← Κύπρος

Ανδρέας Κουρέας κ.α. ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου, Αρ. Αιτ. 210/14, 7/4/2017

Ανδρέας Κουρέας κ.α. ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου, Αρ. Αιτ. 210/14, 7/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. ΘΕΟΔΩΡΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αιτ. 210/14 Ο ΠΕΡΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟΣ 22/85 άρθρο 52

(4)ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΕΦΕΣΕΩΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΔΙΑΦΟΡΑ Μεταξύ: Ανδρέας Κουρέας Έλενα Κουρέα Εφεσείοντες/Καθ' ων η Αίτηση -και- Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Γερίου Εφεσίβλητοι/Αιτητές Ημερομηνία: 7 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για εφεσείοντες 1 και 2: κα Τίκκου. Για εφεσίβλητη: κα Γεωργίου. Απόφαση Στις 25 Φεβρουαρίου 2013, στα πλαίσια διαιτησίας, εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση (στο εξής «η διαιτητική απόφαση»), ίδιας ημερομηνίας, εναντίον του Ανδρέα Κουρέα, ως πρωτοφειλέτη δανείου που λήφθηκε από τη Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γερίου και των Μιχάλη Κουρέα και Έλενας Κουρέα, ως εγγυητών του πρώτου. Στην διαιτησία, παρουσιάστηκε μόνο ο Μιχάλης Κουρέας, παρά το γεγονός ότι και προς τα τρία πιο πάνω αναφερόμενα φυσικά πρόσωπα είχαν δοθεί σχετικές ειδοποιήσεις, τόσο αναφορικά με το χώρο, όσο και σε σχέση με την ώρα που θα διεξαγόταν η συγκεκριμένη διαιτησία. Ο Μιχάλης Κουρέας, κατά την εκεί παρουσία του, αναγνώρισε την υπογραφή του επί της συμφωνίας εγγυήσεως και έλαβε και γνώση περί της έκδοσης της διαιτητική απόφασης. Ακολούθως, πλην όμως σε ημερομηνία για την οποία οι δύο πλευρές διαφωνούν, η διαιτητική απόφαση, γνωστοποιήθηκε γραπτώς και προς τον Ανδρέα Κουρέα και την Έλενα Κουρέα. Της ρηθείσας γνωστοποίησης, ακολούθησε η καταχώρηση της υπό εξέταση έφεσης με την οποία ζητείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης (στο εξής «η έφεση»), με εφεσείοντες τους Ανδρέα Κουρέα και Έλενα Κουρέα (στο εξής «οι εφεσείοντες»), και εφεσίβλητη, τη Νέα Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Γερίου (στο εξής «η εφεσίβλητη»). Τα μόλις πιο πάνω γεγονότα, αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών. Επί το κυρίως σώμα της εφέσεως, υπό στοιχεία Α μέχρι και Θ, καταγράφονται οι λόγοι εφέσεως. Τους παραθέτω ευθύς αμέσως αυτουσίως. «Α. Διότι ο Διαιτητής ήταν υπάλληλος στο Συνεργατικό Κίνημα ή και πρόσωπο συνδεδεμένο με τους Αιτητές και ως εκ τούτου δεν ήταν πρόσωπο ανεξάρτητο και δεν μπορούσε να λάβει αντικειμενική και αμερόληπτη απόφαση. Β. Διότι ο Διαιτητής παρέλειψε να καθορίσει οποιανδήποτε διαδικασία για την διεξαγωγή της διαιτησίας και ενήργησε αυθαίρετα και συνοπτικά. Γ. Ο Διαιτητής παρέλειψε να καθορίσει την ανταλλαγή δικογράφων ή και εγγράφων σε ότι αφορά τις λεπτομέρειες της Απαίτησης εναντίον μου. Δ. Ο Διαιτητής συνοπτικά και αυθαίρετα εκδίκασε την υπόθεση χωρίς να εφαρμόσει οποιονδήποτε Κανόνα Απόδειξης ή οποιαδήποτε αρχή ως προς την αποδοχή ή την λήψη ή την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Ε. Ο Διαιτητής παρέλειψε να εκδώσει οποιανδήποτε αιτιολογημένη απόφαση. ΣΤ. Το επίδικο έγγραφο πάνω στο οποίο ο Διαιτητής βάσισε την απόφαση του δεν αποτελούσε έγκυρο ή και εφαρμόσιμο γραμμάτιο ή έγγραφο. Ζ. Ο Διαιτητής παρέλειψε να μου δώσει την ευκαιρία να προσάξω οποιανδήποτε μαρτυρία για την υπεράσπιση μου. Η. Γενικά ο Διαιτητής ενήργησε παντελώς αυθαίρετα και χωρίς να ακολουθήσει οποιανδήποτε στοιχειώδη διαδικασία δίκης. Θ. Η επιστολή γνωστοποίησης η οποία μου απεστάλη ανέφερε λανθασμένη ημερομηνία αποφάσεως.» Η έφεση στηρίζεται στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22/85, τους Περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμούς, τον Περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ. 4, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ. 48 και Δ. 64 και επί της Συμφυούς εξουσίας και γενικής πρακτικής του Δικαστηρίου. Την έφεση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εφεσείοντα 1, ο οποίος δηλώνει ότι έχει εξουσιοδοτηθεί από την εφεσείουσα 2 στο να προβεί σε αυτήν. Ακολούθως αναφέρει ότι στις 17.2.2014, επιδόθηκε στον ίδιο και στην εφεσείουσα 2 η διαιτητική απόφαση, την οποία, ως ισχυρίζεται, επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1, στην ένορκη του δήλωση. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, ως Τεκμήριο 1 στην ένορκή του δήλωση, ο εφεσείοντας 1, επισυνάπτει δύο έγγραφα. Πρόκειται για τις δύο γνωστοποιήσεις που παραδόθηκαν στους εφεσείοντες, με τις οποίες ενημερώνονταν περί της εκδόσεως της εναντίον τους διαιτητικής απόφασης και όχι για τη διαιτητική απόφαση, αυτή καθαυτή. Επανερχόμενος στο περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την έφεση, και επειδή ως θα φανεί κατωτέρω, τούτο (το περιεχόμενό), υπέχει καταλυτικής σημασίας για την κρίση της υπό εξέταση έφεσης, θεωρώ ορθότερο, το μέρος του εκείνο, που παρουσιάζεται ως το υπόβαθρο για την προώθηση των λόγων έφεσης, να το παραθέσω, αυτουσίως, ευθύς αμέσως: « 1. 2. 3. 4. Ως αντιλαμβάνομαι αλλά και από τα νομικά σημεία τα οποία προκύπτουν, οι λόγοι της έφεσης ευσταθούν και η διαιτητική απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί. 5. Η διαιτητική απόφαση είναι αναιτιολόγητη, άκυρη και παράνομη, η απαίτηση εναντίον μου δεν έχει αποδεχθεί και η απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 και των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών και του Κεφ. 4. 6. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθεί από το σεβαστό Δικαστήριο, το αιτούμενο διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 25/02/2013. 7. Για τους πιο πάνω λόγους αιτούμαι ως η Έφεση. » Στις 26.9.2014, η εφεσίβλητη, καταχώρησε Ειδοποίηση για Πρόθεση Ένστασης (στο εξής «η ένσταση»). Σε αυτήν, στο κυρίως σώμα της, υπό αριθμούς 1 μέχρι και 17, αναφέρονται οι πιο κάτω, αυτουσίως παρατιθέντες, λόγοι ένστασης. «
(1)H Αίτηση έχει καταχωρηθεί εκπρόθεσμα.
(2)Οι Εφεσείοντες ειδοποιήθηκαν δεόντως για την παρουσίαση της σε διαιτησία.
(3)Οι Εφεσείοντες και/ή αντιπρόσωποι τους παρέλειψαν και/ή αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να παραστούν στη διαδικασία επίλυσης της διαφοράς σε διαιτησία στις 25/02/2013.
(4)Η διαιτησία αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία και όχι προστάδιο για την προσφυγή στο Δικαστήριο.
(5)Δεν παραβιάστηκε κανένα δικαίωμα των Εφεσειόντων με την παραπομπή της διαφοράς με την εφεσίβλητη σε διαιτησία.
(6)Υπάρχει συνυποσχετικό μεταξύ Εφεσειόντων και Εφεσίβλητης.
(7)Το άρθρο 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου του 1985 τυγχάνει πλήρους εφαρμογής μεταξύ Εφεσειόντων και Εφεσίβλητης και διασφαλίζει πλήρως την αμεροληψία και ανεξαρτησία των διαιτητών.
(8)Καμία ιδιωτική συμφωνία μεταξύ τρίτων δεν υπερισχύει της συμφωνίας μεταξύ Εφεσειόντων και Εφεσίβλητης που είναι η μόνη δεσμευτική.
(9)Η απόφαση εκδόθηκε από το διαιτητή νομότυπα.
(10)Η απόφαση του διαιτητή είναι πλήρως αιτιολογημένη και ορθή.
(11)Η διαδικασία παραπομπής σε διαιτησία έγινε νομότυπα.
(12)Η μαρτυρία ενώπιον του διαιτητή παρέμεινε αναντίλεκτη και τα αποδεικτικά στοιχεία κρίθηκαν ικανοποιητικά από το διαιτητή.
(13)Οι Εφεσείοντες απεμπόλησαν το δικαίωμα της υπεράσπισης δια της απουσίας τους.
(14)Η συμπεριφορά του διαιτητή ήταν άμεμπτη και αμερόληπτη.
(15)Η αίτηση υποβάλλεται κακόπιστα με σκοπό την πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης και ταλαιπωρίας.
(16)Τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση δεν δικαιολογούν την έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος υπέρ της εφεσείουσας ούτε επιζητείται οποιαδήποτε θεραπεία ή διάταγμα με την αίτηση.
(17)Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και είναι παντελώς αβάσιμη.» Την ένσταση, συνοδεύει ένορκη δήλωση του Χριστοφόρου Γιαννή, ο οποίος είναι στην υπηρεσία της εφεσίβλητης και ο οποίος δηλώνει ότι είναι γνώστης των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και πλήρως εξουσιοδοτημένος από την εφεσίβλητη να προβεί σ' αυτήν. Ο Χριστοφόρου, στην ουσία, επαναλαμβάνει, πλην όμως με περαιτέρω λεπτομέρεια και σχετική επιχειρηματολογία, κάποιους από τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Συνεπεία των όσων θα διαφανούν κατωτέρω, δεν καθίσταται ανάγκη να συγκεκριμενοποιηθούν οι λόγοι ένστασης που δεν προωθούνται πλέον, με βάση πάντα, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Εκείνο που χωρίς καμία αμφιβολία προκύπτει από τους λόγους ένστασης, αλλά και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, που συνοδεύει τούτη, είναι ότι, κατά την εφεσίβλητη, η υπό εξέταση έφεση είναι εκπρόθεσμη. Ως γεγονότα επί των οποίων βασίζει και/ή προωθεί τον ρηθέντα λόγο ένστασης, η εφεσίβλητη ισχυρίζεται ότι, η διαιτητική απόφαση επιδόθηκε προσωπικά στους εφεσείοντες στις 12.2.2014 και όχι στις 17.2.2014 (ως ισχυρίζονται οι τελευταίοι), ενώ η επίδικη έφεση καταχωρήθηκε στις 7.3.2014 και δη πέραν των 21 ημερών, εντός των οποίων θα νομιμοποιούντο να καταχωρήσουν τούτη. Για σκοπούς πληρότητας σημειώνω ότι, επί της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση, ως τεκμήρια, επισυνάπτονται η συμφωνία δανείου, που αποτέλεσε και τη βάση για τη διεξαγωγή της διαιτησίας (τεκμήριο 1), η σύμβαση εγγύησης που υπέγραψαν η εφεσείουσα 2, και ο Μιχάλης Κουρέας, προς εξασφάλιση της εφεσίβλητης σε σχέση με τη δανειοδότηση του εφεσείοντα 1 (τεκμήριο 2), αντίγραφο απόδειξης επίδοσης της ειδοποίησης που δόθηκε, μεταξύ άλλων και προς τους εφεσείοντες περί του ότι στις 25.2.13 θα διεξαγόταν η διαιτησία (τεκμήριο 3), αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης (τεκμήριο 4) και τέλος, το πρωτότυπο έγγραφο αναγνώρισης, από τους εφεσείοντες, της γραπτής γνωστοποίησης (σ' αυτούς) της διαιτητικής απόφασης (τεκμήριο 5). Ο ισχυρισμός της εφεσίβλητης περί του εκπρόθεσμου της επίδικης έφεσης, πυροδότησε ενδιάμεσες διαδικασίες από πλευράς των εφεσειόντων, οι οποίοι αποτάθηκαν στο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, και με αίτηση τους για να εξασφαλίσουν άδεια καταχώρησης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Δεν χρειάζεται, να αναφερθώ λεπτομερώς στις διαδικασίες και γενικά τη στάση των μερών σ' αυτές. Αρκεί να σημειωθεί ότι, σε κάποιο στάδιο, επετράπη και στις δύο πλευρές να καταχωρήσουν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Εάν κρίνεται κάτι σημαντικό να διευκρινιστεί, είναι ότι, η άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από πλευράς της εφεσίβλητης, δόθηκε μετά την καταχώρηση της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως από πλευράς των εφεσειόντων. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση των εφεσειόντων, της οποίας και πάλι ομνύοντας είναι ο εφεσείοντας 1, προβάλλονται ισχυρισμοί και γενικά επιχειρήματα, σχετικά μόνο με το ζήτημα και/ή τη θέση της εφεσίβλητης περί του ότι η έφεση είναι εκπρόθεσμη. Εκείνο που ο εφεσείοντας 1 ισχυρίζεται με τη ρηθείσα συμπληρωματική ένορκή του δήλωση, είναι ότι η γραπτή γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης προς τους εφεσείοντες, έλαβε χώρα στις 17.2.2014 και όχι στις 12.2.2014, ως λανθασμένα, κατά τους εφεσείοντες, αναγράφεται επί της ρηθείσας γνωστοποιήσεως. Είναι η θέση του εφεσείοντα 1 ότι, κατ' εκείνην την ημέρα (στις 17.2.2014), όταν και τους παραδόθηκαν οι δύο γραπτές γνωστοποιήσεις (τεκμήριο 1 στην αρχική ένορκη του δήλωση, αλλά και τεκμήριο 1 επί της συμπληρωματικής του), επί του εντύπου αναγνώρισης της γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης (τεκμήριο 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση), δεν ήταν καταγεγραμμένη η ημερομηνία «12.2.14», στην τέταρτη στήλη τούτου, ούτε η λέξη «ίδιος» και «ίδια», στην πέμπτη στήλη του. Τούτες οι καταγραφές, κατά τον εφεσείοντα 1, προστέθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού του, ο εφεσείοντας 1, πάντα στα πλαίσια της συμπληρωματικής ένορκής του δήλωσης, αναφέρει ότι, πριν τη γνωστοποίηση σ' αυτούς της διαιτητικής απόφασης, έλαβαν χώρα διάφορα γεγονότα συνεπεία των οποίων, ο συνήγορος τους, τους ενημέρωσε