ΜΑΙΡΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΕΡΓΑΤΟΥΔΗ ν. ΜΑΡΙΟΣ Χ"ΓΑΒΡΙΗΛ κ.α., Αγωγή Αρ.: 3088/14, 28/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 3088/14 ΜΑΙΡΗ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗ ΕΡΓΑΤΟΥΔΗ, ΕΝΑΓΟΥΣΑ - και -
- ΜΑΡΙΟΣ Χ"ΓΑΒΡΙΗΛ,
- CYPRUS POPULAR BANK CO LTD, ΔΙΑ ΤΗΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΡΙΑΣ ΤΗΣ ΑΝΤΡΗΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ, ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ------------------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ, 2016, ΓΙΑ ΑΝΑΣΤΟΛΗ ΤΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΛΟΓΩ ΠΑΡΑΓΡΑΦΗΣ: Ημερομηνία: 28 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητή-Εναγόμενο 1: Θεόδωρος Οικονόμου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα: Αλέκος Μαρκίδης, Μελίνα Ζήρα για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένους 2: Ουδεμία εμφάνιση. (Η αγωγή εναντίον τους διακόπηκε) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτησή του ο Αιτητής, επικαλούμενος τη Δ.27, θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, επιζητεί αναστολή της αγωγής λόγω παραγραφής. Επιπρόσθετο αίτημα για απόρριψή της, το οποίο περιλαμβανόταν στην Αίτηση, αποσύρθηκε κατά την αγόρευσή του. Ο νόμος που διέπει το θέμα της παραγραφής, είναι ο Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμος, 66(Ι)/
- Νομολογία επί του συγκεκριμένου νόμου δεν υπάρχει ακόμη, γι΄ αυτό αμφότερες οι πλευρές ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους στηριζόμενες σε Αγγλική και Κυπριακή Νομολογία επί παρεμφερών θεμάτων, ενώ προέβαλαν με σαφήνεια τα αντίστοιχα επιχειρήματά τους. Λόγω του καινοφανούς του θέματος, το Δικαστήριο έχει μελετήσει ευρύτερα το θέμα, μελετώντας τις διάφορες παραμέτρους του, οι οποίες αναλύονται πιο κάτω. Ορθός Τρόπος που Εγείρεται Θέμα Παραγραφής Στην παρούσα υπόθεση ο Αιτητής επέλεξε να εγείρει το θέμα της παραγραφής με Αίτηση, στηριζόμενος στη Δ.27, θ.3 και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση καταχωρίστηκε προτού συμπληρωθούν τα δικόγραφα αφού ο Αιτητής, μέχρι σήμερα, δεν έχει καταχωρίσει την Υπεράσπισή του στην αγωγή. Θεωρώ τη διαδικασία που επέλεξε ο Αιτητής για να εγείρει το θέμα ως απόλυτα θεμιτή και ως ευρισκόμενη εντός των πλαισίων του νόμου, της νομολογίας και της πρακτικής, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω. Έχοντας δε μελετήσει σφαιρικά το θέμα, έχω καταλήξει ότι θέμα παραγραφής μπορεί να εγερθεί με τους ακόλουθους τρεις τρόπους: (α) με βάση τη Δ.27, θ.3, και να αποφασισθεί προδικαστικά, ως νομικό ζήτημα, (β) με βάση τη Δ.27, θ.1, αφού εγερθεί από τα δικόγραφα και διατυπωθούν παραδεκτά γεγονότα, και πάλιν τότε να αποφασισθεί προδικαστικά ως νομικό ζήτημα, (γ) αφού εγερθεί στα δικόγραφα, να αφεθεί να αποφασισθεί στα πλαίσια της ακρόασης και η ετυμηγορία του Δικαστηρίου στο θέμα αυτό να εκφρασθεί στα πλαίσια της τελικής του απόφασης. Όπως αναφέρεται πιο πάνω, ο νόμος σε ισχύ τώρα είναι ο Ν.66(Ι)/2012, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 1ην Ιουλίου,
- Ο εν λόγω Νόμος, αντικατέστησε τον Περί Παραγραφής Νόμο, Κεφ.
