← Κύπρος

ANTONIS TSANGARIS DEVELOPMENT LTD ν. ΣΩΤΗΡΙΑ ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΠΑΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5713/2009, 11/4/2017

ANTONIS TSANGARIS DEVELOPMENT LTD ν. ΣΩΤΗΡΙΑ ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΠΑΝΕΟΦΥΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5713/2009, 11/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5713/2009 Μεταξύ: ANTONIS TSANGARIS DEVELOPMENT LTD Ενάγοντες και ΣΩΤΗΡΙΑ ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΠΑΝΕΟΦΥΤΟΥ Εναγόμενη 11 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Β. Χριστοφόρου. Για Εναγόμενη: κα Κακούρη. ----------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις και σειρά διαταγμάτων έναντι της εναγομένης ως η παράγραφος 15 της Έκθεσης Απαιτήσεως ως ακολούθως: «

  1. Για τον λόγο δε αυτό οι Ενάγοντες ήγειραν την παρούσα αγωγή και αξιώνουν εναντίον της Εναγόμενης: Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη και/ή τους Υπαλλήλους και/ή τους Αντιπροσώπους και/ή τους Υπηρέτες αυτής όπως εκκενώσει και παραδώσει στους Ενάγοντες ελεύθερο και κενό από κάθε κατοχή το Υποστατικό και/ή Διαμέρισμα, στην οδό Στυλιανού Νο. 7 «ΡΑΝΙΑ COURT» Διαμ. 101, στον Στρόβολο. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη και/ή τους Υπαλλήλους και/ή τους Αντιπροσώπους και/ή τους Υπηρέτες αυτής να παύσει να επεμβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο στο πιο πάνω αναφερόμενο Διαμέρισμα ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την ανάκτηση της κατοχής από τους Ενάγοντες του πιο πάνω αναφερόμενου Διαμερίσματος. Δ. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδεσμευτεί και/ή απαλλαγεί από περαιτέρω εκτέλεση των όρων της συμφωνίας και/ή η συμφωνία και/ή σύμβαση Πώλησης (CONTRACT OF SALE) ημερομηνίας 29.6.20001 είναι άκυρη και/ή στερείται οποιοδήποτε Εννόμου Αποτελέσματος. Ε. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη προέβηκε σε διάρρηξη της συμφωνίας Πώλησης και/ή Σύμβασης (BREACH OF CONTRACT) και/ή ότι η Εναγόμενη είναι το Υπαίτιο Μέρος που προέβηκε στην παράβαση και/ή διάρρηξη της σχετικής συμφωνίας Πώλησης. Ζ. Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες δικαιούνται σε αποζημιώσεις σύμφωνα με την πιο πάνω συμφωνία Πώλησης και/ή Σύμβαση Πώλησης. Θ. Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη όπως καταβάλει αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας BREACH OF CONTRACT). Ι. Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου που να διατάσσει την Εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους της και/ή τους υπηρέτες αυτής όπως προβεί στην απομάκρυνση όλων των αντικειμένων που έχει τοποθετήσει παράνομα και/ή χωρίς την συγκατάθεση των Εναγόντων στο πιο πάνω Διαμέρισμα. Κ. Δήλωση και/ή αναγνωριστική Δήλωση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να τερματίζεται και/ή Διάταγμα του σεβαστού Δικαστηρίου ότι έχει τερματιστεί και/ή ότι έχει ακυρωθεί το συμφωνητικό και/ή πωλητήριο έγγραφο με ημερομηνία 29.06.
  2. Λ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση της κατάθεσης στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας του σχετικού Πωλητηρίου Εγγράφου που τα Μέρη υπόγραψαν στις 29.6.
  3. Μ. Ποσό €30.500 ως ειδικές αποζημιώσεις που προκύπτουν από την παράνομη κατοχή του εν λόγω διαμερίσματος από την Εναγομένη για την περίοδο από τις 9.8.04 μέχρι 29.9.
  4. Ν. Ενδιάμεσα οφέλη από 30.9.09 μέχρι την πλήρη αποπεράτωση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι την παράδοση του σχετικού διαμερίσματος προς τους Ενάγοντες. Ξ. ενικές αποζημιώσεις, για παράνομη και μονομερή αθέτηση συμφωνίας που έγινε μεταξύ των διαδίκων στις 29.6.2001 στη Λευκωσία. Ο. Οποιαδήποτε παραπέρα θεραπεία την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογη και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. Π. Νόμιμο τόκο. Ρ. Τα έξοδα της Αγωγής αυτής, πλέον 15% Φ.Π.Α». Αιτία αγωγής ως αυτή προκύπτει από τις δικογραφημένες θέσεις των εναγόντων θεμελιώνεται στο δίκαιο των συμβάσεων. Ισχυρίζονται ότι δικαιούνται τις εν λόγω θεραπείες εξαιτίας αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης. Τα ουσιαστικά γεγονότα που θεμελιώνουν την απαίτηση των εναγόντων κατά της εναγομένης για παράβαση συμφωνίας περιέχονται στις παραγράφους 4 μέχρι 9 της Έκθεσης Απαιτήσεως τις οποίες παραγράφους παραθέτω πιο κάτω: «
  5. Κατόπιν παράκλησης της Εναγομένης και μέσα στα πλαίσια της ως άνω συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, οι Ενάγοντες αποδέχτηκαν και/ή συμφώνησαν στην έκδοση εγγυητικής επιστολής, υπ' αριθμό 5415306/01 για Λ.Κ.25,000.- με ημερομηνία 6.8.2001 από την Λαική Τράπεζα με Δικαιούχο την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. Περαιτέρω, η πιο πάνω εγγυητική επιστολή θα εκδίδετο και/ή θα εδίδετο από την Τράπεζα των Εναγόντων Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ για το ποσό των Λ.Κ.25.000,-και σε περίπτωση παράβασης οποιουδήποτε όρου της πιο πάνω εγγυητικής επιστολής η Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ θα υποχρεούτο να καταβάλει προς τον απαιτητή, ήτοι την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, το ποσό που αντιστοιχούσε στην εγγυητική επιστολή.
