΟΔΗΓΙΕΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΓΗ» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. (στ) η επιταγή υπ' αρ. 03529342 (Τεκμήριο 3
(6)) αφού παρουσιάστηκε στην τράπεζα των Εναγόντων, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και λόγο ανάκλησης της επιταγής και επιστράφηκε με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και «ΟΔΗΓΙΕΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΓΗ» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. (ζ) η επιταγή υπ' αρ. 03529343 αφού (Τεκμήριο 3
(7)) παρουσιάστηκε στην τράπεζα των Εναγόντων, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη και λόγο ανάκλησης της επιταγής και επιστράφηκε με την ένδειξη «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και «ΟΔΗΓΙΕΣ ΝΑ ΜΗΝ ΠΛΗΡΩΣΟΥΜΕ ΤΗΝ ΕΠΙΤΑΓΗ» και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την εν λόγω παρουσίαση και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη. Όπως επίσης ανέφερε ο μάρτυρας δεδομένης της μη πληρωμής των προαναφερόμενων επιταγών, οι ενάγοντες ειδοποίησαν τόσο οι ίδιοι όσο και με επιστολή των δικηγόρων τους ημερομηνίας 19/10/2009 (βλ. Τεκμήριο 5) κατ' επανάληψη τους εναγόμενους 1 και 2 για τη μη πληρωμή των επιταγών και τους κάλεσαν να καταβάλουν τα οφειλόμενα από αυτούς ποσά, αλλά αυτοί, παρέλειψαν να ανταποκριθούν στην πληρωμή των οφειλόμενων ποσών. Περαιτέρω ο μάρτυρας ανέφερε, στη βάση συμβουλής που έλαβε από τους δικηγόρους των εναγόντων, ότι κάθε κάτοχος συναλλαγματικής (όπως οι ενάγοντες) θεωρείται ότι είναι κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο με βάση τις πρόνοιες της ισχύουσας νομοθεσίας και ως εκ τούτου οι ενάγοντες ως κάτοχοι των αναφερόμενων επιταγών, απέκτησαν άμεσο δικαίωμα προσφυγής εναντίον του εκδότη και των οπισθογράφων αυτής, τις οποίες κατέχουν έναντι νόμιμου ανταλλάγματος προς την εναγόμενη 2 και νομιμοποιούνται στην είσπραξη των ποσών των επίδικων επιταγών τα οποία μέχρι σήμερα δεν τους έχουν καταβληθεί και συνεχίζουν να τους οφείλονται από τους εναγόμενους 1 και
  1. Περαιτέρω ανέφερε ότι οι ενάγοντες δεν έλαβαν οποιαδήποτε ειδοποίηση γραπτή ή άλλη πριν την προεξόφληση επιταγών για την μη τίμηση τους και αρνήθηκε κατηγορηματικά τον σχετικό ισχυρισμό στην υπεράσπιση του εναγόμενου 1, υποστηρίζοντας ότι αποτελεί ψευδή ισχυρισμό. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι εναντίον της εναγόμενης 2 εκδόθηκε απόφαση πλην όμως δεν κατέστη δυνατό να εισπραχθεί οποιοδήποτε ποσό, εφόσον αδυνατεί να πληρώσει. Ερωτηθείς αν γνωρίζει ότι ο εναγόμενος 1 ακύρωσε τη συμφωνία που είχε με την εναγόμενη 2 και σε σχέση με την οποία εξέδωσε τις επίδικες επιταγές, ανέφερε ότι δεν το γνωρίζει, αλλά ανέφερε ότι γνωρίζει για την επιστολή ημερ. 9/4/08, τονίζοντας όμως ότι αυτή την επιστολή δεν την είχαν λάβει τότε αλλά περιήλθε εις γνώση τους στα πλαίσια εκδίκασης ενδιάμεσης αίτησης στα πλαίσια της παρούσας αγωγής και εν πάση περιπτώσει μετά που προεξόφλησαν τις επίδικες επιταγές. Όπως περαιτέρω εξήγησε η συμφωνία τους με την εναγόμενη 2 διαλάμβανε να λάβουν επιταγές της εναγόμενης 2 και να τις προεξοφλήσουν και υποστήριξε πως κατά το χρόνο που οι ενάγοντες παρέλαβαν τις επίδικες επιταγές από την εναγόμενη 2 δεν είχαν πληροφορηθεί για οποιοδήποτε πρόβλημα ή διαφορά είχε ο εναγόμενος 1 με την εναγόμενη 2 και οι ίδιοι τις παρέλαβαν και έδωσαν αντάλλαγμα με την προεξόφληση τους. Σε υποβολή ότι η επιστολή ημερ. 9/4/08 μόλις παραλήφθηκε από τον εναγόμενο 1 είχε παραδοθεί στα γραφεία των εναγόντων από τον ίδιο τον εναγόμενο 1, παρέπεμψε στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 12/5/2010 στην παρούσα αγωγή και συγκεκριμένα στη σελίδα 5, για να εισηγηθεί ότι αυτό που ο εναγόμενος ισχυρίστηκε στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας ήταν ότι είχε παραδώσει την εν λόγω επιστολή στον υποδιευθυντή καταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας με το οποίο ο ίδιος συνεργάζετο, ο οποίος (υποδιευθυντής) ανέλαβε να την αποστείλει στους ενάγοντες. Σε υποβολή ότι σύμφωνα με τα ανωτέρω η επιστολή διαβιβάστηκε στους ενάγοντες, απάντησε ότι αυτό είναι μια υπόθεση. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό ανέφερε επίσης ότι ακόμα και αν δόθηκε αυτή η επιστολή στις 9/4/2008, θέση μη αποδεκτή από τους ενάγοντες, οι τελευταίοι είχαν ήδη προεξοφλήσει τις επίδικες επιταγές, αφού με αναφορά στα αναγραφόμενα στο πίσω μέρος των επιταγών, υποστήριξε ότι αυτές παραδόθηκαν και προεξοφλήθηκαν στις 6/3/
  2. Σε υποβολή ότι η προεξόφληση την οποία ανέλαβαν με μεγάλο ρίσκο δεν δεσμεύει τον εναγόμενο 1, διαφώνησε και ανέφερε ότι ως εκ της πείρας του πιστεύει ότι για τις επιταγές αυτές νόμιμος κάτοχος είναι οι ενάγοντες, οι οποίοι έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν την πληρωμή τους από όλα τα εμπλεκόμενα μέρη. Σε υποβολή ότι ο εναγόμενος 1 δεν τους εκχώρησε κανένα δικαίωμα στις 6/3/08 διότι από τη στιγμή που εξέδωσε τις επιταγές και τοποθέτησε την ημερομηνία εξαργύρωσης επί αυτών, καμία τράπεζα δεν μπορούσε να εξαργυρώσει τις επιταγές αυτές πριν τη θέληση του εκδότη, απάντησε αναφέροντας πως εάν ο εναγόμενος 1 ήθελε να διασφαλίσει ότι οι επιταγές θα μπορούσαν να γίνουν κατάθεση μόνο στο λογαριασμό της εναγόμενης 2 θα έπρεπε να «κάμει τις επιταγές αυτές cross»[1] και από τη στιγμή που κάτι τέτοιο δεν έγινε, δεν υπήρχε περιορισμός ως προς το ποιος θα μπορούσε να είναι νόμιμος κάτοχος των εν λόγω επιταγών και τόνισε πως οι ενάγοντες δεν φέρουν ευθύνη για τις μεταξύ των εναγομένων διαφορές. Επίσης του τέθηκε η θέση ότι γνώριζαν ότι η εναγόμενη 2 είχε οικονομικά προβλήματα και όφειλαν να σταματήσουν τη συνεργασία τους και όχι να της δίδουν περαιτέρω χρήματα προεξοφλώντας επιταγές με σκοπό οι ίδιοι να εξασφαλίζουν υπέρογκα κέρδη, όπου ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά τον χρόνο που παραδόθηκαν στους ενάγοντες οι επίδικες επιταγές και προεξοφλήθηκαν δεν είχαν ακόμη τέτοιες ενδείξεις, αφού από την κατάσταση λογαριασμού φαινόταν να υπάρχει κανονική ροή προεξόφλησης, επομένως απέρριψε την εισήγηση ότι υπήρχαν προβλήματα και τα αγνοούσαν. Επίσης απέρριψε την εισήγηση ότι η μόνη τους έγνοια ήταν να αποκομίζουν κέρδη αναφέροντας ότι εναγόμενος 1 και η εταιρεία του διατηρούσαν με τη Λαϊκή Τράπεζα λογαριασμούς εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ και γι' αυτό θεωρήθηκε από τους ενάγοντες αξιόπιστος χρεώστης της εναγόμενης
