ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΔΑΝΑΗ ν. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ, Αγωγή Αρ. 2143/16, 12/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 2143/16 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΔΑΝΑΗ Ενάγουσας και ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΠΡΩΤΟΠΑΠΑ Εναγόμενου ------------------------------------------------------------------------------------------ Ημερομηνία: 12 Απριλίου, 2017 Για αιτητή-εναγόμενο: κα Κ. Γεωργίου, για Κατερίνα Γεωργίου & Σία Για καθ' ης η αίτηση-ενάγουσα: κα Κ. Νεοφύτου, για Ορφανίδη, Χριστοφίδη & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (αίτηση ημερ. 31.8.16 για διαγραφή της αγωγής) Εισαγωγή Η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρήθηκε στις 14.4.16 και με αυτήν η ενάγουσα ζητά το ποσό των €25.327,32 ως υπόλοιπο που αναλογεί στον εναγόμενο για τη συντήρηση και/ή επιδιόρθωση της κοινόκτητης ιδιοκτησίας και/ή των κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας ΔΑΝΑΗ και/ή ως ποσό που πληρώθηκε από την ενάγουσα για λογαριασμό του εναγόμενου και/ή λόγω αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον τόκο και έξοδα. Κατόπιν αιτήσεων της ενάγουσας δόθηκε άδεια για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος και ακολούθως άδεια για επίδοση της αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Στις 13.6.16 ο εναγόμενος καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή. Στις 31.8.16 καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση με την οποία ο εναγόμενος-αιτητής (στο εξής «ο αιτητής») ζητά: «Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για διαγραφή της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ως καταχρηστικής της διαδικασίας του Δικαστηρίου λόγω καταχωρήσεως της υπό ανύπαρκτο πρόσωπο και/ή από πρόσωπο που δεν συστάθηκε και/ή συγκροτήθηκε νόμιμα και/ή πρόσωπο που στερείται νομικής προσωπικότητας και/ή νομικής υπόστασης και/ή που είναι ανίκανο να δώσει και/ή υπογράψει διοριστήριο δικηγόρου και/ή να ενάγει. Β. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου για διαγραφή του ονόματος της Ενάγουσας από την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή λόγω ανυπαρξίας της και/ή ακύρωση και/ή απόρριψη και/ή αναστολή των διαδικασιών (stay of proceedings) και/ή παραμερισμός και/ή διαγραφή της αγωγής και/ή του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο αγωγή ως εγερθείσα από άτομο που είναι ανύπαρκτο και/ή ως επιπόλαια (frivolous) και/ή ενοχλητική (vexatious) και/ή κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή καθ' ότι καμία καλήν και/ή λογική αιτία και/ή βάση αγωγής αποκαλύπτεται και/ή δεικνύεται. Γ. Οιονδήποτε έτερο Διάταγμα και/ή θεραπεία το οποίο και/ή την οποία το Σεβαστό Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιο και/ή δίκαια υπό τις περιστάσεις, και Δ. Έξοδα.» Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2 Θ.1, 2, 3, 5, 12 και 14, Δ.9 Θ.1 - 13, Δ.16 Θ.7 και 9, Δ.5 Θ.1, 2, 9 και 10, Δ.5Α, Δ.6 Θ.1 - 9, Δ.19 Θ.26, Δ. 27 Θ.1, 2 και 3, Δ.48, Θ.1 - 3, 8 και 9, στο Άρθρο 30.2 του Συντάγματος, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο, Κεφ. 224, άρθρα 38Α, 38Κ, 38ΚΑ, 38ΚΒ, 38ΚΖ και 38ΚΣΤ, στους Πρότυπους Κανονισμούς, Ν.6(Ι)/1993, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στη γενική πρακτική και επί των αρχών που διέπουν τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να καθορίζει την ενώπιον του διαδικασία. Τα γεγονότα επί των οποίων η αίτηση βασίζεται, φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και στην ένορκο δήλωση του κ. Σάββα Σαββίδη ο οποίος είναι συνεργάτης δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει τον αιτητή, προβαίνει δε στην ένορκο δήλωση επειδή ο αιτητής διαμένει μόνιμα στο εξωτερικό. Ο κ. Σαββίδης λέγει ότι ο αιτητής είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και κύριος τεσσάρων μονάδων (διαμερισμάτων) όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 38Α του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224 (στο εξής το «Κεφ. 224») σε πολυκατοικία με την ονομασία «Δανάη» καθώς και ιδιόκτητης 1/3 μεριδίου σε ένα ακόμη διαμέρισμα/μονάδα στην εν λόγω πολυκατοικία. Η πολυκατοικία οικοδομήθηκε το 1980 από τον αιτητή και τον πατέρα του και έχει στο σύνολο δέκα διαμερίσματα/μονάδες. Από την ολοκλήρωση του κτισίματος της πολυκατοικίας μέχρι τον θάνατο του πάτερα του αιτητή, ο αιτητής και ο πατέρας του είχαν αναλάβει εξ ολοκλήρου τη συντήρηση των μονάδων που τους ανήκαν καθώς και την αποπληρωμή όλων των εξόδων που τους αναλογούσαν και αφορούσαν την πολυκατοικία, είτε αυτά αφορούσαν τις μονάδες είτε τους υπόλοιπους χώρους της πολυκατοικίας κοινόχρηστους και μη. Οι εν λόγω πληρωμές γίνονταν απευθείας εκεί που οφείλονταν και όχι μέσω οποιασδήποτε διαχειριστικής επιτροπής καθώς δεν είχε ψηφιστεί ή οριστεί οποιαδήποτε διαχειριστική επιτροπή. Περαιτέρω, τόσο πριν όσο και μετά τον θάνατο του πάτερα του αιτητή, ο ιδιόκτητης της κάθε μονάδας/διαμερίσματος της πολυκατοικίας είχε αναλάβει από μόνος του να αποπληρώνει τα έξοδα της μονάδας του καθώς και τα έξοδα που του αναλογούσαν στην κοινόκτητη οικοδομή απευθείας, χωρίς τη μεσολάβηση οποιασδήποτε διαχειριστικής επιτροπής. Μετά τον θάνατο του πατέρα του και επειδή ο αιτητής διέμενε μόνιμα στην Ελλάδα, στην είσπραξη των ενοικίων και στην καταβολή οφειλομένων ποσών κάποιες φορές ζητούσε τη βοήθεια και συνδρομή του γαμπρού του Ανδρέα Νικολάου, ο οποίος διέμενε στην Κύπρο και ήταν επίσης ιδιόκτητης 1/3 μεριδίου στο διαμέρισμα/μονάδα που ο αιτητής κληρονόμησε από τον πατέρα του, χωρίς όμως να τον καταστήσει ποτέ γενικό πληρεξούσιο του. Για την πολυκατοικία «Δανάη», ποτέ μέχρι σήμερα δεν έχει συσταθεί και/ή συγκροτηθεί και/ή συσταθεί νομότυπα οποιαδήποτε διαχειριστική επιτροπή, σύμφωνα με το Κεφ. 224 και τους Πρότυπους Κανονισμούς που αποτελούν Παράρτημα του Κεφ. 224 (στο εξής οι «Πρότυποι Κανονισμοί»). Ποτέ μέχρι σήμερα δεν δόθηκε ειδοποίηση στους κυρίους των μονάδων για διεξαγωγή οποιαδήποτε γενικής συνέλευσης και ποτέ δεν έγινε οποιαδήποτε γενική συνέλευση των κυρίων των μονάδων, συμπεριλαμβανόμενης συνέλευσης για την εκλογή διαχειριστικής επιτροπής. Περαιτέρω δεν έγινε ποτέ οποιαδήποτε συνέλευση των ιδιοκτητών ή της λεγόμενης διαχειριστικής επιτροπής για τη λήψη απόφασης για λήψη δικαστικών μέτρων εναντίον του αιτητή και υπογραφή σχετικού διοριστηρίου. Επιπλέον, δεν έχει ιδρυθεί ταμείο από τη διαχειριστική επιτροπή, δεν αποστέλλεται σχετική με τα κοινόχρηστα τέλη γραπτή ειδοποίηση στους κυρίους κάθε μονάδας, δεν διατηρείται μητρώο αποφάσεων των κυρίων της μονάδας, και δεν διατηρούνται, υποβάλλονται και παρουσιάζονται στους κυρίους των μονάδων τριμηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού στους οποίους να φαίνονται τα έξοδα και