← Κύπρος

Joint Stock Company Schuka κ.α. ν. Riverstretch Trading & Investments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5998/2016, 12/4/2017

Joint Stock Company Schuka κ.α. ν. Riverstretch Trading & Investments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5998/2016, 12/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5998/2016

  1. Joint Stock Company Schuka, Μόσχα
  2. Blazhk Maxim Evgenievitch, Μόσχα Εναγόντων -και-
  3. Riverstretch Trading & Investments Ltd, εκ Λεμεσού
  4. Λάμπρος Σωτηρίου, εκ Λεμεσού
  5. M. Kyprianou Fiduciaries (Cyprus) Ltd, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ---------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27 Δεκεμβρίου 2016 για Προσωρινά Διατάγματα 12 Απριλίου
  6. Για τους Αιτητές-ενάγοντες: κ. Α. Χαβιαράς Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους: κ. Μεν. Κυπριανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες με την αγωγή τους επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου ότι οι εναγόμενοι μαζί με τρίτα πρόσωπα, που είναι άγνωστα σήμερα, δόλια συνωμότησαν το 2016, μέσα από την κατάρτιση διαφόρων εγγράφων, ώστε να επιφέρουν την πτώχευση και τη διάλυση της ενάγουσας 1 για να καρπωθούν παράνομα το κτίριο της ενάγουσας 1, που είναι γνωστό ως Commercial and Entertainment Center Schuka, στην συνέχεια Schuka. Ομοίως αξιώνουν αποζημιώσεις εναντίον της εναγομένης 1 για παρέμβασή της σε σύμβαση που κατάρτισαν οι ενάγοντες με την Τράπεζα PJSC SBER Bank, στην συνέχεια η τράπεζα, για την αναδιάρθρωση των δανειακών συμβάσεων της ενάγουσας 1 και της τράπεζας για το πιο πάνω εμπορικό κέντρο. Η παράνομη παρέμβαση στοχεύει αφενός στην αποστέρηση της ενάγουσας 1 από τα ενοίκια που εισπράττει από το πιο πάνω κέντρο και αφετέρου, στην αφαίρεση της ιδιοκτησίας του εμπορικού κέντρου από την ενάγουσα
  7. Επιζητούν επίσης διάταγμα ότι τα έγγραφα που κατάρτισε η τράπεζα με τρίτους, ως συνέπεια της δόλιας συνομωσίας, είναι άκυρα και ακυρώσιμα. Τέλος, επιδιώκουν γενικές αποζημιώσεις. Στα πλαίσια της αγωγής οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερώς Αίτηση προς έκδοση διαφόρων διαταγμάτων, δέκα στον αριθμό, εκ των οποίων το Δικαστήριο ενέκρινε τα υπ΄ αριθμό 6, 8 και
  8. Αναφορά σε αυτά θα γίνει στη συνέχεια. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, κατοίκου της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η ένορκη δήλωση είναι πολυσέλιδη, αποτελούμενη από πολλές παραγράφους και θα επιχειρηθεί να συνοψιστούν τα κύρια σημεία της, ώστε να διαφανεί το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο που υποστηρίζει τα αιτούμενα διατάγματα. Η ενάγουσα 1 είναι εταιρεία συσταθείσα στη Ρωσία και είναι ιδιοκτήτρια, μεταξύ άλλων ιδιοκτητών (and is the owner, amongst others), του Κέντρου Schuka στη Μόσχα και ο ενάγοντας 2 είναι ένας από τους δικαιούχους της εταιρείας, καθώς και διαφόρων άλλων έργων, μέσω εταιρικής δομής, στην οποία ανήκει και η ενάγουσα
  9. Η εναγόμενη 1 είναι Κυπριακή εταιρεία με έδρα τη Λεμεσό και ο εναγόμενος 2 είναι ο μοναδικός διευθυντής της εναγομένης
  10. Η εναγόμενη 3 εδρεύει στη Λευκωσία και καθ΄ όλους τους επίδικους χρόνους ήταν η γραμματέας της εναγομένης 1 και μπορεί να έχει πληροφορίες αναγκαίες για τους ενάγοντες, ώστε να διαφανούν οι πιθανοί εναγόμενοι. Όπως αναφέρει ο ομνύον, ο σκοπός της Αίτησής του είναι διπλός. Από τη μια να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία των εναγόντων, οι οποίοι βρίσκονται υπό ένα δόλιο σχέδιο των εναγομένων 1 και αριθμού αγνώστων προσώπων που διαμένουν στη Ρωσία, και από την άλλη, να συλλέξει μαρτυρία και πληροφορίες από τους εναγόμενους 1-3 οι οποίοι μπορούν να γνωστοποιήσουν τα πρόσωπα τα οποία μπορεί να είναι πιθανοί εναγόμενοι. ΓΕΓΟΝΟΤΑ Η ενάγουσα 1 είναι ιδιοκτήτρια του Κέντρου Schuka και ο Όμιλος των εναγόντων είναι ιδιοκτήτες αριθμού διαφόρων έργων στη Ρωσία, όπως το Nordstar Tower Business Center. Η βασική τους επιχειρηματική δραστηριότητα προέρχεται από ενοίκια ακινήτων υψηλής ποιότητας. Τα πιο πάνω εμπορικά κέντρα κτίστηκαν μέσω χρηματοδότησης από τη SPER Bank, η οποία είναι ένα από τα μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα στη Ρωσία. Η συνεργασία των εναγόντων με την τράπεζα αρχίζει από το 2004, με τη δανειοδότηση της κατασκευής του Κέντρου Schuka, ανερχόμενη στο ποσό των USD70.000.000 και στη συνέχεια, το 2011, στο συνολικό ποσό των USD277.000.