ότι θα έπρεπε να αναμένουν τούτη (τη γνωστοποίηση) και ότι θα είχαν πολύ περιορισμένο χρόνο για να αντιδράσουν δια της καταχώρησης έφεσης. Επιμένει δε ότι, η γνωστοποίηση έγινε στις 17.2.2014 και άμεσα ενημέρωσαν το δικηγόρο τους και προωθήθηκε η διαδικασία της επίδικης εφέσεως. Επιπροσθέτως, και τούτο πάντα προς υποστήριξη της θέσης του, προβαίνει σε ειδικές αναφορές, σε σχέση με το γραφικό χαρακτήρα με τον οποίο συμπληρώθηκαν τα κενά του τεκμηρίου 5 της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την ένσταση (στο εξής «το τεκμήριο 5»), προβάλλοντας τη θέση ότι, παρουσιάζονται διαφορετικές γραφές, ιδίων γραμμάτων, οι οποίες οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα ότι, οι συμπληρώσεις έγιναν από δύο διαφορετικά πρόσωπα. Τη θέση του αυτή την προβάλλει, για να υποστηρίξει ότι η καταγραφή των τριών ονοματεπωνύμων στη δεύτερη στήλη του εγγράφου, καθώς επίσης και της λέξης «παρουσιάστηκε» στην τρίτη στήλη τούτου, καταγράφτηκαν από ένα πρόσωπο, ενώ οι δύο ημερομηνίες «12.2.14» και οι λέξεις «ίδιος» και «ίδια» (στην τέταρτη και πέμπτη στήλη τούτου), καταγράφηκαν από άλλο συγγραφέα, θεωρώντας ότι, το ισχυριζόμενο από αυτόν γεγονός της διαφορετικότητας του γραφικού χαρακτήρα των χειρόγραφων σημειώσεων επί του τεκμηρίου 5, ενισχύει τη θέση του ότι, η διαιτητική απόφαση, γνωστοποιήθηκε στους εφεσείοντες στις 17.2.2014 και όχι στις 12.2.2014. Όσο τώρα αφορά στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση από πλευράς της εφεσίβλητης, τούτη ετοιμάστηκε από τον Γιώργο Φραγκίσκου, ο οποίος παρουσιάζεται ως το πρόσωπο που παρέδωσε τις γραπτές γνωστοποιήσεις στους εφεσείοντες σε σχέση, πάντα, με την έκδοση της εναντίον τους διαιτητικής απόφασης. Κατά τον ρηθέντα ομνύοντα, οι όλοι, σχετικοί με το χρόνο γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης, ισχυρισμοί του εφεσείοντα 1, ως τούτοι προβάλλουν μέσα από τη συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του, είναι αναληθείς, καθότι, στις 12.2.14, όπως και αναφέρεται επί του τεκμηρίου 5, επισκέφθηκε τους εφεσείοντες και τους επέδωσε, προσωπικά, τη γνωστοποίηση της διαιτητικής απόφασης. Αναφορικά με τη θέση του εφεσείοντα 1, ότι οι χειρόγραφες καταγραφές επί του τεκμηρίου 5, ανήκουν σε δύο διαφορετικά πρόσωπα, ισχυρίζεται ότι, τούτο είναι γεγονός και προς εξήγησή του, αναφέρει ότι, τα τρία ονοματεπώνυμα στη δεύτερη στήλη του εν λόγω εγγράφου και η λέξη «παρουσιάστηκε», στην τρίτη στήλη τούτου, ήταν ήδη συμπληρωμένα από λειτουργό της εφεσίβλητης προτού του παραδοθεί το εν λόγω έγγραφο. Όταν, ακολούθως, επισκέφθηκε, στις 12.2.2014 την οικία των εφεσειόντων και τους παρέδωσε τις γνωστοποιήσεις περί της εκδόσεως της εναντίον τους διαιτητικής απόφασης, ο ίδιος, ενώπιον τους, κατέγραψε την ημερομηνία «12.2.14» δίπλα από τα ονόματα τους, στην τέταρτη στήλη του εν λόγω εγγράφου. Ο ίδιος είναι και ο συγγραφέας των λέξεων «ίδιος» και «ίδια», στην πέμπτη στήλη του εν λόγω εγγράφου. Σχολιάζοντας τη θέση του εφεσείοντα 1, ότι σε κάποιο στάδιο, προθυμοποιήθηκαν, αυτός και η εφεσείουσα 2, να υπογράψουν, επί του τεκμηρίου 5, εκ μέρους του Μιχάλη Κουρέα, ισχυρίστηκε ότι τούτη (η θέση του εφεσείοντα 1), είναι ψευδής, μιας και ήταν ξεκάθαρο ότι δεν επιδιώκετο, ούτε ζητείτο η υπογραφή από και/ή εκ μέρους του Μιχάλη Κουρέα, καθότι, τούτος, έλαβε γνώση περί της εκδόσεως της διαιτητικής απόφασης, κατά την ημέρα έκδοσής της, αφού ήταν παρών κατά την ακροαματική διαδικασία της διαιτησίας. Ακροαματική διαδικασία Κανένας εκ των ενόρκως δηλούντων δεν αντεξετάστηκε, ενώ η συνήγορος της εφεσίβλητης ετοίμασε γραπτή αγόρευση, την οποία και παρέδωσε προς το Δικαστήριο. Η συνήγορος των εφεσειόντων περιορίστηκε απλά στο να δηλώσει ότι δεν επιθυμεί να αναφέρει οτιδήποτε πέραν από το ότι όλα τα αναγκαία στοιχεία βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και η αιτούμενη θεραπεία είναι δικαιολογημένο να αποδοθεί. Νομική πτυχή Ο όρος "ανάρμοστη/κακή συμπεριφορά" (misconduct), έχει ερμηνευθεί αρκετές φορές από το Ανώτατο Δικαστήριο. Τούτος, περιλαμβάνει κάθε μορφή συμπεριφοράς, η οποία τείνει να διασαλεύσει και να καταστρέψει την εμπιστοσύνη που επιδεικνύεται από τους διάδικους και/ή ενός εξ αυτών προς τους διαιτητές, ότι οι τελευταίοι, θα εκδώσουν μια δίκαιη απόφαση. Τέτοια ανάρμοστη ή κακή συμπεριφορά, μπορεί να αφορά στον τρόπο που ενεργεί γενικότερα ο ίδιος ο διαιτητής, ή στον τρόπο με τον οποίο διεξάγει τη διαδικασία της διαιτησίας, όπως π.