← Κύπρος

Πολύκαρπου Γεωργίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 10138/10, 28/4/2017

Πολύκαρπου Γεωργίου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 10138/10, 28/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 10138/10 ΜΕΤΑΞΥ: Πολύκαρπου Γεωργίου Ενάγοντος και Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 28 Απριλίου, 2017 Για αιτητή-εναγόμενο: κα Χ. Καραολίδου, για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Για καθ'ου η αίτηση-ενάγοντα: κ. Ν. Κυριακίδης, για Χάρη Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση τροποποίησης ημερ. 17.3.17) Εισαγωγή Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο ενάγων εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας και κατά ή περί τις 8.11.05, κατόπιν οδηγιών των προϊσταμένων του, μετέβη στο χωριό Πολύστυπος και ανέλαβε εργασία εξόρυξης βράχων και/ή εκβραχισμού, ενόσω δε εκτελούσε την εν λόγω εργασία, επισυνέβη ατύχημα (πτώση βράχου και/ή βράχων) με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του ενάγοντος. Ο ενάγων αποδίδει το εν λόγω συμβάν και τις ζημιές που υπέστη συνεπεία αυτού σε παράβαση των θέσμιων καθηκόντων προσώπων για τα οποία η Κυπριακή Δημοκρατία ευθύνεται ως προστηθείς ή άλλως πως. Στην απαίτηση παρατίθενται οι σωματικές βλάβες που κατ' ισχυρισμό υπέστη ο ενάγων συνεπεία του ατυχήματος, καθώς και οι λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών. Με την Υπεράσπιση του ο εναγόμενος παραδέχεται ότι στις 8.11.05 επισυνέβη κάποιο ατύχημα (κάποιες πέτρες κατολίσθησαν, άγνωστο πως, και μια μικρή πέτρα τραυμάτισε τον ενάγοντα), παραδέχεται επίσης ότι ο ενάγων τραυματίστηκε, αρνείται όμως ότι ο τραυματισμός του ενάγοντος είναι το αποτέλεσμα της παράβασης των θέσμιων καθηκόντων του, και αρνείται επιπλέον ότι ο ενάγων υπέστη τις σωματικές βλάβες και άλλες ειδικές ζημιές που αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης του. Χωρίς βλάβη της θέσης του αυτής, ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ενάγων υπήρξε ένοχος αμέλειας και παράβασης των εκ του νόμου και των κανονισμών επιβαλλομένων καθηκόντων και υποχρεώσεων του, παραθέτοντας σχετικές λεπτομέρειες. Η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 23.11.16. Μαρτυρία έδωσαν μέχρι στιγμής πέντε μάρτυρες για την πλευρά του ενάγοντος (Δρ. Νικολαΐδου (ΜΕ1), Λοΐζος Χατζηγιάννης (ΜΕ2), ενάγων (ΜΕ3), Δρ. Παπαγιάννης (ΜΕ4) και Δρ. Νεοφύτου (ΜΕ5)), και ένας μάρτυρας για την πλευρά του εναγόμενου (Χρίστος Μιχαήλ (ΜΥ1)). Μετά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του δεύτερου μάρτυρα του εναγόμενου (Δρος Συμεωνίδη (ΜΥ2)) και προτού λάβει χώραν η αντεξέταση αυτού, υποβλήθηκε από τον εναγόμενο η παρούσα αίτηση με την οποία ο εναγόμενος-αιτητής (στο εξής ο «αιτητής») ζητά: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίησης της Υπεράσπισης που καταχωρήθηκε στην πιο πάνω με αριθμό και τίτλο Αγωγή ως ακολούθως :

(1)Δια της διαγραφής της παραγράφου 6 της Έκθεσης Υπεράσπισης και της αντικατάστασης τους ως ακολούθως : «Ο Εναγόμενος αρνείται του ισχυρισμούς που προβάλλει ο Ενάγων στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης και αντί αυτών ισχυρίζεται ότι κατά την 08/11/2005 και κατά ή περί τις 10.45 ο Ενάγων μαζί με άλλο υπάλληλο και/ή επιστάτη της Επαρχιακής Διοίκησης μετέβη σε περιοχή του χωριού Πολύστυπου με σκοπό να μεταφέρουν πέτρες για σκοπούς εκτέλεσης των εργασιών τους. Αφού έφτασαν στο εν λόγω σημείο και σε ανύποπτο χρόνο αλλά και κάτω από συνθήκες άγνωστες προς τον Εναγόμενο και για τις οποίες δεν φέρει ευθύνη, ο Ενάγων τραυματίστηκε. Ο Ενάγων μεταφέρθηκε από τον υπάλληλο και/ή επιστάτη στο Νοσοκομείο Κυπερούντας.»» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25, Δ.48 και Δ.64 και στη σύμφυτη εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και στην ένορκο δήλωση της κας Έλενας Νεοφύτου, η οποία είναι Βοηθός Γραμματειακός Λειτουργός στο Αρχείο Αγωγών της Νομικής Υπηρεσίας. Η κα Νεοφύτου λέγει ότι η δικηγόρος που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση (στο εξής «η δικηγόρος»), μετά από μελέτη του φακέλου και της σχετικής δικογραφίας και/ή άλλων σχετικών, με τα επίδικα, εγγράφων, διαπίστωσε την ανάγκη τροποποίησης της Υπεράσπισης. Η ανάγκη για τροποποίηση της Υπεράσπισης προέκυψε κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για την ακροαματική διαδικασία και η καταχώρηση της αίτησης έγινε ευθύς μόλις έγινε αντιληπτή η ανάγκη για εισαγωγή και/ή προσθήκη των ισχυρισμών αυτών εκ μέρους του αιτητή και μόλις ο αιτητής απέκτησε πλήρη γνώση των γεγονότων και/ή όλων των σχετικών με τα επίδικα θέματα. Τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ανάγονται στο έτος
