← Κύπρος

Βασίλειου Καρατζογιάννη ν. Γενικού Εισαγγελέα ως εκπροσωπούντος τη Κυπριακή Δημοκρατία κ.α., Αρ. Αγωγής: 3234/2015, 27/4/2017

Βασίλειου Καρατζογιάννη ν. Γενικού Εισαγγελέα ως εκπροσωπούντος τη Κυπριακή Δημοκρατία κ.α., Αρ. Αγωγής: 3234/2015, 27/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. ΤΑΛΑΡΙΔΟΥ - ΚΟΝΤΟΠΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3234/2015 Μεταξύ: Βασίλειου Καρατζογιάννη Ενάγοντας -και-

  1. Γενικού Εισαγγελέα ως εκπροσωπούντος τη Κυπριακή Δημοκρατία
  2. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
  3. Λαϊκή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ διά μέσω του Εκκαθαριστού Κρις Παύλου
  4. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγομένων 27 Απριλίου, 2017 Εμφανίσεις: Για τον ενάγοντα: κα Σουλουκίδου. Για τον εναγόμενο 1: κα Μαυρομουστάκη με κο Σελίπα. Για την εναγόμενη 2: κα Ραφτοπούλου. Για την εναγόμενη 3: κος Τριλλίδης με κα Κυριάκου. Για την εναγόμενη 4: κα Πολυβίου Αίτηση ημερομηνίας 02.03.2017 ----------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Διαρκούσης της δίκης και ενώ είχε αποπερατωθεί η μαρτυρία του ενάγοντα αυτός καταχώρησε την παρούσα αίτηση και ζητεί να αποκαλύψει έγγραφο που ισχυρίζεται ότι περιήλθε στην κατοχή του μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης. Ο ενάγοντας είχε ήδη προβεί σε ένορκη δήλωση για αποκάλυψη των γεγονότων στον Τύπο 22 της Δ.28 στις 5 Απριλίου, 2016, στην οποία επιφυλάχθηκε να αποκαλύψει οποιοδήποτε άλλο έγγραφο ήθελε περιέλθει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχο του αργότερα. Το συγκεκριμένο έγγραφο που επιχειρεί να αποκαλύψει σ' αυτό το στάδιο ονομάζεται «Μελέτη για παροχή γνώμης σε σχέση με τις υποχρεώσεις και ευθύνες των τραπεζών αναφορικά με την προώθηση και διάθεση χρηματοοικονομικών μέσων και τα δικαιώματα και προστασίες των πελατών». Αυτό το έγγραφο σύμφωνα με τον ενάγοντα ζητήθηκε να γίνει από εμπειρογνώμονα που προσέλαβε ο Σύνδεσμος κατόχων Τραπεζικών Αξιογράφων για να τεκμηριώσουν την θέση των μελών του Συνδέσμου, σε σχέση με τις αξιώσεις τους έναντι των τραπεζών. Αυτό το έγγραφο, εν ολίγοις, ήταν στην κατοχή τρίτου προσώπου ήτοι του Συνδέσμου των κατόχων των αξιογράφων και όχι στην κατοχή του ενάγοντα προ της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 4 έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση και ο εκπρόσωπος της εναγόμενης 3 έχει υιοθετήσει την ένσταση των εναγομένων
  5. Παρόλο που οι ενστάσεις των εναγομένων καταχωρήθηκαν ξεχωριστά εμπεριέχουν κοινά σημεία. Εγείρουν ζήτημα ότι αμφισβητούν το γνήσιο των θέσεων του ενάγοντα. Δηλαδή αμφισβητούν τον ισχυρισμό ότι αργοπορημένα και διαρκούσης της δίκης περιήλθε το συγκεκριμένο έγγραφο εις γνώση του και στην κατοχή του. Δεύτερο, η εναγόμενη 4 εγείρει ζήτημα ότι το συγκεκριμένο έγγραφο θα έπρεπε να δικογραφηθεί για να αποκαλυφθεί. Τρίτο, οι εναγόμενοι 2 και 1 εγείρουν ζήτημα ότι το έγγραφο αυτό δεν είναι απαραίτητο και σχετικό με τα επίδικα θέματα ώστε να πρέπει να αποκαλυφθεί.
