← Κύπρος

ΙΩΑΝΝΗ Ν. ΙΩΑΝΝΟΥ ως γνήσιο τέκνο και/ή νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντα Νικόλα Ιωάννου και της αποβιώσασας Αγγελικής Νικόλα ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.

ΙΩΑΝΝΗ Ν. ΙΩΑΝΝΟΥ ως γνήσιο τέκνο και/ή νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντα Νικόλα Ιωάννου και της αποβιώσασας Αγγελικής Νικόλα ν. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αγωγή Αρ. 4367/16, 28/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 4367/16 Μεταξύ: ΙΩΑΝΝΗ Ν. ΙΩΑΝΝΟΥ ως γνήσιο τέκνο και/ή νόμιμος κληρονόμος του αποβιώσαντα Νικόλα Ιωάννου και της αποβιώσασας Αγγελικής Νικόλα Ενάγοντος -και-

  1. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ
  2. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΤΑΜΑΣΣΟΥ-ΟΡΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΠΙΤΣΙΛΙΑΣ ΛΤΔ
  3. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ Εναγομένων Αίτηση ημερ. 20.09.16 για Ενδιάμεσα Διατάγματα Ημερομηνία: 28 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Φράγκος με κα Ν. Ιωάννου για Α. Λαό Για Εναγόμενο 1-Καθ΄ου 1: κ. Μ. Χριστοφόρου με κ. Ν. Κωνσταντινίδη για Πελαγίας, Χριστοδούλου, Βράχας Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2-Καθ΄ ης 2: κ. Κορομίας με κα Α. Βασιλείου για Δράκος & Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Κατόπιν μονομερούς αίτησης ημ. 20.9.16 ο Ενάγων-Αιτητής εξασφάλισε: Α. Διάταγμα απαγορεύον στον (αδελφό του) Εναγόμενο 1 να αποξενώσει το ποσό των €382.467, ήτοι το 1/3 μερίδιο του Ενάγοντος από την περιουσία των γονέων τους και το οποίο είναι κατατεθειμένο σε οποιονδήποτε τραπεζικό λογαριασμό στους Εναγομένους 2 και ή 3 επ΄ ονόματι του Εναγομένου
  4. Β. Διάταγμα απαγορεύον στους Εναγομένους 2 και ή 3 να αποδεχθούν οποιεσδήποτε οδηγίες από τον Εναγόμενο 1 για τη μεταφορά του εν λόγω ποσού των €382.467 ως ανωτέρω. Με την ίδια μονομερή αίτηση ζητούντο και δύο άλλα διατάγματα, για τα οποία στη βάση απουσίας του κατεπείγοντος στοιχείου διετάχθη η επίδοση του μέρους αυτού της αίτησης προς τους Καθ΄ ων, ως ακολούθως: Γ. Διάταγμα Norwich Pharmacal διατάσσον τους Εναγομένους ή οποιονδήποτε εξ αυτών να αποκαλύψει ενόρκως κάθε πληροφορία που γνωρίζει για την κίνηση των λογαριασμών που διατηρούσαν μόνοι ή από κοινού ή με άλλον ή και με τον Εναγόμενο 1 οι γονείς. Δ. Διάταγμα Norwich Pharmacal διατάσσον τους Εναγομένους ή οποιονδήποτε εξ αυτών να αποκαλύψει ενόρκως λεπτομερή και αναλυτική κατάσταση όλων των λογαριασμών που διατηρούσαν μόνοι ή από κοινού ή με άλλον ή και με τον Εναγόμενο 1 οι γονείς. Να σημειωθεί ότι σε μεταγενέστερο στάδιο ο Ενάγων απέσυρε την αγωγή καθ΄ όσον αφορά την Εναγόμενη
  5. Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ. 6, στα άρθρα 29, 31 και 32 του Ν.14/60, στο άρθρο 29

(2)(γ) του Ν.66
(1)/97, στις Δ.28, Δ.48 και Δ.64, στο άρθρο 22 του Κεφ. 9, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στο Κεφ. 189, στο Κεφ. 195 και σε σχετικές νομολογιακές αρχές. Στη συνοδεύουσα ένορκη δήλωση του ο Ενάγων προβάλλει μεταξύ άλλων: α) Ότι οι γονείς του απεβίωσαν κατά τα έτη 2015-2016 αφήνοντας ως κληρονόμους τον ίδιο, τον Εναγόμενο 1 και την αδελφή τους Ανδρούλα Χατζημάμα. β) Ότι ο Εναγόμενος 1 με δόλιες και απατηλές ενέργειες, συνωμοτώντας με την αδελφή τους, σκόπιμα αποστερούν από τον ίδιο και του αποκρύπτουν την περιουσία που δικαιούται να λάβει ως κληρονομικό μερίδιο. Η αδελφή είναι μια άβουλη γυναίκα την οποία συντηρεί οικονομικά ο Εναγόμενος 1 και οι δύο τους συνήργησαν εκμεταλλευόμενοι την καλοσύνη των γονέων τους για να τον αποκλείσουν από την περιουσία και τη νόμιμη μοίρα του. γ) Ότι οι γονείς είχαν σώας τας φρένας αλλά λόγω της προχωρημένης ηλικίας τους (περί τα 86 έτη), η κατάσταση της υγείας τους είχε επιβαρυνθεί λίγους μήνες πριν τον θάνατο τους, γεγονός το οποίο εκμεταλλεύτηκε ο Εναγόμενος
  1. δ) Ότι ο Εναγόμενος 1 ένα μήνα μετά τον θάνατο της μητέρας τους ήταν επιθετικός, έντονα αντιδραστικός και απέφευγε οποιαδήποτε συζήτηση, λέγοντας του ότι δεν υπάρχει λόγος να γίνει διαχείριση και ότι δεν έχει να λαμβάνει οτιδήποτε. Ο δε λόγος που (ο Ενάγων) προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας είναι κυρίως διότι υπάρχει ορατός και άμεσος κίνδυνος πλήρους αποξένωσης της περιουσίας από τον Εναγόμενο 1, καθώς και ότι ο τελευταίος δεν πρόκειται να συναινέσει σε διαδικασία διαχείρισης, γεγονός που θα πάρει αρκετό χρόνο, παράγοντας που θα είναι ανασταλτικός και μη αναστρέψιμος αφού στο μεταξύ θα έχει εξανεμιστεί και αποξενωθεί όλη η περιουσία. ε) Ότι μετά την ως άνω αντίδραση του Εναγομένου 1 και τις δημιουργηθείσες υποψίες, στενό φιλικό του πρόσωπο τον ενημέρωσε (λίγο πριν την αίτηση) ότι ο πατέρας τους κατά τον θάνατο του είχε μεγάλη περιουσία σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην Εναγομένη 2 (ΣΠΕ) από κοινού με την μητέρα τους και ότι ο Εναγόμενος 1 φαινόταν πλέον να ήταν συνδικαιούχος των χρημάτων που ευρίσκοντο στους λογαριασμούς της μητέρας τους. Σε σχετική επίσκεψη του η Εναγόμενη 3 αρνήθηκε να δώσει πληροφορίες (στον Ενάγοντα) για τους λογαριασμούς των γονιών χωρίς δικαστικό διάταγμα. στ) Ότι σύμφωνα με τις πληροφορίες του: - Ο πατέρας κατά τον θάνατο του (9.1.15) διατηρούσε τέσσερις λογαριασμούς στην Εναγόμενη 2 από κοινού με τη μητέρα, με συνολικές καταθέσεις €124.401, οι οποίοι λογαριασμοί κατά την καταχώριση της αίτησης είχαν πλέον μηδενικό υπόλοιπο και είχαν κλείσει κατόπιν αναλήψεων που έγιναν στις 2.2.15, δηλαδή λίγο μετά τον θάνατο του πατέρα, πράγμα για το οποίο ο ίδιος (ο Ενάγων) πληροφορήθηκε μερικές μέρες πριν την αίτηση. Είναι δε βέβαιος πως λόγω της συναισθηματικής κατάστασης της, καθώς και της κατάστασης της υγείας της, η μητέρα δεν ενήργησε αυτόβουλα αλλά υποκινήθηκε και εξαπατήθηκε από τον Εναγόμενο 1, ο οποίος τής είπε ότι θα έδιδε και στον ίδιο (τον Ενάγοντα) χρήματα από την κληρονομιά. Το πιο πιθανό είναι ότι ασκήθηκε ψυχολογική πίεση στη μητέρα, καθώς και ψευδείς παραστάσεις. - Η μητέρα κατά τον θάνατο της (15.7.16) διατηρούσε δύο λογαριασμούς στην Εναγόμενη 2 από κοινού με τον Εναγόμενο 1, με συνολικές καταθέσεις €1.023.
