ΒΑΣΙΛΗ ΜΕΤΑΞΑ ν. ΑΛΕΞΙΑ ΚΑΦΕΤΖΗ, Αρ. Αγωγής: 5601/2015, 27/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5601/2015 Μεταξύ: ΒΑΣΙΛΗ ΜΕΤΑΞΑ Ενάγοντα και ΑΛΕΞΙΑ ΚΑΦΕΤΖΗ Εναγόμενη 27 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα/Αιτητή: κα Βασιλείου. Για Εναγόμενη/Καθ' ης η αίτηση: κα Μπετισιάν. Αίτηση ημερομηνίας 22.11.2016 ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με βάση την έκθεση απαιτήσεως ο ενάγοντας αξιώνει το ποσό των €89.925,00 πλέον νόμιμο τόκο. Σύμφωνα με την δικογραφημένη θέση του ενάγοντα, αυτός δάνεισε στην εναγόμενη, σε διάφορες ημερομηνίες και με διάφορους τρόπους χρήματα και ως αναφέρεται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαιτήσεως ως ακολούθως: «
- Κατόπιν ρητής/ων παράκλησης/εων της Εναγομένης ο Ενάγοντας συμφώνησε και αποδέκτηκε στις ημερομηνίες που αναφέρονται πιο κάτω, όπως δανείσει την Εναγομένη με τα ποσά που αναφέρονται πιο κάτω λεπτομερώς, τα οποία ποσά η Εναγομένη συμφώνησε και αποδέκτηκε να αποπληρώσει ένα έκαστον στον Ενάγοντα το αργότερο μέχρι τις ημερομηνίες που αναφέρονται πιο κάτω: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΠΟΣΟ ΔΑΝΕΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΤΑ Η ΠΕΡΙ ΣΥΜΦΩΝΗΘΕΙΣΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΠ0ΟΠΛΗΡΩΜΗΣ 1€14.500,00 31/12/2014 03/02/2015 2€6.500,00 05/01/2015 10/02/2015 3€10.400,00 15/01/2015 03/02/2015 4€12.375,00 20/01/2015 10/02/2015 5€3.000,00 20/01/2015 10/02/2015 6€22.500,00 21/01/2015 23/02/2015 7€20.250,00 24/01/2015 26/02/2015 8€400,00 15/02/2015 26/02/2015 Επίσης είναι δικογραφημένος ισχυρισμός ότι η εναγομένη παραδέχθηκε και αναγνώρισε το πιο πάνω χρέος με την υπογραφή συγκεκριμένου εγγράφου στις 17.02.
- Η εναγόμενη παρέλειψε και/ή αρνήθηκε να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό ως εκ τούτου καταχώρησε την αγωγή. Ο ενάγοντας αντί να καταθέσει αίτηση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης μετά την καταχώρηση της αγωγής καταχώρησε αίτηση για απόφαση λόγω παράλειψης της εναγομένης να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. Η εναγομένη καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή στις 28.09.2016 και ακολούθως ο ενάγοντας απάντησε στους δικογραφημένους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Υπεράσπισης με την κατάθεση Απάντησης στην υπεράσπιση στις 04.10.
- H παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε μεταγενέστερα τον Νοέμβριο
- Προς υποστήριξη αυτής της αίτησης έχει καταχωρηθεί ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Επισυνάπτεται στην αίτηση ως τεκμήριο 1 το έγγραφο που ισχυρίζεται ότι είναι έγγραφο αναγνώρισης της οφειλής της εναγομένης. Ανέφερε ενόρκως ότι ο λόγος που ζήτησε από την εναγομένη να υπογράψει το συγκεκριμένο έγγραφο είναι επειδή ανησυχούσε επειδή είχαν παρέλθει οι πρώτες τρεις ημερομηνίες κατά των οποίων η εναγομένη έπρεπε να αποπληρώσει μέρος του χρέους. Αυτό το έγγραφο υπογράφθηκε στις 17.02.
