BREAVY LIMITED ν. V.M.H.Y HOLDINGS LIMITED (H.E. 176440), Αρ. Αγωγής: 81/17, 12/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 81/17 ΜΕΤΑΞΥ: BREAVY LIMITED Ενάγοντες -και- V.M.H.Y HOLDINGS LIMITED (H.E. 176440) Εναγομένων --------------------- Αίτηση Ημ. 9.1.17 Για Οριστικοποίηση Διατάγματος Παγοποίησης ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Απριλίου, 2017. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: Η κ. Μ. Καννάβα, για Καννάβα, Κιτρομηλίδου & Σια ΔΕΠΕ (ΔΘ304). Για τους Εναγομένους/Καθ' ων η αίτηση: Ο κ. Α. Ερωτοκρίτου, για A. G. Erotocritou LLC (ΔΘ404). ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η οριστικοποίηση (ή όχι) του ενδιάμεσου διατάγματος παγοποίησης περιουσίας των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση (τύπου Mareva) που εκδόθηκε μονομερώς στις 11.1.17 («το διάταγμα»), κατόπιν μονομερούς αίτησης των εναγόντων/αιτητών ημερομηνίας 9.1.17 («η αίτηση»). Το διάταγμα, ως συνετάχθη την 12.1.17, έχει ως εξής: «...................................................ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ AΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΚΑΙ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου και/ή μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής την Εναγόμενη - Καθ΄ ης η Αίτηση και/ ή διευθυντές και/ή γραμματείς και/ή αξιωματούχους και/ή αντιπροσώπους και/ή εξουσιοδοτημένους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους αυτής ομού και/ή οποιωνδήποτε εξ' αυτών από τα ακόλουθα: (Ι) Καθ' οιονδήποτε τρόπο να διαθέτει και/ή να επιβαρύνει και/ή να ελαττώνει και/ή αποξενώνει την κινητή και/ή ακίνητη περιουσία του, ως αναφέρεται στην παράγραφο Α(ΙΙ) της υπό εκδίκαση αίτησης, μέχρι του ποσού των $36,414,101.34 (Τριάντα έξι εκατομμύρια, τετρακόσιες δεκατέσσερις χιλιάδες και εκατό ένα δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών και τριάντα τέσσερα σεντς). (ΙΙ) Να εμβάσει και/ή πληρώσει και/ή αποξενώσει και/ή διαθέσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό ευρίσκεται κατατεθειμένο σε τραπεζικούς λογαριασμούς της, ως αναφέρεται στην παράγραφο Α(ΙV) της υπό εκδίκαση αίτησης, είτε οι εν λόγω λογαριασμοί και/ή καταθέσεις βρίσκονται σε τράπεζες εντός δικαιοδοσίας είτε ευρίσκονται σε τράπεζες εκτός δικαιοδοσίας μέχρι του ποσού των $36,414,101.34 (Τριάντα έξι εκατομμύρια, τετρακόσιες δεκατέσσερις χιλιάδες και εκατό ένα δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών και τριάντα τέσσερα σεντς). (ΙΙΙ) Να εμβάσει και/ή πληρώσει και/ή αποξενώσει και/ή διαθέσει και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο μεταφέρει οποιοδήποτε ποσό ευρίσκεται κατατεθειμένο στο τραπεζικό της λογαριασμό, ως αναφέρεται στην παράγραφο Α(VI) της υπό εκδίκαση αίτησης, μέχρι του ποσού των $36,414,101.34 (Τριάντα έξι εκατομμύρια, τετρακόσιες δεκατέσσερις χιλιάδες και εκατό ένα δολάρια Ηνωμένων Πολιτειών και τριάντα τέσσερα σεντς). (IV) Καθ' οιονδήποτε τρόπο να διαθέτει και/ή να επιβαρύνει και/ή να ελαττώνει και/ή αποξενώνει μετοχές, ως αναφέρεται στην παράγραφο Α(VΙI) της υπό εκδίκαση αίτησης. Τα αιτητικά των παραγράφων Α,Β,Γ,Δ,Ε,Ζ και Η της υπό εκδίκαση αίτησης απορρίπτονται ως αποσυρθέντα άνευ βλάβης. ...................................................» Συνθέτει