  2. - Η συνολική αξία της κληρονομικής περιουσίας ανέρχεται στο ποσό των €1.147.401 από το οποίο ο ίδιος δικαιούται το 1/3, ήτοι €382.467, το οποίο όμως ίσως είναι και μεγαλύτερο αφού δεν έχει πλήρη και σαφή εικόνα των τραπεζικών δεδομένων. ζ) Ότι ο πατέρας είναι δικαιούχος προς εγγραφή 10 ακινήτων και η μητέρα ενός ακινήτου, για τα οποία δεν υπάρχουν ξεχωριστοί τίτλοι ιδιοκτησίας, ενώ και οι δύο ευρισκόμενοι ακόμα εν ζωή είχαν μεταβιβάσει στον Εναγόμενο 1 αρκετή άλλη ακίνητη ιδιοκτησία. η) Ότι λίγες μέρες πριν τον θάνατο της μητέρας εκείνη του είπε: «γιε μου έχω κάμποσα ριάλια για σένα τζιαι τα παιδκιά σου τζιαι μίλα με τον Στέλιο» (Εναγόμενο 1), πλην όμως όταν περί τα τέλη Αυγούστου του 2016 ανέφερε την πιο πάνω στιχομυθία στον Εναγόμενο 1, ο τελευταίος του απάντησε ειρωνικά: «πήγαινε να βρεις τη μάνα σου να σου πει τι έχω να σου δώσω». θ) Ότι το τελευταίο διάστημα ο Εναγόμενος 1 προέβη σε σοβαρά έξοδα τα οποία δεν δικαιολογούνται από τα εισοδήματα του. Να σημειωθεί πως μετά την επίδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων η παράγραφος Α αυτών τροποποιήθηκε κατόπιν αίτησης του Εναγομένου 1 και της σύμφωνης γνώμης του Ενάγοντος, ούτως ώστε να επιτρέπεται στον πρώτο να αποσύρει μέχρι €2.500 μηνιαίως από συγκεκριμένο λογαριασμό του στην Εναγόμενη 2 (υπ΄ αρ. 2039555-5), διατηρουμένου του δικαιώματος προβολής ενστάσεων στην οριστικοποίηση των διαταγμάτων. Ο Εναγόμενος 1 παρέθεσε 28 λόγους ένστασης αμφισβητώντας κατ΄ αρχάς τη συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων και προβάλλοντας περαιτέρω μεταξύ άλλων ότι:
  3. Ο Ενάγων δεν ζητά ακύρωση της δωρεάς των γονέων τους στον Εναγόμενο
  4. Ο Ενάγων δεν προέβη σε πλήρη και αληθή αποκάλυψη, αποκρύβοντας μεταξύ άλλων, ότι η συμπερίληψη του Εναγόμενου 1 ως συνδικαιούχου σε λογαριασμούς με τη μητέρα τους έγινε κατόπιν επιθυμίας των γονέων τους ως δωρεά.
  5. Η αγωγή και η αίτηση δύναται να εγερθεί μόνον από τους διαχειριστές της περιουσίας των γονέων.
  6. Ο Ενάγων αποδίδει παράνομες και δόλιες ενέργειες στον Εναγόμενο 1 απλά επειδή οι γονείς τους δώρισαν στον τελευταίο χρήματα λόγω δικής του στήριξης και συμπαράστασης προς εκείνους.
  7. Το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Στη (19σέλιδη) ένορκη δήλωση του ο Εναγόμενος 1 κατ΄ αρχάς προβάλλει ότι οι αξιώσεις του Ενάγοντος μπορούσαν να προχωρήσουν μόνο με διαδικασία διαχείρισης. Πέραν αυτού απορρίπτει τους ισχυρισμούς περί συνωμοσίας και προσθέτει πως ο Ενάγων απέκρυψε ότι το 2005 ολόκληρη η περιουσία των γονέων είχε διανεμηθεί στα τρία αδέλφια και ότι ο πατέρας δεν είχε περιουσία διαθέσιμη κατά τον χρόνο θανάτου του, ενώ και οι δύο γονείς είχαν σώας τας φρένας μέχρι τέλους. Τα δε ποσά τα οποία αναφέρει ο Ενάγων είναι εκτός πραγματικότητας και δεν υπάρχουν οι κατ΄ ισχυρισμόν του λογαριασμοί ως τους παρουσιάζει. Δέχεται ότι τα ποσά των κοινών λογαριασμών πατέρα και μητέρας μεταφέρθηκαν (μετά τον θάνατο του πατέρα) στη μητέρα και στη συνέχεια αυτή κατέστησε τον ίδιο (τον Εναγόμενο 1) ως συνδικαιούχο, καθώς αυτή ήταν η θέληση των γονέων λόγω διάθεσης ποσών πέραν των €150.000 από τον Εναγόμενο 1 προς τον Ενάγοντα προς αποπεράτωση πολυτελούς οικίας στην Άλωνα. Παραθέτει προς τούτο τα στοιχεία δύο κοινών λογαριασμών των γονέων τους, ήτοι έναν προθεσμίας (3450818-2) με συνολικές καταθέσεις ύψους €103.124,78 και έναν όψεως (2151468-3) με καταθέσεις ύψους €916.85 (Τεκμήρια 2-5) ήτοι συνολικά €104.041,
  8. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 παρουσιάζοντας σχετικά έγγραφα ισχυρίζεται ότι ο Ενάγων έλαβε εν ζωή πολύ περισσότερη ακίνητη ιδιοκτησία από τα αδέλφια του, την οποία απέκρυψε (Τεκμήρια 7-12) και εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει κληρονομική περιουσία για να δικαιούται κληρονομική μοίρα. Το ότι ο ίδιος (ο Εναγόμενος 1) κατέστη συνδικαιούχος με τη μητέρα στους λογαριασμούς συνιστά δωρεά των γονέων τους και λόγω της μη προσβολής της από τον Ενάγοντα καθίσταται τελεσίδικη. Από την ημέρα θανάτου του πατέρα, καθώς και της μητέρας, ο ίδιος δεν έχει προβεί σε καμιά ανάληψη ποσού από οποιονδήποτε λογαριασμό. Αν και η θέση του είναι ότι ο Ενάγων δεν μπορεί να αιτείται οποιαδήποτε αποκάλυψη εντούτοις δεν έχει αντίρρηση για αποκάλυψη των λογαριασμών. Η Εναγόμενη 2 δεν καταχώρισε ένσταση, δηλώνοντας ότι υιοθετεί τη θέση του Εναγομένου
  9. Κατά την ακρόαση της αίτησης και κατόπιν σχετικής άδειας αντεξετάστηκε επί αρκετών παραγράφων της ένορκης του δήλωσης ο Εναγόμενος
  10. Η αντεξέταση κάλυψε ζητήματα σχέσεων του Ενάγοντος με τους γονείς και τα αδέλφια του, καθώς και θέματα οικονομικών ή περιουσιακών τους διαφορών, στα οποία θα γίνει αναφορά κατωτέρω εάν και όπου απαιτείται. Νομική Πτυχή Όπως έχει ήδη διαφανεί η αίτηση αφορά την έκδοση αφενός δύο κλασικής μορφής απαγορευτικών διαταγμάτων στη βάση του άρθρου 32 του Ν.14/60 και αφετέρου δύο διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal στη βάση σχετικής νομολογίας, για τα οποία επίσης εξετάζονται και οι προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου. Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v.