  11. Μέχρι την κρίση του 2014 οι ενάγοντες κατέβαλλαν κανονικά τις δόσεις τους. Από τα μέσα του 2014 η ισοτιμία του δολαρίου με το ρούβλι μεταβλήθηκε δραματικά, με αποτέλεσμα ενοικιαστές του Κέντρου Schuka να αρχίσουν να καθυστερούν την καταβολή ενοικίων, ή να μην τα καταβάλλουν καθόλου. Ως αποτέλεσμα, οι ενάγοντες διαπραγματεύτηκαν με την τράπεζα την αναδιάρθρωση του δανείου τους στη βάση συμπληρωματικών συμφωνιών που υπογράφηκαν. Ομοίως, το Μάρτιο του 2014, τα διάφορα οικονομικά μέτρα που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση στη Ρωσική Ομοσπονδία, λόγω της Ουκρανικής κρίσης, χειροτέρευσε την οικονομική κατάσταση, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί δυσμενώς η ισοτιμία δολαρίου και ρουβλιού. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω οικονομικών δυσχερειών, το εισόδημα από το Κέντρο Schuka μειώθηκε. Ήταν επίσης φανερό ότι οι ενάγοντες δεν θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στις δόσεις αποπληρωμής τους προς την τράπεζα και ως εκ τούτου νέα αναδιάρθρωση του δανείου ήταν αναγκαία. Η κρίση αυτή επηρέασε και το εμπορικό κέντρο Nordstar. Το Μάρτιο του 2015 οι ενάγοντες άρχισαν διαπραγματεύσεις με την τράπεζα για την αναδιάρθρωση του δανείου που αφορούσε το Nordstar. Διαπραγματεύτηκαν και συμφώνησαν ένα πρόγραμμα αποπληρωμής και τον ίδιο περίπου χρόνο διαπραγματεύονταν με την τράπεζα την αναδιάρθρωση του δανείου για το Κέντρο Schuka. Οι διαπραγματεύσεις αναφορικά με το Κέντρο Schuka, που περιλάμβαναν και επιπλέον πίστωση για την ανοικοδόμηση επιπλέον 10.000 τ.μ., κατέληξαν σε συμφωνία τον Απρίλιο του 2016, κάτω από συγκεκριμένους όρους. Στις παραγράφους 24 και 25 της ενόρκου δηλώσεως καταγράφονται οι όροι της συμφωνίας. Στα πλαίσια της συμφωνίας οι ενάγοντες λάμβαναν διάφορα μέτρα προς υλοποίηση των όρων της και με ηλεκτρονικά μηνύματα προωθούσαν διάφορα έγγραφα προς την τράπεζα εν σχέσει με τη συμφωνία τους. Η τράπεζα όμως, δεν ανταποκρίθηκε ούτε και αντέδρασε στα διάφορα έγγραφα που προωθούσαν οι ενάγοντες σε αυτή. Στις 10.11.2016 η εναγομένη 1 δημοσίευσε στην ιστοσελίδα της Ρωσικής Ομοσπονδίας την πρόθεσή της να υποβάλει αίτηση για πτώχευση της ενάγουσας 1 εταιρείας. Αυτό αποτέλεσε έκπληξη για τους ενάγοντες γιατί δεν είχαν καμία σχέση με την εναγόμενη 1 εταιρεία, ούτε είχαν πληροφόρηση οποιασδήποτε εκχώρησης των δικαιωμάτων της τράπεζας από τις συμβάσεις δανείου προς την εναγόμενη
  12. Η μόνη σχέση που υπήρχε, είναι ότι η εναγόμενη 1, το Δεκέμβριο του 2015, απέκτησε δι΄ εκχωρήσεως τα δικαιώματα της τράπεζας επί των δανείων που αφορούσαν το Κέντρο Nordstar. Την ίδια ημερομηνία, δηλαδή 10.11.2016, η τράπεζα απέστειλε προς τους ενάγοντες την ειδοποίηση εκχώρησης των δικαιωμάτων της από τα δάνεια, επισυνάπτοντας τη συμφωνία εκχώρησης ημερομηνίας 31.10.2016, χωρίς να δώσει εξηγήσεις στους ενάγοντες τον λόγο που καθυστέρησαν να τους ανακοινώσουν την εκχώρηση. Στις 28.11.2016, κάποιος τρίτος καταχώρησε διαδικασία πτώχευσης εναντίον της ενάγουσας 1 στη Μόσχα. Στη συνέχεια οι πιστωτές επί της πτώχευσης της εταιρείας ανήλθαν στους δύο. Προβάλλει ο ενόρκως δηλών, ότι η εναγόμενη 1 δεν απαίτησε την αποπληρωμή του δανείου και βασιζόμενη μόνο επί της συμφωνίας εκχώρησης καταχώρησε διαδικασία πτώχευσης της ενάγουσας
  13. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον ομνύοντα, η εναγόμενη 1 αποδέχτηκε την εκχώρηση απλά και μόνο για να γίνει ικανή να προωθήσει διαδικασία πτώχευσης εναντίον της ενάγουσας. Τα πιο πάνω γεγονότα, σύμφωνα με τον ομνύοντα, εκ πρώτης όψεως, αναδεικνύουν ότι κάποιος παρενέβη προς την τράπεζα για να μην προχωρήσει και να εκτελέσει την αναδιάρθρωση του δανείου της ενάγουσας 1 και περαιτέρω συνέδραμε εκδικητικά στη διαδικασία πτώχευσης της ενάγουσας. Συμπεραίνει ο ομνύον, ότι η εκχώρηση του δανείου δεν στόχευε στο κέρδος από τους όρους αυτού, αλλά ήταν απλώς ένα εργαλείο για να επιτεθεί στην ενάγουσα
  14. Πρόκειται για ένα σενάριο επίθεσης εναντίον του εμπορικού κέντρου Nordstar. Για τα πιο πάνω γεγονότα καταχωρήθηκε η αγωγή με αρ. 5997/2016 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον των ιδίων εναγομένων και οι ενάγοντες πιστεύουν ότι πίσω από αυτό το σχέδιο κρύβονται οι ίδιοι πιθανοί εναγόμενοι. Όπως έγινε στην περίπτωση του Nordstar, τα ίδια έγιναν και στην περίπτωση του Schuka. Η εναγόμενη 1 είναι συνδεδεμένη με την εταιρεία PJSC Rosneft Oil Company, στην συνέχεια η Rosneft, η οποία παρουσιάστηκε ως ο νέος ιδιοκτήτης του εμπορικού κέντρου Nordstar, κατά τον ίδιο περίπου χρόνο που η εναγόμενη 1 απαίτησε την πληρωμή των δανείων για το Nordstar, σε χρόνο κατά τον οποίο η Rosneft δεν είχε άμεσο δικαίωμα να το πράξει, εκτός αν αυτό έγινε μέσω της εναγομένης
  15. Φαίνεται ότι υπάρχει στενή σχέση και ιδιοκτησία μεταξύ των δύο αυτών εταιρειών. Αυτό δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί, εκτός αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Το ίδιο ακριβώς σενάριο έγινε και για το εμπορικό κέντρο Schuka. Σύμφωνα επίσης με τον ομνύοντα, κανένας δεν μπορεί να μην συμπεράνει ότι κάποιος παρενέβη στην τράπεζα, ώστε να καταρρεύσει η συμφωνία αναδιάρθωσης των δανείων της ενάγουσας
  16. Ούτε επίσης μπορούν να αγνοηθούν δημοσιεύματα στις εφημερίδες ότι η εναγόμενη 1 είναι με κάποιο τρόπο συνδεδεμένη με τη Rosneft, ούτε και δημοσιεύματα που θέλουν την Rosneft να είναι ο νέος ιδιοκτήτης της Nordstar. Εκείνο το οποίο γνωρίζει ο ομνύον είναι ότι, παρόλο που η τράπεζα είχε σχεδόν ολοκληρώσει την συμφωνία αναδιάρθρωσης των δανείων και τα έγγραφα ήταν σχεδόν έτοιμα προς υπογραφή, για λόγους που ποτέ δεν τους αποκάλυψε η τράπεζα, εκχώρησε τα δικαιώματά της στην εναγόμενη