- Το λεκτικό της βεβαίωσης δήλωσης τεκμήριο 1 είναι ως ακολούθως: «ΔΗΛΩΣΗ - ΒΕΒΑΙΩΣΗ Η υπογεγραμμένη Αλεξία Καφετζή, κάτοχος του ΔΤ υπ' αρ. 681857, δηλώ ότι έλαβα ως δανεικά από το Βασίλη Μεταξά, κάτοχο του ΔΤ υπ' αρ. 448801, τα ποσά που αναφέρονται κατωτέρω, στις ημερομηνίες που αναφέρονται, και βεβαιώ ότι θα τα επιστρέψω τοις μετρητοίς στις ημερομηνίες που αναγράφονται κατωτέρω. ---------------------------------------------------------------------- ΠΟΣΟ ΔΑΝΕΙΟΥ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΔΑΝΕΙΟΥ ΚΑΤΑ Η ΠΕΡΙ ΣΥΜΦΩΝΗΘΕΙΣΑ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΑΠ0ΟΠΛΗΡΩΜΗΣ €14.500,00 μετρητοίς 31/12/2014 03/02/2015 €6.500,00 μέσω επιταγής του ΒΜ υπ' αρ. 12265055 05/01/2015 10/02/2015 €10.400,00 μετρητοίς 15/01/2015 03/02/2015 €12.375,00 μέσω επιταγής αρ. 12265055 της Μ&V 20/01/2015 10/02/2015 €22.500,00 μετρητοίς 21/01/2015 23/02/2015 €20.250,00 μετρητοίς 24/01/2015 26/02/2015 €400,00 μετρητοίς 15/02/2015 26/02/2015 €89,925 μετρητοίς ΣΥΝΟΛΙΚΑ (ΟΝΟΜΑ ΚΑΙ ΥΠΟΓΡΑΦΗ (ΌΝΟΜΑ ΚΑΙ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗ) ΔΑΝΕΙΟΔΟΤΗ) ΑΛΕΞΙΑ ΚΑΦΕΤΖΗ ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΕΤΑΞΑΣ Η/ΝΙΑ: 17/2/2015 Η/ΝΙΑ: 17/2/2015». Θεωρώ ότι η παρούσα ένορκη δήλωση δεν επαληθεύει επαρκώς την έκθεση απαιτήσεως που αφορά απαίτηση για οφειλή που προκύπτει ως συνέπεια προφορικών συμφωνιών για την σύναψη δανείου. Συγκεκριμένα στην αίτηση έχει επισυναφθεί το τεκμήριο 2, εις το οποίο υπάρχει ισχυρισμός των δικηγόρων του ενάγοντα ότι η πραγματική συναλλαγή μεταξύ των μερών δεν είναι προφορική συμφωνία δανείου αλλά απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Παρατίθεται απόσπασμα του τεκμηρίου 2 πιο κάτω «................... Κατά ή περί την περίοδο μεταξύ 31/12/2014 - 17/02/2015, ο πελάτης μας σας δάνεισε σε διάφορες ημερομηνίες το συνολικό ποσό των €89.925,00σ. Ήτο ρητός όρος της μεταξύ σας συμφωνίας ότι θα αποπληρώνατε το ποσό στο όλον του, πλέον νόμιμους τόκους σταδιακώς από την 03/02/2015 μέχρι την 26/02/2015 και/ή άλλως πως. Το εν λόγω ποσό το αποσπάσατε από τον πελάτη μας μετά από ψευδείς παραστάσεις, ήτοι προβάλλοντας σοβαρά προβλήματα υγείας συγγενικού σας προσώπου και/ή οικονομικούς λόγους που είχαν να κάνουν με την επιβίωσή σας και/ή την ελευθερία σας και/ή άλλως πως. Οι εν λόγω ισχυρισμοί και/ή η παρουσίαση γεγονότων ωστόσο ήτο ψευδείς και/ή αναληθείς, κάτι το οποίο φέρω εις γνώσιν σας ότι συνιστά ποινικό αδίκημα και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης. ...............». Η απάντηση του ενάγοντα βασίζεται στο δίκαιο των συμβάσεων, δηλαδή, ότι συμφώνησε να χορηγήσει δάνεια στην εναγομένη και αυτή να τα αποπληρώσει. Δεν επαληθεύεται η αξίωση του ενάγοντα με βάση τις αυστηρές προϋποθέσεις της Δ.18 κ.1 όταν το μαρτυρικό υλικό προς υποστήριξη της αίτησης αναφέρεται σε άλλα γεγονότα που δεν έχουν σχέση με τα γεγονότα που δικογραφούνται στην απαίτηση αλλά και που έρχονται σε αντίθεση με τον δικογραφημένο ισχυρισμό ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών για χορήγηση δανείων σε διάφορες ημερομηνίες. Ο σκοπός της συνοπτικής διαδικασίας είναι η γρήγορη επίλυση της αγωγής όταν δεν υφίσταται οποιοδήποτε επίδικο θέμα προς εκδίκαση για το οποίο θα πρέπει να ληφθεί μαρτυρία από το Δικαστήριο. Ο καθοριστικός παράγοντας που θα πρέπει να καθοδηγεί την κρίση του Δικαστηρίου όταν αποφασίζει κατά πόσο θα εκδώσει απόφαση στην συνοπτική διαδικασία, είναι κατά πόσο υπάρχει έστω και ένα επίδικο θέμα που θα πρέπει εκδικασθεί, για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα επί των γεγονότων για την επίλυση της αγωγής. Εάν το Δικαστήριο εντοπίσει έστω και ένα θέμα που θα πρέπει να εκδικασθεί για την δίκαια επίλυση της αγωγής, δεν πρέπει να εκδώσει απόφαση στην αγωγή. Οι προκαταρτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται για την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου με βάση την Δ.18 θ.1 (α) είναι ως ακολούθως:
- Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.26 θ.
