Μαρίνα Ιωάννου ν. Χάρης Ζαβρίδης κ.α., Αρ. Αγωγής: 10540/10, 28/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 10540/10 Μεταξύ: Μαρίνα Ιωάννου Ενάγουσας -και- 1. Χάρης Ζαβρίδης 2. Harris Zavrides Plastic Surgery Clinic Ltd Εναγομένων --------------------------------- Ημερομηνία: 28 Απριλίου, 2017. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κ. Ιωάννου. Για τους Εναγόμενους
(1)
(2): κα Στυλιανού και κα Νικολάου. ΑΠΟΦΑΣΗ Η Αγωγή Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, με την οποία να διατάττονται να της καταβάλουν γενικές, ειδικές αλλά και τιμωρητικές αποζημιώσεις λόγω ισχυριζόμενης ιατρικής αμέλειας που επέδειξαν και/ή λόγω παράβασης των νομικών καθηκόντων τους, σε σχέση με χειρουργική επέμβαση, τύπου ρινοπλαστικής, και θεραπευτικής αγωγής, στην οποία υπέβαλαν την ενάγουσα. Αδιαμφισβήτητα γεγονότα Αποτελεί κοινό τόπο (προκύπτει από τους μη αμφισβητούμενους δικογραφημένους ισχυρισμούς), καθώς επίσης προκύπτει και από την αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου, πραγματική και μη, μαρτυρία ότι, ο εναγόμενος 1, επαγγέλλεται τον πλαστικό χειρούργο, και ασκεί το επάγγελμα του στην επαρχία Λευκωσίας. Κοινό τόπο, μεταξύ των μερών, αποτελεί επίσης ότι, η εναγόμενη 2, είναι εταιρεία της οποίας διευθυντής και μέτοχος είναι ο εναγόμενος 1. Ακόμα ότι, στις 3.5.2007, η ενάγουσα, έτυχε χειρουργικής επέμβασης από τον εναγόμενο 1, τύπου ρινοπλαστικής (στο εξής «η ρινοπλαστική»), τόσο για αισθητικούς, όσο και για λειτουργικούς λόγους. Τέλος, τριάμισι περίπου χρόνια αργότερα και συγκεκριμένα στις 15.12.2010, καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, με την οποία επιζητούνται από την ενάγουσα οι πιο πάνω αναφερόμενες θεραπείες. Για τα μόλις πιο πάνω αδιαμφισβήτητα γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Γενικές θέσεις των μερών Όπως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης, κατά την ενάγουσα, συνεπεία της αμελούς συμπεριφοράς και/ή των παραβάσεων των νομίμων καθηκόντων των εναγομένων 1 και 2, τόσο κατά το χρόνο της διάγνωσης του προβλήματος της ενάγουσας και υποβολής της στις αναγκαίες ιατρικές εξετάσεις (προεγχειριτικά), όσο και κατά τη διενέργεια της ρινοπλαστικής, αλλά και γενικότερα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, πάντα σε σχέση με τη ρινοπλαστική, η ενάγουσα υπέστη διάφορες σωματικές βλάβες, αλλά και ειδικές ζημιές, για τις οποίες επιζητεί την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για καταβολή προς αυτή σχετικών αποζημιώσεων. Ως προς τις σωματικές της βλάβες, πάντα με γνώμονα το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, μετά την ρινοπλαστική, παρατήρησε ότι η μύτη της είχε «στραβώσει», γεγονός που της προκάλεσε μελαγχολία και κατάθλιψη, καθώς επίσης και αντιμετώπισε αναπνευστικά προβλήματα και ρινικό κατάρρουν και μούδιασμα. Οι εν λόγω ισχυριζόμενες από την ενάγουσα σωματικές βλάβες, είχαν ως αποτέλεσμα η ίδια να «χάσει τις χαρές και τις απολαύσεις της ζωής». Ως προς τις ειδικές ζημιές, η ενάγουσα, πάντα με βάση τα σχετικά αναφερόμενα στην Έκθεση Απαίτησης, ισχυρίζεται ότι δικαιούται, (α) σε επιστροφή των €4.100,00 που, κατά την ίδια, κατέβαλε στους εναγόμενους 1 και 2 ως ιατρικά έξοδα για τη ρινοπλαστική, (β) €3.000,00, ως το ύψος των ιατρικών εξόδων που απαιτούνται για τη διενέργεια νέας διορθωτικής ρινοπλαστικής και (γ) €1.000,00 ως απώλεια προμηθειών που θα λάμβανε αν δεν απουσίαζε από την εργασία της για διάστημα 20 ημερών, μετά τη ρινοπλαστική. Στην αντίπερα όχθη, και τούτο με βάση το περιεχόμενο της υπεράσπισης, οι εναγόμενοι 1 και 2, ισχυρίζονται ότι, ο εναγόμενος 1, ως πλαστικός χειρούργος, προέβη στις ενδεδειγμένες προεγχειριτικές εξετάσεις διάγνωσης του προβλήματος της ενάγουσας, καθώς επίσης, και στις αναγκαίες προειδοποιήσεις αναφορικά με τους κινδύνους και γενικά τις συνέπειες που δυνατό να προκύψουν λόγω της ρινοπλαστικής. Επίσης ότι, ο εναγόμενος 1 διενήργησε τη ρινοπλαστική με κάθε δυνατή επιμέλεια, η οποία εστέφθη με πλήρη επιτυχία και για το αποτέλεσμα της οποίας, η ενάγουσα, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι, η υπό εξέταση αγωγή καταχωρήθηκε και προωθείται εκδικητικά με σκοπό να πληγούν οι εναγόμενοι 1 και 2 επαγγελματικά. Ακροαματική διαδικασία Προς υποστήριξη της παρούσας αγωγής, η ενάγουσα κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και κάλεσε και ως ΜΕ
(2)το Δρ. Νίκο Μαντά. Εκ μέρους των εναγομένων 1 και 2, κατέθεσε ενόρκως ο εναγόμενος 1. Ουσιαστική μαρτυρία Ενάγουσα Με βάση τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, αν και ο εναγόμενος 1 της έλαβε το ιστορικό της κατά τις διάφορες συναντήσεις τους (προεγχειριτικά), εντούτοις ουδέποτε της ανέφερε τους πιθανούς κινδύνους που ελλοχεύει μια τέτοια επέμβαση, ούτε και της υπέδειξε (λόγου χάριν μέσω φωτογραφιών) τα πιθανά αποτελέσματα (ως προς την τελική εικόνα) που θα είχε η ρηθείσα ρινοπλαστική. Ο εναγόμενος 1 περιορίστηκε απλά στο να της υποσχεθεί ότι θα έχει άριστα αποτελέσματα και ότι, στο τέλος, η μύτη της θα έχει την εικόνα που η ίδια επιθυμούσε και του περιέγραψε πριν την επέμβαση. Το τεκμήριο 2, το οποίο αποτελεί Δελτίο Συγκατάθεσης για Ιατρική Διερεύνηση, Θεραπεία, ή Εγχείριση, το υπέγραψε (η ενάγουσα), πλην όμως, χωρίς να διαβάσει το περιεχόμενο του, μιας και της δόθηκε την ημέρα που θα διενεργείτο η επέμβαση και δη, ενώ βρισκόταν υπό το φόβο και την αγωνία που διακατέχει κάθε πρόσωπο, το οποίο, λίγο χρόνο μετά, θα τύχει επέμβασης υπό πλήρη αναισθησία. Μετά τη διενέργεια της ρινοπλαστικής, και αφού με την πάροδο κάποιων ημερών αφαιρέθηκαν οι γάζες και οι επίδεσμοι που είχαν τοποθετηθεί γύρω και μέσα (αντίστοιχα) στη μύτη της, πρόσεξε ότι τούτη (η μύτη της) είχε στραβώσει, καθώς επίσης και ότι άρχισε να παρουσιάζει ρινικό κατάρρουν, χωρίς καμία απολύτως αιτία που να το δικαιολογεί. Κατά τις επισκέψεις της στον εναγόμενο 1, ενημέρωσε τούτον για τις πιο πάνω παρατηρήσεις της, ο οποίος, όμως, την καθησύχαζε, λέγοντας της ότι το τελικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας εγχείρησης προκύπτει μετά από την πάροδο μεγάλου χρόνου και να μην ανησυχεί και ότι στο τέλος, όλα της τα προβλήματα θα διορθωθούν. Επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη προς τον εναγόμενο 1, αν και όποτε τον επισκεπτόταν του υπέβαλλε σχετικό παράπονο, δεν αναζήτησε άλλη γνώμη, θεωρώντας ότι, με την πάροδο του χρόνου, τα προβλήματα θα εξέλιπαν. Όταν παρήλθαν τρία περίπου χρόνια (Απρίλιος 2010) και συνέχισε να αντιμετωπίζει τα ίδια προβλήματα, θεώρησε ορθό να αναζητήσει και μια δεύτερη ιατρική γνώμη, και έτσι επισκέφθηκε τον πλαστικό χειρουργό Δρ. Μαντά, (στο εξής «ΜΕ2»). Κατά την ενάγουσα, ο ΜΕ
