← Κύπρος

Θεόδωρος Ζίττης κ.α. ν. Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ, Αρ. Αγωγής? 5919/2009, 10/4/2017

Θεόδωρος Ζίττης κ.α. ν. Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ, Αρ. Αγωγής? 5919/2009, 10/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής꞉ 5919/2009 Μεταξύ: Θεόδωρος Ζίττης, από τη Λευκωσία Χρυσάνθη Ζίττη, από τη Λευκωσία Ενάγοντες και Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ από την Κ. Δευτερά Εναγόμενων Ημερομηνία꞉ 10.4.2017 Εμφανίσεις꞉ Για τους Ενάγοντες꞉ κ. Α. Νεοκλέους με κα Στ. Παναγιώτου, για Νεοκλέους & Νεοκλέους Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους꞉ κ. Α. Χατζησέργης με κα Β. Ψωμά ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή αξιώνουν από τους Εναγόμενους꞉ Α. το ποσό των Λ.Κ.5.532,00, ήτοι το ισόποσο σε ευρώ €9.459,72 για αναδρομικές προμήθειες καυσίμων πετρελαιοειδών περιόδου 1/1/03-18/3/03, Β. τόκο 9% επί του πιο πάνω ποσού από 31/3/04 μέχρι εξοφλήσεως και/ή νόμιμο τόκο Γ. τα έξοδα της παρούσας δικαστικής διαδικασίας και τα έξοδα επίδοσης. Α. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ Η εκδοχή γεγονότων επί των οποίων οι Ενάγοντες στηρίζουν την πιο πάνω αξίωσή τους έχει ως εξής꞉ (Βλ. παρα. 1 και 2 της Έκθεσης Απαίτησης)꞉ Κρίσιμη για όλους τους σκοπούς της αγωγής τους οι Ενάγοντες θεωρούν την 18η Μαρτίου

  1. Μέχρι την εν λόγω ημερομηνία, οι Ενάγοντες ήταν οι μόνοι μέτοχοι και διευθυντές της εταιρείας THEO ZITTIS & SONS LTD, η οποία ήταν νομίμως εγγεγραμμένη βάσει του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και ήταν η ιδιοκτήτρια, κάτοχος και διαχειρίστρια του επίδικου πρατηρίου πετρελαιοειδών της προμηθεύτριας εταιρείας Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ, το οποίο πρατήριο λειτουργούσε στην οδό Μακαρίου Γ΄ στην Κάτω Δευτερά. (βλ. παρα. 3 της Έκθεσης Απαίτησης)꞉ «Οι Ενάγοντες με την έγκριση, συγκατάθεση και σύμφωνο γνώμη της προμηθεύτριας εταιρείας και δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 18/3/03, επώλησαν και μεταβίβασαν τις μετοχές τους και όλα τα δικαιώματα της εταιρείας τους στο πρατήριο σε 4 νέους αγοραστές, οι οποίοι αφού ενεγράφησαν σαν νέοι μέτοχοι και διευθυντές, μετονόμασαν την εταιρεία των Εναγόντων συμφώνως των όρων της συμφωνίας σε ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΤΔ (Η Εναγόμενη Εταιρεία).». (βλ. παρα. 4 της Έκθεσης Απαίτησης)꞉ Σύμφωνα με την επίδικη συμφωνία, ημερ. 18.3.2003, αυτοί ως πωλητές ήταν υπόχρεοι «να διευθετήσουν όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας προς τρίτους μέχρι της ημερομηνίας υπογραφής της συμφωνίας, αλλά επίσης εδικαιούντο να εισπράξουν και όλες τις οφειλές τρίτων προς την εταιρεία μέχρι την εν λόγω ημερομηνία». Περισσότερες λεπτομέρειες της επίδικης συμφωνίας, οι Ενάγοντες επιφυλάχθηκαν να αναφέρουν κατά τη δικάσιμο. (βλ. παρα. 5 της Έκθεσης Απαίτησης)꞉ Ενόσω οι Ενάγοντες λειτουργούσαν το επίδικο πρατήριο, υπήρχαν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ της Κυπριακής Κυβέρνησης - Εταιρειών Πετρελαιοειδών - Πρατηριούχων, οι οποίες διαπραγματεύσεις σχετίζονταν με την αύξηση της προμήθειας που θα παρεχόταν στους πρατηριούχους αναφορικά με τα πετρελαιοειδή. Οι εν λόγω διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε συμφωνία που προέβλεπε την καταβολή επιπρόσθετης προμήθειας σε όλους τους πρατηριούχους επί όλων των πωλήσεων πετρελαιοειδών αναδρομικά από 1/1/2003 και μετά. (βλ. παρα. 6 της Έκθεσης Απαίτησης)꞉ Η προμηθεύτρια εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ με πιστωτική της σημείωση αρ. 3700002324 ημερομηνίας 31.3.2004 κατέβαλε στους Εναγόμενους το ποσό των ΛΚ.9.633,08 σαν αναδρομικές προμήθειες περιόδου Ιανουαρίου 2003 - Μαΐου
  2. Από το ποσό αυτό, το ποσό των ΛΚ.5.532,00 ή το αντίστοιχο σε ευρώ €9.459,72 αναλογεί στην περίοδο 1/1/2003 - 18/3/2003, όπως επιβεβαιώνεται και με δήλωση της προμηθεύτριας εταιρείας ημερομηνίας 4/6/2009 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στα πλαίσια διευθέτησης της αγωγής 4985/05 των Εναγόντων εναντίον της προμηθεύτριας εταιρείας. (βλ. παρα. 7 της Έκθεσης Απαίτησης) Ό,τι αυτό είναι το ποσό των αναδρομικώς παραχωρηθεισών προμηθειών που αναλογεί για την περίοδο από 1/1/2003 - 18/3/2003, το υπολόγισαν και τα λογιστήρια των Εναγόντων - της Εναγομένης εταιρείας και της προμηθεύτριας εταιρείας. (βλ. παρα. 8 της Έκθεσης Απαίτησης)꞉ Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ζήτησαν επανειλημμένα, απευθείας και μέσω των δικηγόρων τους με επιστολή ημερ. 14.7.2009, την καταβολή του πιο πάνω ποσού προς αυτούς από τους Εναγόμενους, αλλά οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν και/ή παρέλειψαν ή αμέλησαν να το πράξουν. (βλ. παρα. 9 της Έκθεσης Απαίτησης)꞉ Οι Ενάγοντες, οι οποίοι διατηρούν λογαριασμό στην Τράπεζα, ζημιώνουν 9% τόκο επί του πιο πάνω ποσού από 31.3.
  3. Β. Η ΕΚΔΟΧΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Στο δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης (στο εξής «Ε/Υ»), οι Εναγόμενοι παραδέχονται το περιεχόμενο των παραγράφων 1, 2, 3 και 5 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων ως ανωτέρω. Αρνούνται όμως οι Εναγόμενοι το περιεχόμενο της παρα. 4 και καλούν τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Αντιτάσσουν οι Εναγόμενοι την εκδοχή ότι (βλ. παρα. 3 της Ε/Υ), «δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 20/3/2003 που υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων, οι Εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση όπως προβούν σε διευθέτηση των οφειλών των πελατών των Εναγόντων αρ. 1 και 2, οι οποίοι πλήρωναν με το μήνα, ήτοι με μηνιαίες κάρτες και μόνον και ακολούθως οι Εναγόμενοι είχαν το δικαίωμα να εισπράξουν τα χρήματα αυτά από τους ίδιους τους πελάτες που διευθετούντο οι οφειλές τους υπό τον όρο, για ποσά που δεν εισπράττοντο, θα ήταν υπεύθυνοι οι Ενάγοντες αρ. 1 και 2.». Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι αρνούνται μερικώς την παρα. 6 της Έκθεσης Απαίτησης και αντιτάσσουν (βλ. την παρα. 5 της Ε/Υ) ότι «Οι Ενάγοντες αρ. 1 και 2 καμία απολύτως σχέση έχουν με το εν λόγω ποσό, το οποίο σε καμία περίπτωση περιλαμβάνετο στη μεταξύ τους Συμφωνία ημερομηνίας 20.3.2003, αλλά αυτό το ποσό το δικαιούνται αποκλειστικά οι Εναγόμενοι και σε καμία περίπτωση οι Ενάγοντες αρ. 1 και 2.». Αρνούνται οι Εναγόμενοι το περιεχόμενο των παραγράφων 7, 8, 9 και 10 της Έκθεσης Απαίτησης. Ανταπαίτηση την οποία είχαν αρχικώς εγείρει οι Εναγόμενοι κατά των Εναγόντων και στην οποία οι τελευταίοι καταχώρησαν Υπεράσπιση, εν τέλει αποσύρθηκε στο στάδιο που διεξαγόταν η ακρόαση της υπόθεσης στο Δικαστήριο και συγκεκριμένα κατά τη δικάσιμο ημερ. 5.7.
  4. Για το λόγο αυτό δεν το θεωρώ αναγκαίο ή σκόπιμο να παραθέσω τους δικογραφημένους ισχυρισμούς που άπτονταν της ανταπαίτησης ή της υπεράσπισης σε εκείνην. Γ. Η ΠΡΟΣΚΟΜΙΣΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ Προς απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων προσήλθαν ως μάρτυρες ο Ενάγων αρ. 1 (στο εξής «ο ΜΕ1») και ο κ. Μιχάλης Κληρίδης (στο εξής «ο ΜΕ2»). Από την άλλη, προς υποστήριξη της υπεράσπισης των Εναγομένων, προσήλθαν τρεις μάρτυρες꞉ Η κα Χαρίτα Τσιαμανέ (στο εξής «η ΜΥ1»). Ο κ. Σωτήρης Γιούργιας (στο εξής «ο ΜΥ2»). Ο κ. Ιάκωβος Στεφάνου (στο εξής «ο ΜΥ3»). Γ.
  5. Η μαρτυρία του ΜΕ
  6. Ο ΜΕ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης κατατεθείσας ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Α». Σε ευθυγράμμιση με όσα δικογραφήθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης, ο ΜΚ1 επανέλαβε τα εξής꞉ Ότι αυτός και η σύζυγός του (Ενάγουσα αρ. 2) ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο σύναψης της συμφωνίας ημερ. 18.3.2003, οι μόνοι μέτοχοι και διευθυντές της εταιρείας THEO ZITTIS & SONS LTD, γι' αυτό και εκπροσωπούσαν το σύνολο του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου και το σύνολο του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας. Η εταιρεία τους αυτή ήταν ιδιοκτήτρια και διαχειρίστρια του επίδικου πρατηρίου πετρελαιοειδών στην οδό Μακαρίου Γ' στην Κάτω Δευτερά. Προμηθεύτρια πετρελαιοειδών του εν λόγω πρατηρίου ήταν η εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ. Με την έγκριση και συγκατάθεση της εν λόγω προμηθεύτριας εταιρείας, ο ΜΕ1 και η σύζυγός του πώλησαν και μεταβίβασαν δυνάμει συμφωνίας ημερ. 18.3.2003, «όλες τις μετοχές της εταιρείας μας και όλα τα δικαιώματα της εταιρείας μας στο πρατήριο» σε 4 νέους αγοραστές, οι οποίοι ενεγράφησαν σαν νέοι μέτοχοι και διευθυντές της εταιρείας. Προχώρησε ο ΜΕ1 στο πλαίσιο της ανωτέρω γραπτής του δήλωσης και κατονόμασε τους 4 αγοραστές. Πρόκειται για τους꞉ Χαρίτα Ν. Τσιαμανέ (βλ. ΜΥ1), Ανδρούλλα Ν. Προκομίου, Προκόπη Ν. Προκοπίου και Νεόφυτο Προκοπίου. Έφερε μαζί του στο Δικαστήριο ο ΜΕ1 ένα έγγραφο το οποίο περιέγραψε ως αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας ημερ. 18.3.
  7. Ισχυρίστηκε ότι παρ' όλες τις προσπάθειές του κατέστη αδύνατο να βρει το πρωτότυπο της επίδικης συμφωνίας. Αναζήτησε το πρωτότυπο, ως ήταν η θέση του ΜΕ1 (βλ. παρα. 7 της γραπτής του δήλωσης), στα αρχεία του, στο λογιστή του, στην τράπεζα, αλλά δυστυχώς δεν ανευρέθη. Εξ όσων θυμόταν ο ΜΕ1, το πρωτότυπο το είχε δώσει στο λογιστή του, ο οποίος φαίνεται το κατέθεσε σε κάποια υπηρεσία και δεν θυμάται. Για τους λόγους αυτούς, ο ΜΕ1 επιχείρησε να καταθέσει το αντίγραφο της επίδικης συμφωνίας ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Προσέκρουσε, όμως, το αίτημα αυτό στην ένσταση του συνηγόρου Υπεράσπισης των Εναγομένων, ο οποίος επεσήμανε ότι, δεν μπορούσε να εισαχθεί το προτεινόμενο τεκμήριο ως αντίγραφο του απωλεσθέντος πρωτοτύπου εγγράφου της υπογραφείσας συμφωνίας, εφόσον στο προτεινόμενο τεκμήριο, δεν φαίνονταν οι υπογραφές των συμβαλλομένων και συνεπώς δεν ικανοποιούσε την έννοια του όρου «αντίγραφο» βάσει του άρθρου 2 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όπως έκτοτε τροποποιήθηκε. Η ένσταση έγινε δεκτή. Συνέχισε ο ΜΕ1 και δήλωσε ότι οι αντισυμβαλλόμενοι στην υπογραφείσα συμφωνία ήταν τα τέσσερα προαναφερθέντα άτομα, τα οποία ακολούθως συνέστησαν και ενέγραψαν νομίμως την Εναγόμενη εταιρεία. Έδωσε, περαιτέρω, προφορική μαρτυρία ο ΜΕ1, αναφορικά με το περιεχόμενο της συμφωνίας που ως η δική του εκδοχή είχε υπογραφεί στις 18.3.
  8. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του ότι είχε συμφωνηθεί ότι꞉ Όλες οι κάθε φύσης υποχρεώσεις της εταιρείας (χρέη, φόροι, επιβαρύνσεις, κ.α.) μέχρι την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας (δηλ. μέχρι 18.3.2003), θα παρέμεναν υποχρεώσεις των πωλητών (που στο εξής θα αναφέρεται ως «ο πρώτος όρος της επίδικης συμφωνίας»). Οι πωλητές θα δικαιούνταν να εισπράξουν τις οφειλές τρίτων προς την εταιρεία που δημιουργήθηκαν πριν την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας (που στο εξής θα αναφέρεται ως «ο δεύτερος όρος της επίδικης συμφωνίας»). Ήταν η θέση του ΜΕ1 ότι από πλευράς πωλητών υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με τον πρώτο όρο της επίδικης συμφωνίας. Όπως αναφέρεται και στην Έκθεση Απαίτησης, ο ΜΕ1 αναφέρθηκε στο γεγονός ότι προτού οι Ενάγοντες συμφωνήσουν στην πώληση της εταιρείας και του πρατηρίου τους, υπήρχαν σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας - των Εταιρειών Πετρελαιοειδών - και των Πρατηριούχων, σχετικά με την αύξηση της προμήθειας πετρελαιοειδών προς τους πρατηριούχους. Οι διαπραγματεύσεις αυτές κατέληξαν σε συμφωνία που προέβλεπε την παραχώρηση επιπρόσθετης προμήθειας σε όλους τους πρατηριούχους επί όλων των πωλήσεων πετρελαιοειδών αναδρομικά από 1.1.2003 και μετά. Για να αποδείξει τον δικογραφημένο στην παρα. 6 ισχυρισμό ότι, στο πλαίσιο της πιο πάνω συμφωνίας για αναδρομική παραχώρηση προμηθειών στους πρατηριούχους, η προμηθεύτρια του επίδικου πρατηρίου εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ κατέβαλε στην Εναγόμενη εταιρεία το ποσό των ΛΚ9.633,08 με πιστωτική σημείωση αρ. 3700002324 ως αναδρομικές προμήθειες για την περίοδο από 1.1.2003 μέχρι το Μάη του 2003, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο φωτοαντίγραφο της εν λόγω πιστωτικής σημείωσης που ο ίδιος εξασφάλισε από την προμηθεύτρια εταρεία, ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Α. Εξήγησε ο ΜΕ1 ότι επειδή η προμηθεύτρια εταιρεία όφειλε να του δώσει και κάποιες προμήθειες για μηχανέλαια για 2 προηγούμενα χρόνια μέχρι και την ημερομηνία πώλησης του πρατηρίου, αυτός επισκέφθηκε τα γραφεία της προμηθεύτριας εταιρείας, όπου και συνάντησε την υπάλληλο κα Μαρίνα Τσιακούρη. Κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας της υπαλλήλου της προμηθεύτριας εταιρείας με τον ελεγκτή του ΜΕ1, κ. Γρηγορίου, οι δυο τους πιστοποίησαν τις αγορές και πωλήσεις των πετρελαιοειδών της εταιρείας κατά το διάστημα 1.1.2003 - 18.3.2003 και συμφώνησαν ότι το αναλογούν ποσό των προμηθειών για το διάστημα αυτό ανερχόταν σε ΛΚ5.532,
  9. Το ποσό αυτό ο ΜΕ1 το σημείωσε πάνω σε έντυπο της εταιρείας που του έδωσε η κα Τσιακούρη και το οποίο αφοορούσε σε άλλα bonus. Για να αποδείξει τη σημείωσή του αυτή, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο το έντυπο στο οποίο αναφέρθηκε, ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Α. Περαιτέρω, ο ΜΕ1 δήλωσε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος εν συνεχεία κοινοποίησε προφορικά προς τον κ. Νεόφυτο Προκοπίου, έναν εκ των αγοραστών, το ποσό προμηθειών που πιστοποιήθηκε ως αφορών την περίοδο 1.1.2003 - 18.3.