  11. A. Pieris Estates Ltd and others
(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (υπ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και
  1. Άκης άλλως Γρηγόρης Ν. Γρηγορίου κ.ά. v.
  2. Χριστίνας Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (Βλ. Μυριάνθη Νικόλα v. 1. Μιχάλης Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Ισχυρισμοί περί μη αποκάλυψης Ο Εναγόμενος 1 παραθέτει διάφορα γεγονότα τα οποία κατά τη δική του θέση δεν αποκάλυψε ως όφειλε ο Ενάγων. Πρόκειται συγκεκριμένα για το ότι: - όλη η ακίνητη περιουσία είχε διανεμηθεί από το 2005. - ο Εναγόμενος 1 διέθεσε ποσά προς όφελος του Ενάγοντος - οι σχέσεις του Ενάγοντος με τους γονείς του ήταν τεταμένες - η συμπερίληψη του Εναγομένου 1 ως συνδικαιούχου σε λογαριασμούς με τη μητέρα έγινε κατόπιν επιθυμίας των γονέων - ο Εναγόμενος 1 βοηθούσε και πλήρωνε τα έξοδα διαβίωσης των γονέων Εν σχέσει με τις πιο πάνω εισηγήσεις, πέραν του ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 επισύναψε στοιχεία ακίνητης ιδιοκτησίας επ΄ ονόματι των γονέων η οποία παραμένει αδιάθετη (Τεκμήρια 9 και 10) αρκεί να σημειωθεί απλώς πως για όλα τα υπόλοιπα ζητήματα διεφάνη ότι είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των δύο αδελφιών και ο καθένας έχει τη δική του άποψη. Εν πάση περιπτώσει δεν πρόκειται για θέματα τα οποία θα επηρέαζαν τη χορήγηση ή όχι των διαταγμάτων και κατά συνέπεια δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης της υποχρέωσης αποκάλυψης. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (υπ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Στην παρούσα περίπτωση με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο του ο Ενάγων αξιώνει:
  1. Δήλωση ότι ο Εναγόμενος 1 μέσω δολίων, απατηλών, ψευδών ή παραπλανητικών ενεργειών ή και ψευδών παραστάσεων απέσπασε τα χρήματα των γονέων τους, δηλαδή το ποσό των €1.147.401 και ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήθελε διαφανεί ότι διατηρούσαν επ΄ ονόματι τους (οι γονείς), στο οποίο συμπεριλαμβάνεται το 1/3 μερίδιο του Ενάγοντος.
  2. Δήλωση ότι το ποσό των €1.147.401 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήταν κατά τον θάνατο τους επ΄ ονόματι τους ή από κοινού οποιουδήποτε από αυτούς με τον Εναγόμενο 1 αποτελεί την κληρονομική περιουσία των γονέων από την οποίαν ο Ενάγων δικαιούται το 1/
  3. Απόφαση (Δήλωση βασικά) ότι ο Ενάγων είναι κατά 1/3 μερίδιο δικαιούχος ή νόμιμος κληρονόμος στη συνολική κινητή περιουσία των γονέων για το ποσό των €1.147.401 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ήταν κατά τον θάνατο τους επ΄ ονόματι τους ή από κοινού με τον Εναγόμενο
  4. Απόφαση (Δήλωση βασικά) ότι ο Ενάγων είναι κατά 1/3 μερίδιο δικαιούχος και ή νόμιμος κληρονόμος της περιουσίας των γονέων.
  5. Δήλωση (Απόφαση βασικά) διατάσσουσα τους Εναγόμενους 1 και ή 2 να καταβάλουν στον Ενάγοντα το ποσό των €382.467 ως το 1/3 μερίδιο και ή οποιοδήποτε άλλο ποσό.
  6. Ειδικές αποζημιώσεις για το ποσό των €382.467 εναντίον του Εναγομένου 1 για ζημιά την οποία υπέστη ο Ενάγων συνεπεία δόλου ή και απάτης.
  7. Γενικές αποζημιώσεις εναντίον του Εναγομένου 1 για ζημιές συνεπεία δόλου ή και απάτης.
  8. Γενικές και ή Ειδικές αποζημιώσεις που προέκυψαν από δόλο και ή απάτη. Είναι προφανές πως τα ως άνω αναφερόμενα σε συνδυασμό με τις περιεχόμενες στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος αναφορές περί δολίων, ψευδών, παραπλανητικών και απατηλών ενεργειών του Εναγομένου 1, καθώς και επηρεασμό ή υποκίνηση της μητέρας από τον τελευταίο καλύπτουν επαρκώς την απαραίτητη προϋπόθεση κατάδειξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Ουσιαστικά ο Ενάγων επικαλείται τη διάπραξη αστικών (ή και ποινικών) αδικημάτων, βάσεις οι οποίες αναμφίβολα συνιστούν γνωστές στον νόμο και στο κοινοδίκαιο αιτίες αγωγής, για τις οποίες υπό κατάλληλες περιστάσεις δυνατό να χορηγηθεί ανάλογη θεραπεία, στον επηρεαζόμενο από τέτοιες συμπεριφορές. Να σημειωθεί πως από την ένορκη δήλωση προκύπτει ότι υπάρχει και επίκληση ψυχικής πίεσης προς τη μητέρα, όπως θα διαφανεί κατωτέρω. Πιθανότητα θεραπείας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Στην παρούσα περίπτωση είναι προφανές πως ο Ενάγων με την αγωγή του διεκδικεί θεραπείες (αναγνωριστικές και διαπλαστικές), οι οποίες αφορούν το 1/3 μερίδιο οποιωνδήποτε χρημάτων ευρίσκοντο κατατεθειμένα σε λογαριασμούς τους οποίους διατηρούσαν οι γονείς είτε από μόνος του ο καθένας είτε από κοινού με άλλο πρόσωπο, ήτοι στην περίπτωση του πατέρα αυτός από κοινού με τη μητέρα και στην περίπτωση της τελευταίας αυτή από κοινού με τον Εναγόμενο
  1. Σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες του Ενάγοντος: (α) ο πατέρας είχε τέσσερις λογαριασμούς από κοινού με τη μητέρα, στους οποίους υπήρχαν συνολικές καταθέσεις €124.401 και (β) η μητέρα είχε δύο λογαριασμούς από κοινού με τον Εναγόμενο 1 με συνολικές καταθέσεις ύψους €1.023.
  2. Να σημειωθεί πως δεν ενδιαφέρει η γενική και αόριστη πιθανολόγηση του Ενάγοντος ότι «μπορεί» οι γονείς του να διατηρούσαν και άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς σε άλλα τραπεζικά ιδρύματα, δεδομένου ότι ο ίδιος σαφώς δηλώνει ότι δεν έχει οποιαδήποτε τέτοια γνώση και εν πάση περιπτώσει ούτε η αγωγή ούτε η αίτηση αφορά ένα τέτοιο ζήτημα. α) Λογαριασμοί του πατέρα Για τους λογαριασμούς του πατέρα ο Ενάγων αναφέρει ότι λίγες μέρες μετά τον θάνατο του (πατέρα), ήτοι στις 2.2.15 υπήρξε ανάληψη όλων των κατατεθειμένων ποσών και αυτοί έκλεισαν έχοντας μηδενικό υπόλοιπο. Το ότι έκλεισαν οι λογαριασμοί του πατέρα είναι κάτι το οποίο παραδέχεται σαφέστατα ο Εναγόμενος 1 δηλώνοντας στην §25 ότι «.. οι από κοινού λογαριασμοί του πατέρα μου με τη μητέρα μου μετά τον θάνατο του πατέρα.. έχουν μεταφερθεί στη μητέρα μου ως εδικαιούτο και ως προβλέπετο..». Συνεχίζει δε ο Εναγόμενος 1 προσθέτοντας πως «. στη συνέχεια η μητέρα μου με είχε καταστήσει συνδικαιούχο καθώς αυτή ήταν η θέληση της μητέρας μου αλλά και του πατέρα μου.». β) Λογαριασμοί της μητέρας Για τους λογαριασμούς της μητέρας ο Ενάγων προβάλλει ότι «. ο Εναγόμενος 1 έχει καταστεί ο μοναδικός συνδικαιούχος στους τραπεζικούς λογαριασμούς της μητέρας.» Όπως έχει λεχθεί και αυτό είναι επίσης κάτι το οποίο ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται, ότι δηλαδή έχει καταστεί συνδικαιούχος στους λογαριασμούς της μητέρας τους (§25). Ουσιαστικά λοιπόν, από πλευράς γεγονότων οι διαφορετικές θέσεις Ενάγοντος και Εναγομένου 1 εστιάζονται αφενός στις συνθήκες υπό τις οποίες κατέστη συνδικαιούχος ο Εναγόμενος 1 στους λογαριασμούς της μητέρας και αφετέρου στα ποσά τα οποία κατ΄ ισχυρισμόν της κάθε πλευράς υπήρχαν στους λογαριασμούς των γονέων κατά την ημερομηνία θανάτου του καθενός, δεδομένου ότι ως προς τα ποσά σε λογαριασμούς του πατέρα αποτελεί κοινό έδαφος πως αυτά μεταφέρθηκαν σε λογαριασμούς της μητέρας. Ως προς τις συνθήκες, αυτό το οποίο συνάγεται από τη γενική οπισθογράφηση της αξίωσης είναι πως ο Ενάγων προβάλλει, στηρίζεται και επικαλείται ότι ο Εναγόμενος 1 με ενέργειες του οι οποίες ενείχαν όλες το στοιχείο της απάτης και οι οποίες αποσκοπούσαν στην απόσπαση της περιουσίας (χρημάτων) των γονέων τους, κατόρθωσε όντως και επωφελήθηκε όλων των καταθέσεων που είχαν οι γονείς σε λογαριασμούς στην Εναγόμενη
  3. Στην πραγματικότητα όμως ο Ενάγων δεν προβάλλει οτιδήποτε για το γεγονός ότι η μητέρα τους ήταν συνδικαιούχος σε κοινούς λογαριασμούς με τον πατέρα και για το ότι (εξ όσων φαίνεται) δικαιωματικά εκείνη κατέστη δικαιούχος μετά τον θάνατο του στις 9.1.
  4. Διαφαίνεται και από την ένορκη του δήλωση πως ο Ενάγων δεν αμφισβητεί τη φύση των κοινών λογαριασμών και τα δικαιώματα της επιζώσας μητέρας τους εν σχέσει με τέτοιους λογαριασμούς (στα ονόματα των γονέων από κοινού). Για την περίπτωση του πατέρα ο Ενάγων φαίνεται δηλαδή να αποδέχεται τα όσα, με αναφορά στην Iacovides v. Schiza
(1967)1 C.L.R. 323, αναφέρονται στο σύγγραμμα του Α. Αιμιλιανίδη, «Κυπριακό Κληρονομικό Δίκαιο», 3η έκδοση, σελ. 147 και συγκεκριμένα τα εξής: «4.7.3 ΚΟΙΝΟΣ ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΣ Το Ανώτατο Δικαστήριο έχει αποφασίσει ότι σε περίπτωση που ο αποβιώσας σύζυγος είχε ανοίξει κοινό λογαριασμό στο όνομα αμφοτέρων των συζύγων, κατά τρόπο ώστε έκαστος να δικαιούται να προβαίνει σε αναλήψεις του ποσού, ο επιζών σύζυγος λαμβάνει αυτόματα τα χρήματα με το θάνατο του ετέρου των συζύγων ως δωρεά εν ζωή και κατά συνέπεια ο κοινός λογαριασμός δεν περι­λαμβάνεται στην εναπομείνασα περιουσία αποθανόντος. Το γεγονός ότι ο αποθανών διατηρούσε έλεγχο κατά τη διάρκεια του βίου του επί του κοινού λογαριασμού, δεν μεταβάλλει την ουσία της δωρεάς, η οποία κατά συνέπεια δεν είναι αποτέλεσμα κληρονομικής διαδοχής, αλλά δωρεά εν ζωή, κατά τρόπο ώστε να μην απαιτείται όπως η δωρεά γίνεται σε συμμόρφωση προς το Κεφ.
  1. Στην απουσία επομένως απόδειξης για αντίθετη πρόθεση ότι ο κοινός λογαριασμός είχε περιορισμένη εφαρμογή ή είχε ανοιχθεί για συγκεκριμένο σκοπό, αυτός δεν θα συνιστά αντικείμενο κληρονομικής διαδοχής, αλλά θα περιέρχεται αυτοδίκαια στον έτερο των συζύγων ως δωρεά εν ζωή». Βασικά στην παρούσα περίπτωση καθίσταται αντιληπτό πως ο Ενάγων δεν παραπονείται και δεν προβάλλει οτιδήποτε μεμπτό για την περιέλευση χρημάτων του πατέρα προς τη μητέρα στα πλαίσια λειτουργίας των κοινών λογαριασμών τους οποίους διατηρούσαν ευρισκόμενοι και οι δύο εν ζωή. Με άλλα λόγια δεν ισχυρίζεται ότι η μητέρα εκμεταλλεύτηκε ή εξαπάτησε ή επηρέασε τον πατέρα τους με σκοπό να εξασφαλίσει τα χρήματα του μετά τον θάνατο εκείνου στις 9.1.
  2. Δεν ισχύει το ίδιο για τους λογαριασμούς της μητέρας αφού αυτό που συνάγεται είναι πως ο Ενάγων παραπονείται για το ότι ο Εναγόμενος 1 κατέστη συνδικαιούχος σε κοινούς λογαριασμούς με τη μητέρα τους και ισχυρίζεται ότι σε αυτό το στάδιο την εξαπάτησε και με αυτό τον τρόπο απέσπασε και ή επωφελήθηκε μετά τον θάνατο της, στις 15.7.16, όλα τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα σε αυτούς, στη βάση της πιο πάνω αρχής λειτουργίας των κοινών λογαριασμών (joint accounts). Αλλά όμως είναι σημαντικό να σημειωθεί πως ο Ενάγων στην ένορκη δήλωση του δεν περιορίζεται στην επίκληση δόλιων ή απατηλών ενεργειών. Σαφώς θέτει και ζητήματα άσκησης ψυχικής πίεσης από τον Εναγόμενο 1 προς τη μητέρα τους με απώτερο στόχο την κτήση των χρημάτων (μέσω της λειτουργίας κοινών λογαριασμών) από τον Εναγόμενο 1, ο οποίος βέβαια από πλευράς του προβάλλει αυτή την ενέργεια ως «δωρεά εν ζωή» από πρόσωπο το οποίο είχε σώας τα φρένας. Τα πιο κάτω αποσπάσματα από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις τεκμηριώνουν τις πιο πάνω διαπιστώσεις: α) Από την ένορκη δήλωση Ενάγοντος: «
  3. .. Αυτό όμως που γνωρίζω μετά βεβαιότητος είναι ότι χρονικά, σε λιγότερο από 30 ημέρες από τον θάνατο του πατέρα μου, η συναισθηματική κατάσταση της μητέρας μου και η κατάσταση της υγείας της κατ΄ εκείνον την (sic) χρόνο δεν την άφηνε αυτόβουλα και αυτοπροαίρετα να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια. Ιδιαίτερα όταν με την πράξη της αυτή αδικούσε εμένα, γιατί ήταν μια πολύ δίκαιη γυναίκα. Είμαι πεπεισμένος ότι η πράξη αυτή έγινε υποκινούμενη και κατευθυνόμενη από τον αδελφό μου, τον Εναγόμενο 1, εξαπατώντας την μητέρα μου και αφήνοντας να πιστεύει ότι μετά τον θάνατο του πατέρα μου ήταν πιο εύκολο να διαχειρίζεται αυτός τα οικογενειακά χρήματα. Πιστεύω ότι εξαπάτησε την μητέρα μου και ότι την διαβεβαίωσε ότι θα μου έδιδε και μένα χρήματα από την κληρονομική περιουσία μου και η μητέρα μου ως καλοκάγαθη και ανυποψίαστη γυναίκα που ήταν, έδειξε εμπιστοσύνη στα λόγια του.