οι σχετικές πληρωμές, ως απαιτείται από το Κεφ. 224 και τους Πρότυπους Κανονισμούς. Είναι η θέση του κ. Σαββίδη ότι από τα πιο πάνω προκύπτει πως η παρούσα αγωγή έχει εγερθεί καταχρηστικά από ανύπαρκτο πρόσωπο και/ή από πρόσωπο που δεν έχει συσταθεί νόμιμα και νομότυπα, και περαιτέρω η παρούσα αγωγή έχει αρχίσει και το κλητήριο ένταλμα σ' αυτήν έχει καταχωρηθεί ή σφραγισθεί, χωρίς αυτό να συνοδεύεται από διοριστήριο της κατ' ισχυρισμό ενάγουσας που να είναι κατάλληλο και/ή κανονικό και/ή κατάλληλα, νόμιμα και νομότυπα υπογραμμένο και χωρίς αυτό να έχει υπογραφεί και σφραγιστεί από υπαρκτό και/ή νόμιμο πρόσωπο. Περαιτέρω, η ενάγουσα, ως ανύπαρκτο πρόσωπο, δεν έχει δικαιοπρακτική ικανότητα ούτε και δικαίωμα να ενάγει. Πέραν των ανωτέρω, ο κ. Σαββίδης λέγει ότι, αντίθετα προς τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης, ουδέποτε συγκλήθηκε από διαχειριστική επιτροπή συνέλευση όλων των ιδιοκτητών για την ανακαίνιση της πολυκατοικίας (ούτε ο αιτητής έλαβε σχετική ειδοποίηση), επιπροσθέτως δε με βάση το Κεφ. 224 διαχειριστική επιτροπή νομιμοποιείται μεν να αποφασίσει για εργασίες που είναι απαραίτητες για τη συντήρηση της πολυκατοικίας, όχι όμως για την εξ ολοκλήρου ανακαίνισή της. Περαιτέρω, ούτε η διαχειριστική επιτροπή ούτε το σύνολο των ιδιοκτητών των μονάδων συμφώνησαν ή υπέγραψαν από κοινού οποιαδήποτε συμφωνία για την ανακαίνιση ή συντήρηση της πολυκατοικίας, ο δε αιτητής ουδέποτε έδωσε οποιοδήποτε γραπτό πληρεξούσιο σε οποιοδήποτε πρόσωπο για την υπογραφή μιας τέτοιας συμφωνίας. Ο κ. Σαββίδης επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α στην ένορκο του δήλωση την αίτηση ημερ. 10.2.16 με αριθμό 58/16 με την οποία η ενάγουσα αιτήθηκε άδεια για σφράγιση του κλητήριου εντάλματος της παρούσας αγωγής, παραπέμπει δε στο Τεκμήριο 3 της εν λόγω αιτήσεως που αποτελεί το Συμφωνητικό Έγγραφο που είχε υπογραφεί από κάποιους εκ των ιδιοκτήτων (και όχι από τη διαχειριστική επιτροπή), χωρίς τη συγκατάθεση και/ή την αντιπροσώπευση και/ή χωρίς να τους δοθεί γραπτό πληρεξούσιο από τον αιτητή. Λέγει περαιτέρω ότι ακόμη και αν αποδειχθεί η ύπαρξη διαχειριστικής επιτροπής, σύμφωνα με το Κεφ. 224 η διαχειριστική επιτροπή δύναται να ανακτά με αγωγή από τον κύριο μονάδας οποιοδήποτε ποσό χρημάτων δαπανήθηκε από αυτήν (και όχι από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο) για εργασίες και επιδιορθώσεις που είναι αναγκαίες για τη συντήρηση της πολυκατοικίας (και όχι για πλήρη ανακαίνιση της). Άλλωστε, οι επιστολές ημερ. 27.2.13 και 26.3.16 του Δήμου Λευκωσίας (που επισυνάπτονται στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει το Τεκμήριο Α ως Τεκμήρια 1 και 2) απευθύνονται στους ιδιόκτητες μονάδων της πολυκατοικίας και όχι σε διαχειριστική επιτροπή, αναφέρονται δε σε εργασίες για τη στήριξη των επικίνδυνων σημείων της οικοδομής και όχι σε εργασίες ανακαίνισης. Λέγει επίσης ότι με βάση τις οδηγίες του Δήμου Λευκωσίας, ο αιτητής υπέγραψε ο ίδιος προσωπικά και μόνος του σύμβαση με τον εργολάβο Ονούφριο Ιωάννου για παροχή προς τον αιτητή διορθωτικών εργοληπτικών εργασιών στις μονάδες του και σε μέρος της κοινόκτητης οικοδομής που του αναλογεί και προς τον σκοπό αυτό κατέβαλε στον εν λόγω εργολάβο ολόκληρο το μεταξύ τους συμφωνηθέν ποσό ύψους €17.
- Είναι η θέση του κ. Σαββίδη ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί δυνάμει της Δ.27 Θ.3 όχι μόνο λόγω της ανυπαρξίας της ενάγουσας αλλά και διότι δεν δεικνύει καλή βάση αγωγής έναντι του αιτητή εφόσον η ενάγουσα ισχυρίζεται στην αγωγή της πως οι ιδιοκτήτες και όχι η διαχειριστική επιτροπή συμφώνησαν, υπέγραψαν και συνεπώς σύναψαν την επίδικη συμφωνία, η οποία σε κάθε περίπτωση δεν δεσμεύει τον αιτητή με οποιοδήποτε τρόπο. Συνεπώς ακόμη και αν αποδεικνυόταν η ύπαρξη της διαχειριστικής επιτροπής, αυτή δεν δικαιούται να καταχωρήσει αγωγή στο όνομα της. Το μόνα πρόσωπα που ενδεχομένως να δικαιούντο να καταχωρήσουν αγωγή είναι οι ιδιοκτήτες ή ακόμη και ο εργολάβος. Συνεπώς, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί διότι δεν αποκαλύπτει εύλογο αγώγιμο δικαίωμα (reasonable cause οf action), είναι σκανδαλώδης, καταπιεστική και ενοχλητική (frivolous and vexatious) και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court). Η ενάγουσα-καθ' ης η αίτηση (στο εξής «η καθ' ης η αίτηση») καταχώρησε ένσταση με την οποία προβάλλει τους εξής λόγους ένστασης: «Α) Η νομική βάση της παρούσας αίτησης είναι λανθασμένη και/ή δεν είναι ορθή και δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή της νομολογίας και/ή δεν καλύπτει τις αιτούμενες θεραπείες. Β) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή καταχρηστική και/ή δεν ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία για την καταχώρησή της. Γ) Η Ενάγουσα/ Καθ' ης η αίτηση ακολούθησε την ορθή και νόμιμη διαδικασία ως προς την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και κανένας λόγος δεν συντρέχει για διαγραφή και/ή παραμερισμό της. Δ) Η Ενάγουσα/ Καθ' ης η Αίτηση ήταν και είναι κατά πάντα ουσιώδη για την αγωγή χρόνο νομότυπα συσταθείσα Διαχειριστική Επιτροπή εγγεγραμμένης κοινόκτητης οικοδομής και έχει εκ του νόμου εξουσία να ενάγει και να ενάγεται. Ε) Η Ενάγουσα/Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή βάση αγωγής εναντίον του Εναγομένου. Στ) Δεν παρουσιάζονται σοβαροί και/ή επαρκείς λόγοι που να δικαιολογούν τη διαγραφή της παρούσας αγωγής και/ή του ονόματος της Ενάγουσας. Ζ) Ο ενόρκως δηλών Σάββας Σαββίδης στην Αίτηση ημ. 31.8.16 δεν γνωρίζει τα γεγονότα και/ή δεν είναι σε θέση να προβεί στην Ένορκη Δήλωση στην οποία προέβηκε.». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9 Θ.1 - 13, Δ.16 Θ.9, Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.1 - 3, Δ.48 Θ.1 - 4, 8 και 9, στο Κεφ. 224, άρθρα 38Α, 38ΙΑ, 38ΚΒ, 38ΚΓ, 38ΚΔ, 38ΚΣΤ, 38ΚΖ και 38ΚΗ, στους Πρότυπους Κανονισμούς, στη νομολογία και στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και γενικές αρχές του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων η ένσταση βασίζεται φαίνονται στην ένορκο δήλωση του κ. Βασίλειου Δρακονάκη, ο οποίος είναι ο Πρόεδρος της Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας Δανάη. Ο κ. Δρακονάκης λέγει κατ' αρχάς ότι ο κ. Σαββίδης ο οποίος προέβη σε όμνυση δήλωσης προς υποστήριξη της αίτησης δεν είναι σε θέση να ορκιστεί περί της αλήθειας των γεγονότων στα οποία αναφέρεται. Επισημαίνει επίσης ότι ο αιτητής δεν καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Περαιτέρω, δέχεται ότι ο αιτητής είναι ο μοναδικός ιδιοκτήτης τεσσάρων μονάδων στην πολυκατοικία, καθώς και του 1/3 μεριδίου σε ακόμα μία μονάδα, το οποίο, όμως, κληρονόμησε από τη θανούσα αδελφή του Θέκλα Πρωτοπαπά και όχι από τον πατέρα του. Ο κ. Δρακονάκης λέγει ότι η πολυκατοικία είναι εγγεγραμμένη ως κοινόκτητη οικοδομή συμφώνως του Κεφ.