  1. Ως αποτέλεσμα, κατά την προετοιμασία για την ακρόαση της υπόθεσης και σε συνάντηση που έγινε με τους αρμόδιους λειτουργούς της Επαρχιακής Διοίκησης, η δικηγόρος έλαβε γνώση όλων των επίδικων γεγονότων και στοιχείων τα οποία δεν είχε στην κατοχή της προηγουμένως. Ο λόγος για τον οποίο οι προς προσθήκη ισχυρισμοί δεν είχαν συμπεριληφθεί στην Υπεράσπιση του αιτητή, ήταν επειδή δεν ήταν σε γνώση του επακριβώς τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση συνεπώς ήταν για αυτόν ανέφικτο να προβάλει μέσω της Υπεράσπισης του τότε τους ισχυρισμούς του, καθ' ότι δεν ήταν υπόψη του. Συνεπώς ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα και/ή αμελώς. Η τροποποίηση κρίνεται καθ' όλα αναγκαία, καθ' ότι μόνο μέσω αυτής θα μπορέσει ο αιτητής να προωθήσει τις θέσεις του και/ή να προασπίσει τα συμφέροντα του και προς τον σκοπό αυτό να προσκομίσει την ανάλογη μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία. Οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις συνάδουν πλήρως με την υφιστάμενη Υπεράσπιση, αφού ήδη σε αυτή επεξηγείται με σαφή τρόπο η αρχική θέση του αιτητή. Με την αιτούμενη τροποποίηση ο αιτητής επιδιώκει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πλήρη εικόνα των πραγμάτων και το πραγματικό υπόβαθρο των επίδικων θεμάτων, για να απονεμηθεί δικαιοσύνη υπό το φως πληρέστερων, ακριβέστερων και ορθότερων στοιχείων. Η τροποποίηση είναι αναγκαία για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία ώστε να δικογραφηθούν ορθά τα γεγονότα της υπόθεσης και για να συνάδουν με το πραγματικό υπόβαθρο που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακρόαση της αγωγής καθώς επίσης και με την αντίστοιχη προφορική μαρτυρία που έχει ήδη προσκομιστεί κατά την ακρόαση και κατατέθηκε χωρίς ένσταση από την πλευρά του ενάγοντος. Με την σκοπούμενη τροποποίηση επιδιώκεται, στην ουσία, ο ακριβής καθορισμός της επίδικης διαφοράς, δίδονται οι σωστές λεπτομέρειες και δικογραφούνται αυτές ώστε από τη μια πλευρά ο ενάγων να γνωρίζει επακριβώς τι θα αντιμετωπίσει και από την άλλη πλευρά ο εναγόμενος να δυνηθεί με τη μαρτυρία του στην ακροαματική διαδικασία να παρουσιάσει απρόσκοπτα την υπόθεση του συνολικά και να τύχει δίκαιης δίκης που θα επιλύσει όλα τα επίδικα θέματα και τις διαφορές των διαδίκων. Η κα Νεοφύτου λέγει επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα επιφέρει οποιαδήποτε βλάβη στον αντίδικο και γίνεται με καλή πίστη εκ μέρους του αιτητή και δη μόλις έλαβε όλα τα απαραίτητα έγγραφα και/ή πληροφορίες για την ετοιμασία της ολοκληρωμένης υπεράσπισης του. Ο ενάγων έχει αντεξετασθεί επί των ισχυρισμών που προτίθεται να εισαγάγει ο αιτητής και έχει ήδη απαντήσει και θέσει τη θέση του, συνεπώς, η τροποποίηση της Υπεράσπισης, δεν θα προκαλέσει εκτροχιασμό της δίκης και ούτε θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα που να μην μπορεί να καλυφθεί με την υπέρ του διαταγή ως προς τα έξοδα. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί που επιδιώκεται να προστεθούν δεν εισάγουν νέα βάση υπεράσπισης και δεν αλλοιώνουν τη βάση του δικογράφου του αιτητή. Η κα Νεοφύτου καταλήγει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ο ενάγων-καθ' ου η αίτηση (στο εξής ο «καθ' ου η αίτηση») καταχώρησε ένσταση στην υπό κρίση αίτηση, προβάλλοντας τους εξής λόγους ένστασης: «
  2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή/και δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του Εναγόμενου.
  3. Η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωριστεί με υπέρμετρη ή/και αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή/και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας.
  4. Τα γεγονότα που θεμελιώνουν την Αίτηση ήταν γνωστά ή εύλογα μπορούσαν να εντοπιστούν από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας και συνεπώς δεν δικαιολογούνταν η καθυστερημένη υποβολή τους.
  5. Έγκριση του αιτήματος τροποποίησης θα πλήξει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του Ενάγοντα και της δικαιοσύνης σχετικά με το αντικείμενο της δίκης και τη λογική προσδοκία για το χρόνο αποπεράτωσής της.
  6. Η αποδοχή του αιτήματος τροποποίησης το οποίο συνίσταται ουσιαστικά σε άρνηση γεγονότων τα οποία ήταν προηγουμένως παραδεκτά θα προκαλέσει την ανάγκη αναπροσαρμογής της υπόθεσης του Ενάγοντα και την ανάγκη επανακλήτευσης του Ενάγοντα.