(2), αφού διέγνωσε και αυτός τα μετεγχειρητικά προβλήματα στη μύτη της, της εξέφρασε τη θέση ότι, τούτα (τα προβλήματα), είναι το αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής και της εισηγήθηκε όπως υποβληθεί σε διορθωτική ρινοπλαστική, την αξία της οποίας προσδιόρισε στα €3.000,00. Ως προς το ρινικό κατάρρουν, σύμφωνα πάντα με τα λεγόμενα της ενάγουσας, ο ΜΕ
(2)της ανέφερε ότι τούτο προέκυψε, και συνεχίζει να υφίσταται, λόγω καταστροφής του «σφικτήρα» ή «μηχανισμού» κατά τη διενέργεια της ρινοπλαστικής, με αποτέλεσμα το φαινόμενο να παρατηρείται ακόμα και σε χρόνους που η ίδια δεν είναι κρυολογημένη, αφού η μύτη δεν μπορεί πλέον να συγκρατεί τα υγρά. Επίσης, ο ΜΕ
(2)αναγνώρισε και τα λοιπά προβλήματα που παρουσιάζει η μύτη της ενάγουσας και δη ότι παραμένει στραβή και το διάφραγμα της κλειστό. Στα πλαίσια της μαρτυρίας της, η ενάγουσα ισχυρίστηκε ακόμα ότι, για τη ρινοπλαστική, κατέβαλε προς τον εναγόμενο 1, το συνολικό ποσό των ΛΚ2.600,
- Προς απόδειξη του ισχυρισμού της, κατέθεσε ένα σχετικό τιμολόγιο της Πολυκλινικής Λευκωσίας, με συνολική χρέωση ΛΚ1.300,00, και δύο αποδείξεις πληρωμών για καταβολή του συνολικού ποσού των ΛΚ1.300,
- Δέχθηκε ακόμα ότι, την ημέρα που διενεργήθη η ρινοπλαστική, πλην όμως πριν τη διενέργεια της, κατόπιν πληροφοριών που η ίδια έδωσε σε τρίτο πρόσωπο, ετοιμάστηκε σχετικό σημείωμα (τεκμήριο 3), το οποίο, σκοπό είχε, να το παρουσιάσει ώστε να τύχει οικονομικής κάλυψης για τη ρινοπλαστική από ασφαλιστική εταιρεία με την οποία διατηρούσε συμβόλαιο ασφάλισης. Επί τεσσάρων φωτογραφιών (τεκμήριο 4) και επί άλλων τεσσάρων φωτογραφιών (τεκμήριο 5), αναγνώρισε την προεγχειρητική και μετεγχειρητική, αντίστοιχα, εικόνα της μύτης της. Ως προς την ισχυριζόμενη απώλεια προμηθειών, ανέφερε ότι έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει σχετικό πιστοποιητικό αποδοχών, το οποίο όμως, κατά το χρόνο που κατέθετε, δεν είχε στην κατοχή της. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό, για να σημειώσω ότι, στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, αναφέρθηκε από τον συνήγορο της ενάγουσας ότι θα παρουσιάζετο μαρτυρία από λειτουργό της εργοδότριας της ενάγουσας, σε σχέση με τη μισθοδοσία της. Επανερχόμενος στη μαρτυρία της ενάγουσας, σημειώνω ότι, σε υποβολή που της τέθηκε, ότι το αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής είναι άριστο και ότι κανένα πρόβλημα δεν παρουσιάζει η μύτη της, ισχυρίστηκε ότι, μοναδικό κατάλληλο πρόσωπο να κρίνει το αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής, είναι ένας άλλος ιατρός, εννοώντας, προφανώς, πλαστικός χειρουργός. Δέχθηκε ακόμα ότι, μετά την επίδικη ρινοπλαστική, επισκέφθηκε τον εναγόμενο 1, για να τύχει των υπηρεσιών του και για άλλα θέματα που την αφορούσαν, όπως αποτρίχωση και αφαίρεση σπίλων. Σε σχετική ερώτηση που της τέθηκε, ισχυρίστηκε ότι, κατά το χρόνο που ο εναγόμενος 1 της αφαιρούσε τους σπίλους, ήταν «ευχαριστημένη μαζί του». Μ.Ε.2 Ο ΜΕ
(2), ανέφερε ότι κατά την επίσκεψη της ενάγουσας στο ιατρείο του, ετοίμασε συγκεκριμένη ιατρική σημείωση (τεκμήριο 6). Ερωτηθείς ειδικά για το περιεχόμενο του τεκμηρίου 6, ισχυρίστηκε ότι, οι οποιεσδήποτε καταγραφές επί τούτου, ειδικότερα εκεί που αναγράφεται «Φυσική Εξέταση - Ευρήματα», δεν αποτελούν προσωπικά του ευρήματα, αλλά περιγραφή του παραπόνου της ενάγουσας, η οποία του ανέφερε ότι, τα προβλήματα που παρουσιάζει η μύτη της, είναι το αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής. Προέβαλε, σχετικά, τη θέση ότι, είναι αδύνατο για τον ίδιο να εκφράσει γνώμη ως προς την αιτία που προκάλεσε τη μεγάλη προβολή και τη μικρή παρέκκλιση της στυλίδας στη μύτη της ενάγουσας, χωρίς να έχει εικόνα της προεγχειρητικής μορφής της μύτης της. Αν και αναγνωρίζει ότι, μετεγχειρητικά, η μύτη της ενάγουσας παρουσιάζει προβολή, καθώς επίσης και μικρή παρέκκλιση της στυλίδας, εντούτοις, το κατά πόσο αυτές οι δύο παρατηρήσεις του είναι το αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής, μπορεί να αποφασιστεί μόνο με γνώμονα τη προεγχειρητική εικόνα της μύτης της ενάγουσας. Ως προς δε την περιγραφή, δίπλα από τη λέξη «Διάγνωση» (επί του τεκμηρίου 6) του προβλήματος ως «Δυσμορφία ρινός», ισχυρίστηκε ότι, ούτε αυτή η αναφορά αποτελεί τη γνώμη και κρίση του αναφορικά με την εικόνα της μύτης της ενάγουσας. Η επί του προκειμένου θέση του ήταν ότι, η συγκεκριμένη φράση, χρησιμοποιείται από τον ίδιο ως «ταμπέλλα», ανεξάρτητα της μορφής της μύτης του ασθενούς του, και τούτο όποτε παραπονείται ο ασθενής για παραμόρφωση της μύτης του. Επειδή η ενάγουσα, κατά την επίσκεψη της στον ίδιο, παραπονείτο για δυσμορφία της μύτης της, γι' αυτό και ο ίδιος κατέγραψε επί του τεκμηρίου 6, την εν λόγω αναφορά. Κατά την αντεξέτασή του, του υποδείχθηκαν τα τεκμήρια 4 και 5 (πρόκειται για τις προεχγειρητικές και μετεγχειρητικές φωτογραφίες της ενάγουσας). Ανέφερε, αρχικά, ότι ήταν η πρώτη φορά που τίθετο ενώπιον του η προεγχειρητική εικόνα της μύτης της ενάγουσας. Ακολούθως, και τούτο στα πλαίσια απάντησής του σε ερώτηση ως προς το αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής, έχοντας πλέον, υπόψη του, τόσο την προεγχειρητική, όσο και τη μετεγχειρητική εικόνα της μύτης της ενάγουσας, ανέφερε ότι «από πλευράς πλαστικής χειρουργικής, είναι ικανοποιητικό το αποτέλεσμα». Συνέχισε δε, λέγοντας ότι, η προβολή της μύτης της ενάγουσας, συνεπεία της ρινοπλαστικής, είναι σαφώς βελτιωμένη και καλύτερη σε σχέση με την προεγχειρητική της εικόνα. Ως προς τη στυλίδα, συνεπεία απουσίας λήψης (φωτογραφικής) από το κάτω μέρος της μύτης της ενάγουσας, και επομένως απουσίας εικόνας ως προς την προεγχειρητική εικόνα της στυλίδας της, ανέφερε ότι δεν είναι σε θέση να εκφράσει γνώμη για το αν βελτιώθηκε ή όχι με τη ρινοπλαστική. Ως προς τον ισχυριζόμενο από την ενάγουσα ρινικό κατάρρουν, ανέφερε ότι, αν η ενάγουσα, κατά την επίσκεψη της, του ανέφερε οτιδήποτε σχετικό, θα το κατέγραφε οπωσδήποτε επί του τεκμηρίου 6 και πρόσθεσε, σχετικά, ότι δεν θυμάται να του ανέφερε οτιδήποτε σχετικό η ενάγουσα. Ως προς τη ρινοπλαστική, γενικότερα, χαρακτήρισε τούτη, ως πλέον δύσκολη και απαιτητική επέμβαση, η οποία διενεργείται χωρίς τομές στο δέρμα, δια της τροποποίησης του σκελετού της μύτης, και το τελικό αποτέλεσμα προκύπτει από τον τρόπο που θα «φοδράρει» το δέρμα στον καινούριο σκελετό. Είναι γι' αυτό το λόγο, σημείωσε, που παρατηρούνται, αρκετές φορές, κάποιες ατέλειες στο τελικό αποτέλεσμα. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, και στα «καλύτερα χέρια», ένα ποσοστό 7% με 10%, χρειάζεται δεύτερη διορθωτική ρινοπλαστική επέμβαση, χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του, αλλά και τον εναγόμενο 1, ως πρόσωπα που δεν αποτελούν «τα καλύτερα χέρια», με αποτέλεσμα το συγκεκριμένο ποσοστό να είναι ακόμα μεγαλύτερο. Ανέφερε ακόμα ότι, η ανάγκη για τη διενέργεια δεύτερης διορθωτικής επέμβασης, δεν προκύπτει πάντα συνεπεία αμέλειας από πλευράς του χειρούργου που διενεργεί την αρχική ρινοπλαστική, αλλά, πολλές φορές, είτε συνεπεία του τρόπου που θα φοδράρει τελικά το δέρμα επί του τροποποιημένου σκελετού της μύτης, είτε της δυσκολίας, από πλευράς του ασθενούς, να δεχθεί, εύκολα τις κάποιες υποκειμενικές γι' αυτόν ατέλειες. Επί του προκειμένου, ισχυρίστηκε ότι, η μη αποδοχή, από πλευράς του ασθενούς, του αποτελέσματος της πρώτης ρινοπλαστικής, έστω και αν καμία αμέλεια δεν επιδείχθηκε από πλευράς του χειρούργου της πρώτης ρινοπλαστικής, αποτελεί ένα, από τους βασικούς λόγους που ζητείται η βελτίωση και η τελειοποίηση της μύτης ή ακόμα και η αλλαγή δύο ή και τριών χειρούργων, ώστε, με διορθωτικές επεμβάσεις, να επέλθει το αποτέλεσμα που κατά τον ασθενή είναι επιθυμητό. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι, η «λίγο μεγαλύτερη προβολή από ότι θα ήθελε» η ενάγουσα, καθώς επίσης και η μικρή παρέκκλιση της στυλίδας, θα μπορούσαν να διορθωθούν με διορθωτική ρινοπλαστική επέμβαση. Εναγόμενος 1 Ο εναγόμενος 1, αμφισβήτησε σφόδρα τους ισχυρισμούς της ενάγουσας και προώθησε αντικρουστικούς με αυτή ισχυρισμούς. Ανέφερε ότι, με την ενάγουσα συζήτησαν το ενδεχόμενο της διενέργειας της ρινοπλαστικής, τρεις τουλάχιστον φορές πριν διενεργηθεί τούτη, στα πλαίσια των οποίων συζητήσεων, λάμβανε πάντα το ιστορικό της, αλλά και την ενημέρωσε, τόσο για τη φύση της επέμβασης, όσο και για τους κινδύνους που ελλόχευαν από τη διενέργεια της. Της είχε υποδείξει, επί της οθόνης του ηλεκτρονικού του υπολογιστή διάφορες φωτογραφίες, οι οποίες δείκνυαν το αποτέλεσμα ρινοπλαστικής που διενεργήθηκε σε άλλα πρόσωπα που αντιμετώπιζαν παρόμοια προβλήματα με αυτά που αντιμετώπιζε και η ενάγουσα. Ήταν δε κατόπιν όλων αυτών των εξηγήσεων, προειδοποιήσεων και γενικά συζητήσεων, που η ενάγουσα αποφάσισε να ζητήσει από τον εναγόμενο να την εγχειρήσει. Συνεπεία τούτου, μια βδομάδα πριν τη διενέργεια της ρινοπλαστικής, διενεργήθηκαν όλες οι απαραίτητες προεγχειρητικές εξετάσεις, και αφού τα αποτελέσματα τους κρίθηκαν ικανοποιητικά, στις 3.5.2007, διενεργήθηκε η ρινοπλαστική. Ακολούθως, η ενάγουσα τον επισκέφθηκε επτά συνολικά φορές και τούτες, όλες, λόγω σχετικής ιατρικής πρακτικής που θέλει τον πλαστικό χειρούργο που διενήργησε μια ρινοπλαστική, να εξετάζει και να παρατηρεί την πορεία του ασθενούς του σε τακτά χρονικά διαστήματα. Τελευταία εξ αυτών, ήταν στις 7.7.2009 όταν και λήφθηκαν και οι μετεγχειρητικές φωτογραφίες, (τεκμήριο 5). Ποτέ κατά τις εν λόγω επισκέψεις της, η ενάγουσα παραπονέθηκε για το αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής. Είναι η θέση του εναγόμενου 1 ότι, το αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής, είναι ικανοποιητικό, και τούτο με γνώμονα πάντα την εικόνα και προβλήματα που παρουσίαζε η μύτη της ενάγουσας πριν την εγχείρηση. Θεωρεί ότι, η παρούσα αγωγή προωθείται εκδικητικά, και τούτο συνεπεία των φιλικών σχέσεων της ενάγουσας με την πρώην σύζυγο του, με την οποία επήλθε διάσταση κατά το 2010, και δη τη χρονιά που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, αλλά και άλλες δύο αγωγές, από επίσης φίλες της πρώην συζύγου του, όλες το ίδιο χρονικό διάστημα. Προς υποστήριξη της θέσης του περί εκδικητικών κινήτρων στην προώθηση της υπό εξέταση αγωγής, ισχυρίστηκε ότι, η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε της ρινοπλαστικής και μέχρι και το Απρίλιο του έτους 2010, τον επισκέφθηκε και έτυχε των υπηρεσιών του και για άλλα ζητήματα όπως, αποτρίχωση μέσω της μεθόδου laser και αφαίρεση σπίλων. Επίσης, μέσω της ενάγουσας, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, προσέφερε τις υπηρεσίες του και στην αδελφή της, για πρόβλημα που εκείνη αντιμετώπιζε. Ήταν ακριβώς η θέση του εναγόμενου 1 ότι, παρά το ικανοποιητικό του αποτελέσματος της ρινοπλαστικής και παρά την ικανοποιητική μετεγχειρητική πορεία της ενάγουσας, τούτη, για αλλότριους λόγους και με σκοπό την εκδίκησή του, στα πλαίσια συμπαράστασής της προς την πρώην σύζυγό του ή, εν πάση περιπτώσει, συνεπεία υποκειμενικών παράλογων απαιτήσεων της ως προς το αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής, προώθησε την παρούσα αγωγή. Ως προς τα όσα του αποδίδει (δικογραφικά) η ενάγουσα, ο εναγόμενος 1 προώθησε τη θέση ότι ενήργησε με κάθε επιμέλεια εντός των ορθών πλαισίων της σχετικής ιατρικής πρακτικής, τόσο προεγχειρητικά, όσο και κατά τη διενέργεια της επέμβασης, καθώς επίσης και μετεγχειρητικά. Ακολούθησε συγκεκριμένη αποδεκτή ιατρική μέθοδο για τη διενέργεια της ρινοπλαστικής, έχοντας εκ των προτέρων προειδοποιήσει την ενάγουσα, τόσο για τον τρόπο διενέργειας της επέμβασης, όσο και για τους κινδύνους που ελλοχεύουν από τη διενέργεια της. Ακολούθως, παρακολούθησε σε τακτά χρονικά διαστήματα, σε συμφωνία με τη σχετική ιατρική πρακτική, την ενάγουσα και γενικότερα τη μετεγχειρητική της πορεία. Νομική Πτυχή Αποδοχής Μαρτυρίας Εμπειρογνώμονα Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1 έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298 έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovcev. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Στην Αγγλική υπόθεση Bolitho v. City and Hackeney Health Authority [1988] A.C. 232 at 241-242 έχουν επίσης λεχθεί τα ακόλουθα: "The court has to be satisfied that the exponents of the body of opinion relied upon can demonstrate that such opinion has a logical basis. In particular, in cases involving, as they often do, the weighing of risks against benefits, the judge before accepting a body of opinion as being responsible, reasonable or respectable, will need to be satisfied that, in forming their views, the experts have directed their minds to the question of comparative risks and benefits and have reached a defensible conclusion on the matter." Νομική Πτυχή Ιατρικής Αμέλειας Αναφορικά με τα όσα ισχύουν στην Κύπρο, σε σχέση με επικαλούμενη ιατρική αμέλεια, στην υπόθεση Αγγελή ν. Βορκά
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 761, σελ. 769 μέχρι 770, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Στην Κύπρο η ιατρική ευθύνη μπορεί να πάρει τη μορφή της,
(1)Ποινικής ευθύνης (criminal liability).
(2)Ευθύνης που πηγάζει από συμβατική υποχρέωση (contractual liability),.