την πεμπτουσία της αγωγής των εναγόντων/αιτητών το ότι (ως διατείνονται), τούτοι υπέστησαν ζημιές συνολικού ύψους US$36.414.101.34 - την επιδίκαση των οποίων αξιώνουν ως ειδικές αποζημιώσεις και/ή ως αναγνωρισμένη οφειλή και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση γραπτής συμφωνίας «. σύμφωνα με τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (UNJUST ENRICHMENT) και/ ή της αρχής του quantum meruit και/ ή με βάση τις αρχές του δικαίου της αποκατάστασης (RESTITUTION) και /ή του κοινοδικαίου και/ ή της επιείκειας, πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού από την καταχώρηση της παρούσης αγωγής μέχρι εξοφλήσεως» - ένεκα της παράνομης και/ή αντισυμβατικής και/ή αμελούς συμπεριφοράς των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση οι οποίοι ενήργησαν σε αντίθεση με τις έγγραφες συμφωνίες δανείου μεταξύ των διαδίκων ημερομηνίας 24.3.14, 6.8.14 και 29.10.14 (ως τροποποιήθηκαν). Επιδιώκουν προσέτι οι ενάγοντες/αιτητές, επί της ίδιας ή παρόμοιας βάσης, την επιδίκαση εναντίον των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων αλλά και γενικών αποζημιώσεων «. για παράβαση σύμβασης και/ή νόμιμου καθήκοντος και/ή παράβαση του νόμου και/ή αμέλειας και/ή παράλειψης ενέργειας .». Αποτελεί ανάμεσα σε άλλα, θέση των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση ότι δεν ικανοποιούνται τα νομοθετικώς προαπαιτούμενα για την οριστικοποίηση του διατάγματος και πως τούτο θα πρέπει να ακυρωθεί έτσι κι αλλιώς επειδή οι ενάγοντες/αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν (μονομερώς) προς το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα, τα οποία, αν αποκαλύπτονταν τότε, πιθανώς να το κατεύθυναν σε ανάστροφη πορεία από εκείνη που τελικώς ακολούθησε. Έλαβα υπόψιν καθετί που τέθηκε υπό μορφή μαρτυρίας και δικηγορικής επιχειρηματολογίας στην πλήρη έκταση του. Κατά δικαιϊκή λογική χρειάζεται εν πρώτοις να τύχουν πραγμάτευσης δύο θέσεις των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση αναφορικώς με το νόμιμο και αποδεκτό της ένορκης δήλωσης που καταχωρίστηκε ως συνοδευτική της αίτησης και τη μη αποκάλυψη από μέρους των εναγόντων/αιτητών ουσιωδών γεγονότων στο ex parte στάδιο. Επεξηγώ. Υποβάλλουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση πως το αίτημα δεν επικουρείται από την απαραίτητη μαρτυρία και ότι το διάταγμα εκδόθηκε άνευ πραγματικού υποβάθρου. Αυτό είναι ορθό. Η ένορκη δήλωση της ομνύουσας Nataliya Malysheva ημερομηνίας 9.1.17 (που συνοδεύει την αίτηση), προηγείται χρονικώς της τελευταίας αλλά και της αγωγής γιατί, ως αναντιρρήτως συνάγεται από τη μαρτυρία, η σχετική ένορκη δήλωση - τόσο στα Αγγλικά όσο και στα Ελληνικά (όπως και εκείνη της Λουΐζας Κοφινά που τις μετέφρασε) - δεν έχουν καν καταγεγραμμένο στο σώμα τους τον αριθμό της παρούσας αγωγής και τούτο διότι, ως προκύπτει και από το σύνολο της αναμφισβήτητης μαρτυρίας που παρουσιάστηκε, η όρκιση της ομνύουσας έγινε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, πριν από την καταχώριση της αγωγής. Η παράβλεψη των εναγόντων/αιτητών - που είχαν ευθύνη να στρέψουν την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός, αμέσως, διά των δικηγόρων τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Robert ν Woodall
