ANTONIS TSANGARIS DEVELOPMENT LTD ν. ΣΩΤΗΡΙΑ ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΠΑΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5713/2009, 11/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5713/2009 Μεταξύ: ANTONIS TSANGARIS DEVELOPMENT LTD Ενάγοντες και ΣΩΤΗΡΙΑ ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΠΑΝΕΟΦΥΤΟΥ Εναγόμενη 11 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Β. Χριστοφόρου. Για Εναγόμενη: κα Κακούρη. ----------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις και σειρά διαταγμάτων έναντι της εναγομένης ως η παράγραφος 15 της Έκθεσης Απαιτήσεως ως ακολούθως: «
(1995)1 Α.Α.Δ. 670 επισημάνθηκε από το Εφετείο ότι: «..........δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The "Indian Grace" (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί». Προηγουμένως, στην Κ.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd[3], έχει λεχθεί, αναφορικά με τα όρια μέχρι τα οποία εκτείνεται η αρχή, καθώς και την αναγκαιότητα εφαρμογής της, στη σελ. 312: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα λιθογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». Όμοιος είναι ο κανόνας που καθιέρωσε ο Άρειος Πάγος, όπως προκύπτει από τη σύνοψη της παρακάτω απόφασης του: «Το δεδικασμένο, εξαιτίας του οποίου δεν επιτρέπεται να εξετασθεί εκ νέου σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων είτε ως κύριο αντικείμενο είτε ως προϋπόθεση άλλου δικαιώματος το αρμοδίως κριθέν με τελεσίδικη απόφαση ως πηγάζον από ορισμένη αιτία δικαίωμα εκτείνεται όχι μόνο στις ενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν ουσιαστικά ή τυπικά, αλλά και σε εκείνες τις ενστάσεις οι οποίες, μολονότι υπήρχαν κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση ή γεννήθηκαν αργότερα μέχρι τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που έκρινε τελεσιδίκως τη διαφορά, δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως από το διάδικο υπέρ του οποίου υπάρχουν οι ενστάσεις αυτές, Α.Π. 135/1990 Ε.Ε.Δ.
- Ε.Ε.Α.Δ.
- 714».¨ Ως ανέφερα προηγουμένως η Έκθεση Απαιτήσεως και το τεκμήριο 2 (Έκθεση Απαιτήσεως της αγωγής 215/05) εκφράζουν την ίδια αιτία αγωγής και καταγράφονται και στα δύο έγγραφα τα γεγονότα που αφορούν την πώληση του διαμερίσματος και την παροχή της τραπεζικής εγγύησης ως εξασφάλιση για το δάνειο που πήρε η εναγομένη. Τέλος καταγράφεται και στις δυο αγωγές το γεγονός ότι η Συνεργατική Κεντρική τράπεζα απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να πληρώσουν το ποσό των ΛΚ25.000,00 προς εξόφληση του δανείου. Οι διεκδικήσεις των εναγόντων έναντι της εναγομένης αφορούν παράβαση των συμφωνηθέντων και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός της εναγομένης. Η μόνη διαφορά της δεύτερης αγωγής με την αγωγή 215/05 είναι η προσθήκη νέας απαίτησης για ειδικές αποζημιώσεις εξαιτίας παράνομη κατοχή του διαμερίσματος, γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, ενδιάμεσα οφέλη, καθώς και δηλωτικού χαρακτήρα διατάγματα που αποσκοπούν στην έξωση της εναγομένη από το διαμέρισμα. Όμως, αυτές οι θεραπείες βασίζονται στα ίδια γεγονότα που εκφράζονται με την πρώτη αγωγή και αυτές οι αξιώσεις θα μπορούσαν οι ενάγοντες να τις διεκδικήσουν με την αγωγή 215/05 καθότι όλα τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η δεύτερη απαίτηση είχαν συμβεί πριν την καταχώρηση της αγωγής 215/
- Στα πλαίσια της αγωγής 215/05 υπήρξε οριστική επίλυση της διαφοράς με την έκδοση Δικαστικής απόφασης εκ συμφώνου. Στη συνέχεια για σειρά ετών μάλιστα ακολούθησαν διάφορα μέτρα εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης στα πλαίσια της αγωγής 215/