  3. Επίσης υποστήριξε ότι απ' αυτό φαίνεται ότι δεν παραλάμβαναν επιταγές απλά για να κάνουν κέρδη, αφού για τους χρεώστες των πελατών τους έκαναν μελέτες και δέχονταν επιταγές μόνο από συγκεκριμένους χρεώστες για προεξόφληση, για τις υπόλοιπες δε επιταγές ανέφερε ότι ναι μεν ήταν ιδιοκτησία των εναγόντων πλην όμως δεν τις προεξοφλούσαν. Επίσης του υποβλήθηκε ότι όλες «οι καταστάσεις» από την πρώτη στιγμή ήταν εις γνώση του συναδέλφου του Τάσου που εργαζόταν στο κατάστημα των εναγόντων στη Λεμεσό, υποβολή με την οποία ο μάρτυρας διαφώνησε. Ο εναγόμενος 1 επίσης κατέθεσε τη γραπτή δήλωση (βλ. Τεκμήριο 7) με την οποία ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ασχολείται με την εμπορία, προμήθεια και πώληση ποτών ήτοι χυμών, αναψυκτικών, εμφιαλωμένου νερού και άλλων προϊόντων καθώς και με άλλες συναφείς εργασίες. Περαιτέρω ανέφερε ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία, είναι εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν στο παρελθόν. Η εν λόγω εταιρεία ασχολείτο, ως ανέφερε, μεταξύ άλλων με την εισαγωγή προϊόντων από χώρες του εξωτερικού στην Κυπριακή Δημοκρατία. Όπως υποστήριξε ο ίδιος αγόραζε από την εναγόμενη 2 διάφορα προϊόντα τα οποία ακολούθως έκανε διανομή και πωλούσε σε πελάτες. Όπως ο εναγόμενος ανέφερε στις αρχές του έτους 2008 έκανε προφορική συμφωνία με την εναγόμενη 2, βάσει της οποίας η εναγόμενη 2 θα του πωλούσε προϊόντα τα οποία θα εισήγαγε στην Κυπριακή Δημοκρατία από το εξωτερικό και τα οποία ο ίδιος θα προπλήρωνε με μεταχρονολογημένες επιταγές συνολικού ποσού €80.150,
  4. Όπως εξήγησε είναι για να τιμήσει τη συμφωνία που είχε με την εναγόμενη 2, που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές της Σ.Π.Ε. Σταυροβουνίου - Λευκάρων. Όμως ως ανέφερε, στις 09/04/2008 έλαβε επιστολή από την εναγόμενη 2 με την οποία τον πληροφορούσε ότι αδυνατούσε να τιμήσει την μεταξύ τους συμφωνία, καθ' ότι η οικονομική της κατάσταση δεν της επέτρεπε να προβεί στην εισαγωγή των προϊόντων που θα του πωλούσε. Περαιτέρω, με την εν λόγω επιστολή η εναγόμενη 2 τον παρότρυνε να δώσει εντολή να μην εξαργυρωθούν οι επιταγές με τις οποίες την είχε προπληρώσει για τα προϊόντα που θα του παρέδιδε. Όπως ανέφερε εξ όσων γνωρίζει, παρόμοιες επιστολές στάληκαν και σε άλλους πελάτες της εναγόμενης 2 που αντιμετώπιζαν παρόμοιες περιστάσεις με τον ίδιο, δηλαδή, σε πελάτες που είχαν καταβάλει αντίτιμο στη εναγόμενη 2 για την αγορά προϊόντων τα οποία η εναγόμενη 2 αδυνατούσε να εισαγάγει στην Κυπριακή Δημοκρατία από το εξωτερικό. Όπως ανέφερε εφόσον αντιλήφθηκε ότι η εναγόμενη 2 θα αθετούσε την μεταξύ τους συμφωνία και δεν θα λάμβανε οποιοδήποτε νόμιμο αντάλλαγμα για το ποσό των €80.150,37, έδωσε οδηγίες στην εκδότρια τράπεζα να μην πληρωθούν οι επιταγές. Όπως υποστήριξε εάν δεν έδινε τις οδηγίες και οι εν λόγω επιταγές εξαργυρώνονταν από την εναγόμενη 2 ή οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, θα πάθαινε ανυπολόγιστη ζημιά καθ΄ ότι δεν θα είχε ρευστότητα με την οποία να παραγγείλει προϊόντα από κάποιο άλλο πωλητή. Συνεπώς, δεν θα είχε προϊόντα για να πουλήσει στους πελάτες του. Όπως δε υποστήριξε τυχόν αδυναμία του να παραδώσει προϊόντα σε πελάτες του, θα είχε ως αποτέλεσμα να χάσει την αξιοπιστία του ως προμηθευτής, και οι επηρεαζόμενοι πελάτες θα έβρισκαν άλλο προμηθευτή. Όπως επίσης υποστήριξε περί τα τέλη Οκτωβρίου 2009, έλαβε επιστολή ημερομηνίας 19/10/2009 από τους δικηγόρους των εναγόντων που απευθυνόταν στον ίδιο και στην εναγόμενη
  5. Στην εν λόγω επιστολή, οι δικηγόροι των εναγόντων ισχυρίζονταν ότι η ανάκληση της πληρωμής των επιταγών ήταν παράνομη και αντισυμβατική και τους καλούσαν με την εναγόμενη 2 να προβούν σε εξόφληση του ποσού των €80.150,37 εντός 7 ημερών. Όπως ανέφερε ξαφνιάστηκε όταν έλαβε την εν λόγω επιστολή από τους δικηγόρους των εναγόντων, καθ' ότι δεν μπορούσε να φανταστεί τι σχέση είχαν οι ενάγοντες με την τερματισθείσα συμφωνία που είχε με την εναγόμενη
  6. Πέραν τούτου, ο ίδιος δεν είχε, όπως ανέφερε, ποτέ κάνει οποιαδήποτε συμφωνία με τους ενάγοντες. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε πως περιήλθε στην κατοχή του η επιστολή ημερ. 9/4/08, αντεξετάστηκε ως προς τι την έκανε αφότου την πήρε, καθώς επίσης αντεξετάστηκε και ως προς το λόγο για τον οποίο δεν πληρώθηκαν οι επιταγές. Περαιτέρω αναφορά στη μαρτυρία του κατά την αντεξέταση, θα γίνει κατωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του, προς αποφυγή επαναλήψεων. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεταν ενώπιον μου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Στην αξιολόγηση προβαίνω έχοντας υπόψιν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, σε σχέση με τον ορθό τρόπο προσέγγισης της μαρτυρίας και δη ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σημειώνω επίσης πως κατά την αξιολόγηση έλαβα υπόψιν σειρά από παράγοντες οι οποίοι δεν είναι δυνατόν να παρατεθούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η αμεσότητα και η συνοχή των απαντήσεων των μαρτύρων, η ύπαρξη αντιφάσεων ή υπερβολών σε αυτές, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος των μαρτύρων στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να γνωρίζουν τα γεγονότα, η ειλικρίνεια τους, η μνήμη τους και εν γένει η συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (βλ. Ζερβού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους,
