KATSAVRAS CONSTRUCTIONS LTD ν. P.J.P. CHRISES ANGELIES PUBLISHING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 981/16, 12/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 981/16 KATSAVRAS CONSTRUCTIONS LTD, από τη Λευκωσία. Ενάγουσα -και- P.J.P. CHRISES ANGELIES PUBLISHING LIMITED Εναγόμενη Ημερομηνία: 12 Απριλίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα‑ καθ΄ ης η αίτηση: κος Πιερίδη. Για Εναγόμενη ‑ Αιτήτρια: κα Ιωαννίδου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή Στις 25.2.2016, η πιο πάνω ενάγουσα εταιρεία, καταχώρησε την παρούσα αγωγή, με κλητήριο ένταλμα, ειδικώς οπισθογραφημένο. Επικαλούμενη τους όρους γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 29.8.2012 την οποία χαρακτηρίζει ως «Έντυπο Κυρίως Συμβολαίου για Οικοδομικά Έργα, πρώτη έκδοση Ιούλιος 1996 της μεικτής επιτροπής δομικών συμβολαίων Κύπρου (ΜΕΔΣΚ)» (στο εξής «η συμφωνία»), και την παράβαση τους (των όρων της συμφωνίας) από πλευράς της εναγόμενης εταιρείας, απαιτεί, από την τελευταία, μεταξύ άλλων, το ποσό των €46.813,00 πλέον ΦΠΑ ως οφειλόμενο υπόλοιπο «για εκτελεσθείσες εργασίες και/ή επί πλέον εργασίες και/ή ως λογική αμοιβή για εκτελεσθείσα εργασία και/ή δια υλικά χρησιμοποιηθέντα για την εκτελεσθείσα εργασία και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή άλλως πως...», καθώς επίσης και το ποσό των €17.750,00 ως αποζημιώσεις για απώλεια κέρδους. Με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης (σχετική είναι και η παράγραφος 7 τούτης), η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, πέραν των ειδικώς προβλεπόμενων στη συμφωνία εργασιών, εκτέλεσε και επιπλέον εργασίες, συγκεκριμένης αξίας, την οποία (αξία) προσδιορίζει ειδικώς στο δικόγραφο της. Επίσης, ισχυρίζεται ότι, η εναγόμενη κατέβαλε, κατά καιρούς, διάφορα ποσά έναντι της οφειλής της, τόσο σε σχέση με τις προβλεπόμενες από τη συμφωνία εργασίες, όσο και σε σχέση με τις επιπλέον εργασίες, πλην όμως, παραμένει μέχρι και σήμερα οφειλόμενο ποσό το οποίο ανέρχεται στα €46.813,
- Είναι επίσης η θέση της ενάγουσας (πάντα με βάση το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης), ότι, συνεπεία της συμπεριφοράς της εναγόμενης, αναγκάστηκε να τερματίσει τις εργασίες που εκτελούσε, με αποτέλεσμα να έχει απώλεια κέρδους, που ανέρχεται στο ποσό των €17.750,00, το οποίο (ποσό) θα αποκέρδαινε, αν και εφόσον εκτελούσε και τις υπόλοιπες εργασίες που προβλέπονται από τη συμφωνία. Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, επιδόθηκε στην εναγόμενη εταιρεία, η οποία αντέδρασε με καταχώρηση σημειώματος εμφάνισης, ημερομηνίας 1.3.
- Λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης από πλευράς της εναγόμενης εντός της προβλεπόμενης από τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας προθεσμίας, η ενάγουσα, στις 5.4.2016, καταχώρησε δια κλήσεως αίτηση, με την οποία επιζητούσε την έκδοση απόφασης υπέρ της και εναντίον της εναγόμενης. Στα πλαίσια της μόλις πιο πάνω αναφερόμενης δια κλήσεως αίτησης, στις 18.5.2016, καθώς επίσης και στις 21.6.2016, οι συνήγοροι της εναγόμενης εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και ζήτησαν χρόνο για να καταχωρηθεί το δικόγραφο της Υπεράσπισης, αίτημα το οποίο έγινε δεκτό από το Δικαστήριο, με την ενάγουσα, να μην ενίσταται σ' αυτό. Όσον αφορά στην αγωγή, τούτη ορίστηκε για Απόδειξη στις 19.9.2016 και ώρα 9:00 π.μ., με οδηγίες του Δικαστηρίου όπως, τυχόν Υπεράσπιση, να καταχωρηθεί μέχρι και τις 16.9.