- Η καθ' ης η αίτηση είναι υφιστάμενη διαχειριστική επιτροπή, δεόντως συσταθείσα σύμφωνα με το Κεφ.224 και τους Πρότυπους Κανονισμούς, έχει συγκαλέσει πάρα πολλές γενικές συνελεύσεις από τις οποίες ο αιτητής απουσίαζε λόγω της μόνιμης διαμονής του στο εξωτερικό, ωστόσο πάντα ενημερωνόταν τηλεφωνικώς από τον κ. Ανδρέα Νικολάου, με τον οποίο είχε συχνή επικοινωνία. Από ενημέρωση που έλαβε από τον εν λόγω Ανδρέα Νικολάου, ο τελευταίος όχι μόνο ενημέρωνε τον αιτητή για τα της πολυκατοικίας και της διαχειριστικής επιτροπής άλλα εισέπραττε και τα ενοίκια εκ μέρους τον αιτητή. Ο αιτητής σε παλαιότερα έτη κατέβαλλε κοινόχρηστα στη διαχειριστική επιτροπή. Η καθ' ης η αίτηση τηρεί και πάντα τηρούσε τα καθήκοντά της ως διαχειριστική επιτροπή. Ενδεικτικά, και προς απόδειξη της νόμιμης σύστασης και ορθής δράσης της διαχειριστικής επιτροπής επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 αντίγραφο απόφασης της διαχειριστικής επιτροπής για άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού ημερ. 24.12.97, ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο των πρακτικών γενικής συνέλευσης της διαχειριστικής επιτροπής ημερ. 26.5.16, κατά την οποία ένα εκ των θεμάτων προς συζήτηση ήταν η ανάδειξη νέας διαχειριστικής επιτροπής και ως Τεκμήριο 3 αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του διαμερίσματος της συζύγου του στον οποίο φαίνεται ότι η οικοδομή ενεγράφη ως κοινόκτητη σύμφωνα με το Κεφ.
- Η καθ' ης η αίτηση είναι υπαρκτό νομικά πρόσωπο, έχει εξουσία από το νόμο να ενάγει και να ενάγεται και έχει καταχωρήσει νόμιμα και νομότυπα διοριστήριο εξουσιοδοτώντας τους δικηγόρους της να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή. Λέγει επιπλέον ότι η καθ' ης η αίτηση συγκάλεσε στις 29.7.13 συνέλευση όλων των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας αναφορικά με το ζήτημα της άρσης της επικινδυνότητας της πολυκατοικίας και τις αναγκαίες εργασίες επιδιόρθωσής της. Όλοι οι ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας ενημερώθηκαν στις 27.2.13 με επιστολή του Δήμου Λευκωσίας σχετικά με την επικινδυνότητα της πολυκατοικίας και κλήθηκαν από τον Δήμο να προβούν στις απαραίτητες εργασίες επιδιόρθωσης. Κατά τη γενική συνέλευση των ιδιοκτητών ο αιτητής βρισκόταν σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ανδρέα Νικολάου, μέλος της διαχειριστικής επιτροπής, ενημερώθηκε για την κατακύρωση της προσφοράς και την υπογραφή σχετικού Συμφωνητικού Εγγράφου και έδωσε τη συγκατάθεσή του να υπογράψει το Συμφωνητικό Έγγραφο εκ μέρους του ο Ανδρέας Νικολάου. Ο αιτητής ήδη κατέβαλε το ποσό των €14.418,00 έναντι του μεριδίου του εκ €39.745,
- Περαιτέρω, είναι η θέση του κ. Δρακονάκη ότι ορθώς καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή από την καθ' ης η αίτηση η οποία ήταν συμβαλλόμενο μέρος στο επίδικο Συμφωνητικό Έγγραφο, στο οποίο συγκατατέθηκαν όλοι οι ιδιοκτήτες υπογράφοντας το είτε προσωπικά είτε μέσω αντιπροσώπων. Δεν γνωρίζει αν ο αιτητής υπέγραψε σύμβαση με τον εργολάβο Ονούφριο Ιωάννου, λέγει, όμως, ότι ακόμα και αν ο αιτητής έπραξε τούτο, η σύμβαση του δεν μπορεί να σχετίζεται με το επίδικο Συμφωνητικό Έγγραφο καθώς οι εργασίες για τις οποίες συμβλήθηκε η καθ' ης η αίτηση με τον εργολάβο αφορούσαν το σύνολο των επιδιορθώσεων που έπρεπε να γίνουν στην κοινόκτητη οικοδομή, σύμφωνα με τις υποδείξεις του Δήμου Λευκωσίας. Στο επίδικο Συμφωνητικό Έγγραφο αναφέρεται ρητά ότι τα μέλη της διαχειριστικής επιτροπής συμφωνούν ότι ο κατάλληλος εργολάβος για την εκπόνηση των κατασκευαστικών εργασιών είναι ο Ονούφριος Ιωάννου, το δε Έγγραφο υπέγραψαν οι ιδιοκτήτες των ακινήτων δεικνύοντας την έγκρισή τους ως προς το περιεχόμενο του. Θέση του κ. Δρακονάκη είναι ότι η καθ' ης η αίτηση έχει καλή βάση αγωγής εναντίον του αιτητή και ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ένορκο δήλωση του κ. Σαββίδη αποτελούν επίδικα θέματα, τα οποία πρέπει να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της αγωγής. Ζητεί την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον του αιτητή. Η ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, ουδείς εκ των ενόρκως δηλούντων αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι των δύο πλευρών περιορίστηκαν στην καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και αναφορά στις θέσεις που υποστηρίχθηκαν μέσω αυτών, θα γίνει στα πλαίσια αξιολόγησης των εκατέρωθεν θέσεων, κατωτέρω, και στον βαθμό που χρειάζεται. Νομική πτυχή και αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων Παρά την επίκληση πλειάδας προνοιών των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η συνήγορος του αιτητή επικεντρώνεται στα πλαίσια της αγόρευσης της στις Δ.27 Θ.3 και Δ.19 Θ.
- Και οι δύο αυτές νομικές διατάξεις επιτρέπουν τη διαγραφή δικογράφου ή μέρους αυτού, οι δε ομοιότητες και διαφορές μεταξύ των δύο επεξηγήθηκαν στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852,
- Η Δ.19 Θ.26 επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταβάλει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής, και έχει ως κύριο σκοπό τη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης των δικογράφων. Με αίτηση δυνάμει της Δ.19 Θ.26 δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου, ζήτημα το οποίο εξετάζεται δυνάμει της Δ.27 Θ.