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Επίσης κατά νου είχα και την πολλάκις νομολογημένη αρχή πως ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα, (Χ. Χρίστου ν. Ευγενίας Khoreva
(2002)1Α Α.Α.Δ 454, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207, και Kadis v. Nicolaou and another
(1988)1 CLR 212 [2]) νοουμένου βέβαια ότι αυτή η επιλογή εξηγείται (Χ. Τσιντίδης Λτδ ν. Α. Χαριδήμου, Πολ. Έφεση 224/07 ημερ. 18.10.2012). Σημειώνω επίσης ότι λαμβάνω υπόψιν και την αρχή ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν εξετάζεται μικροσκοπικά, αλλά όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, εξετάζεται συνολικά υπό το φως όλης της δοθείσας μαρτυρίας. Αντιφάσεις στη μαρτυρία, για να οδηγούν σε απόρριψη της, θα πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να είναι τέτοιας φύσης και περιεχομένου που να μολύνουν τη μαρτυρία στο βαθμό που να καθίσταται επικίνδυνη ή άδικη η αποδοχή της από το Δικαστήριο. Aντιφάσεις σε λεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια μαρτυρία η οποία, είναι γενικά πειστική. Τέλος κατά την αξιολόγηση, σημειώνω ότι έλαβα υπόψιν και τις εισηγήσεις των δύο πλευρών στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων. Ο μάρτυρας των εναγόντων, Κωνσταντίνος Αδαμίδης, πρέπει να πω ότι μου έκανε πολύ καλή εντύπωση, χωρίς να έχω παραγνωρίσει τη σχέση του με τους ενάγοντες και την πιθανότητα ο ίδιος να επιθυμούσε να βοηθήσει με τη μαρτυρία του την υπόθεση τους. Κάτι τέτοιο όμως δεν παρατήρησα σε καμία περίπτωση να συμβαίνει αφού οι θέσεις του είχαν συνοχή, ήταν σταθερές και κυρίως συνήδαν με τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου τεκμήρια. Η ειλικρίνεια του μάρτυρα διαφάνηκε και από το γεγονός ότι δεν δίστασε να παραδεχθεί ότι ο εναγόμενος 1 δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τους ενάγοντες, ούτε τους είχε εκχωρήσει οποιαδήποτε δικαιώματα, ενώ περαιτέρω δέχθηκε πως η εναγόμενη 2, θα έπρεπε να τους είχε ενημερώσει εάν υπήρχαν προβλήματα στις συναλλαγές με τον εκδότη των επιταγών, επιμένοντας όμως σθεναρά ότι ουδέποτε οι ίδιοι έλαβαν οποιαδήποτε τέτοια ενημέρωση όταν περιήλθαν στην κατοχή τους οι επιταγές και προεξοφλήθηκαν. Πέραν τούτου πρέπει να τονισθεί ότι ένα μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε η υπόσταση των εναγόντων, το δικαίωμα της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ να προωθεί την παρούσα αγωγή ως ενάγουσα, ότι υπήρχε η σχετική συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 2) μεταξύ εναγόντων και εναγόμενης 2, ότι ο εναγόμενος 1 εξέδωσε και παρέδωσε τις επιταγές στην εναγόμενη 2, ότι οι επιταγές δεν ήταν διγραμμισμένες καθ' οιονδήποτε τρόπο. Επίσης δεν αμφισβητήθηκε ούτε η θέση του ότι οι επίδικες επιταγές οπισθογραφήθηκαν από την εναγόμενη 2 προς τους ενάγοντες, ότι προεξοφλήθηκαν από τους ενάγοντες προς την εναγόμενη 2, και ότι εν τέλει παρουσιάστηκαν από τους ενάγοντες προς πληρωμή και δεν πληρώθηκαν για τους λόγους που με λεπτομέρεια ανέφερε στη δήλωση του και ότι έκτοτε παραμένουν απλήρωτες. Το τι αμφισβητήθηκε ήταν στην ουσία εάν οι ενάγοντες είχαν λάβει γνώση της αθέτησης της συμφωνίας μεταξύ εναγόμενης 2 και εναγόμενου 1 κατά το χρόνο που παρέλαβαν ή και προέβησαν στην προεξόφληση των επιταγών, όπου ο μάρτυρας ήταν σαφής και σταθερότατος στη θέση του την οποία επανέλαβε πολλές φορές ενώπιον μου ότι οι ίδιοι ουδέποτε έλαβαν γνώση περί τούτου, η δε επιστολή ημερ. 9/4/2008 περιήλθε εις γνώση τους στα πλαίσια εκδίκασης της ενδιάμεσης αίτησης ημερ. 13/1/2010 στην παρούσα αγωγή. Η θέση του επί του προκειμένου γίνεται αποδεκτή εφόσον κατ' αρχάς οι θέσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέταση του δεν υποστηρίχθηκαν στη συνέχεια με μαρτυρία και παρέμειναν στην ουσία μετέωρες. Για παράδειγμα η θέση ότι ο εναγόμενος μόλις πήρε την εν λόγω επιστολή αμέσως την παρέδωσε στα γραφεία των εναγόντων στη Λευκωσία, σε καμία περίπτωση υποστηρίχθηκε με τη μαρτυρία του εναγόμενου 1, αφού ο ίδιος ο εναγόμενος 1 ερωτηθείς τί έκανε όταν έλαβε την επιστολή ημερ. 9/4/2008 ανέφερε ότι την πήρε στον υποδιευθυντή κύριο Μπάμπη στη Λαϊκή Τράπεζα (και όχι στους ενάγοντες) και ο οποίος του είπε να μην ανησυχεί και ο ίδιος θα την διαβίβαζε. Πέραν τούτου η θέση που προωθήθηκε από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση του μάρτυρα των εναγόντων, ότι δηλαδή είχαν ενημερωθεί για την επιστολή ημερ. 9/4/2008, πριν παραλάβουν και προεξοφλήσουν τις επιταγές καταρρίπτεται από τις θέσεις που ο ίδιος ο εναγόμενος 1 προώθησε ενόρκως στα πλαίσια της διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναφορά στην οποία έγινε ανωτέρω, όπου ο εναγόμενος είχε αναφέρει ότι παρέδωσε την εν λόγω επιστολή στον υποδιευθυντή καταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας με το οποίο συνεργάζεται ο οποίος ανέλαβε να την αποστείλει στους ενάγοντες, ενόψει της απαίτησης των εναγόντων για πληρωμή των εν λόγω επιταγών (βλ. σελ. 5 της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 12/5/2010). Φαίνεται λοιπόν από τα ανωτέρω ότι η θέση του εναγόμενου 1 ήταν ότι ακόμα στη Λαϊκή Τράπεζα που ισχυρίστηκε ότι πήρε την εν λόγω επιστολή, το έπραξε μετά που κατατέθηκαν και επεστράφησαν απλήρωτες οι επιταγές και οι ενάγοντες απαίτησαν την πληρωμή τους από τους εναγόμενους. Εξ άλλου και στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας ο ίδιος ο εναγόμενος αναφερόμενος στην επιστολή ημερ. 19/10/2009 που του απέστειλαν οι ενάγοντες ανέφερε ότι ξαφνιάστηκε όταν έλαβε την εν λόγω επιστολή από τους δικηγόρους των εναγόντων, καθ' ότι δεν μπορούσε να φανταστεί τι σχέση είχαν με την τερματισθείσα συμφωνία που είχε με την εναγόμενη 2, θέση από την οποία ξεκάθαρα προκύπτει ότι μέχρι το 2009 ο εναγόμενος 1 δεν γνώριζε τη σχέση των εναγόντων με την εναγόμενη 2 και επομένως δεν θα μπορούσε να τους είχε ειδοποιήσει αναφορικά με την επιστολή ημερ. 9/4/2008 το