(3)Αστικής Ευθύνης (tortuous liability) η οποία μπορεί να συνιστά:
(1)Επίθεση (Battery) ή
(2)Αμέλεια (Negligence). Στην παρούσα περίπτωση η απαίτηση του εφεσείοντα βασίζεται στο αστικό αδίκημα της αμέλειας, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 51
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο προνοεί ότι, «Αμέλεια συνίσταται - (α) εις την τέλεσιν πράξεως ή υπό τας περιστάσεις δεν θα ετέλει λογικός συνετός άνθρωπος ή εις την παράλειψιν τελέσεως πράξεως ην υπό τας περιστάσεις ο λογικός συνετός άνθρωπος θα ετέλει, ή (β) εις την παράλειψιν καταβολής τοιαύτης δεξιότητος ή επιμελείας περί την άσκησιν του επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας ως λογικός συνετός άνθρωπος, έχων τα προς άσκησιν του τοιούτου επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας προσόντα, θα κατέβαλλεν υπό τας περιστάσεις, Και εις την ένεκεν ταύτης πρόκλησιν ζημιάς.» Ο ασθενής ο οποίος επιζητά αποζημιώσεις λόγω ιατρικής αμέλειας θα πρέπει να αποδείξει: (
- i)Την ύπαρξη υποχρέωσης επιμέλειας προς τον ασθενή. Προς τούτο ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει την ύπαρξη της σχέσης γιατρού-ασθενή. Ο γιατρός έχει τη νομική υποχρέωση να περιθάλψει ένα ασθενή στο νοσοκομείο ή στην κλινική όπου εργάζεται, αλλά δεν έχει καμιά νομική υποχρέωση να ενεργήσει ως σωτήρας για ένα ξένο που χάνει τις αισθήσεις του σε μια δεξίωση ή τραυματίζεται σε ένα τροχαίο ατύχημα. Εδώ σημειώνεται η νομική υποχρέωση σε αντίθεση με την ηθική. (
- ii)Αμελή πράξη ή παράλειψη εκ μέρους του γιατρού. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο γιατρός έχει παραβιάσει το καθήκον του να είναι επιμελής, παρουσιάζοντας μαρτυρία ότι οι ενέργειες του γιατρού ήταν κατώτερες από ό,τι θεωρούνται ως ικανοποιητικές από τα δικαστήρια. (iii) Την πρόκληση ζημιάς. Ο ασθενής θα πρέπει να αποδείξει ότι λόγω των ενεργειών του γιατρού η υγεία του έχει χειροτερεύσει ή ότι έχει υποστεί κάποια άλλη συγκεκριμένη ζημιά.» Στην ίδια υπόθεση, στη σελ. 770, επισημάνθηκε ότι: «Σήμερα ένας γιατρός δεν αναμένεται ότι θα είναι πάντα επιτυχής στο ιατρικό έργο που αναλαμβάνει. Το καθήκον του, όπως όλων των άλλων επαγγελματιών, είναι η άσκηση λογικής φροντίδας και προσοχής.» Στην εν λόγω υπόθεση, έχει υιοθετηθεί και το εξής απόσπασμα, σε μετάφραση, από την Αγγλική αυθεντία Bolam v. Friern Hospital Committee
(1957)2 All E.R. 118: «(
- i)Ένας γιατρός δεν είναι ένοχος αμέλειας αν ενεργεί σύμφωνα με μια τακτική που είναι αποδεκτή ως ορθή από ένα υπεύθυνο σώμα εξειδικευμένων ιατρικών λειτουργών ανεξάρτητα αν ένα άλλο εξειδικευμένο σώμα διατηρεί διαφορετική άποψη. (
- ii)Ένας γιατρός που πιστεύει ότι οι πιθανότητες κινδύνου σε μια συγκεκριμένη θεραπεία είναι μηδαμινές, δεν έχει υποχρέωση να τις αποκαλύψει στον ασθενή και (iii) Για να επιτύχει ένας ασθενής σε απαίτηση γιατί να μην του έχει δοθεί προειδοποίηση για τα πιθανά επακόλουθα που μπορεί να προκύψουν θα πρέπει να αποδείξει ότι έστω και αν του δινόταν η προειδοποίηση, δεν θα έδινε τη συγκατάθεση του για τη συγκεκριμένη θεραπεία.» Ως προς τα κριτήρια που τέθηκαν στην υπόθεση Bolam (ανωτέρω), και ειδικότερα σε σχέση με την υποχρέωση ενός ιατρού να αποκαλύψει τους κινδύνους σε ένα ασθενή του, τούτα έτυχαν διαφοροποίησης από το Αγγλικό Εφετείο, στην υπόθεση Pearce v. United Bristol Healthcare NHS Trust [1999] 48 B.M.L.R 118. Σε ελληνική μετάφραση του σχετικού λόγου της ρηθείσας απόφασης από τον Ερωτοκρίτου Δ., (ως ήταν τότε) στο δικό του λόγο στην υπόθεση Αθηνά Βαριάνου ν. Δρ. Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1541, 1578 και 1579, συναντάμε τα εξής: «Σε μια υπόθεση όπου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι ο ενάγων έχει στερηθεί της ευκαιρίας να λάβει μια σωστή απόφαση ως προς το τι θεραπεία αυτός ή αυτή θα πρέπει να ακολουθήσει, φαίνεται πως το δίκαιο ορίζει, όπως καταγράφεται στην υπόθεση που έχω μόλις αναφέρει, ότι εάν υπάρχει σημαντικός κίνδυνος που θα μπορούσε να επηρεάσει την κρίση ενός λογικού ασθενούς, τότε κατά τη συνήθη πορεία είναι ευθύνη του ιατρού να ενημερώνει τον ασθενή του για αυτόν τον σημαντικό κίνδυνο, εάν η πληροφορία είναι απαραίτητη ούτως ώστε ο ασθενής να μπορέσει να καθορίσει τη θεραπεία την οποία αυτός ή αυτή θα πρέπει να ακολουθήσει. .......................................................................................................... Προφανώς ο ιατρός όταν καθορίζει το τι θα πει σε ένα ασθενή, θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες στους οποίους περιλαμβάνονται η ικανότητα του ασθενούς να κατανοήσει όσα θα του πει καθώς και την κατάσταση του ασθενούς κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, τόσο από σωματικής άποψης όσο και από συναισθηματικής άποψης. Υπάρχουν συχνά περιπτώσεις όπου μια πορεία διαφορετική από την συνηθισμένη θα πρέπει να ακολουθηθεί. Όμως, όπου υπάρχει, αυτό που ρεαλιστικά μπορεί να αποκαλεστεί ως «σημαντικός κίνδυνος», τότε, κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων, όπως έχω ήδη επισημάνει, ο ασθενής έχει δικαίωμα να ενημερωθεί για τον κίνδυνο αυτό.» Στην ίδια υπόθεση, και δη στην Βαριάνου (ανωτέρω), σημειώθηκαν και τα εξής σχετικά: «Τελικά, στην πιο πάνω υπόθεση, ο ιατρός δεν κρίθηκε ένοχος αμέλειας, επειδή ο αυξημένος κίνδυνος του 0.1-0.2% δεν θεωρήθηκε σημαντικός. Όμως, η υπόθεση σηματοδότησε διαφοροποίηση του «Bolam test». Φαίνεται ότι το νέο κριτήριο που διαμορφώθηκε από το Αγγλικό Εφετείο με την απόφαση του Λόρδου Woοlf, είναι ότι σε περίπτωση που υπάρχει σημαντικός κίνδυνος, ένας λογικός ιατρός οφείλει να αποκαλύψει εκείνες τις πληροφορίες που ο μέσος λογικός ασθενής θα ήθελε να γνωρίζει προτού δώσει τη συγκατάθεσή του (Βλ. Medical Negligence, M. A. Jones, 4η Έκδοση
(2008)σελ. 651-662). Στην προκειμένη περίπτωση, το βασικό κριτήριο που θα έπρεπε να εφαρμοστεί, θα έπρεπε να ήταν αυτό στην υπόθεση Pearce, ανωτέρω, η οποία διαμόρφωσε το αρχικό κριτήριο Bolam, στις περιπτώσεις αποκάλυψης των κινδύνων σε ασθενείς. Το νέο κριτήριο κατά την άποψή μας είναι πολύ πιο λογικό, εφόσον κριτής του τι πρέπει να αποκαλυφθεί γίνεται πλέον ο μέσος λογικός ασθενής.» Αναφορικά τώρα με το κατά πόσο ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια, στην υπόθεση Αγγελή (ανωτέρω), αναφέρθηκαν επίσης και τα ακόλουθα: «Το ερώτημα που εγείρεται είναι αν με το ισοζύγιο πιθανοτήτων έχει αποδειχθεί ότι ένας επαγγελματίας έχει αποτύχει να ασκήσει την επιμέλεια που απαιτείται από έναν άνθρωπο που κατέχει και ασκεί ειδική επιδεξιότητα σε περιπτώσεις που απαιτείται η άσκηση μιας τέτοιας ειδικής επιδεξιότητας.»» Το τι συνιστά καλό, εύλογο και ικανό επίπεδο επιδεξιότητας, αποτέλεσε αντικείμενο ενασχόλησης των Αγγλικών Δικαστηρίων στις αποφάσεις Bolam (ανωτέρω) και Bolitho ν City and Hackney Health Authority