  7. Η προβολή νέας υπεράσπισης σε αυτό το στάδιο, μεταβάλλει το πλαίσιο της δίκης ανατρέπει την πορεία της διαδικασίας και επιβάλλει τον επανακαθορισμό της θέσης του Ενάγοντα με ζημιογόνες συνέπειες για τα δικαιώματα και την απόδειξη της υπόθεσης του.
  8. Η αιτούμενη τροποποίηση θα έχει ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων του Ενάγοντα σε ανεπανόρθωτο βαθμό ή/και κατά τρόπο ώστε ο Ενάγοντας να βρεθεί σε δυσμενή θέση ή/και κατά τρόπο που η επιδίκαση εξόδων δεν θα συνιστά επαρκή αποζημίωση του Ενάγοντα υπό τις περιστάσεις.
  9. Με την σκοπούμενη τροποποίηση και την αδικαιολόγητη καθυστέρηση υποβολής της αίτησης επηρεάζονται τα δικαιώματα του Ενάγοντα για ταχεία εκδίκαση της αγωγής ή/και δίκαιης δίκης σε εύλογο χρόνο όπως τούτο καθορίζεται σαν συνταγματικό δικαίωμα και δικαίωμα προστατευμένο από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα δικαιώματα του ανθρώπου.
  10. Η παρούσα αίτηση για τροποποίηση υποβάλλεται κατά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών ή/και η επιδιωκόμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης δεν μπορεί να εγκριθεί.» Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 Θ.1-5, Δ.48 Θ.1-9, Δ.39, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία καθώς και επί των συμφυών εξουσιών και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση στηρίζεται φαίνονται στη δικογραφία και στην ένορκο δήλωση της κας Παναγιώτας Δημητρίου, η οποία είναι δικηγόρος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τον καθ' ου η αίτηση. Η κα Δημητρίου αναφέρεται συνοπτικά στο ιστορικό αγωγής, μεταξύ άλλων, στις ημερομηνίες στις οποίες καταχωρήθηκαν τα δικόγραφα στην αγωγή, στις ημερομηνίες κατά τις οποίες η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, στα ενδιάμεσα διαδικαστικά διαβήματα που λήφθηκαν στα πλαίσια αυτής, καθώς και στη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας έγινε αναφορά από τον Χρίστο Μιχαήλ (ΜΥ1) σε γεγονότα τα οποία δεν ήταν εντός του πλαισίου των δικογράφων και συγκεκριμένα της Υπεράσπισης, όπως για παράδειγμα το ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν γινόταν ρίξιμο πετρών αλλά μόνο μεταφορά τους. Το ρίξιμο πετρών γινόταν παραδεκτό με την Υπεράσπιση του αιτητή. Ως εκ τούτου και με βάση τη νομολογία, τα γεγονότα αυτά δεν έπρεπε να επιτραπούν και δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο ως μη καλυπτόμενα από τα δικόγραφα. Σε κάθε περίπτωση, ως αναφέρθηκε από το συνήγορο του καθ' ου η αίτηση στις 13 και 14.3.17, ο καθ' ου η αίτηση προτίθεται να προβεί σε αίτημα για προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας σχετικά με το ότι γινόταν όντως ρίξιμο πετρών κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ακολούθησε στις 17.3.17 η καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως. Πέραν της παράθεσης του ιστορικού της υπόθεσης, η κα Δημητρίου υιοθετεί τους λόγους ένστασης. Θέση της είναι ότι με την υπό κρίση αίτηση γίνεται προσπάθεια τροποποίησης της Υπεράσπισης στην οποία τώρα η εκδοχή του αιτητή θα είναι ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο γινόταν μόνο μεταφορά και όχι ρίξιμο πετρών. Η αιτούμενη τροποποίηση δεν μπορεί να εγκριθεί αφού με αυτή γίνεται προσπάθεια από τον αιτητή να περιλάβει στοιχεία ή/και γεγονότα για τα οποία, ενώ είχε γνώση κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής και καταχώρισης της Υπεράσπισης, εντούτοις δεν περιέλαβε εξ αρχής στο δικόγραφο. Η αιτούμενη τροποποίηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας καθότι υποβάλλεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, αφού έχει ήδη ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία και μετά από πάροδο έξι ετών από την καταχώρηση του κλητηρίου εντάλματος, σχεδόν πέντε ετών από την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης και σχεδόν πέντε ετών από την καταχώρηση της Υπεράσπισης. Οι προς προσθήκη ισχυρισμοί αποτελούν δεδομένα που ήταν στη γνώση του αιτητή ή/και των δικηγόρων του κατά την καταχώριση της Υπεράσπισης και ως εκ τούτου θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν στο δικόγραφο του αιτητή με την επίδειξη εύλογης επιμέλειας. Είναι βέβαιο, λέγει, ότι οι δικηγόροι του αιτητή ήρθαν σε επαφή με άτομα που σχετίζονταν με το επίδικο συμβάν νωρίτερα και επομένως η εκδοχή που προβάλλεται τώρα σχετικά με το επίδικο συμβάν έπρεπε να είχε συμπεριληφθεί στην Υπεράσπιση πολύ ενωρίτερα. Περαιτέρω, καμία επαρκής εξήγηση δίδεται για τη μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Οι δικηγόροι του αιτητή όχι μόνο δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα για την τροποποίηση της Υπεράσπισής του, αλλά αντίθετα επέδειξαν βραδύτητα και επιχειρούν να ανατρέψουν τις γραμμές επί των οποίων τροχιοδρομήθηκε η διαδικασία. Η απραξία που επιδείχθηκε και η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης, δεν αιτιολογείται επαρκώς, τυχόν δε έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα προκαλέσει εκτροχιασμό της δίκης. Με την αιτούμενη τροποποίηση επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο, δεδομένου ότι οι δικηγόροι του αιτητή θα μπορούσαν με την κατάλληλη επιμέλεια να προωθήσουν την σκοπούμενη τροποποίηση σε προγενέστερο στάδιο. Η κα Δημητρίου καταλήγει ότι η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος δεν είναι δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις και ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στον βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση, ως έχει ήδη αναφερθεί, στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.25 Θ.1[1] των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία προβλέπει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.» Στην αγωγή ναυτοδικείου Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & others