  6. Πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης. Δεν έχουν άδικο οι εναγόμενοι να προβληματίζονται σε σχέση με το γνήσιο της θέσης του ενάγοντα ότι τώρα ανακάλυψε την συγκεκριμένη έκθεση που μπορεί να ήταν στην κατοχή τρίτου προσώπου. Όπως φαίνεται από το ίδιο το έγγραφο αυτό είχε συνταχθεί από τον Ιούνιο
  7. Η συγκεκριμένη έκθεση περιέχει την γνώμη του συντάκτη της και έτσι νοείται ότι για να γίνει αποδεκτή στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας θα πρέπει να παρουσιαστεί ο συντάκτης εμπειρογνώμονας που την ετοίμασε. Δύσκολα γίνεται πιστευτό ότι ο ενάγοντας ξεκίνησε την ακροαματική διαδικασία της υπόθεσης χωρίς να γνωρίζει ότι σε κατοπινό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας θα καλούσε εμπειρογνώμονα να μαρτυρήσει. Πρόκειται για σοβαρή υπόθεση αξιογράφων θεωρώ ότι ο ενάγοντας δεν θα καλούσε εμπειρογνώμονα να μαρτυρήσει υπέρ του χωρίς να γνωρίζει το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και χωρίς να γνωρίζει εκ των προτέρων ότι θα καλούσε εμπειρογνώμονα για να στοιχειοθετήσει την υπόθεσή του. Παρόλο που δύσκολα γίνεται κατανοητό πως ο ενάγοντας θα μπορούσε να είναι τόσο αμελής με την παρουσίαση της υπόθεσης του, ο ουσιαστικός του ισχυρισμός ότι αυτό το έγγραφο το κατείχε τρίτο πρόσωπο δεν καταρρίπτεται από τις συγκεκριμένες πραγματικές παραστάσεις των εναγομένων. Δηλαδή, δεν έχει καταρριφθεί η θέση του ενάγοντα ότι δεν αποκάλυψε το έγγραφο επειδή δεν το είχε στην κατοχή του προγενέστερα της ακροαματικής διαδικασίας. Με την ένστασή τους οι εναγόμενοι εκφράζουν την αμφιβολία τους ως προς τη θέση ότι ο ενάγοντας δεν είχε στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του το συγκεκριμένο έγγραφο προγενέστερα της ακροαματικής διαδικασίας. Θεωρούν ότι ο ενάγοντας υπήρξε αμελής επειδή δεν έκανε έρευνα να εντοπίσει την έκθεση προηγουμένως. Όμως δεν μπορούν να αποδείξουν ότι ο ενάγοντας είχε το συγκεκριμένο έγγραφο στην κατοχή του και υπό τον έλεγχό του ώστε να είχε την υποχρέωση να το αποκαλύψει προηγουμένως. Εφόσον το έγγραφο ήταν στην κατοχή τρίτου προσώπου ο ενάγοντας δεν είχε την υποχρέωση με βάση το δικαστικό διάταγμα αποκάλυψης να το αποκαλύψει προηγουμένως. Συνεπώς, ο ενάγοντας έχει προβάλει αναγνωρισμένη από το νόμο δικαιολογία για την αποτυχία να αποκαλύψει το συγκεκριμένο έγγραφο έγκαιρα. Είναι δρακόντιες οι συνέπειες μη αποκάλυψης εγγράφων κατόπιν έκδοσης διατάγματος του Δικαστηρίου. H Δ.28 θ. 3 προνοεί τα ακόλουθα: «If a party ordered to make discovery of documents fails so to do he shall not afterwards be at libert to put in evidence on his behalf in the action and document he failed to discover or to allow to be inspected unless the Court is satisfied that he had sufficient excuse for so failing in which case the court may allow such document to be put in evidence on such terms as it may see fit». Aκόμη πιο αυστηρή είναι η προσέγγιση που προδιαγράφεται από την Δ. 28 θ.2,13,14 όπου προβλέπονται ποινικές κυρώσεις στην περίπτωση διαδίκου ή δικηγόρου που δεν είχε συμμορφωθεί με δικαστικό διάταγμα αποκάλυψης ή ακόμη απόρριψη της αγωγής του ενάγοντα εξ' ολοκλήρου στην περίπτωση που δεν έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα. Η μη συμμόρφωση στο διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων αντιμετωπίζεται ως ζήτημα καταφρόνησης του Δικαστηρίου διότι προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά από την συνεχιζόμενη παράβαση στο διάταγμα. Δίδεται ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να υποχρεώσει διάδικο να αποκαλύψει έγγραφα και να δώσει λεπτομέρειες για την απαίτηση που είναι σχετικά με την υπόθεση, διότι αναγνωρίζεται το δικαίωμα του αντιδίκου να γνωρίζει και να αντιμετωπίσει την υπόθεση εναντίον του. Στην υπόθεση Gap Navigation Ltd. v Merzico Marathon SRL[1] επεξηγήθηκε ότι σχετικά έγγραφα μπορεί να είναι οποιαδήποτε έγγραφα που μπορούν άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν το μέρος που ζητά την αποκάλυψη είτε να προωθήσει την υπόθεση του είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του. Τα σχετικά θέματα σε γενική αίτηση για αποκάλυψη προκύπτουν από τα δικόγραφα δηλαδή από την έκθεση απαιτήσεως και την έκθεση υπερασπίσεως (βλ. Compagnie v Financiere Du Pacifique[2]). Με βάση το Annual Practice Book του 1958 η αντίστοιχη αγγλική διάταξη της Δ.28 θ.1 των θεσμών είναι το O.31 r.
  8. Στη σελίδα 713 του Annual Practice Book επεξηγείται ότι υπάρχει δικαίωμα για αποκάλυψη εγγράφων το οποίο μπορεί να περιορισθεί μόνο όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει, με βάση τα δικόγραφα ή προηγούμενες ένορκες δηλώσεις που έχουν γίνει κατόπιν έκδοσης διατάγματος για αποκάλυψη εγγράφων, ότι με την εν λόγω αποκάλυψη δεν θα εξυπηρετηθεί κανένας νόμιμος σκοπός και ότι η αποκάλυψη δεν θα βοηθήσει με κανένα τρόπο την δίκαια επίλυση της εν λόγω αγωγής. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει αποκάλυψη είναι ευρύτατη και δεν περιορίζεται στο να διατάξει την αποκάλυψη εγγράφων τα οποία η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει ως τεκμήρια προς υποστήριξη της υπόθεσης της κατά την ακρόαση της αγωγής. Στην αγγλική υπόθεση Compagnie v Financiere Du Pacifique[3] επεξηγήθηκε με σαφήνεια ποια είναι τα όρια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να διατάξει αποκάλυψη εγγράφων. «[a] document which it is not unreasonable to suppose may tend to either advance the case of the party seeking discovery or to damage the case of his adversary should be regarded as a document relating to a matter in question in the action.a document relates to the matters in question in the action, which not only be evidence upon any issue but also which it is reasonable to suppose contains information which may either directly or indirectly enable the party requiring the affidavit either to advance his own case or to damage the case of his adversary». Στην παρούσα περίπτωση ο ενάγοντας δεν αγνόησε δικαστικό διάταγμα και αποκάλυψε έγγραφα σχετικά με την απαίτηση του που θα μπορούσε να βλάψει τους αντιδίκους του ή να τους βοηθήσει στην υπεράσπισης τους. Είναι θέση του ότι έχει περιέλθει νέο έγγραφο στην κατοχή του. Με την ένορκή του δήλωση επιφύλαξε το δικαίωμα να αποκαλύψει οποιοδήποτε έγγραφο περιέλθει στην κατοχή του μεταγενέστερα του χρόνο που προβλέπεται στο Δικαστικό διάταγμα αποκάλυψης. Το έγγραφο που ζητά να αποκαλύψει ήταν στην κατοχή τρίτου προσώπου. Ουσιαστικά, αυτός ο ισχυρισμός δεν έχει αμφισβητηθεί και