  1. Επίσης αμφισβητήθηκε η ύπαρξη ανταλλάγματος για τις επίδικες επιταγές από τον εναγόμενο 1 λόγω του ότι τα προϊόντα που συμφώνησε να παραλάβει δεν τα παρέλαβε ποτέ. Η θέση αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνη αφού κατά το χρόνο που εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές από τον εναγόμενο 1, είχε συμφωνηθεί νόμιμο αντάλλαγμα ήτοι προϊόντα, το εάν τώρα οι μετέπειτα διαφορές του εναγόμενου 1 με την εναγόμενη 2 ή και η ανάκληση κάποιων εκ των επιταγών η οποία ακολούθησε μπορούν να έχουν οποιαδήποτε επίπτωση στην αξίωση των εναγόντων είναι ζήτημα νομικό, το οποίο θα εξετασθεί πιο κάτω στα πλαίσια ανάλυσης της νομικής πτυχής της υπόθεσης. Ως προς τη θέση που επιχειρήθηκε να προωθηθεί ότι δηλαδή οι ενάγοντες δεν έδωσαν αντάλλαγμα διότι προεξοφλώντας δεν έδιδαν το πλήρες ποσό αλλά κατακρατούσαν ένα ποσοστό, σημειώνω ότι η θέση αυτή πέραν του ότι δεν δικογραφείται, ως θα διαφανεί και πιο κάτω νομικά δεν ευσταθεί. Ως προς τη θέση που του τέθηκε ότι δηλαδή οι ίδιοι γνώριζαν ότι η εναγόμενη 2 είχε οικονομικά προβλήματα και παρά ταύτα συνέχιζαν να προεξοφλούν επιταγές της εναγόμενης 2 με σκοπό να εξασφαλίζουν υπέρογκα κέρδη, πέραν του ότι δεν δικογραφείται, αντικρούστηκε από τον μάρτυρα των εναγόντων ο οποίος με αναφορά στην κατάσταση λογαριασμού ανέφερε ότι κατά το χρόνο που παρέλαβαν τις επίδικες επιταγές, τον οποίο προσδιόρισε ως το Μάρτιο του 2008, δεν είχαν καμία ένδειξη ότι υπήρχε πρόβλημα, αφού ο πελάτης τους μέχρι τότε, τούς παρέδιδε επιταγές και τις προεξοφλούσαν. Επίσης τόνισε ότι δεν προεξοφλούσαν επιταγές από όλους τους χρεώστες της εναγόμενης 2, αλλά επιλεκτικά και αφού προέβαιναν σε έρευνα. Σε σχέση δε με τον εναγόμενο 1 ανέφερε ότι δέχθηκαν να προεξοφλήσουν τις επιταγές του προς την εναγόμενη 2 διότι γνώριζαν ότι αυτός καθώς και συνδεδεμένη με αυτόν εταιρεία διατηρούσαν με τη Λαϊκή Τράπεζα λογαριασμούς εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, εξ ου και οι ενάγοντες θεώρησαν ότι οι δικές του επιταγές προς την εναγόμενη 2 θα μπορούσαν να προεξοφληθούν. Ερχόμενη τώρα στον εναγόμενο 1, πρέπει να πω ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του επί καίριων ζητημάτων ήταν παντελώς ασαφής, αντιφατική και σε διάφορα σημεία δεν συνήδε με τα έγγραφα που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ενώ επίσης δεν συνήδε ούτε και με τις θέσεις που τέθηκαν στο μάρτυρα των εναγόντων. Ιδιαίτερα ασαφής και αντιφατική ήταν η μαρτυρία του ως προς το πώς περιήλθε στην κατοχή του η επιστολή ημερ. 9/4/2008, αφού αφενός στην αρχή απέφευγε να απαντήσει την ερώτηση, ακολούθως δε ανέφερε με θετικό τρόπο ότι «Ήρθε ο άνθρωπος . τζιαι μου την έφερε», θέση την οποία αναίρεσε στη συνέχεια προβάλλοντας άλλες εκδοχές, για να καταλήξει εν τέλει ότι δεν θυμάται τι ακριβώς έγινε. Στη δε ένορκη του δήλωση που υποστήριζε την ένσταση του στην ενδιάμεση αίτηση των εναγόντων ημερ. 13/1/2010 για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, προέβαλε μια εντελώς διαφορετική θέση, αφού είχε αναφέρει στην παρ. 7 της ένορκης του δήλωσης ημερ. 5/2/2010, ότι η εν λόγω επιστολή του απεστάλη. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι εάν πράγματι ο εναγόμενος δεν θυμόταν πώς πήρε την εν λόγω επιστολή, πράγμα το οποίο δεν θα ήταν μεμπτό δεδομένου και του χρόνου που παρήλθε, θα αναμένετο να το αναφέρει ευθύς εξ αρχής και όχι να παραθέσει θετικά μια εκδοχή, για να ενθυμηθεί στη συνέχεια ότι μπορεί τα πράγματα να ήταν και διαφορετικά ή και ότι εν πάση περιπτώσει δεν θυμάται, στάση η οποία δεικνύει αν μη τι άλλο έλλειψη σοβαρότητας και εν πάση περιπτώσει πλήττει την αξιοπιστία του. Παραθέτω το ακόλουθο σχετικό απόσπασμα από την αντεξέταση του το οποίο μιλά αφ' εαυτού: E. Κύριε μάρτυρα, στην παράγραφο 7 της γραπτής σας δήλωσης, λέτε στην πρώτη γραμμή. (Διαβάζει) « Στις 9.4 έλαβα επιστολή ». Με ποιο τρόπο ήρθε εις γνώση σας η επιστολή; A. Με ποιο τρόπο; E. Μάλιστα. A. Επήγαν και έβγαλαν απόφαση, πίσω από την πλάτη μου, σε μία νύχτα, υποθέσεις που κάνουν να βγάλουν απόφαση χρόνια, την έβγαλαν σε μία νύχτα, διότι συνεννοήθηκε με τον τραπεζίτη μου. E. Η επιστολή 9.4.08‑‑ Δικαστήριο: Παρακαλώ υποδείξτε στον μάρτυρα το Τεκμήριο
  2. Η κα Καδή συνεχίζει: E. Η επιστολή αυτή πώς ήρθε εις γνώση σας, με ποιο τρόπο; A. Με ποιο τρόπο ήρθε κοντά μου; E. Με ποιο τρόπο ήρθε εις γνώση σας, με ποιο τρόπο μάθατε για τούτη την επιστολή. A. Ήρθε ο άνθρωπος, όταν μου είπε ότι αδυνατεί να φέρει τα εμπορεύματα τζιαι να σταματήσω τις επιταγές να μην πληρωθούν, ήρθε από τη Λεμεσό τζιαι μου την έφερε. E. Δηλαδή εννοείτε δια χειρός; A. Δεν θυμάμαι τώρα αν ήταν δια χειρός η έδρα του ανθρώπου ήταν Λεμεσό. Δεν θυμάμαι. Μπορεί και να επήγα στο γραφείο τους και να μου την έδωσε. Δεν θυμάμαι. Αλλά είναι από τον ιδιοκτήτη, με τον άνθρωπο που έκανα την προφορική συμφωνία, για τα εμπορεύματα. Η έδρα του ήταν στη Λεμεσό. Δεν θυμάμαι ακριβώς πώς έγινε αυτό και πού. E. Σας υποβάλλω ότι ψεύδεστε κύριε μάρτυρα. Λόγω του ότι στην ένορκη σας δήλωση ημερομηνίας 5.2 ισχυριστήκατε ότι σας την έστειλαν. Μετά στην αντεξέταση είπατε, ότι έγινε δια χειρός. Ποιο από τα δύο ισχύει; A. Είπα δεν θυμούμαι ούτε τον τόπο, ούτε αυτόν που μας την έδωσε. Είπα δεν θυμάμαι πώς και πού μου την έδωσε. Μου την έδωσε ο ίδιος προσωπικά. Είναι από τον