  6. Κατά ή περί την 6/8/20002 η Εναγόμενη λόγω αδυναμίας αποπληρωμής του τιμήματος του πιο πάνω διαμερίσματος, κάλεσε τους Ενάγοντες όπως προχωρήσουν στην πώληση του πιο πάνω αναφερόμενου διαμερίσματος σε τρίτο πρόσωπο και από το τίμημα της πώλησης που θα προέκυπτε να αποπληρωνόταν μέρος του δανείου που είχε συνάψει.
  7. Κατά/ή περί την 28.7.2003 η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ ειδοποίησε τους Ενάγοντες ότι λόγω της μη ενημέρωσης της Εναγομένης προς αυτούς αναφορικά εντούτοις την πώληση του πιο πάνω διαμερίσματος μεταξύ των διαδίκων, η Εναγόμενη θα έπρεπε να προβεί στη σύναψη νέας συμφωνίας δανείου μεταξύ τους, αφού η αιτία έκδοσης της διατήρησης της υφιστάμενης εγγυητικής επιστολής είχε εκλείψει άλλως θα προχωρούσαν στην υποβολή απαίτησης (claim) προς την Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ για ρευστοποίηση της εγγυητικής επιστολής για το ποσό των Λ.Κ.27,783.96σεντ.
  8. Η Εναγομένη κατά παράβαση της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό έναντι της ως άνω εγγυητικής επιστολής, λόγω παράβασης των όρων της για το ποσό των Λ.Κ.27,783,96 στο δάνειο της Εναγομένης και για το οποίο χρεώθηκε, ο λογαριασμός των Εναγόντων στην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ με αριθμόν 189-45-
  9. Κατά/ή περί την 9.8.2004 η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ απαίτησε από την Τράπεζα των Εναγόντων την εκτέλεση της σχετικής εγγυητικής, πράγμα το οποίο και έγινε και η Τράπεζα των Εναγόντων την ιδίαν ημέρα, ήτοι την 9.8.2004 εξέδωσε την επιταγή με αριθμό 446361 της Λαική Τράπεζας (κατάστημα αριθ.153 στην Ακρόπολη) και πλήρωσε την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα το ποσό των Λ.Κ.27,777,93 σεντ, πλέον Λ.Κ.6.- προμήθεια και 0,03 σεντ χαρτόσημα, ήτοι το συνολικό ποσό των Λ.Κ.27,783,96 σεντ.
  10. Οι Ενάγοντες λόγω της παράτυπης ή/και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Εναγομένης υπέστησαν τις πιο κάτω ζημίες: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Α. Πληρωμή απαίτησης επί της εγγυητικής 541530601 Λ.Κ.27,808 €47,512,79 Β. Έξοδα εγγυητικής επιστολής 541530601 Λ.Κ.1,500 €2,562,90 Γ. Υπόλοιπο Συμβολαίου Λ.Κ.2,500 €4,271,50 Δ. Κατοχή του διαμερίσματος από 9.8.04 - 29.9.09 Λ.Κ.17,805,86 €30.500 ΣΥΝΟΛΟ: Λ.Κ.49,658 €84,847,19 ===================». Τα γεγονότα της υπόθεσης σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων είναι ως τα εξήγησε ο διευθυντής των εναγόντων Αντώνης Τσαγγάρης ΜΕ
  11. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία που αναπτύσσει ακίνητη ιδιοκτησία και πωλεί διαμερίσματα στο κοινό. Οι ενάγοντες συνήψαν πωλητήριο έγγραφο με την εναγομένη για την αγορά διαμερίσματος αριθμός 7, στην οδό Στυλιανού αριθμός τεμαχίου 1503 Φ/Σχ 21/55W2 αρ. εγγραφής Ν1644 στο Στρόβολο στο συγκρότημα «Pania Court». Αυτή η συμφωνία έγινε στις 29 Ιουνίου, 2001, και η εναγόμενη κατέθεσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας προς τον σκοπό ειδικής εκτέλεσης της συμφωνίας περίπου μία εβδομάδα αργότερα σύμφωνα με τον ΜΕ
  12. Η εναγομένη για να μπορέσει να αγοράσει το διαμέρισμα έπρεπε να κάνει δάνειο από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. Έκανε δάνειο ύψους Λ.Κ.25.000,00 από την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα όμως η Συνεργατική για να δεχθεί να χορηγήσει το δάνειο ήθελε εξασφάλιση με τραπεζική εγγύηση προς όφελος της εφόσον δεν υπήρχε τίτλος ιδιοκτησίας στο όνομα της εναγομένης ώστε να υποθηκευθεί το ακίνητο. Επειδή εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου ήταν η ενάγουσα εταιρεία, οι ενάγοντες προκειμένου να διευκολύνουν την αγοραπωλησία αποδέχθηκαν να χορηγήσουν μέσω της Λαϊκής Τράπεζας εγγυητική για να εξασφαλιστεί η αποπληρωμή του δανείου της οποίας οφειλέτριας υπήρξε η εναγομένη. Σύμφωνα με τον ΜΕ1 η εναγομένη δεν πλήρωσε ούτε μία δόση του δανείου ύψους Λ.Κ.25.000,00 με αποτέλεσμα η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα περίπου δύο χρόνια αργότερα να απαιτήσει την πληρωμή της εγγυητικής που εκδόθηκε προς όφελος της για το εν λόγω ποσό. Όρος της εγγυητικής ήταν να πληρωθεί το ποσό της εγγυητικής παρά την οποιαδήποτε αντίρρηση της ενάγουσας εταιρείας στην περίπτωση που η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα απαιτούσε την πληρωμή. Ήταν θέση του ΜΕ1 ότι αυτή η εγγυητική ανανεώθηκε μια φορά μέχρι τις 06.08.2003 και μετά ξανά μέχρι τις 06.08.