- Όμως ο χρόνος παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων είχε σταματήσει να τρέχει από τις 21.12.1963, με σχετική πρόνοια του Περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου 57/1964, νόμος ο οποίος θεσπίστηκε μετά τις διακοινοτικές ταραχές του 1963-
- Από τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι για πολλά χρόνια (21.12.1963 που τέθηκε σε ισχύ η αναστολή της παραγραφής από το Ν.57/1964 μέχρι 1.7.2012 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.66(Ι)/2012) δεν υπήρχε παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων στους πλείστους κλάδους του δικαίου. Υπήρχαν όμως αγώγιμα δικαιώματα, στο διάστημα αυτό, για τα οποία ίσχυε η παραγραφή. Ανατρέχοντας στον τρόπο που εγείρετο θέμα παραγραφής από το 1963 και νωρίτερα που ήταν σε ισχύ το Κεφ.15, διαπιστώνεται ότι, όπως και στην παρούσα περίπτωση, τέτοιο θέμα εγειρόταν με αίτηση με βάση τις πρόνοιες της Δ.27, θ.
- Στην Michaelides v. Diakou
(1968)1 C.L.R.392, όπου είχε τεθεί θέμα παραγραφής, λέχθηκε ότι, αφού αυτό αποτελεί νομικό θέμα, είναι πιο πρόσφορο να τίθεται και να αποφασίζεται ως προδικαστικό. Η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται είναι αίτηση με βάση τη Δ.27 και με τον τρόπο αυτό εξοικονομείται χρόνος και έξοδα. Στην εν λόγω υπόθεση, το θέμα της παραγραφής είχε μεν τεθεί στην υπεράσπιση, αλλά μετέπειτα ακολουθήθηκε η διαδικασία με βάση τη Δ.27. Στην Χρυσόστομος Α. Καμπανελλάς ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Αρ. Αγωγής 1/2011, ημερομηνίας 15.6.2016, που αφορούσε σε διαδικασία για διπλώματα ευρεσιτεχνίας, δικαιοδοσία η οποία εναποτίθεται και πρωτόδικα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είχε τεθεί θέμα παραγραφής. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε, μετά που το θέμα της παραγραφής είχε τεθεί από την υπεράσπιση ήταν να αποφασισθεί προδικαστικά με βάση τη Δ.27, θ.1 αφού κατατέθηκαν, προς τούτο, παραδεκτά γεγονότα. Μπορεί να λεχθεί ότι αντίθετη άποψη στον τρόπο που εγείρεται το θέμα της παραγραφής, είχε εκφρασθεί από τον Αρτεμίδη, Δ. στην Φεσσά κ.α. ν. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337, 340, όπου ανέφερε τα ακόλουθα: «Να προσθέσουμε μάλιστα πως, αν ο διάδικος, υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφό του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση». Θεωρώ ότι το πιο πάνω απόσπασμα δεν αποκλείει την έγερση θέματος παραγραφής πριν την καταχώριση του δικογράφου του διαδίκου που την εγείρει και ο οποίος επιθυμεί να την εγείρει με βάση τη Δ.27, θ.3 όπως, στην παρούσα περίπτωση. Ίσως να εννοεί ότι εάν δεν εγερθεί θέμα παραγραφής με οποιοδήποτε τρόπο, τότε το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από του να προχωρήσει στην εκδίκαση της κύριας αγωγής. Μάλιστα, στην υπόθεση Φεσσά, το θέμα της παραγραφής είχε τεθεί και αποφασισθεί ως προδικαστική ένσταση. Έχει επίσης εκφρασθεί η άποψη ότι με βάση το Άρθρο 21 του Ν.66(Ι)/2012, θέμα παραγραφής εγείρεται μόνο διά μέσου των δικογράφων. Το εν λόγω Άρθρο, προνοεί: «Άρθρο 21: Στα πλαίσια διαδικασίας αγωγής την παραγραφή μπορεί να προτείνει με δικογράφηση οποιοσδήποτε διάδικος έχει έννομο συμφέρον.» Η λέξη που χρησιμοποιείται είναι το δυνητικό «μπορεί» και όχι άλλη λέξη που εμπεριέχει επιτακτική έννοια, όπως θα ήταν η λέξη «πρέπει». Επομένως θεωρώ ότι το Άρθρο αυτό, εκείνο που κάνει είναι να προτείνει απλώς ένα τρόπο έγερσης θέματος παραγραφής. Στο σύγγραμμα Maxwell on Interpretation of Statutes (12η έκδοση, 1969), σελ. 234 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: « "May" and "must" In ordinary usage, "may" is permissive and "must" is imperative, and, in accordance with such usage, the word "may" in a statute will not generally be held to be mandatory. In some cases, however, it has been held that expressions such as "may", or "shall have power," or "shall be lawful," have-to say the least-a compulsory force, and so their meaning has been modified by judicial exposition.» Γίνεται δε αναφορά στις Αγγλικές υποθέσεις Nicholl v. Allen