χ. αναφορικά με τους μάρτυρες που καλούνται στη δίκη ή τα έγγραφα, το περιεχόμενο των οποίων συνυπολογίζει ή την ενδεχόμενη απουσία των διαδίκων κατά την ακροαματική διαδικασία και ούτω καθ' εξής. Σημειώθηκε, στη σχετική νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου ότι, η κλασική αντιμετώπιση της έννοιας misconduct, έχει βέβαια αναφορά στη δωροδοκία του διαιτητή ή την ύπαρξη από πλευράς του τελευταίου μυστικού συμφέροντος στην ενώπιον του διαφορά. Τονίστηκε ωστόσο ότι, το θέμα δεν μένει ως εκεί. Επεκτείνεται και σε μη ηθικά ή δεοντολογικά ανάρμοστη συμπεριφορά, όπως η περίπτωση λανθασμένης λήψης ή αποκλεισμού μαρτυρίας ή η αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας για την ερμηνεία συμβολαίου ή η έκδοση απόφασης επί παράνομης συμφωνίας ή γενικότερα, η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή, όπως, π.χ., η υιοθέτηση μαρτυρίας, έξω από τους όρους εντολής του. Ως προς δε την εξουσία του Δικαστηρίου να επεμβαίνει στις διαιτητικές διαδικασίες, το Ανώτατο Δικαστήριο επέδειξε ότι: «Η παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία και η όλη φιλοσοφία του μηχανισμού επίλυσης διαφορών στα πλαίσια διαδικασίας διαιτητικής μορφής, συνίσταται ακριβώς στην ανάγκη για ταχεία και τελεσίδικη επίλυση της διαφοράς. Τα Δικαστήρια είναι κατά κανόνα απρόθυμα να επεμβαίνουν στις διαιτητικές διαδικασίες, εκτός όπου νομοθετικά παρέχεται ειδικά τέτοια δυνατότητα. Οι αποφάσεις των διαιτητών ανατρέπονται δικαστικά στις περιπτώσεις όπου ο διαιτητής υπερέβη τη δικαιοδοσία του ή ενήργησε κατά τρόπο εμφανώς ενάντια στις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Όπως εντοπίζεται στην απόφαση Σολωμού ν. Laiki Cyprialife Ltd
(2010)1 ΑΑΔ 687, ο διαιτητής βαρύνεται με την υποχρέωση να ενεργήσει στα πλαίσια των όρων εντολής του και το ζητούμενο είναι η συμμόρφωσή του με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης σε όλη την πορεία της οιονεί δικαστικής αποστολής του. Πέραν της υποχρέωσης αυτής ο διαιτητής είναι δεσμευμένος να συμμορφώνεται και με τις βασικές αρχές του δικαίου. Αλλωστε η διαιτησία διεξάγεται πάντοτε σύμφωνα με τις καθιερωμένες νομικές αρχές και ο κάθε διαιτητής είναι υποχρεωμένος να τηρεί τους δικονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στις δικαστικές διαδικασίες, προκειμένου να εξασφαλίζεται η ισονομία, βασική αρχή του δικαίου. Η πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του διαιτητή συνιστά λόγο ακύρωσης του τελικού πορίσματός του και η κατάλληλη θεραπεία εξαρτάται από τη φύση της πλημμέλειας και τις περιστάσεις της υπόθεσης (Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 2, παράγραφοι 670, 692, 693)». Σημειώνεται ακόμα ότι, τόσο από τη δική μας νομολογία, όσο και από άλλες συγγενείς δικαιοδοσίες, οι περιστάσεις που κρίνονται ως απρεπής συμπεριφορά εκ μέρους του διαιτητή, τείνουν να περιοριστούν αντί να επεκταθούν. Είναι στα πλαίσια αυτής της τάσης, που αναφέρθηκε ότι, τα δικαστήρια πρέπει να προσεγγίζουν ζητήματα που άπτονται επέμβασης τους σε διαδικασίες διαιτησίας με φειδώ, μιας και ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της διαιτησίας, είναι και ο περιορισμός των ένδικων μέσων κατά μιας διαιτητικής απόφασης για τους περιορισμένους λόγους που αναφέρονται στις πρόνοιες του άρθρου 20
(2)του Κεφ. 4. Σχετικά αποφασίστηκε επίσης ότι «Η νομική εμβέλεια της έννοιας της απρεπούς συμπεριφοράς δεν περιλαμβάνει και τη νομική ερμηνεία εγγράφου.». Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρονται στις ακόλουθες αποφάσεις και/ή αυθεντίες: Πολ.Εφ.304/2010, Παναγιώτης Κλεοβούλου v. Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Επαγγελματικού Κλάδου και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) Λτδ, ημερ.10/07/2015, P.N.P. CONSTRUCTIONS LIMITED v. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ κ.α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1395, ΔΗ.ΜΑ.ΡΩ. ΛΤΔ ν. Lakis Georghiou Constructions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 223, Οικοδ. Επιχειρ. Στ. Α. Σταύρου Λτδ ν. Τυλλή κ.α.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1172, 1176, Τσιμεντoποιία Βασιλικού Λτδ ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(2001)1 Α.Α.Δ 23, A.N. Stasis Estates Co. Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2006, Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.α.