ίδιο προσωπικά τον άνθρωπο που έκανα την προσωπική συμφωνία. E. Μόλις τώρα αναφέρατε, ότι σας πήραν τηλέφωνο, θυμάστε πότε σας επήραν τηλέφωνο; A. Εσύ θυμάσαι πριν 10 χρόνια τα τηλέφωνα που έκαμες; E. Σας ρωτώ. A. Μιλούσαμε καθημερινά, όταν έχεις πρόβλημα με έναν συνεργάτη, του μιλάς καθημερινά. E. Σας ενημέρωσαν δηλαδή, ότι υπήρξε πρόβλημα και θα ερχόταν από τη Λεμεσό να σας φέρει μία επιστολή; A. Και επήγαινα Λεμεσό και έρχετουν. Ήταν συνεργάτης μου. E. Δεν απαντάτε όμως κύριε μάρτυρα. A. Και ερχόταν Λευκωσία ο συγκεκριμένος και επήγαινα Λεμεσό. Δεν θυμάμαι τώρα, πριν 7 χρόνια τα τηλέφωνα που έκανα τζιαι πώς... αν έχετε εσείς έτσι μνήμη μπράβο σας. Περαιτέρω η θέση που προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα των εναγόντων ότι ο εναγόμενος μόλις πήρε την εν λόγω επιστολή αμέσως την παρέδωσε στα γραφεία των εναγόντων στη Λευκωσία, σε καμία περίπτωση υποστηρίχθηκε με τη μαρτυρία του εναγόμενου 1, αφού ο ίδιος ερωτηθείς τί έκανε όταν έλαβε την επιστολή ημερ. 9/4/2008 ανέφερε ότι την πήρε στον υποδιευθυντή κύριο Μπάμπη, στη Λαϊκή Τράπεζα και ο οποίος του είπε να μην ανησυχεί και ο ίδιος θα έστελνε την επιστολή. Καμία δε μαρτυρία παρουσιάστηκε ως προς το τι έπραξε ο εν λόγω υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας, η οποία είναι βέβαια διαφορετικό νομικό πρόσωπο από τους ενάγοντες, με αποτέλεσμα η θέση αυτή του εναγόμενου 1, να παραμείνει μετέωρη. Πέραν τούτου η θέση που προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του μάρτυρα των εναγόντων, ότι δηλαδή είχαν ενημερωθεί για την επιστολή 9/4/2008 πριν παραλάβουν και προεξοφλήσουν τις επίδικες επιταγές, όχι μόνο δεν συνάδει, αλλά καταρρίπτεται από τις θέσεις που ο ίδιος ο εναγόμενος 1 προώθησε ενόρκως στα πλαίσια της διαδικασίας για έκδοση προσωρινού διατάγματος αναφορά στην οποία έγινε ανωτέρω, όπου ανέφερε ότι παρέδωσε την εν λόγω επιστολή στον υποδιευθυντή καταστήματος της Λαϊκής Τράπεζας με το οποίο συνεργάζεται ο οποίος ανέλαβε να την αποστείλει στους ενάγοντες, ενόψει της απαίτησης των εναγόντων για πληρωμή των εν λόγω επιταγών (βλ. σελ. 5 της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 12/5/2010), τοποθέτηση η οποία δεικνύει ότι θέση του μάρτυρα στην ενδιάμεση διαδικασία για το συγκεκριμένο ζήτημα ήταν ότι ειδοποίησε τη Λαϊκή Τράπεζα, προφανώς μετά που κατατέθηκαν και επεστράφησαν απλήρωτες οι επιταγές και υποβλήθηκε απαίτηση από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους για την πληρωμή τους. Αλλά και από την ίδια του τη μαρτυρία στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας προκύπτει ξεκάθαρα ότι η θέση του εναγόμενου 1 ήταν ότι καμία επικοινωνία είχε με τους ενάγοντες πριν λάβει την επιστολή ημερ. 19/10/2009 από τους ενάγοντες, αφού η θέση που πρόβαλε στη γραπτή του δήλωση ήταν ότι ξαφνιάστηκε όταν έλαβε την εν λόγω επιστολή (ημερ. 19/10/09) από τους δικηγόρους των εναγόντων, καθ' ότι δεν μπορούσε να φανταστεί τι σχέση είχαν με την τερματισθείσα συμφωνία που είχε με την εναγόμενη 2, τοποθέτηση από την οποία ξεκάθαρα προκύπτει ότι ο εναγόμενος 1 μέχρι το 2009 δεν είχε και δεν θα μπορούσε να είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τους ενάγοντες ή έστω τη Λαϊκή Τράπεζα, εφόσον μέχρι τη λήψη της επιστολής ημερ. 19/10/2009, δεν γνώριζε σύμφωνα με τα λεγόμενα του τη σχέση των εναγόντων με την εναγόμενη
  3. Επομένως λοιπόν δεν θα μπορούσε να τους είχε ειδοποιήσει αναφορικά με την επιστολή ημερ. 9/4/2008 κατά το χρόνο που ισχυρίστηκε ότι έλαβε την εν λόγω επιστολή, δηλαδή το
  4. Ως προς τη θέση που πρόβαλε ότι ο λόγος για τον οποίο δεν πληρώθηκαν όλες οι επιταγές ήταν ακριβώς επειδή έδωσε οδηγίες να μην πληρωθούν λόγω αθέτησης της συμφωνίας που είχε κάνει με την εναγόμενη 2, σημειώνω ότι ούτε αυτή μπορεί να γίνει αποδεκτή. Και τούτο διότι οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν από το μάρτυρα των εναγόντων, ο οποίος μάλιστα στην παρ. 15 της δήλωσης του αναφέρθηκε στους λόγους για τους οποίους δεν πληρώθηκαν οι επιταγές, κατά τρόπο συνάδοντα με τα αναγραφόμενα επί των επιταγών, χωρίς να αντεξετασθεί επί των όσων ανέφερε. Σύμφωνα δε με το άρθρο 305Α του Κεφ. 154 η σφραγίδα και ή η σημείωση του πιστωτικού ιδρύματος, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, καθώς και η καταχώριση της ημερομηνίας εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή αποτελούν μαχητό τεκμήριο του αληθούς του περιεχομένου του επί των επιταγών αυτών. Από το περιεχόμενο των εν λόγω επιταγών και τη μαρτυρία του μάρτυρα των εναγόντων τα οποία τονίζω δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του, προκύπτει ότι η επιταγή Τεκμήριο 3
(1)επεστράφη απλήρωτη λόγω μη ύπαρξης επαρκών υπολοίπων, το ίδιο και η επιταγή Τεκμήριο 3
(3)και 3
(4), ενώ στις επιταγές 3
(2)και 3
(6)αναγράφονται δύο σημειώσεις[3] και μόνον οι επιταγές Τεκμήρια 3
(5)και 3
(7)αναγράφουν ως λόγο μη πληρωμής της επιταγής «οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή». Επομένως ούτε και αυτή η θέση του εναγόμενου 1 ότι για όλες τις επιταγές δόθηκαν οδηγίες για να μην πληρωθούν κρίνεται πειστική. Η δε αναφορά του περί λάθους του πιστωτικού ιδρύματος στις σφραγίδες, δεν τέθηκε στο μάρτυρα των εναγόντων όταν κατέθετε για να τοποθετηθεί ή και να για τεθεί σε εγρήγορση η πλευρά που τον κάλεσε και να προσκομίσει ενδεχομένως περαιτέρω σχετική μαρτυρία, ενώ καμία εξήγηση δόθηκε για την παράλειψη αντεξέτασης επί αυτού του ζητήματος, έτσι που θεωρώ ότι εν πάση περιπτώσει η θέση που προσπάθησε να προωθήσει ο εναγόμενος δεν θα ήταν ορθό να ληφθεί υπόψιν δεδομένου του μονόπλευρου τρόπου με τον οποίο προωθήθηκε (βλ. Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383). Συνακόλουθα και υπό το φως όλων των πιο πάνω δεν αισθάνομαι ότι μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα για την εξαγωγή ευρημάτων επί αμφισβητούμενων ζητημάτων. Ευρήματα Της πιο πάνω αξιολόγησης δεδομένης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Οι ενάγοντες κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές εγγεγραμμένη κατά νόμο και ασχολείτο μεταξύ άλλων με την αγορά και προεξόφληση χρεών, λογαριασμών, γραμματίων, χρεωστικών ομολόγων ή και οποιουδήποτε άλλου ποσού οικονομικής υποχρέωσης, με την ονομασία Λαϊκή Φάκτορς Λτδ. Κατά ή περί την 7/5/2014 δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση 235/2014, διατάχθηκε μεταξύ άλλων η παραχώρηση και/ή ανάθεση ή/και η εκχώρηση ή/και μεταβίβαση από την Λαϊκή Φακτορς Λτδ στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ των όσων λεπτομερώς ανέφερε ο κ. Αδαμίδης στη μαρτυρία του. Η εναγόμενη 2 κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο ήταν εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές νόμιμα εγγεγραμμένη στην Κύπρο και ο εναγόμενος 1 πελάτης της, ο οποίος στα πλαίσια της συνεργασίας τους έναντι νομίμου ανταλλάγματος στη Λευκωσία υπέγραψε και παρέδωσε προς την εναγομένη 2 εταιρεία τις ακόλουθες επιταγές της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Περιοχών Σταυροβουνίου - Λευκάρων, συνολικού ποσού €80,150.37 (βλ. Τεκμήρια 3
(1)- 3
(7)αντίστοιχα: Αρ. Επιταγής 03529303 03529325 03529329 03529330 03529331 03529342 03529343 Ημερομηνία 31/03/2008 25/03/2008 30/04/2008 30/05/2008 30/06/2008 24/03/2008 26/03/2008 Ποσό ΕΥΡΩ 9.572,12σεντ ΕΥΡΩ13.110,25σεντ ΕΥΡΩ 10 822,00σεντ ΕΥΡΩ10.822,00σεντ ΕΥΡΩ10.822,00σεντ ΕΥΡΩ 12.501,00σεντ ΕΥΡΩ
  1. 501,00σεντ Η εναγόμενη 2 είχε συνάψει σχετική συμφωνία με τους ενάγοντες με την ονομασία Λαϊκή Φάκτορς Λτδ ως ήταν τότε, ημερ. 16/6/05 (βλ. Τεκμήριο 2), με βάση την οποία οι ενάγοντες αγόρασαν και η εναγόμενη 2 εταιρεία πώλησε προς τους ενάγοντες, όλα τα εγγεγραμμένα στα βιβλία της εναγομένης 2 χρέη των πελατών της εναγομένης 2 προς αυτήν, τα οποία οφείλονταν από τους πελάτες της εναγομένης 2 σε αυτήν κατά την ημερομηνία ενάρξεως της συμφωνίας, καθώς και χρέος το οποίο θα είχε δημιουργηθεί από τους πελάτες της εναγομένης 2 κατά την διάρκεια της συμφωνίας Τεκμήριο
  2. Οι υπηρεσίες που παραχωρούνταν στην εναγομένη 2 από τους ενάγοντες με βάση τη συμφωνία Τεκμήριο 2, συνίσταντο στην αγορά από τους ενάγοντες των οφειλόμενων προς την εναγόμενη 2 χρεών, δηλαδή την προεξόφληση από τους ενάγοντες στην εναγομένη 2 των εισπρακτέων που εξέδιδε η εναγομένη 2 σε πελάτες της, για πωλήσεις εμπορευμάτων ή υπηρεσιών με τέτοιους όρους όπως προβλέπονταν στη συμφωνία ημερομηνίας 16/06/2005 (Τεκμήριο 2) καθώς και την προεξόφληση επιταγών των πελατών της εναγόμενης
  3. Στα πλαίσια αυτά περί τις 6/3/2008 οι προαναφερόμενες επιταγές οπισθογραφήθηκαν έναντι νομίμου ανταλλάγματος, από την εναγόμενη 2 προς όφελος των εναγόντων και πιστώθηκε το συμφωνηθέν ποσοστό προεξόφλησης στο λογαριασμό της εναγόμενης 2 με αριθμό 225-28-012027 (βλ. Τεκμήριο 4). Οι ενάγοντες παρουσίασαν εντός ευλόγου χρόνου τις προαναφερόμενες επιταγές στη Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Περιοχών Σταυροβουνίου - Λευκάρων για πληρωμή, αλλά αυτές δεν τιμήθηκαν και επιστράφηκαν απλήρωτες στους ενάγοντες για τους λόγους που αναγράφονται σε αυτές. Οι ενάγοντες δεν είχαν λάβει σε οποιοδήποτε στάδιο πριν την παραλαβή των επίδικων επιταγών και προεξόφληση τους, ειδοποίηση ότι υπήρχε οποιοδήποτε ζήτημα αθέτησης συμφωνίας μεταξύ εναγόμενης 2 και εναγόμενου
  4. Οι επιταγές δεν ήταν διγραμμισμένες καθ' οιονδήποτε τρόπο. Περαιτέρω οι ενάγοντες ειδοποίησαν τους εναγόμενους με επιστολή ημερ. 19/10/2009 για τη μη πληρωμή των επιταγών και τους κάλεσαν να καταβάλουν το οφειλόμενο από αυτούς ποσό, χωρίς όμως αυτοί να το πράξουν. Νομική Πτυχή Στην παρούσα υπόθεση είναι προφανές ότι οι ενάγοντες οι οποίοι ευθαρσώς παραδέχθηκαν ότι δεν είχαν οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τον εναγόμενο 1, βασίζουν της αξίωση τους εναντίον του στη βάση επιταγών οι οποίες δεν έχουν τιμηθεί. Το ιδιαίτερο στοιχείο της παρούσας υπόθεσης είναι ότι οι ενάγοντες στα πλαίσια της συμφωνίας τους με την εναγόμενη 2 (βλ. Τεκμήριο 2) προεξόφλησαν τις επίδικες επιταγές των οποίων δικαιούχος ήταν η πελάτιδα τους εναγόμενη 2, αφού προηγουμένως η τελευταία τις είχε οπισθογραφήσει προς όφελος τους και είναι κατ' αυτό τον τρόπο που οι εν λόγω επιταγές περιήλθαν στην κατοχή τους. Παρόμοιας φύσεως σύμβαση είχε απασχολήσει το πρωτόδικο Δικαστήριο στην αγωγή 9853/03 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας Emporiki Bank Ltd, v.
  5. Tamassoscom Ltd. κ.α. ημερ. 28/12/2007 όπου αναφέρθηκαν τα εξής, τα οποία εφαρμόζονται και στην παρούσα περίπτωση και τα οποία θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσια: «Σύμφωνα με το σύγγραμμα ΤΡΑΠΕΖΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ, του Ι. ΒΕΛΕΝΤΖΑ, εκδ. 1992, σελ. 259 η χρηματοδοτική ανάληψη απαιτήσεων ή πρακτορεία επιχειρηματικών απαιτήσεων (σύμβαση Factoring) είναι η σύμβαση μεταξύ μιας χρηματοδοτικής εταιρείας δηλ. του αναλήπτη και μιας επιχείρησης, με την οποία συμφωνείται όπως ο αναλήπτης αναλάβει απαιτήσεις που έχει η επιχείρηση κατά πελατών της από τη διάθεση εμπορευμάτων ή την παροχή υπηρεσιών. Ο αναλήπτης διαχειρίζεται αυτές τις απαιτήσεις, δηλαδή τις εισπράττει, συνήθως τις προεξοφλεί και ανάλογα με τη συμφωνία αναλαμβάνει τον κίνδυνο μη φερεγγυότητας των πελατών της επιχείρησης. Η συμφωνία προεξόφλησης στην οποία προέβη η Ενάγουσα Τράπεζα ανήκει σ' αυτή τη γενικότερη κατηγορία χρηματοδοτικής ανάληψης απαιτήσεων και ενόψει της εμπλοκής επιταγής και ιδιαίτερα ενόψει της δέουσας οπισθογράφησης της προς την Τράπεζα, τυγχάνει εφαρμογής ο Περί Συναλλαγματικών Νόμος, Κεφ.