(1989)1 Α.Α.Δ. 33, στις σελ. 36 και 37, συνοψίστηκαν από το Δικαστή Πική, όπως ήταν τότε, οι αρχές που διέπουν το ζήτημα της τροποποίησης δικογράφων, ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από τη προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Σε σχέση με την ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co. Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 24, στη σελ. 26 λέχθηκε ότι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία που συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους καθώς και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης. Περαιτέρω, στην υπόθεση Νικολάου v. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1005, αποφασίστηκε ότι κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διαπίστωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμα να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό στάδιο της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σύνοψη της νομολογίας[2] έγινε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην Kayat Trading Limited v. Genzyme Corporation, Πολ. Εφ. 58/12, ημερ. 4.3.13, στην οποία η αίτηση τροποποίησης καταχωρήθηκε μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και αφού ακούστηκε αριθμός μαρτύρων. Το Ανώτατο Δικαστήριο είπε ότι «το συμπέρασμα που μπορεί με ασφάλεια να συναχθεί από τη σχετική νομολογία, είναι ότι το θέμα, τροποποίησης δικογράφων, ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης.». Επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση εκείνη ότι αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Όπως υποδείχθηκε πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση IKOS CIF LTD v. Martin Coward κ.α., Πολ. Εφ. 137/13 και 138/13, ημερ. 20.3.14, όταν η καθυστέρηση οφείλεται σε σφάλμα του αιτητή, η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό με τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Η όποια καθυστέρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα από απόψεως μόνο χρονικής διάστασης, αλλά θα πρέπει να συναρτάται με άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα την ανυπαρξία καλής πίστης. Στην ίδια απόφαση, λέχθηκε ότι: «Πάγια νομολογία διαμόρφωσε τον κανόνα ότι αίτηση τροποποίησης δεν είναι δυνατό να επιτύχει αν το υλικό, το οποίο σκοπείται να εισαχθεί, ήταν σε γνώση του αιτητή ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να εντοπιστεί έγκαιρα. .. Η γραμμή αυτή της νομολογίας συναρτάται απόλυτα με την φειδώ με την οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, ιδίως στις περιπτώσεις όπου η όποια καθυστέρηση ενέχει καταλυτικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Η σύγχρονη τάση, όπως προβάλλει μέσα από τη νομολογία, είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις ακόμα και όταν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο ή εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, Anna Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 11). Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά, όπως προαναφέρθηκε, χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία, για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1 Α.Α.Δ. 745). Αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Οι προβαλλόμενοι από τον καθ' ου η αίτηση λόγοι ένστασης αναπτύσσονται στη γραπτή του αγόρευση σε δύο ενότητες, ως ακολούθως: (α) υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης (λόγοι ένστασης 2, 3 και 8), και (β) πρόκληση βλάβης στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση (λόγοι ένστασης 4, 5, 6, 7 και 9). Ξεκινώντας από την πρώτη ενότητα λόγων ένστασης, παρατηρώ τα εξής. Όπως προαναφέρθηκε, η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 23.11.16, η πλευρά του καθ' ου η αίτηση έχει ολοκληρώσει τη μαρτυρία της και στο εδώλιο βρίσκεται ο δεύτερος μάρτυρας του αιτητή. Η μακρά εκκρεμότητα της υπόθεσης και το στάδιο στο οποίο ευρίσκεται, αφού έχει ήδη αρχίσει η ακροαματική διαδικασία με την κατάθεση σημαντικού μέρους της μαρτυρίας, εναποθέτει μεγαλύτερο βάρος στον αιτητή να δικαιολογήσει την αίτησή του και να δώσει σαφή στοιχεία στο Δικαστήριο που να του επιτρέπουν να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι τώρα προέκυψε η ανάγκη τροποποίησης, δεδομένου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξισορροπήσει και να διασφαλίσει τόσο το δικαίωμα του αιτητή να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλες τις θέσεις του για εξέταση, όσο και το δικαίωμα του καθ' ου η αίτηση να τύχει εκδίκασης η υπόθεσή του εντός ευλόγου χρόνου, κατά τη συνταγματική επιταγή του Άρθρου 30