  13. Ήταν θέση του ότι δεν προχώρησε σε μεταβίβαση του διαμερίσματος επ' ονόματι της εναγομένης διότι αυτή δεν ήταν σε θέση να πληρώσει το υπόλοιπο μέρος του τιμήματος σύμφωνα με το αγοραπωλητήριο έγγραφο. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη δεν πλήρωσε ούτε μια δόση του στεγαστικού δανείου. Η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής της Λαϊκής Τράπεζας που εξαφάλιζε το στεγαστικό δάνειο της εναγομένης για αγορά διαμερίσματος (βλ. επιστολή της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας προς την Λαϊκή Τράπεζα, Στασίνου 17 τεκμήριο 1.1), στην πολυκατοικία Ζενια Αλική Court. Στις 06.08.2002 η εναγόνενη ζήτησε από τους ενάγοντες να πωλήσουν το εν λόγω διαμέρισμα σε τρίτο πρόσωπο και με το τίμημα της πώλησης να πληρωθεί το δάνειο. Ήταν θέση του ότι η συμφωνία πώλησης είχε ακυρωθεί από την εναγομένη με την σύμφωνη γνώμη των ενάγοντων, χωρίς όμως η εναγομένη να ενημερώσει τον δανειστή της, την Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα. Στις 28.07.2003 η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα επικοινώνησε με τους ενάγοντες και τους είπε ότι έπρεπε να γίνει νέα εγγυητική διαφορετικά θα προχωρούσε η Συνεργατική με απαίτηση προς την Λαϊκή Τράπεζα να πληρωθεί η τραπεζική εγγύηση. Η απαίτηση τελικά έγινε στις 09.08.2004 και η Λαϊκή Τράπεζα πλήρωσε την εγγυητική. Στην συνέχεια, οι ενάγοντες χρεώθηκαν από την τράπεζά τους για την πληρωμή της εγγυητικής. Μέχρι σήμερα η εναγομένη δεν έχει πληρώσει τίποτα έναντι της πληρωμής της εγγυητικής για να αποκαταστήσει τους ενάγοντες. Το ποσό που πληρώθηκε ήταν Λ.Κ.25.000,00 μαζί με τους τόκους του δανείου, το οφειλόμενο ποσό που συνολικά πληρώθηκε ήταν για το ποσό των Λ.Κ.27.808,
  14. Από τότε η ενάγουσα δεν έχει πληρώσει τίποτε στους ενάγοντες προς αποζημίωση παρόλο που συνεχίζει να κατέχει το διαμέρισμα. Στις 10 Ιανουαρίου 2005, οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή 215/05 εναντίον της εναγομένης. Στα πλαίσια της αγωγής αυτής, εκδόθηκε απόφαση εναντίον της εναγομένης όπως πληρώσει το ποσό των €54.347,19 πλέον τόκους και έξοδα της αγωγής.
  15. Μαρτυρία Σε σχέση με το λόγο που η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι αυτό αφορούσε αδυναμία της εναγομένης να πληρώσει το δάνειο. Συγκεκριμένα, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι ούτε και μία δόση του δανείου δεν πληρώθηκε με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να κληθούν ως εγγυητές να πληρώσουν όλο το ποσό του δανείου, πλέον τους τόκους για την καθυστέρηση της πληρωμής. Σε σχέση με το αγοραπωλητήριο έγγραφο εκτός από το ποσό των Λ.Κ.25.000,00 ήταν όρος της συμφωνίας να πληρώσει επιπρόσθετα το ποσό των Λ.Κ.2.000,00 ως προκαταβολή. Όμως, ούτε το αρχικό ποσό της προκαταβολής ύψους Λ.Κ.2.000,00 δεν πληρώθηκε καθότι η επιταγή της προκαταβολής είχε επιστραφεί μετά από κατάθεσή της στην τράπεζα διότι δεν υπήρχαν ικανοποιητικά κεφάλαια στο λογαριασμό της εναγομένης. Ο ΜΕ1 κατά την αντεξέταση, παραδέχθηκε σε αντίθεση με την δικογραφημένη θέση του στην Έκθεση Απαίτησης, ότι τελικά δεν είναι η εναγομένη που ήθελε να τερματίσει την συμφωνία αλλά οι ίδιοι οι ενάγοντες και την κάλεσαν να πωλήσει το διαμέρισμα για να ξοφλήσει το δάνειο. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι οι ενάγοντες προσάρμοσαν την δικογραφημένη τους θέση ώστε αυτή να ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης δηλαδή ότι οι ενάγοντες και όχι η εναγομένη επιδίωξαν την ακύρωση του πωλητήριου εγγράφου και πώληση του διαμερίσματος σε τρίτο πρόσωπο. Επίσης, σημείωσε ότι οι ενάγοντες ουδέποτε αποκήρυξαν την συμφωνία. Εφόσον θέση του ήταν ότι επιμένει σε εκτέλεση της αρχικής συμφωνίας, δεν ήταν πειστική η εξήγησή ότι καταχώρισε αυτή την αγωγή με σκοπό να πάρει τις Λ.Κ.25.000,00 που του οφείλει η εναγομένη, με δεδομένο ότι ήδη έχει εκδοθεί δικαστική απόφαση προς όφελος των εναγόντων σε σχέση με την ίδια διαφορά ως αυτή προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης 215/05 και ως αυτά δικογραφούνται στις έγγραφες παραστάσεις των μερών. Ο ΜΕ1, παραδέχθηκε επίσης, ότι το αντικείμενο της πρώτης αγωγής 215/05 ήταν το τίμημα πώλησης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, συν τόκους και έξοδα που προέκυψαν από την πληρωμή της εγγυητικής. Τα δικόγραφα της αγωγής 215/05 (τεκμήριο 2) κατατέθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα. Οι διάδικοι είναι οι ίδιοι με την παρούσα αγωγή. Επιπρόσθετα, στην αγωγή 215/05 εκτίθενται τα ίδια γεγονότα με αυτά που καταγράφονται στις παραγράφους 1 μέχρι 8 αυτής της αγωγής σε σχέση με την πληρωμή της εγγυητικής. Οι θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή 215/05 είναι ως ακολούθως: «
  16. Οι Ενάγοντες ειδοποίησαν επανειλημμένα την Εναγομένη όπως εξοφλήσει το χρέος της προς αυτούς, πλην όμως αυτή αμέλησε ή/και παρέλειψε να πράξει οτιδήποτε, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να εξακολουθούν να υφίστανται ζημία εκ Λ.Κ.31.808,- μέχρι σήμερα
  17. Οι Ενάγοντες λόγω της παράτυπης ή/και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της Εναγομένης υπέστησαν τις πιο κάτω ζημίες: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΖΗΜΙΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Α. Πληρωμή απαίτησης επί της εγγυητικής 541530601 Λ.Κ.27,808 €47,512,79 Β. Έξοδα εγγυητικής επιστολής 541530601 Λ.Κ.1,500 €2,562,90 Γ. Υπόλοιπο Συμβολαίου Λ.Κ.2,500 €4,271,50 Δ. Κατοχή του διαμερίσματος από 9.8.04 - 29.9.09 Λ.Κ.17,805,86 €30.500 ΣΥΝΟΛΟ: Λ.Κ.49,658 €84,847,19 ===================». Έγινε αντιληπτό ότι ο ΜΕ1 στην ουσία ήθελε αποζημίωση για τα χρήματα που έχασε ως συνέπεια της πληρωμής της εγγυητικής. Δεν με έπεισε όμως ότι κατ' ουσία αυτή η διαφορά διαφέρει από τη διαφορά της αγωγής 215/
  18. Ούτε με έχει πείσει ότι γνήσια πιστεύει ότι αυτή η υπόθεση θεμελιώνει καινούργια απαίτηση που δεν έχει σχέση με την 215/
  19. Εφόσον ο ΜΕ1 θέλει τα χρήματα που έχασε εξαιτίας των δοσοληψιών του με την εναγομένη τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής είναι τα ίδια με την αγωγή 215/
  20. Προφανώς, έχει καταχωρήσει αυτή την υπόθεση για να αναβιώσει την παλαιότερη υπόθεση η οποία δεν φαίνεται να απέδωσε τους επιθυμητούς καρπούς. Άκουσα με προσοχή την εναγομένη. Τα περισσότερα γεγονότα της υπόθεσης είναι παραδεκτά. Είναι παραδεκτό, επί παραδείγματι, ότι οι ενάγοντες της πώλησαν το διαμέρισμα. Είναι παραδεκτό ότι οι ενάγοντες παραχώρησαν προς την τράπεζα εγγυητική προς εξασφάλιση του δανείου επειδή το διαμέρισμα δεν είχε τίτλο ιδιοκτησίας. Η τράπεζα, στη συνέχεια, παραχώρησε το δάνειο και πληρώθηκε το τίμημα της πώλησης στους ενάγοντες. Εκεί που υπάρχει διαφωνία μεταξύ των διαδίκων σε σχέση με τα γεγονότα είναι οι λόγοι που η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα ζήτησε την πληρωμή της εγγυητικής. Θέση της εναγομένης ήταν ότι η συνεργατική παραχώρησε την εγγυητική και την ανανέωσε μέχρι στις 06.08.
