Κινάν Γιουσεφ Φιχτ ν. Χαράλαμπου Κλεοβούλου, Αρ. Αγωγής: 5477/98, 7/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5477/98 Κινάν Γιουσεφ Φιχτ Ενάγοντος και Χαράλαμπου Κλεοβούλου Εναγόμενου Ημερομηνία: 7 Απριλίου 2017 Εμφανίσεις: Για την ενάγοντα/αιτητή: κ. Λ. Ιωαννίδης. Για την εναγόμενο/καθ' ου η αίτηση: κ. Χειμώνας. Καθ' ου η αίτηση: παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Αίτηση έρευνας ημερ. 29/8/2016) Με την υπό εξέταση αίτηση ο ενάγων/αιτητής (στο εξής καλούμενος «ο αιτητής») αιτείται όπως: «Α. Ο Εναγόμενος, Χαράλαμπος Κλεοβούλου, με αρ. δελτίου ταυτότητας 566812, εξεταστεί από το Δικαστήριο αναφορικά με την οικονομική του κατάσταση με σκοπό την έκδοση των πιο κάτω διαταγμάτων και/ή οποιουδήποτε εξ΄ αυτών, ανάλογα με την περίπτωση: 1) Διάταγμα πληρωμής του χρέους του Εναγόμενου με μηνιαίες δόσεις εκ €450 μηνιαίως και/ή για άλλο ποσό το οποίο θεωρήσει το Δικαστήριο ορθό και εύλογο με βάση τις οικονομικές δυνατότητες του Εναγόμενου και, όπως στα πλαίσια αυτά: (α) Παρουσιάσει ενόρκως όλα τα έγγραφα, αποδείξεις και άλλα αποδεικτικά στοιχεία τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του και τα οποία σχετίζονται με περιουσία του Εναγόμενου που δύναται ή εδύνατο να διατεθεί για σκοπούς πληρωμής του χρέους. (β) Αποκαλύψει στο Δικαστήριο με οποιοδήποτε τρόπο τα πιο κάτω στοιχεία: (
- i)λεπτομερή στοιχεία σχετικά με τις απολαβές του (
- ii)οποιαδήποτε εισοδήματα από την εργασία του ως υπάλληλος και/ή ως αυτοεργοδοτούμενος ή άλλες πηγές εισοδημάτων του. (iii) τις ανάγκες του (
- iv)οποιαδήποτε άλλη πληροφορία η οποία είναι αναγκαία για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Β. Διάταγμα που να κηρύσσει άκυρη την πώληση και/ή την μεταβίβαση και/ή την αποξένωση οποιασδήποτε περιουσίας του Εναγόμενου η οποία έγινε με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους του και/ή που είχε ως αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί ο Ενάγοντας-πιστωτής στην είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους ή μέρους αυτού και, όπως ο Εναγόμενος δώσει λεπτομέρειες τέτοιας πώλησης, μεταβίβασης και/ή αποξένωσης, λεπτομέρειες της περιουσίας, τον χρόνο και τίμημα πώλησης, τα στοιχεία του αγοραστή, πού και πώς διατέθηκε το ποσό της πώλησης. Γ. Διάταγμα αποκοπής απολαβών από τον εργοδότη του, σε περίπτωση που με βάση τα στοιχεία που θα προσκομίσει επιβεβαιωθεί ότι εργάζεται ως υπάλληλος, ώστε να: (α) Προβαίνει σε περιοδικές αφαιρέσεις και κατακρατήσεις από τις απολαβές του οφειλέτου του ποσού των €450 μηνιαίως και/ή άλλου ποσού που το Δικαστήριο θα θεωρήσει ως εύλογο και εντός των δυνατοτήτων του οφειλέτη να πληρώσει με μηνιαίες δόσεις. (β) Καταβάλλει τις εν λόγω περιοδικές αφαιρέσεις και κατακρατήσεις στον εξ αποφάσεως πιστωτή ή στον αρμόδιο λειτουργό του Δικαστηρίου κάθε μήνα ή σε τέτοια χρονικά διαστήματα που το Δικαστήριο καθορίσει. Δ. Τα έξοδα της αίτησης, τα έξοδα επίδοσης, πλέον 19% ΦΠΑ.» Η αίτηση, ως αναφέρεται στη νομική βάση αυτής στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, Μέρος VIII και IX και στον Τροποποιητικό αυτού Νόμο 134(Ι)/1999, άρθρα 14
(1)(ε), 82-91 Α-Γ, επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.1,2,3,8,9, Δ. 64 Θ.1,2, στον Περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμο Κεφ. 62, άρθρα 1-5, στο Νόμο 9/65 και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή, ο οποίος ως αναφέρει έχει προσωπική γνώση για τα γεγονότα που αναφέρει. Ο ομνύσας αναφέρει ότι στις 10/3/2000 εξεδόθη απόφαση υπέρ του και εναντίον του καθ' ου η αίτηση. Ως επίσης αναφέρει μετά την έγερση της αγωγής διαπιστώθηκε ότι εναντίον του καθ' ου η αίτηση είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και αργότερα κηρύχθηκε ως πτωχεύσας, και ως εκ τούτου δεν ήταν εφικτό να προχωρήσει με οποιαδήποτε μέτρα εκτέλεσης εναντίον του. Ως περαιτέρω αναφέρει μόλις πρόσφατα πληροφορήθηκε από το δικηγόρο του Λάμπρο Α. Ιωαννίδη, ο οποίος έλαβε και αυτός πρόσφατα επιβεβαίωση από το τμήμα του Επίσημου Παραλήπτη, ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει αποκατασταθεί αυτοδικαίως με βάση το άρθρο 27Α του Περί Πτωχεύσεως Νόμου και ως εκ τούτου, πλέον η διαδικασία δύναται να προχωρήσει εναντίον του προσωπικά, με τα μέτρα εκτέλεσης που προβλέπονται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, δυνάμει του άρθρου 27Α
(10)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο καθ' ου η αίτηση ουδέν ποσόν κατέβαλε μετά την έκδοση της απόφασης και μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης εξακολουθούσε να οφείλει τα ποσά ως ανωτέρω. Περαιτέρω ως αναφέρει απ' ότι γνωρίζει και πιστεύει ο εναγόμενος δηλώνει άνεργος και λαμβάνει σχετικό μηνιαίο εισόδημα, αλλά έχει πηγές εισοδημάτων και είναι σε θέση να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις προς €450 έκαστη. Περαιτέρω ως αναφέρει έχει πληροφορηθεί ότι ο εναγόμενος πώλησε και αποξένωσε περιουσία του, όπως το όχημα του και μοτοσυκλέτες τις οποίες χρησιμοποιούσε για εμπορικούς σκοπούς και, προς τούτο, αιτείται όπως ο καθ' ου η αίτηση δώσει λεπτομέρειες τέτοιας πώλησης αποξένωσης ή μεταβίβασης, λεπτομέρειες αυτών των περιουσιακών στοιχείων, τον χρόνο και τίμημα πώλησης τα στοιχεία του αγοραστή καθώς και πού και πώς διατέθηκε το ποσό της πώλησης. Όπως αναφέρει νοουμένου ότι θα προσκομίσει τα στοιχεία που του ζητούνται, αιτείται και διάταγμα με το οποίο να κυρήττεται άκυρη η πώληση, μεταβίβαση ή αποξένωση που έγινε με σκοπό την παρεμπόδιση ή καθυστέρηση της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους του και που είχε ως αποτέλεσμα να παρεμποδιστεί ως πιστωτής από του να εισπράξει το εξ αποφάσεως χρέος ή μέρος αυτού. Ο καθ' ου η αίτηση από την αντίπερα όχθη καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας τους κάτωθι λόγους ένστασης: «
- Ο καθ' ου η αίτηση είχε κηρυχθεί σε πτώχευση και αποκαταστάθηκε δυνάμει σχετικής Νομοθεσίας με βάση την οποίαν αυτός απαλλάσσεται από την οφειλή του.
- Ο καθ' ου η αίτηση έχει τέτοιες οικονομικές υποχρεώσεις τις οποίες αυτός αδυνατεί να καταβάλλει και έχει πάψει τις πληρωμές του.
- Η οικονομική κατάσταση του καθ' ου η αίτηση δεν του επιτρέπει να καταβάλλει το χρέος το οποίο ούτως ή άλλως δεν υφίσταται με μηνιαίες δόσεις.
- Ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει την οικονομική δυνατότητα οιονδήποτε ποσό προς ικανοποίηση της εκδοθείσας απόφασης και η κατάσταση της υγείας του δεν του επιτρέπει να εργάζεται και να έχει εισοδήματα άλλα εκτός από αυτά της κρατικής χορηγίας.
- Σε περίπτωση που το Δικαστήριο αποφασίσει την έκδοση διατάγματος αυτή θα πρέπει να είναι προς όφελος του αιτητή με διαταγή για την μη καταβολή του ποσού των €450 ή οιουδήποτε άλλου ποσού ως μηνιαίας δόσης προς κάλυψη του εξ αποφάσεως χρέους.
- Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντος είναι γενικό αφηρημένο και αόριστο και η αίτηση συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών του δικαστηρίου.» Η ένσταση στηρίζεται, σύμφωνα με τη νομική της βάση, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 μέρος VIII και IX, άρθρα 90
(3)(α)(β) όπως τροποποιήθηκε από το Ν. 134(Ι)/99, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 Θ. 1-4 και 9 και στον περί Καταδολίευσης Πιστωτών Νόμο 60(Ι)/2008, στον Νόμο 197(Ι)/2003, στον Περί Πτωχεύσεως Νόμο Κεφ. 5 άρθρο 27Α και επί των γενικών και συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου του καθ' ου η αίτηση στην οποία αναφέρει ότι εναντίον του είχε εκδοθεί διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και κηρύχθηκε σε πτώχευση στα πλαίσια της αίτησης με αρ. 304/95 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Περαιτέρω υποστηρίζει πως το γεγονός αυτό το γνώριζε ο αιτητής και για αυτό το λόγο είχε εγγραφεί και επαληθεύσει το χρέος του στον Επίσημο Παραλήπτη, όπως φαίνεται από τον Κατάλογο Πιστωτών που επαλήθευσαν τα χρέη τους, τον οποίο επεσύναψε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη του δήλωση. Ως επίσης ανέφερε με βάση νομοθεσία που έχει ψηφισθεί από τη Βουλή έχει αυτοδίκαια αποκατασταθεί από πτωχεύσας πράγμα που έχει κάποιες συνέπειες δηλαδή την απαλλαγή του από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη του, συμπεριλαμβανομένου και του χρέους που υπήρχε προς όφελος του αιτητή. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι πάντα ήταν συνεργάσιμος με τον Επίσημο Παραλήπτη και πως σε ό,τι του ζήτησε ανταποκρίθηκε άμεσα. Ως αναφέρει απαραίτητη προϋπόθεση για την αυτοδίκαιη αποκατάσταση του ήταν η από μέρους του υποβολή έκθεσης καταστάσεως της περιουσίας του και της προκαταρκτικής κατάθεσης προ πολλών ετών και είναι η θέση του ότι συμμορφώθηκε με τις πρόνοιες της νομοθεσίας εξ ου και αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι ο ενάγων εμποδιζόταν και εξακολουθεί να εμποδίζεται από του να διεκδικήσει την προς τον ίδιο πληρωμή του χρέους του το οποίο έχει διαγραφεί βάση του άρθρου 27Α
(8)του Κεφ. 5, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων. Περαιτέρω αρνείται ότι έχει τη δυνατότητα να καταβάλλει το ποσό των €450 μηνιαίως και αναφέρει ότι λόγω πολλών προβλημάτων που αντιμετωπίζει με την υγεία του δεν εργάζεται. Ειδικότερα ως αναφέρει υπέστη έμφραγμα πριν από μερικά χρόνια και επίσης τραυματίστηκε ενώ οδηγούσε μοτοσυκλέτα, με αποτέλεσμα να υποστεί σοβαρή βλάβη στο σκαφοειδές του χεριού του, η οποία είναι ανεπανόρθωτη. Όπως δε υποστηρίζει το δεξί του χέρι δεν μπορεί να λειτουργεί, αφού ούτε καν τις βασικές κινήσεις δεν μπορεί να εκτελέσει. Ως αναφέρει λόγω αυτού του τραυματισμού νιώθει συνεχώς πόνο εδώ και πολλά χρόνια, και εάν προβεί σε χειρουργική επέμβαση μόνο το πρόβλημα του πόνου θα επιλυθεί, αλλά ο καρπός του θα παραμείνει σε πλήρη ακινησία και ούτε τις περιορισμένες κινήσεις που κάνει τώρα δεν θα μπορεί να εκτελεί. Ως αναφέρει τα μόνα εισοδήματα που έχει είναι αυτά από τα επιδόματα που λαμβάνει από τις κρατικές υπηρεσίες τα οποία αρκούν μόνο για να καλύψει τις βασικές του ανάγκες. Ως αναφέρει έχει 6 παιδιά εκ των οποίων το ένα είναι ανήλικο (10 ετών). Απορρίπτει όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς του αιτητή και αναφέρει ότι με αυτά που ισχυρίζεται φαίνεται ότι προσπαθεί να ψαρέψει στα τυφλά. Επίσης ισχυρίζεται ότι ο αιτητής καταχρηστικά προωθεί την παρούσα αίτηση, αφού γνωρίζει ότι είχε κηρυχθεί σε πτώχευση και αποκαταστάθηκε αυτοδίκαια με συνέπεια την απαλλαγή του από όλες του τις οφειλές. Η Διαδικασία Στα πλαίσια της διαδικασίας έδωσε μαρτυρία και αντεξετάστηκε ο καθ' ου η αίτηση, ενώ κλήθηκε από τον καθ' ου η αίτηση και μια μάρτυρας από το Τμήμα Πτωχεύσεων του Εφόρου Εταιρειών. Ακολούθησαν στη συνέχεια οι αγορεύσεις των δύο πλευρών. Η Προφορική Μαρτυρία Ο καθ' ου η αίτηση με την προφορική του μαρτυρία αναφέρθηκε στα προβλήματα υγείας του, και πιο συγκεκριμένα στο ότι έχει υποστεί δύο εμφράγματα το 2008 και έχει αναπηρία στο δεξί του χέρι στον καρπό, μετά από δυστύχημα με μοτοσυκλέτα. Ανέφερε επίσης ότι η δουλειά του ήταν μηχανικός και δεν μπορεί πλέον να εργαστεί. Ως ανέφερε είναι λήπτης του Ελάχιστου Εγγυημένου Εισοδήματος που είναι και η μοναδική πηγή εσόδων για τον ίδιο τη σύζυγο του (η οποία έχει και ψυχολογικά προβλήματα εδώ και πολλά χρόνια) και το ανήλικο τέκνο του ηλικίας 10 ετών, το οποίο διαμένει μαζί τους. Αντεξετάσθηκε σε σχέση με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εκδόθηκε η απόφαση στην παρούσα αγωγή και υποστήριξε ότι δεν χρωστά το ποσό. Ανέφερε επίσης ότι το ακίνητο στην Ολύμπου 11 ανήκει στη γυναίκα του κατά 1/3 και ήταν πάντοτε εγγεγραμμένο επ' ονόματι της. Ανέφερε επίσης ερωτηθείς σχετικά ότι κάπνιζε, αλλά σταμάτησε από το 2008-
- Δεν ήταν σε θέση να αναλύσει τα μηνιαία τους έξοδα και ανέφερε ότι τα χειρίζεται η σύζυγος του, πλην όμως επέμεινε ότι ποτέ δεν είναι αρκετά τα χρήματα που λαμβάνει για να καλύψουν τις ανάγκες του ίδιου της συζύγου του και του ανήλικου τέκνου τους. Του υπεβλήθη ότι έχει και άλλα εισοδήματα θέση την οποία αρνήθηκε, επέμεινε στα προβλήματα υγείας του και στη θέση του ότι δεν έχει δυνατότητα για εργασία. Του υπεβλήθη επίσης ότι δεν συνεργάστηκε με τον Επίσημο Παραλήπτη στα πλαίσια της αποκατάστασης του, ότι έδωσε ψευδείς πληροφορίες και ότι ήταν κακόπιστος, όπου ο καθ' ου η αίτηση αρνήθηκε όλες τις πιο πάνω θέσεις και ανέφερε ότι συνεργάστηκε και έκανε ακριβώς ό,τι του είπαν. Του ζητήθηκε να παρουσιάσει κάποιο έγγραφο που να αναφέρει ότι είναι λήπτης του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος και ανέφερε ότι προσκόμισε την κατάσταση της τράπεζας του (βλ. Τεκμήριο 1 στη διαδικασία) όπου φαίνονται τα ποσά που λαμβάνει. Η Τούλλα Παναγιώτου που κλήθηκε από την πλευρά του καθ΄ου η αίτηση (Μ.Κ/Α) ανέφερε ότι εργάζεται στον Έφορο Εταιρειών στον κλάδο πτωχεύσεων και έχει στην κατοχή της το φάκελο της πτώχευσης με αρ. 304/95 που αφορά τον καθ' ου η αίτηση. Ερωτηθείσα αν ο καθ' ου η αίτηση ήταν συνεργάσιμος με τον Επίσημο Παραλήπτη, ανέφερε ότι το διάταγμα παραλαβής εκδόθηκε στις 11/1/1996, και ο καθ΄ου η αίτηση στις 10/1/1997 υπέβαλε την έκθεση καταστάσεως της περιουσίας του και έδωσε τη σχετική κατάθεση στον Eπίσημο Παραλήπτη. Επίσης ανέφερε ερωτηθείσα σχετικά ότι ο αιτητής είχε προβεί σε επαλήθευση του χρέους του στα πλαίσια εκείνης της διαδικασίας, αναφέροντας συγκεκριμένα ότι υπέβαλε την επαλήθευση (βλ. Τεκμήριο 2 στη διαδικασία) στις 14/9/2000 μέσω του συνηγόρου του Λάμπρου Ιωαννίδη, ο οποίος επεσύναψε και τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή ημερ. 10/3/
- Ανέφερε επίσης ότι το χρέος του αιτητή επαληθεύτηκε, αλλά δεν ανεβρέθηκε περιουσία έτσι δεν πληρώθηκε οποιοδήποτε ποσό. Επίσης ανέφερε ότι έδωσαν στον καθ' ου η αίτηση κατάλογο με τα πρόσωπα που επαλήθευσαν τις αξιώσεις τους (βλ. Τεκμήριο 3) και ανέφερε ότι το ποσό των €3,222.42 που φαίνεται στο Τεκμήριο 3 είναι το αντίστοιχο ποσό σε ευρώ του ποσού των Λ.Κ.1886.90 που φαίνεται στο Τεκμήριο 2, χωρίς τους τόκους. Επίσης δέχθηκε ότι στις 27/5/2015 ψηφίστηκε νομοθεσία η οποία αποκαθιστά αυτοδίκαια τους πτωχεύσαντες, γεγονός το οποίο ως ανέφερε τους απαλλάσσει από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη, εκτός από ορισμένες οφειλές που ρητώς εξαιρούνται από το νόμο. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι συνήθως στις καταστάσεις ως το Τεκμήριο 3 αναγράφεται η επιφύλαξη ότι τα ποσά που καταγράφονται είναι χωρίς τόκους, αλλά στην προκειμένη περίπτωση εκ λάθους παρέλειψε να περιλάβει τη σχετική αναφορά. Όπως εξήγησε το επαληθεύσιμο χρέος υπολογίζεται με τους τόκους μέχρι την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής και πληρώνεται με σειρά προτεραιότητας και αν υπάρχει πλεόνασμα πληρώνονται και οι τόκοι μέχρι την πλήρη εξόφληση όλων των χρεών και επιστρέφεται στον πτωχεύσαντα οποιοδήποτε τυχόν περίσσευμα. Τόνισε επανειλημμένα ότι δεν είναι η θέση της ότι σταματά ο τόκος την ημερομηνία εκδόσεως του διατάγματος παραλαβής, αλλά ότι για σκοπούς πληρωμής μερίσματος οι τόκοι υπολογίζονται μέχρι την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής και εν γένει ακολουθείται η διαδικασία που περιέγραψε. Εξ άλλου ήταν η θέση της ότι δεν βρέθηκε οποιαδήποτε περιουσία στην προκειμένη περίπτωση και τέθηκε θέμα πληρωμής οιουδήποτε ποσού. Ανέφερε επίσης ότι ο καθ' ου η αίτηση αποκαταστάθηκε στις 4/7/2009 βάσει του προηγούμενου άρθρου του Κεφ. 5 (προφανώς εννοούσε το άρθρο 27Α ως είχε τροποποιηθεί από το Ν. 2(Ι)/2008 και 74(Ι)/2008), αλλά τόνισε πως οι πρόνοιες του άρθρου 27Α ως τροποποιήθηκε με το Νόμο 61(Ι)/2015 εφαρμόζονται και για αυτούς που αποκαταστάθηκαν με βάση τις προηγούμενες πρόνοιες. Της υπεβλήθη ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν απαλλάγηκε για το συνολικό ποσό του χρέους αλλά για το ποσό που αναφέρεται στο Τεκμήριο 3, όπου ανέφερε ότι ο νόμος αναφέρει ότι απαλλάσσεται από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη και επανέλαβε ότι εκ παραδρομής δεν είχε γίνει αναφορά στους τόκους στο Τεκμήριο