έτσι δεν διαπιστώνω να υπήρξε παραβίαση του Δικαστικού διατάγματος που εκδόθηκε για αποκάλυψη εγγράφων. Δεν έχει με την συμπεριφορά του διαταράξει τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και μάλιστα με άδικο τρόπο κατά παράβαση δικαστικού διατάγματος. Γι' αυτό θα εξετάσω κατά πόσο είναι δίκαιο υπό τις περιστάσεις να παραταθεί ο χρόνος για την αποκάλυψη του συγκεκριμένου εγγράφου. Η Δ.57 θ. 2 προβλέπει ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ μίας παράτασης εάν αυτό είναι δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις. Στην υπόθεση Λυσιώτη ν Κυπριακή Δημοκρατίας[4] το Εφετείο επεξήγησε ότι δεν δύναται να παραταθεί χρόνος που έχει καθορίσει το Δικαστήριο ή οι θεσμοί διά να καταχωρηθεί δικόγραφο ή ένορκη δήλωση εκτός και εάν εξυπηρετούνται οι ευρύτεροι στόχοι απονομής της δικαιοσύνης. «Το θέμα της παράτασης της προθεσμίας στην κρινόμενη περίπτωση διέπεται από την Δ.57 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ο θεσμός αυτός παρέχει εξουσία στο δικαστήριο να χορηγήσει παράταση της προθεσμίας που προβλέπεται από τους θεσμούς. Έχει επανειλημμένα εξεταστεί από τη νομολογία μας. Από την επισκόπηση της σχετικής νομολογίας προκύπτουν οι πιο κάτω αρχές:
  9. Η προεξάρχουσα αρχή είναι ότι η σχετική εξουσία του δικαστηρίου αποτελεί ζήτημα διακριτικής ευχέρειας (Loizou v. Konteatis[5] και Schafer v. Blyth[6]). Η εξουσία αυτή πρέπει να ασκείται δικαστικά και να λαμβάνονται υπόψη όλα τα ουσιώδη περιστατικά της υπόθεσης. Ανάμεσα στα περιστατικά πρωτεύουσα θέση κατέχει η ύπαρξη ή όχι ικανοποιητικής δικαιολογίας για την παράλειψη του αιτητή να κάμει μέσα στις καθορισμένες προθεσμίες αυτό που τώρα επιζητεί να κάμει (Λυρατζής ν. Χαραλάμπους κ.α.[7], 193, Loizou (πιο πάνω), Cyprian Seaway Agencies v. Republic[8]).
  10. Οι τασσόμενες προθεσμίες αποτελούν βασικό υποστήριγμα του νομικού μας συστήματος για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης (Μιχαηλίδης Χρίστου, Πολιτική Έφεση 9626/25.11.96, Κληρίδη ν. Σταυρίδη, Πολιτικές Εφέσεις 8918 και 9064/21.10.97, και Βαρδιάνου ν. Richards, Πολιτική ΄Εφεση 9112/14.4.98). Όπου ο νομοθέτης θέτει προθεσμίες για τη λήψη διαδικαστικών μέτρων οι πρόνοιες αναφορικά με τις προθεσμίες πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά. Η τήρηση τους εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Πρόκειται για ζήτημα που συνδέεται με το δημόσιο συμφέρο για την τελεσιδικία και επηρεάζει άμεσα τα συμφέροντα των διαδίκων. Από τη συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα που τάσσονται από τους θεσμούς εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Διαφορετική αντιμετώπιση θα δημιουργούσε επικίνδυνα ρήγματα στην απονομή της δικαιοσύνης (Χόππης ν. Παναγή

(1993)Α.Α.Δ. 140, Βαρδιάνου (πιο πάνω) και Cyprus Import Corporation Ltd v. Κώστας, Πολιτική ΄Εφεση 9359/22.5.98). 3. Ειδικές περιστάσεις όπως υπερβολική αργοπορία δυνατόν να πείσουν το δικαστήριο να αρνηθεί την παράταση της προθεσμίας (Eaton v. Storer 22 Ch. D. 92, C.A. και Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 904).
  1. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτελεί αποκλειστικό οδηγό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας (Χόππης (πιο πάνω), σελ.