  10. Εντούτοις, χωρίς καμία εξήγηση οι αγοραστές αρνούνταν να καταβάλουν στους Ενάγοντες το εν λόγω ποσό, την ίδια ώρα που οι Ενάγοντες διευθέτησαν με την προμηθεύτρια εταιρεία όπως τους καταβάλει άλλες αναδρομικές προμήθειες για την ίδια περίοδο όσον αφορά μηχανέλαια και άλλα καύσιμα. Οι Ενάγοντες επέλεξαν αρχικά να κινήσουν αγωγή εναντίον της προμηθεύτριας εταιρείας για να εισπράξουν το ποσό των ΛΚ5.532,
  11. Πρόκειται για την αγωγή αρ. 4985/05 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος αυτής κατατέθηκε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής από τον ΜΕ1 ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α. Όπως εξήγησε ο ΜΕ1, στις 4.6.2009, η εν λόγω αγωγή αρ. 4985/05 κατέληξε σε συμβιβασμό, μεταξύ άλλων, για το εξής ꞉ Η εκεί Εναγόμενη προμηθεύτρια εταιρεία δια του δικηγόρου της προέβη σε δήλωση ότι το ποσό των ΛΚ5.532,00 είχε καταβληθεί ως μέρος του ποσού των ΛΚ9.633,08 στη διάδοχο εταιρεία Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ στις 31..3.2004 δυνάμει πιστωτικής σημείωσης αρ.
  12. Για να αποδείξει την κατάληξη αυτή, ο ΜΕ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής το πρακτικό του Δικαστηρίου, ημερ. 4.6.2009, ως το Τεκμήριο 4 υπό Έγγραφο Α. Συνεπεία της πιο πάνω εξέλιξης στην αγωγή 4985/05, οι Ενάγοντες της παρούσας αγωγής απέστειλαν επιστολή προς την εταιρεία Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ, ημερ. 14.7.2009, ως το Τεκμήριο 5 υπό Έγγραφο Α. Οι Εναγόμενοι δεν απάντησαν στην επιστολή αυτή, γι' αυτό και οι Ενάγοντες προχώρησαν στην έγερση της υπό κρίση παρούσας αγωγής. Όπως δήλωσε ο ΜΕ1, το ποσό των ΛΚ5.532,00 αποτελεί προμήθειες δεδουλευμένες από τους Ενάγοντες σε περίοδο προγενέστερη της πώλησης του πρατηρίου, γι' αυτό και δικαιούνται να το εισπράξουν. Ενόσω δεν τους καταβάλλεται από τους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες έχουν απώλεια τόκου 9% επί του ποσού αυτού, ως του επιτοκίου με το οποίο θα τοκιζόταν στον τραπεζικό τους λογαριασμό αν το κατείχαν. Ο ΜΕ1 απάντησε μέσα στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Α) και τους ισχυρισμούς των Εναγομένων ότι δήθεν η συμφωνία πώλησης του πρατηρίου υπεγράφη στις 20.3.2003 και όχι στις 18.3.
  13. Αρνήθηκε κατηγορηματικά ο ΜΕ1 ότι οι Ενάγοντες υπέγραψαν οποιαδήποτε συμφωνία στις 20.3.
  14. Δέχθηκε μόνο ότι εκείνη την ημερομηνία συμφώνησαν προφορικά ότι για κάποιους πελάτες της πρατηριούχου εταιρείας τους που πλήρωναν κάθε τέλος του μήνα, αντί να έχουν να τα εισπράξουν οι Ενάγοντες απευθείας από τους εν λόγω πελάτες για την περίοδο από 1.3.2003 μέχρι 18.3.2003, να τα εισέπρατταν από τους αγοραστές του πρατηρίου και θα αναλάμβαναν εκείνοι στη συνέχεια να τα εισπράξουν από τους πελάτες στο τέλος του μήνα. Πράγματι, τα εν λόγω ποσά καταβλήθηκαν στους Ενάγοντες με μεταχρονολογημένη επιταγή δύο μηνών. Κατά την αντεξέτασή του, ο ΜΕ1 κατέστησε σαφές ότι η πρόθεση και βούλησή του ήταν να πωλήσει το πρατήριο ως επιχείρηση, όχι απλώς τις μετοχές μιας εταιρείας. Και όπως ο ίδιος το αντιλαμβάνεται είναι την επιχείρηση που αγόρασαν οι τέσσερις άνθρωποι οι οποίοι φαίνονται ως μέτοχοι της μετονομασθείσας εταιρείας. Ο συνήγορος Υπεράσπισης υπέβαλε στον ΜΕ1 ότι δεν ήταν αληθής η θέση του αυτή. Κατά την αντεξέτασή του στη δικάσιμο ημερ. 21.4.2016, ο ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι η υπογραφή της συμφωνίας έγινε στο γραφείο του ελεγκτή του και ενώπιον του δικηγόρου του. Κατά την ίδια δικάσιμο, ο ΜΕ1 έδειξε να θεωρεί ότι η συνομολόγηση της συμφωνίας έγινε με το που έδωσε τα χέρια αυτός με τον Νεόφυτο Τσιαμανέ, έστω και αν στο χαρτί φαίνονταν άλλα πρόσωπα δηλαδή οι παλαιοί και νέοι μέτοχοι της εταιρείας ως πωλητές και αγοραστές των μετοχών, αντίστοιχα. Στο πλαίσιο εκτέλεσης της συμφωνίας εντάσσεται η έκδοση ειδικού ψηφίσματος, ημερ. 13.3.2003, κατά την οποία η γενική συνέλευση των μετόχων της THEO ZITTIS & SONS LIMITED αποφάσισε τη μετονομασία της σε ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ (βλ. το τεκμήριο κατατεθέν με την ένδειξη «Έγγραφο Β») και εκδόθηκε το Πιστοποιητικό Αλλαγής Ονόματος που αποτυπώνει το νέο όνομα της εταιρείας (βλ. το τεκμήριο κατατεθέν με την ένδειξη «Έγγραφο Γ»). Ο συνήγορος Υπεράσπισης επιχείρησε κατά την αντεξέταση του ΜΕ1 να του επισημάνει ότι εσφαλμένα αυτός και η σύζυγός του κίνησαν την υπό κρίση αγωγή εναντίον της εταιρείας ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, διότι εκείνη είναι η ίδια εταιρεία με την THEO ZITTIS & SONS LIMITED, που ο ίδιος είχε και πώλησε και ότι εν λόγω εταιρεία ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο από 1.1.2003 μέχρι 18.3.2003 που έγινε η πώλησή της, ο πραγματικός δικαιούχος των προμηθειών που κατέβαλλε η προμηθεύτρια εταιρεία προς το πρατήριό της. Συμφώνησε ο ΜΕ1 ότι κατά τον εν λόγω ουσιώδη χρόνο όλες οι πληρωμές που γίνονταν από την προμηθεύτρια εταιρεία προς το πρατήριο καταχωρούνταν αυτόματα σε λογαριασμό της εταιρείας THEO ZITTIS & SONS LIMITED. Συμφώνησε επίσης ο ΜΕ1 ότι ο νόμιμος δικαιούχος των αναδρομικά πληρωθέντων προμηθειών από την προμηθεύτρια εταιρεία για τα πετρελαιοειδή που προμήθευσε στο πρατήριο από 1.1.2003 μέχρι 18.3.2003 ήταν η εταιρεία THEO ZITTIS & SONS LIMITED που ήταν πρατηριούχος κατ' εκείνη τη χρονική περίοδο. Επισημάνθηκε στον ΜΕ1 από το συνήγορο Υπεράσπισης ότι με την έγερση της παρούσας αγωγής ουσιαστικά οι Ενάγοντες αξιώνουν να λάβουν ποσά που ο ΜΕ1 αναγνωρίζει ότι εδικαιούτο να λάβει η ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ εφόσον είναι η ίδια εταιρεία με τη THEO ZITTIS & SONS LIMITED υπό νέο όνομα. Άλλαξε τη ροή της μαρτυρίας του τότε ο ΜΕ1 λέγοντας ότι δικαιούχος των αναδρομικών προμηθειών ήταν ο ίδιος και η σύζυγός του προσωπικά ως τα φυσικά πρόσωπα που ήσαν οι μέτοχοι της THEO ZITTIS & SONS LIMITED, οι οποίοι δικαιούνταν να απολαμβάνουν τα εισοδήματα της εν λόγω εταιρείας. Γι' αυτό και ο ΜΕ1 θεωρεί ότι πολύ κακώς η προμηθεύτρια εταιρεία ΕΚΟ κατέβαλε το ποσό των αναδρομικών προμηθειών σε λογαριασμό της ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ αντί στους Ενάγοντες που ήταν οι δικαιούχοι των εισοδημάτων της THEO ZITTIS & SONS LIMITED μέχρι 18.3.
  15. Άφησε ο ΜΕ1 να νοηθεί ότι ο Νεόφυτος Τσιαμανές αναγνώρισε ότι δικαιούχοι ήταν οι Ενάγοντες, ότι έγινε πρόταση προς τον ΜΕ1 να του πλήρωναν το ποσό των 5.000 λιρών, αλλά αντιστεκόταν η κόρη του Νεόφυτου Τσιαμανέ (ΜΥ1). Κατά τη συνέχιση της αντεξέτασης του ΜΕ1 στις 22.4.2016 του ζητήθηκε να παρουσιάσει στοιχεία τραπεζικού λογαριασμού για να αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι έχει απώλεια τόκου 9% επί του ποσού που αξιώνει στην αγωγή ενόσω δεν του αποδίδεται το εν λόγω ποσό. Αν και ο ΜΕ1 δήλωσε ότι διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό εντούτοις δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει οποιοδήποτε αποδεικτικό του επιτοκίου που κερδίζει για τις καταθέσεις του στον εν λόγω λογαριασμό. Γ.
  16. Η μαρτυρία του ΜΕ
  17. Ο ΜΕ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης ως το Έγγραφο Δ. Σε αυτήν αναφέρει ότι ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά τόσο τους Ενάγοντες όσο και τους Εναγόμενους. Ο Νεόφυτος Τσιαμανές, ο οποίος είναι κάτοικος Δευτεράς, κέρδισε κατά ή περί το έτος 2003 το ποσό του 1 εκατομμυρίου Λιρών Κύπρου στο παιγνίδι joker του ΠΡΟ-ΠΟ. Τότε ο γαμπρός του Νεόφυτου Τσιαμανέ, κ. Ιάκωβος Στεφάνου, απευθύνθηκε στον ΜΕ2 και του είπε ότι ήθελαν να αγοράσουν το πρατήριο του Ζίττη και ήθελαν από τον ΜΕ2 να τους ετοιμάσει τη συμφωνία. Γι' αυτό κανόνισαν συνάντηση και με τις δύο πλευρές, για να του πουν τους όρους της συμφωνίας. Κατά τη συνάντηση αυτή, ο ΜΕ2 πληροφορήθηκε ότι το πρατήριο ανήκε στην εταιρεία THEO ZITTIS & SONS με αποκλειστικούς μετόχους τους Ενάγοντες 1 και 2, οι οποίοι θα πωλούσαν την εταιρεία τους με όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της (πρατήριο και υποστατικά εκτός του στοκ καυσίμων και των λιπαντικών που θα υπολογιζόταν και θα πληρωνόταν στους Ενάγοντες - πωλητές επιπρόσθετα του τιμήματος πωλήσεως του πρατηρίου). Ο ΜΕ2 πληροφορήθηκε επίσης κατά την ίδια συνάντηση, ότι η προμηθεύτρια των καυσίμων, εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ, ενέκρινε τους προτιθέμενους αγοραστές και τη μεταβίβαση του πρατηρίου σε αυτούς. Σαν βασικό όρο της συμφωνίας, ο ΜΕ2 θυμόταν ότι οι πωλητές θα διευθετούσαν όλες τις υποχρεώσεις της εταιρείας έναντι τρίτων και οι ίδιοι θα εδικαιούνταν όλες τις απαιτήσεις της εταιρείας έναντι τρίτων που υπήρχαν πριν τη μεταβίβαση (18.3.2003). Θυμόταν επίσης ο ΜΕ2 ότι οι ίδιοι οι πωλητές πρότειναν την καταβολή τραπεζικής εγγύησης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους, γεγονός που περιλήφθηκε στη συμφωνία. Του ανέφεραν και άλλους όρους, τους οποίους ο ΜΕ2 περιέλαβε στη συμφωνία η οποία έγινε στις 18.3.2003 εις διπλούν και έκαστο μέρος πήρε από ένα έγγραφο. Ο ΜΕ2 δήλωσε στο πλαίσιο της ίδιας γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Δ) ότι όταν πρόσφατα οι Ενάγοντες του ανέφεραν ότι έχασαν το δικό τους πρωτότυπο έγγραφο συμφωνίας και τον ρώτησαν αν το είχε ο ίδιος, αυτός τους συμβούλευσε να κοιτάξουν στον ελεγκτή τους, στην τράπεζα ή ακόμη και στο φόρο εισοδήματος και στο κτηματολόγιο σαν πιθανούς τόπους που θα έδωσαν το πρωτότυπο έγγραφο. Όπως όμως οι Ενάγοντες τον πληροφόρησαν, δεν τελεσφόρησε η έρευνά τους αυτή. Ο ίδιος ο ΜΕ2 δεν κράτησε υπογεγραμμένο αντίγραφο της συμφωνίας στην κατοχή του. Ωστόσο, ο ΜΕ2 είχε στην κατοχή του και παρουσίασε στο Δικαστήριο αντίγραφο του σχεδίου συμφωνίας, όπως ο ίδιος το συνέταξε για τους πιο πάνω σκοπούς συνομολόγησης σύμβασης πώλησης του επίδικου πρατηρίου και που ως ήταν η θέση του υπογράφηκε από τα μέρη της συμφωνίας στις 18.3.