- Κατέθεσε επίσης την ειδοποίηση αποκατάστασης με συνημμένες τις σχετικές δημοσιεύσεις ως Τεκμήριο
- Ερωτηθείσα κατά πόσον ο καθ' ου η αίτηση θα μπορούσε να θεωρηθεί συνεργάσιμος ανέφερε ότι είχε υποβάλει την κατάθεση του και την έκθεση καταστάσεως της περιουσίας του στις 10/1/1997 και ότι προέβη σε ό, τι προνοούσε ο προηγούμενος νόμος για να αποκατασταθεί, δηλαδή είχαν περάσει τα 4 χρόνια από την ημέρα του διατάγματος της πτώχευσης, προέβη στις σχετικές δημοσιεύσεις και του εκδόθηκε η σχετική βεβαίωση την οποία κατέθεσε (βλ. Τεκμήριο 4 στη διαδικασία). Επίσης έκανε αναφορά στις έρευνες που διενήργησαν τότε για εντοπισμό περιουσίας, όπου ανέφερε ότι εντοπίστηκε ένα ακίνητο επ' ονόματι της συζύγου του καθ' ου η αίτηση και το οποίο ήταν εγγεγραμμένο επ' ονόματι της από τις 7/3/1994 και πως για τον καθ΄ου η αίτηση είχαν λάβει βεβαίωση ημερ. 27/1/1997 ότι κανένα κτήμα δεν μεταβιβάστηκε κατά τα τελευταία 10 χρόνια και ότι δεν ήταν κάτοχος ακίνητης περιουσίας. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο καθ' ου η αίτηση μου έκανε σε γενικές γραμμές καλή εντύπωση. Παρ' όλο που δεν προσκόμισε κάποιο πιστοποιητικό σε σχέση με το ότι είναι λήπτης του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος, εντούτοις προσκόμισε κατάσταση λογαριασμού του από την τράπεζα (βλ. Τεκμήριο 1) από την οποία φαίνεται το μηναίο του εισόδημα και ότι τούτο προέρχεται αποκλειστικά από το κράτος. Όταν ο μάρτυρας ρωτήθηκε πόσο είναι αυτό το ποσό, ανέφερε €900 περίπου ή σε άλλο σημείο €900 και κάτι, ενώ στη συνέχεια όταν του ζητήθηκε να αναφέρει συγκεκριμένα ποιο ποσό λαμβάνει, ανέφερε ότι είναι €424.42 και €413.75, για να του υποβληθεί ότι είπε ψέματα για το εισόδημα του και εν τέλει να γίνει εισήγηση περί του ότι ο καθ' ου η αίτηση περιέπεσε σε αντίφαση. Η εισήγηση του συνηγόρου του αιτητή δεν με βρίσκει καθόλου σύμφωνη αφού κατ' αρχάς φαίνεται από το Τεκμήριο 1 που κατατέθηκε στη διαδικασία (βλ. αναφορά «CYGOV GMI BENEFIT» επί του Τεκμηρίου 1) ότι ο καθ' ου η αίτηση λαμβάνει ένα ποσό από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα (guaranteed minimum income- GMI) το οποίο κειμένεται κάποιους μήνες €564 και κάποιους άλλους €424.42[1] και ένα ποσό της τάξεως των €413.75 από το Γενικό Λογιστήριο («CYGOV TREASURY PAY»). Επομένως η αναφορά του σε €900 περίπου ή και κάτι αποδίδει πλήρως την κατάσταση. Ακόμα όμως και να μιλούσαμε για αντίφαση σε καμία περίπτωση θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ουσιώδης ή εσκεμμένη, εφόσον ο μάρτυρας προσκόμισε το σχετικό Τεκμήριο 1 από το οποίο προκύπτει το ποσό που λαμβάνει. Ως προς το γεγονός ότι λαμβάνει δύο ποσά κάθε μήνα, ο μάρτυρας ανέφερε στην ουσία ότι τούτο γίνεται για να συμπληρώνεται το συνολικό ποσό που δικαιούται κάθε μήνα να λαμβάνει από το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα. Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επί της συγκεκριμένης θέσης που προέβαλε, ούτε και του ζητήθηκαν περαιτέρω διευκρινίσεις και επομένως δεν είμαι διατεθειμένη να εξαγάγω οποιοδήποτε αρνητικό συμπέρασμα στη βάση των όσων εισηγήθηκε ο κ. Ιωαννίδης. Ως προς το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει αναλυτική μαρτυρία για τα έξοδα της οικογένειας, δεν με βρίσκει σύμφωνη η εισήγηση του συνηγόρου του αιτητή ότι θα πρέπει να απορριφθεί η θέση του ότι το ποσό που λαμβάνει δεν επαρκεί για τα έξοδα της οικογένειας. Και τούτο διότι λαμβάνω υπόψιν τις, δυνάμει του άρθρου 8 του Ν. 65(Ι)/2015 κατευθυντήριες γραμμές που εξέδωσε η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας την 01/02/2016, και οι οποίες είναι δημοσιευμένες διαδικτυακά στην επίσημη ιστοσελίδα της, δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 8
(5)του Νόμου 65(Ι)/2015, αναφορικά με τα λογικά έξοδα διαβίωσης σε σχέση με χρεώστες, και οι οποίες καθορίζουν συγκεκριμένο και ενιαίο ποσό για κάθε κατηγορία νοικοκυριού, λαμβανομένων επίσης υπόψη τυχόν ειδικών περιστάσεων. Θα πρέπει δε να τονισθεί ότι πριν την έκδοση των εν λόγω κατευθυντήριων γραμμών, η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, δυνάμει των προνοιών των εδαφίου
(2)του Άρθρου 8 Νόμου 65(Ι)/2015, «διαβουλεύεται με το Υπουργείο Οικονομικών και το Υπουργείο Εργασίας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα ή όργανα ή φορείς κρίνει σκόπιμο ή τα οποία υποδεικνύονται από τον Υπουργό Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού και ενημερώνει τη Βουλή των Αντιπροσώπων.». Σύμφωνα δε και με το εδάφιο
(3)του Άρθρου 8 του Νόμου 65(Ι)/2015, «Για την ετοιμασία κατευθυντήριων γραμμών, δυνάμει, των διατάξεων του εδαφίου
(1), η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας λαμβάνει υπόψη της- (α) τέτοιες μετρήσεις και δείκτες του ορίου της φτώχειας που περιλαμβάνονται σε κυβερνητικές ανακοινώσεις ή αποφάσεις αναφορικά την φτώχεια και την κοινωνική συνοχή όπως η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας κρίνει σκόπιμο. (β) τέτοια επίσημα στατιστικά στοιχεία, κατά την έννοια του περί Στατιστικής Νόμου και έρευνες σχετικά με τα έσοδα και έξοδα των νοικοκυριών που δημοσιεύονται από την Στατιστική Υπηρεσία, όπως η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας κρίνει σκόπιμο- (γ) το δείκτη τιμών καταναλωτή που δημοσιεύεται από τη Στατιστική Υπηρεσία ή οποιουσδήποτε άλλους ισοδύναμους δείκτες δημοσιεύονται από καιρού εις καιρό από την εν λόγω υπηρεσία· (δ) οποιεσδήποτε άλλες πληροφορίες κρίνει σκόπιμες για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου· (ε) τις διαφορές στο μέγεθος των νοικοκυριών, τις διαφορετικές ανάγκες των προσώπων, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, υγεία και κατά πόσο έχουν οποιαδήποτε σωματική, ψυχολογική ή πνευματική αναπηρία· (στ) την ανάγκη να διευκολύνει την κοινωνική συνοχή των χρεωστών και των εξαρτωμένων τους και την ενεργό συμμετοχή τους στην οικονομία της Δημοκρατίας.». Συναφώς και έχοντας λοιπόν υπόψιν τα δεδομένα που λαμβάνονται υπόψιν για την έκδοση τους, αλλά και την προέλευση των δεδομένων αυτών, θεωρώ ότι εύλογα μπορούν να θεωρηθούν ως ένα σημαντικό εργαλείο και σημείο αναφοράς για τα Δικαστήρια που ασκούν τις εξουσίες που τους παρέχονται από το Κεφ. 6, παρόλο που ο Νόμος 65(Ι)/15 δεν έχει άμεση σχέση ή εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση. Στο παρόν στάδιο, οι ισχύουσες (βλ. Άρθρο 8
(6)του Νόμου 65(Ι)/2015) προαναφερόμενες κατευθυντήριες γραμμές, λογικών εξόδων διαβίωσης (ΛΕΔ) της Υπηρεσίας Αφερεγγυότητας, έχουν ως εξής: Για νοικοκυριό µε ένα άτοµο ηλικίας 15 ετών και άνω, τα ΛΕΔ καθορίζονται σε €733,