  21. Θέση της εναγομένης ήταν ότι η Συνεργατική ζήτησε στις 09.08.2004 την πληρωμή της εγγυητικής, επειδή οι ενάγοντες μέχρι εκείνη την ημέρα δεν είχαν παραχωρήσει τίτλο ιδιοκτησίας του διαμερίσματος ώστε η τραπεζική εγγύηση να αντικατασταθεί με υποθήκη του διαμερίσματος. Κατά την αντεξέταση την ρώτησε η κα Βασιλείου κατά πόσο ήταν τυπική με την υποχρέωση της να αποπληρώνει το χρέος του δανείου. Αόριστα και ατεκμηρίωτα ανέφερε ότι, δεν πλήρωνε τις δόσεις του δανείου επειδή της είπαν προφορικά λειτουργοί της Συνεργατικής ότι είχε περίοδο χάριτος αποπληρωμής του δανείου. Περαιτέρω, παραδέχθηκε ότι το ποσό των ΛΚ2.000,00, που ήταν η προκαταβολή για την αγορά του διαμερίσματος, δεν πληρώθηκε ποτέ διότι η επιταγή που παρέδωσε στους ενάγοντες δεν πληρώθηκε. Η θέση της ότι πλήρωσε το τίμημα για την αγορά του διαμερίσματος στερείται κοινής λογικής. Δεν ήταν πειστική ότι έχει εξοφλήσει το διαμέρισμα επειδή δεν πλήρωνε τις δόσεις του δανείου αλλά και ούτε την προκαταβολή για την αγορά του διαμερίσματος. Ανέφερε ότι η μη πληρωμή του δανείου δεν μπορεί να είναι ο λόγος που η Συνεργατική ζήτησε την πληρωμή της εγγυητικής επειδή η Συνεργατική ποτέ δεν κίνησε αγωγή εναντίον της και ούτε κίνησε αγωγή εναντίον της ο κ. Τσαγγάρης για τη μη πληρωμή του ποσού των ΛΚ2.000,
  22. Η εκδοχή της ότι δεν είχε την υποχρέωση να πληρώνει τις δόσεις του δανείου δεν ήταν πειστική. Δεν ανέφερε ποιος λειτουργός της έδωσε τέτοια διαβεβαίωση. Οποιεσδήποτε προφορικές διαβεβαιώσεις δεν μπορεί να αντικαθιστούν την γραπτή της υποχρέωση να αποπληρώνει τις δόσεις ως η γραπτή συμφωνία δανείου. Περαιτέρω, εάν υπήρχε τέτοια περίοδο χάριτος, δεν θα υπήρχε λόγος το δάνειο να εξασφαλιστεί με την παροχή εγγυητικής του δανείου. Επομένως, η θέση της εναγόμενης ότι δεν ευθύνεται για την πληρωμή της εγγυητικής δεν ευσταθεί. Επίσης, δεν ευσταθεί η θέση της ότι το διαμέρισμα που αγόρασε είναι ξοφλημένο. Η εναγόμενη γνώριζε καλά ότι δεν ήταν συνεπής με τις υποχρεώσεις της, διαφορετικά δεν θα δεχόταν απόφαση στα πλαίσια της αγωγής 215/05 που αφορά τα ίδια επίδικα θέματα. Η θέση της ότι ο δικηγόρος της ευθύνεται για την έκδοση της απόφασης εκ συμφώνου, δεν είναι πειστική. Ουδέποτε επιχείρησε να την παραμερίσει αυτή την απόφαση, και δεν έθεσε υπόψη μου καταγγελία που έγινε κατά του δικηγόρου της επειδή δεν ακολούθησε τις οδηγίες της. Ως ανέφερε προηγουμένως τα πλείστα γεγονότα της υπόθεσης είναι παραδεκτά από τους διαδίκους. Όμως, στο βαθμό που τα γεγονότα αυτά αμφισβητούνται, και ειδικά για το κρίσιμο ζήτημα της αποπληρωμής του δανείου, δεν αποδέχομαι την εκδοχή της εναγομένης. Ως προκύπτει από το αιτητικό των δύο αγωγών οι θεραπείες που ζητούνται είναι ίδιες πλην του ποσού των €30.500,00 που ζητείται από τους ενάγοντες στην παρούσα αγωγή για την κατοχή του διαμερίσματος από 09.08.2004 μέχρι 29.09.
  23. Επίσης, στην παρούσα αγωγή οι ενάγοντες ζητούν ως θεραπεία την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων που αποσκοπούν στην ουσία στην έξωση της εναγομένης από το διαμέρισμα, επικαλούμενοι πάντοτε την αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, ήτοι την μη πληρωμή των δόσεων του δανείου ως αποτέλεσμα του οποίου το τραπεζικό ίδρυμα που κατείχε την εγγυητική προς εξασφάλιση του δανείου να καλέσει τους ενάγοντες να πληρώσουν το ποσό που εξασφάλιζε την εγγυητική. ΚΑΤΑ ΠΟΣΟ ΥΠΑΡΧΕΙ ΔΕΔΙΚΑΣΜΕΝΟ Θεωρώ ότι έχει δημιουργηθεί ζήτημα δεδικασμένου με αποτέλεσμα να υπάρχει νομικό κώλυμα να προωθείται περαιτέρω η παρούσα αγωγή επειδή τα επίδικα θέματα και διάδικοι αυτής της αγωγής με την αγωγή 215/05 είναι τα ίδια. θεωρώ ότι δημιουργείται δεδικασμένο σε σχέση με την αιτία αγωγής που εκφράζεται στην παρούσα αγωγή Στην απόφαση Γαβριήλ ν Αγαπίου[1] επεξηγήθηκε ότι ακόμη και η απόρριψη αγωγής στην οποία δεν έχει προηγηθεί ακροαματική διαδικασία επιφέρει τη λύση διαφοράς της αγωγής και καθιστά το αγώγιμο δικαίωμα δεδικασμένο. Το δεδικασμένο θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας. Το δεδικασμένο προκύπτει όποτε υπάρχει ταυτότητα των συμφερόντων (δηλαδή τα επίδικα ζητήματα της μίας αγωγής είναι τα ίδια με την δεύτερη αγωγή) και ταυτότητα των διαδίκων. Η δέσμευση που προκύπτει από το δεδικασμένο βαρύνει μόνο τους διαδίκους και τους διαδόχους των διαδίκων. Τα επίδικα θέματα αυτής της αγωγής με την αγωγή 215/05 είναι τα ίδια. Τα γεγονότα που προβάλλονται στην Έκθεση Απαιτήσεως είναι τα ίδια με μόνη διαφορά ότι στην παρούσα αγωγή γίνεται αναφορά στη διαδικασία και το αποτέλεσμα της αγωγής 215/
  24. Η μόνη ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο αγωγών είναι ότι στην παρούσα αγωγή ζητούνται θεραπείες που οι ενάγοντες παρέλειψαν να ζητήσουν στα πλαίσια της αγωγής 215/
  25. Συγκεκριμένα, στα πλαίσια της παρούσας αγωγής ζητείται επιπρόσθετα των άλλων θεραπειών που περιλαμβάνονται στο αιτητικό της αγωγής 215/05 και αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης του διαμερίσματος για την περίοδο από 08.09.2004 μέχρι την ημέρα έγερσης της αγωγής 29.09.