  18. Το εν λόγω σχέδιο συμφωνίας κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Δ. Όπως εξήγησε ο ΜΕ2 στη γραπτή του δήλωση (Έγγραφο Δ), ενώ τα πράγματα προχωρούσαν ομαλά και όλες οι πλευρές υλοποιούσαν τα συμφωνηθέντα, το κλίμα άλλαξε όταν ο ΜΕ1, μετά την πώληση του πρατηρίου, προκειμένου να απασχολείται, άνοιξε μια αποθήκη πώλησης λιπαντικών (όχι της προμηθεύτριας εταιρείας Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ) σε απόσταση περί τα 500 μέτρα περίπου από το επίδικο πρατήριο. Αν και κατά τη γνώμη του ΜΕ2 η εν λόγω αποθήκη σε καμία περίπτωση δεν ήταν ανταγωνιστική του πρατηρίου, εφόσον δεν πουλούσε λιπαντικά σε πελάτες του πρατηρίου, παρά μόνο χονδρικά σε μηχανικούς και άλλους που χρησιμοποιούσαν χονδρικά τα λιπαντικά, εντούτοις η λειτουργία της αποθήκης αυτής από τον ΜΕ1, αποτέλεσε την αφορμή για να μην καταβάλει η προμηθεύτρια εταιρεία Ελληνικά Πετρέλαια Κύπρου Λτδ στον ΜΕ1 το αναλογούν ποσό από τις προμήθειες που του όφειλε για την περίοδο πριν την πώληση του πρατηρίου και μάλιστα η ίδια παρότρυνε και τους Εναγόμενους σ' αυτό. Αυτά, ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι τα πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον Νεόφυτο Τσιαμανέ, ο οποίος του έκαμε παράπονο λέγοντας του «Είναι σωστό ο Ζίττης να ανοίξει κατάστημα και να πουλά λάδια πιο πάνω από το πρατήριο;». Αυτό το παράπονο, ο ΜΕ2 το ανέφερε στον ΜΕ1, ο οποίος του εξέφρασε την άποψη ότι η αποθήκη του δεν ενοχλούσε τους πελάτες του επίδικου πρατηρίου και ότι εκείνος άνοιξε την αποθήκη για να «προσκολιέται». Εν πάση περιπτώσει όμως, μετά από 2 - 3 μήνες περίπου ο ΜΕ1 έκλεισε την εν λόγω αποθήκη και έπαυσε να ασχολείται με παρόμοια απασχόληση. Ο ΜΕ2 είχε και εμπλοκή στην έγερση της αγωγής 4985/05 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Αυτός ήταν που την καταχώρησε και γνώριζε για το περιεχόμενο του συμβιβασμού της και για τη συνεπακόλουθη απόφαση που εκδόθηκε. Το κείμενο της δικαστικής απόφασης, ημερ. 4.6.2009, παρουσιάστηκε από τον ΜΕ2 και κατατέθηκε ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Δ. Όπως εξήγησε ο ΜΕ2 ενώ με την αγωγή εκείνη οι Ενάγοντες αξίωναν από την προμηθεύτρια εταιρεία το ποσό των ΛΚ9.633,08, η προμηθεύτρια εταιρεία ως Εναγόμενη αποδέχθηκε να εκδοθεί απόφαση εναντίον της μόνο για το ποσό των ΛΚ2.964,30 για τα λιπαντικά, ενώ για το υπόλοιπο ποσό των ΛΚ5.532 προέβη στη δήλωση ότι το είχε ήδη καταβάλει στη διάδοχο εταιρεία Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ στις 31.3.2004 δυνάμει πιστωτικής σημείωσης
  19. Αναφέρθηκε ο ΜΕ2 και στις προσπάθειες που ο ίδιος κατέβαλε, πριν την έκδοση της πιο πάνω δικαστικής απόφασης, για να επιλύετο το θέμα πλήρως και για το υπόλοιπο ποσό με τη μεσολάβηση της προμηθεύτριας εταιρείας, η οποία κατά την εκτίμησή του εξακολουθούσε να έχει κυρίαρχο ρόλο επί της διαδόχου εταιρείας Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ και εισηγήτο να της αποκόψει το ποσό των ΛΚ5.532 από μελλοντικές πληρωμές έτσι ώστε να το αποδώσει η ίδια στους Ενάγοντες. Παρουσίασε συναφώς και κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ΜΕ2 την επιστολή του ημερ. 27.8.2008 προς τους δικηγόρους της προμηθεύτριας εταιρείας (Εναγομένης στην αγωγή 9.633,08) ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Δ. Ωστόσο, τέτοιου είδους διευθέτηση δεν έγινε αποδεκτή από την προμηθεύτρια εταιρεία. Όπως περαιτέρω εξήγησε ο ΜΕ2, βασιζόμενοι στη δική του συμβουλή ότι δεν θα έχαναν τα δικαιώματά τους για είσπραξη του ποσού των ΛΚ5.532 από τη διάδοχο εταιρεία Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ στην οποία το είχε καταβάλει η προμηθεύτρια εταιρεία, οι Ενάγοντες δέχθηκαν το συμβιβασμό της αγωγής 4985/2005 ως ανωτέρω. Ο ίδιος ο ΜΕ2 δεν θα μπορούσε, όμως, να αναλάμβανε τη νομική εκπροσώπηση των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή, για το λόγο ότι στο πλαίσιο συνομολόγησης της επίδικης συμφωνίας πώλησης του πρατηρίου, αυτός ενεργούσε και για τις δύο πλευρές (πωλητές και αγοραστές). Κατά την αντεξέτασή του, κατά τη δικάσιμο ημερ. 8.6.2016, ο ΜΕ2, ερωτηθείς να πει πού υπογράφηκε η συμφωνία που ισχυρίζεται ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Δ, απάντησε ότι οι υπογραφές από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη τέθηκαν στο γραφείο του ελεγκτή, το οποίο, εξ όσων θυμόταν, βρίσκεται κοντά στο ξενοδοχείο Κλεοπάτρα. Ισχυρίστηκε, μάλιστα, ο ΜΕ2 ότι ήταν και ο ίδιος παρών κατά την υπογραφή. Ερωτηθείς να πει ποιοι υπέγραψαν ως μάρτυρες στη συμφωνία, ο ΜΕ2 δεν έδειξε να είναι βέβαιος. Δήλωσε ότι ο ένας πρέπει να ήταν ο ελεγκτής - λογιστής της εταιρείας και δεν θυμόταν ποιος ήταν ο δεύτερος, διότι δεν έβγαλε φωτοτυπία της υπογραφείσας συμφωνίας. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 15.6.2016 και ενόσω η υπόθεση ήταν ορισμένη για συνέχιση της αντεξέτασής του, ο ΜΕ2 έσπευσε να προβεί σε μια διόρθωση των προηγούμενων δηλώσεων που είχε κάνει στις 8.6.2016 για το θέμα του τόπου υπογραφής της επίδικης συμφωνίας. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι, εντόπισε στα έγγραφά του μια απόδειξη είσπραξης που σχετίζεται μ' αυτή την υπόθεση. Στο αιτιολογικό της πληρωμής ο ΜΕ2 είδε ότι ανέφερε «συνάντηση στην τράπεζα για υπογραφή της συμφωνίας». Επομένως, κατέληξε ο ΜΕ2 στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία υπογράφηκε στην τράπεζα, συγκεκριμένα στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Πάνω Δευτερά, και όχι στο γραφείο του λογιστή - ελεγκτή. Η απόδειξη εισπράξεως, ημερ. 9.5.2003, όπως κατατέθηκε από τον ΜΕ2 στο Δικαστήριο (βλ. το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Ζ1») είναι στερεωμένη πάνω σε μιά επιστολή ημερ. 18.4.2003 (βλ. το τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Ζ2»), η οποία υπογράφεται από τον δικηγόρο Μιχάλη Κληρίδη και απευθύνεται προς ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΤΔ, τους οποίους πληροφορεί ότι τα έξοδα για τις προσφερθείσες υπηρεσίες στην εν λόγω εταιρεία ανέρχονται σε ΛΚ800, ποσό το οποίο αναλύεται ως ακολούθως꞉ «
  20. Διαβήματα για έγκριση ονόματος της εταιρείας σας και συνεργασία μας για μετατροπή της από Ζίττης & Υιοί ΛΚ100 2.Συνάντηση στο γραφείο του κ. Γρηγορίου ΛΚ150 3.Σύνταξη συμφωνίας ΛΚ1063 4.Συνάντηση στη Τράπεζα για υπογραφή ΛΚ100 ΟΛΙΚΟ ΛΚ1413 ΜΕΙΟΝ ΛΚ613 ΥΠΟΛΟΙΠΟ ΠΛΗΡΩΤΕΟ ΛΚ800». Επεξηγείται στην ίδια επιστολή ότι το πληρωτέο ποσό περιορίζεται στο πιο πάνω φιλικό ποσό. Η απόδειξη είσπραξης είναι για το ποσό των ΛΚ800 δια «εξόφληση καταλόγου εξόδων ημερ. 18/4/03» και η πληρωμή του ποσού έγινε με επιταγή αρ. 38069241 της Τράπεζας Κύπρου με εκδότη την εταιρεία ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΤΔ. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 8/6/2016 ο ΜΕ2 συμφώνησε με τη θέση που του υπέβαλε ο συνήγορος Υπεράσπισης ότι η αιτία της αγωγής είναι η παράβαση όρου της ισχυριζόμενης συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Δ και επεσήμανε ο ΜΕ2 ότι η παραβίαση αφορούσε συγκεκριμένα στους όρους 4, 5,
  21. Συμφώνησε, επίσης, ο ΜΕ2 με τη θέση του συνηγόρου Υπεράσπισης ότι η εταιρεία ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΤΔ δεν ήταν συμβαλλόμενο μέρος στην επίδικη συμφωνία, αλλά ήταν η πωλούμενη εταιρεία, το αντικείμενο της πώλησης, με όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της και για την πώληση της εταιρείας αυτής υπέγραψαν οι δύο αποκλειστικοί μέτοχοί της. Ερωτηθείς μάλιστα από το συνήγορο Υπεράσπισης να εξηγήσει τί είναι το έγγραφο που τιτλοφορείται «Κατάλογος Α» ο οποίος επισυνάπτεται στο έγγραφο της συμφωνίας (Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Δ), ο ΜΕ2 εξήγησε ότι ήταν κατάλογος με τα περιουσιακά στοιχεία της πωλούμενης εταιρείας, τον οποίο ετοίμασε ο λογιστής. Ήταν η θέση του ΜΕ2 ότι, κατά το χρόνο της πώλησης της εταιρείας, οι Ενάγοντες πωλητές επεφύλαξαν προς όφελός τους κάποια δικαιώματα της πωλούμενης εταιρείας. Τα δικαιώματα της πωλούμενης εταιρείας, τα οποία επεφύλαξαν οι μέτοχοι - πωλητές (εδώ Ενάγοντες) προς όφελός τους βάσει του όρου 5, είναι δικαιώματα που o ME2 εισηγείται ότι βάσει του όρου 6 δικαιούνταν να διεκδικήσουν μεσω της πωλούμενης εταιρείας (μέχρι τότε ονομασθείσας THEO ZITTIS & SONS LTD), και βάσει του όρου 10 οι πωλητές διατηρούσαν το δικαίωμα αυτό και έναντι της ίδιας πωλούμενης εταιρείας όπως μετονομάστηκε (ήτοι έναντι της ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΤΔ). Αυτό αντανακλάται, είναι η θέση του ΜΕ2, στους όρους της επίδικης συμφωνίας, τους οποίους ο ίδιος συνέταξε σύμφωνα με το υπόδειγμα συμφωνίας που βρήκε στο Σύγγραμμα «Νομικά Έγγραφα, Συμφωνίες και Συμβόλαια» των Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου και Σωτήρη Σταυρινού, δικηγόρων, Λευκωσία 1990 (βλ. το τεκμήριο που κατατέθηκε με ένδειξη «Έγγραφο Στ»). Κατά τη συνέχιση της αντεξέτασής του στις 15.6.2016, ο ΜΕ2 διευκρίνισε ότι όταν οι Ενάγοντες κίνησαν την αγωγή 4985/2005, δεν γνώριζαν ότι είχε προ καιρού εισπραχθεί από την εταιρεία Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ το ποσό που αναλογούσε στις αναδρομικές προμήθειες για την περίοδο 1.1.2003 - 18.3.2003 που θα πλήρωνε η προμηθεύτρια εταιρεία ΕΚΟ προς το επίδικο πρατήριο. Αυτό το γεγονός το έμαθαν αργότερα, όταν η ΕΚΟ ως Εναγόμενη σε εκείνην την αγωγή καταχώρισε υπεράσπιση και ισχυρίστηκε αυτό το πράγμα. Γι' αυτό και αντέδρασαν οι Ενάγοντες εγείροντας την παρούσα αγωγή κατά της εταιρείας Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ, η οποία όπως φάνηκε εισέπραξε το ποσό που οι Ενάγοντες θεωρούν ότι δικαιούνται να λάβουν οι ίδιοι. Γ.
  22. Η μαρτυρία της ΜΥ
  23. Η ΜΥ1 είναι κόρη του Νεόφυτου Τσιαμανέ και έχει δύο αδέρφια꞉ την Ανδρούλα Προκοπίου, η οποία είναι σύζυγος του ΜΥ3, και τον Προκόπη Προκοπίου. Μέχρι τις αρχές Μαρτίου 2003, η ΜΥ1 εργαζόταν ως κομμώτρια και ο αδερφός της Προκόπης Προκοπίου ασχολείτο με γεωργικές εργασίες. Τέλος Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου 2003, ο πατέρας τους, Νεόφυτος Τσιαμανές, τους ενημέρωσε ότι θα αγόραζε το επίδικο πρατήριο για λογαριασμό τους. Τις διαπραγματεύσεις για την αγορά του πρατηρίου, η ΜΥ1 θυμόταν ότι τις έκανε ο πατέρας της μαζί με τον γαμπρό της, τον ΜΥ
  24. Μετά τις διαπραγματεύσεις, όπως θυμόταν η ΜΥ1 συμφωνήθηκε προφορικά όπως ο ΜΕ1 και η σύζυγός του τους πωλήσουν τις μετοχές που κατείχαν στην εταιρεία THEO ZITTIS & SONS LTD, έναντι του συνολικού ποσού των ΛΚ250.
  25. Ως νέοι αγοραστές των μετοχών θα ήταν η ΜΥ1, ο πατέρας της και τα δύο αδέρφια της. Θα λάμβαναν από 25 μετοχές ο καθένας. Όπως δήλωσε η ΜΥ1, το ποσό των ΛΚ250.000 πληρώθηκε από τον πατέρα της στους Ενάγοντες με δύο επιταγές προς αυτούς μεταξύ των ημερομηνιών 13.3.2003 και 19.3.2003 προς εξόφληση του τιμήματος πώλησης των μετοχών στην εταιρεία THEO ZITTIS & SONS LTD. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι κατά την ημερομηνία που οι αγοραστές θα παραλάμβαναν το πρατήριο, θα γινόταν έγγραφη καταγραφή όλων των χρεωστών που είχε η εταιρεία THEO ZITTIS & SONS LTD και ότι για το ποσό που θα εύρισκαν κατά την ημερομηνία της καταγραφής ότι θα της οφειλόταν, οι αγοραστές θα εξέδιδαν προς τους πωλητές (τον ΜΕ1 και τη σύζυγό του) ισόποση επιταγή προς εξόφληση του ποσού αυτού. Είχαν επίσης συμφωνήσει ότι θα παρέμενε η εταιρεία THEO ZITTIS & SONS LTD ως νομικό πρόσωπο εγγεγραμμένο στον Έφορο Εταιρειών με τον ίδιο αριθμό και ότι μετονομαζόταν απλώς σε εταιρεία ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΤΔ. Έτσι αποφασίστηκε ότι θα καταχωρήτο αίτηση στον Έφορο Εταιρειών για αλλαγή του ονόματος της εταιρείας. Μετά την κατάληξη στην πιο πάνω συμφωνία, η οποία ήταν προφορική, τα δύο μέρη (πωλητές και αγοραστές) διόρισαν τον ΜΕ2 ως κοινό δικηγόρο και διόρισαν τον κ. Ανδρέα Γρηγορίου ως κοινό λογιστή, για να αναλάβουν να κάνουν όλες τις αναγκαίες διευθετήσεις, όπως να κάνουν την αλλαγή του ονόματος της εταιρείας, να φροντίσουν για την παύση των προηγούμενων αξιωματούχων (διευθυντών και γραμματέως) της εταιρείας και για το διορισμό των νέων, να προβούν σε αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας και για τη μεταβίβαση των μετοχών από τους παλιούς στους νέους μετόχους. Πράγματι, τόσον ο δικηγόρος όσο και ο λογιστής προχώρησαν στις πιο πάνω ενέργειες με την ακόλουθη χρονολογική σειρά꞉ (α) Την 13.3.2003 κοινοποίησαν στον Έφορο Εταιρειών την αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας, σύμφωνα με την ΗΕ2, ημερομηνίας 13.3.2003 (βλ. Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Θ). (β) Την 13.3.2003 παραιτήθηκαν και/ή παύθηκαν από Διευθυντές οι Θεόδωρος Ζίττης (ΜΕ1) και η κα Χρυσάνθη Ζίττη. Την ίδια ημερομηνία διορίστηκαν ως νέοι Διευθυντές της εταιρείας ο Προκόπης Προκοπίου, η ΜΥ1, ο Νεόφυτος Τσιαμανές και ο Σωτήρης Γιούργας. Ως γραμματέας διορίστηκε η Ανδρούλα Προκοπίου (βλ. τεκμήριο σημειωθέν με την ένδειξη «Έγγραφο Η»). (γ) Την 19.3.2003 έγινε αλλαγή του ονόματος της εταιρείας από THEO ZITTIS & SONS LIMITED σε Νεόφυτος Τσιαμανές Λίμιτεδ (βλ. τα τεκμήρια με ένδειξη «Έγγραφο Γ» και «Έγγραφο Ε»). (δ) Την 19.3.2003 ο κ. Θεόδωρος Ζίττης, ιδιοκτήτης 80 μετοχών και η σύζυγός του Χρυσάνθη Ζίττη, ιδιοκτήτρια 20 μετοχών, μεταβίβασαν αυτές βάσει του έντυπου ΗΕ57, ημερ. 19.3.2003, ως το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Θ. Διευκρίνισε η ΜΥ1 ότι «στις 19.3.2003 και όχι στις 20.3.2003, όπως από λάθος έχει αναφερθεί στην Έκθεση Υπεράσπισής μας, συναντηθήκαμε στο Πρατήριο, ο σύζυγός μου Σωτήρης Γιούργας μαζί με τον κ. Θεόδωρο Ζίττη και κατέγραψαν από κοινού όλους τους χρεώστες που ήταν κατά την ημερομηνία αυτή, που θα παραδίδετο και η κατοχή του πρατηρίου και ανήρχοντο στο συνολικό ποσό των ΛΚ 6.755,15». Αντίγραφο του εν λόγω εγγράφου, παρουσιάστηκε και κατατέθηκε στο Δικαστήριο από την ΜΥ1 ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ. Σημείωσε, περαιτέρω, η ΜΥ1 ότι όταν καταρτιζόταν το έγγραφο ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ, το οποίο υπέγραψε ο σύζυγός της, ήταν παρών και ο ΜΕ1, ο οποίος του υπαγόρευε τα ονόματα των χρεωστών της εταιρείας. Όπως η ΜΥ1 πληροφορήθηκε από το σύζυγό της, σε καμία περίπτωση ο ΜΕ1 δεν αναφέρθηκε σε οποιεσδήποτε ισχυριζόμενες προμήθειες που είχε να λαμβάνει η εταιρεία THEO ZITTIS & SONS LIMITED από οποιονδήποτε τρίτο πρόσωπο. Έτσι, μετά τη συμφωνία για τους χρεώστες, η εταιρεία ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ εξέδωσε επιταγή μεταχρονολογημένη προς πλήρη εξόφληση των χρεωστών ένα μήνα περίπου μετά τις 19.3.2003, επ' ονόματι του ΜΕ1 για το αντίστοιχο ποσό, ήτοι των ΛΚ6.755,
  26. Η εν λόγω επιταγή εξαργυρώθηκε από τον κ. Ζίττη και θεωρήθηκε ότι δεν υπήρχε καμία άλλη εκκρεμότητα. Αναλήφθηκε εξ ολοκλήρου η λειτουργία του επίδικου πρατηρίου από την εταιρεία ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ στις 20.3.
  27. Η ΜΥ1 δήλωσε «απολύτως βέβαιη» ότι η ίδια ουδέποτε υπέγραψε το έγγραφο που περιγράφεται ως «Συμφωνία» και το οποίο κατέθεσε στο Δικαστήριο ο ΜΕ2 ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Δ. Πρόσθεσε η ΜΥ1 ότι αυτή μίλησε με τα άλλα τρία πρόσωπα που αναφέρονται στο εν λόγω έγγραφο ως «αγοραστές», δηλαδή την Ανδρούλα Προκοπίου, τον Προκόπη Προκοπίου και το Νεόφυτο Προκοπίου Τσιαμανέ και της επιβεβαίωσαν ότι ούτε αυτοί υπέγραψαν το εν λόγω έγγραφο. Τόνισε καταληκτικά η ΜΥ1 ότι ουδέποτε ο ΜΕ1, τόσο πριν την πώληση μετοχών όσο και μετά την πώληση αυτών, ότι διεκδικούσε προμήθειες. Το θέμα των προμηθειών τους αναφέρθηκε για πρώτη φορά μετά πάροδο αρκετών χρόνων από την ημερομηνία που ανέλαβαν τη λειτουργία και διαχείριση του πρατηρίου. Αρνούνται την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού επειδή ακριβώς θεωρούν ότι δεν το χρωστούν. Αντεξετασθείσα, η ΜΥ1 δήλωσε βέβαιη ότι ο ΜΕ1 συμφώνησε με την καταγραφή των χρεωστών όπως αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ, διότι όπως εξήγησε η ίδια, αν δεν συμφωνούσε με αυτήν ο ΜΕ1, τότε δεν θα εξαργύρωνε την επιταγή που του δόθηκε προς εξόφληση των χρεωστών. Επέμεινε επίσης η ΜΥ1 ότι ουδεμία άλλη γραπτή συμφωνία δεν υπήρξε με τους Ενάγοντες πέραν εκείνης που αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ. Ήταν η θέση της ΜΥ1 ότι οι μόνες εισπράξεις της εταιρείας για την περίοδο πριν τις 19/3/2003 τις οποίες δικαιούταν να λάβουν οι Ενάγοντες (δηλ. ο ΜΕ1 και η σύζυγός του) ως μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας, ήταν αυτές που καταγράφηκαν στη συμφωνία ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ. Οτιδήποτε δεν ήταν εκεί καταγεγραμμένο, ανήκε στην πωλούμενη εταιρεία. Ο μόνος λόγος που οι αγοραστές ανέλαβαν να πληρώσουν στους Ενάγοντες το ποσό των ΛΚ6.755,15, αν και ανήκε στην πωλούμενη εταιρεία, ήταν επειδή το συμφώνησαν ρητά με το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ. Αν ο ΜΕ1 θεωρούσε ότι δικαιούταν να λάβει οτιδήποτε άλλο από χρώστες, όφειλε να το βάλει στην κατάσταση χρεωστών ημερ. 19.3.