(1862)31 L.J.Q.B. 283, Cooper v. Hall [1968] 1 W.L.R. 360. Στην υπόθεση Vamasia Estates Ltd v. Singer Sewing Machine Company
(1985)1 C.L.R. 707, λέχθηκε ότι, κατά κανόνα, θα πρέπει να ακολουθείται η γραμματική ερμηνεία, εκτός εάν οδηγεί σε παράλογο αποτέλεσμα. Στην παρούσα περίπτωση, δικονομικό έρεισμα του Αιτητή δεν είναι μόνο η Δ.27, θ.3, αλλά και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, ο δε δικηγόρος του στην αγόρευσή του, προβαίνει σε μία ενδιαφέρουσα ανάλυση της διαφοράς μεταξύ των δύο δικονομικών προνοιών. Με αναφορά και ανάλυση Αγγλικής νομολογίας, ισχυρίζεται ότι η ειδοποιός διαφορά μεταξύ εξέτασης αίτησης για απόρριψη ή αναστολή αγωγής δυνάμει της Δ.27, θ.3 και εξέτασης αίτησης για απόρριψη ή αναστολή της αγωγής δυνάμει των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου, είναι η εξής: όταν το Δικαστήριο ενεργεί με βάση τις συμφυείς του εξουσίες, μπορεί να λάβει υπ΄ όψιν γεγονότα μέσω ενόρκων δηλώσεων. Αντιθέτως, όταν το Δικαστήριο ενεργεί στη βάση της Δ.27, θ.3, λαμβάνει υπ΄ όψιν μόνο τα δικόγραφα και αποκλείεται η εξέταση οποιασδήποτε μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων. Κάνει δε αναφορά στο Annual Practice 1958, σελ. 577, στις Αποφάσεις του Court of Appeal στην Dismore v. Milton [1938] 3 All E.R. 762 και Riches v. DPP [1973] 1 W.L.R. 1019, Ronex Properties Ltd v. John Laing Construction Ltd and Others [1983] Q.B. 398, καθώς και στην Απόφαση του Court of Chancery στην Brazier v. News Group Newspapers Ltd [2015] E.W.H.C. 125 (Ch). Στο σημείο αυτό να αναφέρω παρενθετικά ότι η Δ.48, θ.9
(0), προνοεί ότι αίτηση με βάση τη Δ.27, θ.3,, δεν απαιτείται να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, χωρίς να αποκλείει όμως τέτοια αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Κλείνοντας την ενότητα αυτή, αξίζει να γίνει αναφορά στην πρόσφατη υπόθεση Κozinskaya River Limited κ.α. ν. KLCC Holdings Limited, Π.Ε. E43/2013, ημερομηνίας 23.3.17, όπου επαναλήφθηκαν οι αρχές που εφαρμόζονται κατά την εξέταση αίτησης με βάση τη Δ.27 θ.3 και στις οποίες έδωσε έμφαση η πλευρά της Καθ΄ ης η Αίτηση κατά την αγόρευσή της. Λέχθηκαν από την Παναγή, Δ.: «Η δικονομική αυτή πρόνοια επιτρέπει την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης ή μη αγώγιμου δικαιώματος ως προκαταρκτικού. Η απόρριψη δικογράφου δυνάμει της Δ.27, θ.3 λόγω ανυπαρξίας αγώγιμου δικαιώματος αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και δικαιολογείται μόνο στις περιπτώσεις εκείνες που το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο, με την έκθεση απαίτησης να αποτελεί «το ουσιαστικό, αν όχι το μόνο στοιχείο, για διερεύνηση του θέματος» (βλ. Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1316).» Συνέπειες Παραγραφής Ο Νόμος 66(Ι)/2012, δεν προνοεί για τις συνέπειες της παραγραφής. Χρησιμοποιεί λεκτικό ότι, μία αγωγή δεν μπορεί να εγερθεί («καμία αγωγή δεν εγείρεται.») χωρίς να κάνει πρόνοια ποίο είναι το αποτέλεσμα σε περίπτωση που αγωγή εγερθεί αλλά διαπιστωθεί ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί. Το θέμα έχει διευκρινισθεί στην υπόθεση Φεσσά