- Η αίτηση Στις 6.9.2016 και σε χρόνο πριν την καταχώρηση του δικογράφου της Υπεράσπισης, η εναγόμενη καταχώρησε την επίδικη αίτηση με την οποία, επιζητεί τις ακόλουθες θεραπείες: «A) Διάταγμα αναστολής της δικαστικής διαδικασίας λόγω της ύπαρξης συμφωνίας διαιτησίας. Β) Διάταγμα αναστολής οιονδήποτε μέτρων στην παρούσα αγωγή λόγω της ύπαρξης συμφωνίας για διαιτησία. Γ) Παραπομπή των απαιτήσεων της παρούσας αγωγής ως και οποιωνδήποτε απαιτήσεων των Εναγόμενων αιτητών σε διαιτησία.» Η αίτηση, βασίζεται στους θεσμούς πολιτικής δικονομίας και συγκεκριμένα στη Δ. 48 θ. 1, 2 και 3 και στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρο
- Τούτην (την αίτηση), υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Γεωργίας Ευριπίδου, η οποία δηλώνει διευθύντρια της εναγόμενης και πλήρως εξουσιοδοτημένη από αυτήν για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Αφού ισχυρίζεται ότι είναι το πρόσωπο, που εκ μέρους της εναγόμενης, έχει χειριστεί τα ζητήματα που αφορούν στην παρούσα αγωγή και ότι για κάθε νομικό θέμα στο οποίο αναφέρεται έχει λάβει σχετική νομική συμβουλή από τους δικηγόρους της εναγόμενης, επαναλαμβάνει τη θέση που προβάλλεται και από πλευράς της ενάγουσας (στην έκθεση απαίτησης) και δη ότι, η σχέση των διάδικων διέπεται από τη γραπτή συμφωνία ημερομηνίας 29.8.2012, και ακολούθως ισχυρίζεται ότι, με βάση τους όρους της συμφωνίας, η ενάγουσα ανέλαβε να ανεγείρει πολυκατοικία για λογαριασμό της εναγόμενης σε συγκεκριμένη περιοχή στη Μακεδονίτισσα. Έπειτα, αναφέρει ότι «κατά τη διάρκεια των εργασιών υπήρξαν διαφορές ως προς το έργο, διαφωνίες ως προς την εκτελεσθείσα εργασία, με αποτέλεσμα οι Ενάγοντες να μην συνεχίσουν τις εργασίες που ανέλαβαν.» Μετά τον μόλις, πιο πάνω αυτουσίως παρατιθέμενο ισχυρισμό της, η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, παραπέμπει, στον όρο 36 της συμφωνίας[1] των μερών, τον οποίο χαρακτηρίζει ως «συμφωνία παραπομπής σε διαιτησία όλων των διαφορών που εγείρονται μεταξύ των διάδικων από τη μεταξύ τους συμφωνία». Τέλος, ισχυριζόμενη ότι, οι απαιτήσεις της ενάγουσας ως τούτες συγκεκριμενοποιούνται με το κλητήριο ένταλμά της αγωγής, αφορούν και/ή εδράζονται επί θεμάτων, η επίλυση των οποίων θα πρέπει να αποφασιστεί μέσω διαιτησίας, και προωθώντας τη θέση ότι η εναγόμενη είναι έτοιμη και πρόθυμη να προσφύγει σε διαιτησία για επίλυση των διαφορών των μερών, επιζητεί την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών και ειδικότερα την έκδοση διατάγματος με το οποίο να αναστέλλεται η παρούσα αγωγή λόγω ρήτρας για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1, αντίγραφο της γραπτής συμφωνίας των μερών, το οποίο πρόκειται για την πρώτη έκδοση (Ιουλίου 1996) του έντυπου Ε1(Α) Έντυπο Κυρίως Συμβολαίου για Οικοδομικά Έργα (Με Ποσότητες). Σε σχέση, τώρα, με τα όσα έλαβαν χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου, σημειώνω ότι, στις 19.9.2016, όταν και η υπόθεση ήταν ορισμένη για απόδειξη λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης, καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση της εναγόμενης, με αποτέλεσμα, κατόπιν σχετικού αιτήματος της ενάγουσας, η αίτησή της ημερομηνίας 5.4.2016 να αποσυρθεί με έξοδα υπέρ της και εναντίον της εναγόμενης. Ακολούθως, και συγκεκριμένα στις 5.10.2016, η ενάγουσα καταχώρησε αίτηση για έκδοση οδηγιών, συνοδευόμενη από το προβλεπόμενο από τους θεσμούς παράρτημα (Τύπος 25), και στις 10.10.2016, η εναγόμενη καταχώρησε τη δική της σχετική ειδοποίηση, επίσης συνοδευόμενη από το προβλεπόμενο από τους θεσμούς παράρτημα (Τύπος 25). Ως συνέπεια των μόλις πιο πάνω ενεργειών των διαδίκων, η αγωγή, ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο για οδηγίες στις 8.12.
- Στο μεταξύ, και πιο συγκεκριμένα στις 25.10.2016, όταν και η επίδικη αίτηση ήταν ορισμένη, για πρώτη φορά, ενώπιον του Δικαστηρίου, ο συνήγορος της ενάγουσας, ζήτησε και έλαβε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Η αίτηση, ορίστηκε, επίσης, στις 8.12.2016, με οδηγίες όπως η ένσταση καταχωρηθεί μέχρι τότε. Η ένσταση Κατ' εκείνην την ημέρα, και δη στις 8.12.2016, η ενάγουσα καταχώρησε την Ειδοποίηση Πρόθεσης ΄Ενστασης (στο εξής «η ένσταση»), στο κυρίως σώμα της οποίας, αναφέρονται οι πιο κάτω, αυτουσίως παρατιθέντες, λόγοι ένστασης: «Α. Οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας στους οποίους βασίζεται η αίτηση, η Νομοθεσία και η Νομολογία δεν επιτρέπουν την παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε Διαιτησία. Β. Η Ισχυριζόμενη ρήτρα Διαιτησίας στην μεταξύ των μερών συμφωνία δεν καλύπτει την επίδικη διαφορά. Γ. Η αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει δεν πληρούν τις προϋποθέσεις κάτω από τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την παραπομπή και/ή εξέταση του θέματος από Διαιτητή. Δ. Οι αιτητές δεν είναι έτοιμοι να πράξουν όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της Διαιτησίας. Ε. Η αιτούμενη θεραπεία γίνεται μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, πράγμα που είναι αντίθετο με τους Θεσμούς και/ή γίνεται σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Ζ. Οι αιτητές διά της συμπεριφοράς των, των πράξεων ή παραλείψεών τους έχουν αποποιηθεί και/ή παραιτηθεί και/ή εγκαταλείψει το δικαίωμα για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία. Η. Τυχόν αποδοχή της αίτησης θα καθυστερήσει περισσότερο την τελική εκδίκαση της υπόθεσης. Θ. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της Δικαστικής διαδικασίας και του χρόνου του Δικαστηρίου. Ι. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε και/ή έγκυρη συμφωνία για παραπομπή της αμφισβήτησης σε Διαιτησία και εν πάσει περιπτώσει εάν υπάρχει τέτοια ρήτρα Διαιτησίας, πράγμα που δεν υπάρχει, δεν έχουν τηρηθεί οι όροι και οι προϋποθέσεις της εν λόγω ρήτρας.» Η ένσταση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, και συγκεκριμένα στη Δ.48 θ. 1 ‑ 4 και 9, Δ.49 θ. 4, Δ.64, στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, άρθρα 8, 9 και 10 και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τούτην (την ένσταση) συνοδεύει ένορκη δήλωση του Χρίστου Κατσάβρα, στην οποία δηλώνει ότι είναι διευθυντής της ενάγουσας, πλήρως εξουσιοδοτημένος από αυτήν να προβεί στην ένορκη δήλωση και ότι είναι το πρόσωπο που έχει χειριστεί, εκ μέρους της ενάγουσας, όλα τα ζητήματα που αφορούν στην υπό εξέταση αγωγή. Ούτε λίγο, ούτε πολύ, στην ένορκη του δήλωση, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία τους πιο πάνω, αυτουσίως παρατιθέντες, λόγους ένστασης. Εκείνη που δεσπόζει ως προεξέχουσα θέση της ενάγουσας, πάντα με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, είναι ότι, η παρούσα αγωγή αφορά σε απαίτηση της τελευταίας για εκτελεσθείσες εργασίες, για το μεγαλύτερο μέρος των οποίων, έχουν εκδοθεί και σχετικά διατακτικά πληρωμής και την οποία (απαίτηση), η εναγόμενη, εντελώς αυθαίρετα αρνείται να ικανοποιήσει. Θεωρεί, ο ομνύοντας της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση ότι, η αξίωση της ενάγουσας εκφεύγει της ισχυριζόμενης ρήτρας διαιτησίας, την οποία ρήτρα, εν πάση περιπτώσει, η εναγόμενη, λόγω της συμπεριφοράς της, δεν νομιμοποιείται να επικαλείται. Διαζευκτικά, προβάλλεται και η θέση ότι, για να προκύψει δικαίωμα αποστολής της όποιας διαφοράς των μερών σε διαιτησία, θα έπρεπε αρχικά να τηρηθούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις, οι οποίες δεν τηρήθηκαν, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η επίκληση του συγκεκριμένου όρου της συμφωνίας. Ως προς τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης, ο ομνύοντας για λογαριασμό της ενάγουσας, προβάλλει τη θέση ότι, τούτη (η αίτηση), προωθείται σε χρόνο μετά που καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση και/ή «σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας», με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η απόδοση της αιτούμενης, με αυτήν, θεραπείας. Τέλος, προβάλλει και τη διαζευκτική θέση ότι, μεταξύ των μερών, «δεν υπάρχει οποιαδήποτε και/ή έγκυρη συμφωνία για παραπομπή της αμφισβήτησης σε Διαιτησία.» Στην ένσταση, ως τεκμήρια, επισυνάπτονται διάφορα έγγραφα. Πρόκειται για επιστολή των συνήγορων της ενάγουσας προς την εναγόμενη ημερομηνίας 18.5.2015 (τεκμήριο 1), επιστολή των συνηγόρων της εναγόμενης, ημερομηνίας 25.5.2015 προς τους συνηγόρους της ενάγουσας, εις απάντηση της μόλις πιο πάνω επιστολής των τελευταίων (τεκμήριο 2), αντίγραφα δύο ηλεκτρονικών μηνυμάτων, που φέρεται να αποστέλλει η ομνύουσα της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση εκ μέρους της εναγόμενης, μεταξύ άλλων, και προς την ενάγουσα (ως δέσμη, τεκμήριο 3) και επιστολή του επιμετρητή ποσοτήτων του έργου προς την αρχιτέκτονα του έργου ημερομηνίας 16.7.2015, αναφορικά με Υπόδειξη του πρώτου, προς τη δεύτερη, σε σχέση με «την Τελική Ρύθμιση του Ποσού Συμβολαίου» (τεκμήριο 4). Η ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ομνύοντων των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύεις που ετοίμασαν, το περιεχόμενο το οποίο υιοθέτησαν. Νομική πτυχή Πότε πρέπει να καταχωρείται μια αίτηση ως η υπό εξέταση; Το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4, επί του οποίου εδράζεται η αίτηση, προνοεί ότι: «
- If any party to an arbitration agreement, or any person claiming through or under him, commences any legal proceedings in any Court against any other party to the arbitration agreement or any person claiming through or under him, in respect of any matter agreed to be referred, any party to such legal proceedings may at any time after appearance, and before delivering any pleadings or taking any other steps in the proceedings, apply to that Court to stay the proceedings, and that Court, if satisfied that there is no sufficient reason why the matter should not be referred in accordance with the arbitration agreement and that the applicant was, at the time when the proceedings were commenced, and still remains, ready and willing to do all things necessary to the proper conduct of the arbitration, may make an order staying the proceedings.» Η επιλογή του Δικαστηρίου να παραθέσει, ανωτέρω, τις πρόνοιες του άρθρου 8, στην αγγλική του μορφή, έγινε λόγω της ανάγκης για παραπομπή στην αγγλική, σχετική με τα επίδικα ζητήματα, νομολογία, στα πλαίσια της οποία συζητήθηκαν παρόμοια, με τα επίδικα, ζητήματα με αναφορά στις πρόνοιες της εκάστοτε αγγλικής νομοθεσίας, οι οποίες ομοιάζουν, κατά πολύ, με τις πρόνοιες του άρθρου 8 ανωτέρω. Προκύπτει αβίαστα από το λεκτικό του άρθρου 8 ανωτέρω, ότι ο νομοθέτης, με τη συμπερίληψη της φράσης «at any time after appearance, and before delivering any pleadings or taking any other steps in the proceedings», επιθυμούσε να επιβάλει περιορισμό σε έναν εναγόμενο που θα επικαλεστεί τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου, όχι μόνο σε συνάρτηση με την καταχώρηση του δικογράφου της Υπεράσπισης, αλλά και με τα οποιαδήποτε διαβήματα στα οποία προβαίνει, τούτος, μετά την καταχώρηση της Εμφάνισής του και, προφανώς, πριν την καταχώρηση της Υπεράσπισής του. Παρόμοια πρόνοια, παρουσίαζε και η σχετική, εκάστοτε, αγγλική νομοθεσία. Και αναφέρομαι στο Arbitration Act 1889, στο Arbitration Act 1950 και στο Arbitration Act