  26. Περαιτέρω, ζητούνται θεραπείες στα πλαίσια αυτής της αγωγής δηλωτικού χαρακτήρα σε σχέση με την εγκυρότητα της συμφωνίας πώλησης του διαμερίσματος, δηλαδή, την ακύρωση του και την ακύρωση της κατάθεσης του πωλητηρίου εγγράφου στο κτηματολόγιο της Λευκωσίας. Αναμφίβολα, αυτές οι θεραπείες εφόσον βασίζονται στα ίδια ακριβώς γεγονότα θα μπορούσαν να διεκδικηθούν και στα πλαίσια της αγωγής 215/
  27. Η διαφορά αυτής της αγωγής, που πλαισιώνεται με σχεδόν πανομοιότυπα ουσιώδη γεγονότα, ειναι ίδια με την αγωγή 215/
  28. Ήδη είχε γίνει διάγνωση της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης στα πλαίσια της συμφωνίας που περιγράφεται λεπτομερώς στις παραγράφους 4 μέχρι 9 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Αυτή η διαφορά επιλύθηκε με εκ συμφώνου απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 215/
  29. Στην υπόθεση Σοφία Κλεόπα ν Χριστοφόρου Αντωνίου[2] το Εφετείο επεξήγησε ότι στην περιπτωση που τα θέματα των δύο αγωγών είναι τα ίδια το δεδικασμένο δεν καλύπτει μόνο τις θεραπείες που ζητήθηκαν με την πρώτη αγωγή αλλά καλύπτει και θέματα που προκύπτουν και θα μπορούσαν να εγερθούν με την προηγούμενη αγωγή. Σε εκείνη την υπόθεση η πρώτη αγωγή αφορούσε απαίτηση για ζημιές του οχήματος που ενεπλάκη σε δυστύχημα. Ενώ, σε δεύτερη αγωγή, που αφορούσε το ίδιο δυστύχημα εναντίον του ίδιου διαδίκου ενσωματώθηκε απαίτηση για σωματικά τραύματα και γενικές αποζημιώσεις. Το Εφετείο επικύρωσε πρωτόδικη απόφαση στην οποία αποφασίσθηκε ότι η δεύτερη αγωγή δεν μπορούσε να προχωρήσει εξαιτίας του δεδικασμένου που δημιουργήθηκε με την ίδια αιτία αγωγής στην πρώτη αγωγή με το εξής σκεπτικό: «Η νομική φύση του δεδικασμένου απασχόλησε επανειλημμένα. Το υπό κρίση είναι από τα θέματα που έχει φωτίσει αρκούντως η νομολογία. Στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ.

(1995)1 Α.Α.Δ. 670 επισημάνθηκε από το Εφετείο ότι: «..........δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The "Indian Grace" (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί». Προηγουμένως, στην Κ.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd[3], έχει λεχθεί, αναφορικά με τα όρια μέχρι τα οποία εκτείνεται η αρχή, καθώς και την αναγκαιότητα εφαρμογής της, στη σελ. 312: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα λιθογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». Όμοιος είναι ο κανόνας που καθιέρωσε ο Άρειος Πάγος, όπως προκύπτει από τη σύνοψη της παρακάτω απόφασης του: «Το δεδικασμένο, εξαιτίας του οποίου δεν επιτρέπεται να εξετασθεί εκ νέου σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων είτε ως κύριο αντικείμενο είτε ως προϋπόθεση άλλου δικαιώματος το αρμοδίως κριθέν με τελεσίδικη απόφαση ως πηγάζον από ορισμένη αιτία δικαίωμα εκτείνεται όχι μόνο στις ενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν ουσιαστικά ή τυπικά, αλλά και σε εκείνες τις ενστάσεις οι οποίες, μολονότι υπήρχαν κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση ή γεννήθηκαν αργότερα μέχρι τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που έκρινε τελεσιδίκως τη διαφορά, δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως από το διάδικο υπέρ του οποίου υπάρχουν οι ενστάσεις αυτές, Α.Π. 135/1990 Ε.Ε.Δ.
  1. Ε.Ε.Α.Δ.
  2. 714».¨ Ως ανέφερα προηγουμένως η Έκθεση Απαιτήσεως και το τεκμήριο 2 (Έκθεση Απαιτήσεως της αγωγής 215/05) εκφράζουν την ίδια αιτία αγωγής και καταγράφονται και στα δύο έγγραφα τα γεγονότα που αφορούν την πώληση του διαμερίσματος και την παροχή της τραπεζικής εγγύησης ως εξασφάλιση για το δάνειο που πήρε η εναγομένη. Τέλος καταγράφεται και στις δυο αγωγές το γεγονός ότι η Συνεργατική Κεντρική τράπεζα απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να πληρώσουν το ποσό των ΛΚ25.000,00 προς εξόφληση του δανείου. Οι διεκδικήσεις των εναγόντων έναντι της εναγομένης αφορούν παράβαση των συμφωνηθέντων και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός της εναγομένης. Η μόνη διαφορά της δεύτερης αγωγής με την αγωγή 215/05 είναι η προσθήκη νέας απαίτησης για ειδικές αποζημιώσεις εξαιτίας παράνομη κατοχή του διαμερίσματος, γενικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, ενδιάμεσα οφέλη, καθώς και δηλωτικού χαρακτήρα διατάγματα που αποσκοπούν στην έξωση της εναγομένη από το διαμέρισμα. Όμως, αυτές οι θεραπείες βασίζονται στα ίδια γεγονότα που εκφράζονται με την πρώτη αγωγή και αυτές οι αξιώσεις θα μπορούσαν οι ενάγοντες να τις διεκδικήσουν με την αγωγή 215/05 καθότι όλα τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η δεύτερη απαίτηση είχαν συμβεί πριν την καταχώρηση της αγωγής 215/
  3. Στα πλαίσια της αγωγής 215/05 υπήρξε οριστική επίλυση της διαφοράς με την έκδοση Δικαστικής απόφασης εκ συμφώνου. Στη συνέχεια για σειρά ετών μάλιστα ακολούθησαν διάφορα μέτρα εκτέλεσης της Δικαστικής απόφασης στα πλαίσια της αγωγής 215/
  4. Συνεπώς, η διαφοροποίηση που επιχειρείται να προβληθεί από τους ενάγοντες με τη δεύτερη αγωγή είναι τεχνητή. Στην ουσία οι ενάγοντες επειδή δεν είναι ευχαριστημένοι με το αποτέλεσμα της πρώτης δικαστικής διαδικασίας επιχειρούν να την αναβιώσουν με την ελπίδα ότι αυτή την φορά θα προκύψει διαφορετικό αποτέλεσμα. Όλες οι θεραπείες που ενσωματώνονται στην παρούσα αγωγή θα μπορούσαν και έπρεπε οι ενάγοντες να τις επικαλεσθούν στην πρώτη αγωγή. Παραβιάζει το δεδικασμένο η αναβίωση μίας διαφοράς που έχει ήδη επιλυθεί οριστικά στο παρελθόν. Απαγορεύεται η προώθηση δεύτερης αγωγής, με το ίδιο αντικείμενο, και έτσι αναπόφευκτα το μόνο δίκαιο αποτέλεσμα υπό τις περιστάσεις είναι η απόρριψη της αγωγής με έξοδα της αγωγής να επιδικασθούν και να υπολογιστούν εναντίον των εναγόντων. Δεν θα ήταν αδύνατο για τους ενάγοντες να διεκδικήσουν στην προγενέστερη αγωγή διάταγμα για ενδιάμεση οφέλη σε σχέση με τον χρόνο που η εναγόμενη κατείχε παράνομα το υποστατικό. Συνεπώς, είχαν το καθήκον να θέσουν αυτόν το ισχυρισμό και να ζητήσουν αυτή την θεραπεία εξ' υπαρχής Η μεταγενέστερη δίκη, δηλαδή η παρούσα αγωγή, αναφέρεται στην ίδια αιτία αγωγής και σε πτυχή της αποζημίωσης, που μπορούσε και έπρεπε, να είχε προβληθεί στην πρώτη διαδικασία. Η διαφοροποίηση που επιχειρήθηκε είναι εντελώς πλασματική. Ακόμη και ο ΜΕ1 αναγνώρισε έμμεσα ότι αυτή η αγωγή καταχωρήθηκε επειδή δεν ήταν ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα της πρώτης αγωγής, και ότι στην ουσία θα ήταν ευχαριστημένος εάν η εναγόμενη είχε συμμορφωθεί με την αρχική συμφωνία με το να πληρώσει τις ΛΚ25.000,00 που κλήθηκαν οι ενάγοντες να πληρώσουν όταν το πιστωτικό ίδρυμα που χορήγησε το δάνειο ζήτησε την πληρωμή της εγγυητικής. Οι εναγόμενοι δεν είχαν τότε με την έγερση της πρώτης αγωγής αντικειμενικό δικονομικό κώλυμα για την ολοκληρωμένη παρουσίαση του δικαιώματος αποζημίωσης. Δηλαδή, θα μπορούσαν να ζητήσουν ενδιάμεση οφέλη από την παράνομη κατοχή του διαμερίσματος και στα πλαίσια της αγωγής 215/
  5. Δεν δύναται τώρα οι ενάγοντες που έχουν έρθει αντιμέτωποι με τις οποιεσδήποτε παραλείψεις τους στην πρώτη αγωγή να ανοίξουν τα ίδια ζητήματα για δεύτερη φορά, με την ελπίδα ότι το αποτέλεσμα θα είναι διαφορετικό και ότι τα λάθη που θεωρούν ότι έγιναν στο παρελθόν να μην επαναληφθούν. Αυτό είναι κατάχρηση της διαδικασίας διότι παραβιάζεται η αρχή του δεδικασμένου με το επανάνοιγμα της υπόθεσης, η οποία επιλύθηκε οριστικά προ ετών με συγκεκριμένο αποτέλεσμα και με μέτρα εκτέλεσης που ακολούθησαν προς εφαρμογή της συγκεκριμένης απόφασης που εκδόθηκε. Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, η έγερση της αγωγής για ταυτόσημη αιτία αγωγής και των επίδικων θεμάτων προσκρούει στο δεδικασμένο. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΠΤΕΣ ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΟΤΙ ΟΙ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ ΚΛΗΘΗΚΑΝ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ ΤΗΝ ΕΓΓΥΗΤΙΚΗ ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΤΟΥ ΓΕΓΟΝΟΤΟΣ ΟΤΙ Η ΕΝΑΓΟΜΕΝΗ ΠΑΡΕΛΕΙΨΕ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΟ ΔΑΝΕΙΟ Επί της ουσίας είναι φανερό, όπως ήταν και φανερό στα πλαίσια της αγωγής 215/05, ότι η εναγόμενη σταμάτησε να πληρώνει το δάνειο που εγγυήθηκαν οι ενάγοντες, διά της τραπεζικής εγγύησης, και που αποδέχθηκαν να χορηγήσουν προς το πιστωτικό ίδρυμα που χορήγησε το δάνειο. Οι ενάγοντες ουδέποτε θα συμφωνούσαν στην έκδοση τέτοιας εγγύησης, προς όφελος της Συνεργατικής Κεντρικής Τράπεζας, στην περίπτωση που η εναγόμενη θα αθετούσε τις υποχρεώσεις της και δεν θα πλήρωνε το δάνειο. Το γεγονός ότι η εναγόμενη αποδέχθηκε, στα πλαίσια της αγωγής 215/05, να εκδοθεί απόφαση εναντίον της απόφαση για το ποσό των ΛΚ54.347,19, πλέον τόκους και έξοδα, είναι έμμεση παραδοχή ότι η δική της αντισυμβατική συμπεριφορά ήταν η αιτία που οι ενάγοντες κλήθηκαν να πληρώσουν το ποσό της εγγύησης στο πιστωτικό ίδρυμα που της είχε χορηγήσει το δάνειο. Το να ισχυρίζεται τώρα στα πλαίσια αυτής της αγωγής ότι, ο πραγματικός λόγος που το πιστωτικό ίδρυμα, κάλεσε τους ενάγοντες να πληρώσουν είναι η αδυναμία τους να εκδώσουν ξεχωριστό τίτλο για το συγκεκριμένο διαμέρισμα δεν πείθει, σε διαφορετική περίπτωση δεν θα αναλάμβανε με δικαστική απόφαση την υποχρέωση να αποζημιώσει τους ενάγοντες στα πλαίσια της αγωγής 215/
  6. Προκύπτει από την αναντίλεκτη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου ότι οι ενάγοντες αποδέχθηκαν να εγγυηθούν την πληρωμή του δανείου για να διευκολύνουν την συναλλαγή πώλησης της αγοράς του διαμερίσματος. Η εγγυητική επιστολή κατατέθηκε ως τεκμήριο 1.