  2. Βλ. και Ιωάννου ν. Θεοδούλου κ.α[9] στην οποία έχουν επισημανθεί τα εξής: "Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθα τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή. ΄Οπως εξηγείται στη Χοππής, σελ. 143: "Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολό των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης" (Βλ. επίσης Δημοκρατίας ν. Χριστοδούλου, Α.Ε. 2207-2208/20.6.97 και Πισσούριου ν. Golden Hand Co. Ltd, Πολιτική ΄Εφεση 10272/26.2.99). . Το δικαίωμα του εφεσείοντα να ακουσθεί - το οποίο επικαλείται - διασφαλίζεται από το άρθρο 30.3 (β) και (γ) του Συντάγματος. Ωστόσο αυτό το δικαίωμα πρέπει να συμβαδίζει με το δικαίωμα της ακρόασης μέσα σε εύλογο χρόνο. Έχει δε νομολογηθεί ότι η απονομή της δικαιοσύνης μέσα σε εύλογο χρόνο, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος, συνιστά θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου και συγχρόνως εχέγγυο για τη διασφάλιση της λειτουργικότητας της δικαστικής εξουσίας (Αρέστη ν. Ηλία[10])». Η Δ.57 θ. 2 των θεσμών είναι αντίστοιχη με την διάταξη των Αγγλικών Θεσμών 64.6 κατά το έτος
  3. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1952 στο επεξηγηματικό σημείωμα που αφορά αυτή την διάταξη σκοπός αυτής της πρόνοιας είναι η αποφυγή της αδικίας. «The object of the rule was to give the Court in every case a discretion to extend time with a view to the avoidance of injustice pg. 1871». Όμως στην περίπτωση που το Δικαστήριο έχει εκδώσει διαταγή να συμμορφωθεί ο διάδικος με συγκεκριμένη διαταγή, όπως είναι και η υποχρέωση για αποκάλυψη εγγράφων, η παράταση χορηγείται μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. «The time for performance of a peremptory order will not be exetended except under very special circumstances. Pg. 1373». Ακόμη πιο επεξηγηματική είναι η σημείωση που αναφέρει ότι στην περίπτωση που η διαταγή έχει εκδοθεί εκ συμφώνου αυτή μπορεί να αλλοιωθεί παρά μόνο κατόπιν συγκατάθεσης της άλλης πλευράς. «The time limited by a consent order order for doing an act cannot be extended except by consent.pg. 1375». Είναι κρίμα που ο ενάγοντας δεν ήταν επιμελής και να αναζητήσει έγκαιρα την μαρτυρία στην οποία προτίθεται να στηριχθεί για να στοιχειοθετήσει την υπόθεση του, με αποτέλεσμα διαρκούσης της δίκης να ζητά να αποκαλύψει στους αντιδίκους του έγγραφο που προτίθεται να γνωστοποιήσει για να αποδείξει την υπόθεσή του. Παρόλο τούτο κρίνω ότι εξυπηρετείται δίκαιος σκοπός με την παράταση της προθεσμίας. Ο ενάγοντας, ισχυρίζεται ότι το συγκεκριμένο έγγραφο είναι απαραίτητο για να αποδειχθεί ότι ο αιτητής παραπλανήθηκε να αγοράσει τα αξιόγραφα. Αντίγραφο του εγγράφου έχει ήδη δοθεί στους εναγόμενους με την καταχώρηση της αίτησης και έτσι οι εναγόμενοι γνωρίζουν το περιεχόμενο του, και είναι σε θέση να εγείρουν ενστάσεις σε σχέση με την αποδεκτότητα του εγγράφου ή να προετοιμασθούν για να αντεξετάσουν τον μάρτυρα για το περιεχόμενο του. Η όποια καθυστέρηση στην διαδικασία που αποδίδεται στην αργοπορημένη αποκάλυψη των εγγράφων θα βαρύνει με έξοδα τον ενάγοντα. Αντιθέτως, στην περίπτωση που δεν δοθεί η παράταση η πλευρά του ενάγοντα θα έχει σοβαρό εμπόδιο στον τρόπο που προτίθεται να αποδείξει την υπόθεση του.