  17. Είναι άγνωστο κάτω από ποιες συνθήκες και με την παρέμβαση ποιου, η τράπεζα αποφάσισε να εγκαταλείψει την αναδιάρθρωση του δανείου. Μπορεί όμως κάποιος να υποθέσει ότι η Rosneft ή πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτή, με απατηλό και κακόπιστο τρόπο διαδραμάτισαν καταστροφικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις. Η πιο πάνω κατάσταση υποδηλώνει ότι υπάρχει ένα πρόγραμμα - σχέδιο εναντίον των εναγόντων για να μην πληρώσουν τα δάνειά τους και να τους θέσουν σε διάλυση, ώστε να αποξενωθούν από το Κέντρο Schuka, αλλά και το Κέντρο Nordstar. Είναι βέβαιο ότι η εναγομένη 1 έχει σημαντικό ρόλο και μαζί με τους εναγόμενους 2 και 3 έχουν στην κατοχή τους μαρτυρία και πληροφορίες, οι οποίες μπορούν να αποκαλυφθούν αναφορικά με πρόσωπα και εταιρείες που έλαβαν μέρος σε αυτό το παράνομο σχέδιο. Αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα - Norwich Pharmacal - οι ενάγοντες δεν μπορούν να αποφασίσουν κατά πόσο η τράπεζα ή η Rosneft ή άλλα πρόσωπα είναι μέρος του σχεδίου. Η ΕΝΣΤΑΣΗ Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση του εναγομένου
  18. Προβάλλονται 13 λόγοι ένστασης, υποδιαιρούμενοι σε ενότητες. Αρνούνται τους ισχυρισμούς των εναγόντων και συνοπτικά είναι η θέση τους ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν είναι κατάλληλα για την εκδίκαση της αγωγής, αφού σύμφωνα με τους Αιτητές όλα τα γεγονότα της υπόθεσης διαδραματίστηκαν στη Ρωσία. Είναι η θέση των εναγομένων, ότι οι ενάγοντες - Αιτητές παραδέχονται ότι δεν ήταν συνεπείς με τις υποχρεώσεις τους προς την τράπεζα, και εν πάση περιπτώσει η όλη εκδοχή τους είναι ακατανόητη, με την έννοια ότι δεν είναι σαφές ποιο είναι το παράπονό τους και ποια είναι η ζημιά που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί. Αναφέρει επίσης ο ομνύον, με βάση πάντα το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των Αιτητών, ότι αυτοί ήδη κατέχουν μεγάλο όγκο πληροφοριών και επαρκείς πληροφορίες για να εγείρουν αγωγή. Επιβεβαίωση τούτου αποτελεί το γεγονός της παρούσας αγωγής. Κατά συνέπεια οι πληροφορίες που αιτούνται διά της έκδοσης των διαταγμάτων δεν είναι απαραίτητες, ούτε και δικαιολογούνται. Παραθέτουν λεπτομέρειες από τους ισχυρισμούς των Αιτητών προς επιβεβαίωση της θέσης τους. Επί του ιδίου θέματος είναι η θέση τους ότι οι Αιτητές πουθενά δεν αναφέρουν ποιες προσπάθειες έκαμαν για να εξασφαλίσουν τις ισχυριζόμενες απαραίτητες πληροφορίες στα πλαίσια των δικαστικών διαδικασιών που οι ίδιοι αναφέρουν ότι εκκρεμούν στη Ρωσία. Προβάλλουν ακόμα ότι τα υπ΄ αριθμό 1 και 5-8 αιτούμενα διατάγματα δεν θα βοηθήσουν σε οτιδήποτε, ούτε και παρέχεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί επιζητούνται. Τέλος για το υπ' αριθμό 9 επιζητούμενο διάταγμα, αυτό είναι αντιαγωγικό διάταγμα (anti-suit injunction) για το οποίο δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του. H ένορκη δήλωση των Αιτητών είναι μακροσκελής και συνοδεύεται από σειρά εγγράφων. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει το σύνολο της ένορκης δήλωσης και έχει μελετήσει και ενδιατρίψει και τα συνημμένα σε αυτή έγγραφα. Εξ αυτών προκύπτει ότι το Τεκμήριο 1Α, το οποίο αποτελεί τη μετάφραση του Τεκμηρίου 1 από τα Ρωσικά στα Ελληνικά, υπογράφεται από κάποιο Ανόχιν Νικολάϊ εκ μέρους της εταιρείας ΕΠΕ Nordstar Development, απευθυνόμενη σε διάφορα πρόσωπα και με κοινοποίηση, μεταξύ άλλων, και στον ενάγοντα
  19. Έχει ως θέμα «Schuka_έγγραφα συναλλαγής». Πρόκειται, ως αναφέρει ο ομνύον στην παράγραφο 27 της ενόρκου δηλώσεως του, για προσχέδια εγγράφων, τα οποία εξ όσων συνάγεται δεν αποστάληκαν στην τράπεζα. Είναι «Option Agreement in respect of certain options granted over the shares in the company» (δες τεκμ.1). Στο τεκμ.1Α καταγράφονται διάφοροι κωδικοί και μεταξύ άλλων «.. Option_Agreement_-_Blazhko". Αναφέρεται, στο τεκμήριο αυτό, σε τροποποιήσεις προσχεδίων βασικών εγγράφων της συναλλαγής, επιζητώντας έγκριση και επιβεβαίωση διαφόρων συμφωνιών. Προκύπτει ότι πρόκειται για έγγραφα που αφορούν τους ενάγοντες και άλλα πρόσωπα, και σε διαπραγματεύσεις μεταξύ τους, ανεξάρτητα αν αποτελούν μέρος των διαπραγματεύσεων της ενάγουσας 1 προς την τράπεζα. Παρέμεινε πάντως εν πολλοίς αδιευκρίνιστο το στοιχείο αυτό. Το Τεκμήριο 2Α , σύμφωνα και με την ένορκη δήλωση του Αιτητή 2, αποτελεί δημοσίευση της ειδοποίησης πτώχευσης που υπέβαλε η εναγομένη 1 ως πιστωτής εναντίον του οφειλέτη EΔΜ "SCHUKA". To Τεκμήριο 3Α είναι επιστολή της SPER Bank προς την εταιρεία EΔΜ "SCHUKA", ημερομηνίας 8.11.2016, με την οποία της γνωστοποιείται ότι η τράπεζα συμφώνησε, στις 31.10.2016, στην εκχώρηση των δικαιωμάτων της που απορρέουν από τις συμφωνίες δανεισμού, και επίσης ότι με τη συμφωνία εκχώρησης μεταβιβάζονταν και όλα τα δικαιώματα από κάποια συμφωνία υποθήκης και ενεχυρίασης. Το Τεκμήριο 4Α είναι η σύμβαση εκχώρησης δικαιωμάτων (απαιτήσεων) μεταξύ της τράπεζας και της εναγομένης 1 που αφορά τα περιουσιακά δικαιώματα από την ανώνυμη εταιρεία Schuka. Συμπερασματικά και μόνο, θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι συμφωνίες δανεισμού που εκχωρήθηκαν αφορούσαν το εμπορικό κέντρο Schuka αφού δεν αναφέρεται οτιδήποτε άλλο, πλην της πιο πάνω εταιρείας ως οφειλέτιδας. Το Τεκμήριο 5Α συνίσταται από τρία δημοσιεύματα εφημερίδων, στο ένα εξ αυτών φέρεται ότι ο Όμιλος Rosneft θα αποκτήσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του εμπορικού κέντρου Nordstar. Το Δικαστήριο, προτού υπεισέλθει στις εκατέρωθεν εισηγήσεις των συνηγόρων που προβάλλονται στις γραπτές τους αγορεύσεις, κρίνει σκόπιμο να αναφερθεί με περισσότερη λεπτομέρεια στα αιτούμενα διατάγματα. Επιζητούνται διατάγματα εναντίον όλων των εναγομένων για την αποκάλυψη διαφόρων πληροφοριών, είτε αυτά ευρίσκονται σε ηλεκτρονικό αρχείο ή με άλλο τρόπο, που αφορούν ή σχετίζονται με οποιοδήποτε τρόπο με την ενάγουσα 1 και το εμπορικό κέντρο Schuka σε σχέση με τα επίδικα θέματα της αγωγής. Είναι τα διατάγματα υπ΄ αριθμόν 2, 3 και