  4. Το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 έχει καταστεί ο μοναδικός συνδικαιούχος στους τραπεζικούς λογαριασμούς της μητέρας μου και ότι τα χρήματα από τους λογαριασμούς του πατέρα μου έχουν όλα αναληφθεί παρουσιάζοντας μηδενικό υπόλοιπο, δείχνει την έντεχνη και δόλια προσπάθεια του να με αποκλείσει από την περιουσία των γονιών μου». β) Από την ένορκη δήλωση Εναγομένου 1: «
  5. Οι λογαριασμοί του πατέρα μου δείχνουν μηδενικό υπόλοιπο γιατί πολύ απλά μετά τον θάνατο του πατέρα μας απόλυτος δικαιούχος των κοινών λογαριασμών κατέστει (sic) νόμιμα η μητέρα μου η οποία ήταν εν ζωή και είχε σώας τα φρένα και η οποία χειρίστηκε τα ποσά που δικαιούτο με την ελεύθερη βούληση της και κατόπιν επιθυμίας της κατέστηκα συνδικαιούχος για τους λόγους που αναφέρω». Δεν παραγνωρίζεται ότι σε άλλο σημείο ο Ενάγων προβάλλει πως το πιο πιθανό είναι ότι ο Εναγόμενος 1 άσκησε ψυχολογική πίεση στη μητέρα του και σε συνδυασμό με τις ψευδείς παραστάσεις (ότι θα έδιδε μερίδιο από τα χρήματα και στον Ενάγοντα) πέτυχε να καταστεί συνδικαιούχος στους λογαριασμούς της μητέρας. Η πιο πάνω αναφορά ενδεχομένως να παρέμενε μια γενική και αόριστη θέση εάν δεν υπήρχαν κάποια άλλα παραδεκτά γεγονότα στο υπόβαθρο της αίτησης. Ειδικότερα δεν αμφισβητείται ότι η μητέρα απεβίωσε το 2016 σε ηλικία 86 ετών περίπου. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι λόγω της προχωρημένης αυτής ηλικίας η κατάσταση της υγείας (και) της μητέρας είχε επιβαρυνθεί λίγους μήνες προ του θανάτου της. Από δικής του πλευράς ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται σε κάποιο σημείο πως κατά τον θάνατο τους οι γονείς είχαν σώας τας φρένας και πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα (§47), πλην όμως σε άλλο σημείο της ένορκης του δήλωσης δέχεται (και προβάλλει μάλιστα) ότι η διαμονή του μαζί τους στην πατρική οικία «.. ήταν αναγκαία λόγω του προχωρημένου της ηλικίας και των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζαν (§42)». Ακόμα και αν τα όσα δέχεται δεν αφορούν ξεκάθαρα την πνευματική υγεία, η κατάσταση αυτή την οποίαν και ο ίδιος αναγνωρίζει σαφώς αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο και οι δύο γονείς να κατέστησαν περί το τέλος της ζωής τους επιρρεπείς σε πιέσεις και παραπλανητικές επιδράσεις. Υπ' αυτές τις περιστάσεις κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής ο Ενάγων θα έχει προς όφελος του το τεκμήριο ψυχικής πίεσης του άρθρου 16 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, όπως αυτό έχει αναλυθεί στη Σωκράτους ν. Σιβιτανίδη
(1988)1 (Γ) Α.Α.Δ.
  1. Αντίστοιχα δε, ο Εναγόμενος 1 σε μια τέτοια περίπτωση θα έχει ο ίδιος το βάρος απόδειξης ότι οι δωρεές χρημάτων δεν ήταν αποτέλεσμα εξάσκησης πίεσης στην αποβιώσασα μητέρα τους. Όπως έχει λεχθεί στην πιο πάνω υπόθεση «... σε μια τέτοια περίπτωση πρέπει να αποδεικνύεται ότι ο δωρητής ενεργούσε ανεξάρτητα από οποιαδήποτε επίδραση που προερχόταν από το πρόσωπο που θα αποκόμιζε το όφελος, με πλήρη επίγνωση των πράξεων του» και ο πιο συνηθισμένος τρόπος για να αποδειχθεί ότι η δωρεά δεν ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης είναι η παρουσίαση μαρτυρίας ότι η εκχώρηση ήταν αποτέλεσμα λήψης κατάλληλης και ανεξάρτητης νομικής συμβουλής, στοιχείο, βεβαίως, για το οποίο δεν έχει γίνει οποιαδήποτε αναφορά στην παρούσα (βλ. Σωκράτους, ανωτέρω). Συνεκτιμώντας λοιπόν όλα τα πιο πάνω κρίνω πως ο Ενάγων έχει καταδείξει πιθανότητα επιτυχίας η οποία υπερβαίνει το επίπεδο της απλής δυνατότητας και πάντως πληροί τις προϋποθέσεις χαρακτηρισμού της ως ορατής. Αυτό ανεξαρτήτως των ποσών στους επίμαχους λογαριασμούς για τα οποία ποσά όντως εκφράστηκαν διαφορετικές θέσεις από τους δύο βασικούς αντιδίκους, με την ενδιαφερόμενη ΣΠΕ (Εναγόμενη 2) να επιλέγει τη μη καταχώριση ένστασης, και πάντως τη μη κατ' άλλον τρόπο σαφέστερη τοποθέτηση της, τουλάχιστον για τις ανάγκες του ενδιάμεσου αυτού σταδίου. Εν πάση περιπτώσει, σημειώνεται πως ο Εναγόμενος 1 παρουσίασε καταστάσεις λογαριασμών επ' ονόματι των γονέων, Τεκμήριο 2, οι οποίες δεικνύουν ότι στις 2.2.15 περιείχαν ο μεν πρώτος δύο καταθέσεις €40.401,49 και €30.301,11, ο δε δεύτερος €30.301,
  2. Οι καταθέσεις αυτές αποσύρθηκαν στις 2.2.15 και τοποθετήθηκαν σε κοινό λογαριασμό, Τεκμήριο 3 επ' ονόματι του Εναγομένου 1 και της μητέρας του. Σε ακόμα ένα λογαριασμό, κοινό με την μητέρα υπήρχαν €916,85 στις 28.7.16, δηλαδή λίγο μετά τον θάνατο της μητέρας. Για τα ποσά στους λογαριασμούς της μητέρας υπάρχει όντως σοβαρή διαφωνία αφού ο Ενάγων άκουσε ότι υπήρχαν καταθέσεις ύψους €1.023.000, ενώ ο Εναγόμενος 1 παρουσιάζοντας το Τεκμήριο 3 ισχυρίζεται ότι στην πραγματικότητα υπήρχαν μόνο τα ποσά αφενός των €103.124 και αφετέρου των €916 στα οποία και κατέστη συνδικαιούχος ο ίδιος. Εν πάση περιπτώσει σημασία για σκοπούς της παρούσας αίτησης έχει το παραδεκτό μεταξύ των διαδίκων πως τόσο ο πατέρας όσο και η μητέρα είχαν ο καθένας λογαριασμούς με καταθέσεις κατά την ημέρα του θανάτου τους. Ούτως ή άλλως ο Ενάγων ακριβώς δηλώνει την αδυναμία του να γνωρίζει με ακρίβεια τα ποσά που υπήρχαν και στηριζόμενος σε ανεπίσημες πληροφορίες τρίτων αιτείται την έκδοση και διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, ακριβώς για να μάθει τα ακριβή ποσά και να μην στηρίζεται σε πιθανολογήσεις ή αβάσιμα στοιχεία και πληροφορίες. Θα πρέπει δε να τονιστεί πως ο Εναγόμενος 1 αφενός επισύναψε κατάσταση του λογαριασμού 3450818-2, Τεκμήριο 3 που δείχνει την κίνηση μόνο μέχρι τις 2.2.16, δηλαδή αρκετούς μήνες πριν τον θάνατο της μητέρας και υπόλοιπο €103.124, καθώς και ότι κατά την προφορική του μαρτυρία επέδειξε κάποια εμφανή αμηχανία και διστακτικότητα σε ερωτήσεις σχετικά με το πόσους λογαριασμούς διατηρεί ο ίδιος στην Εναγόμενη
  3. Κάποια στιγμή δήλωσε πως έχει άλλους δύο λογαριασμούς προσωπικούς, χωρίς να αναφερθεί σε ποσά. Εν τη ρύμη δε του λόγου του είπε σε άλλο στάδιο πως αυτοί οι τέσσερις είναι οι λογαριασμοί που είχε από κοινού με τη μητέρα του, αθροίζοντας ουσιαστικά τους δύο που είχε αναφέρει στην ένορκη δήλωση του με τους δύο τους οποίους αποκάλυψε προφορικά. Δεν παραγνωρίζω καθόλου τις εισηγήσεις του Εναγομένου 1 περί του ότι η αγωγή θα έπρεπε να προχωρήσει από διαχειριστή της περιουσίας. Αυτό το θέμα αναμφίβολα θα είναι ένα ζήτημα το οποίο θα αντιμετωπίσει κατά την ακροαματική διαδικασία ο Ενάγων. Όπως προκύπτει και από σχετική νομολογία την οποίαν παραθέτει ο Εναγόμενος 1 «[Ό]λα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της» (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 225). Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση περί του ότι το παρόν δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για οριστική επίλυση των ως άνω ζητημάτων. Αρκεί προς τούτο η παράθεση από την υπόθ.