- Τα αγγλικά Δικαστήρια, σε σχέση με το ποια διαβήματα ενός διαδίκου θα μπορούσαν να αποτελέσουν εμπόδιο για την προώθηση μια αίτησης, ως η υπό εξέταση, κατέληξαν στην κρίση ότι, η ενέργεια ενός εναγόμενου να ζητήσει χρόνο για να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του, αποτελούσε διάβημα που του στερούσε το δικαίωμα να μπορεί να επικαλεστεί τις πρόνοιες του σχετικού αγγλικού νόμου για αναστολή της διαδικασίας του Δικαστηρίου λόγω ρήτρας παραπομπής των διαφορών των μερών σε διαιτησία (βλέπε Vector Onega A.G. v. Του Πλοίου Μ/V Grivas κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1, Ford's hotel Co. Ltd v. Barlett
(1896)A. C. 1 και Pitchers Ltd v. Plaza (Queensbury) Ltd
(1940)1 All E. R. 151). Αργότερα, σε σχέση πάντα με τη φράση «steps in the proceedings» (η οποία αποτελεί μέρος των προνοιών του άρθρου 4 Arbitration Act 1889, του άρθρου 4 του Arbitration Act 1950 και του άρθρου 1
(1)του Arbitration Act 1975), τα αγγλικά Δικαστήρια, υιοθετώντας, στην ουσία, τα όσα σχετικά λέχθηκαν στις μόλις πιο πάνω αναφερόμενες δύο αγγλικές αποφάσεις, σημείωσαν ότι, ένας εναγόμενος, δύναται να επικαλεστεί τις πρόνοιες του νόμου και να απαιτήσει την αναστολή της δικαστικής διαδικασίας λόγω ύπαρξης ρήτρας για παραπομπή της διαφοράς των μερών σε διαιτησία, έστω και αν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και προέβη σε οποιαδήποτε διαβήματα μετά την καταχώρηση της εμφάνισης του (περιλαμβανομένου και του αιτήματος για παροχή περαιτέρω χρόνου για καταχώρηση της Υπεράσπισης), νοουμένου, όμως, ότι θα καταστήσει, τουλάχιστον προς τον αντίδικό του, σαφές ότι, το όποιο διάβημά του, προωθείται άνευ βλάβης του δικαιώματος του να αιτηθεί την αναστολή της διαδικασίας. Η μόλις αναφερόμενη κρίση των αγγλικών Δικαστηρίων, βασίστηκε και επί του σχετικού σχολίου του συγγραφέα Merkin (Merkin Arbitration Law), το οποίο έχει ως ακολούθως: «... (e) An act which would otherwise be regarded as a step in the proceedings will not be treated as such if the applicant has specifically stated that he intends to seek a stay», (βλέπε επίσης, Bilta (UK) Limited (in liquidation) v. Muhammad Nazir a.o. [2010] EWHC 1086 (Ch), Capital Investments Ltd v. Radio Design
(2002)1 All E. R (Comm) 514 (CA) και Patel v. Patel
(1999)1 All E. R. (Comm) 923 (CA)). Ούτε η περαιτέρω τροποποίηση του σχετικού αγγλικού νόμου (βλέπε Arbitration Act 1996), όπου τα απαγορευτικά διαβήματα («any steps») συνδέονται πλέον με ενέργειες που σκοπό έχουν να απαντήσουν στην ουσία της απαίτησης του ενάγοντα («in those proceedings to answer the substantive claim»), φαίνεται να διαφοροποίησε τα πράγματα και δη ότι, το ζητούμενο, δεν εξετάζεται, αποκλειστικά και μόνο, με το κατά πόσο καταχωρήθηκε ή όχι το δικόγραφο της Υπεράσπισης, αλλά και σε συνάρτηση με την όλη στάση του εναγόμενου, από την ημέρα που καταχώρησε την εμφάνιση του, μέχρι και την ημέρα που καταχώρησε την αίτηση για αναστολή της διαδικασίας. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική με το θέμα αγγλική νομολογία, είναι ότι, το ερώτημα που το Δικαστήριο καλείται να απαντήσει, είναι το κατά πόσο ο εναγόμενος (περιλαμβανομένου και του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου), με τη συμπεριφορά του (τα διάφορα διαβήματά του, κατά την δικαστική διαδικασία, μετά την εμφάνισή του), έχει, σιωπηρώς (impliedly) αποδεχθεί την ορθότητα της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας και επιδείξει επιθυμία να προχωρήσει ώστε τα επίδικα ζητήματα να αποφασιστούν από το Δικαστήριο αντί διά διαιτησίας[2]. Στην υπόθεση Bilta (ανωτέρω), εμμέσως, πλην όμως σαφώς, με γνώμονα και τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Ford's Hotel (ανωτέρω), επιβεβαιώθηκε ότι, αίτημα του εναγόμενου για επέκταση του χρόνου για σκοπούς καταχώρησης Υπεράσπισης, αποτελούσε διάβημα στη δικαστική διαδικασία που του στερούσε το δικαίωμα να αιτηθεί την αναστολή της διαδικασίας, εκτός, φυσικά, αν με σαφή τρόπο, επιφύλαξε το δικαίωμά του να αποταθεί για μια τέτοια αναστολή. Το Δικαστήριο, έχοντας ενώπιον του, υπό μορφή μαρτυρίας, τη μεταξύ των μερών αλληλογραφία, από την οποία, προέκυπτε αβίαστα ότι η πρόθεση του εναγόμενου, καθ' ον χρόνο προωθούσε το αίτημα του για παράταση του χρόνου για καταχώρηση Υπεράσπισης, ήταν να του παρασχεθεί περαιτέρω χρόνος ώστε να αποφασίσει αν θα αποδεχόταν τη διαδικασία του Δικαστηρίου ή αν θα προέβαινε σε διαβήματα ώστε η εκδίκαση της διαφοράς να παραπεμφθεί σε διαιτησία, έκρινε ότι, το εν λόγω διάβημα του εναγομένου, έγινε με επιφύλαξη του δικαιώματός του να αποταθεί για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα, το μετέπειτα αίτημά του για αναστολή της διαδικασίας, να εγκριθεί. Πώς ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου; Το κατά πόσο θα εγκριθεί μια αίτηση, ως η υπό εξέταση, δεν είναι θέμα αποκλειστικά ικανοποίησης προϋποθέσεων, αλλά ζήτημα που ανάγεται και στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, εκτός φυσικά, εάν κριθεί ότι ο αιτητής προέβη σε απαγορευτικά διαβήματα στη διαδικασία του Δικαστηρίου, οπότε, δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει, επί της ουσίας της, την αίτηση (βλέπε Yiola A. Skaliotou v. Christoforos Pelekanos