(1994), πιο πάνω, όπου αναφέρθηκε ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, η αγωγή δεν απορρίπτεται, αλλά αναστέλλεται. Αυτή είναι η εύλογη συνέπεια του γεγονότος ότι η ουσία της αγωγής δεν εκδικάζεται έτσι ώστε να διαγνωστούν ουσιαστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των διαδίκων. Αυτό ακριβώς επιζητεί και ο Αιτητής ο οποίος ενώ αρχικά επιζητούσε και διάταγμα απόρριψης της αγωγής με την αγόρευσή του, περιόρισε την αιτούμενη θεραπεία σε διάταγμα αναστολής της διαδικασίας. Εφαρμογή των προνοιών του Νόμου στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης Πολύ ορθά ο Αιτητής αναφέρει ότι για να διαπιστωθούν τα αγώγιμα δικαιώματα που επικαλείται η Καθ΄ ης η Αίτηση-Ενάγουσα, θα πρέπει το Δικαστήριο να στηριχθεί στα μόνα δικόγραφα που έχουν καταχωρισθεί και αυτά είναι το Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (Δ.2, θ.1) καθώς και η Έκθεση Απαιτήσεως. Τούτο διότι το νομοθετικό πλαίσιο το οποίο διέπει θέματα παραγραφής, συναρτάται άμεσα με τη φύση του αγώγιμου δικαιώματος. Ορθά επίσης επισημαίνει ότι, ενώ στο Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο αναφέρεται ως αιτία αγωγής και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, στην Έκθεση Απαιτήσεως δεν δικογραφούνται γεγονότα προς αυτή την κατεύθυνση. Εξάλλου ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, δεν συνιστά αυτόνομη αιτία αγωγής. Minerva Finance & Investment Ltd v. Γεωργιάδη
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ.
- Εκείνο που εξάγεται καθαρά από την Έκθεση Απαιτήσεως, είναι ότι η Ενάγουσα επικαλείται δόλο και/ή ψευδείς παραστάσεις από πλευράς Εναγομένου
- Με τη σειρά του ο Εναγόμενος 1-Αιτητής ισχυρίζεται ότι είναι, επομένως, ξεκάθαρο ότι η αιτία αγωγής είναι το αστικό αδίκημα της απάτης, με βάση το Άρθρο 36 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.
- Συμφωνώ ότι ως αιτία αγωγής περιλαμβάνεται η απάτη όπως έχει κωδικοποιηθεί στο πιο πάνω Άρθρο 36, παρόλον ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν καταγράφεται ρητά κάτι τέτοιο αλλά εξάγεται σαφώς από το όλο λεκτικό της. Εξάλλου αποτελεί κανόνα ότι κατά τη σύνταξη δικογράφων, καταγράφονται γεγονότα και όχι νομικά θέματα. Επιπρόσθετα όμως πρέπει να λαμβάνεται υπ΄ όψιν αυτό που αναφέρθηκε στη Mason v. Αντωνίου κ.α., Π.Ε. 273/10, ημερομηνίας 8.4.2014 ότι, ο δόλος, κατά το δίκαιο της Επιείκειας (Equity) έχει ευρύτερη έννοια από αυτή του Άρθρου 36 και καλύπτει ποικίλες ενέργειες και συμπεριφορές. Επιπρόσθετα, οι όροι «απάτη» και «ψευδής παράσταση» περιγράφονται από τα Άρθρα 17 και 18, του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αλλά η εφαρμογή τους εξαρτάται από την ύπαρξη σύμβασης. Στην παρούσα περίπτωση, κάτι τέτοιο δεν ισχύει αφού η Ενάγουσα δεν στηρίζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο σε σύμβαση. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η αιτία αγωγής στην παρούσα περίπτωση στηρίζεται στα αστικά αδικήματα του δόλου και της απάτης. Έχοντας δε προβεί στην εν λόγω διαπίστωση, προχωρώ στην εξέταση του πώς εφαρμόζεται το πλαίσιο παραγραφής στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, το πλαίσιο γεγονότων στο οποίο θα στηριχθεί το Δικαστήριο για να αποφασίσει την τύχη της παρούσας Αίτησης είναι η Έκθεση Απαιτήσεως, το μόνο δικόγραφο που είναι καταχωρισμένο στο φάκελο δικογραφίας. Τα σημαντικά γεγονότα, καταγράφονται στις πιο κάτω Παραγράφους της Εκθέσεως Απαιτήσεως, οι οποίες παρατίθενται αυτούσιες. «
- Κατά τον ουσιώδη κατά την παρούσα αγωγή χρόνο, η θυγατέρα της Ενάγουσας Άρια Εργατούδη ήταν συζευγμένη με τον αδερφό του Εναγόμενου 1, Κώστα Χατζηγαβριήλ.