- Σύμφωνα με την ίδια απόφαση, η διαγραφή δικογράφου, και είτε το αίτημα βασίζεται στη Δ.19 Θ.26 είτε στη Δ.27 Θ.3, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου με βάση τη Δ.19 Θ.26 περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής αναφέρεται και στην υπόθεση Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1338, 1343. Με την αίτηση του ο αιτητής ζητεί τη διαγραφή της αγωγής επί τω ότι εγέρθηκε από ανύπαρκτο πρόσωπο και/ή επί τω ότι δεν αποκαλύπτει καλή και/ή εύλογη αιτία αγωγής. Τα ζητήματα αυτά άπτονται της εγκυρότητας του δικογράφου, συνεπώς θεωρώ ότι η σχετική δικονομική βάση της αίτησης είναι η Δ.27 Θ.3 η οποία προνοεί τα εξής: «The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.» Εξέταση της νομολογίας αποκαλύπτει ότι πράγματι σε περίπτωση που ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία του ενάγοντος προς έγερση της αγωγής ή και αυτήν καθεαυτή την ύπαρξη του ενάγοντος, πρέπει να πράξει τούτο μέσω εγκαίρως καταχωρηθείσας αίτησης για διαγραφή της αγωγής με βάση τη Δ.27 Θ.3 η οποία παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εγερθείσας εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου. Στην πρόσφατη απόφαση Ανδρονίκου ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της ΑΗΚ, Πολ. Έφ. 168/10, ημερ. 24.2.16, το Δικαστήριο υιοθέτησε την επί του θέματος προγενέστερη νομολογία: «Η πορεία της αγωγής διεκόπη συνεπεία αίτησης που στις 11.2.2010 καταχώρισαν οι εφεσείοντες ζητώντας διαγραφή της αγωγής ως καταχρηστικής, ισχυριζόμενοι ότι η εφεσίβλητη στερείται νομικής προσωπικότητας και ότι είναι ανίκανη να δώσει διοριστήριο δικηγόρου. .... Αυτά βέβαια τα ζητήματα δεν μπορούσαν να αποτελέσουν επίδικα θέματα στην αγωγή εφόσον, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Lioufis and Co Ltd v. Ανδρονίκου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 773: "η ύπαρξη των εναγόντων δεν θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων. Οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (ΗL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. Τhe Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575)." Τα παραπάνω υιοθετήθηκαν στην υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 990, με παραπομπή και στα ακόλουθα από το Annual Practice 1958, σελ. 574, 575: "αν ο εναγόμενος επιθυμεί να αμφισβητήσει την εξουσία έγερσης αγωγής στο όνομα του ενάγοντα πρέπει ν΄αποταθεί για διαγραφή του ονόματος του ενάγοντα στο αρχικό στάδιο. δεν μπορεί να αμφισβητεί την εξουσία με την υπεράσπιση του, ούτε μπορεί να κάμει κάτι τέτοιο στη δίκη." Γενικότερα δε, όποτε τίθεται ζήτημα απόρριψης της αγωγής, η σχετική αίτηση πρέπει να κατατίθεται εγκαίρως. Kατά τη νομολογία τέτοια αίτηση: "Παρόλο ότι μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της υπεράσπισης, δεν μπορεί να κατατεθεί πριν την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως (Βλ. A.G. of Duchy of Lancaster v. L. & N. W. Ry [1892] 3 Ch. 374 και Wright v. Prescot U.D.C. 115 L.T. 772). Μπορεί να καταχωρηθεί και μετά το κλείσιμο της δικογραφίας (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354). Μετά που η αγωγή ορίζεται για ακρόαση η αίτηση απορρίπτεται (Βλ. Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342, Fletcher v. Bethom, 68 L.T. 438)." (Mepa Underwriting Management Ltd κ.α. ν. Αγροτικής Ανώνυμης Ελληνικής Εταιρείας Γενικών Ασφαλίσεων
(1997)1 ΑΑΔ 772). Τα ίδια αναφέρονται, με παραπομπή ειδικότερα στις υποθέσεις Cross και Fletcher, στο Annual Practice 1958, σελ. 575.» Η Δ.27 Θ.3 δίδει περαιτέρω στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να απορρίψει αγωγή, όταν η αγωγή δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής ή είναι επιπόλαιη ή παρενοχλητική (frivolous or vexatious) (Σιακόλας, ανωτέρω, σελ. 1344). Ανεξαρτήτως δε της Δ.27 Θ.3 το Δικαστήριο κέκτηται σύμφυτης εξουσίας να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή και να διαγράψει δικόγραφα όταν αυτά είναι καταπιεστικά, ενοχλητικά ή αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 574, υπό τον τίτλο «Striking Out»). Η ταυτόχρονη επίκληση της Δ.27 Θ.3 και της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου είναι, σύμφωνα με το ίδιο σύγγραμμα, επιτρεπτή. Υπό το φως των ανωτέρω, και με δεδομένη τη συμπερίληψη της Δ.27 Θ.3 αλλά και των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου στη νομική βάση της αίτησης, κρίνονται απορριπτέοι οι δύο πρώτοι λόγοι ένστασης της καθ' ης η αίτηση οι οποίοι, ως προκύπτει από την αγόρευση της συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση, βασίζονται στον ισχυρισμό ότι η νομική βάση της αίτησης είναι εσφαλμένη και δεν καλύπτει τις αιτούμενες θεραπείες. Προχωρώ στην εξέταση του έβδομου λόγου ένστασης. Όπως προκύπτει από την αγόρευση της συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση, αυτός βασίζεται στο γεγονός ότι η υπό κρίση αίτηση δεν έχει τυπικό ή νομικό χαρακτήρα, συνεπώς, κατά τη θέση της, η ένορκος δήλωση θα έπρεπε να είχε γίνει προσωπικά από τον αιτητή και όχι από τον κ. Σαββίδη, ο οποίος δεν έχει θετική γνώση των γεγονότων. Δεν μπορώ να συμφωνήσω με την ως άνω θέση της καθ' ης η αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση, ανεξαρτήτως του αιτητικού της, παραμένει ενδιάμεση, και το θέμα της ενόρκου δηλώσεως που μπορεί να γίνει προς υποστήριξη αυτής διέπεται από τη Δ.39 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, που προβλέπει τα εξής: «Affidavits shall be confined to such facts as the witness is able of his own knowledge to prove, but on interlocutory applications an affidavit may contain statements of information and belief, with the sources and grounds thereof. The costs of every affidavit which shall unnecessarily set forth matter of hearsay, or argumentative matter, or copies of or extracts from documents, shall be paid by the party filing the same.» Σχετική είναι και η υπόθεση Fashion Box S.R.L. v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1858, όπου αποφασίστηκε ότι: «Οι ένορκες δηλώσεις θα πρέπει να περιορίζονται σε τέτοια γεγονότα τα οποία ο μάρτυρας είναι ικανός να αποδείξει με βάση τη δική του γνώση, αλλά σε ενδιάμεσες αιτήσεις, ένορκη δήλωση μπορεί να περιέχει πληροφορίες και απόψεις, αν παρατεθούν οι πηγές και οι λόγοι πάνω στους οποίους στηρίζονται (Δ.39, θ.2).» Στην προκειμένη περίπτωση, ο κ. Σαββίδης αποκαλύπτει στην πρώτη παράγραφο της ενόρκου δηλώσεως του την πηγή των γνώσεων του ως προς τα γεγονότα που αφορούν την υπόθεση, και συγκεκριμένα, αναφέρει ότι γνώση διά αυτά έλαβε από μελέτη των σχετικών εγγράφων, καθώς και από πληροφόρηση που έλαβε από τη δικηγόρο που χειρίζεται την παρούσα υπόθεση, αλλά και από τον ίδιο τον αιτητή. Πέραν τούτου, σημειώνω ότι ο αιτητής ως είναι παραδεκτό διαμένει στο εξωτερικό, γεγονός που δικαιολογεί κατά τη νομολογία την όμνυση της δήλωσης από τον δικηγόρο κ. Σαββίδη και όχι από τον ίδιο την αιτητή (Dmitry Rybolovlev v. Elena Rybolovleva
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 82, 94, Πολ. Έφ. 319/11 κ.α. Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Darya Abramchyk κ.α. ημερ. 13.1.14). Ο δε κ. Σαββίδης, σε κανένα στάδιο δεν χειρίστηκε την αίτηση αυτή ως δικηγόρος, ούτως ώστε να τίθεται θέμα ασυμβίβαστου (Ahapittas v. Roc-Chik Ltd
(1968)1 C.L.R. 1, 2 - 3, Re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 329, 334 - 335 και Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036, 1041). Των ανωτέρω δοθέντων, κρίνω ότι ούτε ο έβδομος λόγος ένστασης μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της αίτησης, σημειώνω ότι ο αιτητής εγείρει στα πλαίσια της αγόρευσης του τον ισχυρισμό ότι, παρά τη δήλωση του κ. Δρακονάκη ότι γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα της υπόθεσης, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να είναι αληθές. Δεδομένης της παράλειψης αντεξέτασης του κ. Δρακονάκη επί της εν λόγω δήλωσής του (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980, 1987 Αναφορικά με την αίτησης της εταιρείας Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 1013, 1018, Favero General Trading Ltd κ.α. v. Medusa Constructions Ltd,