(1991)1(Β) Α.Α.Δ. 717, Paniccos Harakis Ltd v. The Official Receiver as administrator of the estate of the bankrupt Takis Vryonides
(1978)1 C.L.R. 15, σελ. 23, Modern Engineering v. Miskin [1981] 1 Lloyd's Rep.135, David Taylor & Son v. Barnett [1953] 1 W.L.R.562 και Russel on Arbitration, 2007, σελ.375, παρ, 7-056. Όσον τώρα αφορά στο δικαίωμα ενός διαδίκου σε διαιτησία, να αμφισβητήσει την ορθότητα της εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης για λόγους που, αναμενόμενο θα ήταν να εγειρόταν κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της διαιτησίας, στην υπόθεση Κούλλουρου ν. ΣΠΕ Αθηαίνου
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 987, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Αν σε κάθε περίπτωση διαφοράς σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου που παραπέμπεται σε διαιτησία, το ένα μέρος δεν παρουσιάζεται και μετά να του επιτρέπεται να προβάλλει κατ΄ έφεση προς το δικαστήριο εκείνους τους ισχυρισμούς που θα έπρεπε να προβληθούν ενώπιον του διαιτητή, αυτό θα ισοδυναμούσε με καταστρατήγηση τόσο του πνεύματος όσο και του γράμματος των σχετικών προνοιών του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου όσο και του Περί Διαιτησίας Νόμου. Θα καθιστούσε τις σχετικές νομοθεσίες αχρείαστες και άνευ αντικειμένου αφού τον τελευταίο λόγο επί της ουσίας της παραπεμπόμενης διαφοράς θα την είχε το δικαστήριο ανεξάρτητα από το τι συνέβηκε στην διαιτησία. .................................................................................................................................... Η διαιτησία δεν είναι και δεν αποτελεί προστάδιο για την προσφυγή στο δικαστήριο, αλλά αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη διαδικασία με τους δικούς της διαδικαστικούς και αποδεικτικούς κανόνες, ανάλογους βέβαια προς εκείνους των δικαστικών διαδικασιών και ο διαιτητής ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία. Γι΄αυτό άλλωστε τα άρθρα 19 και 20 του Περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4 δεσμεύουν το δικαστήριο και ρητά σηματοδοτούν αλλά και καθορίζουν τις εξουσίες που του παρέχονται. Και έχω ήδη αναφερθεί στην εμβέλεια των άρθρων αυτών και πώς η νομολογία και τα συγγράμματα ερμηνεύουν την εξουσία του δικαστηρίου». Σε σχέση με το περιεχόμενο μιας διαιτητική απόφασης και της ανάγκης τούτο να είναι σαφές ώστε να είναι δυνατή η εκτέλεση της, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «No particular form of words is requisite for the validity of an award; it may be expressed in such language as the arbitrator or umpired thinks fit, provided that the meaning is clear. An ambiguous or uncertain award is bad and cannot be enforced». (βλέπε, Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, παρ. 96 σελ. 43) Αναφορικά με τον τρόπο που πρέπει να ερμηνεύονται από τα Δικαστήρια οι διαιτητικές αποφάσεις, αναφέρθηκε ότι αυτό πρέπει να γίνεται με φιλελεύθερο τρόπο και ότι θα πρέπει να επιδιώκεται να κρίνονται τούτες ως σαφείς και ξεκάθαρες. Έτσι, δεν πρέπει να αμφισβητείται η δυνατότητα εκτέλεσης μια διαιτητικής απόφασης, της οποίας το νόημα μπορεί να μην είναι απόλυτα σαφές, αλλά να συνάγεται από την ίδια την διατύπωση του κειμένου της. Τα μόλις πιο πάνω, προκύπτουν από τα όσα σχετικά αναφέρθηκαν στη υπόθεση In Wood v. Griffith
(1818)1 Swan 43 at 52, [1814-23] All ER Rep 294 at 298, τα οποία είναι τα εξής: 'It is extremely clear that every award must be certain and final; but it has, particularly in more modern times, been considered the duty of the Court, in construing an award, to find that it is certain and final; and instead of leaning to a construction, which in effect would destroy nine-tenths of the awards made, if possible to put one consistent sense on all the terms.' Τέλος, σε ότι αφορά το χρόνο, εντός του οποίου, δύναται πρόσωπο που επιθυμεί την ακύρωση και/ή την τροποποίηση της εναντίον του εκδοθείσας διαιτητικής απόφασης να αποταθεί στο Δικαστήριο δια εφέσεως, ως η υπό εξέταση, σχετικές είναι οι πρόνοιες του άρθρου 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου Ν.22/85, το οποίο προνοεί: «
(4)Οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση οποιουδήποτε διαιτητή ή διαιτητών δύναται να υποβάλει έφεση στο Δικαστήριο εντός είκοσι και μιας ημερών