(1976)1 CLR 251 και Russell on Arbitration, 19η έκδοση, σελ. 182 και Russell on Arbitration 23η έκδοση, παρ. 7-043, σελ. 368). Όπως προκύπτει από τη σχετική με το ζήτημα νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου, οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν από έναν αιτητή που επιζητεί την αναστολή της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας είναι ότι, (α) μεταξύ των μερών έχει συμφωνηθεί όπως συγκεκριμένη διαφορά τους παραπεμφθεί σε διαιτησία, (β) ότι έχει επέλθει έναρξη δικαστικής διαδικασίας από πρόσωπο, μέρος, της πιο πάνω συμφωνίας, (γ) ότι η αξίωση, στη δικαστική διαδικασία, αφορά τη διαφορά που συμφώνησαν τα μέρη να παραπεμφθεί σε διαιτησία, (δ) ότι η αίτηση για αναστολή της δικαστικής διαδικασίας προωθείται από διάδικο στην εν λόγω διαδικασία, (ε) ότι τούτη (η αίτηση αναστολής) υποβλήθηκε μετά την καταχώρηση εμφάνισης, πλην όμως πριν ο διάδικος αυτός παραδώσει τις έγγραφες προτάσεις του και πριν λάβει οποιοδήποτε άλλο διάβημα στη δικαστική διαδικασία, και τέλος, (στ) ότι, ο διάδικος που προωθεί την αίτηση αναστολής, είναι έτοιμος και πρόθυμος να πράξει όλα τα αναγκαία για τη δέουσα διεξαγωγή της διαιτησίας (βλ. Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. 1. Στέλιου Κουρουκλίδη κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 1374, Λενιάνα Τουριστ Σερβισες Λτδ ν. Ανδρέα Χ. Καρπάσπη & Υιοί, (Βιομηχανία) Λτδ,
(1991)1 ΑΑΔ 75 και Yiola A. Skaliotou (ανωτέρω)). Εκείνο που εδώ ενδιαφέρει, και τούτο συνεπεία των λόγων ένστασης, είναι το κατά πόσο η διαφορά των διαδίκων, ως τούτη προβάλλει μέσα από το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης και γενικά από τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αποτελεί διαφορά, που σύμφωνα με το άρθρο 36 της σύμβασης των μερών, θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Ως προς τον προσδιορισμό της διαφοράς των μερών, το Δικαστήριο, δικαιούται να αντλήσει καθοδήγηση από όλο το ενώπιον του υλικό και δεν αποτελεί προϋπόθεση, τούτη (η διαφορά), να εξάγεται αποκλειστικά από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για αναστολή (βλέπε Λενιάνα Τούριστ Σέρβισες Λτδ εναντίον Ανδρέα Χ. Καρπασπή & Υιοι (Βιομηχανία) Λτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 75). Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση αίτηση στο πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο. Ως προκύπτει από τα πρακτικά της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας, η εναγόμενη μετά την καταχώρηση, της Εμφάνισής της, παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, στα πλαίσια αίτησης που προωθήθηκε από την ενάγουσα λόγω της μη, μέχρι τότε, καταχώρησης, του δικογράφου της Υπεράσπισης και ζήτησε και έλαβε χρόνο για να καταχωρήσει το εν λόγω δικόγραφο της. Τούτο, συνέβη δύο φορές και συγκεκριμένα στις 18.5.2016 και στις 21.6.
- Σε καμία εκ των δύο αυτών περιπτώσεων, η εναγόμενη συνάρτησε και/ή συσχέτισε την ενέργεια της να ζητήσει χρόνο για να καταχωρήσει την Υπεράσπισή της με το όποιο δικαίωμα της παρέχουν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφ.
- Αναμφίβολα, δεν επιφύλαξε το δικαίωμα της να αιτηθεί (για λόγους που σχετίζονται με ισχυριζόμενη ρήτρα για παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία), την αναστολή της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Δεν διαφεύγει του Δικαστηρίου ότι η Εναγόμενη, μέσω των συνήγορων της, στη γραπτή αγόρευση της, ισχυρίζεται ότι, κατά τις δύο αυτές εμφανίσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου, είχε κάνει γνωστή προς την ενάγουσα την πρόθεση της να προωθήσει διαδικασία αναστολής της δικαστικής διαδικασίας και ότι, ο λόγος που δεν καταχώρησε την Υπεράσπισή της εμπρόθεσμα, ήταν γιατί συζητείτο, μεταξύ των μερών, το ζήτημα αυτό, στο οποίο και αναμένετο η σχετική τοποθέτηση των συνηγόρων της Ενάγουσας. Τούτη όμως η θέση της εναγόμενης, προβάλλεται μόνο μέσω της αγόρευσης και όχι υπό μορφή μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι καθιερωμένη η αρχή δικαίου ότι, δεν είναι δυνατό, μέσω των αγορεύσεων των συνήγορων, να παρουσιάζεται μαρτυρία προς υποστήριξη των επιδίκων ζητημάτων. Στον βαθμό που αφορά το ζητούμενο, καμία σχετική με αυτό μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, είτε με τα επισυναπτόμενα σε αυτήν τεκμήρια. Ούτε τα πρακτικά του Δικαστηρίου που αφορούν στις ημερομηνίες 18.5.16 και 21.6.16 επιβεβαιώνουν, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, τους σχετικούς, μέσω της αγόρευσής της, ισχυρισμούς της εναγομένης. Τουναντίον, από τα εν λόγω πρακτικά, προκύπτει αβίαστα ότι η εναγόμενη αιτήθηκε, και στις δύο περιπτώσεις, παράταση του χρόνου για σκοπούς καταχώρησης Υπεράσπισης, χωρίς να επιφυλάξει, καθ' οιονδήποτε τρόπο, τα όποια δικαιώματα της παρέχει το άρθρο 8 του Κεφ.
- Τα δεδομένα αυτά, μονοδρομικά σφραγίζουν και την τύχη της υπό εξέταση αίτησης που δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Και τούτο γιατί, η Εναγόμενη απέτυχε να ικανοποιήσει την προϋπόθεση που θέτουν οι πρόνοιες του άρθρου 8 του νόμου, και δη να μην έχει λάβει οποιαδήποτε διαβήματα στη διαδικασία πριν την προώθηση της υπό εξέτασης αίτησης. Η μόλις πιο πάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, καθιστά μη αναγκαία την περαιτέρω εξέταση της αίτησης, λόγω του δικαιοδοτικού της φύσης του λόγου απόρριψής της. Παρενθετικά και μόνο, σημειώνω ότι, η ενέργεια της εναγόμενης να καταχωρήσει την Υπεράσπισή της στις 19.9.2016, δεν υπέχει, κατά τη γνώμη μου, οποιασδήποτε σημασίας για την υπό εξέταση αίτηση. Και τούτο γιατί, η καταχώρηση της Υπεράσπισης, έπεται, χρονικά, της καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 8 του Κεφ. 4, το ζητούμενο, δεν συναρτάται με το χρόνο κρίσης της υπό εξέταση αίτησης, αλλά με το χρόνο υποβολής της. Και στην προκειμένη περίπτωση, όταν καταχωρήθηκε η επίδικη αίτηση, δεν είχε ακόμα καταχωρηθεί η Υπεράσπιση. Εν πάση περιπτώσει, με δεδομένη την καταχώρηση της υπό εξέταση αίτησης, όταν η εναγόμενη προέβαινε στο διάβημα της καταχώρησης της Υπεράσπισής της, ήταν σαφές, τόσο προς το Δικαστήριο, όσο και προς την ενάγουσα, ότι αμφισβητούσε τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, και τούτο επί τη βάσει της επικαλούμενης ρήτρας για παραπομπή των διαφορών σε διαιτησία. Τέλος, όπως αναφέρθηκε στην Roussel - Uclaf v. G. D. Searle & Co. Ltd and G. D. Searle & Co. [1978], Vol. 1 Lloyd's Law Rep. 225 at 231, με αναφορά στην υπόθεση Zalinoff v. Hammond [1898] 2 Ch. 92, ένα διάβημα του εναγόμενου δεν θα θεωρηθεί ως απαγορευτικό για την προώθηση αίτησης, ως η υπό εξέταση, εάν απλά αποσκοπεί στο να αποκρούσει κτύπημα του ενάγοντα, ιδιαίτερα όταν με αυτό (το κτύπημα) δυνατόν να προκύψει ανεπανόρθωτη βλάβη στον εναγόμενο («...merely parrying a blow by the plaintiff, particularly where the attack .»). Στην υπό εξέταση υπόθεση, η ενέργεια της εναγόμενης να καταχωρήσει την Υπεράσπισή της, αποσκοπούσε στο να αποφευχθεί η έκδοση εναντίον της απόφασης, μιας και, κατά τις 19.9.2016, όταν και καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση, η αγωγή ήταν ορισμένη για απόδειξη. Παρά την ήδη εκφρασθείσα κρίση του Δικαστηρίου ως προς την τύχη της υπό εξέταση αίτησης, για σκοπούς πληρότητας αλλά και για να υπάρχει καταγραμμένη η θέση του Δικαστηρίου στην περίπτωση που ήθελε η κρίση του, σε δευτεροβάθμιο επίπεδο, ανατραπεί, σημειώνω ότι, αναφορικά με τις λοιπές προϋποθέσεις, η εναγόμενη παρουσίασε και/ή ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει, επαρκής μαρτυρία που οδηγεί στην κρίση ότι, τούτες ικανοποιούνται. Πιο συγκεκριμένα, ως προς τη θέση της ενάγουσας ότι οι πρόνοιες του άρθρου 36 της γραπτής σύμβασης των μερών παρέχουν δυνατότητα, και μόνο, παραπομπής μιας διαφοράς σε διαιτησία, και ότι τούτη, μπορεί να ασκηθεί μόνο κατόπιν ικανοποίησης άλλων προϋποθέσεων (που προβλέπονται από τις πρόνοιες του εν λόγω άρθρου της σύμβασης), που δεν ικανοποιήθηκαν στην υπό εξέταση υπόθεση, με κάθε σεβασμό, τούτη δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι ξεκάθαρο από το όλο περιεχόμενο του άρθρου 36 της γραπτής σύμβασης των μερών, ότι η οποιαδήποτε αρχική παραπομπή της διαφοράς προς τον αρχιτέκτονα, προτού προκύψει η δυνατότητα παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία, αποτελεί ένα προστάδιο, αυτής τούτης της διαιτησίας, η οποία (διαιτησία), αν δεν ευοδώσουν οι ενέργειες του αρχιτέκτονα, θα πρέπει να επιλύσει τη διαφορά των μερών. Προκύπτει ακόμα ότι, η αρχική παραπομπή της διαφοράς στον αρχιτέκτονα του έργου, επιβάλλεται επιτακτικά από τις πρόνοιες της υποπαραγράφου 1 του άρθρου 36 με τη συμπερίληψη της λέξης «θα» στην τέταρτη, από το τέλος, γραμμή της εν λόγω υποπαραγράφου. Επομένως, με την ενέργεια της η ενάγουσα να μην παραπέμψει, βάση των προνοιών του άρθρου 36