- Επιπλέον, προστίθενται €366,80 για κάθε άτοµο ηλικίας 15 ετών και άνω και €220,08 για κάθε παιδί κάτω των 15 ετών. Στα υπολογισθέντα ΛΕΔ δεν συµπεριλαµβάνονται οποιαδήποτε έξοδα ενοικίων για σκοπούς ιδιοκατοίκησης. . Διάφορα παραδείγματα ΛΕΔ: Νοικοκυριό µε ένα άτοµο ηλικίας 15 ετών και άνω ΛΕΔ: €733,60 Νοικοκυριό µε ένα άτοµο ηλικίας 15 ετών και άνω και ένα παιδί κάτω των 15 ετών ΛΕΔ: €733,60 + €220,08 = €953,68 Νοικοκυριό µε δύο άτοµα ηλικίας 15 ετών και άνω ΛΕΔ: 033,60 + 066,80 = €1.100,40 Νοικοκυριό µε δύο άτοµα ηλικίας 15 ετών και άνω και ένα παιδί κάτω των 15 ετών ΛΕΔ: 033,60 + 066,80 + €220,08 = €1.320,48 Νοικοκυριό µε δύο άτοµα ηλικίας 15 ετών και άνω και δύο παιδιά κάτω των 15 ετών ΛΕΔ: €733,60 + €366,80 + €220,08 + €220,08 = €1.540.56 Νοικοκυριό µε τρία άτοµα ηλικίας 15 ετών και άνω και ένα παιδί κάτω των 15 ετών ΛΕΔ: 033,60 + €366,80 + €366,80 + €220,08 = €1.687,28 (Η έμφαση δική μου) Από τα πιο πάνω φαίνεται λοιπόν ότι τα εύλογα έξοδα διαβίωσης για ένα νοικοκυριό όπως αυτό του καθ' ου η αίτηση, το οποίο αποτελείται από δύο άτομα ηλικίας άνω των 15 ετών (ήτοι τον καθ' ου η αίτηση και τη σύζυγο του) και ένα παιδί κάτω των 15 ετών (ήτοι το ανήλικο τέκνο τους ηλικίας 10 ετών), ανέρχονται σε €1,320.48, πολύ πιο πάνω δηλαδή από το εισόδημα που λαμβάνει ο καθ' ου η αίτηση και το οποίο ανέρχεται στα €838 περίπου, γεγονός το οποίο θεωρώ ότι επιβεβαιώνει τη θέση του, ότι το εισόδημα του δεν επαρκεί κάθε μήνα για να καλύψει τις λογικές ανάγκες διαβίωσης τους. Περαιτέρω οι θέσεις του ότι συνεργάστηκε και έπραξε ό,τι του υπέδειξε ο επίσημος παραλήπτης και πως δεν απέκρυψε οτιδήποτε από αυτόν επιβεβαιώθηκαν αργότερα από τη μάρτυρα του τμήματος πτωχεύσεων, η οποία επιβεβαίωσε ότι από έρευνα που διενεργήθηκε κατά το 1997 προέκυψε ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν ήταν ιδιοκτήτης ακίνητης περιουσίας και πως δεν είχε κατά τα 10 προηγούμενα έτη προβεί σε οποιαδήποτε μεταβίβαση καθώς και ότι η περιουσία που ευρίσκεται το σπίτι τους ήταν εγγεγραμμένη στη σύζυγο του από το
- Περαιτέρω η ίδια μάρτυρας ανέφερε ότι ο καθ' ου η αίτηση μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής, προέβη τόσο στην κατάθεση της κατάστασης της περιουσίας του όσο και στη σχετική κατάθεση προς τον Επίσημο Παραλήπτη και πως στη συνέχεια ακολούθησε την προβλεπόμενη διαδικασία για την αποκατάσταση του. Υπό το φως των πιο πάνω αλλά και της γενικότερης αξιοπιστίας του μάρτυρα δεν είμαι διατεθειμένη να δεχθώ τη θέση του συνηγόρου του αιτητή ότι δήθεν ο καθ' ου η αίτηση ψεύδεται ότι έχει πρόβλημα υγείας και αδυνατεί να εργαστεί δεδομένου και του Τεκμηρίου 2 στην ένσταση από το οποίο σαφέστατα επιβεβαιώνεται ότι ο καθ' ου η αίτηση κρίθηκε από ιατρό, ασχέτως αν αυτός είναι ιδιώτης ή κυβερνητικός, ως μόνιμα ανίκανος για εργασία ενώ φαίνεται περαιτέρω ότι το μόνο του εισόδημα προέρχεται από τις κρατικές υπηρεσίες. Η Μ.Κ/Α μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Ήταν πολύ πρόθυμη να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις που της υποβάλλοντο, ήταν πλήρως κατατοπιστική και ήταν προφανές ότι ήρθε στο Δικαστήριο με μόνο σκοπό να καταθέσει όλα όσα γνώριζε σε σχέση με το ζήτημα της πτώχευσης και αποκατάστασης του καθ' ου η αίτηση. Η μαρτυρία της ούτως ή άλλως στο μεγαλύτερο μέρος της δεν αμφισβητήθηκε. Συγκεκριμένα δεν αμφισβητήθηκε ότι εναντίον του καθ' ου η αίτηση εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής στις 11/1/1996 και πως ακολούθως κηρύχθηκε σε πτώχευση. Περαιτέρω δεν αμφισβητήθηκε ότι ο αιτητής είχε υποβάλει μέσω του συνηγόρου του αίτημα για επαλήθευση του χρέους του, χωρίς όμως να πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό εφόσον δεν εντοπίστηκε περιουσία. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η θέση που τέθηκε στη μάρτυρα ότι δεν επαληθεύθηκε ολόκληρο το χρέος αλλά μόνο το μέρος που αναφέρεται στο Τεκμήριο 3 ήταν πρόδηλα ανεδαφική, αφού όπως σαφέστατα προέκυψε από τη μαρτυρία της στο Τεκμήριο 3 εκ παραδρομής δεν έγινε αναφορά στους τόκους. Εν πάση περιπτώσει ήταν πάντοτε η θέση της ότι κατά την επαλήθευση δεν αγνοούν τους τόκους, ούτε και υποστήριξε σε οποιοδήποτε σημείο της μαρτυρίας της ότι σταματούν να μετρούν ή να υπολογίζονται οι τόκοι, αλλά αυτό που ανέφερε είναι ότι αποπληρώνονται πρώτα όλα τα χρέη κατά σειρά προτεραιότητας με τους τόκους τους έως την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος παραλαβής και ακολούθως εφόσον υπάρχει πλεόνασμα πληρώνονται οι τόκοι μέχρι την εξόφληση των χρεών και τέλος εάν ακόμα και μετά από αυτό το στάδιο εξακολουθεί να υπάρχει πλεόνασμα, τούτο επιστρέφεται στον πτωχεύσαντα. Επομένως δεν βρίσκει έρεισμα η θέση ότι το χρέος δεν επαληθεύθηκε στην ολότητα του. Περαιτέρω από τη μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε ότι μετά την πάροδο 4 ετών από την κήρυξη του καθ' ου η αίτηση σε πτώχευση, προέβη στις δέουσες δημοσιεύσεις και έλαβε ειδοποίηση αποκατάστασης στη βάση των προνοιών του άρθρου 27Α ως τούτο ίσχυε κατά την 4/7/
- Νομική Πτυχή Στην προκειμένη περίπτωση πέραν του ζητήματος κατά πόσον ο καθ' ου η αίτηση είναι σε θέση να καταβάλει το εξ αποφάσεως χρέος με δόσεις και αν ναι, με ποιο ποσό, καθώς και των λοιπών αιτημάτων του αιτητή, το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει και κατά πόσον υπάρχει χρέος, ζήτημα το οποίο ως ήταν προφανές μέσα από τη μαρτυρία και τις αγορεύσεις, αποτελεί αντικείμενο διαφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών. Το ότι το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει το ζήτημα αυτό στα πλαίσια διαδικασίας όπως η παρούσα, η οποία έχει ως σκοπό την εκτέλεση εκδοθείσας απόφασης Δικαστηρίου, προκύπτει κατ' αναλογία από την απόφαση στην υπόθεση ΣΠΕ Κοντέας v. Ανδρέας Μιχαήλ κ.α Πολ. Έφεση 459/2011 ημερ. 17/7/2012 η οποία αφορούσε αίτηση για ανανέωση δικαστικής απόφασης, και στην οποία αναγνωρίστηκε ότι το ζήτημα του ύψους του οφειλόμενου χρέους εκεί όπου αμφισβητείται μπορεί να εγερθεί και να αποφασιστεί στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης[2]. Κατά τον ίδιο τρόπο θεωρώ ότι μπορεί να εξεταστεί και το εγειρόμενο από τον καθ' ου η αίτηση ζήτημα της ύπαρξης χρέους στη βάση που εισηγήθηκε. Το ζήτημα δε αυτό θεωρώ ότι θα πρέπει, κατά λογική προτεραιότητα, να εξεταστεί πρώτο. Συγκεκριμένα είναι ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση ότι δεν υπάρχει οφειλόμενο χρέος για να τίθεται θέμα έκδοσης διατάγματος μηνιαίων δόσεων προς εξόφληση του, ή εν πάση περιπτώσει για λήψη οποιωνδήποτε μέτρων προς εκτέλεση του. Βάση για την εισήγηση του αποτελεί το γεγονός ότι εναντίον του ίδιου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής, κηρύχθηκε στη συνέχεια σε πτώχευση, ακολούθως ο ίδιος αποκαταστάθηκε και επομένως είναι η θέση του ότι έχει απαλλαχθεί από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη συμπεριλαμβανομένου και αυτού προς τον αιτητή, δεδομένων των προνοιών του άρθρου 27Α
(8)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ. 5 ως τροποποιήθηκε από το Νόμο 61(Ι)/2015. Όσον αφορά τον αιτητή πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του δεν ήταν και τόσο σαφής, αφού παρόλο που ο συνήγορος του στα πλαίσια της αγόρευσης του δήλωσε ότι δεν αμφισβητεί ότι το χρέος ήταν επαληθεύσιμο, στη συνέχεια προώθησε τη θέση ότι το χρέος δεν ήταν επαληθεύσιμο στην ολότητα του. Εν πάση δε περιπτώσει εισηγήθηκε ότι το άρθρο 27Α
(8)του Κεφ. 5 ως τροποποιήθηκε με το Ν. 61(Ι)/2015 είναι αντισυνταγματικό, αφού παραβιάζει τα άρθρα 23 και 28 του Συντάγματος. Εξετάζοντας την εισήγηση του καθ' ου η αίτηση περί απαλλαγής από το χρέος δυνάμει του άρθρου 27Α
(8)του Κεφ. 5 ως τροποποιήθηκε από το Ν. 61(Ι)/2015 σημειώνω ότι από την ενώπιον μου μαρτυρία ως αυτή αξιολογήθηκε προκύπτουν τα εξής αδιαμφισβήτητα γεγονότα:
- Ότι εναντίον του καθ' ου η αίτηση εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του στις 11/1/
- Ότι καθ' ου η αίτηση στις 10/1/1997 υπέβαλε την κατάσταση της περιουσίας του καθώς και την κατάθεση του στον Επίσημο Παραλήπτη.
- Ότι στις 23/3/1998 κηρύχθηκε σε πτώχευση (βλ. Τεκμήριο 5)
- Ότι ο αιτητής υπέβαλε διά του δικηγόρου του επαλήθευση χρέους στις 14/9/2000 (βλ. Τεκμήριο 2) σε σχέση με το επίδικο χρέος επικαλούμενος και την απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή ημερ. 10/3/
- Ότι δεν ανεβρέθηκε οποιαδήποτε περιουσία για να πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό στους πιστωτές του καθ' ου η αίτηση, συμπεριλαμβανομένου και του αιτητή.