  28. Όσον αφορά τις προμήθειες που καταβλήθηκαν αναδρομικά από την προμηθεύτρια εταιρεία των πετρελαιοειδών προς την εταιρεία Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ για την περίοδο από 1.1.2003 μέχρι 18.3.2003, σχολιάζοντας τη θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι «εκείνο το οποίο προέκυψε αναδρομικά μετά από ένα χρόνο, δεν το γνωρίζατε ούτε εσείς ούτε ο Ενάγοντας», η ΜΥ1 παρατήρησε τα εξής꞉ «Κατ' αρχήν, διαβουλεύσεις μεταξύ εταιρείας και πρατηριούχων υπήρχαν από τον καιρό που αναλάβαμε την επιχείρηση, άρα όπως γνώστες ήμασταν εμείς, γνώστης πρέπει να ήταν και ο προηγούμενος μέτοχος. Τα λεφτά τα έχουμε εισπράξει δικαιωματικά γιατί η εταιρεία είχε παραμείνει η ίδια. Εκείνο ήταν έσοδο της εταιρείας και όχι προσώπου, φυσικού προσώπου.». Κληθείσα να επεξηγήσει τη θέση της η ΜΥ1, αν δηλαδή αυτή θεωρούσε ότι, κατά το χρόνο σύναψης της επίδικης συμφωνίας (γραπτής ως η θέση των Εναγόντων και προφορικής ως η θέση των Εναγομένων), μπορούσε να προβλεφθεί το ακριβές ποσό της συμφωνίας μεταξύ πρατηριούχων και Κυβέρνησης σχετικά με την πληρωμή αναδρομικών στους πρατηριούχους, η απάντηση που έδωσε η ΜΥ1 ήταν ως εξής꞉ «Θα μπορούσαν να προβλεφθούν τα λίτρα τα οποία είχαν πουληθεί και θα μπορούσε, ενόσω ήταν ενήμερος για τις διαπραγματεύσεις, να το αναφέρει στο έγγραφο το οποίο είχαμε καταχωρήσει στο Δικαστήριο με τους χρεώστες. Ότι προβλέπεται έξτρα προμήθεια για τόσες χιλιάδες λίτρα που αφορά έξτρα προμήθειες από 1/1.». Σημείωσε η ΜΥ1 ότι είναι με βάση τον υπολογισμό των λίτρων, ακριβώς, που ήρθε η προμηθεύτρια εταιρεία και απέδωσε το έξτρα ποσό προμηθειών αναδρομικά. Ως η θέση της ΜΥ1, η συμφωνία πώλησης της εταιρείας με τα περιουσιακά της στοιχεία και το ενεργητικό της έγινε προφορικά στην παρουσία του ΜΕ1, του πατέρα της ΜΥ1 και του γαμπρού της (ΜΥ3), αλλά η ΜΥ1 ήταν ενήμερη για τα συμφωνηθέντα. Ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν η πλευρά των αγοραστών αυτή που ζήτησε από τον ΜΕ2 να ετοιμάσει γραπτή συμφωνία. Παραταύτα παραδέχθηκε η ΜΥ1 ότι ο ΜΕ2 διορίστηκε από κοινού (δηλ. τόσο από τους πωλητές - Ενάγοντες όσο και από τους αγοραστές) για να μην δημιουργούνται επιπλέον έξοδα και δέχθηκε ότι η πληρωμή του ΜΕ2 έγινε από την πλευρά των αγοραστών. Διερωτήθηκε ο συνήγορος των Εναγόντων, αν αυτό που ισχυριζόταν η ΜΥ1 ήταν ότι η δουλειά του δικηγόρου ήταν μόνο για μια προφορική συμφωνία στην οποία ο ίδιος δεν ήταν παρών. Η απάντηση που έδωσε η ΜΥ1 επί του ερωτήματος που της τέθηκε ήταν ότι «Δεν πληρώθηκε ο δικηγόρος για την προφορική συμφωνία. Έχει πληρωθεί όσον αφορά την αλλαγή μετόχων, διευθυντών και την αλλαγή του ονόματος.». Και πάλιν, όμως, όταν της υπέβαλε ο συνήγορος των Εναγόντων ότι ήταν δουλειά του ο λογιστή η αλλαγή μετόχων, διευθυντών και του ονόματος της εταιρείας, δεν το απέκλεισε η ΜΥ
  29. Προηγήθηκε η δήλωσή της ότι, επειδή διόρισαν από κοινού οι δύο πλευρές το δικηγόρο και το λογιστή, ήταν με τυχαία σειρά που θα πλήρωνε η μια μεριά ή η άλλη το λογιστή ή το δικηγόρο επειδή το ποσό χρέωσης του λογιστή και του δικηγόρου ήταν το ίδιο και χαρακτήρισε «εντελώς τυχαία» την πληρωμή του δικηγόρου από τους αγοραστές. Υπεβλήθη στη συνέχεια στη ΜΥ1 ότι στις 4/4/2003 η εταιρεία Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ χρεώθηκε από τους λογιστές Γρηγορίου και Υιοί, το ποσό των ΛΚ1150 για υπηρεσίες - συνεδριάσεις και ετοιμασία του επίδικου συμβολαίου σε συνεργασία με τον δικηγόρο ΜΕ
  30. Η απάντηση της ΜΥ1 ήταν ότι δεν το γνώριζε η ίδια, γι' αυτό και δεν είχε κάτι να απαντήσει. Επέμεινε μάλιστα ότι ο λογος που αρνείται την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας ως αυτήν που παρουσίασε η πλευρά των Εναγόντων είναι διότι η ίδια δεν την είχε δει ποτέ της μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και δεν την είχε υπογράψει ποτέ της. Επέμεινε ο συνήγορος των Εναγόντων με την απορία «Έχετε πληρώσει ΛΚ250.000 με μια προφορική συμφωνία;». Η εξήγηση που έδωσε η ΜΥ1 παρατίθεται αυτούσια꞉ «Η πληρωμή είχε γίνει 19/
  31. Η αλλαγή των μετόχων είχε γίνει 13/
  32. Εφόσον δεν υπήρχε γραπτή συμφωνία, έγινε πρώτα η αλλαγή των μετόχων και μετά έγινε η πληρωμή. Γι' αυτό υπήρχε αυτή η χρονοκαθυστέρηση.». Υπεβλήθη στη ΜΥ1 ότι στις 18/3 είχαν συναντηθεί οι αγοραστές μαζί με τους πωλητές στο κατάστημα της Τράπεζας Κύπρου όπου και υπέγραψαν τη συμφωνία, η οποία είχε ετοιμαστεί κατόπιν δικών τους οδηγιών από τον δικηγόρος τους. Και πάλιν η ΜΥ1 αρνήθηκε αυτή την εκδοχή λέγοντας ότι꞉ «Στην Τράπεζα είχαμε πάει για να δώσουμε δείγματα υπογραφής και οι τέσσερις μέτοχοι της εταιρείας Τσιαμανές. Δεν την έχω δει ποτέ μου τη συμφωνία αυτή και αν την έχω υπογράψει όπως υπαινίσσεστε, να τη δω! [.] Γνώριζα ότι θα εγίνετο μια συνάντηση στην Τρ. Κύπρου με τον Θεόδωρο Ζίττη και τον πατέρα μου για να αλλάξει ο λογαριασμός που υπήρχε της εταιρείας. Ίσως δεν γνωρίζω από τραπεζιτικά θέματα, αλλά το πιο πιθανό είναι για να κλείσει ο ένας λογαριασμός και να ανοιχθεί ο άλλος.» Δεν αρνήθηκε η ΜΥ1 ότι ήταν παρών στην Τράπεζα ο δικηγόρος, παρά μόνο ισχυρίσθηκε ότι δεν θυμόταν να πει. Όσον αφορά το λογιστή, η ΜΥ1 δήλωσε ότι «Δεν νομίζω ο λογιστής να ήταν στην Τράπεζα. Τον Λογιστή τον γνώρισα μετά όταν ήμουν ήδη πρατηριούχος.». Καταληκτικά ο συνήγορος των Εναγόντων υπέβαλε στην ΜΥ1 ότι «είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε συμφωνία, είναι ηθική υποχρέωση σας να δώσετε τα δεδουλευμένα στον προηγούμενο ιδιοκτήτη», με την ΜΥ1 να απαντά ότι «Το αρνούμαι, διότι, όπως γνωρίζω, όταν αγοράζεις μετοχές μιας εταιρείας, αγοράζεις και τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της. Εξού και οι ΛΚ250.000 που έχουν πληρωθεί για εξόφληση οποιασδήποτε απαίτησης από τον προηγούμενο μέτοχο.». Γ.
  33. Η μαρτυρία του ΜΥ
  34. Ο ΜΥ2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο Ι». Όπως δήλωσε, μέχρι το τέλος του 2002, αυτός εργαζόταν στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στη Λιβύη, με συμβόλαιο από την εταιρεία J & P Group of Companies. Συνέχισε να ασκεί το επάγγελμα του ηλεκτρολόγου ηλεκτρικών εγκαταστάσεων από παραμονή Χριστουγέννων του 2002 που επέστρεψε στην Κύπρο μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου του 2003 που αποφάσισαν να αγοράσουν το επίδικο πρατήριο. Κατέληξαν σε συμφωνία αγοράς του πρατηρίου περί τις αρχές Μαρτίου και η συμφωνία αυτή ξεκίνησε να υλοποιείται με ημερομηνία ολοκλήρωσης τις 19.3.
  35. Τα διαδικαστικά τα είχαν αναλάβει ο ΜΕ2 και το λογιστικό γραφείο Γρηγορίου που διορίστηκαν από κοινού από τους πωλητές και τους αγοραστές. Θυμόταν πολύ καλά ο ΜΥ2 ότι την 19.3.2003 που ήταν και η ημερομηνία ολοκλήρωσης της συμφωνίας, δηλαδή της παράδοσης του πρατηρίου προς τους νέους μετόχους, τούτο έγινε στην παρουσία δύο διευθυντών της προμηθεύτριας εταιρείας ΕΚΟ, του ιδίου του ΜΥ2 ως του προσώπου που αναλάμβανε πλέον ως διευθυντής της εταιρείας Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ και οποίος ήταν εξουσιοδοτημένος να υπογράψει και να παραλάβει το πρατήριο και, από την άλλη, του ΜΕ1 ως πρώην διευθυντή και μετόχου της πωληθείσας εταιρείας. Κατά την παραλαβή του πρατηρίου, καταμετρήθηκε από τους Διευθυντές της ΕΚΟ το στοκ καυσίμων που βρισκόταν στο πρατήριο την 19.3.2003 και κοστολογήθηκε βάσει της τρέχουσας τιμής. Ο ΜΕ1 πληρώθηκε για την αξία του καταμετρηθέντος στοκ με επιταγή. Επίσης, ο ΜΕ1 έδωσε στον ΜΥ2 τα ονόματα όλων των χρεώστων της πωληθείσας εταιρείας μέχρι την 19.3.2003, οι οποίοι ανήρχοντο συνολικά στο ποσό των ΛΚ6.755,15, το οποίο και πλήρωσαν προς τον ΜΕ1 με μεταχρονολογημένη επιταγή ενός μηνός. Ο ΜΥ2 κατέγραψε τα ονόματα των εν λόγω χρεώστων σε χαρτί, το υπέγραψε ο ίδιος και κατόπιν τούτου έδωσε το πρωτότυπο αυτού στον ΜΕ1 και κράτησε ο ίδιος ο ΜΥ2 το αντίγραφο. Πρόκειται για το έγγραφο το οποίο η ΜΥ1 παρουσίασε και κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με την ένδειξη «Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ». Ενώπιον του Δικαστηρίου ο ΜΥ2 είδε και αναγνώρισε την υπογραφή του επί του εν λόγω εγγράφου. Θυμόταν ο ΜΥ2 ότι όταν ο ίδιος εξέδωσε τη μεταχρονολογημένη επιταγή προς τον ΜΕ1 για το ποσό των καταγεγραμμένων χρεώστων, εκείνος του σχολίασε ότι αυτοί ήταν όλοι οι χρεώστες της εταιρείας. Η επιταγή αυτή εξαργυρώθηκε και έτσι ο ΜΥ2 θεώρησε ότι δεν υπήρχε καμία άλλη εκκρεμότητα με τον ΜΕ
  36. Για το θέμα των προμηθειών που ο ΜΕ1 αξίωσε να πληρωθεί μεταγενέστερα, ο ΜΥ2 δήλωσε ότι πληροφορήθηκε για πρώτη φορά για την αξίωση αυτή περί το έτος 2009, δηλαδή μετά πάροδο 6 ετών. Ο ΜΥ2 δεν είχε δει ποτέ προηγουμένως το έγγραφο συμφωνίας που ο ΜΕ2 επικαλέστηκε ότι συνέταξε προς υπογραφήν από τους αγοραστές και τους πωλητές. Αρνήθηκε ο ΜΥ2 να είδε οποτεδήποτε είτε τη σύζυγό του (ΜΥ1) είτε τα αδέρφια της και τον πατέρα της να υπέγραψαν τέτοιο έγγραφο. Αντεξετασθείς, ο ΜΥ2 εξήγησε ότι τον κατάλογο χρεώστων που ο ίδιος συνέταξε, ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ, τον υπέγραψε μόνο ο ίδιος, γιατί ο ΜΕ1 ήθελε να τον δεσμεύσει ότι θα του πλήρωνε αυτό το ποσό, όπως και έπραξε με επιταγή της εταιρείας Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ. Αρνήθηκε ότι αυτός ο κατάλογος χρεώστων έγινε προς υλοποίηση προηγηθείσας γραπτής συμφωνίας, αφού ο ίδιος, ως ισχυρίσθηκε ο ΜΥ2, δεν είδε ποτέ του καμία γραπτή συμφωνία υπογεγραμμένη. Εκδήλωσε την πεποίθηση ο ΜΥ2 ότι «Ξέροντας τον πεθερό μου και το ποιόν του, πιστεύω ότι έγινε προφορική συμφωνία με τον κ. Ζίττη με το ττόκκα και το ο λος του ανθρώπου.». Ερωτηθείς να πει, πώς τότε συμφωνήθηκαν οι λεπτομέρειες της συμφωνίας, ο ΜΥ2 απάντησε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει διότι δεν ήταν παρών στις διαπραγματεύσεις. Γ.