(1997)3 WLR 1151. Τα όσα σχετικά αποφασίστηκαν στην υπόθεση Bolam, αναφέρθηκαν ανωτέρω. Η γραμμή όμως που ακολούθησε η Bolam διαφοροποιήθηκε κάπως, με την απόφαση στην Bolitho (πιο πάνω) όπου το ερώτημα, σύμφωνα με το σκεπτικό της, κατά πόσο ένας γιατρός έχει ενεργήσει αμελώς ή όχι, κρίνεται από το Δικαστήριο και όχι με βάση την αποδεκτή πρακτική που υιοθετεί ένα εξειδικευμένο ιατρικό σώμα. Το Δικαστήριο, μέσα από το σύνολο της μαρτυρίας, θα πρέπει να καταλήξει αν ο γιατρός είναι ένοχος αμέλειας. Δεν είναι αρκετό ένα σύνολο γιατρών να αποφανθεί ότι η θεραπεία που ακολουθήθηκε ή οι παραλείψεις του γιατρού, συνάδουν με αποδεκτή ιατρική πρακτική. Είναι αναγκαίο για το Δικαστήριο να αξιολογήσει την οποιαδήποτε ενώπιον του μαρτυρία και να αποφασίσει το ίδιο αν η ιατρική πρακτική που ακολουθήθηκε έθεσε τον ασθενή σε περιττό κίνδυνο. Ακολούθως, εάν και εφόσον αποδειχθεί ιατρική αμέλεια, θα πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αποδειχθείσας ιατρικής αμέλειας και της απώλειας ή της επιδείνωσης της κατάστασης που επήλθε. Τούτο, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να επιδικαστούν αποζημιώσεις στον ενάγοντα. Θα πρέπει δηλαδή, ο ενάγοντας να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του ιατρικού λειτουργού και του τραύματος ή της ασθένειας ή της επιδείνωσης η οποία έχει επέλθει στην κατάσταση της υγείας του ή της οποιασδήποτε άλλης απώλειας. Στην περίπτωση όπου το ζημιογόνο αποτέλεσμα ή μια ασθένεια οφείλεται σε ένα αριθμό πιθανών λόγων, ένας από τους οποίους είναι και η αμέλεια ενός ιατρικού λειτουργού, θα πρέπει και πάλι να αποδειχθεί η αιτιώδης συνάφεια. Η θετική συσχέτιση του αποτελέσματος προς την προηγηθείσα πλημμελή συμπεριφορά του γιατρού, συνιστά το sine qua non για την επιτυχία της αξίωσης του παθόντος (βλέπε Wilsher v. Essex Area Health Authority
(1988)1 All ER 871, Gregg ν Scott
(2005)4 All ER 812 και Hotson ν East Berkshire Area Health Authority
(1987)2 All ER 909). Αξιολόγηση μαρτυρίας Η ενάγουσα, δεν μου έκανε την καλύτερη των εντυπώσεων. Η μαρτυρία της παρουσιάζει ουσιαστικές αντιφάσεις και σε διάφορα σημεία της συγκρούεται και με την κοινή λογική. Επίσης, κάποιοι εκ των βασικών ισχυρισμών της, έρχονται σε σύγκρουση με την πραγματική ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Είμαι της γνώμης ότι, οι αδυναμίες που παρουσιάζει η μαρτυρία της ενάγουσας είναι τέτοιες, που καθιστούν τη μαρτυρία της ακροσφαλές υπόβαθρο για τη εξαγωγή οποιωνδήποτε ευρημάτων. Για σκοπούς πληρότητας και αιτιολογίας της ήδη μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου αναφορικά με την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ενάγουσας, σημειώνω τα κάτωθι: Αποτέλεσε βασικό ισχυρισμό της ενάγουσας ότι, η μύτη της, μετά τη ρινοπλαστική, στράβωσε. Τούτη η θέση όμως, συγκρούεται με την πραγματική εικόνα που παρουσιάζει η μύτη της, την οποία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να δει, καθ' όλες τις περιπτώσεις που η ενάγουσα παρουσιάστηκε ενώπιον του, αλλά και, αρκετές φορές, μέσα από τις τέσσερεις φωτογραφίες του τεκμηρίου 5. Σημειώνεται ακόμα ότι, η σχετική με το ζήτημα μαρτυρία του ΜΕ
(2), της οποίας η αξιολόγηση θα ακολουθήσει, δεν φαίνεται να υποστηρίζει τη θέση της ενάγουσας. Εκείνο στο οποίο αναφέρεται ο ΜΕ
(2), είναι σε προβολή της μύτης και όχι σε στράβωμα. Παρενθετικά σημειώνω ότι, δικογραφικά, η ενάγουσα δεν παραπονείται για οποιανδήποτε προβολή της μύτης της. Ως προς τον ισχυρισμό της περί παρέκκλισης της στυλίδας, επίσης ελλείπει οποιαδήποτε, σχετική με αυτό τον ισχυρισμό, δικογράφηση. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι, με βάση την Έκθεση Απαίτησης, στο βαθμό που αφορά την εξωτερική εμφάνιση της μύτης της, η ενάγουσα παραπονείται μόνο περί στραβώματος της μύτης και τίποτε άλλο. Τα λοιπά παράπονα της, πάντα σε σχέση με τις ισχυριζόμενες σχετικές βλάβες που υπέστη συνεπεία της ρινοπλαστικής, αφορούν σε προβλήματα στην αναπνοή, αλλά και στον ισχυριζόμενο κατάρρουν. Επίσης, και άλλα σημεία της μαρτυρίας της ενάγουσας, συγκρούονται με τη σχετική αναντίλεκτη μαρτυρία του ΜΕ
(2). Αν και η αξιολόγηση της μαρτυρίας του τελευταίου ακολουθεί, σημειώνω στο σημείο αυτό ότι, ο εν λόγω μάρτυρας δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς των εναγομένων και η μαρτυρία του, στην ουσία, παρέμεινε αναντίλεκτη. Όλοι οι ισχυρισμοί της ενάγουσας, οι οποίοι ήθελαν τον ΜΕ
(2)να εκφράζει γνώμη και/ή άποψη, είτε ως προς το αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής, είτε ως προς τις οποιεσδήποτε επιπτώσεις της στην ενάγουσα, καταρρίφτηκαν από τον ΜΕ
(2). Ο εν λόγω μάρτυρας, ξεκάθαρα, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν εξέφρασε καμία σχετική γνώμη και ότι, οι οποιεσδήποτε αναφορές του επί του τεκμηρίου 6, απλά περιγράφουν τις αιτιάσεις της ίδιας της ενάγουσας και δεν αποτελούν την άποψή του ως προς τον τρόπο που ενήργησε ο εναγόμενος 2 και/ή ως προς τα αποτελέσματα της ρινοπλαστικής. Τουναντίον, σύμφωνα πάντα με τον ΜΕ
(2), και σε πλήρη σύγκρουση με τους σχετικούς ουσιαστικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας, το τελικό αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής, πάντα από πλευράς πλαστικής χειρουργικής, είναι ικανοποιητικό. Ενδεικτική, κατά τη γνώμη μου, της αδυναμίας που χαρακτηρίζει τη μαρτυρία της ενάγουσας, είναι και η απόρριψη, από πλευράς του ΜΕ
(2), της θέσης της ότι, αυτός εξέφρασε την ιατρική γνώμη, ότι το ρινικό κατάρρουν, που κατ' ισχυρισμό της αντιμετωπίζει, είναι το αποτέλεσμα επέμβασης του εναγόμενου 1, στο «σφικτήρα» ή «μηχανισμό» της μύτης της. Επί του προκειμένου, ο ΜΕ