(2). Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο παράγοντας χρόνος και η αιτιολογία που δίδεται για την καθυστέρηση προσλαμβάνει ιδιαίτερη σημασία. Εν προκειμένω, η δικαιολογία που δίδεται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση όσον αφορά την καθυστέρηση στην υποβολή της, είναι ότι η υπόθεση αφορά σε γεγονότα που ανάγονται στο έτος 2005 (παρ. 6 της ενόρκου δηλώσεως της κας Νεοφύτου), τα οποία δεν ήταν εις γνώσιν του αιτητή επακριβώς κατά τον χρόνο ετοιμασίας της Υπεράσπισης του (παρ. 7 της ενόρκου δηλώσεως της κας Νεοφύτου), και τα οποία περιήλθαν εις γνώση της δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση κατά την προετοιμασία της για την ακρόαση της αγωγής και μετά από επικοινωνία που είχε με τους λειτουργούς του αρμοδίου τμήματος, η δε αίτηση καταχωρήθηκε ευθύς μόλις έγινε αντιληπτή η ανάγκη για τροποποίηση και μόλις ο αιτητής απέκτησε πλήρη γνώση των γεγονότων (παρ. 4, 5, 6 και 14 της ενόρκου δηλώσεως της κας Νεοφύτου). Εξετάζοντας τα όσα στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, σημειώνω εν πρώτοις πως δεν είναι αντιληπτό γιατί ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση το 2012 όταν καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση του, αλλά σήμερα, το 2017, είναι σε θέση να τα γνωρίζει. Περαιτέρω, στην ένορκο δήλωση δεν προσδιορίζεται επακριβώς ούτε ο χρόνος κατά τον οποίο περιήλθαν στην αντίληψη της συνηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση τα ορθά, κατά τον αιτητή, γεγονότα της υπόθεσης, αλλά ούτε ποιες είναι οι πληροφορίες και/ή έγγραφα που λήφθηκαν (παρ. 11 και 16 της ενόρκου δηλώσεως της κας Νεοφύτου) και που οδήγησαν στην ανάγκη για τροποποίηση, και υπενθυμίζω ότι με βάση τη νομολογία το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα, με το βάρος να επαυξάνεται όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση (Φοινιώτης, ανωτέρω). Εν πάση περιπτώσει, αναφέρεται, σημειώνω, στην ένορκο δήλωση της κας Νεοφύτου ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά την προετοιμασία της παρούσας υπόθεσης για ακρόαση, η ακρόαση, όμως, όπως προαναφέρθηκε, άρχισε στις 23.11.16 και ουδεμία δικαιολογία δίδεται για την παρέλευση τεσσάρων περίπου μηνών από την έναρξη της ακρόασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης. Περαιτέρω, ενώ στην ένορκο δήλωση αναφέρεται ότι η αίτηση έγινε ευθύς μόλις έγινε αντιληπτή η ανάγκη για τροποποίηση, σε έτερη παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως (την παρ. 12) αναφέρεται ότι ο καθ' ου η αίτηση αντεξετάστηκε επί των ισχυρισμών που προτίθεται να εισαγάγει ο αιτητής, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε ένα και μόνο συμπέρασμα, ήτοι ότι τα γεγονότα ήταν εις γνώση του αιτητή τουλάχιστον κατά τον χρόνο που ο καθ' ου η αίτηση έδωσε τη μαρτυρία του (δηλαδή στις 19 και 20.12.16), και σίγουρα πριν δώσει μαρτυρία ο Χρίστος Μιχαήλ (ΜΥ1) ο οποίος αναφέρθηκε στο επίδικο συμβάν (15.2.17). Των ανωτέρω δοθέντων, κρίση μου είναι ότι η παρούσα αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα και σε πολύ προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Σιακόλα
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 223, 229, αποφασίστηκε ότι δεδομένης της δυνατότητας συμπερίληψης των ισχυρισμών που επιχειρήθηκε να εισαχθούν σε προγενέστερο στάδιο, την παράλειψη του εκεί αιτητή να πράξει τούτο, το πολύ καθυστερημένο στάδιο στο οποίο υπέβαλε την αίτηση και την απόρριψη του λόγου που πρόβαλε για την καθυστέρηση, η αίτηση τροποποίησης ήταν απορριπτέα. Σε κάθε περίπτωση, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη νομολογία, τροποποίηση είναι δυνατό να επιτραπεί ακόμη και αν αυτή είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (IKOS CIF, ανωτέρω, Χριστοδούλου, ανωτέρω, Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R. 24, Federal Bank of Lebanon v. Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44, 52, Associated Leisure Ltd and Others ν. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, 757) και δεδομένου του ότι γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης είναι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης (Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560 και Clive Preece ν. Νάσω Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2138), με κρίσιμο παράγοντα την ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και τη διατύπωση των θέσεων των διαδίκων (IKOS CIF, ανωτέρω), με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης να αποτελούν τον δεσπόζοντα παράγοντα στην άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας (Φιλίππου, ανωτέρω), παρά τις πιο πάνω διαπιστώσεις μου θα εξετάσω το κατά πόσον με την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης, θα υπάρξει δυσμενής επηρεασμός και ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα του καθ' ου η αίτηση ως η θέση του τελευταίου. Προχωρώντας λοιπόν στην εξέταση της δεύτερης ενότητας των λόγων ένστασης, επαναλαμβάνω κατ' αρχάς ότι σύμφωνα με τη νομολογία, «ανεπανόρθωτη» θεωρείται η ζημιά που δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων (Kayat Trading, Χριστοδούλου, Νικολάου, ανωτέρω). Θέση του αιτητή είναι ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν αλλοιώνεται η βάση του δικογράφου του, ούτε και εισάγεται νέα βάση υπεράσπισης (παρ. 20 της ενόρκου δηλώσεως της κας Νεοφύτου). Προκειμένου να διαφανεί το ακριβές εύρος της αιτούμενης τροποποίησης, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το περιεχόμενο του κρίσιμου σημείου των δικογράφων ως σήμερα υφίστανται, στη βάση των οποίων διεξάγεται η ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με την παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης: «Κατά ή περί την 8ην Νοεμβρίου 2005 και ενώ ο ενάγοντας έλαβε οδηγίες ή/και μεταφέρθηκε από προϊσταμένους τους ή/και κατόπιν οδηγιών τους μετέβηκε στον Πολύστυπο ή/και εντός της επαρχίας Λευκωσίας σε χώρο όπου ανέλαβε εργασία σε συνεργείο εξόρυξης βράχων ή/και και εκβραχισμών ή/και στα πλαίσια εργολαβίας ή/και υπεργολαβίας που διεκπεραίωνε η Επαρχιακή Διοίκηση Λευκωσίας στον Πολύστυπο ή/και εντός της επαρχίας Λευκωσίας ή/και ενώ εκτελούσε εργασία ή/και υπηρεσία ή/και ασχολείτο με την εξόρυξη και εκβραχισμό, έλαβε χώρα πτώση βράχου ή/και βράχων, με αποτέλεσμα ο ενάγοντας να τραυματιστεί ή/και να υποστεί σωματικές βλάβες, απώλειες και ζημιές.» Σύμφωνα με την παρ. 6 της υφιστάμενης Υπεράσπισης: «Ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο Ενάγων στην παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης και αντί αυτών ισχυρίζεται ότι κατά τις 8.11.2005 και κατά ή περί τις 10:45 ο Ενάγων μαζί με άλλο υπάλληλο και/ή επιστάτη της Επαρχιακής Διοίκησης μετέβη σε περιοχή του χωριού Πολύστυπου με σκοπό να εκβραχίσουν και/ή να ρίξουν και/ή μεταφέρουν πέτρες. Αφού έριξαν ορισμένες πέτρες από το πρανές άρχισαν αν τις φορτώνουν στο όχημα ιδιοκτησίας της Επαρχιακής Διοίκησης. Σε ανύποπτο χρόνο, άγνωστο πως και κάποιες πέτρες κατολίσθησαν και μια μικρή πέτρα τραυμάτισε τον Ενάγοντα. Ο Ενάγων μεταφέρθηκε από τον υπάλληλο και/ή επιστάτη στο Νοσοκομείο Κυπερούντας.» Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται η αναδιαμόρφωση της παρ. 6 της Υπεράσπισης, ως ακολούθως: «Ο Εναγόμενος αρνείται του ισχυρισμούς που προβάλλει ο Ενάγων στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης και αντί αυτών ισχυρίζεται ότι κατά την 08/11/2005 και κατά ή περί τις 10.45 ο Ενάγων μαζί με άλλο υπάλληλο και/ή επιστάτη της Επαρχιακής Διοίκησης μετέβη σε περιοχή του χωριού Πολύστυπου με σκοπό να μεταφέρουν πέτρες για σκοπούς εκτέλεσης των εργασιών τους. Αφού έφτασαν στο εν λόγω σημείο και σε ανύποπτο χρόνο αλλά και κάτω από συνθήκες άγνωστες προς τον Εναγόμενο και για τις οποίες δεν φέρει ευθύνη, ο Ενάγων τραυματίστηκε. Ο Ενάγων μεταφέρθηκε από τον υπάλληλο και/ή επιστάτη στο Νοσοκομείο Κυπερούντας.» Εν ολίγοις, είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση (ενάγοντος) ότι ενόσω ασχολείτο με την εξόρυξη βράχων και/ή εκβραχισμό, έλαβε χώρα πτώση βράχου ή/και βράχων, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του. Θέση του αιτητή (εναγόμενου) είναι ότι ο καθ' ου η αίτηση με έτερο υπάλληλο του αιτητή μετέβησαν σε συγκεκριμένη περιοχή με σκοπό να εκβραχίσουν και/ή ρίξουν και/ή μεταφέρουν πέτρες. Αφού έριξαν ορισμένες πέτρες από το πρανές άρχισαν να τις φορτώνουν σε όχημα. Σε ανύποπτο χρόνο, άγνωστο πως, κάποιες πέτρες κατολίσθησαν και μια μικρή πέτρα τραυμάτισε τον καθ' ου η αίτηση. Με την αιτούμενη τροποποίηση, ο αιτητής επιθυμεί να τροποποιήσει την ως θέση του, αποσύροντας τον μέχρι σήμερα ισχυρισμό του ότι αφού (οι υπάλληλοι του) έριξαν ορισμένες πέτρες από το πρανές άρχισαν να τις φορτώνουν σε όχημα καθώς και τον ισχυρισμό του περί τραυματισμού του καθ' ου η αίτηση κατόπιν κατολίσθησης πετρών. Παρά την πρώτη πρόταση της παρ. 6 της Υπεράσπισης του αιτητή, συμφωνώ με τον συνήγορο του καθ' ου η αίτηση ότι στην παρ. 6 της υφιστάμενης Υπεράσπισης του αιτητή περιέχονται, στην ουσία, κάποιες παραδοχές των θέσεων που προβάλλονται από τον καθ' ου η αίτηση. Συγκεκριμένα, θέση του καθ' ου η αίτηση είναι ότι ο τραυματισμός του επήλθε ενόσω ασχολείτο με την εξόρυξη βράχων και/ή εκβραχισμό, και, περαιτέρω ότι ο τραυματισμός του έλαβε χώραν από πτώση βράχου και/ή βράχων. Ο αιτητής, με την υφιστάμενη Υπεράσπιση του δέχεται, αφ' ενός, ότι οι υπάλληλοι που μετέβησαν στον χώρο όπου επισυνέβη το ατύχημα (δηλαδή ο καθ' ου η αίτηση με έτερο υπάλληλο), έριξαν ορισμένες πέτρες από το πρανές (πλαγιά), αφ' ετέρου, ότι κάποιες πέτρες κατολίσθησαν. Οι παραδοχές αυτές επιχειρείται τώρα να αποσυρθούν με την υπό κρίση αίτηση. Οι περιστάσεις υπό τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την απόσυρση κάποιας παραδοχής, περιγράφονται στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ.