- Ότι ακολούθως αφού παρήλθε η περίοδος των 4 ετών από την ημερομηνία του διατάγματος κήρυξης του καθ' ου η αίτηση σε πτώχευση, προέβη στις αναγκαίες δημοσιεύσεις της ειδοποίησης αποκατάστασης του (βλ.Τεκμήριο 5), δυνάμει των προνοιών του άρθρου 27Α
(8)του Κεφ. 5 ως αυτό τροποποιήθηκε με τους Ν. 2(Ι)/2008 και 74(Ι)/2008[3], και του εκδόθηκε η σχετική βεβαίωση αποκατάστασης ημερ. 7/7/2009(βλ. Τεκμήριο 4) στην οποία αναφέρεται ως ημερομηνία αποκατάστασης του η 4/7/2009. Σημειώνεται ότι στο νόμο ως ίσχυε τότε προβλέπονταν και οι συνέπειες της αποκατάστασης, πλην όμως δεν κρίνεται σκόπιμο να αναφερθώ σε αυτές αφού ακολούθησε η τροποποίηση του Κεφ. 5 με το Νόμο 61(Ι)/2015 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης[4], και ο οποίος ως προκύπτει από τις πρόνοιες του εφαρμόζεται και για κάθε πτωχεύσαντα ο οποίος αποκαταστάθηκε με βάση το νομικό καθεστώς ως αυτό ίσχυε προηγουμένως. Συγκεκριμένα προβλέπονται τα εξής στο άρθρο 27Α
(8): «
(8)Τηρουµένων, κατ' αναλογίαν, των διατάξεων των εδαφίων
(1),
(2),
(3)και
(5)του άρθρου 30 του παρόντος Νόµου, η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα, που επέρχεται δυνάµει του παρόντος άρθρου ή που επήλθε πριν από την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόµου του 2015, επιφέρει πλήρη απαλλαγή του εν λόγω προσώπου από όλα τα επαληθεύσιµα χρέη, νοουµένου ότι το πρόσωπο αυτό ενεργεί µε καλή πίστη και συνεργάζεται πλήρως, είτε µε τον Επίσηµο Παραλήπτη είτε µε τον διαχειριστή, ανάλογα µε την περίπτωση, για την εκποίηση και διανοµή της πτωχευτικής περιουσίας: Νοείται ότι, η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα δεν απαλλάσσει οποιοδήποτε πρόσωπο, από τα χρέη τα οποία προκύπτουν από: (α) Φόρο, τέλος ή άλλη χρέωση παρόµοιας φύσης ή υποχρεώσεις οφειλόµενες ή καταβλητέες στη ∆ηµοκρατία (β) οποιοδήποτε ποσό καταβλητέο από τον πτωχεύσαντα δυνάµει του περί ∆ήµων Νόµου και οποιωνδήποτε δυνάµει αυτού εκδιδόµενων Κανονισµών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται· (γ) οποιοδήποτε ποσό καταβλητέο από τον πτωχεύσαντα δυνάµει του περί Κοινοτήτων Νόµου και οποιωνδήποτε δυνάµει αυτού εκδιδόµενων Κανονισµών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται· (δ) οποιαδήποτε χρηµατοοικονοµική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από διάταγµα διατροφής· (ε) οποιαδήποτε χρηµατοοικονοµική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από δικαστική απόφαση για αποζηµίωση οποιουδήποτε προσώπου για θάνατο ή σωµατική βλάβη συνεπεία αστικού αδικήµατος του χρεώστη· (στ) χρέος ή χρηµατοοικονοµική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από δάνειο ή επίδειξη ανοχής στην ανάκτηση οφειλών που προκύπτουν από δάνειο, το οποίο εξασφαλίστηκε µέσω απάτης, κατάχρησης, υπεξαίρεσης ή δόλιας παραβίασης της εµπιστοσύνης· (ζ) χρέος ή χρηµατοοικονοµική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από δικαστικό διάταγµα ή απόφαση δυνάµει του περί της Παρεµπόδισης και Καταπολέµησης της Νοµιµοποίησης Εσόδων από Παράνοµες ∆ραστηριότητες Νόµου ή από απόφαση ∆ικαστηρίου µε την οποία επιβάλλεται οποιαδήποτε χρηµατική ποινή λόγω καταδίκης για ποινικό αδίκηµα· (η) χρέος ή χρηµατοοικονοµική υποχρέωση που πηγάζει από οφειλόµενους µισθούς σε µισθωτούς του πτωχεύσαντα.» (η έμφαση δική μου) Έπεται λοιπόν ότι το εν λόγω άρθρο του Κεφ.5 ως τροποποιήθηκε με το Ν.61(Ι)/2015 εφαρμόζεται και για κάθε αποκατασταθέντα με βάση το νομικό καθεστώς ως αυτό ίσχυε προηγουμένως και επιφέρει πλήρη απαλλαγή του εν λόγω προσώπου από όλα τα επαληθεύσιµα χρέη νοουμένου ότι «. ενεργεί µε καλή πίστη και συνεργάζεται πλήρως, είτε µε τον Επίσηµο Παραλήπτη είτε µε τον διαχειριστή, ανάλογα µε την περίπτωση, για την εκποίηση και διανοµή της πτωχευτικής περιουσίας». Όπως έχω ήδη πει η θέση του αιτητή ως προς το εάν ήταν επαληθεύσιμο το επίδικο χρέος δεν ήταν εντελώς σαφής, αφού παρά την αρχική παραδοχή στην αγόρευση του συνηγόρου του ότι πράγματι το επίδικο ήταν επαληθεύσιμο χρέος για το οποίο μάλιστα υποβλήθηκε επαλήθευση από τον αιτητή, αργότερα φάνηκε να εισηγείται ότι δεν ήταν ολόκληρο επαληθεύσιμο επειδή, εάν έχω αντιληφθεί ορθά την εισήγηση, κατά την επαλήθευση ο τόκος σταματά να μετρά κατά την ημερομηνία εκδόσεως του διατάγματος παραλαβής, ή εν πάση περιπτώσει ότι δεν λαμβάνονται υπόψιν οι τόκοι που προκύπτουν μετά την ημερομηνία εκδόσεως του διατάγματος παραλαβής. Η ομολογουμένως δυσνόητη εισήγηση που υπεβλήθη είναι προφανώς προϊόν παρανόησης του τι με περισσή σαφήνεια και επανειλημμένα ανέφερε η Μ.Κ/Α, από τη μαρτυρία της οποίας, ως και πιο πάνω ανέφερα στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας της, πουθενά δεν προέκυψε να είχε προωθήσει μια τέτοια θέση, αλλά αντίθετα από την μαρτυρία της ήταν σαφέστατο ότι το χρέος είναι επαληθεύσιμο στην ολότητα του, πλην όμως για σκοπούς πληρωμής μερίσματος εάν και εφόσον ανεβρεθεί περιουσία, πληρώνονται κατά σειρά προτεραιότητας τα χρέη με τους τόκους τους μέχρι την ημερομηνία εκδόσεως του διατάγματος παραλαβής και ακολούθως και εφόσον απομείνει περαιτέρω περιουσία πληρώνονται τα χρέη μέχρι την πλήρη εξόφληση όλων των τόκων. Τούτου δοθέντος η εισήγηση αυτή κρίνεται παντελώς ανεδαφική και απορρίπτεται. Ως προς το εάν ο καθ' ου η αίτηση ήταν συνεργάσιμος και εάν ενήργησε καλόπιστα, σημειώνω πως από την ενώπιον μου μαρτυρία προέκυψε ότι ο καθ' ου η αίτηση φαίνεται να συμμορφώθηκε με όλες τις υποδείξεις του Επίσημου Παραλήπτη κατά τη διάρκεια της διαδικασίας της κήρυξης του σε πτώχευση και επαλήθευσης των χρεών του, δεν απέκρυψε οποιαδήποτε περιουσία, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε μεταβίβαση περιουσίας του με κάποιο δόλιο τρόπο ή σκοπό, ενώ φαίνεται να προέβη και σε όλες τις νενομισμένες ενέργειες για την αποκατάσταση του, εξ ου και του εκδόθηκε η ειδοποίηση αποκατάστασης (Τεκμήριο 4). Επομένως θεωρώ ότι ενήργησε καλόπιστα και συνεργάστηκε με τον Επίσημο Παραλήτπη για τους σκοπούς του άρθρου 27Α
(8)του Κεφ. 5 ως τροποποιήθηκε από το Ν. 61(Ι)/2015. Επομένως κρίνω ότι πράγματι ο καθ' ου η αίτηση έχει αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 27Α
(8)του Κεφ. 5 ως τροποποιήθηκε από το Ν. 61(Ι)/2015, και ότι συναφώς έχει απαλλαχθεί από το συγκεκριμένο χρέος του προς τον αιτητή. Ο συνήγορος όμως του αιτητή ως έχει ήδη λεχθεί εισηγήθηκε ότι το επίδικο άρθρο 27Α
(8)του Κεφ. 5 που εισήχθη με το Ν.61(Ι)/2015 είναι αντισυνταγματικό, επικαλούμενος το άρθρο 23 του Συντάγματος που κατοχυρώνει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, καθώς και το άρθρο 28 που κατοχυρώνει την ισότητα. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αχιλλέα Η. Δημητρίου
(2003)2 Α.Α.Δ. 45 αναφέρθηκαν τα εξής: «πάγια είναι και η πρακτική των Δικαστηρίων να επιλαμβάνονται θέματα αντισυνταγματικότητας νόμου μόνο όταν αυτό εγείρεται από τους διαδίκους εξειδικευμένα και η απόφαση είναι απαραίτητη για την επίλυση της υπό εκδίκασης υπόθεσης». Η απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας στην υπόθεση Πιτσιλλίδης και Άλλοι ν. Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
(2004)3 ΑΑΔ 7, είναι καθοδηγητική αναφορικά με τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων. Εισηγήσεις περί αντισυνταγματικότητας εξετάζονται με βάση τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των νόμων όπως έχουν τεθεί στην θεμελιακή απόφαση Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 CLR 640. Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός εάν αποφασιστεί το αντίθετο πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Καμιά νομοθετική διάταξη δεν κηρύσσεται άκυρη εκτός εάν είναι αντισυνταγματική πέραν κάθε λογικής αμφιβολίας. Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με την συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή ακόμα τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος. Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν ένα νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος. Στην Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 3)
(1996)1 ΑΑΔ 315 τονίστηκε ότι η μεθοδολογία ελέγχου της συνταγματικότητας νόμου σύγκειται στην αντιπαραβολή των κρίσιμων διατάξεων του νόμου με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος. Η έρευνα αποβλέπει στη διαπίστωση του κατά πόσον οι διατάξεις του νόμου συγκρούονται με το Σύνταγμα ή συνάδουν με αυτό. Ο συνταγματικός έλεγχος περιορίζεται στη διαπίστωση συγκρούσεων ή αντιθέσεων προς το Σύνταγμα. Αρχίζοντας από το άρθρο 23 σημειώνω ότι ο ισχυρισμός αυτός θα πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εφόσον εάν το άρθρο 27Α
(8)του Κεφ. 5 ως τροποποιήθηκε με το Ν. 61(Ι)/2015 παραβιάζει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, τούτο θα ήταν πράγματι καταλυτικής σημασίας για την υπό εκδίκαση αίτηση. Και τούτο διότι εάν το Δικαστήριο καταλήξει ότι οι πρόνοιες του εν λόγω άρθρου 27Α
(8)ως τροποποιήθηκε το 2015, που προβλέπουν ότι οι αποκατασταθέντες πτωχεύσαντες απαλλάσσονται από τα επαληθεύσιμα χρέη τους παραβιάζουν το πιο πάνω άρθρο του Συντάγματος, τότε (το Δικαστήριο) θα κυρύξει το επίδικο άρθρο αντισυνταγματικό και δεν θα το εφαρμόσει, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται. Τούτο κατ' επέκταση θα οδηγούσε στην κατάληξη ότι εξακολουθεί να υπάρχει χρέος προς εκτέλεση, και κατ' επέκταση έδαφος για την εξέταση της υπό κρίση αίτησης, εξ ου και η πιο πάνω κατάληξη μου ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τον εν λόγω ισχυρισμό αφού τούτος κρίνεται απαραίτητος για την επίλυση της υπόθεσης (βλ. Δημητρίου - ανωτέρω). Το άρθρο 23 που επικαλέστηκε ο συνήγορος του αιτητή αναφέρει τα εξής: "
- Έκαστος, µόνος ή από κοινού µετ' άλλων, έχει το δικαίωµα να αποκτά, να είναι κύριος, να κατέχη, απολαύη ή διαθέτη οιανδήποτε κινητήν ή ακινητόν ιδιοκτησίαν και δικαιούται να απαιτή τον σεβασµόν του τοιούτου δικαιώµατος αυτού. Το δικαίωµα της ∆ηµοκρατίας επί των υπογείων υδάτων, ορυχείων και µεταλλείων και αρχαιοτήτων διαφυλάσσεται.