(2)δεν περιορίστηκε απλά στο να ισχυρισθεί ότι ουδέποτε εξέφρασε τέτοια γνώμη, αλλά προώθησε και τον εντελώς μετωπικά συγκρουόμενο με τη θέση της ενάγουσας ισχυρισμό, ότι η τελευταία, ουδέποτε του παραπονέθηκε περί αντιμετώπισης ενός τέτοιου ρινικού κατάρρουν. Η επί του προκειμένου θέση του ήταν ότι, αν η ενάγουσα, κατά την επίσκεψη της, του παραπονείτο για ρινικό κατάρρουν, θα το κατέγραφε, οπωσδήποτε, στο τεκμήριο 6, όπου και κατέγραψε τα παράπονα της ενάγουσας, πάντα σε σχέση με τη ρινοπλαστική που διενήργησε ο εναγόμενος 1. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι, ο ΜΕ
(2)επιβεβαίωσε, κατά την επίσκεψη της, ότι το διάφραγμα της είναι κλειστό. Καμία τέτοια αναφορά δεν απαντάται στο περιεχόμενο του τεκμηρίου 6, αλλά ούτε και επιβεβαιώνεται από τη λοιπή μαρτυρία του ΜΕ
(2). Επίσης, δεν μπορώ να αφήσω ασχολίαστο το γεγονός ότι, η ενάγουσα, ενώ προωθούσε με επιμονή τον ισχυρισμό ότι απώλεσε συγκεκριμένα ποσά που θα λάμβανε υπό μορφή υπερωριών, και ότι κατέχει σχετικό πιστοποιητικό απολαβών, με το οποίο θα αποδεικνύετο το ύψος των προμηθειών που απώλεσε, εντούτοις καμία, σχετική με τον εν λόγω ισχυρισμό της, μαρτυρία παρουσίασε. Αδυναμία παρατηρείται και σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ως προς τα χρήματα που κατέβαλε στον εναγόμενο 1 για την ρινοπλαστική. Ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε σ' αυτόν το συνολικό ποσό των ΛΚ2.600,00 και προς υποστήριξη του ισχυρισμού της κατέθεσε δύο αποδείξεις πληρωμών (για το συνολικό ποσό των ΛΚ1.300,00), και ένα τιμολόγιο της Πολυκλινικής Λευκωσία, (στην οποία στεγάζετο ο εναγόμενος 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο), επίσης για το συνολικό ποσό των ΛΚ1.300,
- Όταν της ετέθη η υποβολή ότι οι δύο αποδείξεις πληρωμών για το συνολικό ποσό των ΛΚ1.300,00, αφορούν την εξόφληση του τιμολογίου της Πολυκλινικής Λευκωσίας, απέρριψε την υποβληθείσα θέση και ισχυρίστηκε ότι, το τιμολόγιο δεν καλύπτει όλες τις υπηρεσίες που της παρασχέθηκαν, αναφέροντας, ενδεικτικά, μεταξύ άλλων, την απουσία, κατά την ίδια, χρέωσης για τη νοσηλεία της. Διέφυγε προφανώς της ενάγουσας, ότι στο εν λόγω τιμολόγιο γίνεται λεπτομερής αναφορά σε όλα τα ιατρικά έξοδα που σχετίζονται με την επίδικη ρινοπλαστική, περιλαμβανομένης και σχετικής με τη νοσηλεία χρέωσης, με αποτέλεσμα η θέση της περί του ότι το εν λόγω τιμολόγιο αφορούσε μόνο μέρος των χρεώσεων που τις έγιναν, να μη μπορεί να γίνει δεκτή. Σημειώνω επίσης, σχετικά, ότι η ενάγουσα, δεν ισχυρίστηκε ότι κατέβαλε οποιαδήποτε χρήματα, είτε προς τον εναγόμενο 1, είτε προς οποιοδήποτε τρίτο, χωρίς να λάβει σχετική απόδειξη. Και προκύπτει το εξής λογικό ερώτημα. Αν οι δύο αποδείξεις πληρωμών (μέρος του τεκμηρίου 1) δεν εκδόθηκαν προς εξόφληση του τιμολογίου της Πολυκλινικής Λευκωσίας (το έτερο μέρος του τεκμηρίου 1), τι απέγιναν οι αποδείξεις πληρωμών, που προφανώς εκδόθηκαν, σε σχέση με την εξόφλησή του. Άλλη βασική αδυναμία της μαρτυρίας της ενάγουσας, που υποστηρίζει, κατά τη γνώμη μου, την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου περί του ακροσφαλούς, της μαρτυρίας της για εξαγωγή ευρημάτων και/ή συμπερασμάτων επί των επίδικων θεμάτων, αποτελεί και το γεγονός ότι, η παρούσα αγωγή, καταχωρήθηκε 3½ και πλέον έτη μετά τη διενέργεια της ρινοπλαστικής. Το γεγονός αυτό, καθίσταται ουσιαστικότερο αν αναλογιστεί κανείς ότι η ενάγουσα, με βάση τους ισχυρισμούς της, λίγες μέρες μετά τη ρινοπλαστική, όταν και αφαιρέθηκαν οι γάζες και οι επίδεσμοι από τη μύτη της, παρατήρησε ότι τούτη (η μύτη της), αντί να διορθωθεί, στράβωσε και ότι, χωρίς κανένα λόγο, αντιμετώπιζε ρινικό κατάρρουν. Επίσης αντιλήφθητε ότι δεν διορθώθηκε ούτε το πρόβλημα στο διάφραγμά της, το οποίο ήταν ένας από τους βασικούς λόγους που αποφάσισε να εγχειριστεί από τον εναγόμενο
- Πώς είναι δυνατόν, με αυτά τα δεδομένα, όποια δικαιολογία και αν της έδιδε ο εναγόμενος 1, να περιμένει τρία ολόκληρα χρόνια για να αναζητήσει δεύτερη γνώμη και 3½ και πλέον χρόνια για να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή; Πρέπει, φυσικά, στο σημείο αυτό να σημειωθεί ότι, κατά μία άλλη εκδοχή της, κατά το χρονικό διάστημα που ο εναγόμενος 1, της αφαιρούσε τους σπίλους (σε χρόνο μετά τη ρινοπλαστική), αυτή, όπως δήλωσε κατά τη μαρτυρία της, ήταν «ευχαριστημένη μαζί του», πράγμα, εντελώς ασυμβίβαστο με τα ισχυριζόμενα, από αυτή, αρνητικά αποτελέσματα και/ή συνέπειες της ρινοπλαστικής. Επίσης, σε πλήρη σύγκρουση με τα ισχυριζόμενα παράπονα της, είναι και η ενέργεια της να μεσολαβήσει ώστε στενό συγγενικό της πρόσωπο (η αδελφή της), να τύχει των υπηρεσιών του εναγόμενου 1 και τούτο πάντα κατά το χρονικό διάστημα που η ίδια ήταν, ως ανέφερε, πλήρως δυστυχισμένη, αφού έχασε τις χαρές και τις απολαύσεις της ζωής, συνεπεία της ρινοπλαστικής. Επί ενός άλλου θέματος, πλέον σχετικού με ένα εκ των βασικών ισχυρισμών της ενάγουσας, ο συνήγορος της, υπέβαλε στον εναγόμενο 1, θέση συγκρουόμενη με αυτόν. Και εξηγώ. Ενώ η ενάγουσα ισχυρίστηκε, αρκετές φορές, ότι ο λόγος που καθυστέρησε 3½ χρόνια να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή, ήταν γιατί ο εναγόμενος 1, συνεχώς την καθησύχαζε ότι με την πάροδο του χρόνου θα διορθωθούν τα προβλήματα που παρουσιάζει η μύτη της, καθότι βρισκόταν ακόμα σε στάδιο ανάρρωσης και αποθεραπείας, ο συνήγορος της, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, υπέβαλε στον εναγόμενο 1 ότι αυτός (ο εναγόμενος 1), ανέφερε στην ενάγουσα, ότι χρειάζεται και πρέπει να υποβληθεί σε διορθωτική επέμβαση. Και προκύπτει το εξής λογικό ερώτημα. Είτε το πρόβλημα είναι υπαρκτό και μόνιμο, με αποτέλεσμα η διόρθωση του να πρέπει να διενεργηθεί μέσω διορθωτικής επέμβασης, είτε η μύτη της ενάγουσας δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε μόνιμο πρόβλημα, και με την πάροδο του χρόνου θα πάρει την επιθυμητή μορφή, με αποτέλεσμα η διορθωτική επέμβαση να είναι αχρείαστη. Η μόλις παρατήρηση του Δικαστηρίου δεν γίνεται με σκοπό να εξισωθεί το σχετικό μέρος της μαρτυρίας της ενάγουσας με την υποβολή του συνηγόρου της, αλλά για να καταδειχθεί η αντίφαση που παρατηρείται στις δύο αυτές θέσεις. Επί ενός άλλου θέματος, σημειώνεται ότι η ενάγουσα δεν αμφισβήτησε τη θέση που της υποβλήθηκε από το συνήγορο του εναγόμενου 1, θέση που εξ άλλου προέβαλε και ο τελευταίος κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ότι το τεκμήριο 5 (οι μετεγχειρητικές φωτογραφίες), λήφθηκαν στις 7.7.