- Ο εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει εμφάνιση.
- Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Αφού ο ενάγοντας ικανοποιήσει το Δικαστήριο για τα πιο πάνω, το βάρος αποδείξεως μετατοπίζεται στον εναγόμενο, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση και ότι αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που να υποδηλούν ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση και γι' αυτό τον λόγο θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Kyprianides v Ioannou[1], Cyems Co. Ltd. v Central Co-Operative Industries Co. Ltd [2], Hermes Insurance Ltd. v Thedorides [3]) Στην παρούσα περίπτωση οι πρώτες δύο προϋποθέσεις έχουν πληρωθεί. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση σημειώνεται ότι η ένορκη δήλωση έγινε από τον ενάγοντα αλλά δεν έχει επισυνάψει εκείνα τα τεκμήρια και παραθέσει εκείνα τα αναγκαία γεγονότα για να αποδείξει την απαίτηση του. Τα έγγραφα που έχει καταθέσει για να αποδείξει ότι αυτή η υπόθεση πρόκειται για απλή υπόθεση σύναψης δανείων, δεν επιβεβαιώνουν την απαίτησή του αλλά δημιουργούν επιπρόσθετα ερωτήματα σε σχέση με την πραγματική φύση της συναλλαγής μεταξύ των μερών. Επιπρόσθετα, δεν καταχώρησε την παρούσα αίτηση αμέσως αλλά πολλούς μήνες μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης και αφού είχε απαντήσει στους συγκεκριμένους δικογραφημένους ισχυρισμούς της εναγομένης με την καταχώρηση απάντησης στην ανταπαίτηση. Βέβαια, είναι ορθή η θέση της κα Βασιλείου ότι η καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης δεν είναι δικονομικό κώλυμα στην καταχώρηση της αίτησης, όμως, κατά την άποψη μου η απαίτηση του ενάγοντα δεν είναι αδιαμφισβήτητη στο σημείο που δεν χρειάζεται το Δικαστήριο να ακούσει μαρτυρία, ώστε να αποφασίσει ποια είναι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Ο ενάγοντας θεώρησε ότι έπρεπε να καταχωρήσει απάντηση στην υπεράσπιση, για να αμφισβητήσει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς στους οποίους η εναγόμενη είχε προβεί στην έκθεση υπεράσπισης. Μάλιστα, είχε επιφυλαχθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης να αναφερθεί σε καλύτερες λεπτομέρειες του ισχυρισμού ότι η εναγόμενη είχε υπογράψει το τεκμήρια 1 με την ελεύθερη της βούληση και όχι ως αποτέλεσμα εκβιασμού. Εφόσον ο ενάγοντας είχε ανάγκη να απαντήσει στους αναφερόμενους ισχυρισμούς της εναγομένης είναι ένδειξη ότι υπάρχουν πραγματικά ζητήματα προς εκδίκαση και επίλυση με την αγωγή. Αυτό σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η αίτηση συνοδεύεται από μαρτυρία που δεν οδηγεί αδιαμφισβήτητα στο συμπέρασμα ότι η πραγματική συναλλαγή μεταξύ των μερών ήταν η σύναψη προφορικών συμφωνιών για την χορήγηση δανείου, είναι αρκετό για να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι το παρόν αίτημα πρέπει να απορριφθεί. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι η εκδοχή των γεγονότων που έχει προβάλει ο ενάγοντας δεν είναι η ορθή αλλά ότι η μαρτυρία που έχει παραθέσει στο Δικαστήριο για να αποδείξει την ορθότητα αυτής της εκδοχής δεν είναι τόσο αδιαμφισβήτητη ώστε να μπορώ να εκδώσω απόφαση υπέρ του χωρίς να ακούσω και την άλλη πλευρά. Επομένως, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η απαίτηση του ενάγοντα έχει επαληθευθεί με τον τρόπο που πρέπει να επαληθευθεί με βάση τις αυστηρές προϋποθέσεις της Δ.18.θ.
- Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, θα προχωρήσω για να εξετάσω κατά πόσο οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Στην περίπτωση που το βάρος έχει μετατοπισθεί στην εναγόμενη να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση, η ένορκη δήλωση της θα πρέπει να περιέχει επαρκή γεγονότα και στοιχεία για την ύπαρξη συγκεκριμένης υπεράσπισης. Η απλή αναφορά σε αόριστους και ασαφής ισχυρισμούς, δεν μπορεί να μετατοπίσει αυτό το βάρος, επειδή τέτοιοι ισχυρισμοί δεν μπορούν να εξετασθούν και να αξιολογηθούν από το Δικαστήριο διά να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση.(Βλ. Hermes Insurance Co.Ltd.)[4] Η αναφορά σε αόριστους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι εμπεδωμένοι με γεγονότα και/ή στοιχεία δεν μπορούν να θεμελιώσουν το απαιτούμενο υπόβαθρο αναγκαίο για την διαπίστωση καλής υπεράσπισης. Η ένορκη δήλωση πρέπει να έχει τις απαιτούμενες λεπτομέρειες από τις οποίες να προκύπτει ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση (bona fide defence). Εάν η ένορκη δήλωση της εναγομένης αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα τότε πρέπει να δοθεί ανεπιφύλακτα άδεια στην εναγομένη να καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι ανώφελο όπως έχει λεχθεί και στο Annual Practice του 1958 σελ. 248 ο ενάγοντας να προσκρούσει τα γεγονότα που έχει προβάλει ο εναγόμενος με πρόσθετα γεγονότα διότι η ανάγκη του ενάγοντα να προσθέσει και άλλα γεγονότα προς υποστήριξη της αιτήσεως του υποδηλοί ότι πρέπει να εκδικασθεί η αγωγή και να ακουσθεί μαρτυρία. Στην δική μας την υπόθεση η εναγόμενη έχει ήδη καταχωρήσει υπεράσπιση στην αγωγή. Ο ενάγοντας έχει ήδη καταχωρήσει απάντηση στην υπεράσπιση ώστε με τα πρόσθετα γεγονότα της απάντησης να προσκρούσει τα γεγονότα που έχει προβάλει η εναγομένη. Αυτό δείχνει ότι ο ενάγοντας θεωρούσε ότι οι ισχυρισμοί της υπεράσπισης ήταν αρκετά συγκεκριμένοι και χειροπιαστοί ώστε να χρήζουν απάντησης. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που το Δικαστήριο οφείλει να ακούσει μαρτυρία ώστε να αποφασίσει ποια εκδοχή των γεγονότων είναι η ορθή. Εάν εκδοθεί απόφαση κατόπιν ακρόασης συνοπτικής αιτήσεως η εναγόμενη θα στερηθεί το δικαίωμα της δίκης, επομένως, είναι ένα εξαιρετικό μέτρο που πρέπει να λαμβάνεται μόνο στην απουσία επίδικου θέματος προς εκδίκαση. Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (TMET) Ltd. v Abdul Aziz Tlais [5] τονίστηκε και πάλι ο εξαιρετικός χαρακτήρας της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης με την πιο κάτω αναφορά στις σελ 243-244: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και από τις Αγγλικές αποφάσεις, είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση και ουσιαστική υπεράσπιση και ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση. Έτσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο». Οι ισχυρισμοί που έχει προβάλει η εναγομένη στα πλαίσια της ένστασης συμπίπτουν με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της Έκθεσης Υπεράσπισης δηλαδή, ότι η εναγόμενη δεν είχε καμία οικονομική σχέση με τον ενάγοντα και ότι το τεκμήριο 1 το υπέγραψε κατόπιν εκβιασμών του ενάγοντα, ο οποίος της ανέφερε ότι ήθελε το έγγραφο για άλλους λόγους. Δεν έχει άδικο η κα Βασιλείου ότι η συγκεκριμένη υπεράσπιση είναι λιτή και ελλιπής στην τεκμηρίωση, όμως είναι συγκεκριμένη. Θα μπορούσε να χαρακτηρίσω την υπεράσπιση αδύνατη, επειδή απουσιάζουν εκείνα τα στοιχεία που θα μου επέτρεπαν να αξιολογήσω το βάσιμο της εκδοχής της εναγομένης. Από την άλλη, αυτοί οι ισχυρισμοί δεν είναι τόσο αόριστοι και ασαφής που να μου επιτρέπουν ανεπιφύλακτα να τους αγνοήσω ως σκέψεις εκ των υστέρων και να εκδώσω απόφαση κατά της εναγομένης χωρίς να την ακούσω. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν πήρε χρήματα από τον ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι το τεκμήριο 1 δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Συμφωνώ ότι αυτή η υπεράσπιση δεν είναι εμπεριστατωμένη και ούτε καν καλά τεκμηριωμένη αλλά δεν είναι τόσο γενική και ασαφής, με δεδομένο όλη την μαρτυρία της υπόθεσης που έχει τεθεί ενώπιον μου ώστε να είμαι σε θέση να στερήσω από τώρα το Συνταγματικό δικαίωμα της εναγομένης να ακουστεί και να υπερασπιστεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1]
(1961)1 CLR 265 [2]
(1982)1 CLR 897 [3]
(1983)1 CLR 333 [4] Supra note 6bai [5]
(1991)1 AAΔ 239