ΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΕΤΑΞΑ, Αρ. Αγωγής: 4350/2012, 11/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4350/2012 Μεταξύ: ΑΝΝΗ ΜΕΤΑΞΑ Ενάγουσα και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΜΕΤΑΞΑ Εναγόμενος 11 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο/Αιτητή: ο ίδιος αυτοπροσώπως. Για Ενάγουσα/Καθ' ης η αίτηση: κος Κωνσταντίνου. Αίτηση ημερομηνίας 12.09.2016 ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα επιζητεί με την αγωγή τις ακόλουθες θεραπείες, ως αυτές διατυπώνονται στο κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο ως ακολούθως: «ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον της Εναγομένης είναι δια: Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα διατάττον την ανάκτηση κατοχής του τμήματος του ακινήτου του οποίου η ενάγουσα είναι κύριος και/ή ιδιοκτήτρια και/ή δικαιούμενη να εγγραφεί ως ιδιοκτήτρια υπό στοιχεία 2648, Φ/ΣΧ 21/63Ε1 τεμάχιο 2552 τμήμα β το οποίο ευρίσκεται επί της οδών Μεγάρων 10 Πλατύ Αγλαντζίας από τον εναγόμενο ο οποίος παράνομα επενέβει σε αυτό. Β. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι το τμήμα επί του οποίου επεμβαίνει ο εναγόμενος με τα πιο πάνω στοιχεία αποτελεί μέρος ακινήτου το οποίο ανήκει στην ενάγουσα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου εμποδίζων τον εναγόμενο και/ή υπηρέτες και/ή αντιπροσώπους αυτού και/ή οποιονδήποτε άλλο πρόσωπο έλκει δικαίωμα από τον εναγόμενο από του να κατέχει και/ή συνεχίζει την παράνομη κατοχή και/ή επέμβαση και/ή να επεμβαίνει επί του αναφερόμενου ακινήτου ή τμήματος αυτού του οποίου την κυριότητα έχει η ενάγουσα. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττει τον εναγόμενο να κατεδαφίσει και/ή να άρει οποιαδήποτε κατασκευή και/ή οποιοδήποτε οικοδόμημα και/ή οτιδήποτε άλλο αναγείρει επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της ενάγουσας και το οποίο περιγράφεται ανωτέρω. Ε. Ειδικές αποζημιώσεις ύψους €20.000 περίπου για ζημιές οι οποίες προκλήθηκαν στο ακίνητο της ενάγουσας λόγω της παράνομης επέμβασης και κατοχής του από τον εναγόμενο. ΣΤ. Γενικές αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Ζ. Τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Η. Οποιαδήποτε περαιτέρω ή άλλη θεραπεία. Θ. Νόμιμο τόκο. Ι. Έξοδα πλέον έξοδα επίδοσης». Τα γεγονότα που απαρτίζουν το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας ως αυτά διατυπώνονται στην Έκθεση Απαιτήσεως είναι ως ακολούθως: «
- Η Ενάγουσα κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή χρόνο, είναι ιδιοκτήτρια και ή κάτοχος του ακινήτου υπ' αρ. εγγραφής 2648, Φ/ΣΧ 2163Ε1, τεμάχιο 2552 τμήμα β, το οποίο ευρίσκεται επί της οδού Μεγάρων 10 στο Πλατύ Αγλαντζιάς.
- Ο Εναγόμενος κατά πάντα ουσιώδη χρόνο προς την παρούσα αγωγή χρόνο, είναι ιδιοκτήτης και/ή κάτοχος του ακινήτου υπ' αρ. εγγραφής 2645, Φ/ΣΧ ΧΧΙ.63Ε1 τεμάχιο 2549 τμήμα β, το οποίο ευρίσκεται επί της οδού Μεγάρων 8, το οποίο εφάπτεται του ακινήτου ιδιοκτησίας της Ενάγουσας.
- Οι διάδικοι ήτο σύζυγοι, και ο γάμος τους λύθηκε μετά από απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση υπ' αριθμό 30/4/2009 (περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο).
- Οι διάδικοι πριν τη λύση του γάμου τους έχτισαν στο τεμάχιο 2645, Φ/ΣΧ ΧΧΙ.63Ε1 τεμάχιο 2549 ιδιοκτησίας του Εναγομένου κατοικία, η οποία θα αποτελούσε τη συζυγική στέγη.
- Μέρος της οικίας η οποία ανεγέρθει ευρίσκεται στο τεμάχιο ιδιοκτησίας της Ενάγουσας, ενώ ο Εναγόμενος επίσης ανέγειρε στο τεμάχιο της Ενάγουσας πισίνα.
- Μετά τη λύση του γάμου των διαδίκων, η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα τον Έναγόμενο, εφόσον πλέον δεν υφίστατο ο γάμος τους, να άρει τις παράνομες επεμβάσεις του επί του ακινήτου ιδιοκτησίας της, αυτός δε αρνείται και/ή παραλείπει να πράξει τούτο». Ως προκύπτει, από τα πιο πάνω γεγονότα, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι κύριος και κάτοχος του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2648, Φ/Σχ 2163Ε1 τεμάχιο 2552, τμήμα β, το οποίο βρίσκεται επί της οδού Μεγάρων 10 στο Πλατύ Αγλαντζιάς. Ο εναγόμενος έχει αναγείρει πισίνα σ' αυτό το τεμάχιο και γι' αυτό αξιώνει αποζημιώσεις σε σχέση με παράνομη επέμβαση. Στην μακροσκελή έκθεση υπεράσπισης, ο εναγόμενος έχει εκφράσει την υπεράσπιση ότι, δεν υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα βασιζόμενο σε παράνομη επέμβαση, και ότι η ενάγουσα δεν έχει έννομο συμφέρον να διεκδικεί αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση, διότι έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο που καλύπτει την συγκεκριμένη διαφορά, στα πλαίσια διατάγματος που εκδόθηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο. Αυτά τα γεγονότα καταγράφονται καλύτερα στην παράγραφο 16 της Αναλυτικής Έκθεσης Υπεράσπισης: «
- Ο Εναγόμενος απορρίπτει τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης για τους πιο κάτω λόγους: α. Τα όσα αναφέρει είναι ήδη κατ' επανάληψη εκδικασμένα από το Οικογενειακή Δικαστήριο - Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών, ήδη από το 1988, και υπάρχει ήδη Δεδικασμένο με βάση το οποίο η Ενάγουσα κωλύεται να επανέλθει και να επιδιώκει επανεκδίκασή τους από το Επαρχιακό Δικαστήριο αυτή τη φορά, παραμερίζοντας τις ήδη ειλημμένες Αποφάσεις και/ή Διατάγματα του Οικογενειακού Δικαστηρίου - Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών στις υποθέσεις 194/1998 και 102/
