MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD ν. SABREUR LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 1606/2011, 26/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1606/2011 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO. LTD Ενάγοντας και 1. SABREUR LIMITED 2. Χαράλαμπους Χαράλαμπος Τάππας 3. Σουππουρής Πέτρος Ανδρέου 4. Γεωργίου Ανδρέας Σώζου 5. Ερωτοκρίτου Χριστάκης 6. Χαραλάμπους Κώστας Εναγόμενοι Αίτηση ημερομηνίας 30.11.2016 26 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κος Θεοφίλου. Για Καθ' ων η αίτηση: κος Λάζου. ----------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 3 Οκτωβρίου 2011 εκδόθηκε απόφαση εναντίον του εναγόμενου 2 όπως πληρώσει στην ενάγουσα το ποσό των €24.052,33 πλέον τόκους και έξοδα. Η εν λόγω απόφαση εκδόθηκε εναντίον του εναγόμενου 2 ερήμην εξαιτίας του γεγονότος ότι δεν καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή. Στις 30.11.2016 καταχώρησε την παρούσα αίτηση για παραμερισμό της απόφασης. Η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί πέραν των πέντε ετών από την έκδοση της απόφασης και ενώ έχουν ακολουθήσει μέτρα εκτέλεσης κατά του εναγόμενου 2, μεταξύ άλλων, η καταχώρηση εντάλματος κατά της κινητής του περιουσίας και εγγραφή της δικαστικής απόφασης επί της ακίνητης του ιδιοκτησίας στο κτηματολόγιο. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της συζύγου του εναγόμενου 2 στην οποία ισχυρίζεται ότι η απόφαση θα πρέπει να παραμερισθεί ως θέμα δικαίου (ex debito jutitiae) εξαιτίας κακής επίδοσης της αγωγής. Η σύζυγος του εναγόμενου ισχυρίζεται ότι η αγωγή επιδόθηκε στις 02.06.2011 στον Κώστα Χαραλάμπους ο οποίος, κατ' ισχυρισμό της συζύγου του εναγόμενου 2, ουδέποτε υπήρξε υπεύθυνος στον χώρο της εργασίας του εναγόμενου 2. Διεξήλθα του δικοφραφικού φακέλου της αγωγής και διαπίστωσα ότι, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη, η αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο 2 στις 2 Ιουνίου 2011, αφήνοντας την στην παρουσία του Κώστα Χαραλάμπους έναντι της υπογραφής του ως υπεύθυνος στον χώρο της εργασίας του εναγόμενου 2. H Δ.17 θ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοούν ως ακολούθως, στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον εναγόμενου ερήμην λόγω του ότι παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή: «Where judgement is entered pursuant to any of the proceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary judgement upon such terms as may be just» Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στην διαδικασία, που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σ' αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) αποτείνεται στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στην διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο ενάγοντας απόφαση κατά τον δεδομένο χρόνο, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθή είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίσθηκε στην αγωγή, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η διάκριση μεταξύ της πρώτης και δεύτερης περίπτωσης σύμφωνα με τον Lord Wright στην Αγγλική απόφαση Evans v Bartlam[1], η οποία υιοθετείται και εφαρμόζεται από τα Κυπριακά Δικαστήρια, είναι ότι στην περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στην περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης μόνο εάν ο εναγόμενος πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν γεγονότα που στοιχειοθετούν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και που θα πρέπει να ακουσθούν στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Θα πρέπει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι προκαλείται αδικία εάν δεν παραμερισθεί η απόφαση διότι παρά της ύπαρξης καλής υπεράσπισης δεν δίδεται ευκαιρία στον εναγόμενο να ακουσθεί. «A discretion necessarily involves a latitude of individual choice, according to the particular circumstances, and differs from a case