  20. Με το υπ΄ αριθμόν 1, επιδιώκεται διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγομένη 1 να εισπράττει τα οποιαδήποτε ενοίκια από το εμπορικό κέντρο Schuka. Με το υπ΄ αριθμόν 5, επιζητείται απαγορευτικό διάταγμα ενεργοποίησης των υποθηκών που σχετίζονται με τα δάνεια. Επίσης με το υπ΄ αριθμόν 6, επιζητείται απαγορευτικό διάταγμα αποξένωσης ή εκποίησης του ενεχύρου που δόθηκε ως ασφάλεια δυνάμει των δανειακών συμβάσεων. Με το υπ΄ αριθμόν 7, επιδιώκεται διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγομένη 1 να ζητήσει πληρωμή από τους εγγυητές της ενάγουσας. Με το υπ΄ αριθμόν 8, επιζητείται διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγομένη 1 να εκχωρήσει περαιτέρω τα δικαιώματα που απέκτησε δυνάμει της εκχώρησης σε αυτήν, των δικαιωμάτων της τράπεζας. Με το υπ΄ αριθμόν 9, επιζητεί διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγόμενη 1 όπως άμεσα ή έμμεσα, μέσω αντιπροσώπων ή διευθυντών ή των τραπεζιτών συνεργατών της Otkytie FC Bank, να προωθεί με οποιοδήποτε τρόπο τη διάλυση της ενάγουσας
  21. Τέλος, με το υπ΄ αριθμό 10 επιζητεί εναντίον όλων των εναγομένων διάταγμα φίμωσης, ήτοι να μην πληροφορήσουν ή προειδοποιήσουν οποιοδήποτε πρόσωπο αναφορικά με το περιεχόμενο της παρούσας διαδικασίας. Η ακρόαση της αίτησης έγινε, χωρίς την αντεξέταση των ομνυόντων, για γραπτών αγορεύσεων. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει ενδελεχώς τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών. Αναφέρονται εκτεταμένα σε νομολογία που αφορά διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, γίνεται δε, και εκτεταμένη αναφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Όπου χρειαστεί θα γίνει σχετική αναφορά στη συνέχεια. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal καθώς και θα συνακόλουθα διατάγματα φίμωσης, ως υποδεικνύεται από την νομολογία, εντάσσονται στο Αρ.32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου. Στην υπόθεση Page Directors Ltd κ.ά Πολ. Έφεση Αρ.118/15, ημερ.12.10.15, υπεδείχθη ότι: «Τα Δικαστήρια της Κύπρου λειτουργούν με βάση την ευρύτατη εξουσία που τους παρέχεται από το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60 (Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala κ.α.,

(2007)1 A.A.Δ. 162, με υιοθέτηση της ΑBP Holdings Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694). Τα δε διατάγματα τα οποία προωθούν με την αίτηση τους ενώπιον του Δικαστηρίου οι αντίδικοι των αιτητών, της φύσης Norwich, καθώς και το διάταγμα φίμωσης, εμπίπτουν στην εμβέλεια του άρθρου
  1. Avila Management Services Ltd v. Fantisek Stepanek κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 54/12, ημερ.27.6.2012 καθώς και στην Penderhill Holdings Limited κ.α. ν. Κλουκίνα, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 319/11 και 320/11, ημερ. 13.1.
  2. Τα διατάγματα Norwich επενεργούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των κατ' ισχυρισμών αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής». Σχετική προς τούτο είναι και η υπόθεση Avila Management ανωτέρω. Κατά συνέπεια η εξέταση των αιτουμένων διαταγμάτων διέρχεται δια των καθιερωμένων αρχών που εφαρμόζονται επί ενδιαμέσων διαταγμάτων. Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Νόμου 14/60, όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε πλειάδα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων από μόνη της δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783). Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της, ούτε και εξετάζεται σε βάθος η προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και σε κατάληξη ευρημάτων επί γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του Άρθρου 32 (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980, Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Από την άλλη, η μαρτυρία ως υπεδείχθη στην υπόθεση Σεβαστού ανωτέρω, θα υποστεί κάποια, έστω, πρωταρχική και πρώιμη αξιολόγηση με την έννοια της απεικόνισης της μαρτυρίας, τέτοια ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και στο περιορισμένο στάδιο της παρούσας διαδικασίας. Τελεσίδικα βέβαια ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν. (Όξυνου κ.ά ν. Ρόλη
(2011)1 Α.Α.Δ 1066). Και τούτο γιατί δεν είναι το παρόν στάδιο, το κατάλληλο βάθρο για την οριστική επίλυση της ουσίας της διαφοράς. Για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, απαιτείται να καταδειχθεί ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση, σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, με αναφορά στις αξιώσεις στο δικόγραφο της αγωγής και της γενικής οπισθογράφησης. Το δεύτερο κριτήριο, συναφές και συνδεόμενο σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί προς ικανοποίηση του κριτηρίου αυτού, είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Βασικό στοιχείο και όχι αποδεικτικό μέσο, ως υποδεικνύεται στη Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, αποτελούν τα δικόγραφα. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Η κρίση του Δικαστηρίου περί του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις θα κριθεί μέσα στο πιο πάνω νομολογιακό πλαίσιο, έχοντας κατά νου βέβαια, ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών παραμένει σε εκείνον που επιζητά την έκδοση του διατάγματος για να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι πληρούνται και συντρέχουν οι τασσόμενες από τη νομολογία προϋποθέσεις. Το πλαίσιο της ακρόασης διεξάγεται επί τη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων και το βάρος της απόδειξης πίπτει επί των ώμων του αιτούντος. Στην βάση του πιο πάνω νομολογιακού υποβάθρου θα κριθούν οι εκατέρωθεν θέσεις, αφού το εγχείρημα ως προς το κατά πόσο το δικαστήριο θα ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς έκδοση, μεταξύ των άλλων διαταγμάτων που επιζητούνται και διατάγματα Norwich και φίμωσης, διέρχονται, ως υποδεικνύεται στην Avila, ανωτέρω, δια των καθιερωμένων κριτηρίων του Άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  1. Στην βάση επίσης και των ειδικών προϋποθέσεων που τίθενται από την νομολογία (δες Avila ανωτέρω), λόγω της φύσης αλλά και της εμβέλειας εφαρμογής τέτοιων διαταγμάτων. Η βάση της αγωγής των εναγόντων στηρίζεται σε συνομωσία και δόλο μεταξύ των εναγομένων ώστε να οδηγήσουν την ενάγουσα 1 σε πτώχευση καθώς και σε παρέμβαση σε σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ της ενάγουσας 1 και της τράπεζας για την αναδιάρθρωση των δανείων της ενάγουσας