- β. Σημαντικότατο στοιχείο της Υπεράσπισης του Εναγομένου είναι και οι αντιφάσεις στους ισχυρισμούς των παρ. 4 και 5 της Έκθεσης Απαίτησης και σε σχέση με τους ισχυρισμούς και αξιώσεις στην παρ. 7 της Έκθεσης Απαίτησης περί παράνομων επεμβάσεων και/ή πρόκληση ζημιών και/ή άλλως πως εκ μέρους του Ένάγοντα. γ. Ενώ στην παρ. 4 η Ενάγουσα αναφέρει ότι «οι διάδικοι .. έχτισαν . κατοικία», στην παρ. 5 αναφέρει ότι «Μέρος της οικίας η οποία ανηγέρθει ..» εννοείτε ότι ανηγέρθει από τους διάδικους και στη συνέχεια στην παρ. 7 υπάρχουν ισχυρισμοί περί παράνομων επεμβάσεων και/ή πρόκληση ζημιών εκ μέρους του Ενάγοντα. δ. Οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας απορρίπτονται από τον Εναγόμενο ως αντιφατικοί και/ή ακατανόητοι και/ή ατεκμηρίωτοι και/ή αυθαίρετοι και/ή αναληθείς και/ή ως μη έχοντες πραγματική βάση για το λόγο ότι: i. Η αναφερόμενη κατοικία είναι μία και ενιαία. ii. Η αναφερόμενη κατοικία είναι κτισμένη επί της Οδού Μεγάρων 8 - 10, Πλατύ Αγλαντζιά. iii. Η εν λόγω κατοικία, μαζί με όλες τις κατασκευές της, παραμένει αρχιτεκτονικά και κτηριακά η ίδια όπως ήταν όταν πρωτοκτίστηκε/αποπερατώθηκε το 1996 και ουδεμία κτιριακή μεταβολή επήλθεν έκτοτε σε αυτή. iv. Στις προηγούμενες Αιτήσεις της με Αρ. 194/1998 και 102/2008 στο Οικογενειακό Δικαστήριο, η Ενάγουσα αναφερόταν διαρκώς σε οικία επί της Οδού Μεγάρων 8 - 10, Πλατύ Αγλαντζιάς η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ανηγέρθη από κοινού και με συνεισφορά και των 2 διαδίκων - τότε συζύγων και με βάση αυτή την ισχυριζόμενη συμμετοχή και συνεισφορά της, στην μεν 1η αίτηση της 194/1998, η Ενάγουσα, και τότε Αιτήτρια, απαιτούσε από τον Εναγόμενο, και τότε καθ' ου η αίτηση, την απόδοση σε αυτήν του ήμισεως (1/2) από τα ενοίκια που εισέπραττε ο Εναγόμενος από την ενοικίαση της εν λόγω κατοικίας, και τελικά η 1η αυτή Αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο, στη δε 2η Αίτησή της με αρ. 102/2008, η Ενάγουσα και τότε Αιτήτρια, προβάλλοντας τα ίδια επιχειρήματα ως ανωτέρω, απαιτούσε από το Οικογενειακό Δικαστήριο την ικανοποίηση της αξίωσής της για την εγγραφή επ' ονόματι της του ½ μεριδίου της επί της Οδού Μεγάρων 8 - 10, Πλατύ Αγλαντζιάς κατοικίας. v. Με την Απόφαση/Διάταγμα του ημ/νίας 16.7.2016, το Οικογενειακό Δικαστήριο - Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών δικαίωσε τον Εναγόμενο, και τότε καθ' ου η Αίτηση, και διέταξε όπως αυτός ενόσω θα ζει, θα έχει το δικαίωμα οίκησης, κατοχής, χρήσης και επικαρπίας ολόκληρης της εν λόγω κατοικίας επί της Οδού Μεγάρων 8 - 10, Πλατύ Αγλαντζιά. vi. Κάθε λέξη του εν λόγω Διατάγματος είναι σαφέσταση, σημαντική και σημαίνουσα καθότι αναγνωρίζεται ότι η εν λόγω κατοικία με αρ. οδού 8 - 10 είναι ενιαία και αδιαίρετη (ολόκληρη) και καθορίζονται με ακρίβεια τα δικαιώματα του Εναγομένου επί ολόκληρης της εν λόγω κατοικίας. vii. Κανένα δικαίωμα ιδιοκτησίας και/ή κατοχή επί της εν λόγω κατοικίας, στην Οδό Μεγάρων 8 - 10, Πλατύ Αγλαντζιάς, αναγνωρίστηκε για την Ενάγουσα από το Οικογενειακό Δικαστήριο το οποίο και δεν έκαμε αποδεκτούς τους ισχυρισμούς και/ή απαιτήσεις και/ή θεραπείες και/ή αξιώσεις της Ένάγουσας, τις οποίες και προβάλλει και πάλι στην παρούσα αγωγή της, όμοιους ή με άλλο μανδύα αλλά με περιεχόμενο και ουσία το ίδιο. viii. Δικαίωμα ιδιοκτησίας επί της εν λόγω κατοικίας κατά ½ μερίδιο, ανά 1/3 αυτού του ½ μεριδίου σε κάθε ένα από τα τρία παιδιά του, αναγνωρίστηκε από το Οικογενειακό Δικαστήριο σε περίπτωση που ο Εναγόμενος ήθελε διαφοροποιήσει τη Διαθήκη του, την οποία κατέθεσε στο Επαρχιακό Δικαστήριο με α/α 76/12, με την οποία διαθέτει ολόκληρη την εν λόγω κατοικία επί της Οδού Μεγάρων 8 - 10, Πλατύ Αγλαντζιάς στα τρία
(3)παιδιά του. ix. Σύμφωνα με ρητή διάταξη του Διατάγματος, το ως άνω ½ μερίδιο, ιδιοκτησίας των 3 παιδιών του, ο Εναγόμενος δεν δικαιούται να το υποθηκεύσει, αποξενώσει και/ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο. Άρα τα περί κατεδαφίσεων, κλπ που αξιώνει η Ενάγουσα δεν ισχύουν. x. Ως νόμιμοι συνιδιοκτήτες με αναγνωρισμένα δικαιώματα επί της εν λόγω κατοικίας, η Ενάγουσα θα έπρεπε να συμπεριλάβει και τα 3 παιδιά τους τόσο στο ΚΛΗΤΗΡΙΟ όσο και στην Έκθεση Απαίτησης. Ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τόσο το Κλητήριο όσο και η Αγωγή είναι ελαττωματική και/ή παράτυπη και/ή παράνομη. ε. Την αναφορά σε πισίνα, ο Εναγόμενος την απορρίπτει καθότι χρησιμοποιήθηκε από την Ενάγουσα ως ισχυρισμός για τεκμηρίωση των αξιώσεών της σε όλες τις Αιτήσεις της οι οποίες και απορρίφθηκαν από το Οικογενειακό Δικαστήριο - Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών και θεωρείται ήδη δεδικασμένο. Εν πάση περιπτώσει, ο Εναγόμενος δεν αποδέχεται το επανάνοιγμα θεμάτων τα οποία ήδη εκδικάστηκαν και αποφασίστηκαν από το Οικογενειακό Δικαστήριο και κάθε προς τούτο προσπάθεια της Ενάγουσας θα βρει κατηγορηματικά αντίθετο τον Εναγόμενο. Όμως για να μην παραμείνει οποιαδήποτε σκιά, και μόνο για τούτο τον λόγο, ο Εναγόμενος πληροφορεί ότι η πισίνα, η οποία κατασκευάστηκε από τους διάδικους για την χαρά των 3 παιδιών τους, δεν ήταν κτιστή αλλά μια απλή προκατασκευασμένη κατασκευή και η οποία έχει πλέον καταστραφεί. στ. Τέλος, η Ενάγουσα, παράνομα και/ή παράτυπα δεν υπέβαλε Ένορκη Δήλωση στην οποία υπεύθυνα να παραθέτει μαρτυρία για γεγονότα τα οποία ήδη γνώριζε και όφειλε να καταθέσει και προπαντός να είχε συγκεκριμενοποιήσει τους ισχυρισμούς και αξιώσεις της και να τεκμηριώσει με πειστικότητα τα πιο κάτω ερωτήματα, τις απαντήσεις των οποίων ήδη γνώριζε αφού με τόση σιγουριά και βεβαιότητα τα προβάλλει ως ισχυρισμούς και αξιώσεις στην παρούσα αγωγή της και τα οποία ο Εναγόμενος διεξέρχεται ως μέρος της Υπεράσπισής του: i. Αφού η Ενάγουσα σε όλες τις προηγούμενες Αιτήσεις της, Μονομερείς και Κύριες, στο Οικογενειακό Δικαστήριο διεκδικούσε το ½ της ιδιοκτησίας της, ισχυριζόμενη ότι συνέβαλε και συνείσφερε κατά το ½ στην ανέγερση της εν λόγο κατοικίας επί της Οδού Μεγάρων 8 - 10, Πλατύ Αγλαντζιάς, η οποία είναι μια ενιαία και αδιαίρετη οικοδομή και κτιριακά είναι η ίδια όπως όταν πρωτοκτίστηκε το 1996, με βάση τα εγκεκριμένα αρχιτεκτονικά σχέδια και τις Άδειες και όρους της Πολεοδομίας και του Δήμου Αγλαντζιάς, και η οποία κατοικία ενοικιαζόταν ως είχε συνεχώς και αδιάλειπτα από το 1996 μέχρι τον Ιανουάριο του 2008, οπότε και εγκαταστάθηκε σε αυτήν μόνιμα ο Εναγόμενος, πως τώρα η Ενάγουσα άλλαξε μοτίβο και ισχυρίζεται ότι ο Εναγόμενος μονομερώς και παράνομα επενέβη και/ή επεμβαίνει σε αυτήν και/ή ανήγειρε και/ή κατασκεύασε και/ή οικοδόμησε, ο ίδιος από μόνος του χωρίς την συνδρομή και/ή την συνεισφορά της Ενάγουσας, και/ή προκάλεσε ζημιές σε αυτήν και/ή άλλωπως; ii. Σε τι ακριβώς συνίστατνται αυτές οι παρανομίες και/ή επεμβάσεις και/ή ζημιές για τις οποίες η Ενάγουσα αξιώνει ειδικές αποζημιώεις 20 000 ευρώ πέραν των άλλων αποζημιώσεων και/ή θεραπειών που διεκδικεί; iii. Ποιες ακριβώς είναι αυτές οι ισχυριζόμενες ζημιές που προκάλεσε ο Εναγόμενος; iv. Πότε ακριβώς διέπραξε ο Έναγόμενος τις παρανομίες τις οποίες ισχυρίζεται η Ενάγουσα αφού η κατοικία ενοικιαζόταν διαρκώς από το 1996 μέχρι και τον Ιανούαριο 2008, οπότε και η Ενάγουσα καταχώρισε 2η αίτηση εναντίον του εναγομένου - τότε καθ' ου η αίτηση, διεκδικώντας το ½ μερίδιο ιδιοκτησίας, η οποία κτιριακά είναι η ίδια όπωςπρωτοκτίστηκε; v. Πόσο καιρό πήρε του Εναγόμενου να διαπράξει όλε αυτές τις ισχυριζόμενες παρανομίες; vi. Δεν είδε η Ενάγουσα τον Εναγόμενο όταν διέπραττε αυτές τις ισχυριζόμενες παρανομίες; vii. Γιατί δεν τον κατάγγειλε στην αστυνομία; Γιατί δεν του έστειλε επιστολές με το δικηγόρο της; viii. Τόσες και τόσες απειλητικές επιστολές έστειλε τότε, είτε η ίδια προσωπικά είτε με το δικηγόρο της, εναντίον των ενοικιαστών της κατοικίας, εναντίον του κτηματομεσίτη, τον οποίο κατάγγειλε και γραπτώς στον Επαγγελματικό του Σύδεσμο, εναντίον του ιδίου του Εναγομένου - τότε συζύγου της ξεσήκωσε όλο τον κόσμο, και εν τέλει καταχώρισε την αίτηση με αρ. 194/1998, δύο
(2)χρόνια μετά την ανέγερση της εν λόγω κατοικίας, στο Οικογενειακό Δικαστήριο εναντίον του Εναγομένου διεκδικώντας το ½ των ενοικίων από την εν λόγω κατοικία καθότι, σύμφωνα με τους τότε ισχυρισμούς της, συνεισέφερε κατά το ½ στην ανέγερση της και άρα ήταν συνιδιοκτήτρια κατά το ½ και τελικά αυτή η αίτηση απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. ix. Και επιπλέον, στην παρ. 4 της έκθεσης απαίτησης, η Ενάγουσα αναφέρει επί λέξει «Οι διάδικοι. έχτισαν ..». x. Όταν κτιζόταν η κατοικία επί της Οδού Μεγάρων 8 -10, Πλατύ Αγλαντζιάς κατά ή πέρί το 1994 - 1996, οι διάδικοι εξακολουθούσαν να είναι σύζυγοι και να διαμένουν μαζί στην τότε συζυγική κατοικία επί της οδού Ριζοκαρπάσου, Πλατύ Αγλαντζιάς. xi. Σημειωτέον ότι οι 2 αυτές κατοικίες απέχουν μόλις 100 μέτρα μεταξύ τους και υπήρχε και εξακολουθεί να υπάρχει άπλετη οπτική επαφή μεταξύ τους. Και αμέσως η Ενάγουσα θα αντιλαμβανόταν τις ισχυριζόμενες παρανομίες από τον Εναγόμενο και δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα τον κατάγγελε αμέσως. Αλλά η Ενάγουσα δεν έπραξε οτιδήποτε και δεν έλαβε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον του γιατί ο Εναγόμενος ουδεμία παρανομία διέπραξε. xii. Τους ισχυρισμούς της περί παρανοιών και/ή άλλωσπως, η Ενάγουσα τώρα τους προβάλλει με απώτερο σκοπό να αποσπάσει περιουσία, κινητή και/ή ακίνητη, που νόμιμα ανήκει στον Εναγόμενο. xiii. Εάν η Ενάγουσα άλλαξε μοτίβο τώρα και εξακολουθεί να επιμένει ο Εναγόμενος μόνος του, και χωρίς την ισχυριζόμενη από την Ενάγουσα κατά το ½ συνδρομή και συνεισφορά της, ανήγειρε τα όσα η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ανήγειρε μονομερώς ο Εναγόμενος, τότε ο Εναγόμενος δικαιούται και αξιώνει να του επιδικαστεί το αναφερόμενο από την Ενάγουσα ποσό των 20 000 ευρώ ως ειδικές αποζημιώσεις πλέον των άλλων αποζημιώσεων τις οποίες ο Εναγόμενος αξιώνει και αιτείται ως θεραπεία από το Σεβαστό Δικαστήριο για ηθική βλάβη και/ή υλική ζημιά τις οποίες διεκδικεί. ζ. Εξ ου και ο Εναγόμενος αναγκάζεται να μακρηγορήσει στην Υπεράσπισή του προβάλλοντας τα δίκαια του λεπτομερώς και εμπεριστατωμένα». Ως προκύπτει από την πιο πάνω παράγραφο, η ουσία της υπεράσπισης του εναγομένου είναι ότι και η πισίνα είναι μέρος της οικίας στον οδό Μεγάρων 8-10 Πλατύ Αγλαντζιάς. Είναι ισχυρισμός του ότι, σε σχέση με την οικία, το Οικογενειακό Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα στις 16.07.2016 ότι ο εναγόμενος θα έχει το δικαίωμα οίκησης, χρήσης, κατοχής και επικαρπίας ολόκληρης της εν λόγω κατοικίας επί της Οδού Μεγάρων 8-10 Πλατύ Αγλαντζιά. Επειδή έχει διατυπώσει την πιο πάνω υπεράσπιση έχει καταχωρήσει το παρόν έγγραφο που το έχει κατονομάσει προδικαστική ένσταση. Αυτό το έγγραφο αποτελείται από 14 σελίδες. Περιέχει κάποια γεγονότα τα οποία δεν επαληθεύονται με ένορκη δήλωση, όμως, τα πλείστα όσα διατυπώνονται σ' αυτό το έγγραφο πρόκειται για νομικά επιχειρήματα ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Στο τελικό μέρος του σώματος αυτού του εγγράφου περιέχεται ανταπαίτηση. Η νομική βάση της αίτησης όπου περιλαμβάνονται διάφοροι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβάνει μεταξύ άλλων, και την Δ.27 των Θεσμών. ΑΚΥΡΟ ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΜΕΤΡΟ Κάθε ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της αγωγής πρέπει να καταχωρηθεί συμφώνως της Δ. 48 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.
- Κ. 1 προνοεί ως ακολούθως: «48.1 Every application to the Registar shall be in writing stating the nature of the request made and referring to the specific section of the Law or to the specific Rule of Court upon which it is founded. If the application relies on any facts which do not appear in the Court books or records, it shall be supported by affidavit». Στην περίπτωση που τα γεγονότα δεν προκύπτουν από το δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης, τότε αυτά τα γεγονότα πρέπει να αποδειχθούν με ένορκη δήλωση που επισυνάπτεται στην αίτηση. Στην περίπτωση που ο αιτητής δεν έχει συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της Δ.48, τότε το Δικαστήριο δύναται να τον απαλλάξει από τις συνέπειες του παράτυπου δικονομικού μέτρου που έχει επιλέξει για να προωθήσει το αίτημα αλλά όχι εάν αυτή η παρατυπία είναι ουσιώδης. Εάν η παρατυπία είναι ουσιώδης τότε δεν διορθώνεται με επίκληση της Δ
- Στην υπόθεση Panagiotis Georghiou (Catering) Ltd. v Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.[1] η ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου επεξήγησε τους λόγους για τους οποίους κάθε αστική διαδικασία πρέπει να συμμορφώνεται με τους δικονομικούς κανόνες ως αυτοί διατυπώνονται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας και επεξήγησε την διαφορά μεταξύ παράτυπου δικονομικού μέτρου που διορθώνεται και άκυρου δικονομικού μέτρου που δεν παράγει κανένα έννομο αποτέλεσμα. «Η δικαστική εξουσία είναι σε μοναδική θέση να καθορίσει το πλαίσιο άσκησης των δικαιοδοσιών που της παρέχονται. Όπως έχουμε επισημάνει η αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας συνιστά θεμελιώδη σκοπό του Συντάγματος. Όπου θεμελιώδη δικαιώματα είναι συνυφασμένα με την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας αυτά ερμηνεύονται και εφαρμόζονται ώστε να εναρμονίζονται οι παράλληλοι συνταγματικοί στόχοι. (Βλέπε μεταξύ άλλων In re Efthymiou [2], Αίτηση Gennaro Perella[3]). Η σπουδαιότητα των δικονομικών κανόνων για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης είναι δύσκολο να υπερτονιστεί. Η σημασία τους κατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Μαυρογένης v. Βουλής των Αντιπροσώπων[4] ): "Οι διαδικαστικοί κανονισμοί σ' αυτή, όπως και σ' όλες τις διαδικασίες, θεσμοθετούν τους κανόνες για την άσκηση της δικαστικής εξουσίας. Στην απουσία τους, δε θα υπήρχε σταθερό πλαίσιο άσκησης της δικαστικής λειτουργίας. η άσκηση της θα επαφιόταν στη βούληση των δικαστών που επιλαμβάνονται της κάθε υπόθεσης, με αντίκτυπο την αβεβαιότητα στην πορεία απονομής της δικαιοσύνης. Η τήρηση των δικονομικών κανόνων ενέχει μεγάλη σημασία για την απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης." Η ειδοποίηση έφεσης προσδιορίζει τα επίδικα θέματα της έφεσης. Ο προσδιορισμός τους ρυθμίζεται υπό την αίρεση των ιδιαιτεροτήτων της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας. Οι ίδιοι κανόνες ισχύουν ως προς τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων στις αναθεωρητικές όπως και στις πολιτικές εφέσεις. (Βλέπε μεταξύ άλλων Lefkos Georghiades [5] 594 και G. A. P. Estates v. Δημοκρατίας [6]). Ο προσδιορισμός τους διέπεται από τη Δ.35 θ.
- Λόγος έφεσης συντίθεται από (α) τον προσδιορισμό του σφάλματος που καθιστά την πρωτόδικη απόφαση ή μέρος της, εσφαλμένη και (β) τους λόγους που στοιχειοθετούν το σφάλμα. Χωρίς το ένα ή το άλλο σκέλος, ο λόγος έφεσης είναι ατελής. Το επίδικο θέμα της έφεσης είναι το βάσιμο του σφάλματος που προβάλλεται από τον εφεσείοντα κρινόμενο υπό το πρίσμα των λόγων που προσδιορίζονται προς θεμελίωσή του. Σειρά αποφάσεων του Εφετείου και της Ολομέλειας διαγράφουν τις επιπτώσεις που συνεπάγεται η παρέκκλιση από τις διατάξεις της Δ.35 θ.4, (πριν την τροποποίηση) στη στοιχειοθέτηση λόγου έφεσης. Ο λόγος είναι άκυρος. Όπου το σύνολο των λόγων έφεσης οι οποίοι τίθενται είναι άκυροι η έφεση στην ολότητά της καθίσταται άκυρη. (Βλέπε μεταξύ άλλων Kyriakides v. Kyriakides [7], Omiros Courtis and Another (No. 1) v. Panos K. Iasonides [8], Τύμβιος και Άλλοι v. Λιβέρα[9], "Αλήθεια" v. Κύρρη[10], Δημοκρατία v. Κόμμα Φιλελευθέρων[11], Χ"Κυριάκου v. Δημοκρατίας [12]). Το πρώτο ερώτημα που θέσαμε - η δυνατότητα αναβίωσης άκυρου δικαστικού μέτρου βάσει του διαδικαστικού κανόνα του 1995 - επιβάλλει να εξετάσουμε κατά πόσο η ακυρότητα της έφεσης επάγεται την αυτόματη έκπτωσή της. Οι θεσμοί δεν προβλέπουν την αυτόματη απόρριψή της. Όπου δικονομικό μέτρο τίθεται εκποδών ως αποτέλεσμα παρέκκλισης από τα θέσμια, αυτό ορίζεται ρητά στους δικονομικούς κανόνες με τη χρήση όρων όπως "stands dismissed" ή ανάλογης ορολογίας. Άκυρο ή ανυπόστατο δικονομικό μέτρο δεν εκπίπτει και δε διαγράφεται αυτοδικαίως εκτός εάν τούτο προβλέπεται από τους θεσμούς. Η απόρριψη ή διαγραφή του ανάγεται στο δικαστήριο. Σε όλες τις υποθέσεις όπου η έφεση κρίθηκε άκυρη, αυτή απορρίφθηκε ή διατάχθηκε η διαγραφή της από το Δικαστήριο. Η θέση αυτή υποστηρίζεται και από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Εmpson v. Smith[13] . Κρίθηκε ότι η άκυρη αγωγή υφίστατο μέχρι τη διαγραφή της από το Δικαστή "... the action subsisted until struck out by the Judge ..." (Σε ελληνική μετάφραση.) "... Η αγωγή υφίστατο μέχρι τη διαγραφή της από το Δικαστή ..." (Βλέπε επίσης Intro Properties Ltd. v. Sauvel [14]). Στην Σωματείο Μεταφ. ΣΕΚ κ.ά. v. Δημοκρατίας
(1992)3 Α.Α.Δ. 1, (απόφαση πλειοψηφίας) αποφασίστηκε ότι η μή συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για την υποβολή γραπτών αγορεύσεων παρά την προδιαγραφή των συνεπειών από το Δικαστήριο σε περίπτωση μή συμμόρφωσης, δεν παρείχε ευχέρεια στο πρωτοκολλητείο να διαγράψει την προσφυγή. Κρίθηκε ότι μόνο το Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να την απορρίψει. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι εφέσεις οι οποίες δεν αποκαλύπτουν βάσιμους λόγους έφεσης δεν καταπίπτουν αυτοδικαίως. Οι θεσμοί δεν προβλέπουν την αυτόματη απόρριψή της. Η διαπίστωσή μας είναι ότι άκυρο δικονομικό μέτρο είναι μεν αδρανές, αλλά δεν εκπίπτει και δε διαγράφεται από το πρωτοκολλητείο. Υπόκειται σε απόρριψη από το Δικαστήριο εφόσον διαπιστωθεί η ακυρότητά του. Το δεύτερο ερώτημα αφορά ουσιαστικά τη δυνατότητα διάσωσης άκυρου δικονομικού μέτρου εν όψει της τροποποίησης της Δ.
- Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1995 (εκδόθηκε 24.2.1995), καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου Οι επιπτώσεις που επέφερε ο τροποποιητικός διαδικαστικός κανονισμός σε υφιστάμενες άκυρες εφέσεις έχουν εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων της Ολομέλειας και του Εφετείου. Στην Θαλασσινός v. Δημοκρατίας[15], κρίθηκε ότι με τη νέα Δ.64 καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Εξισώνεται κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. (Βλέπε Γιάννη v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων [16], Δημοκρατία v. Lion Insurance Agency Ltd[17], F. Kassab Gold Solar France Ltd. v. Yiacoumis Bros (Construction) Co. Ltd[18]., Λοΐζου v. Χαραλάμπους και Άλλων[19]). Προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις ότι το στοιχείο της ακυρότητας ή του θνησιγενούς κατά το χρόνο καταχώρησης των εφέσεων αμβλύνεται και μετατρέπεται σε στοιχείο αντικανονικότητας. Εξυπακούεται η αναδρομική εφαρμογή της νέας Δ.
- Διαφορετικά θα ήταν αδύνατη η τροποποίηση άκυρης, κατά το χρόνο της καταχώρησής της, έφεσης. Στη Γιάννη (ανωτέρω) επισημάναμε ότι: "Εάν δεν επρόκειτο για τον πρόσφατα εκδοθέντα διαδικαστικό κανονισμό, η έφεση θα εκηρύττετο ως εξ υπαρχής άκυρη και ως μή ενεργοποιούσα τη δευτεροβάθμια δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου." Κρινόμενη υπό το πρίσμα του νέου δικονομικού κανόνα που εισάγεται με τη νέα Δ.64, η έφεση αποτιμάται ως αντικανονική και όχι ως άκυρη. Η αναδρομικότητα της εφαρμογής του διαδικαστικού κανόνα του 1995, με τον οποίο αντικαταστάθηκε η Δ.64, συνάδει με τη γενική αρχή του δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι τροποποιήσεις των θεσμών έχουν αναδρομική ισχύ. Η αρχή η οποία υποστυλώνει τον κανόνα αυτό είναι ότι θεσμικές αλλαγές αποβλέπουν στον επαναπροσδιορισμό των κατάλληλων μέσων για τη διεκδίκηση δικαιωμάτων. Η καταλληλότητα δικονομικών μέτρων έχει διαχρονικό χαρακτήρα και επενεργεί στο παρόν και στο παρελθόν. Όπως διαπίστωσε ο Lord Blackburn στην Gardner v. Lucas [1878] 3 App. Cas. 582, στη σελ. 603, "Alterations in the form of procedure are always retrospective, unless there is some good reason or other why they should not be." Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη "Aλλαγές στον τύπο της διαδικασίας έχουν πάντοτε αναδρομική ισχύ εκτός εάν υφίσταται καλός λόγος περί του αντιθέτου." (Βλέπε επίσης Quilter v. Mapleson [1882] 9 Q.B.D. 672, C.A. και Εmpson v. Smith (ανωτέρω). Η αναδρομικότητα τροποποιήσεων των θεσμών μεταβάλλει αναδρομικά το δικονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κρίνεται η εγκυρότητα δικονομικών μέτρων. Επιφέρει μεταξύ άλλων και την αναβίωση δικαστικών μέτρων τα οποία είχαν ατονίσει ή εκπνεύσει. (Βλέπε Attorney-General v. Vernazza [20]και Maxwell on the Interpretation of Statutes[21] , και Craies on Statute Law[22]). Η τροποποίηση της Δ.64 δεν καθιστά αυτόματα παραδεχτή την τροποποίηση αντικανονικής έφεσης. Η παροχή θεραπείας ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το απόσπασμα που ακολουθεί από τη Γιάννη (ανωτέρω), κατοπτρίζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αντιμετωπίζονται αιτήσεις για την τροποποίηση εφέσεων. "Παρέκκλιση από τους θεσμούς πρέπει να αντιμετωπίζεται στην πρώτη δυνατή ευκαιρία και, εν πάση περιπτώσει σε χρονικό στάδιο που να μην επηρεάζονται δυσμενώς, είτε τα δικαιώματα της άλλης πλευράς, ή να καταστρατηγούνται οι Θεσμοί, οι οποίοι οριοθετούν το πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Το τρίτο ερώτημα που θέσαμε αφορά την εφαρμογή ή ακριβέστερα το συσχετισμό της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με τη Δ.
- Το θέμα αυτό δεν αντιμετωπίσθηκε ευθέως σε καμιά προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Έμμεσα μπορεί να λεχθεί ότι η εφαρμογή της Δ.64 θεωρήθηκε δεδομένη ως προς την αντιμετώπιση παρεκκλίσεων από τους θεσμούς. Η Δ.35 αποτελεί μέρος των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Δε συνιστά αυτοτελή δικονομική διάταξη και δεν μπορεί να αποσπαστεί από τις υπόλοιπες πρόνοιες των Θεσμών και να τύχει εφαρμογής ανεξάρτητα από το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται. Η υιοθέτησή της εξυπακούεται και την υιοθέτηση των θεσμικών παραμέτρων εφαρμογής της. Η ορολογία της Δ.35 υπόκειται στους ερμηνευτικούς κανόνες που περιέχονται στη Δ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εφαρμογή των προνοιών της συσχετίζεται με σειρά άλλων διατάξεων των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η εξουσία για τροποποίηση είναι επάλληλη με την εξουσία η οποία παρέχεται σε δικαστήριο το οποίο επιλαμβάνεται υποθέσεων πρωτοδίκως. Η υπόσταση αντικανονικών δικονομικών μέτρων καθώς και η δυνατότητα παροχής θεραπείας προσδιορίζονται στη Δ.
- Μή συμμόρφωση με τη Δ.35 θ.4, καθιστά την έφεση αντικανονική και συνεπώς δεχτική τροποποίησης εφόσον αρμόδιο δικαστήριο κρίνει ότι τούτο δικαιολογείται. Δεν είναι απαραίτητο σε αυτές τις εφέσεις να επεκταθούμε πέραν της τροποποίησης. Επισημαίνουμε μόνο ότι η Δ.64 έχει καθολικό χαρακτήρα. Αποβλέπει στον προσδιορισμό των συνεπειών που προκύπτουν από παρεκκλίσεις του συνόλου των θεσμικών διατάξεων, περιλαμβανομένης και της Δ.35». Το ίδιο μπορεί να ειπωθεί και σε σχέση με την Δ.