where the decision follows ex debito justitiae, once the facts are ascertained. In a case like the present , there is a judgement , which though by default , is a regular judgement, and the applicant must show grounds why the discretion to set it aside should be exercised in his favour. The primary consideration is whether he has merits, to which the Court should pay heed ; if merits are shown the court will not prima facie desire to let pass a judgement on which there has been no proper adjudication. The Court might also have regard to the applicants explanation why he neglected to appear after being served , though as a rule his fault in that respect can be sufficiently punished by the terms, as to costs.. The appellant here has an explanation , the truth of which is indeed denied by respondent , but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a conflict on affidavits». Στην δεύτερη αυτή περίπτωση το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση άλλα έχει την διακριτική εξουσία να παραμερίσει την απόφαση εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (β) η μη εμφάνιση του είναι δικαιολογημένη υπό της περιστάσεις. Ο εναγόμενος έχει το βάρος αποδείξεως σε σχέση με την ύπαρξη των πιο πάνω προϋποθέσεων. Να σημειωθεί ότι, ο εναγόμενος δεν είναι ανάγκη να αποδείξει την αλήθεια των γεγονότων που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού, τα οποία θεμελιώνουν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Αυτό που θα πρέπει να αποδείξει ο εναγόμενος είναι ότι τα γεγονότα πού περιέχονται στην ένορκη του δήλωση εάν ήταν αληθινά θα αποτελούσαν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λευκίδου ν Αρίστου Κανναουρίδη[2], διά να αποδειχθεί η ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή σε αίτηση παραμερισμού της απόφασης, δεν απαιτείται η απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η απόδειξη γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση των προνοιών της Δ.48 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο σκοπός της αίτησης παραμερισμού δεν είναι για να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής επί των γεγονότων και να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο υπάρχουν ισχυρισμοί που βασίζονται σε κάποια γεγονότα που αποτελούν υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα γεγονότα αυτά δεν είναι ανάγκη να αποδειχθούν για την αλήθεια του. «Η νομολογία σε σχέση με την Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση , σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν τέμνεται με την Evans v Bartland και την Κυπριακή νομολογία ως προς τις αρχές που διέπουν το παραμερισμό απόφασης. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδεικτούν».' Στην παρούσα περίπτωση, ο εναγόμενος 2, διά της ενόρκου δηλώσεως της συζύγου του, ισχυρίζεται ότι η επίδοση της αγωγής δεν υπήρξε κανονική, με αποτέλεσμα να μην λάβει γνώση έγκαιρα της αγωγής. Εν όψει αυτού του ισχυρισμού το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάσει κατά πόσο η επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος έγινε ορθά διότι διαφορετικά το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να εκδώσει απόφαση εναντίον του εναγόμενου με βάση την Δ.17 της Πολιτικής Δικονομίας. Η επίδοση Κλητηρίου Εντάλματος διέπεται από την Δ.5 θ.2 η οποία προνοεί ως ακολούθως: «The service shall whenever it is practical , be effected by leaving the copy with the person to be served ; but if he is not found at his house or at his usual place of employment, the service shall be deemed to be effected if the copy is left - (
- i)with any member of his family of apparently 16 years and upwards then in his town or village or within the lands thereof ; or (