  1. Recnex Trading Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 71/11, ημ. 16.4.14 του ακόλουθου αποσπάσματος: «Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας. Το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων». Εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω πως ο Ενάγων δεν έχει ακόμα καταχωρίσει την Έκθεση Απαίτησης του, έχει διαφανεί ότι θα στηριχθεί σε αδικοπραξία σε συνδυασμό με ψυχική πίεση και πως οι πρωταρχικές του επιδιώξεις είναι η αναγνώριση των δικαιωμάτων τα οποία ισχυρίζεται ότι έχει ως κληρονόμος εναντίον προσώπου το οποίο κατ΄ ισχυρισμόν οικειοποιήθηκε παρανόμως τη σχετική περιουσία. Στα πλαίσια αυτά καθίσταται χρήσιμη, χωρίς ουσιαστική και οριστική διάγνωση για το θέμα η απλή παράθεση από τη Βασιλική Αντωνάκη Αγρότου κ.α. ν. Ιωάννα Αντωνάκη Αγρότου, Πολ. Έφ. 288/10, ημ. 31.5.16 του ακόλουθου αποσπάσματος (από την απόφαση της πλειοψηφίας): «Εδώ η αιτία αγωγής ήταν ο δόλος των εφεσειουσών με αξιούμενη θεραπεία την ακύρωση των μεταβιβάσεων, ορθά λοιπόν καταλήγει το Δικαστήριο, με λανθασμένη έστω αιτιολογία, ότι όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι εφεσείουσες είχαν τη δυνατότητα να κινηθούν, αν το επιθυμούσαν, καταχωρώντας αίτηση για προσθήκη συνεναγόμενου ώστε τα όσα προβάλλουν ως υπεράσπιση να προωθηθούν ως θέσεις του διαχειριστή της περιουσίας και/ή ως ανταξίωση». Δυσκολία ή Αδυναμία Απονομής Δικαιοσύνης. Όσον αφορά αυτή την προϋπόθεση απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον. Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Parico (ανωτέρω): «Η καθοδηγητική αρχή είναι ότι το δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο ενάγων πετύχει στην αξίωση του για διηνεκές απαγορευτικό διάταγμα στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί πριν από τη δίκη ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων πράξεων του εναγομένου. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο Εναγόμενος θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει το δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του Ενάγοντα». Στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγων ο ίδιος, (πέραν του ότι παρουσιάζει τον Εναγόμενο 1 να έχει ιδιοποιηθεί τεράστια κληρονομική περιουσία υπό μορφή καταθέσεων), προβάλλει πως ο Εναγόμενος 1 είναι ιδιοκτήτης αρκετής άλλης ακίνητης περιουσίας. Μεταξύ άλλων τον παρουσιάζει επίσης να έχει ανακαινίσει την πατρική οικία δαπανώντας €60.000 και να έχει κτίσει (άλλη) πολυτελή οικία αξίας €250.
  2. Από πλευράς του ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 παραδέχεται ρητώς ότι στους δύο λογαριασμούς που είχε με τη μητέρα υπάρχουν €104.041, δεν έχει αναφέρει ποσά για τους άλλους δύο λογαριασμούς ενώ η ακίνητη περιουσία του στη βάση του Τεκμηρίου 11 και με τιμές Κτηματολογίου του 2013 αποτιμάται στις €80.
  3. Πέραν των πιο πάνω είναι άγαμος, εν ενεργεία εκπαιδευτικός (Βοηθός Διευθυντής) με απολαβές ύψους περίπου €4.000 μηνιαίως, στοιχεία τα οποία συνιστούν σοβαρές ενδείξεις για την οικονομική του ευρωστία. Συνεκτιμάται επίσης πως ασχέτως των αρχικών ισχυρισμών του Ενάγοντος περί ύπαρξης καταθέσεων ύψους €1.147.401 εν τέλει, παρότι αντεξετάστηκε ο Εναγόμενος 1, παρουσιάστηκαν επισήμως στοιχεία για δύο λογαριασμούς με καταθέσεις ύψους €104.