  6. Όπως αναφέρεται στο σύγραμμα «ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ» του Χρ. Λουκά, 2η εκδ., Τομ. 1, σελ. 528 «εάν προτού καταστεί πληρωτέα, πληρωθεί από την Τράπεζα, η πληρωμή θεωρείται απλώς προεξόφληση (discounted),και δεν αποσβένεται η εκ της επιταγής ενοχή» (βλ. και Halsbury´s Laws of England, 3η εκδλ., Τομ. 3 παρ.401). Σύμφωνα με το άρθρο 73 του Κεφ. 262 όλες οι διατάξεις του Νόμου αυτού που εφαρμόζονται σε συναλλαγματική πληρωτέα εν όψει εφαρμόζονται και σε επιταγή. Κατ' αναλογία λοιπόν επιταγή πληρωτέα σε διαταγή διαπραγματεύεται με οπισθογράφηση του κατόχου η οποία συμπληρώνεται με παράδοση, πράγμα που στην παρούσα περίπτωση έχει γίνει από την Εναγόμενη 2 προς την Ενάγουσα (άρθρο 31
(3)). Όπως προνοείται στο άρθρο 32(α) για να ισχύει η οπισθογράφηση ως διαπραγμάτευση θα πρέπει να γράφεται επί της ίδιας της επιταγής και να υπογράφεται από τον οπισθογράφο. Συγκεκριμένα «η απλή υπογραφή του οπισθογράφου επί της συναλλαγματικής, χωρίς πρόσθετες λέξεις, είναι επαρκής». Σύμφωνα με το άρθρο 34 η οπισθογράφηση εν λευκώ δεν καθορίζει αυτόν υπέρ του οποίου γίνεται η οπισθογράφηση, ενώ αντιθέτως η ειδική οπισθογράφηση ορίζει το πρόσωπο στο οποίο ή σε διαταγή του οποίου η επιταγή είναι πληρωτέα.» Στην προκειμένη περίπτωση η εναγόμενη 2 οπισθογραφώντας τις επίδικες επιταγές καθόρισε ότι οι επιταγές ήταν πληρωτέες στη διαταγή των εναγόντων. Η εγκυρότητα των οπισθογραφήσεων δεν αμφισβητήθηκε ενώ από τα όσα εμφαίνονται στο πίσω μέρος των επίδικων επιταγών φαίνεται πράγματι ότι ήταν έγκυρες. Επομένως οι ενάγοντες προς όφελος των οποίων οπισθογραφήθηκαν οι επιταγές, κατέστησαν νόμιμοι κάτοχοι των επίδικων επιταγών. Με βάση το άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262 ο κάτοχος επιταγής θεωρείται εκ πρώτης όψεως ως κάτοχος κατά προσήκοντα τρόπο (holder in due course) και ο εναγόμενος 1 στην παρούσα δεν κατάφερε να καταρρίψει την τυπική νομιμοποίηση των εναγόντων ως δικαιούχων εξ οπισθογραφήσεως. Θυμίζω ότι δεν έχει γίνει αποδεκτή η θέση ότι οι ενάγοντες κατά το χρόνο που έλαβαν ή και προεξόφλησαν τις επιταγές ήτοι Μάρτιο του 2008, είχαν γνώση για οποιοδήποτε πρόβλημα μεταξύ εναγόμενου 1 και εναγόμενης 2, ούτε και είχαν δοθεί οποιεσδήποτε οδηγίες μέχρι τότε από τον εναγόμενο 1 στην τράπεζα για μη πληρωμή των επιταγών. Επομένως και σύμφωνα με το άρθρο 38(α) και (β) του Κεφ. 262 οι ενάγοντες ως κάτοχοι της επιταγής είχαν το δικαίωμα να εγείρουν αγωγή στο όνομα τους και περαιτέρω ως κάτοχοι κατά τον προσήκοντα τρόπο (holder in due course) κατείχαν την επιταγή απαλλαγμένη από οποιοδήποτε ελάττωμα στον τίτλο των προηγούμενων μερών, καθώς επίσης και από απλές προσωπικές υπερασπίσεις άλλων μερών, ενώ είχαν και τη δυνατότητα να επιβάλουν πληρωμή εναντίον όλων των μερών που ευθύνονται στην επιταγή. (βλ. και Midland Bank Ltd v. RV Harris Ltd
(1963)2 All E.R. Bank Ltd v. Astley Industrial Trust Ltd
(1970)1 All. E.R. 719). Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ, του Χρ. Λουκά, 2η εκδ., Τομ. 1 σελ. 139, αυτό οφείλεται «στην αυτοτέλεια του δικαιώματος του εκάστοτε κομιστή της επιταγής με την έννοια ότι το πρόσωπο που αποκτά την επιταγή με οπισθογράφηση εξασφαλίζει δικαίωμα ανεξάρτητο από εκείνο του μεταβιβάζοντος». Πέραν αυτού όμως οι ενάγοντες κατέστησαν επίσης σύμφωνα με το άρθρο 27 του Κεφ. 262 και κάτοχοι για αξία (holder for value), επειδή έδωσαν αξία για την επιταγή καταβάλλοντας χρήματα, προεξοφλώντας την. Ως κάτοχοι για αξία έχουν επίσης το δικαίωμα αναγωγής εναντίον όλων των προηγηθέντων μερών δηλαδή και του εκδότη και του οπισθογράφου. Ως προς τον ισχυρισμό που επιχειρήθηκε να προωθηθεί κατά την αντεξέταση του μάρτυρα των εναγόντων, ότι δηλαδή οι ενάγοντες προεξόφλησαν την επιταγή σε χαμηλότερο ποσό από ότι η αξία τους και ότι επομένως δεν νομιμοποιούνται να διεκδικούν πληρωμή ή και πληρωμή για ολόκληρο το ποσό των επιταγών, σημειώνω ότι πέραν του ότι δεν δικογραφείται τέτοια θέση, ούτως ή άλλως δεν ευσταθεί, αφού η προεξόφληση επιταγών έστω και σε χαμηλότερο ποσό από ότι η αξία τους δεν εμποδίζει τη διεκδίκηση ολόκληρης της αξίας τους. Παραπέμπω σχετικά στο σύγγραμμα Byles on Bills of Exchange 24η έκδοση σελ. 119: «If a party pays it before maturity he purchases it, and is in the same situation as if he had discounted it". Επίσης στο Paget's Law of Banking 7η έκδοση στη σελίδα 492 αναφέρονται τα εξής: "Pledge and discount The dividing line between the pledge of a bill or note and its absolute transfer, equivalent to discount, is sometimes difficult to draw. The presumption in all cases of negotiation is in favour of absolute transfer, and this presumption is heightened when the transfer is by indorsement. In this case the holder is entitled to the full amount irrespective of the value he gave;" Ακόμα δε και στην περίπτωση που ο ενάγων έχει χρεώσει το λογαριασμό του πελάτη του με το ποσό επιταγής που έχει επιστραφεί, όπως δηλαδή ακριβώς έγινε στην περίπτωση των εναγόντων και εναγόμενης 2, ο ενάγων διατηρεί το δικαίωμα να εναγάγει τον εκδότη ή οιονδήποτε οπισθογράφο (βλ. Royal Bank of Scotland v. Tottenham
(1894)2 Q.B.715). Τα πιο πάνω απαντούν πλήρως και τις θέσεις που επιχείρησε να προωθήσει η υπεράσπιση ότι δηλαδή οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούντο να διεκδικούν την πληρωμή της από τον εναγόμενο 1, επειδή αυτός ουδέποτε τους εκχώρησε οποιοδήποτε δικαίωμα ή συναίνεσε στο να εισπραχθούν οι επιταγές πριν την ημερομηνία πληρωμής τους. Όπως πολύ σωστά υπέδειξε ο μάρτυρας των εναγόντων εάν ο εναγόμενος επιθυμούσε να περιορίσει το δικαίωμα μεταβίβασης της επιταγής θα έπρεπε να προβεί στη δέουσα διγράμμιση της, πράγμα το οποίο όμως ως είναι παραδεκτό δεν έπραξε. Σχετικά είναι τα άρθρα 76 - 82 Ζ του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262, όπως έχει τροποποιηθεί, τα οποία αφορούν δίγραμμες επιταγές αναφορά στα οποία έγινε στην υπόθεση Wellfit Engineering Co Ltd v. Χαπίδη