- ii)with any person apparently of such age and in charge of the place of his employment; or (iii)with his master in the case of a servant living with his master. Where service is effected by leaving the copy with a person other than the person to be served, the affdavit of service shall state (if such be the case ) that the person to be served was not found at his house or at his usual place of employment.(form 5)». Το έντυπο 5 είναι η ένορκη δήλωση που θα πρέπει να γίνεται και να καταχωρείται στον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης από τον δικαστικό επιδότη. Σ' αυτό το έντυπο πρέπει να αναφερθεί σε ποιον επιδόθηκε το Κλητήριο Ένταλμα, η σχέση αυτού του προσώπου με τον εναγόμενο, και στην περίπτωση που δεν έχει γίνει κατορθωτή προσωπική επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος στον εναγόμενο ότι ο δικαστικός επιδότης τον αναζήτησε στο σπίτι του και στην εργασία του και δεν τον βρήκε εκεί. Στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν Χρίστου[3] επίδοση που έγινε σε γραμματέα στο γραφείο του εναγόμενου που δεν ήταν υπεύθυνη στο χώρο εργασίας θεωρήθηκε κακή επίδοση. Το Δικαστήριο που είχε εκδώσει την απόφαση βασίσθηκε στην επίδοση για να ικανοποιηθεί ότι ο εναγόμενος είχε λάβει γνώση της αγωγής. Επομένως η διαδικασία υπήρξε πλημμελής με αποτέλεσμα να εκδοθεί αντικανονικά απόφαση εναντίον του εναγόμενου. Από την στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή το Δικαστήριο όφειλε να παραμερίσει την απόφαση. «Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά την γνώμη μας το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του». Οι ίδιες αρχές και η σημασία της ορθής επίδοσης σε σχέση με τα κατοχυρωμένα από το Σύνταγμα θεμελιώδη δικαιώματα έχουν τονισθεί στην απόφαση JZ Classic Muzic Pro Ltd v Alkadia Music Land Ltd.[4] όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοση κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3 (α) και (β) θα προσθέταμε του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με την δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίος εγκαλείται στο Δικαστήριο». Επομένως η κακή επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος εκθεμελιώνει την κανονικότητα της μετέπειτα διαδικασίας και γι' αυτό είναι σημαντικό στην παρούσα περίπτωση το Δικαστήριο να εξετάσει εάν υπήρξε καλή επίδοση προτού προχωρήσει να εξετάσει τους υπόλοιπους λόγους για τους οποίους ο εναγόμενος ζητεί τον παραμερισμό της απόφασης. Εφόσον στην ουσία ο εναγόμενος αμφισβητεί το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του επιδότη, αυτός έχει το βάρος αποδείξεως να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η επίδοση δεν ήταν κανονική. Ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί αυτό το γεγονός, είναι με το συνηθισμένο τρόπο απόδειξης γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση την Δ.48. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Luis Vuitton v Δερμοσακ Λτδ.[5] η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.48. Όταν υπάρχει διάσταση των γεγονότων μεταξύ των γεγονότων της ένορκης δήλωσης της αίτησης και της ένστασης, αυτά τα γεγονότα πρέπει να αποδειχθούν και ο αιτητής έχει το βάρος αποδείξεως. «Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48 θ.4».[6] Στην υπόθεση Λευκίδου [7] υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι τα γεγονότα που αφορούν το λόγο μη εμφάνισης του εναγόμενου, θα πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης από τον αιτητή. «Με προσδιορισμό το βάρος απόδειξης , ορισμένου γεγονότος, εφάρμοσαν την Δ48 θ.4 αναφορικά με τη μέθοδο της απόδειξης του. Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v Bartlam πρέπει να αποδειχτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης». Από το απόσπασμα της απόφασης Evans v Bartlam[8], πιο πάνω, η οποία ανέφερε ότι τα γεγονότα θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) διά να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα ότι υπήρχε αντικανονικότητα στην επίδοση της αγωγής και της έκδοσης της απόφασης είναι φανερό ότι το ζήτημα της κακής επίδοσης που έχει εγερθεί από τον αιτητή θα πρέπει να αποδειχθεί μέσα στα πλαίσια αυτής της αίτησης με βάση τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς που προκύπτουν από της ένορκες δηλώσεις. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη που είναι καταχωρημένη στον φάκελο της υπόθεσης ο εναγόμενος δεν βρέθηκε στο σπίτι του ούτε στον τόπο της εργασίας του, και επομένως το Κλητήριο Ένταλμα επιδόθηκε στην Λευκωσία, στον Κώστα Χαραλάμπους, ο οποίος σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του επιδότη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπεύθυνος στο χώρο της εργασίας του εναγόμενου 2. Συνεπώς, εκείνο που προκύπτει από τον δικογραφικό φάκελο της αγωγής, είναι ότι η επίδοση της αγωγής υπήρξε έγκυρη και νομότυπη. Ο εναγόμενος 2, στα πλαίσια της αίτησης έχει προβάλει κάποια γεγονότα ώστε να αποδείξει ότι επίδοση δεν ήταν κανονική, παρόλο που κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης. Εκείνος που είχε το βάρος να αποδείξει ότι η ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα είναι ο εναγόμενος 2. Στην περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι η επίδοση δεν υπήρξε έγκυρη, δηλαδή να μην έγινε συμφώνως των διαδικασιών που προβλέπουν οι διαδικαστικοί θεσμοί, τότε το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει με παραμερισμό της Δικαστικής απόφασης ως θέμα δικαίου επειδή θα θεωρείται ότι το Συνταγματικό δικαίωμα του εναγόμενου 2 να λάβει γνώση της αγωγής έχει παραβιασθεί. Σύμφωνα με το Annual Practice Book του 1953 η αντίστοιχη Αγγλική Διαταξη της Δ.5 θ.2 είναι το Ο.9 r.2. Στην σελίδα 63 του Annual Practice Book επεξηγείται ότι ο σκοπός της επίδοσης είναι να λάβει γνώση ο εναγόμενος του Κλητηρίου Εντάλματος διά να μπορέσει να λάβει τα δέοντα μέτρα έγκαιρα για την υπεράσπιση της αγωγής. «The object of all service was, of course, only to give notice to the party on whom it was made , so that he might be aware of , and be able to resist , that which was sought against him, and where that had been done , that the Court might feel perfectly confident that service had reached him , everything had been done that could be required». Όμως, δεν φαίνεται να προκύπτει από το δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης ότι η επίδοση υπήρξε κακή και αντιθέτως φαίνεται η επίδοση να ήταν κανονική. Ο εναγόμενος 2 οφείλει με γεγονότα που θα θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου να ανατρέψει την εικόνα που έχω διαμορφώσει σε σχέση με την επίδοση η οποία θεμελιώνεται από ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη που έχει καταχωρηθεί στα πλαίσια της αγωγής. Τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτουν από την ένορκη δήλωση όχι του ιδίου του εναγόμενου αλλά της συζύγου του εναγόμενου 2. Παρόλο που δεν το αναφέρει στην ένορκη της δήλωση υποθέτω ότι ο εναγόμενος 2 είναι η πηγή της πληροφόρηση της. Ανέφερε ότι ο Κώστας Χαραλάμπους ουδέποτε υπήρξε υπεύθυνος στο χώρο εργασίας του συζύγου της και ότι ο σύζυγος της κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν Κυβερνήτης στις Κυπριακές Αερογραμμές. Στην ουσία, πρόκειται για ισχυρισμό αντίθετο σε σχέση με τα όσα αναφέρει ενόρκως ο δικαστικός επιδότης σε σχέση με την ιδιότητα του Κώστα Χαραλάμπους. Κατά την άποψή μου, δεν ήταν αρκετό η σύζυγος του εναγόμενου 2, απλά να προβεί σε ισχυρισμό ότι ο Κώστας Χαραλάμπους δεν ήταν υπεύθυνος του χώρου της εργασίας του εναγόμενου 2 για να αντικρούσει τον ισχυρισμό περί του αντιθέτου που προβάλλεται σε ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη. Το βάρος απόδειξης σε σχέση με την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού, βρίσκεται στους ώμους του αιτητή, εφόσον η αντικανονικότητα στην διαδικασία της επίδοσης δεν προκύπτει από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης και αντιθέτως, υπάρχει αντίθετη και θετική μαρτυρία ενώπιον μου ότι η επίδοση της αγωγής υπήρξε κανονική. Η λιτή δήλωση της συζύγου του εναγόμενου 2 ότι, ο Κώστας Χαραλάμπους δεν ήταν υπεύθυνος