  4. Χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται η παραδοχή του για δύο ακόμα προσωπικούς του λογαριασμούς, στους οποίους πιθανότατα υπάρχουν και άλλες καταθέσεις, αν και άγνωστο το ύψος αυτών. Με τα υφιστάμενα στοιχεία είναι προφανές πως αναλόγως και της τελικής διαμόρφωσης της Έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντος, εάν αυτός εν τέλει επιτύχει την ακύρωση οποιωνδήποτε δωρεών στη βάση ψυχικής πίεσης ασκηθείσας σε συνδυασμό με εξαπάτηση της μητέρας τους θα δικαιούται τουλάχιστον σε κάποιες αναγνωριστικές δηλώσεις όσον αφορά την ισχύ τους. Σε περίπτωση δε που επιτύχει και την εξασφάλιση απόφασης για καταβολή κάποιου ποσού ως αποζημιώσεις μια τέτοια απόφαση καθ' όσον τον αφορά, όπως και ο ίδιος αναγνωρίζει και αξιώνει, σίγουρα δεν θα υπερβαίνει το 1/3 των καταθέσεων επ' ονόματι της μητέρας, οι οποίες με βάση τα μέχρι στιγμής διαπιστωθέντα δεν υπερβαίνουν τις €104.041 (άρα το 1/3 θα είναι €34.680). Παρά δε τις αναφορές για διαδικασίες αδειοδότησης προς ανέγερση άλλων δύο πολυτελών κατοικιών, εντούτοις δεν υπάρχει οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο Εναγόμενος 1 προτίθεται να αποξενώσει είτε αυτές τις δύο κατοικίες (όταν ανεγερθούν) είτε οποιοδήποτε άλλο μέρος της περιουσίας του και δεν συμφωνώ ότι έχει καταδειχθεί τέτοιος άμεσος κίνδυνος. Στη βάση δε όλων των πιο πάνω θεωρώ πως ο Εναγόμενος 1 τόσο από πλευράς εισοδημάτων όσο και από πλευράς κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας είναι σε πολύ καλή οικονομική θέση και δύναται να καταβάλει ένα τέτοιο ή παραπλήσιο ποσό είτε οικειοθελώς είτε υποκείμενος σε διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης. Δεν συμφωνώ ότι χωρίς την απολυτοποίηση των διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον και συνεπώς ούτε ότι έχει καταδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση εν σχέσει με τα δύο απαγορευτικά διατάγματα τα οποία και θα πρέπει να ακυρωθούν, ελλείψει αυτής της προϋπόθεσης. Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal καθιερώθηκαν ευρύτερα μετά την ομώνυμη υπόθεση Norwich Pharmacal Co and Others v. Commissioners and Custom Excise
(1973)2 All E.R. 943 και έχουν στον πυρήνα τους την επιβολή καθήκοντος χορήγησης πληροφοριών και αποκάλυψης ονομάτων αδικοπραγούντων. Όπως εξηγεί ο Δικαστής Ναθαναήλ στην 1. Avila Management Services Ltd κ.α. ν. 1. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1403, η πιο πάνω αρχή επεκτάθηκε αργότερα: - Με την P v. T Ltd
(1997)1 WLR 1309 ούτως ώστε ο ενάγων να δύναται να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για έγερση αγωγής εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα μπορούσε να διακριβωθεί χωρίς τις δοθείσες πληροφορίες κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο διέπραξε αδίκημα εναντίον του ενάγοντος. - Με την Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)UKHL 29 στην οποία αποφασίστηκε πως η δικαιοδοσία αυτή, στο δίκαιο της επιείκειας, είναι γενικής φύσεως, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο εις βάρος του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμίχθηκε σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα δικαιώματα του ενάγοντος και δεν περιορίζεται στην αποκάλυψη του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων. Όπως προστίθεται, στην πορεία η δικαιοδοσία μετεξελίχθηκε ούτως ώστε πλέον είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών. - Με την Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc
(2003)EWHC 616 ούτως ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της (αρχής) σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων, π.χ. η αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο συνεργαζόμενο (κατασκευαστή) με τον μελλοντικό εναγόμενο, ούτως ώστε ο ενάγων να είναι σε θέση να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του. Όπως και στην Avila (άνω) αναφέρεται, οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διατάγματος Norwich Pharmacal συνοψίστηκαν στη Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 625 ως εξής (σε ελεύθερη μετάφραση): (
  1. i)πρέπει να έχει διαπραχθεί ή πιθανότατα να έχει διαπραχθεί κάποια αδικοπραξία από κάποιο τελικό αδικοπραγούντα. (
  2. ii)πρέπει να υπάρχει ανάγκη για διάταγμα ούτως ώστε να καθίσταται δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται το διάταγμα πρέπει: (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανώς σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες οι οποίες θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Όπως καταλήγει ο Δικαστής Ναθαναήλ στην πιο πάνω υπόθεση Avila: «Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας». Διευκρινίζεται τέλος πως για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal προϋποτίθεται, πέραν των πιο πάνω ειδικότερων προϋποθέσεων, απαραιτήτως και πάλι η συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 32, όπως και η εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας. Έχει ήδη διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις, ήτοι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος και η πιθανότητα επιτυχίας. Ως προς τις ειδικότερες προϋποθέσεις έκδοσης διαταγμάτων Norwich Pharmacal θα πρέπει να σημειωθεί ότι: i. Για τις ανάγκες αυτού του ενδιάμεσου σταδίου έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό πως πιθανότατα έχει διαπραχθεί κάποια αδικοπραξία δεδομένου ότι όλες οι καταθέσεις των γονέων έχουν σύμφωνα και με σχετική παραδοχή, περιέλθει στην κατοχή ή έλεγχο του Εναγομένου 1 υπό συνθήκες οι οποίες δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά και καθίστανται ύποπτες λόγω της ηλικίας των γονέων, της κατάστασης της υγείας τους, της συγκατοίκησης με τον Εναγόμενο 1, της συνεπακόλουθης επιρροής που αυτός φυσιολογικά είχε προς αυτούς και της απόκρυψης όλων των σχετικών διακινήσεων χρημάτων από τον Ενάγοντα. Παρά τις αναφορές ότι οι γονείς ήταν και ήθελαν να είναι δίκαιοι απέναντι στα παιδιά τους όσον αφορά τα περιουσιακά ζητήματα, εντούτοις διαφαίνεται πως δεν αφέθηκε κανένας λογαριασμός επ' ονόματι τους, αλλά αντιθέτως μέσω κοινών λογαριασμών (joint accounts) ό,τι υπήρχε από πλευράς καταθέσεων κατέληξε εις χείρας του Εναγομένου 1. ii. Όπως έχει αναφερθεί στην Avila (ανωτέρω) το Δικαστήριο θα πρέπει να πεισθεί ότι υπάρχει όντως πρόθεση έγερσης αγωγής και η λήψη των πληροφοριών να είναι πράγματι αναγκαία για ένα τέτοιο σκοπό. Στην παρούσα περίπτωση έχει μεν καταχωριστεί ήδη η αγωγή πλην όμως αυτό έγινε επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου και για να μπορέσει ο Ενάγων να την προωθήσει με την καταχώριση συγκεκριμένης, εξειδικευμένης και αρκούντως λεπτομερούς έκθεσης απαίτησης τόσο από πλευράς γεγονότων όσο και από πλευράς ειδικών αξιώσεων, καθίσταται αυταπόδεκτο πως απαιτείται η συλλογή διαφόρων πληροφοριών. Όπως προκύπτει από την Mercantile Group (Europe) AG ν. Aiyela