- Στέρησις ή περιορισµός οιουδήποτε τοιούτου δικαιώµατος δεν δύναται να επιβληθή, ειµή ως προβλέπεται υπό του παρόντος άρθρου.
- Η άσκησις τοιούτου δικαιώµατος δύναται να υποβληθή διά νόµου εις όρους, δεσµεύσεις ή περιορισµούς απολύτως απαραιτήτους προς το συµφέρον της δηµοσίας ασφαλείας ή της δηµοσίας υγιείας ή των δηµοσίων ηθών ή της πολεοδοµίας ή της αναπτύξεως και χρησιµοποιήσεως οιασδήποτε ιδιοκτησίας προς προαγωγήν της δηµοσίας ωφελείας ή προς προστασίαν των δικαιωµάτων τρίτων." Ο συνήγορος του αιτητή εισηγήθηκε ότι ο αιτητής αποστερείται του δικαιώματος του να αποκτήσει περιουσία δυνάμει των προνοιών του επίμαχου άρθρου κατ' αντίθεση προς τις πρόνοιες του άρθρου 23.1 του Συντάγματος, εφόσον ως ανέφερε «Ιδιοκτησία στην προκειμένη περίπτωση με λογική ακροβασία συνίσταται στο ποσό το οποίο έχει να λαμβάνει από τους καρπούς της επιτυχίας του σε μια δικαστική απόφαση». Επικαλέστηκε δε τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 23, για να εισηγηθεί ότι η παρούσα δεν εμπίπτει σε καμία από τις εξαιρέσεις. Η θέση αυτή είναι αβάσιμη. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα στέρησης ή περιορισμού του δικαιώματος απόκτησης περιουσίας, εφόσον ο νόμος αναφέρεται και περιορίζεται ρητά σε επαληθεύσιμα και μόνο χρέη, δηλαδή χρέη για τα οποία υπήρξε η ευχέρεια πληρωμής τους κατά τη πτωχευτική διαδικασία και πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι ο χρεώστης ενεργεί µε καλή πίστη και συνεργάζεται πλήρως, είτε µε τον Επίσηµο Παραλήπτη είτε µε τον διαχειριστή, ανάλογα µε την περίπτωση, για την εκποίηση και διανοµή της πτωχευτικής περιουσίας. Προχωρώ τώρα στο άρθρο 28 του Συντάγματος. Ο ισχυρισμός του αιτητή σε σχέση με το άρθρο 28 συναρτάται ουσιαστικά προς την επιφύλαξη του άρθρου 27Α
(8)του Κεφ. 5 ως τροποποιήθηκε με το Ν. 61(Ι)/2015, η οποία στην ουσία αναφέρει ότι παρά τις πρόνοιες του άρθρου 27Α
(8), ο αποκατασταθείς πτωχεύσας δεν απαλλάσσεται από συγκεκριμένα είδη οφειλών ή χρεών, στα οποία δεν εμπίπτει αυτό του αιτητή με αποτέλεσμα σύμφωνα πάντα με τον αιτητή να παραβιάζεται η αρχή της ισότητας που καθιερώνεται με το εν λόγω άρθρο 28 του Συντάγματος. Για λόγους όμως οι οποίοι επεξηγούνται αναλυτικά πιο κάτω, θεωρώ πως ακόμα και εάν το Δικαστήριο έκρινε την λόγω επιφύλαξη αντισυνταγματική, τούτο δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάληξη ότι η επιφύλαξη θα πρέπει να διευρυνθεί για να καλύψει και τον αιτητή και επομένως δεν μπορώ να θεωρήσω την επί του προκειμένου εισήγηση του αιτητή καθ' οιονδήποτε τρόπο απαραίτητη για την επίλυση της υπόθεσης (βλ. Δημητρίου ανωτέρω), δεδομένου και του ότι κατά λοιπά το επίμαχο άρθρο 27Α
(8)δεν καταδείχθηκε οιοσδήποτε λόγος για να κριθεί αντισυνταγματικό. Εξ ου και θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάσει τον ισχυρισμό αυτό επί της ουσίας. Βάση για την κατάληξη μου αυτή αποτελούν τα νομολογηθέντα στην υπόθεση Dias Publishing Co Ltd. v. Δημοκρατίας
(1996)3 Α.Α.Δ. 550, (απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου) η οποία συζητήθηκε και εφαρμόστηκε και στην υπόθεση Μαρία Βρούντου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ε. 3830, ημερ. 3.3.2006 όπου αποφασίστηκε ότι το Δικαστήριο δεν δικαιούται να διευρύνει θετική νομοθετική διάταξη, μήτε να την τροποποιήσει ώστε να δημιουργηθεί ουσιαστικά ένα νέο νομοθέτημα. Ο συνταγματικός έλεγχος των νόμων, δεν μπορεί να μετατραπεί σε μέσο αναμόρφωσης ή συμπλήρωσης της νομοθεσίας αφού κάτι τέτοιο θα ξέφευγε της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Dias Publishing (ανωτέρω) το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και στο σύγγραμμα Π. Δαγτόγλου «Δικονομικό Δίκαιο» σελ. 98, παραγρ. 127 όπου αναφέρεται ότι ο Δικαστής: "δεν δικαιούται να διορθώνει τις οσοδήποτε αυθαίρετες παραλείψεις του νομοθέτη, νομοθετώντας αντ' αυτού...", ο δε "έλεγχος της συνταγματικότητας πληροφορεί τον δικαστή, αν πρέπει να εφαρμόσει ή όχι την επίμαχη νομοθετική διάταξη στις περιπτώσεις που προβλέπει αυτή, δεν μπορεί όμως μέσω της αρχής της ισότητας, να μετατραπεί σε μέθοδο διευρύνσεως του πεδίου ισχύος του νόμου σε περιοχές άσχετες με τη βούληση του νομοθέτη ή και ρητώς επιφυλαγμένες από το Σύνταγμα στη νομοθετική εξουσία". Σχετικά με το πιο πάνω θέμα είναι και τα λεχθέντα στην απόφαση στην προσφυγή 2410/06 ημερ. 8/8/08 όπου ο Δικαστής Κωνσταντινίδης υιοθετώντας την πιο πάνω νομολογία ανέφερε τα εξής: «Ο Νόμος είναι σαφής. Δεν αναγνωρίζει δικαίωμα παρά μόνο υπό τους όρους του, περιλαμβανομένου και του συζητούμενου. Δεν παρέχεται στο Δικαστήριο δυνατότητα αναμόρφωσής του ώστε να παρέχεται και σε άλλους, τους οποίους ο νομοθέτης δεν θέλησε να καλύψει. Με την τροποποίηση καταργήθηκε, εν προκειμένω, η προηγούμενη ρύθμιση και αυτό το υποχρεωτικό αποτέλεσμα δεν είναι δυνατό να διαταραχθεί με την επιβολή στο νομοθέτη της επιστροφής σε όσα, μη επιθυμώντας να ισχύσουν, κατάργησε και είναι, πλέον ανύπαρκτα.» (Βλ. και προσφυγή 2409/06 ημερ. 6/6/08 Gonul Ertalu κ.α. ν. Υπουργείου Οικονομικών) Επομένως και με βάση τα πιο πάνω καταλήγω πως στην προκειμένη περίπτωση ακόμα και εάν προέβαινα στην κήρυξη της πιο πάνω επιφύλαξης ως αντισυνταγματικής και αντιβαίνουσας προς το άρθρο 28, τούτο δεν θα επέλυε το πρόβλημα του αιτητή, αφού σε τέτοια περίπτωση η επιφύλαξη δεν θα εφαρμοζόταν, και οι πρόνοιες του άρθρου 27Α
(8)του Κεφ. 5 ως τροποποιήθηκε με το νόμο 61(Ι)/2015 θα παρέμεναν να εφαρμόζονται με τον ίδιο τρόπο τόσο για τους λοιπούς πιστωτές όσο και για τον αιτητή, απαλλάσοντας τους αποκατασταθέντες από όλα τα χρέη, αφού κατά τα λοιπά το άρθρο 27Α
(8)δεν έχει καταδειχθεί κανένας λόγος για να κριθεί ως αντισυνταγματικό. Κάτι τέτοιο όμως θα άφηνε τον αιτητή στην ίδια θέση και στον ίδιο παρανομαστή που ευρίσκεται σήμερα, δεδομένης και της πιο πάνω κατάληξης μου σε σχέση με τη συνταγματικότητα του ουσιαστικού μέρους του επίδικου άρθρου σε σχέση με το άρθρο 23 του Συντάγματος. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι κάθε περαιτέρω ενασχόληση με το θέμα αυτό θα ήταν ακαδημαϊκής και μόνο σημασίας. Εν πάση περιπτώσει ακόμη όμως και εάν έκρινα ότι ο αιτητής δεν είχε απαλλαχθεί από το χρέος του, δεν θα μπορούσα να εκδόσω υπό τις περιστάσεις οιοδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα. Και εξηγώ. Αρχίζω από το αίτημα για έκδοση διατάγματος εξόφλησης του χρέους με μηνιαίες δόσεις. Ως έχει ήδη λεχθεί η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, (Μέρη VIII και ΙΧ) ως αυτός τροποποιήθηκε με το Νόμο 134
(1)/99 ο οποίος κατάργησε και αντικατέστησε τα Μέρη VIII και IX του βασικού Νόμου. Στο βαθμό όμως που η εξουσία για έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων δεν έχει επηρεαστεί από την ως άνω τροποποίηση, η σχετική με τις καταργηθείσες διατάξεις νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως προς τις αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο δύναται να διατάξει εξ αποφάσεως οφειλέτη να εξοφλήσει το χρέος του με μηναίες δόσεις, παραμένει και σχετική και δεσμευτική για σκοπούς της παρούσας αίτησης. Από τη σχετική δε νομολογία προκύπτουν τα εξής: 1. Η διαδικασία της εξέτασης του οφειλέτη χρέους με βάση το Μέρος VIII του Κεφ. 6 έχει ανακριτικό χαρακτήρα και αποβλέπει στην παροχή ευχέρειας στο Δικαστήριο μετά τη διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας σχετικά με τα οικονομικά μέσα του χρεώστη να αποφασίσει κατά πόσον ο τελευταίος είναι σε θέση να αποπληρώσει το χρέος του με δόσεις και αν ναι με ποιο ποσό (βλ. Φλαγκοφάς ν Αταλέζα Λτδ