  2. Η παρέμβαση είχε ως στόχο την αποστέρηση είσπραξης των ενοικίων της ενάγουσας 1 από το εμπορικό κέντρο Schuka και αφετέρου, στην αποστέρηση της ιδιοκτησίας του εμπορικού κέντρου από αυτήν. Πρόκειται για γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο και στην βάση αυτού θα εξεταστεί η πρώτη προϋπόθεση, αφού σύμφωνα με την νομολογία το βασικό στοιχείο είναι το δικόγραφο. (Hellenic Bank Public Company Ltd v. Αlpha Panareti Public Ltd (2013 1 Α.Α.Δ. 1235). Αποτελεί συνεπώς διαπίστωση του δικαστηρίου ότι με όσα εκτίθενται στο δικόγραφο της γενικής οπισθογράφησης, το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται. Προτού γίνει εξέταση της δεύτερης προϋπόθεσης, κρίνεται κατάλληλο το σημείο, να γίνει ειδικότερη αναφορά στα διατάγματα Norwich Pharmacal. Η θεμελιακή επί του θέματος, Κυπριακή νομολογία, είναι η υπόθεση Avila ανωτέρω, στην οποία γίνεται ευρεία επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας και της εξέλιξης του τύπου αυτών των διαταγμάτων. Επεξηγείται ότι στην έννοια του όρου αδικοπραξία περιλαμβάνεται και η περίπτωση παράβασης συμφωνίας και επεκτείνεται, όχι μόνο στους αδικοπραγούντες, αλλά και σε πιθανούς εμπλεκόμενους που αποδεικνύεται ότι έλαβαν μέρος στην παράνομη πράξη, ακόμα και άθελα τους. Τα διατάγματα αυτού του είδους προσφέρονται για να δώσουν την ευκαιρία στον ενάγοντα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης των πληροφοριών για να εγείρει αγωγή εναντίον τρίτων προσώπων και επεκτείνεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο που αναμείχθηκε σε παράνομες ενέργειες που παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Η αρχή όπως προκύπτει από την πιο πάνω υπόθεση, είναι πως το δικαστήριο στα πλαίσια της διακριτικής του εξουσίας μπορεί να μην ικανοποιήσει τέτοιο αίτημα, αν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο. Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν πράγματα που χρήζουν διερεύνησης κατά την δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα πριν την δίκη. Πρόκειται για ένα βοηθητικό μέσο για ανεύρεση και εξιχνίαση πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για την ταυτότητα των αδικοπραγούντων, όσο και για την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την έγερση αγωγής. Σημαντική παράμετρος προς έκδοση τέτοιου διατάγματος, είναι η διαθεσιμότητα και η καλόπιστη προσπάθεια του ενάγοντα προς ανεύρεση και εντοπισμό των διαφόρων στοιχείων και δεδομένων. Το βάρος βεβαίως είναι στον αιτούντα να πείσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις, αλλά και η αναγκαιότητα έκδοσης τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Υπενθυμίζεται εδώ, ότι αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, αυτή ικανοποιείται στην βάση της προσφερόμενης μαρτυρίας και την αποδεικτική της δύναμη, στο εύρος και την έκταση που έχει εξηγηθεί. Κατά συνέπεια η εξέταση του κριτηρίου αυτού αναπόφευκτα διέρχεται από το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών. Αποτελεί δεδομένο ότι μετά τις διάφορες αναδιαρθρώσεις των δανείων της ενάγουσας 1, την 8.11.16, σύμφωνα με το τεκμ.3, η ενάγουσα όφειλε στην τράπεζα τα ακόλουθα ποσά. α. Βασική οφειλή, μη ληξιπρόθεσμου και ανεξόφλητου υπόλοιπου δανείου ύψους U.S.D.224.924.000, πλέον δεδουλευμένους τόκους εκ U.S.D.760.727,69 β. Ληξιπρόθεσμη οφειλή του δανείου, ύψους U.S.D.17.174.000, πλέον γ. τους ληξιπρόθεσμους δεδουλευμένους τόκους ύψους U.S.D.32.910.518,
  3. Στην ουσία είναι το σύνολο των πιο πάνω ποσών που εκχωρήθηκαν, σύμφωνα με το τεκμ.3 στην εναγομένη 1, συμπεριλαμβανομένης της υποθήκης και της ενεχυρίασης. Εξάγεται επίσης, ότι είναι τα πιο πάνω ποσά που η ενάγουσα διαπραγματευόταν με την τράπεζα αναφορικά με την αναδιάρθρωση τους. Από το τεκμ.1Α εντοπίζεται ένα θέμα που αφορά την ιδιότητα της ενάγουσας. Αποστάληκε από την εταιρεία Ε.Π.Ε Nordstar Development και όχι από την ενάγουσα. Ανεξάρτητα από αυτό, προκύπτει από το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, την οποία εν πάση περιπτώσει είναι οι ενάγοντες που την επικαλούνται, ότι βρίσκονταν ακόμα σε διαπραγματεύσεις με την τράπεζα, εξ ου και απεστάλησαν προς τους διάφορους εμπλεκόμενους διάφορα «προσχέδια βασικών εγγράφων της συναλλαγής». Φαίνεται να αφορούν συμφωνία μετόχων, συμφωνία εγγραφής για μετοχές και option agreement από τον ενάγοντα
  4. Ως καταγράφεται στο έγγραφο αυτό, οι τροποποιήσεις έγιναν στο ρωσικό κείμενο και μετά από την επιβεβαίωση - από την τράπεζα - θα διορθωθεί το αγγλικό κείμενο. Το σύνολο του εγγράφου αυτού αποτελεί το τεκμ.1, το οποίο είναι στην ρωσική γλώσσα και καταγράφεται δίπλα το κείμενο στην αγγλική γλώσσα, το οποίο σύμφωνα με το τεκμ.1Α, δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη. Ότι άλλο υπάρχει επί του συγκεκριμένου, είναι από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 2, και κυρίως στις παραγράφους 24-
  5. Εκείνο που ξενίζει είναι ότι ενώ στην παράγραφο 24 αναφέρει ότι οι διαπραγματεύσεις με την τράπεζα για το εμπορικό κέντρο Schuka κατέληξαν σε συμφωνία (resulted in an agreement in April 2016), από το τεκμ.1Α, όχι μόνο δεν συνάγεται κάτι τέτοιο, αλλά αντίθετα εκείνο που εξάγεται είναι πως μέχρι τουλάχιστον τον Αύγουστο του 2016 ήταν ακόμα σε διαπραγματεύσεις μεταξύ τους, ή έστω και με την τράπεζα για την αναδιάρθρωση των δανείων της ενάγουσας
  6. Στην παράγραφο 25 της ενόρκου δηλώσεως αναφέρονται από τον ενάγοντα 2 λεπτομέρειες της συμφωνίας με την τράπεζα, που όμως σε κανένα μέρος τους δεν υποστηρίζεται από το τεκμ.1Α. Προκύπτει με άλλα λόγια ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων περί συμφωνίας τους με την τράπεζα δεν υποστηρίζεται από τα έγγραφα που επισύναψαν. Κρίνεται επί τούτου ορθή η εισήγηση του κ. Κυπριανού, ότι ενώ μεν στην παράγραφο 2 της οπισθογράφησης της αγωγής επιζητούνται αποζημιώσεις για παρέμβαση σε σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ των εναγόντων και της τράπεζας, το γεγονός αυτό είναι σε σύγκρουση αλλά και σε σύγχυση με την μαρτυρία. Πέραν όμως της σχετικής παραγράφου της απαίτησης, από το σύνολο της ενόρκου δηλώσεως είναι διάχυτο και καταλογίζεται στους εναγόμενους, ότι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, παρενέβησαν στην σύμβαση που συνήψαν οι ενάγοντες με την τράπεζα. Συμπλέκοντας μάλιστα τα δάνεια των δυο εμπορικών κέντρων. Και τούτο γιατί αναπάντεχα ανακοινώθηκε από την εναγομένη 1 ότι η τράπεζα εκχώρησε τα δικαιώματα της σε αυτήν, με την οποία η ενάγουσα δεν είχε καμιά σχέση, χωρίς η τράπεζα να την ενημερώσει έγκαιρα. Σημειώνεται πάντως εδώ, ότι η συμφωνία εκχώρησης φέρει ημερομηνία 31.10.16, σχετικό είναι το τεκμ.4Α και η επιστολή της τράπεζας προς την ενάγουσα που την πληροφορεί για την εκχώρηση, φέρει ημερομηνία 8.11.16, (τεκμ.3Α). Παρουσιάζεται το πιο πάνω γεγονός να διασυνδέεται με αίτηση πτώχευσης εναντίον της ενάγουσας που καταχωρήθηκε στις 28.11.16 από κάποιο τρίτο πρόσωπο (third party initiated bankruptcy proceedings) σε δικαστήριο της Μόσχας, με την προσθήκη ότι, τελικά, υπάρχουν δυο πιστωτές που επιζητούν την πτώχευση της. Επί του συγκεκριμένου, είναι ορθή η παρατήρηση του κ. Κυπριανού, ότι οι ενάγοντες αποφεύγουν να αναφέρουν ποιοι είναι αυτοί οι πιστωτές. Προστίθεται ότι η απουσία της ιδιότητας των πιστωτών, αφήνει κενό, αφού δεν μπορεί να διαφανεί αν υπάρχει οποιαδήποτε σχέση μεταξύ των πιστωτών και των εναγομένων, αλλά και με τις ενέργειες που τους καταλογίζουν. Υπάρχει ως προς την σειρά των γεγονότων ακόμα ένα στοιχείο που χρήζει σχολιασμού. Στην παράγραφο 32 της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών αναφέρεται ότι η μόνη σχέση της εναγομένης 1 είναι ότι τον Δεκέμβριο του 2015 απέκτησε δια της εκχωρήσεως τα δάνεια του εμπορικού κέντρου της Nordstar. Αυτό όμως που εξετάζεται εδώ είναι το εμπορικό κέντρο Schuka. Παραμένει αδιευκρίνιστη τελικά η σχέση των δυο εμπορικών κέντρων, ή και το ιδιοκτησιακό τους καθεστώς, έχοντας υπόψη και το γεγονός ότι η επιστολή τεκμ.1Α αποστάληκε από την εταιρεία Ε.Π.Ε Nordstar Development και όχι από την ενάγουσα. Και αυτό σε συνάρτηση με το γεγονός ότι στην παράγραφο 6 της ενόρκου δηλώσεως, η ενάγουσα 1 περιγράφεται ως ο ιδιοκτήτης, μεταξύ άλλων - ιδιοκτητών - (amongst others), του εμπορικού κέντρου Schuka. Το ποιος τελικά είναι ο ιδιοκτήτης του επίδικου εμπορικού κέντρου κρίνεται πως περιβάλλεται από ασάφεια τέτοια, που δημιουργεί κενά ως προς την νομιμοποίηση της ενάγουσας 1 να εγείρει την αγωγή. Περαιτέρω, εκ των παραγράφων 11 και 12 της ενόρκου δηλώσεως, συνάγεται ότι υπάρχει κάποιος όμιλος εταιρειών (claimant's group) που είναι ο ιδιοκτήτης των δυο εμπορικών κέντρων. Ένα άλλο στοιχείο που επικαλούνται οι ενάγοντες, ως μέρος του συνωμοτικού σχεδίου εναντίον τους από τους εναγομένους, είναι ότι η εναγόμενη 1 ποτέ δεν απαίτησε την πρόωρη αποπληρωμή του δανείου, και χωρίς ειδοποίηση, βασιζόμενη στην συμφωνία εκχώρησης, προχώρησε σε αίτηση πτώχευσης εναντίον της ενάγουσας
  7. Βέβαια επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού, αν η θέση των εναγόντων είναι ότι δεν τηρήθηκαν οι όροι της συμφωνίας εκχώρησης, ή οι όροι δανεισμού τους από την τράπεζα, που εκχωρήθηκαν και δεσμεύουν την εναγομένη 1, θα έπρεπε αφενός να αναφερθούν στους όρους της συμφωνίας δανείου τους με την τράπεζα και ποιοι όροι παραβιάστηκαν εκ μέρους της εναγομένης 1 και αφετέρου, αυτό ως αμιγώς νομικό ζήτημα, εκφεύγει της δικαιοδοσίας του παρόντος δικαστηρίου, και θα πρέπει να τεθεί ή να προβληθεί από την ενάγουσα 1 στο δικαστήριο της Μόσχας κατά την διαδικασία πτώχευσης εναντίον της. Τίθεται όμως εδώ, στα πλαίσια εξέτασης και διακρίβωσης της δεύτερης προϋπόθεσης. Σύμφωνα με τους ενάγοντες, οι πιο πάνω ενέργειες με μια πρώτη ματιά (at a first glance), επιμαρτυρούν ότι κάποιος παρενέβη στην τράπεζα ώστε να μην προχωρήσει και να εκτελέσει (to execute and implement) την αναδιάρθρωση του δανείου της και συνέδραμε στην επιθετική ενέργεια της διαδικασίας πτώχευσης εναντίον της ενάγουσας, χωρίς να της αποστείλει μια απλή ειδοποίηση αποπληρωμής. Έτσι, σύμφωνα με τον ομνύοντα, η απόκτηση δια της εκχωρήσεως του δανείου δεν έγινε για την αποκόμιση κέρδους, αλλά ήταν το εργαλείο για να επιτεθεί στην ενάγουσα. Κατά την κρίση του δικαστηρίου οι ισχυρισμοί των εναγόντων εμπεριέχουν αντινομία, με την έννοια ότι ενώ στην παράγραφο 24 αναφέρουν ότι η συμφωνία αναδιάρθρωσης με την τράπεζα κατέληξε σε συμφωνία (resulted in an agreement), στην παράγραφο 36 αναφέρουν ότι η παρέμβαση από τους τρίτους προς την τράπεζα, ήταν να μην προχωρήσει και να εκτελέσει την αναδιάρθρωση του δανείου. Πρόκειται συναφώς για δυο διαφορετικά πράγματα, όσο και αν γίνεται προσπάθεια εκ μέρους των εναγόντων να καταδείξουν την ύπαρξη συμφωνίας με την τράπεζα