  4. Το επιχείρημα ότι έγγραφο δεν μπορεί να αποκαλυφθεί εάν δεν είναι δικογραφημένο. Ένα έγγραφο μπορεί να αποκαλυφθεί ακόμη και εάν αυτό το έγγραφο δεν έχει δικογραφηθεί. Οι αρχές που διέπουν την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου σε σχέση με αποκάλυψη εγγράφων επεξηγούνται αναλυτικά πιο πάνω. Στην υπόθεση Oscar Shipping Ltd. ν Πλοιου Ashodel[11] δεν επιτράπηκε στους εφεσειοντες να αποκαλύψουν έγγραφα διαρκούσης της δίκης σε σχέση με έγγραφα που είχαν πάντοτε στην κατοχή τους. Επιβεβαιώθηκε η αρχή αποκάλυψης εγγράφων μεταγενέστερα του χρόνου αποκαλυψης που επιτρέπει το δικαστικό διάταγμα. Μεταγενέστερη αποκάλυψη εγγράφων είναι επιτρεπτή κυρίως σε σχέση με έγγραφο που δεν ήταν στην κατοχή του διαδίκου κατά το χρόνο που όριζε το δικαστικό διάταγμα αποκάλυψης. Δεν ήταν σχετικό στοιχείο να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου το γεγονός ότι το έγγραφο δεν είχε αναφερθεί αρχικά στην αγωγή. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι απαραίτητο να γίνει αναφορά στο συγκεκριμένο έγγραφο στην αγωγή ώστε να επιτραπεί αργότερα στον διάδικο να το αποκαλύψει. Επομένως, το γεγονός ότι το έγγραφο δεν αναφέρεται στην αγωγή δεν είναι κώλυμα για την αποκάλυψή του ενόρκως μεταγενέστερα της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας.
  5. Κατά πόσο θα πρέπει να απαγορευθεί η αποκάλυψη του εγγράφου ως άσχετο με τα επίδικα θέματα ή εγγράφου που περιέχει μαρτυρία μη αποδεκτή με βάση το δίκαιο της απόδειξης. Το στάδιο της αποκάλυψης εγγράφων είναι προκαταρτικό σε σχέση με το στάδιο της κατάθεσης εγγράφων ως τεκμήρια και ως μέρος του μαρτυρικού υλικού στα πλαίσια της αγωγής. Ως προκύπτει από τις πιο πάνω αρχές σχετικό έγγραφο είναι αυτό που μπορεί να βοηθήσει ή να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου. Μέσα σ' αυτά τα έγγραφα συγκαταλέγονται και έγγραφα που μπορεί να οδηγήσουν είτε άμεσα ή έμμεσα σε μαρτυρία που μπορεί να βοηθήσει ή να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου. Το έγγραφο αυτό φαίνεται εκ πρώτης όψεως να είναι σχετικό. Αφορά γνωμοδότηση σε σχέση με τις πρακτικές των τραπεζών σε σχέση με την πώληση αξιογράφων. Δεν θεωρώ εκ πρώτης όψεως ότι πρόκειται για έγγραφο άσχετο με τα επίδικα θέματα. Εξάλλου οι εναγόμενοι μπορούν να προβούν σε ένσταση ότι το έγγραφο είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα όταν θα επιχειρηθεί η κατάθεση του εγγράφου ως τεκμήριο κατά την ακροαματική διαδικασία της αγωγής. Το ίδιο ισχύει σε σχέση με άλλες ενστάσεις που μπορούν να εγερθούν σε σχέση με την αποδεκτότητα του εγγράφου. Γενικές ενστάσεις για την κατάθεση του εγγράφου ως τεκμήριο μπορούν να εγερθούν κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης. Επιτρέπεται η αποκάλυψη του συγκεκριμένου εγγράφου. Για εξοικονόμηση του χρόνου θεωρείται ότι το έγγραφο έχει αποκαλυφθεί από σήμερα, εφόσον, αντίγραφο του έχει ήδη δοθεί στους εναγόμενους με την καταχώρηση της αίτησης. Απαραίτητος χρόνος θα δοθεί στους εναγόμενους να μελετήσουν την έκθεση, ώστε να προβούν σε ανάλογες ενστάσεις ή για να μπορέσουν να αντεξετάσουν σε σχέση με το περιεχόμενου του. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των εναγομένων 1, 2 και 4 όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όλα τα έξοδα που έχουν απολεσθεί και θα απολεσθούν εξαιτίας της αργοπορημένης αποκάλυψης του εγγράφου θα βαρύνουν τον ενάγοντα όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΧΡΓ [1] Πολιτική Έφεση αρ. 9960 ημ. 22/9/98 [2] [1882] 2 QBD 60 [3] