← Κύπρος

Elektro Energija d.o.o. ν. Rudnap Energy Limited, Αρ. Αγωγής: 4606/2015, 12/4/2017

Elektro Energija d.o.o. ν. Rudnap Energy Limited, Αρ. Αγωγής: 4606/2015, 12/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4606/2015 Μεταξύ: Elektro Energija d.o.o. Εναγόντων και Rudnap Energy Limited Εναγομένων ----------------- Αίτηση ημερομηνίας 3 Φεβρουαρίου 2017 12 Απριλίου,

  1. Για τους Αιτητές-εναγόμενους: κα Μαλάη για κα Χατζηρούσου Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-ενάγοντες: κ. Περικλέους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι εναγόμενοι-Αιτητές επιζητούν τον παραμερισμό του Κλητηρίου Εντάλματος και/ή την αναστολή του, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και/ή λόγω ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας και/ή ενόψει εκκρεμούσης διαδικασίας διαιτησίας αναφορικά με την αξίωση των εναγόντων στην παρούσα αγωγή και, τέλος, λόγω του ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι τα πιο βολικά ή και κατάλληλα να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. Οι ενάγοντες-Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση, υποστηριζόμενη, όπως και η Αίτηση, από πληθώρα εγγράφων. Για να γίνουν κατανοητά τα γεγονότα που περιβάλλουν τόσο την αγωγή όσο και την Αίτηση, κρίνεται ότι θα πρέπει να γίνει μια γενική αναφορά στην έκθεση απαίτησης. Οι ενάγοντες είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στη Σλοβενία, η οποία συστάθηκε ως αποτέλεσμα ολοκλήρωσης εταιρικής απόσχισης της εταιρείας Elektro Ljubljana d.o.o. Οι ενάγοντες ανέλαβαν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Ljubljana, συμπεριλαμβανομένων όλων των συμβατικών σχέσεων, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων με τρίτους. Μεταξύ αυτών και των εναγομένων. Οι εναγόμενοι είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Το Μάιο του 2009 η Ljubljana σύναψε με την εταιρεία Rudnap Hungary Kft γενική συμφωνία για την αποδοχή και παράδοση ηλεκτρικού ρεύματος στη Ljubljana, αποκαλούμενη ως Γενική Συμφωνία. Στη συνέχεια η Rudnap Hungary αποχώρησε από τη Γενική Συμφωνία και αντικαταστάθηκε από τους εναγόμενους, οι οποίοι, δυνάμει συμφωνίας με τη Ljubljana συμφώνησαν να αναλάβουν όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της Rudnap Hungary. Στη βάση της πιο πάνω Γενικής Συμφωνίας, και στη συνέχεια κατόπιν της ολοκλήρωσης της διαδικασίας εταιρικής απόσχισης, οι ενάγοντες πλέον, σύναψαν με τη Rudnap Hungary, αλλά και στη συνέχεια με τους εναγόμενους, αριθμό ατομικών συμφωνιών για την παράδοση ηλεκτρικού ρεύματος, οι οποίες και αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της Γενικής Συμφωνίας. Η Rudnap Hungary παρέλειψε να εξοφλήσει τα τιμολόγια που εξέδιδε η Ljubljana δυνάμει των πιο πάνω συμφωνιών που αφορούσαν παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, και ως αποτέλεσμα της πιο πάνω συμφωνίας εκχώρησης προς του εναγόμενους, οι εναγόμενοι χρωστούσαν στη Ljubljana και στην συνέχεια στους ενάγοντες ποσό ύψους €2.637.739,13 πλέον τόκους. Το Μάρτιο του 2013 οι ενάγοντες και οι εναγόμενοι υπέγραψαν συμφωνία Διευθέτησης αναφορικά με το πιο πάνω χρέος των εναγομένων προς τους ενάγοντες. Η συμφωνία προνοούσε, μεταξύ άλλων, ότι οι ενάγοντες θα εξέδιδαν προς όφελος των εναγομένων πιστωτικό σημείωμα για το ποσό των €837.739,
  2. Το συνολικό χρέος των εναγομένων θα ανερχόταν σε €1.800.000, το οποίο οι εναγόμενοι θα κατέβαλλαν σε δεκαπέντε δόσεις προς €120.000 εκάστη, αρχής γενομένης από 3.1.