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Να παρατηρήσουμε ότι το άρθρο 77, το οποίο καθιστά νόμιμη τη διαγράμμιση επιταγής όπως προβλέπεται στο άρθρο 76, κάνει ειδική πρόνοια ως προς τη δυνατότητα προσθήκης σε διγραμμισμένη επιταγή των λέξεων "μη διαπραγματεύσιμη". Το δε άρθρο 81 προνοεί: "Όταν πρόσωπο λαμβάνει δίγραμμη επιταγή η οποία φέρει επ' αυτής τις λέξεις "μη διαπραγματεύσιμη", δεν έχει και δεν είναι ικανό να παράσχει καλύτερο τίτλο στην επιταγή από αυτό που είχε το πρόσωπο από το οποίο την έλαβε". Ιδιαιτέρως σχετικό είναι το άρθρο 82
(1): "Όταν επιταγή είναι δίγραμμη και φέρει επ΄ αυτής, σε συσχετισμό με τη διγράμμιση, τις λέξεις "για λογαριασμό του δικαιούχου" με ή χωρίς τη λέξη "μόνο" η επιταγή δεν είναι μεταβιβάσιμη αλλά ισχύει μόνο μεταξύ των μερών". Στην προκειμένη περίπτωση η επιταγή, αν και διγραμμισμένη, δεν έφερε τις λέξεις "μη διαπραγματεύσιμη", ή τις λέξεις "για λογαριασμό του δικαιούχου" που θα την καθιστούσε μη μεταβιβάσιμη και ισχύουσα μόνο μεταξύ της Εφεσείουσας και του Μαυρουδή. Δεν εμποδίζετο λοιπόν ο Μαυρουδής να την οπισθογραφήσει και παραδώσει στον Εφεσίβλητο ούτως ώστε αυτός να καθίστατο νομιμοποιημένος κομιστής της. Η κατάληξη της επιταγής στο Μαυρουδή εξ άλλου φαίνεται να ήταν και η πρόθεση των Εφεσειόντων. Με βάση όλα τα ανωτέρω είναι προφανές πως το επιχείρημα της υπεράσπισης ότι η επίδικη επιταγή δεν μπορούσε να μεταβιβαστεί διά οπισθογραφήσεως αλλά μόνο να κατατεθεί στο λογαριασμό της Εναγόμενης 2 δεν ευσταθεί. Ακριβώς από το τελευταίο απόσπασμα συνάγεται πως μόνο εάν η συγκεκριμένη επιταγή ήταν ειδικώς διγραμμισμένη με τις λέξεις «μη διαπραγματεύσιμη» (ή «not negotiable), θα μπορούσε η Εναγόμενη 2 να προβάλει απέναντι στην Ενάγουσα την έλλειψη αντιπαροχής». Ως προς την εισήγηση ότι οι επιταγές ανακλήθηκαν και συνεπώς απαλλάχθηκε από την ευθύνη ο εκδότης, εναγόμενος 1, σημειώνω τα εξής. Κατ' αρχάς ως έχει ήδη λεχθεί η θέση του ότι όλες οι επιταγές επιστράφηκαν απλήρωτες λόγω του ότι δόθηκαν οδηγίες ανάκλησης δεν έχει γίνει αποδεκτή. Εν πάση περιπτώσει όμως ακόμα και σε σχέση με τις επιταγές για τις οποίες δόθηκαν οδηγίες για ανάκληση της πληρωμής τους και πάλιν η εισήγηση δεν θα μπορούσε να επιτύχει. Και τούτο διότι η επιταγή είναι αξιόγραφο και ένα από τα βασικά του χαρακτηριστικά είναι η αυτοτέλεια του δικαιώματος του εκάστοτε κομιστή. Ο νομιμοποιημένος κομιστής (holder in due course) έχει δικαίωμα να αξιώσει την πληρωμή της επιταγής ανεξαρτήτως της ανάκλησης της και δεν είναι δυνατό να προβληθούν εναντίον τέτοιου κομιστή ενστάσεις που μπορεί να αντιτάξει ο εκδότης κατά του αρχικού δικαιούχου. Στο σύγγραμμα «ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΕΠΙΤΑΓΗ», (ανωτέρω, Τομ. 2, σελ. 116) παρατίθεται από το Jone´s Studies on Practical Banking, 5η εκδ., σελ. 228-229 το εξής σχετικό απόσπασμα: «Η επιταγή αφού είναι συναλλαγματική, είναι συνήθως αξιόγραφο κι' αυτό τεκμαίρεται από το κείμενο του Νόμου. Αυτό σημαίνει ότι ο νομιμοποιημένος κομιστής αποκτά πλήρη τίτλο επί της επιταγής, έγκυρο έναντι όλων των προηγηθέντων μερών και εκτελεστό εναντίον του μέρους που έχει πρωταρχική ευθύνη, δηλαδή του εκδότη¨. Πολλοί πελάτες είναι της γνώμης ότι είναι αρκετό ν' ανακαλέσουν την επιταγή για να ακυρωθεί το έγγραφο. Δεν είναι, όμως, έτσι τα πράγματα. Οποιαδήποτε και νάναι η σχέση μεταξύ του εκδότη και του δικαιούχου - όπως ψευδείς παραστάσεις ή δόλος - η οποία δίνει στον εκδότη τη δυνατότητα ανάκλησης πληρωμής, εάν η επιταγή εξέλθει από τα χέρια του δικαιούχου, εάν δηλαδή μεταβιβασθεί σε τρίτο πρόσωπο υπό τέτοιες περιστάσεις που το καθιστούν νομιμοποιημένο κομιστή, το μέρος αυτό μπορεί να προχωρήσει εναντίον του εκδότη και ν' αξιώσει ολόκληρη την αξία του εγγράφου. Δεν τον ενδιαφέρουν οι διαφορές που υπάρχουν ανάμεσα στα ούτω καλούμενα άμεσα μέρη (immediate parties) - εκδότη και δικαιούχο. Ο νομιμοποιημένος κομιστής που αποκτά την επιταγή συμπληρωμένη δεόντως και κανονική απ' όλες τις απόψεις, καλόπιστα, έναντι αξίας και προτού αυτή καταστεί ληξιπρόθεσμη (overdue) και χωρίς να γνωρίζει προηγούμενη εμφάνιση και άρνηση πληρωμής της επιταγής ή ελαττωματικότητα του τίτλου, έχει κάθε δικαίωμα να αξιώσει την πληρωμή της επιταγής». Κατάληξη Υπό το φως των πιο πάνω η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγόμενου 1 για ποσό €80,150.37 με νόμιμο τόκο από 13/1/2010 μέχρι εξόφλησης, πλέον τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............ Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] προφανώς αναφέρεται στην διγράμμιση της επιταγής [2] Στη σελίδα 216 αναφέρονται τα εξής:"A witness may either be believed or disbelieved wholly or in part according to the view taken of his credibility". [3] Στην επιταγή Τεκμήριο 3
(2)και οι δύο σφραγίδες έχουν ημερ. 9/4/2008 και αναφέρουν η μια «Να παρουσιασθεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα» και η δεύτερη «Οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή». Στο Τεκμήριο 3
(6)η πρώτη σφραγίδα έχει ημερ. 27/3/2008 και αναφέρει «Να παρουσιασθεί ξανά μη επαρκή υπόλοιπα» και η δεύτερη έχει ημερ. 8/4/2008 και αναφέρει «Οδηγίες να μην πληρώσουμε την επιταγή»

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.