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2476, 2483), θεωρώ ότι αυτή δεν μπορεί βάσιμα να τυγχάνει αμφισβήτησης μέσω της γραπτής αγόρευσης του αιτητή. Ανεξαρτήτως όμως τούτου, σημειώνω ότι ο κ. Δρακονάκης αναφέρει την πηγή της γνώσης του εκεί όπου αναφέρεται σε γεγονότα που δεν γνωρίζει προσωπικά (παραπέμποντας στον κ. Ανδρέα Νικολάου), εκεί δε όπου εκφράζει απόψεις δηλώνει ότι πράττει τούτο κατόπιν συμβουλής των δικηγόρων της καθ' ης η αίτηση. Ούτε το γεγονός ότι ο κ. Δρακονάκης δεν είναι «κύριος» μονάδας εντός της έννοιας του Κεφ.224 (αφού η κυριότητα της μονάδας ανήκει στη σύζυγο του) μπορεί να διαφοροποιήσει καθ' οιονδήποτε τρόπο τα πράγματα, δεδομένης της δήλωσης του κ. Δρακονάκη περί γνώσης των γεγονότων της υπόθεσης από τον ίδιο. Σημειώνω εξάλλου ότι το γεγονός ότι κύριος διαμερίσματος είναι η σύζυγος του κ. Δρακονάκη δεν αποκλείει είτε την παρουσία του κ. Δρακονάκη στις γενικές συνελεύσεις (βλ. Κανονισμό 28 των Πρότυπων Κανονισμών) είτε τη συμμετοχή του στη Διαχειριστική Επιτροπή (βλ. Κανονισμό 37 των Πρότυπων Κανονισμών, σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η Διαχειριστική Επιτροπή έχει, σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 στην ένορκο του δήλωση, πέραν των δύο μελών). Στρέφομαι τώρα στην ουσία της υπό κρίση αίτησης με την οποία σχετίζονται οι λόγοι ένστασης (Γ) έως (ΣΤ). Όπως προαναφέρθηκε, ο αιτητής επιζητεί τη διαγραφή της αγωγής τόσο επειδή η καθ' ης η αίτηση αποτελεί ανύπαρκτο πρόσωπο, όσο και επειδή με την αγωγή δεν αποκαλύπτεται καλή αιτία αγωγής. Αρχίζοντας από το πρώτο σκέλος των ισχυρισμών του αιτητή, ήτοι ότι η αγωγή εγέρθηκε από ανύπαρκτο πρόσωπο, σημειώνω τα εξής. Στην έκθεση απαίτησης της, η καθ' ης η αίτηση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την παρούσα αγωγή, είναι η διαχειριστική επιτροπή της πολυκατοικίας «Δανάη» που βρίσκεται στην οδό Γοργίου 5, 1076 Λευκωσία. Σύμφωνα με τη νομολογία, διαχειριστικές επιτροπές έχουν νομική υπόσταση και δικαιοπρακτική ικανότητα, δύνανται δε να ενάγουν και να ενάγονται (Ταλιάνου ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Belmar Complex
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 102). Ισχυρισμός του αιτητή είναι ότι για την πολυκατοικία «Δανάη» δεν έχει συσταθεί νομοτύπως (ήτοι σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κεφ. 224 και των Πρότυπων Κανονισμών) διαχειριστική επιτροπή. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει ως θέμα πραγματικό το ακριβώς αντίθετο. Οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί παρατέθηκαν αναλυτικά στα πλαίσια της «εισαγωγής» πιο πάνω. Συνοπτικά, υπενθυμίζεται πως ο αιτητής υποστηρίζει ότι διαχρονικά σε σχέση με την πολυκατοικία «Δανάη» οι ιδιοκτήτες των μονάδων είχαν αναλάβει την αποπληρωμή των εξόδων της πολυκατοικίας (είτε αυτά αφορούσαν τις μονάδες τους είτε τους κοινόχρηστους χώρους), χωρίς τη μεσολάβηση διαχειριστικής επιτροπής. Θέση του είναι ότι μέχρι σήμερα δεν έχει συσταθεί διαχειριστική επιτροπή, ούτε και έλαβε ο ίδιος ειδοποίηση για σύγκληση γενικής συνέλευσης των ιδιοκτητών προς τον σκοπό εκλογής διαχειριστικής επιτροπής. Επιπλέον, δεν έχει ιδρυθεί ταμείο από τη διαχειριστική επιτροπή, δεν αποστέλλονται ειδοποιήσεις για κοινόχρηστα τέλη, δεν διατηρείται μητρώο αποφάσεων, ούτε και διατηρούνται, υποβάλλονται και παρουσιάζονται στους ιδιοκτήτες των διαμερισμάτων λογαριασμοί. Εκ διαμέτρου αντίθετες είναι οι θέσεις που προβάλλονται από την καθ' ης η αίτηση. Σύμφωνα με τον κ. Δρακονάκη, η καθ' ης η αίτηση είναι δεόντως συσταθείσα διαχειριστική επιτροπή εγγεγραμμένης κοινόκτητης οικοδομής δυνάμει του Κεφ. 224 (επισυνάπτει ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο πρακτικών ημερ. 26.5.16 από τα οποία προκύπτει ότι ένα από τα θέματα που συζητήθηκαν από τους ιδιοκτήτες των μονάδων της πολυκατοικίας ήταν η ανάδειξη νέας - και όχι της πρώτης - διαχειριστικής επιτροπής), διατηρεί τραπεζικό λογαριασμό στο όνομά της (στο Τεκμήριο 2 σημειώνεται το υπόλοιπο αυτού στις 31.3.16), και ταμείο (το υπόλοιπο του οποίου επίσης αναφέρεται στο Τεκμήριο 2), συγκαλεί γενικές συνελεύσεις και ενεργεί γενικώς ως διαχειριστική επιτροπή ασκώντας τις αρμοδιότητες και τις εξουσίες της και τηρώντας τις υποχρεώσεις της, προς την οποία, μάλιστα, ο αιτητής κατέβαλε σε παλαιότερα έτη κοινόχρηστα. Ό,τι προκύπτει από τις ανωτέρω θέσεις, είναι ότι ελλείπει το απαραίτητο υπόβαθρο γεγονότων που θα καθιστούσε δυνατή την επίλυση του σημείου που εγείρει ο αιτητής, στο παρόν στάδιο. Είναι βεβαίως ορθό ότι με βάση τη νομολογία που προαναφέρθηκε (βλ. Ανδρονίκου, ανωτέρω, και τις σε αυτήν αναφερόμενες Lioufis και Russian Commercial and Industrial Bank) θέμα ανυπαρξίας διαδίκου πρέπει να εγείρεται εγκαίρως, με αίτηση δυνάμει της Δ.27 Θ.3 να αποτελεί το κατάλληλο προς τούτο διαδικαστικό μέτρο. Εντούτοις, η επιλογή της Δ.27 Θ.3 είναι κατάλληλη μόνο σε περιπτώσεις που είναι απλές και ενυπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το απαραίτητο πραγματικό υπόβαθρο. Στην υπόθεση Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 990 καταχωρήθηκε αίτηση από τους εναγόμενους στα πλαίσια της οποίας οι τελευταίοι ισχυρίζονταν ότι «η φερόμενη σαν ενάγουσα δεν αποτελεί υπαρκτό νομικό πρόσωπο και δεν νομιμοποιείτο έτσι να καταχωρήσει την αγωγή», ότι η ενάγουσα ενεργούσε παράνομα και εν τέλει ότι «η φερόμενη ως ενάγουσα δεν είχε καμιά εξουσία ή δικαίωμα για να προχωρήσει στην αγωγή» (βλ. σελ. 993). Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού παρέθεσε την απόφαση Lioufis, ανωτέρω, αποφάσισε τα εξής: «Ωστόσο το ζητούμενο στην παρούσα υπόθεση δεν είναι κατά πόσο οι εφεσείοντες έχουν κάμει χρήση του κατάλληλου δικονομικού μέτρου αλλά κατά πόσο είχε τεθεί ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου το απαραίτητο υπόβαθρο γεγονότων το οποίο θα καθιστούσε δυνατή την επίλυση της επίδικης διαφοράς, όπως αυτή είχε τεθεί στην αίτηση των εφεσειόντων. Επί του προκειμένου το Πρωτόδικο Δικαστήριο έθεσε το θέμα ως εξής: "Περιπτώσεις, προσθέτω, στις οποίες το τί είναι επιλήψιμο, προβληματικό και αντιρρήσιμο, θα πρέπει να φαίνεται στο ίδιο το δικόγραφο, ή να προκύπτει από αυτό. Δεν μπορεί κατά την άποψη μου να έχουν εφαρμογή οι πρόνοιες της Δ.27 θ.3 σε περιπτώσεις όπου διάγνωση του εγειρόμενου σαν προβλήματος απαιτεί πολλή εξέταση, επιχειρηματολογία και περίσκεψη. Πολύ δε λιγότερο, δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες αυτής της Διαταγής σε περιπτώσεις κατά τις οποίες, όπως και εδώ, η απόφανση επί του εγειρόμενου ζητήματος απαιτεί την λήψη μαρτυρίας είτε έγγραφης είτε προφορικής. Η νομιμοποίηση μιας νομικής οντότητας ως προς το δικαίωμα να είναι ενάγουσα, ή έστω το ερώτημα κατά πόσο η ενάγουσα θεωρείται ότι είναι υπαρκτή νόμιμα ή νομικά είναι νομικά ζητήματα. Νομικά ζητήματα επί των οποίων η απόφανση θα εξαρτηθεί από τα γεγονότα που τα περιβάλλουν. Όπως δε επανειλημμένα έχει νομολογηθεί, η προδικαστική εκδίκαση νομικών σημείων, ακόμα και κάτω από τις πρόνοιες της Δ.27 θ.θ. 1, 2 δεν προσφέρεται εκεί όπου το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων είτε δεν υπάρχει είτε δεν αποτελείται από κοινά παραδεκτά γεγονότα (βλ. π.χ. Malachtou v. Armefti
(1984)1 C.L.R. 548, Greenock Navigation v. Tradex