  3. Ως εξασφάλιση για τη διευθέτηση του χρέους θα εκδίδονταν δέκα συναλλαγματικές ύψους €86.700 εκάστη, τις οποίες οι εναγόμενοι, στις 12.3.2013, εξέδωσαν και αποδέχτηκαν. Η θέση των εναγόντων είναι ότι οι εναγόμενοι παρέλειψαν να αποπληρώσουν εμπρόθεσμα διάφορες δόσεις και παρόλο που τους κάλεσαν να εξοφλήσουν όλα τα οφειλόμενα ποσά, οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό. Η απαίτηση των εναγόντων είναι για το ποσό των €867,500 που αποτελεί το σύνολο των δέκα συναλλαγματικών. Λέχθηκε ήδη ότι τόσο η Αίτηση όσο και η ένσταση συνοδεύονται από σωρεία εγγράφων, στα οποία θα γίνει αμέσως πιο κάτω αναφορά. Να σημειωθεί ότι οι διάφοροι ισχυρισμοί που προβάλλονται από τους εναγόντες-Καθ΄ ων η Αίτηση, καθώς και διάφορα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένσταση, δεν έχουν με οποιοδήποτε τρόπο αμφισβητηθεί από την πλευρά των εναγομένων-Αιτητών. Κατά συνέπεια το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι παραδεκτά από αυτούς και ως εκ τούτου θα γίνει ευθέως αναφορά σε ορισμένα εξ αυτών στη συνέχεια. Προκύπτει πάντως ότι τα πλείστα, αποτελούν τα ολοκληρωμένα έγγραφα των ίδιων εγγράφων τα οποία επικαλούνται και οι αιτητές. Ο κύριος κορμός του επιχειρήματος των εναγομένων αποτελεί το γεγονός ότι στη συμφωνία Διευθέτησης υπάρχει ρήτρα διαιτησίας, ειδικότερα ο όρος 1 του Μέρους VIII, υπό τον τίτλο «Governing Law Arbitration», η οποία και επισυνάπτεται στην Αίτηση. Από την ένορκη δήλωση των Αιτητών προκύπτει, αλλά και από το συνημμένο τεκμήριο είναι φανερό, ότι η σελίδα 13 που πραγματεύεται το θέμα της διαιτησίας απουσιάζει. Επισυνάφθηκε στην Αίτηση ένορκη δήλωση στην οποία επισυνάπτεται το Αγγλικό κείμενο καθώς και η μετάφραση στα Ελληνικά. Αντιπροβάλλουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση ότι η ρηθείσα μετάφραση δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για το λόγο ότι είναι μετάφραση από τη Σλοβένικη γλώσσα στην Αγγλική και το πραγματικό κείμενο είναι αυτό που επισυνάπτουν στην ένστασή τους, που στην ουσία είναι η συμφωνία διευθέτησης που επισύναψαν οι Αιτητές, ολοκληρωμένη όμως, συμπεριλαμβανομένης και της σελίδας
  4. Προκύπτει ακόμα, και είναι ορθή η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση, ότι στο Μέρος IX Miscellanea, όρος 2, αναφέρεται ότι η συμφωνία συντάχθηκε στην Αγγλική και στη Σλοβενική και στην περίπτωση διαφοράς μεταξύ των δύο γλωσσών, τότε υπερισχύει το Αγγλικό κείμενο. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο θα λάβει υπόψη του, στο βαθμό που είναι αναγκαίο, το συνημμένο της ένστασης, Τεκμήριο 1, το οποίο είναι και ολοκληρωμένο. Ο πιο πάνω όρος της διαιτησίας αναφέρει το εξής: «Governing Law and Arbitration
  5. The Parties agree with Slovenian law being applied in the event of a dispute as to the interpretation and application of the Settlement.
  6. The Parties agree that any dispute arising in connection with this Settlement shall be finally settled under the Rules of Arbitration of the International Chamber of Commerce, Paris (ICC) without recourse to ordinary courts. The number of arbitrators shall be three. All arbitral proceedings shall take place at the Chamber of Commerce and Industry of Slovenia and the arbitration shall be conducted in English". Είναι περαιτέρω η θέση των Αιτητών, κυρίως στις Παραγράφους 25-28, ότι αρχές του 2016 οι ενάγοντες παρέπεμψαν την εταιρεία Altaria Research Limited σε διαιτησία, η οποία σύμφωνα με τη συμφωνία διευθέτησης είναι συμπρωτοφειλέτης με τους εναγόμενους, στην περίπτωση που δεν διευθετήσουν οι εναγόμενοι την οφειλή τους προς τους ενάγοντες. Είναι ομοίως η θέση τους ότι η εν λόγω παραπομπή στη διαιτησία έγινε σύμφωνα με την πιο πάνω ρήτρα διαιτησίας και ότι η διαιτησία βρίσκεται σε εξέλιξη. Είναι τέλος η θέση τους ότι το ποσό του €1.800.000, που προωθείται στη διαιτησία, περιλαμβάνει και το αξιούμενο στην αγωγή ποσό. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει το σύνολο της συμφωνίας Διευθέτησης και την έχει πλήρως υπόψη του. Κατ' αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι συμβαλλόμενα μέρη στην συμφωνία είναι η Elektro Energija και η Rudnap. Θα γίνει περισσότερη αναφορά σε ορισμένα μέρη εξ αυτής, στο βαθμό που είναι αναγκαίο για επίλυση της παρούσας αίτησης. Προκύπτει από το σύνολο της συμφωνίας ότι περιλαμβάνει πράγματι διευθέτηση διαφορών, όπως αυτές έχουν ήδη καταγραφεί στο αρχικό μέρος της απόφασης. Στο Προοίμιο της Συμφωνίας, Μέρος Ι, όρος 7, τα μέρη συμφωνούν ότι το χρέος της εναγομένης προς την ενάγουσα για τα εκδοθέντα τιμολόγια μέχρι και την 31.12.2012, ανερχόταν στο ποσό των €2.637.739.13, συμπεριλαμβανομένων και των τόκων. Σύμφωνα με τον όρο 8, η εναγόμενη είχε απαίτηση από την ενάγουσα αναφορικά με την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος. Με τον όρο 10 τα μέρη συμφώνησαν ότι με την υπογραφή της συμφωνίας διευθετούνταν όλες οι μεταξύ τους διαφορές. Στο Μέρος II, όρος 1, οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να εκδώσουν προς τους εναγόμενους πιστωτική σημείωση για το ποσό των €837.739,13 και άμα τη εκδόσει της σημείωσης αυτής, οι ενάγοντες δεν θα έχουν οποιεσδήποτε άλλες απαιτήσεις εν σχέση με το πιο πάνω ποσό, και η απαίτηση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων θα καθορίζεται στο Μέρος ΙΙΙ της συμφωνίας. Στο Μέρος ΙΙΙ, όρος 1, τα μέρη συμφωνούν ότι η υποχρέωση των εναγομένων προς τους ενάγοντες, σε σχέση με όλες τις συμφωνίες, ανέρχεται στο €1.800.