για την αναδιάρθρωση του δανείου τους. Σχετική επί τούτου είναι και η παράγραφος 26, στην οποία οι ενάγοντες αναφέρονται σε σχεδόν τελικά έγγραφα (almost final drafts), ενώ στην παράγραφο 40 η αναφορά είναι για ολοκληρωμένη συμφωνία (concluded agreement). Η ουσία είναι ότι με βάση το τεκμ.3Α οι ενάγοντες, μέχρι τουλάχιστον τον Αύγουστο του 2016, ήταν σε διαπραγματεύσεις με την τράπεζα και δεν είχαν καταλήξει σε συμφωνία αναδιάρθρωσης του δανείου τους. Αν άλλως είχαν τα πράγματα θα μπορούσαν να επισυνάψουν την συμφωνία δανείου στην ένορκη τους δήλωση. Δεν είναι δε χωρίς σημασία, ότι στην παράγραφο 41 της ενόρκου δηλώσεως, παραδέχονται ότι η τράπεζα είχε σχεδόν ολοκληρώσει την συμφωνία (almost finalized the reconstruction deal with claimants and it had a set of almost ready to sign agreements ...), γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν υπήρξε τελική και δεσμευτική συμφωνία δανεισμού μεταξύ της ενάγουσας 1 και της τράπεζας. Η εισήγηση του κ. Κυπριανού, ότι για να υπάρξει το αστικό αδίκημα της παρέμβασης σε συμφωνία, εξυπακούει την ύπαρξη συμφωνίας, κρίνεται ως ορθή. Η υπόθεση D.C Thomson & Co. LD v. Deakin and others [1952] Ch.646, που παρέπεμψε, υποδεικνύει ότι υπόλογος είναι ο παρεμβαίνων, όταν γνωρίζει την ύπαρξη της συμφωνίας μεταξύ δυο προσώπων και ενεργεί με σκοπό να πείσει τον ένα συμβαλλόμενο ώστε να προξενήσει την παράβαση της σε βάρος του άλλου. Το θέμα τίθεται ως εξής; «In principle an actionable interference with contractual relations by persuading the one of the parties to the contract to break his contract with that party is confined to the case where it is clearly shown, first, that the person charged with actionable interference knew of the existence of the contract and intended to procure its breach.» Υπενθυμίζεται εδώ, ότι οι πιο πάνω παρατηρήσεις με κανένα τρόπο δεν συνιστούν αξιολόγηση ή και ευρήματα του δικαστηρίου, αφού δεν είναι το παρόν το κατάλληλο στάδιο προς εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων και ευρημάτων. Αποτελούν όμως μια αναγκαία προσπάθεια απεικόνισης και σχολιασμού της μαρτυρίας, στον απαιτούμενο εκείνο βαθμό, στα πλαίσια εξέτασης της δεύτερης προϋπόθεσης και τίποτε περισσότερο. Προκύπτει συνεπώς, ότι η ανυπαρξία τελικής συμφωνίας αναδιάρθρωσης του χρέους μεταξύ των εναγόντων και της τράπεζας, εκ των πραγμάτων αποδυναμώνει την δυναμική της υπόθεσης των εναγόντων εν σχέση με την ορατότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Κατά την κρίση του δικαστηρίου, από το σύνολο των γεγονότων όπως εκτίθενται στην ένορκη δήλωση, υπάρχει απουσία πραγματικού υποβάθρου σε σχέση με αρκετά από τα επιδιωκόμενα διατάγματα. Για παράδειγμα ενώ επιζητείται διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγόμενη 1 να εισπράττει τα ενοίκια από το εμπορικό κέντρο Schuka (υπ' αριθμό 1), στην ουσία κανένα πραγματικό γεγονός δεν προβάλλεται ή και επεξηγείται, ώστε να δικαιολογεί την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Δεν επεξηγείται για παράδειγμα με ποιο τρόπο η συμφωνία εκχώρησης του δανείου από την τράπεζα στην εναγομένη 1, επενεργεί ή και νομιμοποιεί την εναγόμενη 1 να εισπράττει τα ενοίκια του ρηθέντος εμπορικού κέντρου. Και αν πράγματι η εναγομένη 1 εισπράττει τα ενοίκια. Το ίδιο και για το υπ' αριθμό 7 διάταγμα, που αφορά την απαγόρευση να απαιτήσει η εναγόμενη 1 την πληρωμή των δανειακών συμβάσεων από τους εγγυητές της, αλλά και για το υπ' αριθμό 9 που αφορά διάταγμα που να απαγορεύει στην εναγόμενη 1 όπως άμεσα ή έμμεσα, μέσω αντιπροσώπων ή διευθυντών ή των τραπεζιτών συνεργατών της Otkytie FC Bank, να προωθεί με οποιοδήποτε τρόπο τη διάλυση της ενάγουσας
  8. Τέτοια μαρτυρία που να αναφέρεται ή και να σχετίζεται είτε με εγγυητές της ενάγουσας 1, είτε με την πιο πάνω τράπεζα δεν υπάρχει. Ούτε, ως λέχθηκε, γίνεται αναφορά ποιοι είναι οι δυο πιστωτές της ενάγουσας 1 που προώθησαν αίτηση πτώχευσης της στο δικαστήριο της Μόσχας. Εκείνο που εξάγεται από το σύνολο των γεγονότων που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση, είναι ότι τα ουσιαστικά γεγονότα αφορούν το εμπορικό κέντρο Nordstar και την όποια πιθανή διασύνδεση ή σχέση της Rosneft με την εναγομένη 1, και μόνο παρεμφερώς και εξ αντανακλάσεως, ή και εξ υποθέσεως παραλληλισμού γίνεται αναφορά στις δανειακές συμβάσεις του κέντρου Schuka. Για παράδειγμα η παραπομπή στο σχετικό δημοσίευμα για την ανακοίνωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος (τεκμ.5Α), αφορά αφενός κάποια εταιρεία Rosneft, που σύμφωνα με τον ισχυρισμό των εναγόντων είναι συνδεδεμένη με την εναγομένη 1 χωρίς άλλες διευκρινίσεις και αφετέρου, αφορά το εμπορικό κέντρο Nordstar και όχι το επίδικο. Η σχέση και τα γεγονότα που αφορούν το επίδικο εμπορικό κέντρο όπως καταγράφεται στην ένορκη δήλωση, είναι ότι ακολουθήθηκε το ίδιο μοντέλο ενεργειών (pattern), χωρίς όμως το αναγκαίο υποστηρικτικό ή και πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων. Όχι βέβαια προς απόδειξη των ισχυρισμών των εναγόντων, αφού ως λέχθηκε δεν είναι το παρόν στάδιο το κατάλληλο βήμα απόδειξης ισχυρισμών, αλλά στοιχειωδώς να υποστυλώσουν τους ισχυρισμούς τους στα πλαίσια της δεύτερης προϋπόθεσης. Ακόμα και το συμπέρασμα των εναγόντων στην παράγραφο 40 της ενόρκου δηλώσεως, ότι κάποιος παρενέβη προς την τράπεζα για να καταρρεύσει η συμφωνία, το συμπέρασμα διασυνδέεται με την Rosneft, και το εμπορικό κέντρο Nordstar και όχι με το εμπορικό κέντρο Schuka που είναι το επίδικο. Είναι διάχυτο από το σύνολο των γεγονότων που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση, ότι τα πραγματικά γεγονότα φαίνεται να σχετίζονται με εμπορικό κέντρο Nordstar, παρά με το επίδικο. Εξ υποθέσεως διασυνδέονται τα γεγονότα αυτά με το επίδικο εμπορικό κέντρο, αφού ως αναφέρει ο