- Ο Εναγόμενος 1, μαζί με τους αδελφούς του, ήτοι τον προαναφερόμενο Κώστα Χατζηγαβριήλ και τον Μιχάλη Χατζηγαβριήλ, κατά τον ουσιώδη κατά την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν μέτοχοι και/ή διευθύνοντες σύμβουλοι κάποιας εταιρείας C.N.H EPENDISΙS AXIAS LTD.
- Κατά ή περί την 21.03.2002, ο Εναγόμενος 1 επισκέφθηκε την Ενάγουσα στην οικία της, στο Ακίνητο που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος 1 τύγχανε της απόλυτης εμπιστοσύνης της Ενάγουσας, λόγω της εξ αγχιστείας συγγένειας που τους συνέδεε.
- Ο Εναγόμενος 1 στην διάρκεια της επίσκεψής του παρέστησε στην Ενάγουσα ότι η προαναφερόμενη εταιρεία C.N.H EPENDISΙS AXIAS LTD αντιμετώπιζε προσωρινά προβλήματα ρευστότητας και ότι δεχόταν πιέσεις από τον δανειστή της, ήτοι την Λαϊκή Τράπεζα, να προβεί σε εξασφαλίσεις των δανειακών υποχρεώσεών της.
- Ο Εναγόμενος 1 ζήτησε από την Ενάγουσα όπως συναινέσει στην εγγραφή υποθήκης επί του Ακινήτου σε όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για εξασφάλιση των υποχρεώσεων της προαναφερόμενης εταιρείας C.N.H EPENDISΙS AXIAS LTD και/ή του γαμπρού της, Κώστα Χατζηγαβριήλ. Ο Εναγόμενος 1 παρέστησε στην Ενάγουσα ψευδώς και/ή δολίως ότι ο ίδιος θα αναλάμβανε να ακυρώσει την εν λόγω υποθήκη 3 μέρες μετά την εγγραφή της αφού μέχρι τότε η εταιρεία C.N.H EPENDISΙS AXIAS LTD θα διευθετούσε τις υποχρεώσεις της με την Λαϊκή Τράπεζα και/ή θα διευθετούσε εναλλακτικές δανειακές εξασφαλίσεις.
- Η Ενάγουσα κατά ή περί την 21.03.2002, ως αποτέλεσμα της ψευδούς παράστασης και/ή του δόλου του Εναγόμενου 1, υπέγραψε στην οικία της και στην απουσία οποιουδήποτε πιστοποιούντα υπαλλήλου, πληρεξούσιο έγγραφο το οποίο είχε ετοιμάσει ο Εναγόμενος 1, εξουσιοδοτώντας τον Εναγόμενο 1 να εγγράψει υποθήκη για Λ.Κ. 300.000 επί του Ακινήτου ενώπιον οποιουδήποτε Κτηματολογικού Γραφείου και/ή άλλης αρμόδιας αρχής προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας για εξασφάλιση των υποχρεώσεων της C.N.H EPENDISΙS AXIAS LTD και/ή του Κώστα Χατζηγαβριήλ.
- Η υποθήκευση του Ακινήτου δεν ήταν με οποιοδήποτε τρόπο προς όφελος της Ενάγουσας, εφόσον η παροχή δανειοδότησης ή της επέκτασης αυτής προς την C.N.H EPENDISΙS AXIAS LTD και/ή τον Κώστα Χατζηγαβριήλ δεν ωφελούσε οικονομικά ή άλλως πως την Ενάγουσα.