(21)από της ημερομηνίας της προς αυτόν γνωστοποιήσεως της απόφασης.» Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την υπό εξέταση έφεση στο πιο πάνω αναφερόμενο νομικό πλαίσιο. Οι λόγοι έφεσης υπό στοιχεία Α - Δ, ΣΤ, Ζ και Η, αφορούν σε λόγους που για να εξεταστούν, θα πρέπει να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υπόβαθρο προς υποστήριξη τους. Το περιεχόμενο των δύο ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την έφεση, δεν είναι διαφωτιστικό των γεγονότων που περιβάλλουν τον τρόπο που διεξήχθη η διαδικασία της διαιτησίας, ούτε και των γεγονότων που γενικότερα θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για προώθηση των συγκεκριμένων λόγων έφεσης. Πιο συγκεκριμένα, οι λόγοι έφεσης Β, Γ, Δ, Ζ και Η, αφορούν αποκλειστικά στον τρόπο, που κατά τους εφεσείοντες, ο διαιτητής, διενήργησε την ακροαματική διαδικασία της διαιτησίας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο άσκησε τη διακριτική του εξουσία κατά την έκδοση της απόφασης του. Καμιά μαρτυρία, σχετική με αυτά τα ζητήματα, δεν παρουσιάζεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την έφεση. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τον λόγο έφεσης Α, επί το ότι, καμιά μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε η οποία να υπονοεί, έστω, ότι ο διαιτητής άσκησε τα καθήκοντα του εις τρόπο μεροληπτικό και όχι ανεξάρτητο και αντικειμενικό. Ως προς τον λόγο έφεσης ΣΤ, οι εφεσείοντες, δεν επισυνάπτουν καν το έγγραφο ή γραμμάτιο, το οποίο χαρακτηρίζουν ως μη έγκυρο, ούτε και προβαίνουν σε οποιανδήποτε επιχειρηματολογία ή παραθέτουν οποιανδήποτε μαρτυρία προς υποστήριξη του. Εν πάση περιπτώσει, ως προκύπτει από την πιο πάνω αναφερόμενη νομική πτυχή, ένα τέτοιο ζήτημα, και δη η αμφισβήτηση της εγκυρότητας της συμφωνίας δανείου και/ή της συμφωνίας εγγυήσεως, για να είναι δυνατόν να αποτελεί λόγο έφεσης σε μια διαδικασία ως η υπό εξέταση, θα πρέπει, προηγουμένως, να είχε τεθεί, ενώπιον του διαιτητή, ως επίδικο ζήτημα. Αναφορικά τώρα με τον λόγο έφεσης Θ, από μια ανάγνωση και μόνο της γραπτής γνωστοποίησης που παραδόθηκε στους εφεσείοντες, η αναγραφόμενη επ' αυτής ημερομηνία διαιτητικής απόφασης, είναι ορθή, με αποτέλεσμα και αυτός ο λόγος έφεσης να είναι έκθετος σε απόρριψη. Με βάση τα πιο πάνω, ο μόνος λόγος επί του οποίου θα ήταν δυνατή η απόδοση της αιτούμενης θεραπείας, είναι ο λόγος έφεσης Ε, τον οποίο όμως, θεωρώ ορθότερο να εξετάσω, μόνο εάν και εφόσον, το επικαλούμενο, από πλευράς της εφεσίβλητης, εκπρόθεσμο της έφεσης, κριθεί ως αβάσιμο. Και τούτο γιατί, στην περίπτωση που ήθελε η έφεση κριθεί ως εκπρόθεσμη, τότε, το Δικαστήριο δεν έχει πλέον δικαιοδοσία να εξετάσει τούτη, επί της ουσίας της, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η εξέταση οποιουδήποτε λόγου έφεσης. Επί του προκειμένου, επαναλαμβάνω ότι, η πλευρά των εφεσειόντων, προέβαλε τη θέση ότι η διαιτητική απόφαση γνωστοποιήθηκε σ' αυτούς στις 17.2.2014, αντί στις 12.2.2014, που ισχυρίζεται η εφεσίβλητη. Αποτελεί κοινό τόπο, ως εξ άλλου, αβίαστα προκύπτει και από τον σχετικό απλό μαθηματικό υπολογισμό των ημερών, ότι, αν δίκαιο έχουν οι εφεσείοντες, τότε η υπό εξέταση έφεση καταχωρήθηκε εμπρόθεσμα, ενώ, από την άλλη, στην περίπτωση που δίκαιο έχει η εφεσίβλητη, η υπό εξέταση έφεση καταχωρήθηκε εκπροθέσμως. Δεν υπάρχει καμία απολύτως αμφιβολία ότι το βάρος απόδειξης περί του εμπροθέσμου της υπό εξέταση έφεσης, το φέρουν οι εφεσείοντες μιας και τίθεται, υπό μορφή προϋπόθεσης, από τις πρόνοιες του άρθρου 52
(4)του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, Ν.22/
  1. Και τούτο, επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities), συνεπεία του αστικού της φύσεως της παρούσας διαδικασίας. Ως υπεδείχθη και ανωτέρω, κανένας εκ των ομνυόντων των ενόρκων δηλώσεων, που υποστηρίζουν την έφεση και ένσταση, δεν αντεξετάστηκε. Με τούτα ως δεδομένα, το έργο του Δικαστηρίου, θα διενεργηθεί επί τη βάσει του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων και επισυναπτομένων επ' αυτών τεκμηρίων που τέθηκαν ενώπιον του από τις δύο πλευρές. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, είμαι της γνώμης ότι οι εφεσείοντες, δεν κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος που φέρουν. Και τούτο γιατί, η σχετική με το ζητούμενο μαρτυρία τους, είναι εντελώς γενική και περιορισμένη στη θέση ότι, η επίδικη διαιτητική απόφαση τους γνωστοποιήθηκε στις 17.2.2014, χωρίς να προβάλλεται καμία άλλη απολύτως ενισχυτική της εν λόγω θέσης αναφορά και/ή στοιχείο και/ή λεπτομέρεια που να παρέχει στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εχέγγυα για σχηματισμό ασφαλούς κρίσης περί της ορθότητας και βασιμότητας της εν λόγω θέσης τους. Οι οποιεσδήποτε παρεμφερείς αναφορές του εφεσείοντα 1 στις ένορκες του δηλώσεις, θα επείχαν, ενδεχομένως, σημασίας, αν δεν δίδονταν ικανοποιητικές εξηγήσεις από πλευράς της εφεσίβλητης. Και αναφέρομαι στη διαφορετικότητα του γραφικού χαρακτήρα που παρουσιάζουν οι καταγραφές επί του τεκμηρίου