  1. Αναφέρεται στο εν λόγω σύγγραμμα ότι όταν η αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκει να αποσύρει μια παραδοχή, το Δικαστήριο θα διερευνήσει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η παραδοχή και θα επιτρέψει τέτοια τροποποίηση μόνο όπου η παραδοχή έγινε εκ παραδρομής ή όταν νέα γεγονότα έχουν έρθει στην επιφάνεια που δικαιολογούν την απόσυρση της παραδοχής: «Equally where an amendment seeks to withdraw an admission, the court will inquire into the circumstances in which the admission was made, and will grant such leave only where the admission was made inadvertently or new facts have come to light justifying its withdrawal.» Παρομοίως, στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 626 αναφέρεται ότι μια παραδοχή που έγινε εκ παραδρομής μπορεί να αποσυρθεί και το δικόγραφο να τροποποιηθεί ανάλογα: «Admission made by Mistake - An admission made inadvertently may be withdrawn, and the pleading amended accordingly. (See Hollis v. Burton, [1892] 3 Ch. 226, 236; Clarke v. Yorke, 31 W. R. p. 63).» Στην υπόθεση H. Clark (Dancaster) Ltd v. Wilkinson [1965] Ch. 694, στη σελ. 703 αναφέρεται ότι παραδοχή σε δικόγραφο μπορεί να αποσυρθεί αν ο αντίδικος δεν έχει επηρεαστεί δυσμενώς ή ακόμη αν ο όποιος δυσμενής επηρεασμός μπορεί να θεραπευτεί με αποζημίωση σε έξοδα: «For instance, an admission is often made by error in a pleading. It can be withdrawn if the other party has not been prejudiced, or, indeed, if any prejudice, can be cured by compensation in costs.» Ό,τι προκύπτει από τα ανωτέρω είναι πως η αναίρεση παραδοχών σε δικόγραφο μπορεί να επιτραπεί στην περίπτωση που δίδεται λόγος για την εξαρχής συμπερίληψη τους και όταν ουσιαστικά αυτές έγιναν κατόπιν λάθους ή παραδρομής, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορεί να θεραπευθεί με έξοδα. Στην προκειμένη περίπτωση δεν δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση ή αιτιολογία για την εξαρχής συμπερίληψη των ισχυρισμών που προβάλλονται στην παρ. 6 της υφιστάμενης Υπεράσπισης, ούτως ώστε να μπορεί το Δικαστήριο να διερευνήσει τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγιναν οι παραδοχές, για να αποφασίσει αν αυτές έγιναν εκ παραδρομής και να μπορεί να εξετασθεί το κατά πόσον μπορεί υπό τις περιστάσεις να δοθεί άδεια για απόσυρση τους. Ο ισχυρισμός που προβάλλεται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση ότι κατά τη σύνταξη της Υπεράσπισης δεν ήταν εις γνώση του αιτητή επακριβώς τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα υπόθεση, δεν αποτελεί εξήγηση γιατί συμπεριλήφθηκαν οι εν λόγω ισχυρισμοί στην Υπεράσπιση και σίγουρα δεν εξηγεί πώς με τόση ακρίβεια ο αιτητής ήταν σε θέση να δικογραφήσει ότι ο καθ' ου η αίτηση με έτερο υπάλληλο του αιτητή μετέβησαν στον χώρο όπου επισυνέβη το επίδικο ατύχημα, περί τις 10:45 της 8.11.05, έριξαν ορισμένες πέτρες από το πρανές και άρχισαν να τις φορτώνουν στο όχημα της Επαρχιακής Διοίκησης, αλλά και το ότι κάποιες πέτρες κατολίσθησαν. Περαιτέρω, η κα Νεοφύτου πέραν μίας γενικόλογης αναφοράς σε «απαραίτητα έγγραφα και/ή πληροφορίες» τα οποία έλαβε η συνήγορος του αιτητή (παρ. 11 και 16 της ενόρκου δηλώσεως της), δεν αναφέρεται στην ένορκο της δήλωση σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο καινούριο γεγονός το οποίο να μην ήταν εις γνώσιν του αιτητή και το οποίο να δικαιολογεί την απόσυρση της παραδοχής. Οι πιο πάνω διαπιστωθείσες ελλείψεις, κυρίως στην αιτιολόγηση της εξ αρχής συμπερίληψης των προς αναδιαμόρφωση ισχυρισμών στην Υπεράσπιση του αιτητή, σε συνάρτηση με τη φύση της αιτούμενης τροποποίησης δημιουργούν, σημειώνω, ερωτηματικά και ως προς το γνήσιο του αιτήματος. Πέραν των ανωτέρω, σημειώνω ότι μέχρι στιγμής έδωσαν μαρτυρία ως προς το πώς επισυνέβη το επίδικο εργατικό ατύχημα δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα ο καθ' ου η αίτηση (ΜΕ3) και ο Χρίστος Μιχαήλ (ΜΥ1), τα δύο, δηλαδή, πρόσωπα που ήταν παρόντα στο επίδικο συμβάν. Προβάλλεται από την κα Νεοφύτου η θέση ότι παρά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ο καθ' ου η αίτηση (ΜΕ3) αντεξετάσθηκε επί των ισχυρισμών που προτίθεται να εισαγάγει ο αιτητής και έχει ήδη απαντήσει και θέσει τη θέση του, συνεπώς, δεν θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά στον καθ' ου η αίτηση από την έγκριση της τροποποίησης. Η εισήγηση αυτή παραβλέπει, κατά τη γνώμη μου, το γεγονός ότι ο καθ' ου η αίτηση, δίδοντας