του χώρου της εργασίας, χωρίς να παραθέσει και άλλα στοιχεία που να προσδιορίζουν την ταυτότητα του Κώστα Χαράλαμπους δεν είναι μαρτυρία αρκετή να αποδείξει αυτό το γεγονός. Με την ένστασή τους οι ενάγοντες αμφισβητούν αυτόν τον ισχυρισμό που έρχεται σε αντίθεση με ισχυρισμό που καταγράφεται στην ένορκη δήλωση του δικαστικού επιδότη. Συνεπώς, ο εναγόμενος 2 δεν με έχει ικανοποιήσει, σε επίπεδο αποδεκτό (evidential burden) δηλαδή ,στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων που ισχύει σε αστικές υποθέσεις, ότι η επίδοση της αγωγής υπήρξε αντικανονική για να δικαιούται ο εναγόμενος 2 παραμερισμό της επίδοσης αυτόματα και ως θέμα δικαίου (ex debito justitiae). Θα προχωρήσω τώρα να εξετάσω κατά πόσο το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της επίδοσης επειδή ως ανέφερε ο ενάγοντας δεν έλαβε γνώση της αγωγής έγκαιρα και επειδή έχει καλή υπεράσπιση στην απαίτηση των εναγόντων. Ο εναγόμενος 2 δεν έχει παραθέσει κανένα γεγονός στην αίτηση που να τεκμηριώνει το γεγονός ότι δεν έχει λάβει γνώση της αγωγής. Έχει αναφέρει ότι η επίδοση της αγωγής δεν υπήρξε κανονική, εκδοχή που δεν κατόρθωσε να την αποδείξει, όμως, δεν έχει παραθέσει κανένα άλλο γεγονός από το οποίο θα μπορούσε να εξαχθεί ως συμπέρασμα ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Ανέφερε η σύζυγος του εναγόμενου 2 μόνο ότι έλαβε γνώση της δικαστικής απόφασης, πρόσφατα, κατά το έτος 2016, όταν επισκέφθηκε το κτηματολόγιο, όπου ανακάλυψε τυχαίως, ότι ακίνητη ιδιοκτησία βαρύνεται με την εγγραφή της δικαστικής απόφασης. Επομένως, απουσιάζει το πραγματικό θεμέλιο από το οποίο θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί η θέση του ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής. Ο εναγόμενος 2, όχι μόνο δεν έχει αποδείξει ότι δικαιολογημένα δεν έλαβε γνώση της αγωγής αλλά τέθηκε ενώπιον μου μαρτυρία ότι γνώριζε για την ύπαρξη της αγωγής προ ετών. Κατά το έτος 2013, δικαστικός επιδότης είχε επικοινωνήσει με τον εναγόμενο 2 τηλεφωνικώς, και τον ενημέρωσε για την έκδοση της δικαστικής απόφασης εναντίον του. Ο δικαστικός επιδότης ήταν εντεταλμένος να εκτελέσει ένταλμα κινητών κατά της κινητής περιουσίας του εναγόμενου 2. Ο εναγόμενος 2, τον πληροφόρησε ότι θα διευθετούσε την πληρωμή της δικαστικής απόφασης. Ο εναγόμενος 2, δεν έχει καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ή έχει ζητήσει να αντεξετάσει τον δικαστικό επιδότη σε σχέση με την ορθότητα αυτού του γεγονότος. Εφόσον αυτό το γεγονός δεν έχει αμφισβητηθεί, είναι αναντίλεκτο και προκύπτει από το συγκεκριμένο γεγονός ότι, ο εναγόμενος 2, γνώριζε για την έκδοση της δικαστικής απόφασης από το 2013 εναντίον του και αδιαφόρησε για την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Μάλιστα, επεδίωξε να αποφύγει τις συνέπειες από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, και έτσι υποσχέθηκε να διευθετήσει την πληρωμή του δικαστικού χρέους. Δεν έχει αποδειχθεί μόνο η αδιαφορία του για την δικαστική διαδικασία με τα πιο πάνω, αλλά πρόκειται για αποδεικτικό στοιχείο που θέτει σε αμφισβήτηση και τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ότι, δεν έλαβε γνώση της αγωγής κατά τον επίδικο χρόνο της επίδοσης της αγωγής. Ο εναγόμενος 2, έχει αποτύχει να αποδείξει ότι δεν έλαβε γνώση της αγωγής και επιπρόσθετα δεν έχει καν ισχυρισθεί ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν και οι δύο προϋποθέσεις, που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης διατάγματος παραμερισμού της απόφασης. Περαιτέρω, δεν έχει κατορθώσει να αποδείξει ότι η επίδοση της αγωγής υπήρξε αντικανονική για να δικαιούται παραμερισμό της απόφασης. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενου 2 όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1]
(1937)2 ALL ER 646,656 [2] Πολιτική Εφεση 10015 ημερ. 26.4.99 [3] Πολιτική Εφεση 9477 ημερ. 5.3.97 [4] Πολιτική Εφεση 10987 ημερ. 4.7.02 [5] 1 ΑΑΔ 1454 ,1463
(1992)[6] Id at 1465 [7] Supra note 2 [8] Supra note 1