(1)της γραπτής σύμβασης των μερών, τη διαφορά στον αρχιτέκτονα για επίλυση, στέρησε στην εναγόμενη το δικαίωμα, ανάλογα με την απόφαση του αρχιτέκτονα, να παραπέμψει τη διαφορά σε διαιτησία, δικαίωμα, που αβίαστα της παρέχεται από τις πρόνοιες της υποπαραγράφου 4 του εν λόγω άρθρου της σύμβασης. Όσον τώρα αφορά στη θέση της ενάγουσας ότι η αξίωση της εδράζεται επί οφειλόμενου ποσού για εκτελεσθείσες εργασίες, το οποίο, η εναγόμενη εντελώς αυθαίρετα και αδικαιολόγητα αρνείται να καταβάλει, και ότι, συνεπεία τούτου, η διαφορά των μερών δεν υπόκειται σε διαιτησία, επίσης δε με βρίσκει σύμφωνο. Προκύπτει αβίαστα, τόσο από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, όσο και γενικά από όλο το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι μέρος της αξίωσης της ενάγουσας αποτελούν και επικαλούμενες επιπλέον εργασίες, αλλά και το επικαλούμενο κέρδος που απολλύει η ενάγουσα λόγω μη εκτέλεσης όλων των προβλεπόμενων από τη σύμβαση των μερών εργασιών. Προκύπτει ακόμα, (σχετικό είναι το περιεχόμενο της επιστολής του επιμετρητή ποσοτήτων προς την αρχιτέκτονα του έργου - τεκμήριο 4 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση), ότι, το ποσό που ο επιμετρητής ποσοτήτων του έργου θεωρεί δικαιολογημένο για καταβολή προς την ενάγουσα για τελική διευθέτηση της διαφοράς, είναι κατά πολύ λιγότερο από το ποσό που συνολικά απαιτεί η ενάγουσα με την υπό εξέταση αγωγή. Αν τώρα, στα πιο πάνω προστεθεί και ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι μόνο για μέρος της απαίτησης της έχουν εκδοθεί σχετικά πιστοποιητικά πληρωμής από τον αρχιτέκτονα του έργου, καθίσταται έκδηλο ότι, για τον υπολογισμό της οποιασδήποτε περαιτέρω αξίωσης της, θα είναι αναγκαία η σχετική κρίση του αρχιτέκτονα, καθιστώντας έτσι, χωρίς καμιά αμφιβολία, εφαρμόσιμα τα όσα αναφέρονται στην τρίτη γραμμή της υποπαραγράφου 1 (β) του άρθρου 36 της σύμβασης των μερών. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω υποπαραγράφου του άρθρου 36, κάθε θέμα ή πράγμα το οποίο αναφύεται και για το οποίο η κρίση του αρχιτέκτονα θεωρείται σχετική, εμπίπτει εντός των διαφορών που θα πρέπει να αποσταλούν, αρχικά, στον αρχιτέκτονα για επίλυση, και ακολούθως, αν κάποιο εκ των μερών διαφωνεί με την απόφαση και/ή γενικά τις ενέργειες του τελευταίου, σε διαιτησία για τελική επίλυσή τους. Οι λοιπές προϋποθέσεις που τίθενται από τη νομολογία, αποτελεί κοινό παρονομαστή μεταξύ των μερών, ότι ικανοποιούνται, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αναγκαία η παράθεση λεπτομερούς επιχειρηματολογίας για δικαιολόγηση της σχετικής κρίσης του Δικαστηρίου. Επομένως, στην περίπτωση που το Δικαστήριο δεν αποφάσιζε, για τον λόγο που ειδικά προσδιόρισε ανωτέρω, να απορρίψει την αίτηση, θα ασκούσε τη διακριτική του εξουσία υπέρ της αναστολής της ενώπιον του διαδικασίας, μιας και δεν έχει τεθεί κανένας λόγος γιατί να επέμβει το Δικαστήριο, και να μην επιτρέψει, η διαφορά, να επιλυθεί με τον τρόπο που τα μέρη, ρητώς (άρθρο 36 της σύμβασης), αποφάσισαν να επιλύσουν. Διευκρινίζεται φυσικά ότι, η υπό στοιχείο Γ, στην υπό εξέταση αίτηση, αιτούμενη θεραπεία, δεν θα ήταν, ούτως ή άλλως, δυνατόν να αποδοθεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης, μιας και δεν παρέχεται στο Δικαστήριο τέτοια εξουσία από τις πρόνοιες του άρθρου 8 του κεφαλαίου 4, επί του οποίου και βασίζεται η αίτηση. Εν πάση περιπτώσει, όταν ένα Δικαστήριο, εκδίδει διάταγμα αναστολής της ενώπιον του διαδικασίας, αρνείται, στην ουσία, να εξετάσει την απαίτηση του ενάγοντα στα πλαίσια της αγωγής, και με αυτό τον τρόπο, εμμέσως, πλην όμως σαφώς, υποδεικνύει προς τον ενάγοντα ότι, αν επιθυμεί να προωθήσει την απαίτησή του, να το πράξει μέσω διαιτησίας (βλέπε Russell on Arbitration 23rd edition, σελ. 347, παρ. 7 - 007). Παρά ταύτα, για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, και ειδικότερα λόγω του ότι η εναγόμενη προέβη στα ειδικώς, ανωτέρω, προσδιορισθέντα διαβήματα μετά την καταχώρηση της εμφάνισης της, χωρίς να επιφυλάξει το δικαίωμα της να αιτηθεί την αναστολή της διαδικασίας λόγω ρήτρας παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία, η υπό εξέταση αίτηση πρέπει να απορριφθεί, μιας και δεν παρέχεται δικαίωμα στο Δικαστήριο να ενεργήσει διαφορετικά. Ως εκ των ανωτέρω η υπό εξέταση αίτηση απορρίπτεται και μη έχοντας λόγο να παρεκκλίνω του κανόνα που θέλει τα έξοδα μιας διαδικασίας να ακολουθούν το αποτέλεσμα της, τούτα, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι, όμως, πληρωτέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.)............. Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Άρθρο 36: Επίλυση διαφορών