  7. Προκύπτει ότι με την έκδοση της ρηθείσας πιστωτικής σημείωσης, το ποσό της αρχικής απαίτησης που αναγράφεται στο Προοίμιο της συμφωνίας, μειώθηκε κατά το ποσό της πιστωτικής σημείωσης και προέκυψε το τελικό οφειλόμενο ποσό από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες. Στον όρο 2 η εναγόμενη συμφώνησε να καταβάλει το συμφωνηθέν οφειλόμενο χρέος της προς τους ενάγοντες εκ €1.800.000, δια 15 δόσεων εκ €120.000 εκάστης, της πρώτης δόσεως αρχομένης την 3.1.14, πλέον 4% συμφωνηθέντες τόκους. Στο Μέρος IV καταγράφονται οι συνέπειες της μη έγκαιρης καταβολής των δόσεων εκ μέρους των εναγομένων. Στο Μέρος V, κάτω από τον τίτλο Collaterals for the settlement of liabilities, όρος 1.1, οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση της έκδοσης δέκα λευκών συναλλαγματικών ( blank bills) - πρόκειται για τις επίδικες - με τις οποίες εξουσιοδοτούνται οι ενάγοντες να τις οπισθογραφήσουν και εξαργυρώσουν (fill-in and redeem), χωρίς δικαίωμα διαμαρτύρησης και ένστασης εκ μέρους τους εναγομένων στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι όροι αποπληρωμής του συμφωνηθέντος υπολοίπου - των €1.800.000-. Στον όρο 1.2, προβλέπεται η υπογραφή, ως συμπρωτοφειλέτης, της εταιρείας Altaria (contract on joining of debt). Η δικογραφία που αφορά τη διαιτησία της Altaria επισυνάπτεται στην ένσταση των εναγόντων. Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 4-
  8. Από τις σελίδες 3 και 4 του Τεκμηρίου 4, προκύπτει ότι η συμφωνία συμπρωτοφειλέτη της Altaria είναι ξεχωριστή συμφωνία, προϋπόθεση μεν της συμφωνίας Διευθέτησης, αλλά ανεξάρτητη και παράλληλη αυτής. Από την πιο πάνω συμφωνία Διευθέτησης, Μέρος V, η εναγόμενη είχε, ως λέχθηκε, την υποχρέωση να εκδώσει τις επίδικες συναλλαγματικές και να προμηθεύσει έγγραφο της Altaria ως συμπρωτοφειλέτιδας. Σημειώνεται ότι οι εναγόμενοι - αιτητές δεν επισύναψαν το έγγραφο αυτό. Στη σελίδα 4, του Τεκμηρίου 4, προτελευταία παράγραφος καταγράφεται το εξής: «By the provisions of the Contract on joining a debt Elektroenergija and Rudnap Energy Limited have agreed with Slovenian law being applied and in the event of a dispute as to the interpretation and application of the Contract on joining a debt and that any dispute arising in connection with this Settlement shall be finally settled under the Rules of Arbitration of the International Chamber of Commerce, Paris (ICC) without recourse to the ordinary courts. The number of arbitrations shall be three. All arbitral proceedings shall take place at the Chamber of Commerce and Industry of Slovenia and the arbitration shall be conducted in English." Όπως καταγράφεται επίσης στη σελ. 3, προς αποφυγή διπλής πληρωμής, δηλαδή τόσο από την Altaria, όσο και τους εναγομένους, οι ενάγοντες δήλωσαν ότι οποιοδήποτε ποσό εισπράξουν από τους εναγόμενους, αυτόματα θα το αφαιρέσουν από το ποσό της απαίτησης εναντίον της Altaria. Τέλος, στην παράγρ. 4, καταγράφεται ότι λόγω του γεγονότος ότι οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν τα ποσά των συναλλαγματικών, καταχωρήθηκε αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, που είναι η παρούσα αγωγή. Εκ των ως άνω εγγράφων είναι προφανές ότι οι ενάγοντες ενεργοποίησαν διαδικασία διαιτησίας εναντίον της Altaria, δυνάμει των πιο πάνω όρων της μεταξύ τους ξεχωριστής συμφωνίας, και όχι στα πλαίσια της Συμφωνίας Διευθέτησης μεταξύ των παρόντων διαδίκων, δυνάμει της οποίας εκδόθηκαν οι επίδικες συναλλαγματικές. Από την μελέτη των συνημμένων της ένστασης εγγράφων που αφορούν την διαδικασία διαιτησίας μεταξύ των εναγόντων και της Altaria, προκύπτει ότι οι ενάγοντες απαιτούν το ποσό των €867.000 πλέον τόκους, που είναι το επίδικο ποσό των συναλλαγματικών, στην παρούσα αγωγή (τεκμ.4). Από την απάντηση της Altaria (τεκμ.5) προκύπτουν τα ακόλουθα. Στην παράγραφο 3 αναφέρεται ότι η Altaria αντιλαμβάνεται ότι η απαίτηση στηρίζεται στον ισχυρισμό ότι η Rudnap απέτυχε να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις πηγάζουσες από την συμφωνία διευθέτησης. Ειδικότερα ότι η απαίτηση συνδέεται εξ ολοκλήρου με το Μέρος ΙΙΙ της συμφωνίας δυνάμει του οποίου η Rudnap συμφώνησε να πληρώσει στην Elektro Energija το ποσό των €1.800.000 σε 15 δόσεις των €120.000 εκάστης. Στην παράγραφο 4 αναφέρει, η Altaria, ότι η απαίτηση της Elektro Energija εναντίον της βασίζεται στη συμφωνία συμπρωτοφειλέτη (contract on joining a debt) το οποίο υπογράφτηκε ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου στην Λευκωσία στις 25.2.13 πριν την ολοκλήρωση της συμφωνίας μεταξύ της Rudnap και της Elektro Energija (prior και υπογραμμίζεται) και συνεπώς το χρέος δεν είχε ακόμα συμβατικά δημιουργηθεί (not υπογραμμισμένο, established in contractual form). Αναπτύσσει στην συνέχεια τις θέσεις της στην βάση του πιο πάνω επιχειρήματος, προβάλλοντας και διάφορους άλλους ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι του παρούσης. Το δικαστήριο βέβαια, δεν θα αναλωθεί στην παράθεση των εκατέρωθεν θέσεων στην διαδικασία διαιτησίας, αλλά εκείνο που προκύπτει και θα πρέπει να τονιστεί, γιατί ενδιαφέρει και αφορά τους ισχυρισμούς των εναγομένων, και αναδύεται ακόμα περισσότερο από το τεκμ.8 τιτλοφορούμενο Defence Memorial των δικηγόρων της Altaria στην διαδικασία διαιτησίας, είναι η θέση τους ότι η συμφωνία προσχώρησης στο χρέος είναι άκυρη (void legal document) στην βάση του ιδίου πιο πάνω επιχειρήματος, με εξειδικευμένη αναφορά σε όρους της συμφωνίας προσχώρησης στο χρέος των εναγομένων. Καταλογίζεται επίσης βαριά αμέλεια στον πιστοποιούντα υπάλληλο γιατί πιστοποίησε έγγραφο που βασιζόταν σε ανύπαρκτη συμφωνία. Προκύπτει συνεπώς αβίαστα ότι η διαδικασία διαιτησίας μεταξύ της Elektro Energija (ενάγουσας) και της Altaria, στηρίζεται στη ξεχωριστή μεταξύ τους συμφωνία. Είναι στην βάση της συμφωνίας αυτής και δυνάμει των όρων της που άρχισε η διαδικασία διαιτησίας και όχι στην βάση της Συμφωνίας Διευθέτησης, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι - αιτητές. Προκύπτει επίσης ότι προβάλλονται συγκεκριμένοι λόγοι προς υπεράσπιση της Altaria, πλείστοι εξ αυτών άσχετοι με την απαίτηση των εναγόντων στην παρούσα υπόθεση εναντίον της Rudnap. Κατά συνέπεια ο ισχυρισμός και η θέση των εναγομένων περί έναρξης διαδικασίας διαιτησίας στην βάση της συμφωνίας Διευθέτησης δεν ευσταθεί και ως εκ τούτου δεν μπορεί και να γίνει αποδεκτή. Από το πιο πάνω Μέρος VIII της Συμφωνίας Διευθέτησης, η παραπομπή σε διαιτησία γίνεται μόνο εφόσον προκύψει διαφορά μεταξύ των μερών που προκύπτει μέσα από τη Συμφωνία Διευθέτησης. Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή των εναγόντων στηρίζεται σε συναλλαγματικές, τις οποίες εξέδωσαν οι εναγόμενοι στη βάση μεν της Συμφωνίας Διευθέτησης, πλην όμως ως ορθά κατά την κρίση του Δικαστηρίου εισηγούνται οι ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση, αποτελεί ανεξάρτητη και αυτοτελή αιτία αγωγής. Μάλιστα στον σχετικό όρο οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να τις συμπληρώσουν, οπισθογραφήσουν και εξαργυρώσουν (fill-in and redeem), χωρίς δικαίωμα διαμαρτύρησης και ένστασης εκ μέρους τους εναγομένων στην περίπτωση που δεν τηρηθούν οι όροι αποπληρωμής του συμφωνηθέντος υπολοίπου. Η μη τήρηση του όρου αποπληρωμής εκ μέρους των εναγομένων, γεννά δικαίωμα συμπλήρωσης και εξαργύρωσης των συναλλαγματικών εκ μέρους των εναγόντων και δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα προς είσπραξη τους. Επιβεβαίωση τούτου αποτελεί το γεγονός ότι και οι ίδιοι οι Αιτητές, ενώ παραθέτουν και στηρίζονται σε διάφορα έγγραφα για να υποστηρίξουν την άποψή τους περί διαιτησίας, στην ουσία δεν προβάλλουν κανένα λόγο ποια είναι αυτή η διαφορά που θα έπρεπε, κατά την εισήγησή τους, να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Η ύπαρξη όρου ή και ρήτρας Διαιτησίας σε κάποια συμφωνία, από μόνος του δεν εξυπακούει ούτε και μπορεί να εκληφθεί ότι λειτουργεί αυτόματα ως αναστολή της διαδικασίας. Στον σχετικό, επίδικο, όρο αναφέρεται «any dispute arising in connection with this settlement» θα παραπέμπεται σε διαιτησία. Στην υπόθεση Oterom v. Χριστοδουλίδη