(1994)Q.Β. 366 η εξέλιξη της νομολογίας επιτρέπει την έκδοση των διαταγμάτων Norwich Pharmacal και για τη συγκέντρωση των αναγκαίων σχετικών πληροφοριών. Σε αντίθετη περίπτωση ο Ενάγων θα κινείται στα τυφλά και στη βάση μόνο εικασιών ή υπονοιών για τις επιμέρους λεπτομέρειες και πληροφορίες οι οποίες αναμφίβολα σχετίζονται και είναι αναγκαίες για την τελική διαμόρφωση της αξίωσης του. Δεν παραγνωρίζω ότι η νομολογία αναφέρεται σε κατάδειξη γνήσιας και ειλικρινούς πρόθεσης καταχώρισης αγωγής, πλην όμως θεωρώ πως η καταχώριση ήδη της αγωγής πληροί στον απαραίτητο βαθμό το εν λόγω κριτήριο, υπό την έννοια ότι εάν αρκεί η πρόθεση καταχώρισης τότε πολύ περισσότερο ικανοποιεί την προϋπόθεση αυτή η ίδια η καταχώριση, κατά λογική προέκταση (εκ του ελάσσονος το μείζον). Μια τέτοια πορεία κρίνεται πως συνάδει με την επέκταση της αρχής στην P.V.T. Ltd (ανωτέρω) αφού προσφέρει τη δυνατότητα στον Ενάγοντα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για προώθηση της αγωγής του και όπως έχει λεχθεί στην Carlton (ανωτέρω) να μπορέσει να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του όταν θα έχει στη διάθεση του τα αναγκαία γεγονότα και στοιχεία. iii. (α) Παρά τις κάποιες αναφορές στην αδελφή, στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγων παρουσιάζει ως τελικό αδικοπραγούντα τον Εναγόμενο 1 και ως αναμειχθείσα (εκ της ιδιότητας της) στις ενέργειες του την Εναγόμενη
  1. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 αποδέχεται την εμπλοκή του διά της καταστάσεως του ως συνδικαιούχου σε όλους τους λογαριασμούς της μητέρας και στη συνέχεια δια του ελέγχου όλων των καταθέσεων που υπήρχαν στους λογαριασμούς αυτούς. Η δε Εναγόμενη 2 φέρεται να έχει αναμειχθεί στη διακίνηση χρημάτων, καθώς και στο άνοιγμα και κλείσιμο λογαριασμών, κοινών ή ατομικών. Δεν τίθεται βεβαίως στη βάση του μαρτυρικού υλικού οποιοδήποτε ζήτημα εκούσιας ανάμειξης της στην πιθανή αδικοπραξία. Ό,τι έπραξε φέρεται να το έπραξε υπό την ιδιότητα της ως Πιστωτικό Ίδρυμα στη βάση συμβατικών της υποχρεώσεων και η όποια διευκόλυνση υπήρξε ήταν εντός αυτών των πλαισίων, χωρίς βεβαίως πρόθεση συμμετοχής εν γνώσει της σε τυχόν αδικοπραξία. (β) Στη βάση όλων των πιο πάνω αναμφίβολα τόσο ο Εναγόμενος 1 όσο και η Εναγόμενη 2 είναι σε θέση να παράσχουν τις αναγκαίες πληροφορίες για την οριστική διαμόρφωση και προώθηση της αξίωσης του Ενάγοντος. Αφενός ο Εναγόμενος 1 εκ της σχέσης και συγκατοίκησης του με τους γονείς καθώς και των γνώσεων του για τους λογαριασμούς και αφετέρου η Εναγόμενη 2 βάσει των τραπεζικών βιβλίων, λογαριασμών και μητρώων τα οποία κατά νόμο τηρεί. Εξεταζομένης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Ν.14/60 εν σχέσει με τα διατάγματα Noorwich Pharmacal έχω την άποψη πως, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών, ισχύουν και για την παρούσα όσα σχετικά είχαν αναφερθεί στην Avila (ανωτέρω). Οι πληροφορίες και τα στοιχεία σχετικά με τους λογαριασμούς των γονέων είναι απαραίτητα για τον Ενάγοντα ούτως ώστε να ενημερωθεί για το τι πραγματικά υπήρχε στους λογαριασμούς, να διαμορφώσει ορθή άποψη για τα γεγονότα διακίνησης των χρημάτων αυτών, να συγκεκριμενοποιήσει την αξίωση του στη βάση πραγματικών γεγονότων και να προωθήσει την αγωγή του. Χωρίς την έκδοση των διαταγμάτων θα είναι και στην παρούσα δύσκολη αν όχι αδύνατη η προώθηση της διαδικασίας της αγωγής με την καταχώριση, μιας ανταποκρινόμενης στα γεγονότα, έκθεσης απαίτησης. Υπ΄ αυτή την έννοια θα είναι δύσκολο και να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και στη βάση αυτή ελλοχεύει ο κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς. Πέραν όλων των πιο πάνω είναι όμως ιδιαίτερα σημαντικό να καταγραφεί και τονιστεί πως στην πραγματικότητα ο Εναγόμενος 1 δεν έχει οποιαδήποτε ένσταση στην αποκάλυψη πληροφοριών. Είναι προφανές πως τόσον γραπτώς όσον και προφορικώς συναινεί στην έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων. Ειδικότερα στην ένορκη δήλωση του (§64) είπε: «.αν και η θέση μου είναι ότι δεν μπορεί να αιτείται με την παρούσα αίτηση οιανδήποτε αποκάλυψη δεν έχω καμιά αντίρρηση για αποκάλυψη των λογαριασμών, τα στοιχεία των εν λόγω λογαριασμών θα εκθέσουν ανεπανόρθωτα τον αιτητή και θα αποδείξουν ότι είμαι ο νόμιμα δικαιούχος των ποσών των εν λόγω λογαριασμών όπως επίσης θα αποδείξουν ότι τα ποσά που ισχυρίζεται ο αιτητής είναι στη σφαίρα της φαντασίας του». Προφορικά, κατά την αντεξέταση του (στις 22.12.16) είπε ρητώς πως δεν φέρει καμιά ένσταση «να ανοιχθούν», δηλαδή να αποκαλυφθούν οι λογαριασμοί, πράγμα το οποίο επανέλαβε σε επόμενη δικάσιμο (στις 19.1.17) λέγοντας και πάλι ότι δεν είχε ένσταση «να ανοικτούν» όλοι οι λογαριασμοί. Καθίσταται σαφές λοιπόν πως τα εν λόγω διατάγματα θα δικαιολογούνται - και θα εκδίδοντο ούτως ή άλλως - ακόμα και μόνο στη βάση αυτή. Ισοζύγιο της Ευχέρειας Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας αρκεί να λεχθεί πως σε περίπτωση έκδοσης των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal δεν προκύπτει καμιά αρνητική συνέπεια για τον Εναγόμενο 1 ή την Εναγόμενη
  2. Αντιθέτως υπό κανονικές, συνήθεις και φυσιολογικές περιστάσεις θα ήταν πληροφορίες τις οποίες θα μάθαινε ο Ενάγων υπό την ιδιότητα του κληρονόμου, ακόμα και εάν ευσταθεί η θέση του Εναγόμενου 1 ότι πρόκειται για δωρεές εν ζωή. Εν πάση περιπτώσει, όπως έχει λεχθεί ήδη, ο ίδιος ο Εναγόμενος 1 δεν έχει ένσταση ως προς αυτά τα διατάγματα ενώ και η Εναγόμενη 2 δεν καταχώρισε κάποια γραπτή ένσταση, αρκούμενη σε υιοθέτηση των θέσεων του Εναγομένου
  3. Καταλήγω πως το ισοζύγιο σαφώς κλίνει υπέρ του Ενάγοντος, όσον αφορά τα διατάγματα αυτά. Κατάληξη Με τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα ο Ενάγων είχε εξασφαλίσει την παγοποίηση μέρους του ποσού το οποίο κατά τις πληροφορίες του υπήρχε κατά τον χρόνο του θανάτου εκάστου εκ των γονέων του. Για τους λόγους που έχουν εξηγηθεί δεν απαιτείται η συνέχιση ισχύος των εν λόγω διαταγμάτων. Παράλληλα έχει κριθεί, ενόψει και της σύμφωνης θέσης του Εναγομένου 1 ότι δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης πληροφοριών. Εξ όσων έχουν διαπιστωθεί κρίνονται αναγκαίες οι πληροφορίες για καταθέσεις που υπήρχαν αφενός επ΄ ονόματι του πατέρα κατά την ημέρα του θανάτου του και αφετέρου για λογαριασμούς της μητέρας από την εν λόγω ημερομηνία μέχρι του δικού της θανάτου. Στη βάση λοιπόν όλων των ανωτέρω: Α. Τερματίζεται η ισχύς των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων (υπό §Α και Β). Β. Εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατάσσονται όπως αποκαλύψουν προς τον Ενάγοντα με ένορκες δηλώσεις τους εντός 30 ημερών από την επίδοση του παρόντος κάθε πληροφορία την οποίαν γνωρίζουν, παραδίδοντας σχετικές αναλυτικές καταστάσεις για όλους τους λογαριασμούς τους οποίους οι γονείς, ήτοι οι Νικόλας Ιωάννου με Α.Δ.Τ. 719856 και Αγγελική Νικόλα Ιωάννου με Α.Δ.Τ. 779271 διατηρούσαν προσωπικά ο καθένας ή από κοινού μεταξύ τους ή οποιοσδήποτε εξ αυτών από κοινού με τον Εναγόμενο 1 με Α.Δ.Τ. 616656 ή με οποιονδήποτε άλλον κατά το διάστημα από 9.1.15 έως 15.7.
  4. Γ. Ενόψει της μερικής επιτυχίας καθενός εκ των Ενάγοντος-Εναγομένου 1 κρίνεται ορθό όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα και κάθε διάδικος επωμιστεί τα δικά του έξοδα. Καμία διαταγή εξόδων επίσης όσον αφορά την Εναγομένη 2 δεδομένου ότι ουσιαστικά δεν συνέβαλε στη δημιουργία οποιωνδήποτε εξόδων. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.