τη μαρτυρία του, βασίστηκε επί των προς ανάκληση παραδοχών του αιτητή, δεδομένων των οποίων ευλόγως δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου έτερη μαρτυρία την οποία ενδεχομένως να είχε στη διάθεσή του, είτε μέσω του ιδίου του καθ' ου η αίτηση είτε μέσω άλλων μαρτύρων, που να σχετιζόταν με το κατά πόσον την ημέρα που επισυνέβη το επίδικο συμβάν έλαβε χώραν ρίξιμο πετρών. Και ενώ η έκβαση του αιτήματος για προσκόμιση αντικρουστικής μαρτυρίας είναι αβέβαιη και δεν μπορεί να προκαθοριστεί, η εκδήλωση και μόνον της πρόθεσης υποβολής τέτοιου αιτήματος καταδεικνύει την πράγματι ύπαρξη τέτοιας μαρτυρίας που θα είχε άλλως πώς προσφερθεί, και με την οποία θα μπορούσε να τεθεί αντιμέτωπος και ο ΜΥ1 μέσω της αντεξέτασής του, δεδομένης της θέσης που ο ΜΥ1 προέβαλε ότι ουδέποτε ανέβαιναν σε οποιαδήποτε βουνοπλαγιά για να ρίξουν πέτρες. Εδώ ακριβώς έγκειται και η ανεπανόρθωτη ζημιά που προκαλείται στον καθ' ου η αίτηση από την αιτούμενη τροποποίηση, εφόσον με την έγκριση του αιτήματος γεγονότα μη επίδικα μέχρι τώρα θα καταστούν επίδικα, με αποτέλεσμα να εκτρέπεται η υπόθεση από τη μέχρι τώρα πορεία της, κάτι που θα προκαλέσει την ανάγκη επανακλήτευσης μαρτύρων και/ή κλήτευση νέων μαρτύρων (βλ. λόγο ένστασης 5, παρ. 14 της ενόρκου δηλώσεως της κας Δημητρίου και παρ. 51 της αγόρευσης του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση), και τούτο ενώ η υπόθεση φαίνεται να βρίσκεται στο τελικό της στάδιο. Η υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου (ανωτέρω) στην οποία παραπέμπει η συνήγορος του αιτητή και στην οποία πράγματι αποφασίστηκε ότι δεν είναι εκ προοιμίου νομικά επιλήψιμη η επιδίωξη τροποποίησης για να συνάδει η προσαχθείσα μαρτυρία με το δικόγραφο του διαδίκου διακρίνεται, κατά τη γνώμη μου, από την παρούσα, καθότι στην υπόθεση εκείνη η αίτηση τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης έγινε στην αφετηρία της δίκης και ενώ κατέθετε ο πρώτος μάρτυρας της ενάγουσας, ενώ δεν επιχειρείτο υποκατάσταση του βάθρου της αγωγής. Αντίθετα, στην παρούσα υπόθεση, η αίτηση υποβάλλεται μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας των δύο, τουλάχιστον, μαρτύρων που ήταν παρόντες στο επίδικο συμβάν, επιχειρείται δε η απόσυρση παραδοχών χωρίς να έχει διαπιστωθεί να συντρέχουν οι προϋποθέσεις προκειμένου κάτι τέτοιο να μπορεί να επιτραπεί, με το ενδεχόμενο πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση να είναι περισσότερο από ορατό, όπως προαναφέρθηκε. Υπό το φως όλων όσων πιο πάνω αναφέρθηκαν και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα, και λαμβάνοντας υπόψιν ότι η παρούσα αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και σε αρκετά προχωρημένο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, η οποία (καθυστέρηση) δεν αιτιολογείται επαρκώς και ικανοποιητικώς, την φύση της τροποποίησης που ζητείται που στην ουσία αφορά σε ανάκληση παραδοχής, χωρίς να έχουν εξηγηθεί οι λόγοι για την εξαρχής συμπερίληψη της στην Υπεράσπιση, και στη βάση της οποίας ο καθ' ου η αίτηση διαμόρφωσε τη μαρτυρία που προσέφερε στα πλαίσια της ακρόασης με αποτέλεσμα τα δικαιώματα του να επηρεάζονται δυσμενώς κατά τρόπο που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με την κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα, κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια ενάντια στην έγκριση της υπό κρίση αίτησης. Κατάληξη Στη βάση των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα. Συνεπώς, τα έξοδα της αίτησης, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντος-καθ' ου η αίτηση και εναντίον του εναγόμενου-αιτητή, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 29.11.10, συνεπώς τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες της Δ.25 Θ.1 πριν την τροποποίηση που δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 26.9.
  2. [2] Το Δικαστήριο αναφέρθηκε στις υποθέσεις: Φοινιώτης ν. Green Mar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου ν. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 Α.Α.Δ. 607, Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44, C & A, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ. κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 237, Clive Preece κ.ά. ν. Νάσου Θεοφίλου Ρωσσίδου, Πολιτική Έφεση 271/2008, ημερομηνίας 16/12/2011 και Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 1005.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.