- Κατά ή περί την 21.03.2002 ο Εναγόμενος 1 μετέβη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και ενέγραψε με την Λαϊκή Τράπεζα Σύμβαση και Δήλωση Υποθήκευσης του Ακινήτου με Αριθμό Υ2460/02 (στο εξής η «Υποθήκη»), με την οποία υποθήκευσε το Ακίνητο στην Λαϊκή Τράπεζα ως εξασφάλιση για την προπληρωμή ποσού Λ.Κ.300.
- Στην εν λόγω Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως αναφέρεται το όνομα και η διεύθυνση της Ενάγουσας ως ενυπόθηκου οφειλέτη.
- Κατά ή περί την ίδια ημερομηνία, ήτοι 21.03.2002, ο Εναγόμενος 1 υπέγραψε Έγγραφο Υποθήκης με την Λαϊκή Τράπεζα (στο εξής το «Έγγραφο Υποθήκης»), στο οποίο αναφέρετο ότι η Ενάγουσα ως Ενυπόθηκος Οφειλέτης, βάσει του οποίου υποθήκευσε το Ακίνητο στην Λαϊκή Τράπεζα προς εξασφάλιση κάθε είδους δανειακής υποχρέωσης των C.N.H EPENDISES AXIAS LTD και/ή Κώστα Χατζηγαβριήλ. Στην εν λόγω Σύμβαση καμία αναφορά δεν γίνεται στον Εναγόμενο 1 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της Ενάγουσας.
- Η Ενάγουσα δεν έλαβε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αντίγραφο της Υποθήκης με Αριθμό Υ2460/02 ή του Εγγράφου Υποθήκης, ουδέποτε ανέγνωσε τις εν τις παραγράφους 11 και 12 αναφερόμενες Συμβάσεις και/ή ουδέποτε είχε την ευκαιρία να συμβουλευθεί δικηγόρο. Η Ενάγουσα, βασιζόμενη στις ψευδείς και/ή δόλιες παραστάσεις του Εναγόμενου 1, πίστεψε ότι ο τελευταίος προέβη στις ανάλογες ενέργειες ώστε η οποιαδήποτε υποθήκη επί του ακινήτου προς όφελος της Λαϊκής Τράπεζας είχε ακυρωθεί και/ή θα ακυρωνόταν 3 μέρες μετά την εγγραφή της.
- Η Λαϊκή Τράπεζα κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με την Ενάγουσα σε σχέση με την εγγραφή υποθήκης επί του Ακινήτου και ούτε απέστειλε στην Ενάγουσα αντίγραφο των Συμβάσεων Υποθήκης που αναφέρονται πιο πάνω.
- Μετά την πάροδο περίπου ενός χρόνου από την επίσκεψη του Εναγόμενου 1 στην οικία της Ενάγουσας, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 6 πιο πάνω, η Ενάγουσα, ενόσω ήταν υπό την πεποίθηση ότι ο Εναγόμενος 1 ενήργησε σύμφωνα με τις παραστάσεις του προς την ίδια όπως αναφέρονται στην παράγραφο 8 ανωτέρω, έλαβε επιστολή από την Λαϊκή Τράπεζα στην οποία αναφέρετο ότι υφίστατο Υποθήκη επί του Ακινήτου προς όφελος της τελευταίας.
- Η Ενάγουσα θορυβημένη μετά από τη λήψη της πιο πάνω στην παράγραφο 15 αναφερόμενης επιστολής, εξέφρασε τις ανησυχίες της στον αδερφό του Εναγόμενου 1, Κώστα Χατζηγαβριήλ, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν συζευγμένος με την θυγατέρα της, Άρια Εργατούδη. Ο Κώστας Χατζηγαβριήλ καθησύχασε την Ενάγουσα λέγοντάς της ότι ο Εναγόμενος 1 και/ή η εταιρεία C.N.H EPENDISΙS AXIAS LTD θα αναλάμβαναν να ακυρώσουν την Υποθήκη που αναφέρεται στην παράγραφο 11 πιο πάνω.