- Ο αιτητής έχει την υποχρέωση με σαφήνεια να διατυπώσει το αίτημά του, την νομική βάση επί της οποίας βασίζεται το συγκεκριμένο αίτημα, καθώς και τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση. Στην παρούσα αίτηση ο αιτητής έχει εκθέσει σειρά γεγονότων στην αίτησή του, που δεν είναι αυταπόδεικτα, αλλά και ούτε προκύπτουν από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης. Η επιτυχία της αίτησής του στηρίζεται στο κατά πόσο αυτά τα γεγονότα θα αποδειχθούν ως αληθινά ως βάση για την θεμελίωση της αίτησης. Περαιτέρω, ενδιάμεσες αιτήσεις θα πρέπει να γίνουν υπό τη μορφή του έντυπου 46 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, ώστε να πληροφορείται η καθ' ης αίτησης για την φύση του αιτήματος, την νομική βάση στην οποία στηρίζεται καθώς και τα γεγονότα, εάν αυτά αληθεύουν, επί των οποίων βασίζεται το συγκεκριμένο αίτημα. Ο εναγόμενος έχει προωθήσει αίτημα εις το οποίο δεν είναι καθαρό ποια θεραπεία ζητεί, αν και εικάζω ότι αυτό που προωθεί είναι απόρριψη της αγωγής. Στο έγγραφο αυτό δεν προσδιορίζεται ποια είναι η νομική της βάση, καθώς η αίτηση στηρίζεται σε πολλές διαταγές της Πολιτικής Δικονομίας, αλλά και ούτε έχουν απομονωθεί τα συγκεκριμένα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση ώστε η καθ' ης η αίτηση να γνωρίζει επακριβώς τι έχει να αντιμετωπίσει εις απάντηση της αίτησης. Γι' αυτό θεωρώ ότι το έγγραφο που φέρει την επικεφαλίδα «Προδικαστική Ένσταση», είναι άκυρο δικονομικό μέτρο που δεν διασώζεται με την επίκληση της Δ.64 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. H Δ. 48 θ.1, η οποία καθορίζει τον τύπο με τον οποίο αιτήσεις θα καταχωρούνται στο Δικαστήριο, προνοεί ότι κάθε αίτηση πρέπει να περιέχει την ακριβή νομική βάση επί της οποίας βασίζεται. Στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich v Ευθυβούλου[23] το Εφετείο επεξήγησε ότι το Δικαστήριο δύναται να παραβλέψει ή να διορθώσει μία παράτυπη διαδικασία στην κατάλληλη περίπτωση, αλλά δεν έχει την εξουσία να θεραπεύει θεμελιώδης παραλείψεις. Στην υπόθεση In re Hadjisoteriou[24] το Εφετείο δεν θεώρησε ότι η μη συμπερίληψη του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 9, στην νομική βάση της αίτησης δεν ήταν ουσιώδης σφάλμα που να οδηγούσε στην ακύρωση της διαδικασίας. Λέχθηκε στα σχόλια της απόφασης ότι γενικά μη συμμόρφωση στους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας θα πρέπει να θεωρηθεί παρατυπία στην διαδικασία που διορθώνεται. Εδώ δεν υπάρχει απλή παράλειψη προς τους θεσμούς, αλλά ο αιτητής έχει επιλέξει ένδικο μέσο που είναι άγνωστο στο Δικαστήριο, στο σημείο που προκαλείται σύγχυση στο Δικαστήριο αλλά και στην άλλη πλευρά που οφείλει να απαντήσει στην αίτηση σε σχέση με το βάσιμο ή όχι του αιτήματος του εναγομένου. Έχω προσέξει ότι κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου η καθ' ης η αίτηση έχει καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι έχει παραβλέψει το άκυρο του δικονομικού μέτρου που έχει επιλέξει να προωθήσει ο εναγόμενος. Με τον τρόπο που ο εναγόμενος έχει επιλέξει να παρουσιάσει το αίτημά του η ενάγουσα έχει επηρεασθεί δυσμενώς. Είναι γι' αυτό που η καθ' ης η αίτηση έχει αναδείξει έξι ουσιαστικούς λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το δικονομικό μέτρο που έχει επιλέξει ο εναγόμενος να εγείρει προδικαστική ένσταση, είναι άκυρο. Αυτό το έγγραφο αποτελείται από 14 σελίδες, όπου αναμιγνύονται επιχειρήματα με γεγονότα. Το έγγραφο ομοιάζει περισσότερο με γραπτή αγόρευση παρά με αίτηση βασιζόμενη στη Δ.
- Περαιτέρω, υπάρχει ξεχωριστό μέρος όπου ο εναγόμενος ζητεί συγκεκριμένες θεραπείες, που δεν προδιαγράφονται από τον συγκεκριμένο θεσμό της πολιτικής δικονομίας στα πλαίσια της αγωγής. Στα πλαίσια αυτού του εγγράφου, επί παραδείγματι, διατυπώνεται ακόμη και ανταπαίτηση. Αυτός δεν είναι ενδεδειγμένος τρόπος προώθησης ενδιάμεσων αιτημάτων ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αγωγής. Τα λάθη και παραλείψεις είναι τόσα πολλά, που το συγκεκριμένο έγγραφο δεν έχει καμία ομοιότητα με αίτηση που βασίζεται στην Δ. 48 των θεσμών. Μόνο γι' αυτό το λόγο θα απέρριπτα την αίτηση, ως άκυρο δικονομικό μέτρο. Η ΟΥΣΙΑ Ως ανέφερα προηγουμένως, θα απέρριπτα την αίτηση επειδή το δικονομικό μέτρο που έχει επιλεγεί δεν έχει καμία σχέση με τους θεσμούς. Η ανεπάρκεια, παρατυπίες και ελλείψεις αυτού του έγγραφου είναι τέτοιες, που καθιστούν αυτό το έγγραφο ανεπαρκής επί της ουσίας, και δεν αφορά έγγραφο που περιέχει παρατυπίες που διασώζονται αυτεπάγγελτα ή κατόπιν αιτήματος του διαδίκου που το έχει καταχωρήσει. Παρόλο τούτου και επί της ουσίας δεν θα μπορούσε αυτό το έγγραφο να αποτελέσει λόγο που να δικαιολογεί την απόρριψη της αγωγής εξαιτίας της αρχής του δεδικασμένου. Στην απόφαση Ανδρέα Γαβριήλ ν Γεωργιου Αγαπίου [25] το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια αίτησης για απόρριψη αγωγής, βασιζόμενη επί της Δ. 27 θ.1 και 2, απέρριψε την αγωγή και επεξήγησε ότι απόρριψη της αγωγής γεννά το δεδικασμένο. Το δεδικασμένο θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας. Αγώγιμο δικαίωμα θεωρείται ως δεδικασμένο εφόσον τα επίδικα θέματα της πρώτης και της δεύτερης αγωγής είναι ταυτόσημα. Στην περίπτωση που θα μπορούσε να διαπιστωθεί με βεβαιότητα από τις παραστάσεις των μερών στα πλαίσια αυτής της ενδιάμεσης διαδικασία ότι υπάρχει δεδικασμένο σε σχέση με την αγωγή αυτός θα μπορούσε να αποτελέσει λόγος προδικαστικά το Δικαστήριο να επιλύσει στο σύνολο της την αγωγή. Όμως ως επεξηγείται στην υπόθεση Ιωάννης Νικόλα Χ"Οικονόμου ν Ελληνικής Τραπέζης Λτδ[26], στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Κωνσταντίνου υπάρχουν προϋποθέσεις για την επίλυση της αγωγής προκαταρτικά που πρέπει να ικανοποιηθούν. Πρέπει τα γεγονότα που θεμελιώνουν την αίτηση να μην αμφισβητούνται και τα γεγονότα αυτά στην περίπτωση που αληθεύουν να οδηγούν στο μοναδικό συμπέρασμα ότι υπάρχει δεδικασμένο σε σχέση με την αγωγή. Οι αρχές που διέπουν την προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις, έχουν νομολογηθεί. (Βλ., μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides[27], Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou[28], Michael v. United Sea Transport[29]). Οι αρχές που καθορίζουν τα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Δ.27, μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: «Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα». Όπως έχει επισημανθεί πιο πάνω η αίτηση του εναγόμενου στερείται