(2002)1 Α.Α.Δ. 1081, που παραπέμπει και ο δικηγόρος των εναγόντων, ερμηνεύτηκε η έννοια του όρου «διαφορά». Το θέμα τέθηκε ως εξής: «Το γεγονός ότι οι πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας καλύπτουν "οποιαδήποτε διαφορά", δεν εξυπακούει κατ΄ανάγκη ότι οποιαδήποτε αξίωση, έστω και αν αυτή πηγάζει από τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας, συνιστά και "διαφορά" η οποία να καλύπτεται από τις πρόνοιες της ρήτρας διαιτησίας. Για να υπάρχει "διαφορά" αυτή πρέπει να αφορά είτε στα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την ευθύνη, ή την υποχρέωση, είτε στις νομικές επιπτώσεις των εν λόγω γεγονότων. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Πική, Δ. (όπως ήταν τότε) στην Tradax ν. Gueensea Marine Co
(1986)1 C.L.R. 559, στις σ. 562-563, είναι απόλυτα σχετικό: "A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law...... The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the parties. In this case, no question ever arose between the parties about the liabilities of the defendants nor is presently a dispute pending between them. In the absence of a dispute the abitration clause was inapplicable and the right of the plaintiffs to have recourse to the Court cannot be suspended or defeated by reference thereto." (Σχετικά με το ίδιο ζήτημα, ήτοι τι συνιστά "διαφορά", βλέπε επίσης Steamer Shipping Co Ltd v. Sibyl Trading & Shipping Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1069)». Ομοίως, ως υποδεικνύεται στην υπόθεση Steamer Ship. Co. Ltd v. Sibyl Trad. & Ship. Ltd κ.ά
(1999)1 Α.Α.Δ. 1069, 1075, η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας δεν αρκεί για να υπάρξει αναστολή της δικαστικής διαδικασίας και έχει τέτοια και όση έκταση όση της δίνουν οι όροι της και όχι άλλη ή περισσότερη. Στην υπόθεση Skaliotou v. Pelekanos
(1976)1 C.L.R 251, υποδεικνύεται ότι η ύπαρξη όρου διαιτησίας από μόνος του δεν επαρκεί για παραπομπή του θέματος σε διαιτησία. Εναπόκειται στον εναγόμενο αιτητή να καταδείξει με σαφήνεια ποια είναι ακριβώς η διαφορά (the precise nature of dispute) η οποία δυνάμει του όρου θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία και ως εκ τούτου να ανασταλεί η διαδικασία. Η επίκληση συνεπώς γενικώς και αορίστως της ύπαρξης όρου περί παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία, χωρίς οτιδήποτε άλλο, δεν αποτελεί επαρκή και ικανοποιητικό λόγο για αναστολή της διαδικασίας. Εκλαμβάνουν, ενδεχομένως, οι εναγόμενοι, ή θεωρούν, ως είναι τουλάχιστον αντιληπτό, ότι η έκδοση από μόνη τους των συναλλαγματικών, συνιστά διαφορά. Διαπιστώνεται από τα συνημμένα της ένστασης τεκμήρια ότι τόσο η συμφωνία Διευθέτησης όσο και οι συναλλαγματικές υπεγράφησαν και εκδόθηκαν την ίδια ημερομηνία, ήτοι την 12.3.13. Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να υπήρχε την ημέρα των υπογραφών «διαφορά» που να παραπέμπει σε διαιτησία. Εάν πάλι από την άλλη εκλαμβάνουν ως διαφορά το γεγονός ότι δεν πλήρωσαν τις συναλλαγματικές, ή δεν τήρησαν τους όρους αποπληρωμής σύμφωνα με το Μέρος ΙΙΙ, όρο 2 και Μέρος IV της μεταξύ τους συμφωνίας, που δίνει το δικαίωμα στους ενάγοντες να ενεργοποιήσουν τις συναλλαγματικές, στην επιστολή των δικηγόρων των εναγόντων προς πληρωμή των συναλλαγματικών, Τεκμήριο 3 της ένστασης, δεν έχουν απαντήσει, ούτε και έχουν προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό. Συνακόλουθο και άμεσο σχετικό αποτελεί το γεγονός ότι σύμφωνα με την παράγραφο 19 της ενόρκου δηλώσεως της ενστάσεως και της παραγράφου 14 της έκθεσης απαιτήσεως, οι εναγόμενοι κατέβαλαν διάφορες δόσεις, και το αξιούμενο δια των συναλλαγματικών ποσό είναι το υπόλοιπο οφειλόμενο. Ειδικότερα, ενώ το αρχικά συμφωνηθέν οφειλόμενο ποσό ανερχόταν στο €1.800.000, με την αγωγή οι ενάγοντες αξιώνουν το ποσό των €867.600 που αποτελεί το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό. Εγείρεται συνεπώς το ερώτημα, το οποίο θα έπρεπε να απαντηθεί από τους εναγόμενους, δεδομένης της καταβολής διαφόρων δόσεων εκ μέρους τους, ποια είναι η διαφορά που θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία. Στην ουσία εκείνο που συμφώνησαν τα μέρη προς τελειωτική εξόφληση των εκατέρωθεν απαιτήσεων, είναι ότι οι εναγόμενοι οφείλουν στους ενάγοντες €1.800.000 αποπληρωτέου δια δόσεων εξ €120.000 εκάστης. Ως εγγύηση της αποπληρωμής του πιο πάνω ποσού, οι εναγόμενοι εξέδωσαν 10 λευκές συναλλαγματικές τις οποίες οι ενάγοντες είχαν δικαίωμα, σε περίπτωση παράλειψης των εναγομένων να πληρώσουν τις ρηθείσες δόσεις τους να τις συμπληρώσουν με το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, διαιρούμενου του ποσού δια του δέκα, όσες δηλαδή είναι και οι συναλλαγματικές, να τις οπισθογραφήσουν και να τις εξαργυρώσουν. Στην πραγματικότητα στην έγγραφη συμφωνία Διευθέτησης, η είσπραξη των συναλλαγματικών είναι και η μόνη πρόνοια αποπληρωμής, αν οι εναγόμενοι δεν τηρούσαν τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Με άλλα λόγια συμφωνήθηκε ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο και η είσπραξη, σε περίπτωση μη καταβολής, θα γινόταν δια των συναλλαγματικών. Κατά συνέπεια η Αίτηση, στο βαθμό που στηρίζεται στην ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας και πάλι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και απορρίπτεται. Παραμένει προς εξέταση κατά πόσο τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι κατάλληλα να εκδικάσουν την εν λόγω αγωγή ως το κατάλληλο βήμα, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός περί ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας έχει απορριφθεί. Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation Ltd v. Zim Israel Navigation Co. Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1168, αναφορικά με την πιο πάνω διαφορά έχει επεξηγηθεί ότι: «Η νομολογία διακρίνει μεταξύ της περίπτωσης που διαπιστώθηκε ανυπερθέτως ότι υπάρχει δεσμευτική συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών στην αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας και περίπτωσης που σχετίζεται με τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου να αναστέλλει διαδικασία. Στην πρώτη το βάρος απόδειξης έχει, σύμφωνα με την υπόθεση Eleftheria (πιο πάνω) ο ενάγων, ενώ στη δεύτερη συμβαίνει το αντίθετο (Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 219, 231)». Το βάρος συνεπώς πίπτει στους ώμους των εναγομένων να καταδείξουν ότι τα Κυπριακά δικαστήρια δεν είναι το καταλληλότερο βήμα προς εκδίκαση της διαφοράς. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο ότι η εναγόμενη είναι εταιρεία συσταθείσα στην Κύπρο με έδρα την Λεμεσό. Αυτό από μόνο του αναπόδραστα παρέχει δικαιοδοσία στα Κυπριακά δικαστήρια. Τόσο η ενάγουσα, με έδρα την Σλοβενία, όσο και η εναγόμενη με έδρα την Κύπρο, εδρεύουν σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οπότε στην παρούσα υπόθεση τυγχάνει εφαρμογής ο Ε.Κ.1215/12, και ειδικότερα το άρθρο 4 του Τμήματος 1, υπό τον τίτλο Γενικές διατάξεις, που προνοεί: «1. Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, ανεξάρτητα από την ιθαγένειά τους». Άμεσα σχετικό είναι το σχόλιο στην Cyprus Trading Corporation, ανωτέρω, με παραπομπή στην υπόθεση Owusu v. Jackson and others (Case C-281/02) του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, με αναφορά στο προγενέστερο άρθρο 2 του ΕΚ.44/01, ότι οι συντάκτες της Σύμβασης των Βρυξελλών δεν προέβλεψαν για εξαίρεση στη βάση του forum non conveniens. Κατά συνέπεια κρίνεται ως ορθή η εισήγηση των δικηγόρων των εναγόντων ότι το δικαστήριο, δεδομένης της ανυπαρξίας ρήτρας διαιτησίας αναφορικά με το επίδικο θέμα της αγωγής και δεδομένο ως είναι ότι η εναγόμενη είναι κυπριακή εταιρεία, δεν μπορεί, στην βάση του πιο πάνω κανονισμού να εγερθεί θέμα ακαταλληλότητας της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Αλλά και άλλως να είχαν τα πράγματα, το βάρος είναι στους εναγόμενους να αποδείξουν ότι η Σλοβενία είναι το κατάλληλο βήμα. Η νομολογία είναι πλούσια επί του συγκεκριμένου. Η υπόθεση Far Eastern Shipping Company PLC v. BN Marine Company Ltd, Υποθ. Ναυτοδικείου Αρ.5/13, ημερ.28.11.14, αναλύει διεξοδικώς το θέμα αυτό. Εξηγείται ότι αγωγή εγερθείσα δικαιωματικά εντός της δικαιοδοσίας ενός κράτους, αυτό από μόνο του προσδίδει ένα πλεονέκτημα από την άποψη ότι δύσκολα το δικαστήριο θα αρνηθεί δικαιοδοσία. Εκτός, όπου στην ολότητα των περιστάσεων, διαφαίνεται να υπάρχει άλλη καταλληλότερη δικαιοδοσία με αναφορά στους σχετικούς παράγοντες που αναγνωρίζονται από την νομολογία. Οι παράγοντες αυτοί επεξηγούνται στην Αγγλική υπόθεση The Spiliada
(1986)3 All.E.R 843, που ακολουθήθηκε από την Κυπριακή νομολογία. Η παρούσα αγωγή, δεδομένης της οντότητας της εναγομένης ως Κυπριακής εταιρείας, δικαιωματικά καταχωρήθηκε στην Κύπρο. Στην Cyprus Trading Corporation υποδεικνύεται ότι για να δικαιολογείται η αναστολή μιας υπόθεσης πρέπει να ικανοποιηθούν δύο όροι, ένας θετικός και ένας αρνητικός. (α) Ο εναγόμενος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι υπάρχει άλλο βήμα (forum) στου οποίου τη δικαιοδοσία υπάγεται, στο οποίο μπορεί να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων, με ουσιαστικά λιγότερη δυσκολία ή έξοδα, και (β) Η αναστολή δεν πρέπει να αποστερεί από τον ενάγοντα οποιοδήποτε νόμιμο προσωπικό ή διαδικαστικό πλεονέκτημα, που θα ήταν διαθέσιμο σε αυτόν αν επικαλείτο τη δικαιοδοσία του Αγγλικού Δικαστηρίου. Οι εναγόμενοι έχουν αυξημένο συνεπώς βάρος και καθήκον να δείξουν γιατί η Κυπριακή δικαιοδοσία δεν είναι το κατάλληλο βήμα. Μεταξύ των κριτηρίων που τέθηκαν για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, είναι η διαπίστωση σε ποια χώρα είναι εύκολα διαθέσιμη η μαρτυρία, οι επιπτώσεις στη δικαστική δαπάνη, και ο βαθμός δυσχέρειας που θα υποστούν οι ενδιαφερόμενοι. Εξετάζεται επίσης κατά πόσο το ουσιαστικό δίκαιο του αλλοδαπού δικαστηρίου είναι παρόμοιο με το ημεδαπό, η χώρα με την οποία συνδέονται περισσότερο οι διάδικοι. Ένα άλλο κριτήριο είναι κατά πόσο οι ενάγοντες θα ζημιωθούν από την εφαρμογή της ρήτρας, διότι θα στερηθούν κάποιας εξασφάλισης της αξίωσης τους, ή δεν θα μπορούν να εκτελέσουν τη δικαστική απόφαση. Θα μπορούσε επίσης να καταταχθεί ως ακόμα ένας παράγων το εφαρμοστέο δίκαιο και η ύπαρξη εχεγγύων στην ξένη δικαιοδοσία για καλή απονομή της δικαιοσύνης. Άλλοι παράγοντες αφορούν τους μάρτυρες, την ευχερέστερη διεξαγωγή της δίκης, ή ακόμη θέματα σχετικά με τις συνεπαγόμενες δαπάνες που απαιτούνται. Ως υποδεικνύεται δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων αλλά το σημαντικό είναι ότι τα στοιχεία, όποια και να είναι αυτά, πρέπει να συνιστούν ισχυρούς και πειστικούς λόγους γιατί το δικαστήριο να μην αναλάβει δικαιοδοσία. Οι λόγοι τους οποίους επικαλούνται οι εναγόμενοι καταγράφονται στις παραγράφους 13 και 14. Ότι η συμφωνία υπεγράφη στην Σλοβενία και αφορά