- Στην πραγματικότητα από την ημερομηνία εγγραφής της εν λόγω Υποθήκης, ήτοι από την 21.03.2002, ο Εναγόμενος 1 δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια με σκοπό την ακύρωσή της. Οι σχέσεις της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο 1 διασαλεύτηκαν όταν η Ενάγουσα μετά τη λήψη της επιστολής που αναφέρεται στην παράγραφο 15 συνειδητοποίησε ότι ο Εναγόμενος 1 την είχε εξαπατήσει. Περί τον Ιανουάριο του 2010 οι σχέσεις της Ενάγουσας με τον Εναγόμενο 1 διακόπηκαν εντελώς κατόπιν της έκδοσης διαζυγίου μεταξύ της θυγατέρας της Ενάγουσας και του αδερφού του Εναγόμενου
- Κατά ή περί την 26.02.2013 η Ενάγουσα έλαβε Ειδοποίηση από την Λαϊκή Τράπεζα, ημερομηνίας 21.02.2013, ότι κατέστη απαιτητό το συνολικό ποσό των €512.580,43 (Λ.Κ.300.000,00) ως επίσης και τόκοι επ΄ αυτού προς 9% κυμαινόμενο από την 21.03.2002 πάνω στην ασφάλεια της Υποθήκης. Με την εν λόγω Ειδοποίηση η Λαϊκή Τράπεζα ειδοποιούσε την Ενάγουσα ότι σε περίπτωση μη καταβολής από την τελευταία του πιο πάνω ποσού, πλέον τόκους και έξοδα σε ένα μήνα από την ημερομηνία επίδοσης της Ειδοποίησης, θα υπέβαλλε αίτηση στον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό σύμφωνα με το Άρθρο 37(Ι) του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, με την οποία θα ζητούσε την πώληση του Ακινήτου.» Αρχίζοντας πρώτα με τα επιχειρήματα της Καθ΄ ης η Αίτηση, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε κατά ή περί τα τέλη Φεβρουαρίου, 2013, οπόταν και οι δόλιες και/ή ψευδείς παραστάσεις του Αιτητή αποκαλύφθηκαν. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι στην παρούσα φάση, το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε οποιοδήποτε εύρημα, χωρίς να έχει προηγηθεί η ακρόαση στην ουσία της υπόθεσης και χωρίς να έχει ακούσει μαρτυρία επί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης, τα οποία σχετίζονται, μεταξύ άλλων, με το κατά πόσο η Ενάγουσα βασίστηκε χωρίς να υπάρχει ανάγκη για περαιτέρω διερεύνηση, επί των παραστάσεων και διαβεβαιώσεων του Εναγομένου
- Συνεπώς, θεωρεί τα επιχειρήματα του Αιτητή, ως πρόωρα. Από την άλλη η πλευρά του Αιτητή, αναπτύσσει μία πιο περίπλοκη συλλογιστική η οποία δικαιολογείται όμως από τις περίπλοκες πρόνοιες της νομοθεσίας, που για να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα θα πρέπει να συνδυαστούν πολλές πρόνοιές της. Τα επιχειρήματα του αναπτύσσονται πιο κάτω, σε συνδυασμό με τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου. Καταρχήν, ένα σημείο στο οποίο συμφωνούν αμφότερες οι πλευρές είναι ότι με βάση το Άρθρο 29 του Ν.66(Ι)/2012, το Άρθρο 68, του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, έχει καταργηθεί σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβη κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου (1.7.2012). Το Άρθρο 68, στο βαθμό που σχετίζεται με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, προνοεί τα ακόλουθα: «Άρθρο
- Καμιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αν αυτή εγερθεί- (α) εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αν το αστικό αδίκημα προκαλεί νέα ζημιά κατά εξακολούθηση από μέρα σε μέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, ή (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αμέσως επόμενων ετών μετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζημιά, ή (δ) αν το αστικό αδίκημα δόλια αποκρύφτηκε από τον εναγόμενο, εντός τριών ετών από την ανακάλυψή του από τον ενάγοντα, ή από το χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτό αν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια.» Σχετικό είναι επίσης το Άρθρο 3 του Ν. 66(Ι)/2012, το οποίο προνοεί: «
- Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής: Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24 και 29, ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου, 2016.» Στο ερμηνευτικό Άρθρο 2 του ίδιου Νόμου, «βάση της αγωγής» καθορίζεται το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα στο οποίο αφορά η αγωγή. Η πλευρά του Αιτητή ισχυρίζεται ότι το συστατικό στοιχείο του αστικού αδικήματος της απάτης είναι, όπως προκύπτει από το Άρθρο 36, του Κεφ.148, η ψευδής παράσταση γεγονότος. Από τις Παραγράφους 8 και 9 της Εκθέσεως Απαιτήσεως, προκύπτει ότι η ψευδής παράσταση η οποία είχε ως συνέπεια, όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, να υπογράψει το πληρεξούσιο έγγραφο έλαβε χώραν στις 21.3.