(1988)1 C.L.R. 709). Στην υπό εξέταση όμως περίπτωση, όχι μόνο η βάση των αντιρρήσεων των εναγομένων δεν είναι προφανής από το ίδιο το δικόγραφο ή από το όνομα έστω της ενάγουσας, αλλά τα γεγονότα στα οποία βασίζεται δεν μπορούν να ξεκαθαρίσουν παρά με λήψη μαρτυρίας και με αξιολόγηση της." Έχουμε την άποψη πως οι πιο πάνω θέσεις του Δικαστηρίου αντανακλούν τις θέσεις της νομολογίας. Περαιτέρω έχουμε την άποψη πως η κρίση του περί της ανυπαρξίας του αναγκαίου υπόβαθρου γεγονότων βρίσκει απόλυτο έρεισμα στο ενώπιον του υλικό. Έπεται πως δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας.» Στην έκθεση απαίτησης της καθ' ης η αίτηση δεν εντοπίζεται οτιδήποτε που να μπορεί να οδηγήσει σε αποδοχή των ισχυρισμών του αιτητή. Αντίθετα, όπως προαναφέρθηκε, ρητώς αναφέρεται σ' αυτήν ότι η καθ' ης η αίτηση κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για την αγωγή, είναι διαχειριστική επιτροπή και οι διαχειριστικές επιτροπές κέκτηνται, σύμφωνα με τη νομολογία, δικαίωμα προς έγερση αγωγής στο δικό τους όνομα. Οι ισχυρισμοί του αιτητή βασίζονται σε ισχυρισμούς γεγονότων, οι οποίοι, όμως, όχι μόνο δεν γίνονται παραδεκτοί από την καθ' ης η αίτηση, αλλά αντικρούονται από αυτήν. Υπό το φως των αποφασισθέντων στην υπόθεση Αλωνεύτης, ανωτέρω, και των εκ διαμέτρου αντίθετων εκδοχών ως προς τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν τη σύσταση και λειτουργία της καθ' ης η αίτηση, ζητήματα που μπορεί να αποσαφηνιστούν μόνο με τη λήψη μαρτυρίας και την αξιολόγηση της, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν μπορεί να επιλυθεί το εγερθέν από τον αιτητή θέμα στα πλαίσια της παρούσας αίτησης. Τα πιο πάνω επισφραγίζουν την κατάληξη μου σε σχέση με το πρώτο σκέλος των ισχυρισμών του αιτητή, ότι, δηλαδή, η παρούσα αγωγή εγέρθηκε από ανύπαρκτο πρόσωπο. Αν όμως, αντίθετα προς την πιο πάνω κατάληξη μου ήθελε θεωρηθεί ότι η παρούσα ήταν περίπτωση που το Δικαστήριο θα έπρεπε με βάση την ενώπιον του μαρτυρία να αποφασίσει το ζήτημα, σημειώνω ότι, έχοντας υπόψιν αποκλειστικά αυτήν, δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε αποδοχή των ισχυρισμών του αιτητή. Η επίδικη οικοδομή έχει εγγραφεί στο Κτηματικό Μητρώο στις 15.5.01 (Τεκμήριο 3 της ενόρκου δηλώσεως του κ. Δρακονάκη) και σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΒ του Κεφ. 224, κάθε κοινόκτητη οικοδομή πρέπει να έχει διαχειριστική επιτροπή για τη ρύθμιση και διαχείριση των υποθέσεων της. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του κ. Δρακονάκη, ο ίδιος είναι ο Πρόεδρος της διαχειριστικής επιτροπής σήμερα, η οποία έχει δεόντως συσταθεί, επισυνάπτει δε ως Τεκμήριο 2 στην ένορκο του δήλωση έγγραφο το οποίο επιμαρτυρεί διάφορα θέματα που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Θέση του είναι επίσης ότι ο κ. Ανδρέας Νικολάου ενημέρωνε τον αιτητή για τα περί της διαχειριστικής επιτροπής. Η συνήγορος του αιτητή λέγει ότι οι δηλώσεις του κ. Δρακονάκη είναι γενικές και αόριστες και δεν συνοδεύονται από έγγραφα όπως τα πρακτικά των συνελεύσεων, γραπτές ειδοποιήσεις προς τους κυρίους των μονάδων, κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού της διαχειριστικής επιτροπής, αποδείξεις είσπραξης κοινοχρήστων από τον αιτητή κτλ. Αρνείται, επιπλέον, μέσω της αγόρευσης της, την επικοινωνία του κ. Νικολάου με τον αιτητή για τα της διαχειριστικής επιτροπής, αναφέροντας ότι ουδέποτε ενημέρωσε ο κ. Νικολάου τον αιτητή για την ύπαρξη διαχειριστικής επιτροπής, καταλήγει δε ότι η ύπαρξη της διαχειριστικής επιτροπής δεν έχει αποδειχθεί. Ο κ. Δρακονάκης αρνήθηκε τους ισχυρισμούς του αιτητή σε σχέση με τη μη ύπαρξη διαχειριστικής επιτροπής, θέτοντας μια αντίθετη εκδοχή. Οι δηλώσεις του ήταν σαφείς, πλην, όμως, ο αιτητής δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που του παρείχε η Δ.48 Θ.4 (η σχετική νομολογία αναφέρθηκε πιο πάνω), ενώ στον βαθμό που αμφισβητείται η αλήθεια των όσων ο κ. Δρακονάκης ανέφερε, μέσω της αγόρευσης της συνηγόρου του αιτητή σημειώνω ότι σύμφωνα με τη νομολογία οι αγορεύσεις δεν αποτελούν αποδεκτό μέσο προσκόμισης μαρτυρίας (Νεοκλέους ν. Αλλαγιώτη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 561, 563). Συνεπώς με βάση αποκλειστικά το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας αίτησης, δεν θα μπορούσα να καταλήξω σε αποδοχή της θέσης του αιτητή. Πέραν της ανυπαρξίας της διαχειριστικής επιτροπής, η συνήγορος του αιτητή προβάλλει στα πλαίσια της αγόρευσης της τον ισχυρισμό ότι ακόμη και αν η καθ' ης η αίτηση είναι υπαρκτό πρόσωπο, προτού προχωρήσει με την υπογραφή διοριστηρίου δικηγόρου για καταχώρηση της παρούσας αγωγής, θα έπρεπε να είχε ληφθεί νομότυπη απόφαση προς τον σκοπό αυτό, ώστε να νομιμοποιείται να υπογράψει σχετικό διοριστήριο δικηγόρου. Παρατηρώ εν πρώτοις ότι ο ισχυρισμός αυτός αντιφάσκει προς τη βασική θέση που προβάλλεται από τον αιτητή, ήτοι ότι δεν υπάρχει διαχειριστική επιτροπή. Πέραν τούτου παρατηρώ ότι, αν και πράγματι ο κ. Σαββίδης στην παρ. 8 της ενόρκου δηλώσεως του που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρει ότι δεν έγινε συνέλευση της διαχειριστικής επιτροπής για τη λήψη απόφασης για έναρξη δικαστικών μέτρων εναντίον του αιτητή, με την αίτηση του, όπως προκύπτει από τα αιτητικά αυτής τα οποία παρατέθηκαν αυτούσια ανωτέρω, επιζητεί τη διαγραφή της παρούσας αγωγής για δύο λόγους: (α) επειδή καταχωρήθηκε από ανύπαρκτο πρόσωπο που στερείται νομικής προσωπικότητας και είναι ανίκανο να υπογράψει διοριστήριο δικηγόρου και/ή να ενάγει (αιτητικό Α), και (β) επειδή είναι επιπόλαια και/ή ενοχλητική και/ή καταχρηστική καθ' ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη και/ή καλή αιτία αγωγής (αιτητικό Β). Λαμβάνοντας υπόψιν τα αιτητικά της υπό κρίση αίτησης, θεωρώ ότι αυτά δεν καλύπτουν τον πιο πάνω ισχυρισμό που προβάλλεται από τη συνήγορο του αιτητή, και παράλληλα σημειώνω ότι αν ήθελε διαφανεί ότι η καθ' ης η αίτηση είναι ανίκανη να δώσει διοριστήριο δικηγόρου, το Δικαστήριο κέκτηται διακριτικής ευχέρειας να διαγράψει την αγωγή, χωρίς να γίνει αίτηση προς τούτο, ως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 574: «Authority to Sue - If the Court becomes aware that the plaintiff is incapable of giving a retainer, it will strike out the action at the trial without any formal application (Daimler Co. v. Continental Tyre Co., [1916] 2 A.C. 337).» Όσον αφορά στις περιστάσεις υπό τις οποίες αγωγή απορρίπτεται επειδή δεν αποκαλύπτει εύλογη βάση αγωγής ή επειδή είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική με βάση τη Δ.27 Θ.3, η νομολογία είναι πλούσια. Η έννοια του ανυπόστατου, ειδικότερα, δικογράφου καθορίζεται ως εξής στο σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελ. 144: «A pleading or an action is frivolous when it is without substance or groundless or fanciful .». Και ως προς την ερμηνεία των λέξεων «επιπόλαια» (frivolous) και «ενοχλητική» (vexatious) στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 145 διαβάζουμε τα εξής: «... a proceeding may be said to be frivolous when a party is trifling with the court or when to put it forward would be wasting the time of the court or when it is not capable of reasoned argument. Again, a proceeding may be said to be vexatious when it is or is shown to be without foundation or where it cannot possible succeed or where the action is brought or the defence is raised only for annoyance or to gain some fanciful advantage or when it can really lead to no possible good.» Για να ασκηθεί η σχετική εξουσία, θα πρέπει το δικόγραφο να είναι πασιφανώς ανυπόστατο και υπ΄ αυτή την έννοια να συνιστά, κατ΄ ουσία, κατάχρηση της διαδικασίας (βλ. Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, Τόμος 11, παρ. 534). Περαιτέρω, σύμφωνα με το σύγγραμμα Βullen and Leake, ανωτέρω, το ερώτημα που τίθεται δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται καλή (good) βάση αγωγής αλλά αν αποκαλύπτεται εύλογη (reasonable) βάση αγωγής (σελ. 142) και μία έκθεση απαίτησης η οποία περιέχει δύο βάσεις αγωγής δεν θα διαγραφεί επειδή η μία εκ των δύο βάσεων αγωγής μπορεί να είναι κακή (σελ. 144). Στην υπόθεση In re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 αποφασίστηκε ότι διαγραφή δικογράφου, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο, όταν δηλαδή το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν παραβίαση του δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον δικαστηρίου στο οποίο δικαιούται να προσφύγει βάσει του Άρθρου 30.1 Συντάγματος. Αποφασίστηκε επίσης ότι το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η διαγραφή, αξιολογείται με βάση την αντικειμενική υπόσταση του περιεχομένου του, ανεξάρτητα από τη μαρτυρία η οποία το υποστηρίζει (βλ. Buttes Gas & Oil Co. v. Hammer [1975] 2 W.L.R. 425). Η δε επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσον διατυπώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Παρομοίως, στην υπόθεση Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1119 λέχθηκε ότι η απόφανση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας, ο οποίος δικαιολογείται μόνο όταν το δικόγραφο είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Εντοπισμός κάποιας αιτίας αγωγής ή έστω κάποιου ζητήματος κατάλληλου για εκδίκαση από το Δικαστήριο, επιβάλλει τη διατήρηση της διαδικασίας στη ζωή όσο και αν η προοπτική επιτυχίας εμφανίζεται απομακρυσμένη (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudes as executor of the will of the deceased Spyros Michaelides
(1965)1 C.L.R. 176, Papamichael v. Chaholiades
(1970)1 C.L.R. 305). Στην υπόθεση Λοΐζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316, το Ανώτατο Δικαστήριο, εξετάζοντας την επί του θέματος νομολογία αποφάσισε ότι το Δικαστήριο δεν στέργει σε ικανοποίηση αιτήματος για απόρριψη αγωγής, παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντα δεν περιέχει, έξω από κάθε αμφιβολία, αιτία αγωγής, και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί ύστερα από τροποποιήσεις που μπορεί νόμιμα το δικαστήριο να επιτρέψει. Διαφορετικά θα έμενε κενό γράμμα το συνταγματικά προστατευόμενο δικαίωμα εκάστου να προσφύγει στο δικαστήριο για διάγνωση των δικαιωμάτων του σε συγκεκριμένη διαφορά. Από την επισκόπηση της νομολογίας, ως αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση, διαφαίνεται μια σταθερή τάση φειδωλής χρήσης της εξουσίας για απόρριψη αγωγής που, όπως και η παρούσα, βρίσκεται ακόμη στα σπάργανα. Σε παρόμοιες γραμμές κινείται και η αγγλική νομολογία. Στην υπόθεση Pearce v. Ove Arup Partnership Ltd. and Others [1999] 1 All E.R. 769,782, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση Λουκά, ανωτέρω, το αγγλικό Εφετείο παρατήρησε ότι: «The jurisdiction to strike out an action as an abuse ought to be very sparingly exercised (see eg Lawrance v. Lord Norreys [1890] 15 App Cas 210 at 219, [1886-90] All ER Rep 858 at 863), and should not be extended to become a trial of contentious matters on affidavit (see Wenlock v. Moloney [1965] 2 All ER 871, [1965] 1 W.L.R. 1238).» Τέλος, σημειώνω ότι σύμφωνα με την υπόθεση Cyber Group Ltd, ανωτέρω, κρίθηκε ως εσφαλμένη η εξέταση σε βάθος της υπεράσπισης, αφού εκεί όπου το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Annual Practice του 1960, σελ. 575). Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η απόφαση Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21, στην οποία λέχθηκε ότι το στάδιο εξέτασης αιτήσεως διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύπτοντος αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου εναγομένου δεν προσφέρεται για την εξέταση από το δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του ενάγοντος. Εκείνο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης διαγραφής δικογράφου είναι το κατά πόσο το δικόγραφο του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι ανυπόστατο και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατο. Όσον, τώρα, αφορά την επίκληση από μέρους του αιτητή της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου προς απόρριψη της αγωγής, σημειώνω ότι σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο Annual Practice του 1958, στη σελ. 574 κάτω από τον τίτλο «Striking Out» όταν το Δικαστήριο ασκεί τη σύμφυτη του εξουσία, μπορεί να επιτρέψει την προσκόμιση μαρτυρίας υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων προς απόδειξη του ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου και τούτο σε αντίθεση με την ενάσκηση εξουσίας κάτω από τη Δ.27 Θ.3 (όπου το ελάττωμα θα πρέπει να διαφαίνεται από το ίδιο το δικόγραφο ή τις λεπτομέρειες που σε αυτό εκτίθενται). Σχετικά είναι και τα όσα αναφέρονται στο ίδιο σύγγραμμα υπό τον τίτλο «Inherent Jurisdiction», στη σελίδα
- Σημειώνεται βεβαίως ότι η εξουσία αυτή ασκείται με εξαιρετική περίσκεψη και φειδώ και όπου είναι απολύτως ξεκάθαρο ότι η απαίτηση δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Annual Practice του 1958, σελ. 577) και μόνο εφόσον διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, δηλαδή χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς (βλ. In re Pelmako Developments Ltd, ανωτέρω, σελ. 253). Η συνήγορος του αιτητή εγείρει στα πλαίσια της αγόρευσης της αριθμό θεμάτων. Ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο αιτητής δεν συγκατατέθηκε στην υπογραφή του Συμφωνητικού Εγγράφου, ότι δεν έδωσε πληρεξούσιο στον κ. Νικολάου, είτε για να τον εκπροσωπεί στη διαχειριστική επιτροπή, είτε για να υπογράψει τη συμφωνία εκ μέρους του, ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του μεριδίου του ως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, ότι το Συμφωνητικό Έγγραφο υπεγράφη από τους ιδιοκτήτες και όχι από τη διαχειριστική επιτροπή, ότι εξέρχεται των εξουσιών της διαχειριστικής επιτροπής η υπογραφή σύμβασης για ανακαίνιση της πολυκατοικίας (και όχι μόνο για τη συντήρηση της), και ότι τα ποσά δεν καταβλήθηκαν από τη διαχειριστική επιτροπή, συνεπώς, η διαχειριστική επιτροπή δεν έχει δικαίωμα ανάκτησης τους. Στρεφόμενη κατ' αρχάς, στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, που είναι το μοναδικό δικόγραφο που έχει μέχρι στιγμής καταχωρηθεί στα πλαίσια της παρούσας αγωγής, παρατηρείται ότι σε αυτό η καθ' ης η αίτηση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι όλοι οι κύριοι όλων των μονάδων της κοινόκτητης οικοδομής είναι υπόχρεοι να συνεισφέρουν στις δαπάνες για τη συντήρηση, επιδιόρθωση και αποκατάσταση της οικοδομής. Ο Δήμος Λευκωσίας κήρυξε την πολυκατοικία ως επικίνδυνη για το κοινό και κάλεσε με επιστολές του τους ιδιοκτήτες της πολυκατοικίας να προχωρήσουν σε εργασίες συντήρησης και επιδιόρθωσης προς άρση της επικινδυνότητας της οικοδομής. Περί τις 29.7.13 η καθ' ης η αίτηση συγκάλεσε συνέλευση όλων των ιδιοκτητών της πολυκατοικίας και αποφασίστηκε η κατακύρωση προσφοράς για την ανακαίνιση της οικοδομής στον εργολάβο Ονούφριο Ιωάννου. Οι ιδιοκτήτες συμφώνησαν και υπεγράφη σχετικό Συμφωνητικό Έγγραφο. Στον εναγόμενο αναλογούν προς πληρωμή με βάση το ποσοστό του στην ιδιοκτησία της οικοδομής €39.745,32, εκ των οποίων κατέβαλε έναντι το ποσό των €14.418 και παραμένει υπόλοιπο €25.327,32 το οποίο διεκδικείται με την αγωγή. Η καθ' ης η αίτηση προέβη στις εργασίες και/ή δαπάνες στα πλαίσια νομικής της υποχρέωσης προκειμένου να συντηρηθεί η οικοδομή και ο αιτητής έχει υποχρέωση να καταβάλει στην καθ' ης η αίτηση τις δαπάνες της κοινόκτητης οικοδομής που του αναλογούν. Διαζευκτικά, η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι ο αιτητής έχει πλουτίσει αδικαιολόγητα και/ή ότι η καθ' ης η αίτηση κατέβαλε τα διάφορα ποσά ως αντιπρόσωπος και/ή για λογαριασμό του, χωρίς χαριστική πρόθεση, και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι από τις πράξεις της ο εναγόμενος έχει αποκομίσει οφέλη και υποχρεούται να αποζημιώσει την καθ' ης η αίτηση. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι τα θέματα που εγείρει ο αιτητής, δεν μπορούν να στηρίξουν και δικαιολογήσουν το αίτημα του στη βάση των προνοιών της Δ.27 Θ.