  37. Η μαρτυρία του ΜΥ
  38. Ο ΜΥ3 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, η οποία κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο με την ένδειξη «Έγγραφο ΙΑ». Ο ΜΥ3 είναι σύζυγος της Ανδρούλας Προκοπίου, κόρης του Νεόφυτου Τσιαμανέ. Ο ΜΥ3 ήταν επαγγελματίας γεωργός από νεαρή ηλικία μέχρι και την ημερομηνία που έδιδε μαρτυρία στο Δικαστήριο. Ασχολείται, όπως δήλωσε, με τα χόρτα δέσμης σε κτήματα που έχει στην περιοχή Δευτεράς. Ήταν η θέση του ΜΥ3 ότι αυτός ήταν η αιτία να αγοραστεί το πρατήριο της ΕΚΟ στη Δευτερά από την οικογένεια του πεθερού του, Νεόφυτου Τσιαμανέ. Ο ίδιος ο ΜΥ3 ήταν πελάτης του εν λόγω πρατηρίου και αγόραζε πετρελεαιοειδή για τις ανάγκες των εργασιών του από τον ΜΕ
  39. Διατηρούσε άριστες σχέσεις ο ίδιος ο ΜΥ3 με τον ΜΕ1, διότι συχνάζανε στο ίδιο Σωματείο και είχε το θάρρος ο ένας του άλλου να μιλούν για διάφορα θέματα. Το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα οι δουλειές του δεν πήγαιναν καλά. Στις κουβέντες που κάνανε με τον ΜΕ1, εκείνος εισηγήθηκε στον ΜΥ3 «παρέτα τα χωράφκια τζιαι έλα να σας δώσω την δουλειά δαμέ». Χαριτολογώντας, ο ΜΥ3 ρώτησε τον ΜΕ1 πόσα ήθελε να πληρωθεί και εκείνος του απάντησε 250.000 λίρες. Ο ΜΕ1 ήξερε ότι ο πεθερός του ΜΥ3 είχε κερδίσει ένα σεβαστό ποσό στο Τζόκερ και είχε το λόγο του που άνοιξε την κουβέντα αυτή. Τούτο είχε συμβεί ένα μεσημέρι μιας μέρας τέλη Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου
  40. Ο ΜΕ1 συνήθιζε να πηγαίνει σπίτι για φαγητό. Κάθε μεσημέρι ερχόταν ο πεθερός του στο σπίτι του και έτρωγαν μαζί. Του μετέφερε ο ΜΥ3 την πρόταση του ΜΕ1 και τελειώνοντας το φαγητό πήγαν την ίδια μέρα και βρήκαν τον ΜΕ1, διότι και ο πεθερός του ΜΥ3 διατηρούσε άριστες σχέσεις με τον ΜΕ
  41. Ισχυρίστηκε ο ΜΥ3 ότι όταν ο πεθερός του ρώτησε τον ΜΕ1 πόσα ήθελε για να πωλήσει το πρατήριο, ο ΜΕ1 απάντησε ότι ήθελε ΛΚ250.000 και ότι με το ποσό αυτό ό,τι είχε η εταιρεία θα ήταν δικό τους, δηλαδή το αυτοκίνητο που κουβαλούσε πετρέλαια, άλλα μηχανήματα και γενικά ο εξοπλισμός του πρατηρίου που ήταν περιουσία της εταιρείας. Όμως ό,τι περιείχε το mini market και το στοκ των πετρελαιοειδών ήθελε να το πληρωνόταν έξτρα. Για χρεώστες δεν ανέφεραν οτιδήποτε εκείνη τη μέρα. Τούτο ο ΜΥ3 έμαθε ότι έγινε σε μεταγενέστερο στάδιο μεταξύ του ΜΕ1 και του σύγαμπρου του, του ΜΥ
  42. Απαίτησε ο ΜΕ1 να πληρωθεί και για τους χρεώστες, όπως και έγινε τελικά. Αντεξετασθείς, ο ΜΥ3 ανέφερε ότι, εξ όσων ο ίδιος είχε υπόψη του, δεν έγινε καμία νύξη για τυχόν μελλοντικές απαιτήσεις του ΜΕ1 προς την εταιρεία. Το μόνο θέμα που ήρθε στην αντίληψη του ΜΥ3 εκ των υστέρων ήταν εκείνο για τους χρεώστες που ζήτησε ο ΜΕ1 να πληρωθεί και αυτό ο ΜΥ3 το αντιλήφθηκε διότι ήταν και ο ίδιος ένας από τους χρεώστες του πρατηρίου που περιλήφθηκαν στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ. Τούτο, μάλιστα, παρά την πεποίθηση που είχε ο ΜΥ3 ότι είτε ο αγοραστής είτε ο πωλητής θα τον διεγραφε από τη λίστα, μετά που την πράξη αγοραπωλησίας του πρατηρίου που έγινε με τη δική του μεσολάβηση και βοήθεια. Κληθείς να εξηγήσει γιατί η εταιρεία και οι νέοι αγοραστές ανέλαβαν την υποχρέωση να πληρώσουν στον ΜΕ1 για τους χρεώστες της εταιρείας, ο ΜΥ3 απάντησε λέγοντας «Ήταν στη συμφωνία που έγινε εξ αρχής». Παραταύτα, αρνήθηκε ο ΜΥ3 την ύπαρξη γραπτής συμφωνίας ή/και γραπτής συμφωνίας την οποία να ετοίμασε ο δικηγόρος και την οποία να υπέγραψαν ενώπιον του τα δύο μέρη. Συγκεκριμένα, ο ΜΥ3 δήλωσε ότι «Δεν γνωρίζω αν έγινε συμφωνία και υπόγραψαν ο αγοραστής και ο πωλητής γιατί τυγχαίνει να μην είχα ούτε λόγο για υπογραφή, γιατί δεν ήμουν μέτοχος εγώ, ήταν η γυναίκα μου.». Ισχυρίστηκε ο ΜΥ3 ότι, όταν αυτός αναφέρθηκε σε «συμφωνία», η απάντηση του παρέπεμπε στην προφορική συμφωνία που ανέφερε στη γραπτή του δήλωση κατά την κυρίως εξέτασή του. Σχολίασε τα εξής꞉ «Έτσι ήταν η κουβέντα, τη θυμούμαι σαν να ήταν χτες. Για να καταλάβεις ότι ήταν τέλεια καθαρά τα πράγματα, έκλεισε μέσα σε 15 μέρες μια έτσι μεγάλη συμφωνία. Και αυτό συνέβαλε τόσο στις σχέσεις που είχαμε με τον πωλητή και με το δικηγόρο που βάλαμε από κοινού.» Αντεξετασθείς με σκοπό να προσδιορίσει σε ποιον τόπο έγινε η κατ'ισχυρισμόν προφορική συμφωνία, ο ΜΥ3 ανάφερε τα εξής꞉ «Στο πρατήριο του κ. Ζίττη και σε μεταγενέστερο στάδιο που ήταν να κλείσει η συμφωνία εκανόνισα και εφκύκαμε έξω οικογενειακώς, εγώ, ο πεθερός μου ο κ. Ζίττης με τες συζύγους μας. Φιλικά. Ούτε συζήτηση έγινε. Η συμφωνία έγινε με δκυο λόγια. Όσην ώρα άνοιξα την κουβέντα, έκλεισε η συμφωνία.». Κληθείς να εξηγήσει πότε αποτάθηκαν στον κοινό δικηγόρο, ο ΜΥ3 απάντησε ότι τούτο έγινε «Μετά που επιάσαμε το ΟΚ από την εταιρεία ΕΚΟ. Μετά τη συνάντηση που είχαμε στα γραφεία της εταιρείας. Και μετά από συνεννόηση με το Ζίττη εδιορήσαμε το Μιχαλάκη Κληρίδη και το άλλο που θυμούμαι, αφήσαμε τους ίδιους λογιστές και αναθέσαμε τους να μεταφέρουν την εταιρεία.». Δήλωσε βέβαιος ο ΜΥ3 ότι ήταν παρών ο ίδιος κατά την ανάθεση στον δικηγόρο ΜΕ2, εντούτοις δεν συγκεκριμενοποίησε τί ζήτησαν του ΜΕ2 να κάνει, παρά μόνον ο ΜΥ3 ισχυρίστηκε ότι αυτός έδωσε στον ΜΕ2 την εντολή «Να αναλάβει αυτή την υπόθεση. Εκείνος ήξερε τί να κάμει.». Ήταν τέλος η θέση του ΜΥ3 ότι ο ίδιος προσωπικά εξακολουθεί να διατηρεί άριστες σχέσεις με τον ΜΕ
  43. Δ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ ΚΑΙ ΕΥΡΗΜΑΤΑ Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας και είχα την ευκαιρία να δω την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς και να συγκρίνω τα λεγόμενά τους με το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιόν μου. Αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος και προκατάληψη - Phipson on Evidence, 14th edition, σελίδα 251). Κατά τη διάρκεια της αποτίμησης της αξιοπιστίας τους, είχα κατά νου ότι αυτό είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη

(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας απολύτως σχετική είναι η εκτεταμένη ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, Hippasus, 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί σε γενικές γραμμές στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση (Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν Ηροδότου, Π.Ε. 332/09, ημερ. 10.6.13, Re N-BCM
(2002)EWCA Civ. 1052, C & A Pelekanos Associates Limited ν Πελεκάνου
(1999)1(B) ΑΑΔ 1273). Η συμπεριφορά μάρτυρα κατά την αντεξέταση δεν φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία από ό,τι έχει κατά την κυρίως εξέταση και επανεξέταση (Attorney-General for the Sovereign Base Areas of Akrotiri and Dhekelia ν Steinhoff
(2005)UKPC 31). Πέραν τούτου, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489), αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές (Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(B) ΑΑΔ 1172). Τα ευρήματα αξιοπιστίας είναι αλληλένδετα με τη συνολική εκτίμηση της μαρτυρίας και των προεκτάσεων της και συναρτώνται με την αντικειμενική όψη των πραγμάτων (Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12). Αυτή η προσέγγιση επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου και την πίστη του κοινού στη δικαστική διαδικασία (Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα
(1992)1(B) ΑΑΔ 1056). Τέλος, σημειώνω ότι αποτελεί βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014 και Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718). Στην παρούσα υπόθεση, προσήλθαν τα δύο μέρη ενώπιον του Δικαστηρίου με δύο αντίθετες και αντιμαχόμενες εκδοχές γεγονότων. Στο δικαστήριο εναπόκειται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που δόθηκε προς υποστήριξη της κάθε εκδοχής, για να αποφανθεί ποιαν από τις δύο αποδέχεται και να καταλήξει στα ευρήματα πραγματικών γεγονότων. Το κεντρικό στοιχείο αντιδικίας σε σχέση με το οποίο θα αξιολογηθεί στη λεπτομέρειά της η μαρτυρία είναι το εξής꞉ αν ευσταθεί ο ισχυρισμός γεγονότων που υποστήριξαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι υπογράφηκε γραπτή συμφωνία για την αγοραπωλησία του πρατηρίου με όρους ως αυτούς που περιέχονται στο Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Δ, ή αν, αντίθετα, ευσταθεί ο ισχυρισμός γεγονότων που υποστήριξαν οι μάρτυρες υπεράσπισης ότι η συμφωνία για την αγοραπωλησία του πρατηρίου έγινε προφορικά και πως η μόνη γραπτή συμφωνία που συνήφθη βάσει της εν λόγω προφορικής συμφωνίας ήταν για τον κατάλογο των χρεώστων που θα αναλάμβαναν οι αγοραστές του πρατηρίου να αποπληρώσουν προς τους πωλητές του πρατηρίου ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ, καθώς και ότι η εν λόγω γραπτή συμφωνία σε ό,τι αφορά τους χρεώστες ήταν τελική, οριστική και εξαντλητική. Αν, ως ζήτημα πραγματικών γεγονότων, το Δικαστήριο καταλήξει να αποδέχεται την εκδοχή των Εναγόντων, ότι οι όροι αγοραπωλησίας του πρατηρίου αποτυπώθηκαν σε γραπτή συμφωνία ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Δ, τότε θα προχωρήσει, ως ζήτημα νομικό, να ερμηνεύσει τους εν λόγω γραπτούς όρους, για να διαπιστώσει πως αυτοί δύνανται να στηρίξουν αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων κατά των Εναγομένων. Αν απορρίψει την εκδοχή των Εναγόντων, τότε τυχόν αποδοχή της θέσης των Εναγομένων ότι υπήρξε γραπτή συμφωνία για εξαντλητική καταγραφή των χρεώστων της εταιρείας ως ο κατάλογος του Τεκμηρίου 3 υπό Έγγραφο Θ, ο οποίος και εξοφλήθηκε δεόντως, τότε η αξίωση των Εναγόντων θα υπόκειται σε απόρριψη. Η δοθείσα μαρτυρία κρίνεται υπό το φως μιας σημαντικής παραμέτρου꞉ ότι τα γεγονότα για τα οποία έδωσαν μαρτυρία οι μάρτυρες εκτυλίχθηκαν πριν από 13 χρόνια! Τόσος είναι ο χρόνος που μεσολάβησε από το 2003 που συνήφθη η επίδικη σύμβαση μέχρι το 2016 που διεξήχθη η ακρόαση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου. Η μνήμη ασφαλώς και αδυνατεί όσο μεγαλύτερο είναι το χρονικό διάστημα που παρέρχεται από ένα συμβάν. Είναι επίσης αναμενόμενο κάποια έγγραφα / αποδείξεις / δικαιολογητικά έγγραφα να μην εντοπίζονται εύκολα μετά από τόσα χρόνια, εκτός όπου από νωρίς διαφαίνεται μια αιτία αντιδικίας όπου τα μέρη έχουν λογικά συμφέρον να διαφυλάξουν τέτοια αποδεικτικά στοιχεία. Εξετάζω, λοιπόν, σε πρώτη φάση το πώς επηρεάζει την αξιολόγηση της εκδοχής των Εναγόντων το γεγονός ότι δεν προσκόμισαν το πρωτότυπο ή έστω αντίγραφο υπογεγραμμένης γραπτής συμφωνίας ημερ. 18.3.2003, ως ισχυρίζονται ότι είχε συναφθεί και υπογραφεί κατά τον εν λόγω ουσιώδη χρόνο. Στο Σύγγραμμα «Το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές», των Τάκη Ηλιάδη & Νικόλα Σάντη, Hipassus Publishing, Λευκωσία 2014, στη σελ. 354 αναφέρονται τα εξής꞉ «Η απόδειξη περιεχομένου εγγράφου μπορεί να επιτευχθεί με πρωτογενή ή δευτερογενή (δευτερεύουσα) μαρτυρία. (...) Η πρωτογενής μαρτυρία λαμβάνει μορφή παρουσίασης του αρχικού εγγράφου, αντιγράφου ήδη καταχωρισθέντος εγγράφου ή ακόμη και παραδοχής του περιεχομένου του.» Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο διάδικος ο οποίος θα βασισθεί στο περιεχόμενου εγγράφου, θα πρέπει να παρουσιάσει το πρωτότυπο του εγγράφου αυτού (Kejala v Noble
(1982)75 Cr App R 149, R v Kitson
(1853)6 Cox CC 159). Αντίγραφα εγγράφου που υπογράφονται από όλους τους συμβαλλομένους, θεωρούνται ως πρωτότυπα (Forbes v Samuel
(1913)3 KB 706). Στη σελ. 360 του ιδίου Συγράμματος αναφερονται τα εξής αναφορικά με την περίπτωση απώλειας του αρχικού εγγράφου꞉ «Βάσει του άρθρου 34
(1)(β) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, όταν το αρχικό έγγραφο δεν μπορεί να εντοπιστεί μετά από προσεκτική έρευνα και ανεξαρτήτως αν συνεχίζει να υφίσταται ή όχι, το περιεχόμενο του μπορεί να αποδειχθεί με δευτερογενή μαρτυρία, φτάνει να δίδεται επαρκής δικαιολογία για τη μη προσαγωγή του πρωτοτύπου. Το βάρος απόδειξης ότι το αρχικό έγγραφο χάθηκε, βαρύνει το διάδικο που επιθυμεί να βασιστεί στο περιεχόμενο του και ο οποίος θα πρέπει να αποδείξει ότι προέβη σε όλες τις εύλογες προσπάθειες με τα μέσα που είχε στη διάθεσή του (R v Saffron Hill
(1852)22 LJMC 22) ή σε όλες τις δέουσες ενέργειες για ανεύρεση του πρωτοτύπου (R v Wayte
(1983)76 Cr App R 110, Papadopoulos v The Republic
(1980)2 CLR 10). Η έρευνα δεν είναι αναγκαίο να είναι πρόσφατη ούτε και να έχει γίνει για σκοπούς της δίκης (Fitz v Rabbits
(1837)2 M & Rob 60). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης αλλά και τη σπουδαιότητα του εγγράφου (R v Hall
(1872)12 Cox CC 159, Brewster v Sewell
(1820)B & Ald 296). Στη National Bank of Greece v Masonou
(1980)1 CLR 195, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε το χειρισμό του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποδεχθεί προφορική μαρτυρία για την απόδειξη των τραπεζικών καταθέσεων μετά που παρουσιάστηκε μαρτυρία ότι τα πρωτότυπα τραπεζικά έγγραφα είχαν εγκαταλειφθεί στην Αμμόχωστο μετά την Τουρκική εισβολή του 1974 (βλ., επίσης, Panayi v Zouvani
(1987)1 CLR 58, Neocleous v The Police
(1973)2 CLR 310).». (Η έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Η δευτερογενής (δευτερεύουσα) μαρτυρία μπορεί να πάρει χαρακτήρα φωτοαντίγραφου ή αντίγραφου φωτοαντίγραφου ή ακόμη και προφορικής μαρτυρίας (Nanoka Limited v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 471) και αυτό διότι δεν υπάρχουν βαθμοί δευτερογενούς μαρτυρίας (Behitch v The Attorney-General (1954-1955) 20 CLR 14, Doed Gilbert v Ross
(1840)7 M & W 102). Στη Nanoka Limited v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 471, ανωτέρω η υπόθεση είχε ως εξής꞉ Αστυνομικός (ΜΚ1) επισκέφθηκε ένα κέντρο γύρω στις 4.15 το πρωΐ της 2/8/97 και παρατήρησε ότι υπήρχαν μέσα στο κέντρο γύρω στα 30 πρόσωπα που κάθονταν σε τραπεζάκια και έτρωγαν. Ζήτησε το Διευθυντή και παρουσιάστηκε ο Α΄ κατηγορούμενος στην πρωτόδικη διαδικασία, ο οποίος του ανέφερε ότι ήταν ο επιχειρηματίας του υποστατικού. Ο Αστυνομικός του ζήτησε την άδεια λειτουργίας του κέντρου και εκείνος του υπέδειξε ανηρτημένη σε περίοπτη θέση μέσα στο υποστατικό την άδεια του κέντρου. Ο ΜΚ1 αφού τη διάβασε και διαπίστωσε ότι η άδεια είχε εκδοθεί στην εταιρεία NANOKA LIMITED, ότι ίσχυε μέχρι τις 31/12/97 και ότι οι ώρες λειτουργίας ήταν από τις 7.00 το πρωΐ μέχρι τις 2.00 το πρωΐ της αμέσως επόμενης μέρας, πληροφόρησε τον υπεύθυνο του κέντρου ότι θα καταγγελθεί τόσο αυτός όσο και η εταιρεία. Καταχωρήθηκε ποινική υπποθεση στο Δικαστήριο. Κατά την ακρόαση, όταν ο Αστυνομικός προσπάθησε να αναφερθεί στο περιεχόμενο της άδειας, που ήταν αναρτημένη στα υποστατικά της εφεσείουσας, η Υπεράσπιση ήγειρε ένσταση ότι ο αστυνομικός δεν μπορούσε να αναφερθεί στο περιεχόμενο ενός εγγράφου που είχε διαβάσει και ότι το έγγραφο θα έπρεπε να κατατεθεί και να βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου όταν ο μάρτυς θα κατέθετε. Όμως η Υπεράσπιση, που μπορούσε να παρουσιάσει το έγγραφο αφού βρισκόταν στην κατοχή της εφεσείουσας εταιρείας, δεν το παρουσίασε και η Κατηγορούσα Αρχή δεν είχε άλλη επιλογή παρά να καταφύγει σε δευτερεύουσα μαρτυρία. Λέχθηκε κατ΄έφεση ότι꞉ «Η δευτερεύουσα μαρτυρία που μπορεί να παρουσιαστεί για να αποδείξει το περιεχόμενο ενός εγγράφου μπορεί να πάρει τη μορφή αντίγραφου, ενός αντίγραφου αντιγράφου ή προφορικής μαρτυρίας. Η προφορική μαρτυρία μπορεί να προέλθει και από ένα Αστυνομικό που είχε διαβάσει ένα πιστοποιητικό αν ο κατηγορούμενος δεν το παρουσιάσει στο Δικαστήριο. (Williams v. Russell [1933] 97 JP 128, R. v. Oliver [1943] 2 All ER 800 και John v. Humphreys [1955] 1 All E.R. 793). Στην παρούσα περίπτωση η Κατηγορούσα Αρχή επέλεξε την προφορική μαρτυρία που δόθηκε από τον Αστυνομικό που διενήργησε τον αστυνομικό έλεγχο, αφού ο τελευταίος διάβασε το πρωτότυπο που ήταν αναρτημένο μέσα στο εστιατόριο. Έχοντας υπόψη ότι το πρωτότυπο ήταν αναρτημένο μέσα στο εστιατόριο, ότι το αντίγραφο είχε κατατεθεί σε άλλη ποινική υπόθεση, ο φάκελος της οποίας είχε απωλεσθεί, η μαρτυρία που δόθηκε μπορούσε να γίνει αποδεκτή.». Στην παρούσα υπόθεση, ο ΜΕ1 εξήγησε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ότι έκανε έρευνα στο προσωπικό του αρχείο, στο λογιστή του και στην τράπεζα προς αναζήτηση του πρωτοτύπου της υπογεγραμμένης συμφωνίας, η οποία έρευνα κατέληξε να είναι ατελέσφορη. Θυμόταν ότι παρέδωσε το πρωτότυπο στο λογιστή του, ο οποίος δεν το εντόπιζε πλέον για να του το δώσει, διότι μάλλον το κατέθεσε σε κάποιαν δημόσια υπηρεσία. Παρατηρώ ότι ο ΜΕ1 δεν αντεξετάσθηκε αναφορικά με το εφικτό και ευκτέο της έρευνας για την ανεύρεση του γραπτού κειμένου συμφωνίας. Δεν αντεξετάσθηκε ο ΜΕ1 από το συνήγορο Υπεράσπισης αναφορικά με το χρόνο διεξαγωγής της ισχυριζόμενης έρευνας που διενήργησε ο ΜΕ1 για την ανεύρεση του εγγράφου της συμφωνίας ούτε αντεξετάσθηκε σε σχέση με το αν το έγγραφο αυτό έπρεπε ή μπορούσε να είχε διαφυλαχθεί ενόψει της διαφαινόμενης αντιδικίας από την ημερομηνία που η προμηθεύτρια εταιρεία πετρελαιοειδών πλήρωσε τις προμήθειες αναδρομικά προς τους Εναγόμενους αντί προς τους Ενάγοντες και η οποία πληρωμή τοποθετείται να έγινε στις 31.3.2004 βάσει του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Α που παρουσίασε ο ΜΕ
  1. Η μόνη γραμμή υπεράσπισης που υποβλήθηκε στον ΜΕ1 ήταν ότι δεν υπήρξε ποτέ έγγραφη συμφωνία για την αγοραπωλησία της εταιρείας THEO ZITTIS & SONS LTD και του πρατηρίου της, πλην εκείνης που αποτυπώθηκε στο Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ για την καταγραφή των χρεωστών. Συνεπώς, άνοιξε ο δρόμος για την προσκόμιση από πλευράς Εναγόντων δευτερογενούς μαρτυρίας για την απόδειξη της σύναψης και υπογραφής της ισχυριζόμενης γραπτής συμφωνίας ημερ. 18.3.