- Με αυτό ως δεδομένο, εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση έχει το Άρθρο 68, του Κεφ.148 και όχι ο Ν.66(Ι)/2012, ενώ το πότε ακριβώς η Ενάγουσα αντιλήφθηκε την κατ΄ ισχυρισμόν εξαπάτηση είναι άνευ σημασίας. Εάν η πράξη που συνιστά το αστικό αδίκημα της απάτης, ήτοι οι ψευδείς παραστάσεις, έλαβε χώραν πριν την 1.7.2012, είναι άσχετο εάν η απάτη έγινε αντιληπτή από την Ενάγουσα μετά την 1.7.
- Όσο ενδιαφέρουσες και εάν είναι οι θέσεις που προβάλλει ο Αιτητής, το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σ΄ αυτές και να προβεί, στο παρόν στάδιο, σε ανάλογα ευρήματα γεγονότων. Οδηγός του Δικαστηρίου, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, είναι η Έκθεση Απαιτήσεως. Το δε λεκτικό της δεικνύει προς την κατεύθυνση ότι ο δόλος αποκαλύφθηκε το Φεβρουάριο,
- Οι ψευδείς παραστάσεις μπορεί να είχαν γίνει από το 2002, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είχαν συντελεστεί οι πράξεις που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα της αγωγής. Επιπρόσθετα, όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, το θέμα του δόλου έχει ευρύτερες διαστάσεις και στο Ν.66(Ι)/2012, πιο συγκεκριμένα το Άρθρο 14, εμπεριέχει ειδικές πρόνοιες για δόλο. Το εν λόγω Άρθρο 14 προνοεί: «14.-
(1)Ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει να τρέχει, αν η αγωγή αφορά δόλο του εναγομένου ή αν ο εναγόμενος έχει σκόπιμα αποκρύψει γεγονός σχετικό με την βάση της αγωγής ή αν η αγωγή αφορά θεραπεία συνεπειών που προέκυψαν από λάθος, μέχρις ότου ο ενάγων ανακαλύψει ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να ανακαλύψει τον δόλο, την απόκρυψη ή το λάθος, ανάλογα με την περίπτωση.
(2)Ο χρόνος παραγραφής σε οποιανδήποτε των περιπτώσεων του εδαφίου
(1)αρχίζει να τρέχει αν, αντί του ενάγοντος, αντιπρόσωπος ή άλλο πρόσωπο, που δεσμεύει τον ενάγοντα, ανακάλυψε ή μπορούσε με εύλογη επιμέλεια να ανακαλύψει τον δόλο, απόκρυψη ή λάθος, ανάλογα με την περίπτωση.
(3)Σκόπιμη παράβαση καθήκοντος υπό περιστάσεις που καθιστούν ιδιαίτερα δύσκολη την ανακάλυψή της ισοδυναμεί με σκόπιμη απόκρυψη γεγονότος που έχει σχέση με την εν λόγω παράβαση.» Θεωρώ ότι με βάση την Έκθεση Απαιτήσεως, δεν μπορεί να αποκλεισθεί ο χρόνος παραγραφής να αρχίζει να τρέχει από το Φεβρουάριο 2013 κάτι που σημαίνει ότι το αγώγιμο δικαίωμα δεν έχει παραγραφεί. Δεν υπάρχουν, στο παρόν στάδιο, τέτοια γεγονότα που να επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα προς οιαδήποτε κατεύθυνση γι΄ αυτό και θεωρώ ότι ο Αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος και επίπεδο απόδειξης που ο ίδιος φέρει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αυτό, φυσικά, δεν στερεί τον Αιτητή από του να εγείρει ξανά το θέμα, σε περίπτωση που διαπιστωθούν νέα γεγονότα που να συνηγορούν υπέρ του αιτήματός του. Η Αίτηση απορρίπτεται με Έξοδα υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και σε βάρος του Αιτητή, τα οποία να υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά να είναι πληρωτέα μετά το πέρας της υπόθεσης. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