ομνύον στις παραγράφους 40 και 41, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι στήθηκε το ίδιο σκηνικό τόσο για το κέντρο Nordstar όσο και για το Schuka. Και ότι κάποιος μπορεί να υποθέσει (one can assume) ότι η Rosneft, ή πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτήν, απατηλά και κακόπιστα είχαν κάποιο ρόλο στην κατάρρευση της συμφωνίας με την τράπεζα, που αφορά όμως το κέντρο Nordstar και όχι για το επίδικο. Το σύνολο των γεγονότων όπως έχουν εξηγηθεί και αναλυθεί, για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, απέχουν από εκείνο που η νομολογία, αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση, θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει από απόψεως αποδεικτικής τους δύναμης, ότι παρέχουν το υπόβαθρο ώστε στοιχειωδώς να μπορούν να καταταχθούν ότι αναδύουν κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Η δεύτερη προϋπόθεση, υπό το πρίσμα που έχει εξηγηθεί, κρίνεται και αυτή είναι η κατάληξη του δικαστηρίου, ότι με κανένα τρόπο δεν ικανοποιείται. Ανεξάρτητα ή και πέραν όσων έχουν ήδη αναλυθεί, εν σχέση με τα επιζητούμενα διατάγματα Norwich και τα συνήθως συνοδεύοντα αυτά διατάγματα φίμωσης (Page Directors ανωτέρω), προβάλλει η πλευρά των καθ' ων η αίτηση ότι οι ενάγοντες κατέχουν μεγάλο όγκο στοιχείων και πληροφοριών, επαρκών προς έγερση της αγωγής. Προβάλλεται ομοίως ότι οι ενάγοντες δεν αναφέρουν τι προσπάθειες έκαμαν ώστε να εξασφαλίσουν τις ισχυριζόμενες απαραίτητες σε αυτούς πληροφορίες. Κρίνεται πως η θέση των καθ' ων η αίτηση, όπως προωθείται και δια της αγορεύσεως του δικηγόρου τους ευσταθεί. Ανεξάρτητα από την ανυπαρξία συμφωνίας μεταξύ των εναγόντων και της τράπεζας για την αναδιάρθρωση του χρέους, από το σύνολο των γεγονότων που επικαλούνται οι ενάγοντες, ευθέως συνάγεται ότι κατέχουν πληθώρα στοιχείων, επαρκών προς έγερση αγωγής. Ως υπεδείχθη στην Avilla ανωτέρω, το ζητούμενο με τα διατάγματα αυτά δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Και στην προκειμένη περίπτωση εξ όσων έχει διαφανεί το αίτημα των εναγόντων στοχεύει περισσότερο στην ικανοποίηση της λήψης των στοιχείων για σκοπούς περιέργειας, παρά γιατί στηρίζεται σε στέρεη βάση. Και κάτι τέτοιο, σύμφωνα με την Avila εκφεύγει τους σκοπούς τέτοιων διαταγμάτων. Επιπλέον, αποτελεί γεγονός ότι οι ενάγοντες σε κανένα σημείο της ένορκης τους δήλωσης αναφέρουν τις ενέργειες που έκαμαν και προς ποια κατεύθυνση, ώστε να αποκτήσουν τις επιζητούμενες πληροφορίες. Οι καλόπιστες προσπάθειες απόκτησης των δεδομένων και των στοιχείων, αποτελούν σύμφωνα με την Avila, ένα σημαντικό παράγοντα κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Και πρόκειται για ένα στοιχείο που ελλείπει παντελώς από την πλευρά των εναγόντων. Τέλος, και σε σχέση με το υπ' αριθμόν 9 στο αιτητικό της αίτησης επιδιωκόμενο διάταγμα, που να απαγορεύει στην εναγόμενη 1 όπως άμεσα ή έμμεσα, μέσω αντιπροσώπων ή διευθυντών, ή των τραπεζιτών συνεργατών της Otkytie FC Bank, να προωθεί με οποιοδήποτε τρόπο τη διάλυση της ενάγουσας 1, επιπρόσθετα προς όσα αναφέρθησαν, εξάγεται εκ της διατυπώσεως του, ότι πρόκειται για διάταγμα (anti - suit injunction). Στο σύγγραμμα Διατάγματα των Ερωτοκρίτου - Αρτέμη, σελ.183 επ. οι συγγραφείς πραγματεύονται σε έκταση αυτού του είδους τα διατάγματα. Υποδεικνύεται ότι, λόγω των σοβαρών επιπτώσεων στη δικαιοδοσία άλλων Κρατών, τα δικαστήρια οφείλουν να εξετάζουν αιτήσεις για έκδοση τέτοιου τύπου διαταγμάτων με πάρα πολλή προσοχή και με την ανάλογη ευαισθησία και αβρότητα στις δικαστικές διαδικασίες άλλων χωρών, αλλά και του κινδύνου να στερηθεί ο εναγόμενος του δικαιώματος του να έχει πρόσβαση στο δικαστήριο. Πέραν της απουσίας οποιασδήποτε αναφοράς στην ένορκη δήλωση για την Otkytie FC Bank, ουσιαστικά επιζητείται με έμμεσο τρόπο, η αναστολή της διαδικασίας πτώχευσης που ήγειρε η εναγομένη 1 σε δικαστήριο της Μόσχας εναντίον της ενάγουσας
  9. Στην σελ. 185 του πιο πάνω συγγράμματος, με αναφορά σε Αγγλική νομολογία, υποδεικνύεται ότι ο αιτητής, για να εκδοθεί ένα τέτοιο απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει να πείσει ότι, α. το δικαστήριο είναι το πιο κατάλληλο για να εκδικάσει τη διαφορά, β. ότι οι ανάγκες της δικαιοσύνης δεν απαιτούν όπως η αγωγή εγερθεί στο εξωτερικό και γ. ότι ο ενάγων δεν πρέπει να στερείται νόμιμα δικαιώματα ή πλεονεκτήματα που ενδεχομένως να είχε αν η αγωγή εγειρόταν στο εσωτερικό. Ως σοβαρός παράγοντας προς ενεργοποίηση τέτοιων διαταγμάτων αποτελεί η ύπαρξη ρήτρας αποκλειστικής δικαιοδοσίας. Εκ της ενόρκου δηλώσεως των αιτητών προκύπτει ότι πρόκειται για διαδικασία που άρχισε εναντίον Ρωσικής εταιρείας, ενώπιον Ρωσικού δικαστηρίου και είναι προφανώς διαδικασία ασύνδετη με την δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου. Ούτε όμως και οι ενάγοντες υποδεικνύουν ή και επεξηγούν, στην βάση των πιο πάνω προϋποθέσεων, τους λόγους για τους οποίους θα πρέπει να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Υποδεικνύεται επίσης στο πιο πάνω σύγγραμμα (σελ.187), ότι η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων διέρχεται δια των προϋποθέσεων του Αρ.32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60 και από όσα έχουν εκτεθεί, οι ενάγοντες δεν έχουν ικανοποιήσει την δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου
  10. Κρίνεται, εν όψει όσων προέκυψαν, ότι η εξέταση των υπολοίπων προϋποθέσεων του Άρθρου 32 παρέλκει. Η αίτηση για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα εκδοθέντα διατάγματα, υπ' αριθμό 6, 8 και 10 ακυρώνονται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος των εναγόντων - αιτητών και υπέρ των εναγομένων - καθ' ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος. [Υπ.] Ν. Γιαπανάς, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.