- Και τούτο γιατί το δικόγραφο της καθ' ης η αίτηση αναμφίβολα περιέχει εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του αιτητή, η οποία δεν μπορεί να κριθεί στο στάδιο αυτό ως αναντίλεκτα ανυπόστατη ώστε να εφαρμοστεί το εξαιρετικό μέτρο της διαγραφής της έκθεσης απαίτησης. Προς τούτο αρκεί να γίνει αναφορά στο άρθρο 38ΚΣΤ εδάφια
(1)και 2(γ) του Κεφ. 224 σύμφωνα με τα οποία η διαχειριστική επιτροπή θα ενεργεί από μέρους και για λογαριασμό των κυρίων των μονάδων και μπορεί να συνάπτει συμβάσεις σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που αφορά τη συντήρηση και διαχείριση κοινόκτητης οικοδομής, καθώς και στο άρθρο 38ΚΗ
(1)(δ) σύμφωνα με το οποίο η διαχειριστική επιτροπή έχει εξουσία να ανακτά με αγωγή από τον κύριο μονάδας οποιοδήποτε ποσό χρημάτων που δαπανήθηκε από τη διαχειριστική επιτροπή για επιδιορθώσεις ή εργασίες που έγιναν από αυτή ή κατά την κρίση της με σκοπό τη συμμόρφωση σε οποιαδήποτε ειδοποίηση διαταγή αρμόδιας αρχής σε σχέση με τμήμα της οικοδομής που περιλαμβάνει τη μονάδα του κυρίου αυτού. Στην έκθεση απαίτησης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο Δήμος Λευκωσίας κάλεσε τους ιδιοκτήτες να προχωρήσουν σε εργασίες συντήρησης της οικοδομής (παρ. 5 και 6), ότι η καθ' ης η αίτηση προέβη σε εργασίες και/ή δαπάνες στα πλαίσια της νομικής της υποχρέωσης και ότι ο αιτητής έχει υποχρέωση εκ του νόμου και/ή συμβατική να καταβάλει τις δαπάνες που του αναλογούν (παρ. 4 και 13). Προβάλλεται επίσης ο ισχυρισμός ότι η καθ' ης η αίτηση κατέβαλε τα διάφορα ποσά σαν νόμιμος αντιπρόσωπος και/ή για λογαριασμό του αιτητή και χωρίς χαριστική πρόθεση, ο δε αιτητής αποκόμισε οφέλη και υποχρεούται να αποζημιώσει την καθ' ης η αίτηση. Τα εγειρόμενα από τον αιτητή ζητήματα είναι βέβαια σοβαρά, πλην, όμως, δεν μπορεί να κριθούν σε αυτό το στάδιο, και σίγουρα δεν μπορεί να αποφασιστούν εκτός του ορθού πλαισίου, ήτοι αυτό της δίκης. Στη βάση των πιο πάνω επισημάνσεων, είναι η κατάληξη μου ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι απλή, προφανής και ξεκάθαρη αλλά χρειάζεται λήψη μαρτυρίας και αξιολόγηση της από το Δικαστήριο προκειμένου να διαγνωστούν τα ζητήματα που εγείρονται. Επομένως δεν κρίνεται κατάλληλη ώστε να εφαρμοστούν οι πρόνοιες της Δ.27 Θ.3. Ούτε και από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω των ενόρκων δηλώσεων προκύπτει ξεκάθαρα ότι η εγερθείσα από την καθ' ης η αίτηση αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει ή ότι συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου επί τω ότι η καθ' ης η αίτηση χρησιμοποιεί τα μέσα δικαίου για αλλότριους σκοπούς. Όσον αφορά την προβαλλόμενη από τον αιτητή θέση ότι το Συμφωνητικό Έγγραφο στο οποίο γίνεται αναφορά στην παρ. 9 της έκθεσης απαίτησης υπεγράφη από τους ιδιοκτήτες και όχι από την καθ' ης η αίτηση, επαναλαμβάνω ότι το στάδιο εξέτασης αιτήσεως διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύπτοντος αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του εναγομένου δεν προσφέρεται για την εξέταση από το Δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του ενάγοντος. Ανεξαρτήτως δε της ερμηνείας που δυνατό να δοθεί στο Συμφωνητικό Έγγραφο, δεδομένου του συνόλου των δικογραφημένων ισχυρισμών της καθ' ης η αίτηση στους οποίους αναφέρθηκα πιο πάνω (μεταξύ άλλων, προβολή ισχυρισμού από μέρους της ότι προέβη σε εργασίες και/ή δαπάνες και/ή ότι κατέβαλε τα διάφορα ποσά ως αντιπρόσωπος και/ή για λογαριασμό του αιτητή), κρίνω ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να λεχθεί ότι η παρούσα αγωγή ξεκάθαρα δεν μπορεί να επιτύχει. Αντίθετα, η επιτυχία ή αποτυχία της θα εξαρτηθεί από τη μαρτυρία που θα προσκομιστεί και την ερμηνεία του συνόλου των εγγράφων που θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου προς αποσαφήνιση οιωνδήποτε θεμάτων ο αιτητής ήθελε καταστήσει επίδικα με την υπεράσπιση του. Είναι περαιτέρω η θέση του αιτητή ότι ορισμένοι εκ των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων, εκμεταλλευόμενοι τις επιστολές του Δήμου Λευκωσίας και το υψηλό ποσοστό που έχει ο αιτητής στην πολυκατοικία, προχώρησαν παράνομα και καταχρηστικά στην υπογραφή του Συμφωνητικού Εγγράφου για ολοκληρωτική ανακαίνιση της πολυκατοικίας, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη και/ή έγκριση του αιτητή και ζητούν εκ των υστέρων και υπό τον μανδύα της διαχειριστικής επιτροπής τη συνεισφορά του αιτητή. Ο κ. Δρακονάκης, στη δική του ένορκο δήλωση, αντιτάσσει ότι οι ιδιοκτήτες ενημερώθηκαν από τον Δήμο Λευκωσίας σχετικά με την επικινδυνότητα της πολυκατοικίας και κλήθηκαν να προβούν στις απαραίτητες εργασίες επιδιόρθωσης, καθώς και το ότι ο Μηχανικός του Δήμου Λευκωσίας κ. Κλείτου τους ενημέρωσε ότι η αποδεκτή διαδικασία από τον Δήμο Λευκωσίας είναι η επιδιόρθωση της οικοδομής αφού γίνει πρώτα μελέτη από Πολιτικό Μηχανικό και ύστερα ανάθεση σε εργολάβο, όπως και έπραξαν. Λέγει περαιτέρω ότι ο αιτητής έδωσε τη συγκατάθεσή του στο να υπογραφεί το Συμφωνητικό Έγγραφο εκ μέρους του, από τον κ. Ανδρέα Νικολάου. Η περιστολή της χρήσης των δικαστικών διαδικασιών επιβάλλεται όταν διαστρεβλώνεται ο σκοπός ύπαρξής τους. Υπό το φως των ανωτέρω θέσεων κρίση μου είναι ότι σε καμία περίπτωση δεν προκύπτει ότι η παρούσα αγωγή είναι τόσο καθαρά και έντονα καταχρηστικής φύσεως ούτως ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της με το κατάλληλο διάταγμα. Το κατά πόσον ο αιτητής συναίνεσε ή όχι στην υπογραφή του Συμφωνητικού Εγγράφου είναι ζήτημα που θα πρέπει να αποφασιστεί κατά τη δίκη. Παρομοίως, το γεγονός ότι στον τίτλο του Συμφωνητικού Εγγράφου γίνεται αναφορά σε «ανακαίνιση της οικοδομής», δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποδοχή των θέσεων του αιτητή, αφού το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιες ακριβώς εργασίες εκτελέστηκαν και κατά πόσον αυτές ήταν απαραίτητες, ζήτημα που επίσης θα πρέπει να αποφασιστεί κατά τη δίκη. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει κάποιες θέσεις με τις οποίες ο αιτητής διαφωνεί και εναπόκειται στα μέρη να προσαγάγουν μαρτυρία κατά τη δίκη προς απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών τους. Κατάληξη Υπό το φως όλων των ανωτέρω, είναι η κρίση μου ότι η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα δεν βρίσκω λόγο για να παρεκκλίνω από το γενικό κανόνα ότι τα έξοδα της διαδικασίας ακολουθούν το αποτέλεσμα. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση - ενάγουσας και εναντίον του αιτητή - εναγόμενου, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .............. Μ. Θεοκλήτου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