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 686). Ο επακριβής καθορισμός του ποσού επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου (βλ. Φλαγκοφάς ανωτέρω). Με βάση την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων (βλ. άρθρο 84
(2)του Κεφ. 6 και Βασιλειάδης ν. Τσουρή
(2007)1 A.A.Δ. 43) το βάρος απόδειξης μεταφέρεται στον εξ αποφάσεως οφειλέτη να αποδείξει ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος. Και τούτο γιατί όπως επεξηγείται στην πιο πάνω απόφαση, ο εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους δια μηνιαίων δόσεων. Συνακόλουθα ο εξ αποφάσεως οφειλέτης υποχρεούται να προβαίνει ενόρκως σε πλήρη αποκάλυψη όλων των περιουσιακών του στοιχείων για να δείξει, αν έτσι ισχυρίζεται, πως δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του, ή να καθορίσει το ποσό που προτείνει ότι είναι μέσα στην οικονομική του δυνατότητα να πληρώνει μηνιαίως. Η έρευνα δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση του χρεώστη. Το δικαστήριο μπορεί να ακούσει μάρτυρες, η μαρτυρία των οποίων κρίνεται ως αναγκαία για τους σκοπούς της έρευνας. Το δικαστήριο με βάση την ολότητα της ενώπιόν του μαρτυρίας μπορεί να διατάξει τον εξ αποφάσεως χρεώστη να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος του με περιοδικές δόσεις. (βλ. Χριστάκης Μιχαήλ και άλλος v, Αδελφοί Πούλλου Λτδ
(1997)1Γ ΑΑΔ 1759. Στην περίπτωση των φυσικών προσώπων, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το μισθό και/ή τα εισοδήματα του χρεώστη και τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες και διατάσσει πληρωμή ποσού, το οποίο είναι το περίσσευμα από τον μισθό του, μετά την αφαίρεση εύλογου ποσού αναγκαίου για τη συντήρηση του χρεώστη και των εξαρτωμένων του. (βλ. Gesico v J.K. Video
(1991)1 Α.Α.Δ. 134). Είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων έστω και εάν τη δεδομένη στιγμή ο εναγόμενος δεν εργάζεται, δεδομένου ότι έχει τέτοια δυνατότητα, αλλά το μόνο που λείπει είναι η αναγκαία βούληση (βλ. Σάββα ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρημ.) Λτδ Πολ.Έφ.9542, ημερ. 20.6.97, Παναγιώτου ν Μιχαήλ
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ.422). Ένας χρεώστης δεν πρέπει ν΄ αφεθεί να δημιουργεί υποχρεώσεις άλλες από τις ουσιαστικές ανάγκες του ίδιου και της οικογένειάς του και να τις χρησιμοποιεί για να αποφύγει την πληρωμή του εξ αποφάσεως χρέους του. Βλ. ΣΠΕ Αραδίππου ν. Έλλη Ιακώβου,
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2032. Δαπάνες για τσιγάρα, ποτά, διασκέδαση, καφενεία κλπ. θεωρούνται ως μη αναγκαία έξοδα (βλ. Soteriades v Koutsiou (πιο πάνω), Chrysostomou v Athanasiou
(1981)1 CLR 669, Σάββα ν Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ (ανωτέρω). Χρέη για τα οποία δεν υπάρχει διαταγή μηνιαίων πληρωμών ή μεταγενέστερα του δικαστικού χρέους αποφάσεις δεν έχουν προτεραιότητα απέναντι στο εξ αποφάσεως χρέος (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν Μ. Κωνσταντίνου
(2000)1(Β) Α.Α.Δ. 1034). Άλλη σχετική αρχή αναδύεται μέσα από την Γιαννάκης Κλεοβούλου ν. Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 207, στην οποία υιοθετήθηκε το σκεπτικό της υπόθεσης Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ ν. Κωνσταντίνου (ανωτέρω) όπου τονίστηκε πως η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων είναι στοιχείο που συναρτάται άμεσα με το κύρος της δικαστικής διαδικασίας. Η αξιοπιστία της δικαιοσύνης εξαρτάται από την αποτελεσματικότητά της. Διαφορετικά δημιουργείται δυσπιστία για την αποστολή της με ανάλογες διαβρωτικές επιπτώσεις. Τα προβλεπόμενα από το νόμο μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης δεν πρέπει να καταντούν ατελέσφορα, εκτός στις απόλυτα δικαιολογημένες περιπτώσεις. Πρέπει να εξισορροπείται η ανάγκη εκτέλεσης με την προοπτική αξιοπρεπούς διαβίωσης του ανθρώπου στο πλαίσιο του κράτους δικαίου. Από τη μαρτυρία του καθ' ου η αίτηση ως αυτή έχει αξιολογηθεί, έχω πειστεί ότι ο καθ΄ ου η αίτηση δεν εργάζεται και το μόνο του εισόδημα προέρχεται από το εισόδημα που λαμβάνει από το κράτος και με αυτό συντηρείται ο ίδιος η σύζυγος του και ένα ανήλικο παιδί 10 ετών και το οποίο εισόδημα δεν είναι επαρκές για να καλύψει τα λογικά έξοδα διαβίωσης τους. Από την άλλη δεν έχω πειστεί ότι έχει τη δυνατότητα για εργασία και παρά ταύτα δεν το πράττει, ως η εισήγηση του συνηγόρου του αιτητή για τους λόγους που φαίνονται ανωτέρω στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας του καθ' ου η αίτηση. Επομένως δεν θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους με δόσεις. Δεδομένης δε της πιο πάνω κατάληξης μου ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν εργοδοτείται, έπεται πως και η παρ. Γ της αίτησης θα ήταν καταδικασμένη σε αποτυχία. Επίσης έχω πειστεί ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει αυτή τη στιγμή οποιαδήποτε περιουσία που να μπορεί να διατεθεί προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Τώρα για το εάν προέβη σε οποιαδήποτε παράνομη ή δόλια αποξένωση περιουσίας, ζήτημα που σχετίζεται με το αιτητικό Β της αίτησης με την οποία αξιώνεται η ακύρωση δόλιας μεταβίβασης πώλησης ή αποξένωσης, σημειώνω ότι κατ΄ αρχάς ότι δεν έχω εντοπίσει μαρτυρία που να με έχει πείσει ότι κάτι τέτοιο έχει συμβεί. Εν πάση δε περιπτώσει στην προκειμένη περίπτωση στην αίτηση δεν προσδιορίζεται καμία συγκεκριμένη περιουσία της οποίας η μεταβίβαση να ζητείται να ακυρωθεί, και επομένως σίγουρα το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε ούτως ή άλλως να εξετάσει αίτημα στη βάση αυτή. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Χρίστος Χριστοφόρου v. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Ακακίου
(2008)1A Α.Α.Δ. 708[5], από την οποία προκύπτει κατά την κρίση μου με ευκρίνεια ότι ζήτημα εξέτασης δόλιας μεταβίβασης περιουσίας μπορεί να περιλαμβάνεται σε αίτηση για οικονομική εξέταση, νοουμένου όμως ότι καθορίζεται το περιουσιακό στοιχείο, για το οποίο υπάρχει ο ισχυρισμός πως μεταβιβάστηκε για να καταδολιευθεί ο πιστωτής, μαζί βεβαίως με το πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση ώστε και αυτό να ακουστεί, ως πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα ευθέως τίθενται υπό συζήτηση. Αλλιώς θα πρέπει μετά την αίτηση για οικονομική εξέταση αναφορικά με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου κ.λ.π. και εφόσον αποκαλυφθεί πως ο χρεώστης έχει προβεί σε κάποια δόλια μεταβίβαση, να ακολουθήσει ειδική αίτηση, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 91Γ του Νόμου, για να κριθεί κατά πόσο οι μεταβιβάσεις ήσαν καταδολιευτικές. Υπό το φως των πιο πάνω έπεται πως η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται. Τίθεται όμως το ζήτημα των εξόδων για το οποίο και οι δύο πλευρές έκαναν εισηγήσεις. Η μεν πλευρά του αιτητή εισηγήθηκε πως δεν θα πρέπει να τα επιβαρυνθεί ακόμα και εάν η αίτηση απορριφθεί, εφόσον ο σκοπός της αίτησης είναι διερευνητικός. Από την άλλη η πλευρά του καθ' ου η αίτηση εισηγήθηκε ότι η αίτηση καταχρηστικά υποβλήθηκε και δεν συντρέχει λόγος γιατί τα έξοδα να μην επιδικαστούν υπέρ του καθ' ου η αίτηση ως επιτυχόντος διαδίκου. Έχω υπόψιν μου τις εισηγήσεις των δύο πλευρών και σημειώνω τα εξής. Το ζήτημα των εξόδων αποτελεί ζήτημα που επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Επισημαίνω κατ' αρχάς ότι είναι γεγονός ότι η παρούσα διαδικασία είναι διερευνητικού/εξεταστικού χαρακτήρα με το βάρος να ευρίσκεται στους ώμους του καθ' ου η αίτηση να αποδείξει αδυναμία να πληρώσει το εξ αποφάσεως χρέος ή και να αποκαλύψει οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία έχει. Επομένως δεν θα ήταν ορθό τα έξοδα σε μια τέτοια διαδικασία να ακολουθούν πάντοτε το αποτέλεσμα και να τα επωμίζεται ο αιτητής οποτεδήποτε μια τέτοια αίτηση απορρίπτεται, αλλά το ζήτημα θα πρέπει να κρίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Στην προκειμένη περίπτωση η αίτηση ουσιαστικά απορρίφθηκε στη βάση των προνοιών του άρθρου 27Α