πραγματικού υπόβαθρου, διότι δεν έχει καταχωρήσει ενόρκως τα γεγονότα στα οποία προτίθεται να στηριχθεί για να προβάλει το επιχείρημα ότι αυτή η διαφορά έχει εκδικασθεί και επιλυθεί, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο σε σχέση με την προώθηση της αγωγής. Δεύτερο, όπως έχει τονισθεί από το Εφετείο στην πρόσφατη υπόθεση Ρέας Ανδρονίκου και Επιτροπής Του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και τους εξαρτώμενούς τους[30] αιτήσεις για προδικαστική ένσταση πρέπει να γίνονται χωρίς καθυστέρηση και αμέσως μετά το κλείσιμο των δικογράφων. Ως επεξηγήθηκε στην πιο πάνω υπόθεση η καθυστέρηση αν και δεν συνιστά δικονομικό εμπόδιο στην καταχώρηση τέτοιας αίτησης μπορεί να αποτελέσει λόγος για απόρριψη της αίτησης διότι πλέον δεν εξυπηρετείται ο σκοπός της αίτησης που είναι η γρήγορη και ανώδυνη επίλυση της αγωγής σε προκαταρτικό στάδιο. «Κατά τους εφεσείοντες, με δεδομένη την αρχή της Lioufis ότι: Αναφορικά με το επιχείρημα των εφεσειόντων ότι οι υποθέσεις Mepa και Αλωνεύτης δεν αποτελούν δεσμευτικά προηγούμενα για την υπό εξέταση περίπτωση, σημειώνεται ότι, επιπρόσθετα προς τις υποθέσεις εκείνες, στην υπόθεση ΧʺΟικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ[31], υπό παρόμοιες περιστάσεις όπως στην παρούσα, κρίθηκε, ευθέως και επί τούτου, ότι η αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου δυνάμει της Δ.27 που καταχωρίστηκε μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση δεν μπορούσε να επιτύχει και λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης, επί της αρχής ότι τέτοιες αιτήσεις καταχωρούνται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και ότι κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες. Το έγκαιρο ως προϋπόθεση υφίσταται κατά πάγια αρχή (βλ. Annual Practice 1958, ανωτέρω και RussianCommercial and Industrial Bank, ανωτέρω) προκύπτει δε από τον ίδιο το σκοπό της εξαιρετικής αυτής διαδικασίας που έγκειται στην συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς άπαξ και δια παντός προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Τέτοιος σκοπός δεν εξυπηρετείται και, αντιθέτως, ανατρέπεται, όταν με καθυστερημένες αιτήσεις όχι μόνο δεν επιτυγχάνεται η συνοπτική επίλυση της όλης υπόθεσης στο προδικαστικό στάδιο, αλλά, ως αποτέλεσμα της προδικαστικής αίτησης, στην πράξη ανατρέπεται αυτή τούτη η κανονική πορεία της δίκης. Η ανάγκη δε για περιορισμό της υπό συζήτηση εξαιρετικής διαδικασίας στο αρχικό, υπό την παραπάνω έννοια, στάδιο, καθίσταται στις μέρες μας περισσότερο επίκαιρη και επιτακτική, λόγω της επίτασης του φαινομένου να παραμερίζεται η εκδίκαση της αγωγής, χάριν ενδιαμέσων διαδικασιών. Με αυτό το σκεπτικό, με το δέοντα σεβασμό, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εισήγηση των εφεσειόντων ότι ο μόνος περιορισμός που η νομολογία αναγνωρίζει είναι να μην υποβάλλονται τέτοιες αιτήσεις κατά την ημέρα της ακρόασης. Η σχετική εισήγηση έγινε με αναφορά στις υποθέσεις The heirs of late Theodora Panayi v. The Administrators of the Estate of the late Stylianos Mandriotis[32]και Michaelides v. Diakou [33] στις οποίες το Εφετείο δια στόματος Ιωσηφίδη, Δ., υπέδειξε τα εξής: «We would like to add that in cases where an objection is taken in the defence the interested party must apply to the Court to have a particular point of law under Order 27 formulated and set down for hearing before the date of trial, and be should not wait until the day of trial when all the parties and their witnesses are before the Court, when considerable costs may be incurred. An application under Order 27 should normally be made on the summons for directions. Η αναφορά όμως αυτή, δεν μπορεί, για τους λόγους που έχουν ήδη εξηγηθεί, να ερμηνευθεί τόσο στενά ως η εισήγηση των εφεσειόντων. Χαρακτηριστική, άλλωστε, είναι η ταυτόχρονη υπενθύμιση από τον Ιωσηφίδη, Δ., πως ο κατάλληλος κανονικά χρόνος είναι ο χρόνος της κλήσης για οδηγίες, κάτι που υποδηλώνει εμμονή στην παγιωμένη αρχή περί εγκαίρου διαβήματος. Είναι χαρακτηριστικό ότι η προαναφερθείσα υπόθεση ΧʺΟικονόμου αφορούσε περίπτωση που η αίτηση καταχωρίστηκε 3 μήνες πριν την ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης (εν προκειμένω 5 εβδομάδες). Το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνοντας ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση σημείωσε τα εξής: Αιτήσεις για προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων, όπως και άλλες ενδιάμεσες αιτήσεις, θα πρέπει να καταχωρούνται νωρίτερα, όπως έχουμε αναφέρει και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο, που μόνο καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης μπορούν να επιφέρουν και όχι διευκόλυνση ή συντόμευση της διαδικασίας. Εν προκειμένω, οι εφεσείοντες είχαν την ευκαιρία να λάβουν μέτρα ακόμα και πριν την καταχώριση των υπερασπίσεων τους τις οποίες καταχώρισαν με καθυστέρηση μηνών και αφού προηγήθηκε, ως άνω, αίτηση για απόφαση. Δεν πρόβαλαν όμως μέχρι τότε οποιαδήποτε ένσταση περί ανυπαρξίας των εναγόντων οι οποίοι προχώρησαν και ζήτησαν απόφαση εναντίον τους. Έθεσαν θέμα στις υπερασπίσεις, που δεν ήταν το ορθό πλαίσιο, χωρίς και πάλιν να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα. Αντ΄αυτού ζήτησαν και έλαβαν από τους ανύπαρκτους, κατά τον ισχυρισμό που δεν προωθούσαν, αντιδίκους τους, αποκάλυψη εγγράφων, ένα διαδικαστικό διάβημα που εντάσσεται στην προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Υπ΄αυτές τις περιστάσεις, ορθή ήταν η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η καταχώριση της αίτησης όχι απλώς μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, αλλά 5 μόνο εβδομάδες πριν από την ημερομηνία ακρόασης, με βέβαιη την ανατροπή της, όπως και έγινε, συνιστούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση». Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε το
- Η αγωγή ορίσθηκε πολλές φορές για οδηγίες, και το έγγραφο αυτό με τίτλο «προδικαστική ένσταση» καταχωρήθηκε τον Σεπτέμβριο
- Κατανοώ ότι ο εναγόμενος χειρίζεται την υπόθεση μόνος του, χωρίς τις υπηρεσίες δικηγόρου, όμως, δεν μπορώ παρά να παρατηρήσω την μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή αυτού του εγγράφου προς αξιολόγηση από το Δικαστήριο. Πράγματι, δεν έχει εξοικονομηθεί ο χρόνος του Δικαστηρίου με την εξέταση αυτής της αίτησης τώρα ή και δεν έχει αποφευχθεί η σπατάλη των χρημάτων των διαδίκων αφού πλησιάζει ο χρόνος έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας αφού αυτή η υπόθεση είναι παλαιά. Παρά την καθυστέρηση του εναγομένου να επιδιώξει την προώθηση προδικαστικού σημείου θα εξετάσω τον ισχυρισμό του εναγόμενου επί της ουσίας ότι αυτή η αγωγή έχει καταχωρηθεί καταχρηστικά της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου διότι έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο σε σχέση με τα επίδικα ζήτημα της αγωγής. Η θέση του εναγόμενου είναι ότι το Οικογενειακό Δικαστήριο κατά την άσκηση της δικαιοδοσίας περιουσιακών διαφορών συζύγων έχει αποφασίσει τα ζητήματα που εγείρονται με την αγωγή, στα πλαίσια διατάγματος που εκδόθηκε στις 16.07.2012, δεν είναι αυταπόδεικτη. Σύμφωνα με τα γεγονότα που διατυπώνονται στο έγγραφο που κατέθεσε ο εναγόμενος το Οικογενειακό Δικαστήριο έχει εκδώσει διάταγμα με το ακόλουθο περιεχόμενο: «
- Η παρούσα αγωγή είναι αβάσιμη και αχρείαστη και θα σπαταλήσει άδικα τον χρόνο του Επαρχιακού Δικαστηρίου χωρίς ουσιαστικό λόγο καθότι το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας - Δικαιοδοσία Περιουσιακών Διαφορών έχει ήδη αποφασίσει και εκδώσει Διάταγμα στις 16.7.2012 ότι (α) ο Εναγόμενος, ενόσω ζει, θα έχει το δικαίωμα οίκησης, κατοχής, χρήσης και επικαρπίας ολόκληρης της κατοικίας επί της Οδού Μεγάρων 8 -10, Πλατύ Αγλαντζιάς και (β) με την Απόφαση/Διάταγμα του έχουν επιλυθεί οριστικά, τελεσίδικα και αμετάκλητα όλες οι οικονομικές και περιουσιακής φύσεως διαφορές μεταξύ των διαδίκων». Η αξίωση της ενάγουσας στηρίζεται στο αγώγιμο δικαίωμα της παράνομης επέμβασης. Διεκδικεί αυτό το δικαίωμα επειδή ως ανέφερε στην Έκθεση Απαιτήσεως, είναι η ιδιοκτήτρια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2648 και είναι δικογραφημένος ο ισχυρισμός της ότι ο εναγόμενος έχει κατασκευάσει πισίνα στο τεμάχιο αυτό. Το μέρος του κτιρίου της κατοικίας στην οποία διαμένει ο εναγόμενος βρίσκεται στο τεμάχιο γης με αριθμό εγγραφής
- Ακόμη και να αληθεύουν τα όσα καταγράφονται στην παράγραφο 25 της αίτησης, πιο πάνω, δεν είναι αυταπόδεικτο ότι η πισίνα είναι μέρος της κατοικίας επί της οδού Μεγάρων 8-10 στο Πλατύ Αγλαντζιάς. Ούτε θα ήταν δίκαιο, θεωρώ για το Δικαστήριο να αποφασίσει εκ των προτέρων, και χωρίς να ακούσει τη μαρτυρία της υπόθεσης ότι οι λέξεις «ολόκληρης της κατοικίας επί της οδού Μεγάρων 8-10 Πλατύ Αγλαντζιά» περιλαμβάνει ή δεν περιλαμβάνει και την πισίνα, που βρίσκεται σε άλλο τεμάχιο γης από το τεμάχιο γης που βρίσκεται η οικία του τεμαχίου γης που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι είναι η ιδιοκτήτρια. Συνεπώς, δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου γεγονότα, αυταπόδεικτα, που να με οδηγούν αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο σε σχέση με το αντικείμενο της αγωγής, επειδή εκδόθηκε διάταγμα στην αίτηση 102/2008 ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου, που αφορά περιουσιακές διαφορές μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου. Το επιχείρημα του ενάγοντα ότι η αγωγή δεν έχει επιδοθεί στους άλλους τρεις ιδιοκτήτες της εν λόγω κατοικίας, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει λόγο για πλήρη επίλυση της αγωγής προκαταρτικά. Ούτε ευσταθεί το επιχείρημα ότι η αγωγή που έχει καταχωρηθεί, πρόκειται για άκυρο δικονομικό διάβημα επειδή το κλητήριο ένταλμα δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Τέλος, δεν μπορώ, χωρίς να εξακριβωθούν τα γεγονότα σε σχέση με άλλες διαδικασίες που καταχωρήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, να διαπιστώσω κατά πόσο αυτή η διαδικασία, καλύπτει τα ίδια ζητήματα και αξιώσεις για να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω με τη θέση του εναγόμενου ότι, η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το δικαίωμα της ενάγουσας, να διεκδικεί αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση σε περιουσία που της ανήκει, δεν έχει παραγραφεί με νόμο, και επιπρόσθετα αυτή η παρανομία σύμφωνα με τις δικογραφημένες παραστάσεις της ενάγουσας εξακολουθεί να συνεχίζεται. Η θέση του εναγόμενου ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προωθηθεί σε ακροαματική διαδικασία λόγω καθυστέρησης (laches) στην προώθηση των διεκδικήσεων της ενάγουσας είναι αβάσιμη νομικά. Το ζήτημα της ολιγωρίας (laches) μπορεί να εγερθεί ως υπεράσπιση σε αγωγή σε περιπτώσεις όπου ο ενάγων ζητά θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Όμως, όπως επεξηγήθηκε και στην υπόθεση Κατερίνα Κλεάνθη[34] για να την επικαλεστεί ο εναγόμενος την ολιγωρία ως υπεράσπιση πρέπει να αποδειχθεί αδιαμφισβήτητα ότι ενάγουσα εγκατέλειψε το δικαίωμα , που βασίζεται στο δίκαιο της επιείκειας, το οποίο διεκδικεί με την αγωγή. Εφόσον τα γεγονότα της υπόθεσης ακόμη δεν έχουν διακριβωθεί στα πλαίσια της αγωγής, δεν είμαι σε θέση να εξάξω συμπέρασμα ότι η ενάγουσα πράγματι και αδικαιολόγητα έχει καθυστερήσει στη διεκδίκηση αιτημάτων που περιλαμβάνονται στην αγωγή. Συνεπώς δεν μπορώ να προαποφασίσω ότι η υπεράσπιση της ολιγωρίας (laches) τυγχάνει εφαρμογής. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ουσίας αλλά και επειδή ο εναγόμενος δεν έχει προωθήσει το αίτημά του με την χρήση έγκυρου δικονομικού μέτρου, δεν θεωρώ ότι επιλύεται η αγωγή προδικαστικά. Δεν έχει καταδειχθεί κανένα ζήτημα, πραγματικό ή νομικό, που να δικαιολογεί απόρριψη της αγωγής προτού αυτή ακουσθεί. Το αίτημα του εναγόμενου απορρίπτεται και τα έξοδα αυτής της ενδιάμεσης διαδικασίας επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενου όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1]
(1996)3 Α.Α.Δ. 323 [2]
(1987)1 C.L.R. 329 [3] Π.Ε. 9169 (Ολομέλεια) - 14.4.1995 [4] Εκλογική Αίτηση 1/95 - 22.1.1996 (απόφαση πλειοψηφίας) [5]
(1972)3 C.L.R. [6]
(1991)3 Α.Α.Δ. 449 [7]
(1969)1 C.L.R. 373 [8]
(1972)1 C.L.R. 56 [9]
(1991)1 Α.Α.Δ. 615 [10]
(1992)1 Α.Α.Δ. 130. [11]
(1993)3 A.A.Δ. 585 [12]
(1994)3 A.A.Δ. 301 [13] [1966] 1 Q.B.D. 426 [14] [1983] 2 All E.R. 495 [15]
(1995)3 A.A.Δ. 255 [16]
(1995)3 A.A.Δ. 334 [17]
(1995)3 A.A.Δ. 338 [18]
(1990)1 A.A.Δ. 510 [19] (Π.Ε. 8946 - 15.2.1996) [20] [1960] A.D. 965 (HL) [21] Twelfth Edition, σελ. 222-224 [22] Seventh Edition, σε- 401-404 [23] Πολιτική Έφεση 10196 ημερ. 23.03.1999 [24] 1 CLR
(1986)429 [25] Πολιτική Εφεση 9698, ημερ. 14.10.1998 [26]
(1992)1 ΑΑΔ 949 [27]
(1065)1 CLR 176 [28]
(1968)1 CLR 392 [29]
(1981)1 CLR 322 [30] (Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010) 24 Φεβρουαρίου 2016 [31]
(1992)1 ΑΑΔ 949 [32]
(1963)2 CLR 167 [33]
(1968)1 CLR 392 [34]
(2009)1 Α.Α.Δ. 180