- Συνεπώς, η διαφοροποίηση που επιχειρείται να προβληθεί από τους ενάγοντες με τη δεύτερη αγωγή είναι τεχνητή. Στην ουσία οι ενάγοντες επειδή δεν είναι ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα της πρώτης δικαστικής διαδικασίας επιχειρούν να την αναβιώσουν με την ελπίδα ότι αυτή την φορά θα προκύψει διαφορετικό αποτέλεσμα. Όλες οι θεραπείες που ενσωματώνονται στην παρούσα αγωγή θα μπορούσαν και έπρεπε οι ενάγοντες να τις επικαλεσθούν στην πρώτη αγωγή. Παραβιάζει το δεδικασμένο η αναβίωση μίας διαφοράς που έχει ήδη επιλυθεί οριστικά στο παρελθόν. Απαγορεύεται η προώθηση δεύτερης αγωγής, με το ίδιο αντικείμενο, και έτσι αναπόφευκτα το μόνο δίκαιο αποτέλεσμα υπό τις περιστάσεις είναι η απόρριψη της αγωγής με έξοδα της αγωγής να επιδικασθούν και να υπολογιστούν εναντίον των εναγόντων. Δεν θα ήταν αδύνατο για τους ενάγοντες να διεκδικήσουν στην προγενέστερη αγωγή διάταγμα για ενδιάμεση οφέλη σε σχέση με τον χρόνο που η εναγόμενη κατείχε παράνομα το υποστατικό. Συνεπώς, είχαν το καθήκον να θέσουν αυτόν το ισχυρισμό και να ζητήσουν αυτή την θεραπεία εξ' υπαρχής Η μεταγενέστερη δίκη, δηλαδή η παρούσα αγωγή, αναφέρεται στην ίδια αιτία αγωγής και σε πτυχή της αποζημίωσης, που μπορούσε και έπρεπε, να είχε προβληθεί στην πρώτη διαδικασία. Η διαφοροποίηση που επιχειρήθηκε είναι εντελώς πλασματική. Ακόμη και ο ΜΕ1 αναγνώρισε έμμεσα ότι αυτή η αγωγή καταχωρήθηκε επειδή δεν ήταν ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα της πρώτης αγωγής, και ότι στην ουσία θα ήταν ευχαριστημένος εάν η εναγόμενη είχε συμμορφωθεί με την αρχική συμφωνία με το να πληρώσει τις ΛΚ25.000,00 που κλήθηκαν οι ενάγοντες να πληρώσουν όταν το πιστωτικό ίδρυμα που χορήγησε το δάνειο ζήτησε την πληρωμή της εγγυητικής. Οι εναγόμενοι δεν είχαν τότε με την έγερση της πρώτης αγωγής αντικειμενικό δικονομικό κώλυμα για την ολοκληρωμένη παρουσίαση του δικαιώματος αποζημίωσης. Δηλαδή, θα μπορούσαν να ζητήσουν ενδιάμεση οφέλη από την παράνομη κατοχή του διαμερίσματος και στα πλαίσια της αγωγής 215/
- Δεν δύναται τώρα οι ενάγοντες που έχουν έρθει αντιμέτωποι με τις οποιεσδήποτε παραλείψεις τους στην πρώτη αγωγή να ανοίξουν τα ίδια ζητήματα για δεύτερη φορά, με την ελπίδα ότι το αποτέλεσμα θα είναι διαφορετικό και ότι τα λάθη που θεωρούν ότι έγιναν στο παρελθόν να μην επαναληφθούν. Αυτό είναι κατάχρηση της διαδικασίας διότι παραβιάζεται η αρχή του δεδικασμένου με το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η οποία επιλύθηκε οριστικά προ ετών με συγκεκριμένο αποτέλεσμα και με μέτρα εκτέλεσης που ακολούθησαν προς εφαρμογή της συγκεκριμένης απόφασης που εκδόθηκε. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, η έγερση της αγωγής για ταυτόσημη αιτία αγωγής και των επίδικων θεμάτων προσκρούει στο δεδικασμένο. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΠΤΕΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΟΤΙ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΚΛΗΘΗΚΑΝ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΕΓΓΥΗΤΙΚΗ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΟΤΙ Η ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ ΠΑΡΕΛΕΙΨΕ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ Επί της ουσίας είναι φανερό, όπως ήταν και φανερό στα πλαίσια της αγωγής 215/05, ότι η εναγόμενη σταμάτησε να πληρώνει το δάνειο που εγγυήθηκαν οι ενάγοντες, διά της τραπεζικής εγγύησης, και που αποδέχθηκαν να χορηγήσουν προς το πιστωτικό ίδρυμα που χορήγησε το δάνειο. Οι ενάγοντες ουδέποτε θα συμφωνούσαν στην έκδοση τέτοιας εγγύησης, προς όφελος της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, στην περίπτωση που η εναγόμενη θα αθετούσε τις υποχρεώσεις της και δεν θα πλήρωνε το δάνειο. Το γεγονός ότι η εναγόμενη αποδέχθηκε, στα πλαίσια της αγωγής 215/05, να εκδοθεί απόφαση εναντίον της απόφαση για το ποσό των ΛΚ54.347,19, πλέον τόκους και έξοδα, είναι έμμεση παραδοχή ότι η δική της αντισυμβατική συμπεριφορά ήταν η αιτία που οι ενάγοντες κλήθηκαν να πληρώσουν το ποσό της εγγύησης στο πιστωτικό ίδρυμα που της είχε χορηγήσει το δάνειο. Το να ισχυρίζεται τώρα στα πλαίσια αυτής της αγωγής ότι, ο πραγματικός λόγος που το πιστωτικό ίδρυμα, κάλεσε τους ενάγοντες να πληρώσουν είναι η αδυναμία τους να εκδώσουν ξεχωριστό τίτλο για το συγκεκριμένο διαμέρισμα δεν πείθει, σε διαφορετική περίπτωση δεν θα αναλάμβανε με δικαστική απόφαση την υποχρέωση να αποζημιώσει τους ενάγοντες στα πλαίσια της αγωγής 215/
- Προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν να εγγυηθούν την πληρωμή του δανείου για να διευκολύνουν την συναλλαγή πώλησης της αγοράς του διαμερίσματος. Η εγγυητική επιστολή κατατέθηκε ως τεκμήριο 1.