  2. Με δεδομένο ότι νομολογιακά κρίνεται επιτρεπτή, ως δευτερεύουσα μαρτυρία, η προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας, προχωρώ να εξετάσω την αξιοπιστία της προφορικής μαρτυρίας του ΜΕ1 και του ΜΕ2 επί του εν λόγω ζητήματος, δηλαδή της υπογραφής γραπτής συμφωνίας αγοραπωλησίας της εταιρείας και του πρατηρίου της. Γενικά, ο ΜΕ1 μου έκανε θετική εντύπωση ως μάρτυρας γεγονότων. Πρόκειται για ηλικιωμένο άτομο, ο οποίος εξέθεσε στο Δικαστήριο από μνήμης τα γεγονότα χωρίς να εμφανίζει κενά μνήμης ή δυσκολία έκφρασης ή αναφοράς στα έγγραφα που είχε στην κατοχή του. Τα μόνα σημεία στα οποία έδειξε δυσκολία αντίληψης ήταν όταν κλήθηκε από το συνήγορο Υπεράσπισης να απαντήσει σε υποβολές για το ορθό ή εσφαλμένο της καταχώρησης της παρούσας αγωγής για τη διεκδίκηση του αξιούμενου ποσού κατά της Εναγόμενης εταιρείας. Τούτο όμως είναι ζήτημα νομικό, το οποίο θα κριθεί από το Δικαστήριο και όχι από μάρτυρα γεγονότων. Σε ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του ΜΕ1, δεν υπήρξε αντεξέταση. Ειδικότερα, παρέμειναν αναντίλεκτα όσα αυτός δήλωσε σχετικά με το πώς υπολογίστηκε το αξιούμενο ποσό, μετά από ποιες συναντήσεις είχε ο ΜΕ1 με την προμηθεύτρια εταιρεία και το λογιστή κ. Γρηγορίου. Ομοίως, όσα ο ΜΕ1 ανέφερε σχετικά με την έγερση της αγωγής αρ. 4985/15 κατά της προμηθεύτριας εταιρείας, της κατάληξης που είχε εκείνη η αγωγή και της επακόλουθης αλληλογραφίας που είχαν οι Ενάγοντες με τους Εναγόμενους της παρούσας αγωγής για διεκδίκηση από αυτούς του αξιούμενου ποσού, δεν αμφισβητήθηκαν με αντεξέτασή του από την Υπεράσπιση. Το μόνο σημείο της μαρτυρίας του ΜΕ1 που κρίνω ότι δεν τεκμηριώθηκε είναι εκείνο που αφορά στο ποσοστό τόκου 9% που κατ ισχυρισμό λαμβάνει για τραπεζικό λογαριασμό του. Δεν προσήλθε έτοιμος να αποδείξει το ποσοστό αυτό. Όσον αφορά το επίμαχο θέμα της σύναψης και υπογραφής γραπτής συμφωνίας αγοραπωλησίας της εταιρείας των Εναγόντων και του πρατηρίου της εταιρείας, δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρας ο ίδιος ο λογιστής, κ. Γρηγορίου, για να μπορεί να ελεγχθεί η αξιοπιστία αυτής καθ εαυτής της δήλωσης του ΜΕ1 περί του ότι είχε δώσει σε εκείνον το υπογεγραμμένο κείμενο της γραπτής συμφωνίας. Παρατηρώ όμως ότι θα μπορούσε να είχε κλητευθεί ο λογιστής ακόμη και από αυτούς τους ίδιους τους Εναγόμενους, αν ήθελαν να αμφισβητήσουν τη συγκεκριμένη δήλωση, εφόσον τον διατήρησαν ως λογιστή τους και γνώριζαν πού να τον εντοπίσουν για να τον κλητεύσουν. Πάντως, η μαρτυρία του ΜΕ1 περί της συνομολόγησης συμφωνίας για την αγοραπωλησία του πρατηρίου, ημερ. 18.3.2003, και όχι 20.3.2003 ως ισχυρίζονται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι, συνάδει και με το γεγονός ότι αυτή ήταν η ημερομηνία συνομολόγησης της συμφωνίας που δικογράφησαν εξ αρχής οι Ενάγοντες και στο πλαίσιο της αγωγής 4985/2005 (βλ. Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Α). Όσον αφορά την ισχυριζόμενη σύναψη της συμφωνίας στις 20.3.2003, παρατηρώ ότι η ίδια η ΜΥ1 αναίρεσε και /ή διόρθωσε την ημερομηνία αυτή κατά την προφορική της μαρτυρία στο Δικαστήριο σε «19.3.2003». Δεν ήταν δηλαδή σταθερή η εκδοχή των Εναγομένων για συμφωνία ημερ. 20.3.
  3. Ο ΜΕ2 υπήρξε μάρτυρας κλειδί στη διαδικασία. Τούτο διότι ο διορισμός του ως δικηγόρου και των δύο πλευρών (πωλητών και αγοραστών της εταιρείας) ήταν παραδεκτός από όλους τους μάρτυρες. Καταλυτικής σημασίας για την απόδειξη της εκδοχής των Εναγόντων ως αληθούς και αξιόπιστης, είναι το γεγονός ότι ο ΜΕ2 παρουσίασε απόδειξη πληρωμής αμοιβής αυτού από τους Εναγόμενους (βλ. το Έγγραφο Ζ1) για διάφορες εργασίες που προσέφερε σε σχέση με την πράξη της επίδικης αγοραπωλησίας, στις οποίες περιλαμβάνεται «η σύνταξη συμφωνίας» (βλ. το Έγγραφο Ζ2). Δεν αμφισβητήθηκε από την ΜΥ1 το περιεχόμενο των τεκμηρίων ως τα Έγγραφα Ζ1 και Ζ
  4. Κατέστη συνεπακόλουθα παραδεκτό ότι οι Εναγόμενοι πλήρωσαν, ανάμεσα σε άλλα, το ποσό των ΛΚ1063 για τη «σύνταξη συμφωνίας» από τον ΜΕ2 και περαιτέρω ποσό ΛΚ100 για «συνάντηση στην τράπεζα για υπογραφή». Έχοντας δει ενωπιον μου τη ΜΥ1 να δίδει δια ζώσης μαρτυρία, διέκρινα την οξυδέρκειά της και την ικανότητά της να χειρίζεται με ευστροφία το λόγο. Παραταύτα δεν με έπεισαν οι εξηγήσεις που προσπάθησε να δώσει για να αντικρούσει τη συνομολόγηση γραπτής συμφωνίας και την υπογραφή αυτής από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ
  5. Επισημαίνω συναφώς ότι η ΜΥ1 έδειξε να επιμένει ότι οι Εναγόμενοι δεν οφείλουν στους Ενάγοντες το αξιούμενο ποσό διότι τούτο δεν καταγράφηκε ρητά σε έγγραφη συμφωνία (εν προκειμένω, ως η θέση της, στον κατάλογο χρεωστών ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ, που, ως η θέση της, είναι η μόνη γραπτή συμφωνία που συνομολογήθηκε μεταξύ πωλητών και αγοραστών). Μου κάνει, λοιπόν, μεγάλη εντύπωση το γεγονός ότι η ΜΥ1 δέχθηκε ότι οι Εναγόμενοι πλήρωσαν ΛΚ1063 για τη «σύνταξη συμφωνίας» από το δικηγόρο ΜΕ2, χωρίς όμως η ΜΥ1 να πει στο Δικαστήριο ποια ήταν αυτή η συμφωνία. Το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ, που όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης περιέγραφαν ως τη μόνη γραπτή συμφωνία που γνώριζαν και αναγνώριζαν, σε καμία περίπτωση δεν τη συνέταξε ο δικηγόρος ΜΕ
  6. Όπως όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης δήλωσαν, το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ συντάχθηκε και υπογράφηκε μόνο από τον ΜΥ2, στην παρουσία του ΜΕ1, στην απουσία του δικηγόρου ΜΕ
  7. Η προφορική συμφωνία αγοραπωλησίας την οποία επικαλούνταν όλοι οι μάρτυρες υπεράσπισης, δεν χωρούσε σύνταξης από δικηγόρο και δεν ήταν κάτι για το οποίο να δικαιολογείτο χρέωση από δικηγόρο ποσού ΛΚ
  8. Επομένως, η μόνη συμφωνία που τέθηκε ενώπιον μου ως συνταχθείσα από τον ΜΕ2 είναι εκείνη που ο ίδιος παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Δ). Καταλήγω να αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ2 ότι εκείνη είναι η συμφωνία που ο ίδιος συνέταξε κατ' εντολή των πωλητών και των αγοραστών και την οποία ο ίδιος είδε να υπογράφεται στην παρουσία του από όλα τα συμβαλλόμενα μέρη. Απορρίπτω τη μαρτυρία των ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3 στο βαθμό που συγκρούεται με αυτήν του ΜΕ
  9. Στο σημείο αυτό αξίζει να διευκρινίσω ότι όσα ο ΜΥ3 προσήλθε για να αφηγηθεί με λόγο απλό, αυθεντικό και παραστατικό για το πως ο ίδιος μεσολάβησε ώστε να συναντηθεί ο πεθερός του με τον ΜΕ1 και να καταλήξουν προφορικά να συμφωνούν στο να προχωρήσουν στην αγοραπωλησία της πρατηριούχου εταιρείας και του πρατηρίου δεν συγκρούονται με τα λεγόμενα του ΜΕ2, αφού όπως διευκρίνισε ο ίδιος ο ΜΥ3 πρώτα υπήρξε προφορικά η κατάληξη σε προσυμφωνία και μετά ο ίδιος ανέθεσε στον ΜΕ2 να πράξει ό,τι χρειαζόταν για την υλοποίηση της συμφωνίας. Ο ΜΕ2, λοιπόν, στο πλαίσιο του επαγγέλματος του ως δικηγόρου λέγει ότι συνέταξε την συμφωνία ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Δ και ότι συμπεριέλαβε σε αυτήν όρους που οι αγοραστές και οι πωλητές του ζήτησαν να περιλάβει. Παρομοίως, όσα ο ΜΥ2 προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει σχετικά με τη δική του ανάμειξη στην παράδοση του πρατηρίου στους αγοραστές την 19.3.2003 και στην από μέρους του ΜΥ2 σύνταξη του καταλόγου όσων χρωστούσαν με το μήνα προς την πωλούμενη εταιρεία μέχρι τις 18.3.2003 ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ, δεν αναιρούν ούτε αποκλείουν την εκδοχή των Εναγόντων για ύπαρξη έγγραφης συμφωνίας αγοραπωλησίας ως το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Θ, αφού αντίθετα φαίνεται να απηχούν στο γεγονός ότι υπήρξε εκτέλεση (και όπως το αντιλαμβάνομαι, οι Ενάγοντες λένε μερικώς, ενώ οι Εναγόμενοι λένε πλήρως) ενός από τους όρους που περιέχονταν στην εν λόγω έγγραφη συμφωνία, ως θα την αναλύσω και ερμηνεύσω πιο κάτω. Άλλωστε, όλα όσα έγιναν προς εκτέλεση της συμφωνίας αγοραπωλησίας, όπως τα περιέγραψαν οι μάρτυρες υπεράσπισης, αν και τα απέδωσαν σε μέτρα εκτέλεσης προφορικής συμφωνίας, φαίνεται να υλοποιούν επακριβώς τους όρους της παρουσιασθείσας από τον ΜΕ2 γραπτής συμφωνίας. Παραθέτω τη συμφωνία που παρουσίασε ο ΜΕ2 για να γίνει αντιληπτό αυτό που αναφέρω꞉ ΣΥΜΦΩΝΙΑ Η Συμφωνία αυτή γίνεται σήμερα την 18ην Μαρτίου 2003 στη Λευκωσία ΜΕΤΑΞΥ των κ.κ. ΜΕΤΟΧΟΙ ΑΡ. ΜΕΤΟΧΩΝ Θεόδωρου Ζίττη από Καλχηδώνος 16, Μακεδονίτισσα ογδόντα
(80)Χρυσάνθης Ζίττη από Καλχηδώνος 16, Μακεδονίτισσα είκοσι
(20)ΣΥΝΟΛΟ ΜΕΤΟΧΩΝ εκατόν
(100)Αποκλειστικών μετόχων όλων των μετόχων της εταιρείας THEO ZITTIS & SONS LIMITED οι οποίοι συμβάλλονται στην παρούσα υπόθεση ως οι μόνοι μέτοχοι της πιο πάνω εταιρείας και ταυτόχρονα ως διευθυντές αυτής εκπροσωπούντες το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου το οποίο έχει εκδοθεί και έχει καταβληθεί ως την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας, όσο και ολόκληρο το διοικητικό συμβούλιο αυτής (οι οποίοι για τους σκοπούς και όρους της παρούσας συμφωνίας θα καλούνται «ΟΙ ΠΩΛΗΤΕΣ») από το ένα μέρος και των κ.κ.