(2016)EWHC Ch 2987, Re Z-O'C (Children)
(2014)EWCA Civ 1808, Μιχαήλ ν Αστυνομίας
(1995)2 ΑΑΔ 250, 254 - κατατάσσεται ως καταλυτική για την τύχη του αιτήματος καθότι το ζήτημα της συνέχισης ισχύος ενός μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος, ως το επίμαχο, πρέπει να αποφασίζεται με αναφορά σε γεγονότα που μπορεί, τωόντι, να ληφθούν υπόψιν προς αυτή την κατεύθυνση ως υποστηρικτικά της μονομερούς αίτησης, κάτι που εδώ δεν μπορεί να υλοποιηθεί εξαιτίας της υποδειχθείσας παράλειψης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ίβρου ν Μαυροκωνσταντή και Άλλων, ΠΕ 126/13, ημ. 1.2.17). Ως εκ τούτου του λόγου και μόνο, η αίτηση χρήζει απόρριψης. Παρ' όλη την απόφανση επί της πρώτης ως άνω θέσης των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, θα καταπιαστώ και με τη δεύτερη εισήγηση τους - και αυτό για σκοπούς πληρότητας - η οποία άπτεται του χρέους των εναγόντων/αιτητών για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων κατά την έκδοση του διατάγματος. Λέγουν οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση πως οι ενάγοντες/αιτητές μολονότι επισύναψαν ως τεκμήρια σχετικά έγγραφα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, τούτοι δεν μερίμνησαν να επισύρουν την ίδια στιγμή την προσοχή του Δικαστηρίου σε σημαντικές παραμέτρους των εγγράφων αυτών (για ό,τι σχετίζεται με τα επίδικα θέματα), διαλέγοντας αντ' αυτού να καταγράψουν στις σχετικές παραγράφους της περί ης ο λόγος ένορκης δήλωσης, εκφάνσεις του περιεχομένου των εγγράφων που έτειναν να τεκμηριώσουν - με την ευρεία έννοια του όρου αφού δεν επιτρέπεται η αξιολόγηση μαρτυρίας και η διατύπωση ευρημάτων ενδιαμέσως (βλ. κατ' αναλογίαν, Φακοντή ν Κακουλή, ΠΕ 70/11, ΗΜ. 23.6.15) - την εκδοχή τους, χωρίς ωστόσο να πράξουν το ίδιο και για άλλα μέρη της ίδιας γραπτής μαρτυρίας που ίσως να οδηγούσαν αντικειμενικώς το Δικαστήριο σε άλλες σκέψεις και προβληματισμούς για την έγκριση ή όχι του αιτήματος (εν όλω ή εν μέρει). Έχουν δίκαιο οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση. Εξηγώ. Στην Commerzbank Auslandsbanken Holding AG και Άλλων ν Adeona Holdings Limited και Άλλων, ΠΕ 6/14, ημ. 27.2.15 - το σκεπτικό της οποίας είχα κατά νουν διαμορφώνοντας τη δικαστική μου κρίση - το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Ερωτοκρίτου, Δ), συγκεφαλαίωσε συναφώς ως ακολούθως τη νομική αρχή εν σχέσει με το καθήκον αποκάλυψης σε μονομερείς διαδικασίες, όπως η επίδικη: « . Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v.Schroeder
(2003)All ER (D) 199. Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg,The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω) .». Οι ενάγοντες/αιτητές - δοθείσας της φύσης του διατάγματος - είχαν ύψιστη οφειλή να αποκαλύψουν στο μονομερές στάδιο την αξία της περιουσίας των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, ή ετέρας πληροφόρησης συναφούς με αυτή, έτσι που το Δικαστήριο να μπορούσε να εντάξει τα πράγματα στην ορθή τους διάσταση (κατά τον χρόνο εκείνο) και να σταθμίσει τα προσήκοντα αποφαινόμενο αν θα εξέδιδε ή όχι το διάταγμα. Δεν το έπραξαν. Διευκρινίζω. Οι ενάγοντες/αιτητές προέταξαν στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, πως οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση είναι