- Τούτο το γεγονός υπέχει μεγάλης σημασίας, καθότι, αναμενόμενο ήταν, να δώσει (η ενάγουσα) κάποιες εξηγήσεις για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκαν οι συγκεκριμένες φωτογραφίες. Θεωρώ αδιανόητο, δύο και πλέον χρόνια μετά από μια αποτυχημένη, κατά την ενάγουσα, ρινοπλαστική, να της λαμβάνονται φωτογραφίες, χωρίς να ζητά τουλάχιστον αντίγραφα ή έστω να αναζητά το λόγο που ο «αμελής ιατρός» επιθυμεί να τη φωτογραφήσει. Το δε λογικό αναμενόμενο (αν όντως οι διάφοροι ισχυρισμοί της ενάγουσας ήταν αληθείς), θα ήταν, η λήψη των φωτογραφιών να σχετιζόταν με τα διάφορα παράπονά της περί μη ικανοποιητικού αποτελέσματος της ρινοπλαστικής, και τούτο στα πλαίσια της προετοιμασίας του εναγομένου 1, να διενεργήσει δεύτερη διορθωτική επέμβαση. Ένας τέτοιος ισχυρισμός, και γενικά οποιοσδήποτε σχετικός με τις συνθήκες λήψης των φωτογραφιών (τεκμήριο 5), ελλείπει από τη μαρτυρία της ενάγουσας. Γενικότερα, ελλείπει οποιοσδήποτε ουσιαστικός, επαρκής και διαφωτιστικός ισχυρισμός αναφορικά με τα διαμειφθέντα μεταξύ της ενάγουσας και του εναγόμενου 1, κατά τις συναντήσεις τους μετά τη ρινοπλαστική. Το Δικαστήριο παρατηρεί ακόμα ότι, η ενάγουσα υπέγραψε το δελτίο συγκατάθεσης (τεκμήριο 2), που με βάση το περιεχόμενο του, ο εναγόμενος 1 έχει εξηγήσει σ' αυτή λεπτομερώς, τόσο το είδος της επέμβασης, αλλά και τους κινδύνους, ωφελήματα αλλά και υπαλλακτικές λύσεις της θεραπείας, και ότι, η ενάγουσα έχει κατανοήσει πλήρως τις επεξηγήσεις που δόθηκαν από τον εναγόμενο 1, τόσο για τη φύση, όσο και για την ωφελιμότητα και το σκοπό της επέμβασης, αλλά και τους ενδεχόμενους κινδύνους και/ή υπαλλακτικές λύσεις, καθώς επίσης και τις επιπλοκές που τυχόν να προκύψουν. Η θέση της ενάγουσας ότι υπέγραψε το τεκμήριο 2 χωρίς προηγουμένως να διαβάσει το περιεχόμενο του, δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Και τούτο γιατί, τέθηκε με εντελώς γενικό τρόπο, και δη με μόνη αναφορά στο φόβο που διακατείχε την ενάγουσα λόγω της επικείμενης εγχείρισης. Τίποτε άλλο δεν αναφέρθηκε που να καθιστά δυνατό τον έλεγχο της βασιμότητας της θέσης της. Λόγου χάριν, ελλείπει οποιοσδήποτε ισχυρισμός αναφορικά με το χώρο στον οποίο βρισκόταν όταν της δόθηκε το έντυπο προς υπογραφή, τη στάση στην οποία ευρίσκετο (π.χ. επί φορείου ή αν απλά ήταν καθήμενη σε κάποια πολυθρόνα κ.ο.κ.), πόση ώρα πριν μεταφερθεί στο χειρουργείο για την επέμβαση, αν ήταν μόνη της ή συνοδευόταν από κάποιο συγγενικό της ή μη, πρόσωπο, αν ήταν υπό κάποιας μορφής φαρμακευτική αγωγή και γενικά αν το υπέγραψε υπό συνθήκες που καθιστούσαν αδύνατη την ανάγνωση του περιεχομένου του ή αν απλά, η ίδια, για δικούς της υποκειμενικούς λόγους, αποφάσισε να μην αναγνώσει το περιεχόμενο του. Εν πάση περιπτώσει, το περιεχόμενο ενός τέτοιου εντύπου, αποτελεί μέρος της συμφωνίας της ενάγουσας με τον εναγόμενο 1, για παροχή των ιατρικών υπηρεσιών του τελευταίου και ο μόνος τρόπος για αποφυγή των όποιων ευθυνών και/ή δεσμεύσεών της που απορρέουν συνεπεία της υπογραφής του από αυτήν, είναι η περίπτωση που τυγχάνει εφαρμογής το δόγμα non-est-factum, ή αν η υπογραφή της λήφθηκε δια δόλου, ψευδών παραστάσεων και γενικά απάτης. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, το βάρος απόδειξης φέρει το πρόσωπο που αιτιάται ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει. Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα τίποτε σχετικό με δόλο, απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις ισχυρίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ούτε και προώθησε ένα τέτοιο ισχυρισμό δικογραφικά. Το ίδιο συμβαίνει και αναφορικά με το δόγμα non-est-factum. Επί του τελευταίου, όμως, αξίζει να σημειωθεί ότι, το εν λόγω δόγμα δεν τυγχάνει εφαρμογής, αν ο λόγος της μη ανάγνωσης του περιεχομένου του εγγράφου οφείλεται αποκλειστικά στη μη επίδειξη της αναμενόμενης επιμέλειας από πλευράς του προσώπου που επικαλείται την εφαρμογή του (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, γενικότερα για τις αρχές που διέπουν το δόγμα non-est-factum, βλέπε Lewis v. Clay
(1898)67 L.J.Q.B. 224, Foster v. Mackinnon [1869] LR 4 CP 704), Saunders v. Anglia Building Society [1971] AC 1004), United Dominions Trust Limited v. Western [1976] Q.B. 513, Beardsley Theobalds Retirement Benefit Scheme Trustees v. Yardley [2011] ΕWHC 1380 (QB), Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Πολύβιου Γ. Πολυβίου, Τόμος Α, σελίδα 387 και 388, Chitty on Contracts volume I, 31st edition, σελ. 544 και 545, παρ. 5-106, Chitty On Contract General Principles, 24th edition, par. 300 - 304, σελίδες 142 - 144, και Ewan Mckendrick, Contract Law Text, Cases, and Materials, 6th edition, σελίδα 568 - 573). Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι, η ενάγουσα, γνώριζε το σκοπό και γενικά το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2, προτού θέσει την υπογραφή του επ' αυτού. Εν πάση περιπτώσει, και τούτο σημειώνεται εντελώς παρεμφερώς, και να ίσχυαν τα όσα σχετικά ισχυρίστηκε η ενάγουσα, το γεγονός ότι, ενώ μπορούσε, επέλεξε η ίδια να μην αναγνώσει το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, και να το υπογράψει, της στερεί το δικαίωμα να επικαλείται ότι δεν τη δεσμεύει το περιεχόμενό του. Όλες οι πιο πάνω παρατηρήσεις και/ή σημειώσεις του Δικαστηρίου, δικαιολογούν κατά τη γνώμη μου, την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου, περί του ότι δεν είναι δυνατόν να προσδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία της ενάγουσας. Ο ΜΕ
(2)μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε την αλήθεια, τόσο ως προς τα γεγονότα που ήλθαν στη γνώση του, όσο και σε σχέση με την επιστημονική του γνώμη ως εμπειρογνώμονας ιατρός, πλαστικός χειρούργος. Εν πάση περιπτώσει, τόσο η πλευρά της ενάγουσας, που τον κάλεσε ως μάρτυρα, όσο και η πλευρά του εναγόμενου, αντιμετώπισαν τούτον ως μάρτυρα της αλήθειας. Εξού και κατά την αντεξέταση του, τέθηκαν σ' αυτόν διευκρινιστικού αντί αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεις. Ήταν δε στα πλαίσια τούτων των ερωτήσεων, που προέκυψαν και οι πλείστοι ισχυρισμοί του, που συγκρούονται με τους σχετικούς ισχυρισμούς της ενάγουσας. Η εμπειρογνωμοσύνη του δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση, μιας και έγινε και σχετική δήλωση από πλευράς της συνηγόρου των εναγομένων. Με τη μαρτυρία του δε, έδωσε στο Δικαστήριο, όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα, ώστε, επ' αυτής, το Δικαστήριο, ως τελικός αντικειμενικός κριτής, να μπορεί να καταλήξει στη δική του ανεξάρτητη κρίση. Και εννοώ, αναφορικά με τη μέθοδο και γενικά τον τρόπο που διενεργείται μια εγχείριση ως η επίδικη, τους κινδύνους που ελλοχεύουν από μια τέτοια επέμβαση, καθώς επίσης και τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η μαρτυρία του, ήταν διαφωτιστική και αναφορικά με το αποτέλεσμα της επίδικης ρινοπλαστικής, το οποίο χαρακτήρισε ως ικανοποιητικό. Ήταν δε ξεκάθαρη η θέση του ότι, τα οποιαδήποτε προβλήματα παρατήρησε επί της μύτης της ενάγουσας, δεν είναι δυνατό ο ίδιος να τα αποδώσει στην επίδικη ρινοπλαστική, ενώ, ιδιαίτερα σε σχέση με την προβολή της μύτης της, την οποία χαρακτήρισε και ως το ουσιαστικό πρόβλημα που παρατήρησε, τούτη (η προβολή) παρουσιάζει εμφανή βελτίωση, ως αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής. Αν και ο ΜΕ