- Από το λεκτικό της επιστολής προκύπτει ότι υπήρξαν δύο περιπτώσεις κατά των οποίων θα αναλάμβανε η Λαϊκή Τράπεζα να πληρώσει προς τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα το ποσό της εγγυητικής. Αυτές οι δύο προϋποθέσεις ήταν ως ακολούθως: «(α) ο πωλητής δεν έχει μέχρι τις 6 Αυγούστου, 2002, εγγράψει το πιο ακίνητο στο όνομα του αγοραστή ή ο πωλητής μεταβίβασε τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου στον αγοραστή χωρίς να δώσει γραπτή ειδοποίηση τουλάχιστον 15 ημερών σε σας μέσω της εκδότριας Τράπεζας (Εμάς) για την προκειμένη μεταβίβαση και (β) απαιτείτε πληρωμή κάτω από την εγγυητική αυτή». Οπότε η περίπτωση το (α) της επιστολής δεν ήταν μόνος λόγος που η Λαϊκή Τράπεζα είχε την υποχρέωση να αναλάβει την πληρωμή της εγγυητικής. Η Λαϊκή Τράπεζα θα είχε την υποχρέωση να αναλάβει την πληρωμή της εγγυητικής ως το (β), δηλαδή, οποτεδήποτε γινόταν απαίτηση για την πληρωμή πριν την λήξη της επιστολής. Τέθηκε αρκετή μαρτυρία ενώπιον μου, βάση της οποίας μπορούσα να εξάξω το συμπέρασμα ότι το συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής επειδή η εναγόμενη δεν πλήρωνε τις δόσεις του δανείου και επειδή δεν υπήρχε μέχρι τότε άλλη εξασφάλιση του δανείου με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το διαμέρισμα. Αυτός ήταν ο μόνος και πραγματικό λόγος που η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής, δηλαδή για να αποπληρωθεί το δάνειο που βρισκόταν σε υπηρημερία. Ακόμη και να δεχθώ, χάριν συζήτησης, ότι οι ενάγοντες δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις εφόσον δεν είχαν έγκαιρα έκδοση ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα, πάλι δεν πείθει η εναγομένη ότι αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος που το Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα, απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής. Ο ΜΕ1, είχε αναφέρει ότι υπάρχει τώρα ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα αλλά δεν γίνεται μεταβίβαση στο όνομα της εναγομένης προτού ξοφλήσει το ποσό που οφείλει. Παρόλο τούτο, η εναγόμενη δεν έχει πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω, υπάρχει δικαστική απόφαση για το χρέος βάση της οποίας στο παρελθόν εκδόθηκαν εντάλματα πληρωμής του χρέους εναντίον της εναγομένης. Η εναγόμενη πληρώνει ως ανέφερε ένα μικρό ποσό εξαιτίας της αδυναμίας της να πληρώνει ένα μεγαλύτερο ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Ως εκ τούτου, είναι φανερό ότι πραγματικός υπαίτιος για το γεγονός ότι απαιτήθηκε η πληρωμή της εγγυητικής είναι η εναγόμενη που υποσχέθηκε να είναι τυπική με τις υποχρεώσεις της, προκειμένου οι ενάγοντες να εγγυηθούν την οφειλή της και προκειμένου αυτή να είναι σε θέση να αγοράσει το διαμέρισμα. Παρόλο που επί της ουσίας προκύπτει ότι οι απώλειες των εναγόντων οφείλονται στην αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, ως ανέφερα και προηγουμένως, η αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης επιλύθηκε οριστικά στα πλαίσια της αγωγής 215/05, και ως εκ τούτου, αυτή η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των εναγόντων όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 1(Γ) ΑΑΔ 1868