οι κύριοι μέτοχοι «. στις Ρωσικές εταιρείες περιορισμένης ευθύνης PPFIN HOLDING LLC και PPFIN REGION LLC.» στις οποίες οι εναγόμενοι/καθ' ων η αίτηση κατέχουν «. ποσοστό μετοχικού κεφαλαίου 95.2757% και 99.99% αντίστοιχα». Εντούτοις, δεν αποκάλυψαν, μόλο που παρέπεμψαν σε κάποιο σχετικό έγγραφο (Τεκμήριο 10), να συγκεκριμενοποιήσουν το εκεί αναφερόμενο στοιχείο σε σχέση με την καθαρή αξία των περιουσιακών στοιχείων της PPFIN REGION LLC - ύψους 2.4 δισεκατομμυρίων Αμερικανικών Δολαρίων - με την PPFIN REGION LLC, να φέρεται ως αποτελούσα μέρος του Ομίλου Εταιρειών των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση, ή των διασυνδεδεμένων με αυτούς. Η υπό ανάλυσιν θεώρηση έχει ασφαλώς τη δική της ιδιαίτερη σημασία σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο της παραγράφου (IV) του διατάγματος και αυτό λόγω της γενικότερης του εμβέλειας και της έλλειψης χρηματικού περιορισμού, ως η περίπτωση με τις υπόλοιπες παραγράφους του διατάγματος ($36.414.101,34). Οι ενάγοντες/αιτητές έπρεπε να διασαφηνίσουν την οπτική αυτή στην ένορκη τους δήλωση όπως και το ότι στο Τεκμήριο 10 επιμαρτυρείται (ως παραστατικώς καταγράφεται στη γραπτή αγόρευση του κ. Ερωτοκρίτου), «. ότι τα περιουσιακά στοιχεία του ομίλου αξίζουν περίπου 100 φορές περισσότερα της απαίτησης των Αιτητών». Το ποια θα ήταν η απόληξη του Δικαστηρίου και ποιοι οι συνειρμοί του (αν παρουσιαζόταν στην ορθή της διάσταση η πληροφόρηση), δεν ενδιαφέρει ιδιαίτερα, μια και η εντοπισθείσα αγνόηση αποτελεί στην κάθε περίπτωση μεταβλητή που οράται αντικειμενικώς (βλ. κατ' αναλογίαν, Vasilyeva ν Φοβερού
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1672, 1676). Η αναλυθείσα αποσιώπηση από τους εναγόντες/αιτητές ήταν καθόλα κρίσιμη υπό τις συνθήκες, με αυτούς να ήσαν επωμισμένοι με την επιταγή παράθεσης επαρκών εξηγήσεων των όσων συναπάρτιζαν το προειρημένο έγγραφο (Τεκμήριο 10), προκειμένου τούτο να μπορούσε να συνδεθεί ευκόλως με την ανάγνωση της συνοδευτικής τής αίτησης ένορκης δήλωσης και ό,τι τούτη είναι που επεδίωκε να πετύχει στις 9.1.17 (βλ. κατ' αναλογίαν, Delincyp Company Limited v Wolfgang Και Άλλων, ΠΕ 206/11, ημ. 4.4.17). Το διάταγμα καλεί σε απόρριψη (και) για τον λόγο της αποτυχίας των εναγόντων/αιτητών να επιδείξουν την απαιτούμενη καλή πίστη με την οποία ήσαν επιφορτισμένοι προσερχόμενοι στο Δικαστήριο για να διεκδικήσουν θεραπεία στην απουσία των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση. Απόρροια της προρρηθείσας έκβασης είναι και το ότι δεν επιβάλλεται - τουναντίον αντενδείκνυται για λόγους δικαιϊκής αρχής (βλ. κατ' αναλογίαν, Γρηγορίου και Άλλοι ν Χριστοφόρου και Άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-265) - η ενασχόληση με άλλες πτυχές που σχετίζονται με την κατάδειξη των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και τα όσα άλλα αφορούν, επί το ειδικότερον, στα διατάγματα παγοποίησης (βλ. γενικώς, Γ. Ερωτοκρίτου, Π. Αρτέμη, Διατάγματα (Injunctions), 2016, σελ. 214-215). Το διάταγμα (ημερομηνίας 11.1.17), ακυρώνεται. Η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων/καθ' ων η αίτηση και εναντίον των εναγόντων/αιτητών, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ)...................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