  2. Η δε θέση του εφεσείοντα 1, περί του πως, κατά τον ίδιο, κατεγράφη, επί του τεκμηρίου 5, η ημερομηνία 12.2.2014 (ως η ημερομηνία γνωστοποίησης προς τους εφεσείοντες της διαιτητικής απόφασης), δεν είναι καθόλου πειστική. Ο σχετικός ισχυρισμός του, ήταν ότι, το πρόσωπο που τους παρέδωσε τις γραπτές γνωστοποιήσεις δεν συμπλήρωσε, στην παρουσία τους, την τέταρτη και πέμπτη στήλη του τεκμηρίου 5, και ότι, οι εν λόγω καταγραφές, τέθηκαν, προφανώς, σε χρόνο μετά που απεχώρησε το εν λόγω πρόσωπο από την οικία τους, χωρίς οι ίδιοι να γνωρίζουν τι θα κατέγραφε επί των σημείων. Αυτή η θέση του, όμως, δεν συμβαδίζει και/ή καλύτερα συγκρούεται μετωπικά με τον έτερο ισχυρισμό του, ότι, είχαν (οι εφεσείοντες) ήδη προειδοποιηθεί από το συνήγορό τους και θεωρούσαν πολύ σημαντική την ημερομηνία γνωστοποίησης της διαιτητικής απόφασης λόγω του περιορισμένου χρονικού διαστήματος, εντός του οποίου θα έπρεπε να καταχωρήσουν την έφεσή τους. Πώς είναι δυνατόν να τελούν υπό αυτή την αντίληψη και γνώση και να μην διασφαλίσουν, πριν την αποχώρηση του προσώπου που τους παρέδωσε τις γνωστοποιήσεις, ότι επί του εγγράφου που υπέγραψαν ως απόδειξη παραλαβής των γνωστοποιήσεων (τεκμήριο 5) κατεγράφη η ημερομηνία γνωστοποίησης; Πόσο μάλλον όταν, (α) επί του εν λόγω εγγράφου πρόσεξαν ότι προνοείτο ειδικός χώρος για την καταγραφή της ρηθείσας ημερομηνίας, και (β) όταν, επί αυτών τούτων των γνωστοποιήσεων που τους παραδόθηκαν (τεκμήριο 1 και επί των δύο ενόρκων δηλώσεων του εφεσείοντα 1), δεν κατεγράφη οτιδήποτε σχετικό με την ημερομηνία παράδοσής τους. Επίσης, καμία εξήγηση δεν δόθηκε από τους εφεσείοντες, γιατί η εφεσίβλητη, να καταγράψει επί του τεκμηρίου 5 την ημερομηνία 12.2.2014, και όχι οποιαδήποτε, πολύ προηγούμενη, ημερομηνία, τη στιγμή, που η επίδικη διαιτητική απόφαση εκδόθηκε από τις 25.2.2013 και δη ένα ολόκληρο χρόνο προηγουμένως. Από την άλλη, η εφεσίβλητη παρουσίασε θετική μαρτυρία από το πρόσωπο που παρέδωσε στους εφεσείοντες τις γραπτές γνωστοποιήσεις της διαιτητικής απόφασης. Το εν λόγω πρόσωπο, όχι απλά επιβεβαίωσε την ορθότητα της αναγραφόμενης επί του τεκμηρίου 5 ημερομηνίας γνωστοποίησης, αλλά προώθησε και το θετικό ισχυρισμό ότι, τούτη (η ημερομηνία) κατεγράφη επί του εν λόγω εγγράφου κατά την ημέρα της παράδοσης των γνωστοποιήσεων και στην παρουσία των εφεσειόντων. Έδωσε δε επαρκείς και λογικές εξηγήσεις για το λόγο που οι χειρόγραφες καταγραφές επί του τεκμηρίου 5, έγιναν από δύο διαφορετικά πρόσωπα. Πρόκειται δε για εξηγήσεις, που αποσυνδέουν πλήρως το γεγονός των δύο διαφορετικών συγγραφέων τους, με την συνωμοτική και δόλια συμπεριφορά, που αποδίδουν στην εφεσίβλητη, οι εφεσείοντες. Επί του τελευταίου σημειώνω ότι, οι εφεσείοντες, πέραν της υπόδειξης της διαφορετικότητας των χειρόγραφων καταγραφών επί του τεκμηρίου 5, καμία θετική θέση δεν προβάλλουν σε σχέση με την ταυτότητα των συγγραφέων τους, και/ή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν τούτες. Με γνώμονα τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, πάντα σε σχέση με το εκπρόθεσμο ή μη της υπό εξέταση έφεσης, είμαι της γνώμης ότι, όχι απλά οι εφεσείοντες απέτυχαν να αποδείξουν το εμπρόθεσμο της έφεσης τους, αλλά, με κάθε επάρκεια, η εφεσίβλητη, κατάφερε να αποδείξει το εκπρόθεσμο τούτης. Η μόλις πιο πάνω κρίση του Δικαστηρίου, καθιστά, μονοδρομικά, την υπό εξέταση έφεση έκθετη σε απόρριψη, για αυτόν τον ουσιαστικό, δικαιοδοτικής φύσεως, λόγο. Το δε δικαιοδοτικό της φύσεως του λόγου απόρριψης της έφεσης, καθιστά μη δυνατή, την επί της ουσίας εξέτασή της. Παρεμφερώς και μόνο, σημειώνω ότι, με βάση την ανωτέρω, σχετική με την αιτιολόγηση μιας διαιτητικής απόφασης, νομική πτυχή, και με δεδομένη την εικόνα και περιεχόμενο της επίδικης διαιτητικής απόφασης (τεκμήριο 4 επί της πρώτης χρονικά ένορκης δήλωσης της εφεσίβλητης), τούτη (η απόφαση), φέρει όλα τα απαραίτητα στοιχεία και πληροφορίες ώστε να μπορεί ευκόλως να χαρακτηριστεί ως σαφής για σκοπούς εκτέλεσής της. Ως εκ των ανωτέρω, η υπό εξέταση έφεση απορρίπτεται, και μη έχοντας καλό λόγο για να παρεκκλίνω του κανόνα που θέλει τα έξοδα της διαδικασίας να ακολουθούν το αποτέλεσμα της, τούτα, επιδικάζονται υπέρ της εφεσίβλητης και εναντίον των εφεσειόντων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Σ.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.