  1. Χαρίτας Ν. Τσιαμανέ από Ανεξαρτησίας 19, Πάνω Δευτερά
  2. Ανδρούλλας Ν. Προκοπίου από Μαχαιρά 14, Πάνω Δευτερά
  3. Προκόπη Ν. Προκοπίου από Μαχαιρά 16, Πάνω Δευτερά
  4. Νεόφυτου Προκοπίου από Μαχαιρά 16, Πάνω Δευτερά Συμβαλλομένων στην παρούσα συμφωνία μαζί και ξεχωριστά, αλληλέγγυα και εις ολόκληρο για κάθε μια όλες τις πρόνοιες, διευθετήσεις, υποχρεώσεις και προϋποθέσεις της παρούσας συμφωνίας (οι οποίοι για τους σκοπούς και τους όρους της παρούσας Συμφωνίας θα καλούνται «ΟΙ ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ») από το άλλο μέρος και διαλαμβάνει τα ακόλουθα꞉ ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ οτι οι Πωλητές με την ιδιότητά τους ως αποκλειστικοί μέτοχοι της εταιρείας THEO ZITTIS & SONS LIMITED (η οποία για τους σκοπούς και όρους της παρούσας συμφωνίας θα καλείται «Η ΕΤΑΙΡΕΙΑ») είναι οι ιδιοκτήτες ενός πρατηρίου πετρελαιοειδών μετά πλυντηρίου αυτοκινήτων εξοπλισμένων με όλα τα απαραίτητα στοιχεία ενεργητικού και απαραίτητου συναφούς εξοπλισμού τα οποία απαριθμούνται και αναφέρονται στον επισυνημμένο στην παρούσα συμφωνία Κατάλογο Α ο οποίος αφού μονογραφηθεί από τους συμβαλλόμενους θα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος και όρο της παρούσας συμφωνίας και ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ότι η προμηθεύτρια εταιρεία έχει συμφωνήσει όπως συνεχίσει να προμηθεύει με τα προϊόντα της το πρατήριο με τους νέους διαχειριστές και ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ότι οι πωλητές επιθυμούν να πωλήσουν όλες τις μετοχές που κατέχουν στην εταιρεία στους αγοραστές και ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ότι οι Αγοραστές αποδέχονται να αγοράσεις όλες τις μετοχές της εταιρείας με τους πιο κάτω όρους και προϋποθέσεις δεσμεύσεις και υποχρεώσεις και των δύο πλευρών, ΣΥΜΦΩΝΟΥΝΤΑΙ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΩΝ ΤΑ ΑΚΟΛΟΥΘΑ꞉ Οι πωλητές με αντάλλαγμα τα κατωτέρω, με την παρούσα συμφωνία πωλούν και οι αγοραστές αποδέχονται για αγορά όλες τις μετοχές της εταιρείας με όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της εταιρείας που αναφέρονται στον κατάλογο εκτός από στοκ καυσίμων και μηχανελαίων τα οποία αφού υπολογίστηκαν θα πληρωθούν με επιπρόσθετο τίμημα. Σαν αντάλλαγμα πώλησης συμφωνείται το ποσό των λιρών Κύπρου διακοσίων πενήντα χιλιάδων (ΛΚ250.000) και επί πλέον η αξία των καυσίμων και μηχανελαίων το οποίο θα προστεθεί ως η παράγραφος 1 πληρωτέο ως ακολούθως꞉ Ολόκληρο το ποσό του τιμήματος όπως και η αξία του στοκ καυσίμων και μηχανελαίων θα καταβληθεί και θα δεσμευθεί σε Τράπεζα προς όφελος των πωλητών μέχρι συμπλήρωσης όλων των διαδικασιών αλλαγής ονόματος, διευθυντών και γραμματέως, όπως και μετόχων αλλά και ολοκλήρωσης όλων των διαδικασιών με την προμηθεύτρια εταιρεία πετρελαιοειδών. Με την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας και την κατ΄ακολουθία αυτής εξόφληση του τιμήματος συμφωνείται ανεπιφύλακτα μεταξύ των συμβαλλομένων ότι οι Αγοραστές θα αναλάβουν τον πλήρη έλεγχο και την αποκλειστική κατοχή και διαχείριση όλων των στοιχείων του ενεργητικού της εταιρείας και επίσης θα δικαιούνται να λειτουργούν την επιχείρηση κατά την απόλυτη και ελεύθερη κρίση και βούληση τους χωρίς οποιαδήποτε επέμβαση των πωλητών. Συμφωνείται μεταξύ των συμβαλλομένων ότι όλες οι κάθε φύσης υποχρεώσεις της εταιρείας (χρέη, φόροι, επιβαρύνσεις κ.α.) μέχρι την ημέρα υπογραφής της παρούσας συμφωνίας θα παραμείνουν υποχρεώσεις των Πωλητών για τις οποίες αναλαμβάνουν ανεπιφύλακτα καθένας προσωπικά, ξεχωριστά και αλληλέγγυα την ευθύνη να διευθετήσουν εξοφλήσουν και διακανονίσουν απαλλάσσοντες έτσι τους αγοραστές από οποιαδήποτε ευθύνη για τις υποχρεώσεις αυτές. Για πλήρη διασάφηση δηλώνεται και από τις δύο πλευρές ότι οι Αγοραστές θα υπέχουν ευθύνη αποκλειστικά και μόνο για οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της εταιρείας προς τρίτους οι οποίες ήθελαν δημιουργηθεί μετά την ημερομηνία υπογραφής της παρούσας συμφωνίας. Προς το σκοπό αυτό οι πωλητές θα υπογράψουν ο καθένας σαν εγγυητής και θα παράσχουν τραπεζική εγγύηση για το ποσό των ΛΚ50.000 για πλήρη εξασφάλιση των αγοραστών από πιθανές αξιώσεις δανειστών ή/και κρατικών υπηρεσιών. Η τραπεζική εγγύηση θα επιστραφεί και θα ακυρωθεί μετά την πλήρη εκκαθάριση των φορολογικών εκκρεμοτήτων της εταιρείας μέχρι της ημέρας της υπογραφής. Οι πωλητές θα δικαιούνται να εισπράξουν όλες τις οφειλές τρίτων προς την εταιρεία που δημιουργήθηκαν πριν την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας και οι αγοραστές υποχρεούνται να τους βοηθήσουν και/ή να τους επιτρέψουν εάν χρειασθεί να λάβουν δικαστικά μέτρα εξ ονόματος της εταιρείας αλλά πάντοτε με έξοδα των αγοραστών. Εάν το αποτέλεσμα είναι εναντίον των αγοραστών, τότε οι ίδιοι ευθύνονται για τυχόν καταδίκη της εταιρείας σε έξοδα. [...] [...] Περαιτέρω συμφωνείται πως οι πωλητές υποχρεούνται να ετοιμάσουν λογαριασμούς της εταιρείας μέχρι και την 31/12/2002 και να εξασφαλίσουν έγκρισή τους από το γραφείο φόρου εισοδήματος, να ετοιμάσουν λογαριασμούς για την περίοδο 1/1/03 μέχρι 19/3/03 και οποιοσδήποτε φόρος προκύψει θα είναι σε βάρος των πωλητών, να καταχωρήσουν στον έφορο εταιρειών ετήσιες εκθέσεις (ΗΕ32) μέχρι και την 31/12/02, νε μεριμνήσουν για τη μεταβίβαση των μετοχών στους αγοραστές όπως οι αγοραστές θα υποδείξουν, να εξασφαλίσουν πιστοποιητικό νέων μετόχων, να υποβάλουν παραίτηση από κάθε αξίωμα που κατέχουν στην εταιρεία, να εξασφαλίσουν στους αγοραστές πιστοποιητικό νέων διευθυντών και νέου γραμματέως όπως οι αγοραστές θα υποδείξουν και νέαν διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου εάν οι αγοραστές ήθελαν υποδείξει. Επειδή δε οι αγοραστές προτίθενται να αλλάξουν την επωνυμία της εταιρείας σε ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΙΜΙΤΕΔ, οι πωλητές υποχρεούνται να αποδεχθούν και/ή συμπράξουν και/ή παράσχουν οποιαδήποτε συνδρομή και βοήθεια στους αγοραστές για επί τευξη αυτού του σκοπού και η εταιρεία υπό τη νέα της επωνυμία θα υποχρεούται να βοηθήσει τους πωλητές στην είσπραξη των χρεών που αναφέρονται πιο πάνω στην παράγραφο
  5. Όλα τα έξοδα που απαιτούνται για τις αναφερόμενες στη παράγραφο 9&10 πιο πάνω μετατροπές και τροποποιήσεις θα βαρύνουν τους πωλητές. Όλες οι μετατροπές και τροποποιήσεις που αφορούν την αλλαγή επωνυμίας, διευθυντών, γραμματέως και εγγεγραμμένου γραφείου θα γίνουν πριν την 19η Μαρτίου 2003 και η μεταβίβαση των μετοχών στους νέους μετόχους όπως και η πλήρης εξόφληση του τιμήματος και στοκ θα ολοκληρωθούν την 19ην Μαρτίου
  6. Όλοι οι όροι της παρούσας συμφωνίας είναι ουσιώδεις και ο παραβάτης οποιουδήποτε όρου αυτής δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να αξιώσει νόμιμες αποζημιώσεις. Η παρούσα έγινε εις διπλούν και κάθε μέρος πήρε από ένα έγγραφο. Σ' ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ και πιστή τήρηση των πιο πάνω όρων της παρούσας συμφωνίας οι Συμβαλλόμενοι θέτουν τις υπογραφές τους πιο κάτω. ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΟΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΜΕΝΟΙ ............ 1................................ ............ 2................................ ΟΙ ΠΩΛΗΤΕΣ 1.............................. 2.............................. 3.............................. 4.............................. ΟΙ ΑΓΟΡΑΣΤΕΣ Ο όρος 12 της πιο πάνω συμφωνίας απαιτούσε όπως όλες οι μετατροπές και τροποποιήσεις που αφορούν την αλλαγή της επωνυμίας, διευθυντών, γραμματέως και εγγεγραμμένου γραφείου γίνουν πριν την 19η Μαρτίου
  7. Συνεπώς το ότι έγιναν πράγματι αυτές οι ενέργειες στις 13.3.2003 (βλ. το Έγγραφο Η και το Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Θ), ήτοι πριν την 18η Μαρτίου 2003 που φέρεται να υπογράφηκε η συμφωνία, συνάδει με τον όρο 12 που περιέχεται σε αυτήν, δεν τον αντιστρατεύεται. Κατά την κρίση μου, αυτό που αποκαλύπτεται από τη μαρτυρία, κρίνοντάς την συνολικά, είναι ότι στη βάση προφορικής συνεννόησης μεταξύ των μερών υπήρξε προεργασία για την εκτέλεση της συμφωνίας πριν την υπογράψουν. Αφού προχώρησαν στα μέτρα εφαρμογής της και έδειξαν τα πράγματα να είναι έτοιμα για την ολοκλήρωση της συμφωνίας, υπέγραψαν τη συμφωνία στις 18.3.2003 και ο λόγος που μετέβηκαν στην τράπεζα ήταν για εξόφληση του υπολοίπου του τιμήματος όπως προβλεπόταν στον όρο 3 της ίδιας συμφωνίας. Η μεταβίβαση των μετοχών στους νέους μετόχους έγινε στις 19.3.2003 (βλ. το Τεκμήριο 2 υπό Έγγραφο Θ), μετά δηλαδή μεταγενέστερα της υπογραφής της γραπτής συμφωνίας και της εξόφλησης του τιμήματος, όπως ακριβώς προβλεπόταν στον όρο 12 και όχι πριν την υπογραφή της γραπτής συμφωνίας όπως ισχυρίστηκε η ΜΥ
  8. Η πιο πάνω περιγραφείσα ροή των γεγονότων βρίσκει έρεισμα και στο Νόμο και τη νομολογία. Η "απλή" υπογραφή συμφωνίας πώλησης μετοχών δεν επιφέρει και την "μεταβίβαση" των μετοχών γιατί απαιτείται η εγγραφή των νέων αγοραστών στο μητρώο. (Βλέπε Langen v. Wind [1972] 1 All E.R. 296). Η ιδιοκτησία μεταφέρεται από τον πωλητή προς τον αγοραστή ανεξαρτήτως της εγγραφής, παρόλο που ο αγοραστής δεν καθίσταται μέλος της εταιρείας μέχρι της εγγραφής του. Βλέπε Gower's Principles of Modern Company Law (άνω) σελ. 449 και 455 και Hawks v. McArthur [1951] 1 All E.R.
  9. Η υλοποίηση συμφωνίας για πώληση μετοχών επιτυγχάνεται με την καταχώριση του ονόματος του αγοραστή ως μετόχου στο μητρώο της εταιρείας (Γεωργία Παναγιώτου κ.α ν WESTSIDE ENGINEERING LIMITED
(2012)1 Α.Α.Δ. 2222). Στην παρούσα υπόθεση, αυτό έγινε στις 19.3.2003 και όχι ενωρίτερα. Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Έχοντας δεχθεί ως αληθή την εκδοχή γεγονότων των Εναγόντων ότι συνήφθη έγγραφη σύμβαση στις 18.3.2003 για την αγοραπωλησία της εταιρείας THEO ZITTIS & SONS LTD και του πρατηρίου της ως το έγγραφο συμφωνίας που αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Δ, προχωρώ στην ερμηνεία της εν λόγω σύμβασης για να αποφανθώ πώς τούτη δύναται να στηρίξει αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων κατά της εταιρείας ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΤΣΙΑΜΑΝΕΣ ΛΤΔ. Η ερμηνεία μιας σύμβασης και των όρων που περιέχονται σε αυτήν, δυνατόν να είναι ζήτημα νομικό ή/και πραγματικό. Όπως αναφέρθηκε στη Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ.
(1998)1 Α.Α.Δ. 407:- «Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται στους υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectification). (Βλ. ICS v. West Bromwich BS [1998] 1 All E.R. 98 (HL)). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.» Στο Σύγγραμμα Chitty on Contracts, Volume I, General Principles, 28th edn, London, Sweet & Maxwell, 1999, σελ. 583 - 584, αναφέρονται τα εξής꞉ «Proof of terms. Where the agreement of the parties has been reduced to writing and the document containing the agreement has been signed by one or both of them, it is well established that the party signing will ordinarily be bound by the terms of the written agreement whether or not he has read them and whether or not he is ignorant of their precise legal effect. But it by no means follows that the document will contain all the terms of the contract꞉ it may be partly oral, and partly in writing. Further, many contracts are made solely by word of mouth or are contained in or evidenced by documents which have not been signed by the party affected. In such cases, it wil be necessary to prove which statements, or stipulations, were intended to be incorporated as terms of the contract or to have contractual effect.» Στο ίδιο Σύγγραμμα, στη σελ. 603, αναφέρονται τα εξής꞉ «Construction. The word "construction" refers to the process by which a court determines the meaning and legal effect of a contract. As such, it will embrace oral contracts as well as those in writing and implied terms as well as those that are expressed.». Στη σελ. 605 (para. 12-046) αναφέρεται ότι꞉ «The construction of written instruments is a question of mixed law and fact. The expression "construction" as applied to a document includes two things, first, the meaning of the words; and, secondly, their legal effect, or the effect which is to be given to them. Construction becomes a question of law as soon as the true meaning of the words in which an instrument has been expressed and the surrounding circumstances, if any, have been ascertained as facts. However, the meaning of an ordinary English word, of technical or commercial terms and of latent ambiguities and the discovery of the surrounding circumstances (when they are relevant) are questions of fact.». Στο ίδιο Σύγγραμμα, στη σελ. 605 (παρα. 12-047) αναφέρεται ότι꞉ «Where the contract does not depend solely on written documents, the question as to the character of the contract is purely one of fact. But if a document is lost, so that secondary evidence of its contents is admissible, the construction of its terms is still a question of law and of fact.". Σύμφωνα με το άρθρο 2(η) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, «συμφωνία νομικά εκτελεστή, είναι σύμβαση». Σύμφωνα με το άρθρο 10
(1)του ιδίου Νόμου, «Συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες οι οποίες καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση μερών ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για νόμιμη αντιπαροχή και νόμιμο σκοπό, οι οποίες δεν χαρακτηρίζονται ρητά από το Νόμο αυτό ως άκυρες∙ τηρουμένων των διατάξεων του Νόμου αυτού, οι συμβάσεις δύνανται να καταρτίζονται γραπτά, ή προφορικά, ή μερικώς γραπτά και μερικώς προφορικά, ή δύνανται να συνάγονται από τη συμπεριφορά των μερών.». Σύμφωνα με τα άρθρα 37 και 39 του ιδίου Νόμου꞉ «37.-
(1)Οι συμβαλλόμενοι έχουν υποχρέωση να εκπληρώσουν ή προσφερθούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους, εκτός αν απαλλάσσονται ή εξαιρούνται από την εκτέλεση αυτή, δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού ή οποιουδήποτε άλλου Νόμου.
  1. Αν ένας από τους συμβαλλόμενους αρνηθεί να εκπληρώσει, ή καταστήσει τον εαυτό του ανίκανο να εκπληρώσει, την υπόσχεση του στο σύνολο της, ο δανειστής δύναται να τερματίσει τη σύμβαση, εκτός αν εκδήλωσε προφορικά ή με συμπεριφορά, τη συγκατάθεση του για συνέχιση της σύμβασης.» Στην παρούσα υπόθεση, κρίνω ότι τα συμβαλλόμενα μέρη όπως προσδιορίζονται στο προοίμιο της συμφωνίας είναι, αφενός, οι Ενάγοντες ως οι δύο αποκλειστικοί μέτοχοι της εταιρείας ΤΗΕΟ ΖΙΤΤΙS & SONS LTD και ταυτόχρονα ως οι οι διευθυντές αυτής που εκπροσωπούν το σύνολο του διοικητικού της συμβουλίου, και, αφετέρου, η Χαρίτα Τσιαμανέ, η Ανδρούλα Προκοπίου, ο Προκόπης Προκοπίου και ο Νεόφυτος Προκοπίου, ως οι αγοραστές. Η Εναγόμενη εταιρεία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος στο πλαίσιο της σύμβασης. Η Εναγόμενη εταιρεία είναι το αντικείμενο της πώλησης με όλα τα στοιχεία του ενεργητικού της που καταγράφονται στον επισυνημμένο στη συμφωνία Κατάλογο Α (βλ. το επισυνημμένο στο Τεκμήριο 1 υπό Έγγραφο Δ). Είναι υπό το φως της πιο πάνω διαπίστωσης που κρίνω ότι κατά βάση το νομικό ερώτημα που καλούμαι να αποφασίσω άπτεται της διάκρισης μεταξύ των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων και δικαιωμάτων που προκύπτουν από συμβάσεις. Ως θέμα νομικής θεωρίας (βλ. το Σύγγραμμα «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» του Π. Γ. Πολυβίου, Εκδόσεις Χρυσαφίνης & Πολυβίου, 2014, Λευκωσία, στη σελ. 31), «Τα δικαιώματα που προκύπτουν από συμβάσεις δεν ισχύουν έναντι όλων, αλλά μόνο στο πλαίσιο συγκεκριμένης νομικής σχέσης και έναντι των άλλων προσώπων που συμμετέχουν σε αυτή. Αντίθετα, τα δικαιώματα ιδιοκτησίας ισχύουν έναντι όλων, υπό την έννοια ότι προστατεύονται έναντι όλων. Τέτοια «δικαιώματα» δεν είναι μόνο δικαιώματα ακίνητης ιδιοκτησίας, αλλά και δικαιώματα, προνόμια και ωφελήματα σε σχέση με άλλα περιουσιακά στοιχεία (είτε κινητά είτε νομικά, συμπεριλαμβανομένων οφειλών, μετοχών και άλλων δικαιωμάτων).». Εάν θεωρηθεί ότι οι προμήθειες που καταβλήθηκαν, έστω αναδρομικά, από την προμηθεύτρια εταιρεία ΕΚΟ Λτδ προς την Εναγόμενη εταιρεία είναι συμβατικό δικαίωμα της εν λόγω εταιρείας στη σχέση μεταξύ εκείνης και της ΕΚΟ Λτδ το οποίο άπαξ και εισπράχθηκε από αυτήν αποτελεί πλέον περιουσιακό της δικαίωμα, θα έπρεπε οι Ενάγοντες να αποδείξουν ότι δυνάμει κάποιας σύμβασης αυτοί άντλησαν δικαίωμα έναντι της Εναγόμενης εταιρείας να εισπράξουν τις εν λόγω προμήθειες από αυτήν. Ενώπιον μου, η πλευρά των Εναγόντων επικαλέστηκε τους όρους 4, 5 και 10 του Τεκμηρίου 1 υπό Έγγραφο Δ ως τη συμβατική βάση για να αποδοθούν από την Εναγόμενη εταιρεία στους ίδιους οι προμήθειες που καταβλήθηκαν αναδρομικά στην εν λόγω εταιρεία για περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας υπογραφής της συμφωνίας ημερ. 18.3.
  2. Από την άλλη, υπενθυμίζω ότι, οι Εναγόμενοι υποστήριξαν ότι απέδωσαν ήδη όσα χρέη συμφωνήθηκε βάσει του Τεκμηρίου 3 υπό Έγγραφο Θ να αποδώσουν στους Ενάγοντες την 19.3.