(2), προφανώς παρουσιάστηκε από την ενάγουσα ώστε να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία εμπειρογνώμονα προς υποστήριξη της θέσης της ότι ο εναγόμενος 1 και/ή γενικά οι εναγόμενοι 1 και 2 εκτέλεσαν τα καθήκοντά τους αμελώς, εντούτοις, ελλείπει από τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα οποιοσδήποτε ισχυρισμός και/ή θέση, που θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για απόδειξη της σχετικής θέσης της. Εκείνο δε που εξάγεται από τη μαρτυρία του ΜΕ
(2), την οποία αποδέχομαι στην ολότητά της, είναι ότι, τα οποιαδήποτε παράπονα της ενάγουσας, αν όντως αποτελούν ειλικρινή παράπονα, οφείλονται στις υποκειμενικές της απαιτήσεις ως προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα της ρινοπλαστικής και της ανετοιμότητας της να αποδεχθεί το πραγματικό αποτέλεσμα. Υπενθυμίζω εκ νέου ότι, κατά τον ΜΕ
(2), το όλο αποτέλεσμα της επίδικης ρινοπλαστικής, ως τούτο μπορεί να εξαχθεί από τη σύγκριση των προεγχειρητικών φωτογραφιών (τεκμήριο 4) με τις μετεγχειρητικές φωτογραφίες (τεκμήριο 5), από πλευράς της πλαστικής χειρουργικής, είναι ικανοποιητικό. Και ο εναγόμενος 1, μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι και αυτός είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια αναφορικά, τόσο με τα γεγονότα που ήλθαν στην αντίληψη του, όσο και με την επιστημονική γνώμη που εξέφρασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε, δεν υπέπεσε σε οποιεσδήποτε ουσιώδεις ή μη, αντιφάσεις και οι σχετικές θέσεις που προέβαλε χαρακτηρίζονταν από σαφήνεια, επάρκεια, και περιγραφικότητα, σε βαθμό που το Δικαστήριο, για αρκετά επίδικα συμβάντα, να σχηματίσει σχετική εικόνα. Ήταν δε εντελώς αυθόρμητος και ειλικρινής. Χωρίς καμία δυσκολία, και παρά τη ξεκάθαρη θέση του ότι ενήργησε με κάθε επιμέλεια, αποδέχθηκε ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, ενδείκνυται να διενεργούνται διορθωτικές επεμβάσεις λόγω μη ικανοποιητικού αποτελέσματος στην αρχική επέμβαση που διενεργείται, έστω και αν ο γιατρός ενήργησε επιμελώς. Και αυτού του μάρτυρα, τη μαρτυρία του την αποδέχομαι στην ολότητά της. Προβαίνω δε σε ανάλογα ευρήματα, σε σχέση πάντα με τις ενέργειες του, προεγχειριτικά, κατά τη διενέργεια της επέμβασης, αλλά και μετεγχειρητικά. Σημειώνω, ακόμα, ότι, η σχετική με ιατρικά θέματα μαρτυρία του, συμβαδίζει πλήρως με τη μαρτυρία του ΜΕ
(2). Τελικά ευρήματα Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιόν μου μαρτυρίας, πέραν των αρχικών, μερικών, ευρημάτων μου, προβαίνω και στα ακόλουθα, τελικά πλέον, ευρήματα. Προ της επίδικης ρινοπλαστικής, ο εναγόμενος 1, έλαβε, πέραν της μιας φοράς, το ιστορικό της ενάγουσας και επεξήγησε προς αυτήν τη φύση της επέμβασης, τα οφέλη της, τους πιθανούς κινδύνους, αλλά και τις οποιεσδήποτε ενδεχόμενες επιπλοκές της. Εξήγησε ακόμα τις εναλλακτικές θεραπείες και διασφάλισε ότι όλα τα πιο πάνω έγιναν κατανοητά από την ενάγουσα. Όταν, εν τέλει, η ενάγουσα του ανέφερε ρητά ότι επιθυμεί να τύχει της συγκεκριμένης επέμβασης, υπέβαλε τούτη, μια βδομάδα πριν τη διενέργεια της επέμβασης, στις πρέπουσες και αναγκαίες προεγχειρητικές εξετάσεις, και αφού τα αποτελέσματα τους ήταν ικανοποιητικά, προγραμμάτισε και τελικά διενήργησε την επίδικη ρινοπλαστική στις 3.5.2007. Για σκοπούς διενέργειας της επίδικης ρινοπλαστικής, ακολούθησε την ορθή ενδεδειγμένη μέθοδο δια της εισόδου από τους αεραγωγούς της μύτης (ρουθούνια), χωρίς να προβεί σε οποιαδήποτε, επί του δέρματος, τομή. Με τον τρόπο αυτό, τροποποίησε το σκελετό της μύτης της ενάγουσας ώστε να επιτευχθεί ο επιδιωκόμενος σκοπός, που ήταν αφενός αισθητικός (καλυτέρευση της εξωτερικής εικόνας της), και λειτουργικός (άνοιγμα του διαφράγματος για ευκολία στην αναπνοή). Μετεγχειρητικά, εξέτασε την ενάγουσα επτά και πλέον φορές. Οι επιδιωκόμενοι στόχοι της ρινοπλαστικής επιτεύχθηκαν σε ικανοποιητικό βαθμό. Η δε ενάγουσα, ανεξάρτητα του πως ενδεχομένως ένοιωθε και/ή πίστευε, ουδέποτε παραπονέθηκε στον εναγόμενο 1 για το αποτέλεσμα της επίδικης ρινοπλαστικής. Ως προς το ικανοποιητικό του αποτελέσματος της ρινοπλαστικής, τούτο προκύπτει αβίαστα από την εμφανή καλυτέρευση της εξωτερικής εικόνας της μύτης της ενάγουσας (προκύπτει, τόσο από τη σύγκριση του τεκμηρίου 4 με το τεκμήριο 5, όσο και από τις σχετικές αναφορές, τόσο του ΜΕ
(2), όσο και του εναγομένου 1), ενώ, αναφορικά με το πρόβλημα με το διάφραγμα, τούτο φαίνεται να έχει διορθωθεί, μιας και η ενάγουσα, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε σχετικά, είτε στον εναγόμενο 1, είτε στον ΜΕ
(2). Κατάληξη Με βάση τα πιο πάνω τελικά ευρήματα του Δικαστηρίου και με γνώμονα τη σχετική με τα επίδικα ζητήματα νομική πτυχή, κρίνω ότι η ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει, στο βαθμό που τούτο είναι αναγκαίο σε αστική διαδικασία, ότι ο εναγόμενος 1 και/ή η εναγόμενη 2, επέδειξαν οποιαδήποτε αμέλεια και/ή παραβίασαν οποιοδήποτε νομικό καθήκον τους σε σχέση πάντα με την επίδικη ρινοπλαστική που διενεργήθηκε στις 3.5.2007. Και τούτο, τόσο σε σχέση με τις προεγχειρητικές πράξεις και/ή παραλείψεις των εναγομένων 1 και 2, όσο και σε σχέση με τις μετεγχειρητικές. Το ίδιο φυσικά ισχύει και σε σχέση με τις οποιεσδήποτε πράξεις και/ή παραλείψεις τους, κατά το χρόνο που διενεργείτο, από τον εναγόμενο 1, η ρινοπλαστική. Πρέπει φυσικά να σημειώσω επί του τελευταίου ότι, δεν επιδιώχθηκε να επωμιστεί στον εναγόμενο 1 οποιαδήποτε ευθύνη, αναφορικά με τη μέθοδο και γενικά τον τρόπο που διενήργησε την επέμβαση, μιας και καμία απολύτως, σχετική με μια τέτοια ευθύνη, μαρτυρία, προσκομίστηκε από πλευράς της ενάγουσας. Στην ουσία, το μόνο που εν τέλει επιχειρήθηκε να επωμιστεί στον εναγόμενο 1 (για την εναγόμενη 2 δεν παρουσιάστηκε καμία απολύτως μαρτυρία που να τη συνδέει με οποιοδήποτε τρόπο με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής), είναι η παράλειψή του να ενημερώσει την ενάγουσα για τους πιθανούς κινδύνους και επιπλοκές που δυνατό να προέκυπταν από τη διενέργεια της επίδικης επέμβασης, με αποτέλεσμα να μην της δοθεί η ευκαιρία, να αποφασίσει αν πραγματικά επιθυμεί ή όχι να τύχει τούτης. Η απόρριψη της μαρτυρίας της ενάγουσας και η αποδοχή της σχετικής μαρτυρίας του εναγόμενου 1, σφραγίζει στην ουσία και την τύχη του σχετικού επιχειρήματος, που δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Εν ολίγοις, η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι (α) ο εναγόμενος 1 παραβίασε το καθήκον του να είναι επιμελής, μιας και δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι οι ενέργειες του ήταν κατώτερες από ότι θεωρούνται ικανοποιητικές από ένα Δικαστήριο, και (β) ότι οι ενέργειες του εναγομένου 1, προκάλεσαν κάποια ζημιά στην ίδια και/ή χειροτέρεψαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, την υγεία της. Με τούτα ως δεδομένα, η υπό εξέταση αγωγή απορρίπτεται και μη έχοντας οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί παρέκκλιση από τον χρυσό κανόνα που θέλει τα έξοδα της διαδικασίας να ακολουθούν το αποτέλεσμά της, τούτα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της ενάγουσας, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ΗΗ (Υπ.)................................. Δ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /M.A.Σ.