  7. Από το λεκτικό της επιστολής προκύπτει ότι υπήρξαν δύο περιπτώσεις κατά των οποίων θα αναλάμβανε η Λαϊκή Τράπεζα να πληρώσει προς τη Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα το ποσό της εγγυητικής. Αυτές οι δύο προϋποθέσεις ήταν ως ακολούθως: «(α) ο πωλητής δεν έχει μέχρι τις 6 Αυγούστου, 2002, εγγράψει το πιο ακίνητο στο όνομα του αγοραστή ή ο πωλητής μεταβίβασε τον τίτλο ιδιοκτησίας του ακινήτου στον αγοραστή χωρίς να δώσει γραπτή ειδοποίηση τουλάχιστον 15 ημερών σε σας μέσω της εκδότριας Τράπεζας (Εμάς) για την προκειμένη μεταβίβαση και (β) απαιτείτε πληρωμή κάτω από την εγγυητική αυτή». Οπότε η περίπτωση το (α) της επιστολής δεν ήταν μόνος λόγος που η Λαϊκή Τράπεζα είχε την υποχρέωση να αναλάβει την πληρωμή της εγγυητικής. Η Λαϊκή Τράπεζα θα είχε την υποχρέωση να αναλάβει την πληρωμή της εγγυητικής ως το (β), δηλαδή, οποτεδήποτε γινόταν απαίτηση για την πληρωμή πριν την λήξη της επιστολής. Τέθηκε αρκετή μαρτυρία ενώπιον μου, βάση της οποίας μπορούσα να εξάξω το συμπέρασμα ότι το συνεργατικό πιστωτικό ίδρυμα, απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής επειδή η εναγόμενη δεν πλήρωνε τις δόσεις του δανείου και επειδή δεν υπήρχε μέχρι τότε άλλη εξασφάλιση του δανείου με την έκδοση ξεχωριστού τίτλου για το διαμέρισμα. Αυτός ήταν ο μόνος και πραγματικό λόγος που η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής, δηλαδή για να αποπληρωθεί το δάνειο που βρισκόταν σε υπηρημερία. Ακόμη και να δεχθώ, χάριν συζήτησης, ότι οι ενάγοντες δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις εφόσον δεν είχαν έγκαιρα έκδοση ξεχωριστό τίτλο ιδιοκτησίας για το διαμέρισμα, πάλι δεν πείθει η εναγομένη ότι αυτός ήταν ο πραγματικός λόγος που το Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα, απαίτησε την πληρωμή της εγγυητικής. Ο ΜΕ1, είχε αναφέρει ότι υπάρχει τώρα ξεχωριστός τίτλος για το διαμέρισμα αλλά δεν γίνεται μεταβίβαση στο όνομα της εναγομένης προτού ξοφλήσει το ποσό που οφείλει. Παρόλο τούτο, η εναγόμενη δεν έχει πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Περαιτέρω, υπάρχει δικαστική απόφαση για το χρέος βάση της οποίας στο παρελθόν εκδόθηκαν εντάλματα πληρωμής του χρέους εναντίον της εναγομένης. Η εναγόμενη πληρώνει ως ανέφερε ένα μικρό ποσό εξαιτίας της αδυναμίας της να πληρώνει ένα μεγαλύτερο ποσό έναντι του εξ αποφάσεως χρέους. Ως εκ τούτου, είναι φανερό ότι πραγματικός υπαίτιος για το γεγονός ότι απαιτήθηκε η πληρωμή της εγγυητικής είναι η εναγόμενη που υποσχέθηκε να είναι τυπική με τις υποχρεώσεις της, προκειμένου οι ενάγοντες να εγγυηθούν την οφειλή της και προκειμένου αυτή να είναι σε θέση να αγοράσει το διαμέρισμα. Παρόλο που επί της ουσίας προκύπτει ότι οι απώλειες των εναγόντων οφείλονται στην αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης, ως ανέφερα και προηγουμένως, η αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης επιλύθηκε οριστικά στα πλαίσια της αγωγής 215/05, και ως εκ τούτου, αυτή η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος των εναγόντων όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] 1(Γ) ΑΑΔ 1868
(1998)[2] 1 ΑΑΔ 58
(2002)[3]
(1995)1 A.A.Δ. 309

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.