(1)Εις περίπτωση που θα αναφυεί οποιαδήποτε αμφισβήτηση ή διαφορά μεταξύ του Εργοδότη ή του Αρχιτέκτονα εκ μέρους του αφ' ενός και του Εργολάβου αφ' ετέρου (εξαιρουμένης οποιασδήποτε αμφισβήτησης ή διαφοράς βάσει του Αρθρου 14 Α των παρόντων Ορων) είτε κατά την διάρκεια της εκτέλεσης είτε μετά την συμπλήρωση ή την εγκατάλειψη των Εργασιών και είτε πρίν είτε μετά την λύση ή την ισχυριζόμενη λύση της εργοδότησης του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου, εις ότι αφορά (α) την δομή του παρόντος Συμβολαίου, ή (β) οποιοδήποτε θέμα ή πράγμα οποιασδήποτε φύσης το οποίο αναφύεται με βάση ή σε σχέση με το παρόν Συμβόλαιον και/ή σε σχέση με την εκτέλεση των Εργασιών συμπεριλαμβανομένων οποιουδήποτε θέματος ή πράγματος το οποίο επαφίεται βάσει του παρόντος Συμβολαίου εις την κρίση του Αρχιτέκτονα ή της κατακράτησης από τον Αρχιτέκτονα οποιουδήποτε Πιστοποιητικού το οποίο ο Εργολάβος δύναται να ισχυρισθεί ότι το δικαιούται ή της ρύθμισης του Ποσού Συμβολαίου βάσει του Αρθρου 31
(6)(γ) των παρόντων Ορων ή των δικαιωμάτων και των ευθυνών των μερών εις το παρόν Συμβόλαιο βάσει των Αρθρων 26, 27,33 ή 34 των παρόντων Ορων ή της παράλογης είτε προβολής ένστασης είτε άρνησης παροχής συγκατάθεσης ή συμφωνίας από τον Εργοδότη ή τον Αρχιτέκτονα εκ μέρους του ή από τον Εργολάβο. τότε το θέμα τέτοιας αμφισβήτησης ή διαφοράς θα υποβάλλεται εγγράφως από οποιοδήποτε μέρος ή και από τα δύο μέρη, ανάλογα με την περίπτωση, εις τον Αρχιτέκτονα (με ρητή αναφορά εις το ότι η υποβολή αυτή γίνεται συμφώνως προς τις πρόνοιες της παρούσας παραγράφου του παρόντος Αρθρου και, ανάλογα με την περίπτωση, με αντίγραφο προς το άλλο μέρος) προς επίλυση και έκδοση από τον ίδιο γραπτής σχετικής απόφασης (εις το εξής καλούμενη «η Απόφαση του Αρχιτέκτονα».)
(2)......................................................
(3)......................................................
(4)Ο Αρχιτέκτονας θα έχει υποχρέωση να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του τόσο εις τον Εργοδότη όσο και εις τον Εργολάβο εντός 28 ημερών από την ημερομηνία υποβολής του προς επίλυση θέματος. Η Απόφαση του Αρχιτέκτονα θα είναι τελεσίδικη και δεσμευτική για τα μέρη εκτός εάν είτε ο Εργοδότης είτε ο Εργολάβος, εντός 28 ημερών από την ημερομηνία λήψης της Απόφασης, με γραπτή ειδοποίηση προς τον Αρχιτέκτονα και με αντίγραφο προς το άλλο μέρος, προβάλει ένσταση είτε ως προς το σύνολο είτε ως προς κάποιο μέρος της Απόφασης, εις την οποία περίπτωση ή εις περίπτωση όπου ο Αρχιτέκτονας, για οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα μέρη όπως προαναφέρεται, το οποιονδήποτε λόγο, παραλείψει να συμπληρώσει και κοινοποιήσει την Απόφαση του προς τα μέρη όπως προαναφέρεται, το ενδιαφερόμενο μέρος θα δικαιούται, με γραπτή ειδοποίηση προς το άλλο μέρος, να αξιώσει την άμεση παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία, τότε, αφ' ενός η προαναφερόμενη παράλειψη του Αρχιτέκτονα θα θεωρείται ως τελεσίδικη απόρριψη από τον ίδιο οποιωνδήποτε αιτημάτων τα οποία αποτελούν το θέμα της αμφισβήτησης ή διαφοράς και αφ' ετέρου η προαναφερόμενη μη αξίωση για παραπομπή της αμφισβήτησης ή διαφοράς εις Διαιτησία θα θεωρείται ως οριστική και αδιαμφισβήτητη αποδοχή και από τα δύο μέρη της απόρριψης των αιτημάτων όπως προαναφέρεται, περαιτέρω δε, ουδεμία άλλη απαίτηση ή επιπρόσθετη διαδικασία σε σχέση με το θέμα της αμφισβήτησης ή διαφοράς θα επιτρέπεται να προωθηθεί εκ νέου είτε δια Διαιτησίας είτε βάσει οποιωνδήποτε άλλων προνοιών του παρόντος Συμβολαίου. [2] «On those authorities, it seems to me that in order to deprive a defendant of his recourse to arbitration a "a step in the proceedings" must be one which impliedly affirms the correctness of the proceedings and the willingness of the defendant to go along with a determination by the Courts of law instead of arbitration», (Eagle Star Insurance Co. Ltd v. Yuval Insurance Co. Ltd [1978] 1 Lloyd's Rep. 357 at 361.)