(8)του Κεφ. 5 ως τροποποιήθηκε από το Ν. 61(Ι)/2015 οι οποίες απάλλαξαν τον καθ΄ ου η αίτηση από το επίδικο χρέος το οποίο ήταν επαληθεύσιμο στα πλαίσια της πτωχευτικής διαδικασίας, πρόνοιες οι οποίες προφανώς ήταν εις γνώση του ίδιου του αιτητή και του συνηγόρου του όταν καταχωρούσε την παρούσα αίτηση, αφού τον εν λόγω νόμο επικαλέστηκε και ο ίδιος στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση με αναφορά σε συγκεκριμένες πρόνοιες αυτού (βλ. παρ. 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση). Περαιτέρω γνώριζε πολύ καλά ότι ο ίδιος είχε επαληθεύσει το χρέος του στα πλαίσια της διαδικασίας πτώχευσης του καθ' ου η αίτηση. Παρά ταύτα επέλεξε να προωθήσει την αίτηση μέχρι τέλους ακόμη και μετά που έλαβε την ένσταση του καθ' ου η αίτηση, στην οποία ξεκάθαρα είχε εγερθεί το ζήτημα αυτό και ακόμη και μετά που ακούστηκε, η κατά την κρίση μου σαφέστατη μαρτυρία της Μ.Κ/Α. Πέραν και ανεξαρτήτως αυτού φαίνεται ότι ήταν εις γνώση του ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν εργάζεται και ότι λαμβάνει σχετικό εισόδημα σε αυτή τη βάση (βλ. παρ. 6 της ενόρκου δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση), πλην όμως προέβαλε τη γενική και αόριστη θέση την οποία απέτυχε παντελώς να αποδείξει, ότι δηλαδή έχει και άλλες πηγές εισοδημάτων και ότι μπορεί να πληρώνει ποσό €450, θέση η οποία παρέμεινε από την αρχή μέχρι το τέλος της διαδικασίας μετέωρη. Επομένως υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι καταχρηστικά προωθήθηκε η παρούσα δεδομένου του τι είχε υπόψιν του ο αιτητής και εν πάση περιπτώσει θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως στην προκειμένη περίπτωση με βάση τις περιστάσεις όπως τις έχω πιο πάνω προδιαγράψει, τα έξοδα να επιδικαστούν και επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση και εναντίον του αιτητή ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπογρ. ..........) Ν. Μαθηκολώνη, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Σημειώνεται ότι δεν ερωτήθηκε για να διευκρινίσει την αυξομοίωση. [2] «Αναφορικά με τον ισχυρισμό του εφεσίβλητου ότι οι εφεσείοντες δεν απέδειξαν το ύψος του αιτούμενου ποσού (δηλαδή των €129.116,49 ενώ σύμφωνα με τον ίδιο αυτό είναι μόνο €80,000 περίπου), κρίνουμε ότι αυτό δεν ήταν εμπόδιο για έγκριση της αίτησης. Το θέμα μπορεί να εγερθεί από τον εφεσίβλητο κατά την εκτέλεση της απόφασης»(η έμφαση δική μου) [3] 27Α.—
(1)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του άρθρου 27 και µε την επιφύλαξη των επόµενων διατάξεων του παρόντος άρθρου, ο πτωχεύσας αποκαθίσταται όταν παρέλθει περίοδος τεσσάρων ετών και σε περίπτωση διάπραξης από αυτόν οποιουδήποτε από τα αδικήµατα των άρθρων 116 µέχρι 126 του παρόντος Νόµου, όταν παρέλθει περίοδος δεκαπέντε ετών από την ηµεροµηνία έκδοσης του διατάγµατος πτώχευσης και νοουµένου ότι αυτός σε κάθε περίπτωση δηµοσιεύει ειδοποίηση αποκατάστασης σύµφωνα µε το εδάφιο
(2)Νοείται ότι στις περιπτώσεις που η περίοδος των τεσσάρων ή δεκαπέντε ετών έχει ήδη παρέλθει πριν την ηµεροµηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτωχεύσεως (Τροποποιητικού) Νόµου του 2008 ή συµπληρώνεται εντός τριών µηνών από την εν λόγω ηµεροµηνία, ως ηµεροµηνία συµπλήρωσης της χρονικής αυτής περιόδου θα θεωρείται η 1η Ιουλίου 2008.
(2)(α) Ο πτωχεύσας µετά την πάροδο της αναφερόµενης στο εδάφιο
(1)περιόδου δηµοσιεύει ταυτόχρονα στην Επίσηµη Εφηµερίδα της ∆ηµοκρατίας και σε µια ηµερήσια εφηµερίδα ειδοποίηση αποκατάστασης κατά τον τύπο που αποφασίζει εκ των προτέρων ο επίσηµος παραλήπτης και κοινοποιεί σ' αυτόν αντίγραφο της δηµοσίευσης της ειδοποίησης αποκατάστασης. .
(6)Ο επίσηµος παραλήπτης εκδίδει βεβαίωση αποκατάστασης του πτωχεύσαντα όταν παρέλθει η προβλεπόµενη στο εδάφιο
(3)προθεσµία των σαράντα πέντε ηµερών από την κοινοποίηση σ' αυτόν της δηµοσίευσης ειδοποίησης αποκατάστασης, εφόσον δεν έχει υποβληθεί οποιαδήποτε αίτηση δυνάµει του εδαφίου
(3)ή µετά την έκδοση απόφασης ∆ικαστηρίου που επιτρέπει την αποκατάσταση ή την πάροδο της περιόδου αναστολής σύµφωνα µε την παράγραφο (β) του εδαφίου
(4), ανάλογα µε την περίπτωση. [4] Ημερομηνία Δημοσίευσης του Νόμου είναι η 7.5.2015 [5] «Στη συζήτηση που διεξήχθη εδώ μας δόθηκε η ευκαιρία να εξετάσουμε σε βάθος τη σοβαρή πτυχή της υπόθεσης, η οποία βασίζεται στην ορθή ερμηνεία του Άρθρου 91Γ του Νόμου. Έχοντας λοιπόν υπόψη τις γενικές πρόνοιες του Νόμου, όπως τις συνοψίσαμε πιο πάνω, κρίνουμε πως η συμπερίληψη αιτήματος σε αίτηση για εξέταση του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ώστε αυτός να εξεταστεί αναφορικά με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου [Άρθρο 82(β)], εξυπακούει τον ακριβή καθορισμό του συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου που έχει με οποιοδήποτε τρόπο μεταβιβαστεί από τον εξ αποφάσεως οφειλέτη, με σκοπό βέβαια να καταδολιεύσει τον εξ αποφάσεως πιστωτή. Η φράση στο Άρθρο 91Γ «δύναται να κηρυχθεί άκυρη από το Δικαστήριο κατόπιν αίτησηςοποιουδήποτε εξ αποφάσεως πιστωτή του εν λόγω οφειλέτη», οδηγεί στην ορθή εφαρμογή της πρόνοιας αυτής του Νόμου η οποία άπτεται του σταδίου της διαδικασίας που αφορά, καθώς και ο πλαγιότιτλος λέγει: «σε διάταγμα ακύρωσης καταδολιευτικών μεταβιβάσεων, επιβαρύνσεων». Προσθέτουμε και το Άρθρο 87
(2)σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα, μεταξύ άλλων, για ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων «το οποίο δεν περιλαμβάνεται στην αίτηση του εξ αποφάσεως πιστωτή.» Στην υπό κρίση αίτηση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστή δεν καθορίζονταν τα περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή τα ακίνητα για τα οποία και ζητείτο διάταγμα ακύρωσης της μεταβίβασης τους. Με την αίτηση επιδιωκόταν η εξέταση του εφεσείοντος αναφορικά με οποιαδήποτε δωρεά, παράδοση ή μεταβίβαση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου κ.λπ. Εφόσον, και όταν αποκαλύφθηκε από τον εφεσείοντα στο Δικαστήριο πως είχε μεταβιβάσει στα παιδιά του τα ακίνητα, θα έπρεπε να ακολουθήσει ειδική αίτηση, όπως προβλέπεται στο Άρθρο 91Γ του Νόμου, για να κριθεί κατά πόσο οι μεταβιβάσεις ήσαν καταδολιευτικές. Τέτοιο αίτημα μπορεί βεβαίως να συμπεριληφθεί και στην αίτηση έρευνας, στην οποία όμως πρέπει να καθορίζεται το περιουσιακό στοιχείο, για το οποίο υπάρχει ο ισχυρισμός πως μεταβιβάστηκε για να καταδολιευθεί ο πιστωτής, μαζί βεβαίως με το πρόσωπο στο οποίο έγινε η μεταβίβαση ώστε και αυτό να ακουστεί, ως πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα ευθέως τίθενται υπό συζήτηση. Και ενώ δεν είναι η πρόθεση μας να επεκταθούμε τώρα σε θέματα που δεν εγείρονται αφού η μη υποβολή αίτησης καθορίζει το αποτέλεσμα, είναι ορθό να καταγράψουμε όσα θεωρούμε ότι προκύπτουν από την υπόθεση Λουγκρίδης. Παρατηρούμε κατ΄αρχάς πως εκεί δεν είχε εγερθεί και δεν εξετάστηκε ζήτημα σε σχέση με την ανάγκη υποβολής αίτησης συγκεκριμένης, όπως ήδη υποδείξαμε. Περαιτέρω πως η κρίση, σύμφωνα με την οποία η απουσία των προσώπων στα οποία είχε μεταβιβαστεί η περιουσία «δεν επηρεάζει, μεταξύ των διαδίκων, το κύρος του διατάγματος ακύρωσης ......» δεν ήταν ερμηνευτική του Άρθρου 91Γ, αλλά αφορούσε στη δυνατότητα να συζητηθεί το θέμα από τέτοια άποψη μεταξύ των διαδίκων χωρίς δηλαδή να το έχει εγείρει ο τρίτος που επηρεαζόταν από το διάταγμα.»