  3. Χρειάζεται να εξετάσω συνολικά τους όρους της επίδικης σύμβασης, για να καταλήξω σε ασφαλές συμπέρασμα. Κατ' αρχάς, επισημαίνω ότι, στο πλαίσιο της γραπτής συμφωνίας, ο όρος καταβολής του τιμήματος (ανταλλάγματος) πώλησης της εταιρείας Theo Zittis & Sons Ltd και της επιχείρησης της, διακρίνεται ως κάτι το διαφορετικό από τον όρο διευθέτησης των υποχρεώσεων της πωλούμενης εταιρείας και των χρεών τρίτων προσώπων προς αυτήν. Το τίμημα πώλησης καθορίζεται στον όρο 2 της συμφωνίας, εν αντιθέσει προς τις υποχρεώσεις της εταιρείας προς τρίτους και τα χρέη τρίτων προς την εταιρεία που καθορίζονται στους όρους 4 και 5, αντίστοιχα. Το τίμημα πώλησης συνίσταται μόνο στα εξής (βλ. όρο 2)꞉ · Το ποσό των ΛΚ250.000, και επιπλέον · Την αξία των καυσίμων και μηχανελαίων ως θα υπολογίζονταν. Η πληρωμή των χρηματικών υποχρεώσεων της εταιρείας προς τρίτους και η είσπραξη των χρεών τρίτων προς την εταιρεία ρυθμίστηκαν ξεχωριστά και ανεξάρτητα από την πληρωμή του τιμήματος της αγοραπωλησίας της εταιρείας και της επιχείρησής της. Συγκεκριμένα, εντοπίζω τα εξής꞉ Ουσιώδης όρος εκπλήρωσης της συμφωνίας για καταβολή του τιμήματος ήταν η 19η Μαρτίου 2003 (βλ. τον όρο 12). Απεναντίας, στους όρους 4 και 5 δεν καθορίζεται ως ουσιώδης όρος εκπλήρωσης της εξόφλησης των υποχρεώσεων ή της είσπραξης των χρεών η 19η Μαρτίου
  4. Η εν λόγω ημερομηνία καθορίζεται εκεί ως η κρίσιμη ημερομηνία (cut off date) για το πού σταματά αναφορικά με τους πωλητές η υποχρέωση πληρωμής οφειλών προς τρίτους και πού αρχίζει το δικαίωμα είσπραξης χρεών από τρίτους. Δεν αποκλείεται, στην όψη των όρων 4 και 5, η μελλοντική διευθέτηση τέτοιων πληρωμών ή εισπράξεων. Ενδεικτικό τούτου είναι το γεγονός ότι ο όρος 10 της συμφωνίας επιφορτίζει την ευθύνη είσπραξης των χρεών τρίτων προς την πωλούμενη εταιρεία στους ώμους της εταιρείας Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ, η λειτουργία της οποίας αρχίζει μόλις στις 19.3.2003 και έπειτα. Λέγω τα πιο πάνω τονίζοντας ότι στην παρούσα υπόθεση ουδείς διάδικος αμφισβήτησε ότι εκτελέστηκε η συμφωνία πώλησης της εταιρείας Theo Zittis & Sons Ltd, με επακόλουθο τη μεταβίβαση της κυριότητας των μετοχών της εν λόγω εταιρείας από τους πωλητές προς τους αγοραστές στις 19.3.2003 (βλ. όρο 12) και τη λειτουργία της εν λόγω εταιρείας υπό το νέο όνομα Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ. Για τούτο και οι Ενάγοντες ουδόλως ισχυρίζονται στην Έκθεση Απαίτησής τους παράβαση σύμβασης πώλησης της εταιρείας και επιχείρησης, ούτε αξιώνουν αποζημιώσεις για παράβαση σύμβασης ή τερματισμό της σύμβασης για παράβαση ουσιώδους όρου. Διαφοροποιείται πρόδηλα η παρούσα υπόθεση από την υπόθεση Νάκης Θεοχαρίδης ν
  5. Ιωάννης Ιωάννου,
  6. Optopharm Co. Ltd
(2012)1 AAΔ
  1. Εδώ, έχοντας κάνει αποδεκτή τη μαρτυρία του ΜΕ1, αποτέλεσε εύρημά μου ότι η εταιρεία Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ εισεπραξε το ποσό των ΛΚ5.532 από την προμηθεύτρια εταιρεία πετρελαιοειδών μετά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας, καθώς και ότι το εισπραχθέν ποσό αναλογεί σε δεδουλευμένα (ήτοι προμήθειες για πωλήσεις πετρελαιοειδών) για την περίοδο από 1.1.2003 μέχρι και την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Το ερώτημα τίθεται ως εξής꞉ πότε δημιουργήθηκε η οφειλή της προμηθεύτριας εταιρείας προς την πρατηριούχο εταιρεία για πληρωμή του εν λόγω ποσού προμηθειών; πριν ή μετά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας πώλησης της πρατηριούχου εταιρείας; Αν η οφειλή δημιουργήθηκε πριν την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας, τότε έχουν συμβατικό δικαίωμα οι πωλητές να εισπράξουν βάσει του όρου
  2. Αν η οφειλή δημιουργήθηκε μετά την ημερομηνία υπογραφής, τότε από τον ίδιο όρο 5 συνάγεται ότι δικαιούνται οι αγοραστές να εισπράξουν. Αξίζει στο σημείο αυτό να επισημάνω, παρενθετικά, ότι ο όρος 5 της σύμβασης αναφέρεται σε «οφειλές τρίτων προς την εταιρεία» και είναι δηλαδή ευρύτερα διατυπωμένος από την κάλυψη πελατών που χρωστούσαν με το μήνα στο πρατήριο ως εκείνων που καταγράφηκαν το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ. Ήταν κοινός τόπος μεταξύ των διαδίκων ότι κατά ή περί την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας πώλησης (18.3.2003), δεν υπήρχε ακόμη κατάληξη στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Κυβέρνησης - εταιρειών πετρελαιοειδών και πρατηριούχων για το αν θα δίδονταν ή όχι ή/και από πότε ή/και σε ποιο ποσοστό τυχόν προμήθειες προς τους πρατηριούχους. Αυτό το ζήτημα αποκρυσταλλώθηκε σε μεταγενέστερη ημερομηνία. Συνεπώς, κατά την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας πώλησης, δεν μπορούσε να προβλεφθεί ως ήδη υπαρκτό χρέος το συγκεκριμένο ποσό προμηθειών που η προμηθεύτρια εταιρεία ΕΚΟ Λτδ εν τέλει κατέβαλε στην πρατηριούχο. Τούτος είναι και ο λόγος, που δεν θα μπορούσε να είχε ενσωματωθεί η προμηθεύτρια εταιρεία πετρελαιοειδών ΕΚΟ Λτδ στον κατάλογο χρεωστών ως το Τεκμήριο 3 υπό Έγγραφο Θ, ακόμη και αν θεωρείτο ότι διαλάμβανε όλους τους τύπους από χρεώστες. Εφόσον, όμως, εκ των υστέρων η τελική κατάληξη των διαπραγματεύσεων ήταν τέτοια που η προμηθεύτρια εταιρεία πετρελαιοειδών κατέβαλε στην Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ ποσό προμηθειών αναδρομικά, για την περίοδο από 1.1.2003 μέχρι 18.3.2003, ήτοι για περίοδο που προηγείται της ημερομηνίας υπογραφής της συμφωνίας πώλησης, καθ' ον χρόνο δυνάμει του όρου 5 της συμφωνίας οι πωλητές επεφύλαξαν το δικαίωμά τους στις εισπράξεις της εταιρείας που λειτουργούσε υπό την επωνυμία Theo Zittis & Sons Ltd, τίθεται κατά την κρίση μου ζήτημα αδικαιολόγητου πλουτισμού της Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ σε περίπτωση που αυτή κατακρατήσει το εισπραχθέν ποσό, διότι αυτή ουδέν δικαίωμα απέκτησε βάσει της συμφωνίας πώλησης να εισπράττει για δεδουλευμένα οφέλη της επιχείρησης τα οποία αφορούν στην περίοδο που προηγείτο της ημερομηνίας υπογραφής της συμφωνίας πώλησης. Θυμίζω ότι βάσει του όρου 10 της συμφωνίας, η πωλούμενη εταιρεία, υπό τη νέα της επωνυμία Νεόφυτος Τσιαμανές Λτδ, ανέλαβε να εισπράττει τυχόν χρέη τρίτων προς την ίδια εταιρεία (δηλαδή προς την ίδια νομική προσωπικότητα) για την περίοδο μέχρι τις 18.3.2003 και να τα αποδίδει στους πωλητές (τους εδώ Ενάγοντες) ως τους νόμιμους δικαιούχους των εισπράξεων τέτοιων χρεών βάσει του όρου 5 της συμφωνίας. Επομένως, θα ήταν αδικαιολόγητος πλουτισμός της εν λόγω εταιρείας σε βάρος των Εναγόντων η κατακράτηση του δεδουλευμένου ποσού που αναλογεί στην περίοδο πριν τις 18.3.
  3. Την ανάληψη της υποχρέωσης απόδοσης στους πωλητές των εισπράξεων που αναλογούν σε δεδουλευμένα για την περίοδο μέχρι 18.3.2003, η εταιρεία την αποδέχθηκε μέσω της συμβατικής δέσμευσης που ανέλαβαν στο πλαίσιο της συμφωνίας πώλησης οι αποκλειστικοί μέτοχοί της, ως αντιπρόσωποί της. Σημειώνω συναφώς ότι, αν και η εταιρεία αποτελεί ανεξάρτητη νομική προσωπικότητα, ξεχωριστή από τους μετόχους της (βλ. Salomon v. Salomon Co. Ltd [1897] AC. 22, Farrar v. Farrars Ltd [1888] 14 Ch.D. 395), εντούτοις, όντας νομικό πρόσωπο, μπορεί να ενεργεί μόνο μέσω αντιπροσώπων (βλ. Καλομοίρα Σάωωα Σολωμού ν Εταιρείας vineyard View Tourist Enterprises Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 300). Εδώ η εταιρεία ήταν ήδη συσταθείσα όταν αναλήφθηκε η δέσμευση επ' ονόματί της και συνεπώς δεν τυγχάνουν εφαρμοφής οι διατάξεις του άρθρου 15Α του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113.[1] Για επεξήγηση της έννοιας του όρου αδικαιολόγητος πλουτισμός ως αιτίας αγωγής, καθώς και για τη θεραπεία που δύνανται να αποδώσουν τα Δικαστήρια εφόσον διαπιστώσουν ότι τα γεγονότα μιας υπόθεσης αποκαλύπτουν περίπτωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, παραπέμπω στο Σύγγραμμα του Πολύβιου Γ. Πολυβίου «Το Δικαιο των Συμβάσεων», Εκδόσεις Χρυσαφίνης & Πολυβίου, Λευκωσία 2014, Τόμος Β, σελ. 799 - 810. Στη σελ. 804 του εν λόγω Συγγράμματος, αναφέρονται τα εξής꞉ «Σύμφωνα με τη σύγχρονη θεώρηση που φαίνεται να επικρατεί, ο αδικαιολόγητος πλουτισμός αποτελεί τη βάση αγωγής (cause of action), ενώ η αποκατάσταση (restitution) αποτελεί την κύρια θεραπεία (remedy) σε περιπτώσεις όπου έχει στοιχειοθετηθεί αδικαιολόγητος πλουτισμός. Όπως ανέφερε ο Καθηγητής Peter Birks[i], και όπως έχει τώρα επιβεβαιώσει η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων[ii], "Restitution is the response to unjust enrichment, and unjust enrichement is the event which triggers the response. The name of the event ought to predominate over the response. So . the subject ought to be called unjust enrichment. That is the starting point and, because the concept is one of enrichment not of damages, it determines the nature of the response." ». Δεν είναι αναγκαίο να αποφασιστεί από το Δικαστήριο αν ο Ενάγων δικαιούται τη θεραπεία της αποκατάστασης στη σφαίρα δικαιώματος που εκπηγάζει από το κοινοδίκαιο ή στη σφαίρα του δικαίου της επιείκειας. Το θέμα αυτό απαντάται στη σελ. 809 του ιδίου Συγγράμματος, στο απόσπασμα που ακολουθεί꞉ «Όπως αναφέρθηκε από τον Καθηγητή Peter Birks[iii] και τον Δικαστή Hope[iv], το νομικά ουσιώδες γεγονός είναι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός του Β σε βάρος του Α και η θεραπεία που θα πρέπει να αποδοθεί είναι εκείνη που θα αποστερήσει τον Β από το όφελος που διαφορετικά θα καρπωθεί, είτε αυτή η θεραπεία έλκει την καταγωγή από το κοινοδίκαιο είτε από το δίκαιο της επιείκειας. Μάλιστα, η προσέγγιση αυτή διατυπώθηκε κατά τρόπο ιδιαίτερα επιτυχή από τον Δικαστή Denning στο μέσο του περασμένου αιώνα.[v] "The principle [he says] has been evolved by the courts of law and equity side by side. In equity it took the form of an action to follow moneys impressed with an express trust, or with a constructive trust owing a fiduciary relationship. In law it took the form of an action for money had and received or damages for conversion of a cheque. It is no longer appropriate, however, to draw a distinction between law and equity. Principles have now to be stated in the light of their combine effect. Nor is it necessary to canvass the niceties of the old terms of action. Remedies now depend on the substance of the right, not on whether they can be fitted into a particular framework. The right here is not peculiar to equity or contract or tort, but falls naturally within the important category of cases where the court orders restitution, if the justice of the case so requires." Οι ενάγοντες δεν έκαμαν ρητή επίκληση του αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εναγομένων ως αιτία αγωγής στην Έκθεση Απαίτησής τους, αλλά δικογράφησαν στην παρα. 4 της εν λόγω Έκθεσης το δικαίωμά τους στην είσπραξη όλων των οφειλών τρίτων προς την εταιρεία μέχρι την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας και την παράλειψη της εταιρείας να τους αποδώσει ποσό το οποίο εισέπραξε η ίδια και το οποίο αφορά αναδρομικά σε οφειλή για την περίοδο πριν την ημερομηνία υπογραφής της συμφωνίας. Είναι νομολογημένο ότι, έστω και αν ο τρόπος που διατυπώνονται οι θεραπείες δεν είναι ορθός, εντούτοις μπορεί να χορηγηθούν, αν από το όλο πνεύμα του σώματος της Έκθεσης Απαίτησης, τεκμαίρεται η ορθή αξίωσή τους. (βλ. C. Malathouras & Sons Ltd. V. Λαϊκής Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ.
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1233, στη σελ. 1240, Marketventures Ltd v. Ουράνιου Δικωμίτη
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. Κρίνω πως, υπό το φως των πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και του συνόλου των συνθηκών όπως τις ανέλυσα πιο πάνω με αναφορά στους όρους της γραπτής συμφωνίας, τεκμηριώνεται ο αδικαιολόγητος πλουτισμός των Εναγομένων ενόσω αυτοί κατακρατούν το εισπραχθέν ποσό προμηθειών που οι Ενάγοντες είχαν δικαίωμα βάσει της συμφωνίας να εισπράξουν από τους Εναγόμενους διότι αφορούσε σε περίοδο πριν την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας, κατά την οποία οι ίδιοι διαχειρίζονταν την πωλούμενη εταιρεία, γι' αυτό και είναι δικό τους δεδουλευμένο. Κατάληξη Εκδίδεται απόφαση με την οποία διατάττονται οι Εναγόμενοι να αποκαταστήσουν (restitute) στους Ενάγοντες το ισόποσο σε ευρώ του εισπραχθέντος ποσού των ΛΚ5.532 (ήτοι το ποσό των €9.459,72) για αναδρομικές προμήθειες καυσίμων πετρελαίου της περιόδου από 1.1.2003 μέχρι 18.3.
  2. Επί του εν λόγω ποσού επιδικάζεται νόμιμος τόκος από 31.3.2004 που είναι η ημερομηνία που οι Εναγόμενοι εισέπραξαν και κατακράτησαν το εν λόγω ποσό (βλ. το Έγγραφο 3 υπό Έγγραφο Δ) μέχρι εξοφλήσεως των Εναγόντων του ποσού της παρούσας απόφασης. Επιπλέον, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων τα δικηγορικά έξοδα, πλέον ΦΠΑ αν υπάρχει, και τα έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (υπ.)............. Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] 15Α.-
(1)Οποιαδήποτε σύμβαση, η οποία συνάπτεται πριν από την σύσταση εταιρείας από τα πρόσωπα που υπέγραψαν το ιδρυτικό έγγραφο, ή από εξουσιοδοτημένα από αυτά πρόσωπα, επ' ονόματι ή για λογαριασμό της υπό σύσταση εταιρείας, είναι προσωρινή και δεν δεσμεύει την εταιρεία μέχρι την ημερομηνία της συστάσεως. Μετά την πάροδο της ημερομηνίας αυτής, η σύμβαση καθίσταται δεσμευτική για την εταιρεία.
(2)Σε περίπτωση που τελικά η εταιρεία δεν συσταθεί, οι υποχρεώσεις που ανελήφθησαν από οποιοδήποτε πρόσωπο επ' ονόματι ή για λογαριασμό της, είναι ισχυρές μόνον ως υποχρεώσεις των προσώπων αυτών. Η ευθύνη των προσώπων αυτών είναι απεριόριστη, από κοινού και κεχωρισμένως.
(3)Η κατά το εδάφιο
(2)ευθύνη δεν υφίσταται σε περίπτωση που οι υποχρεώσεις ρητώς ανελήφθησαν υπό την αίρεση της συστάσεως της εταιρείας [i] Στο άρθρο του "Misnomer", σ. 1, στο βιβλίο Restitution, Past, Present and Future, Essays in Honour of Gareth Jones [1998]. Επίσης, δέστε Birks, Unjust Enrichment, 2η έκδοση, [2005], σς. 3 -
  1. [ii] Sempra Metals Ltd v Her Majesty's Commissioners of Inland Revenue [2008] 1 ΑC
  2. [iii] Δέστε υποσημείωση i ανωτέρω. [iv] Δέστε υποσημείωση ii ανωτέρω. [v] Nelson v Larholt [1948] 1 K.B.
  3. Δέστε επίσης το άρθρο του ιδίου στο 65 L.Q.R. 37 [1949] καθώς και Guest, Anson's Law of Contract, 26η έκδοση [1984], σς. 571 - 578.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.