τρόπο πληρωμής για αγορά και παροχή ηλεκτρισμού στη Σλοβενία και της επιλογής του νόμου της Σλοβενίας. Επί τούτου θα πρέπει να λεχθεί ότι στην συμφωνία Διευθέτησης, Μέρος VIII, όρος 1 γίνεται αναφορά ότι σε περίπτωση διαφοράς θα εφαρμόζονται οι νόμοι της Σλοβενίας, αλλά σε σχέση με την ερμηνεία και την εφαρμογή της συμφωνίας. Οι ενάγοντες με την παρούσα αγωγή δεν επιδιώκουν την ερμηνεία ή και την εφαρμογή της συμφωνίας, αλλά η αγωγή τους στηρίζεται επί συναλλαγματικών, ως αυτοτελούς βάσης αγωγής, που εξέδωσαν οι εναγόμενοι δυνάμει των όρων της συμφωνίας Διευθέτησης, ως εγγύηση (collateral), τις οποίες σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους οι εναγόμενοι δεν τις πλήρωσαν. Προστίθεται εδώ, ότι η επίκληση του Νόμου της Σλοβενίας αφενός, αλλά και του όρου περί διαιτησίας αφετέρου, που σύμφωνα με τον σχετικό όρο θα διεξαχθεί σύμφωνα με τους Κανόνες (Rules) Διαιτησίας του International Chamber of Commerce είναι αντιφατική. Γιατί στο τέλος της ημέρας για ποια διαφορά επικαλούνται την διαιτησία και για ποια τον νόμο της Σλοβενίας. Προβάλλεται ακόμα ότι είναι απαραίτητος ο προγραμματισμός και οι επισκέψεις Σλοβένων μαρτύρων στην Κύπρο, που είναι σχεδόν ολόκληρη η μαρτυρία των εναγομένων. Θα πρέπει επίσης, η μαρτυρία, να γίνεται μέσω διερμηνέως και ότι θα πρέπει να δοθεί μαρτυρία εμπειρογνώμονα για τον νόμο της Σλοβενίας και η απόφαση θα επηρεάσει μεν την εναγομένη που είναι Κυπριακή εταιρεία, αλλά στην ουσία θα επηρεάσει Σλοβένους υπηκόους που είναι οι τελικοί δικαιούχοι των εναγόντων και των εναγομένων. Κατά την κρίση του δικαστηρίου από όσα εξέθεσαν οι αιτητές, ελλείπει παντελώς το υπόστρωμα που θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα έστω κατ' αρχήν συμπέρασμα. Έτσι για παράδειγμα, και πέραν της γενικότητας και αοριστίας των πιο πάνω ισχυρισμών, θα έπρεπε να προσκομιστεί μαρτυρία για το κόστος των δικαστικών και άλλων δαπανών στα δικαστήρια της Σλοβενίας και της εν γένει συνολικής δαπάνης συμπεριλαμβανόμενης και της δικηγορικής αμοιβής. Και το βάρος ήταν στους εναγόμενους να παρουσιάσουν ικανοποιητικά στοιχεία προς αυτή την κατεύθυνση. Όπως και για όλα τα άλλα θέματα που αναφέρουν στην ένορκη τους δήλωση, γιατί η απλή φραστική επίκληση διάφορων λόγων δεν είναι αρκετή. Το κάθε θέμα που προβάλλεται θα πρέπει με κάποιο τρόπο να καταδεικνύεται μέσα από συγκεκριμένα στοιχεία. Για παράδειγμα, θα έπρεπε να εξηγηθεί επί συναλλαγματικών, που είναι η βάση της αγωγής των εναγόντων, σε τι θα βοηθούσε ο νόμος της Σλοβενίας, όταν κυρίως, στον όρο 6 του Μέρους III της μεταξύ τους συμφωνίας Διευθέτησης, συμφώνησαν ότι αν η ημέρα καταβολής μια δόσης είναι αργία στην Κύπρο, θα μεταφέρεται την επόμενη εργάσιμη ημέρα. Προκύπτει συνεπώς, ότι ο τόπος καταβολής των συμφωνηθέντων δόσεων ήταν η Κύπρος όπου βρίσκεται και η έδρα των εναγομένων, γεγονός που αποτελεί ακόμα ένα σημαντικό παράγοντα για την δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων. Ομοίως θα έπρεπε να εξηγηθεί, εν όψει όσων έχουν αναφερθεί, προς ποια κατεύθυνση θα δοθεί η μαρτυρία των Σλοβένων μαρτύρων. Το δικαστήριο δεν προτίθεται να επεκταθεί περισσότερο, ή να προβεί σε ανάλυση άλλων κριτηρίων γιατί θα είναι περισσότερο ακαδημαϊκής σημασίας παρά ουσίας, αφού πέραν των όσων έχουν αναφερθεί δεν προβάλλεται οτιδήποτε άλλο. Οι εναγόμενοι δεν έχουν πείσει το δικαστήριο και δεν έχουν αποσείσει το βάρος που έφεραν για να καταδείξουν λόγους γιατί θα πρέπει να αποκλειστούν τα δικαστήρια της Κύπρου ως ακατάλληλο βήμα προς εκδίκαση της υπόθεσης. Για όλους συνεπώς τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και αφού εγκριθούν από το δικαστήριο θα είναι καταβλητέα στο τέλος. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ.

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.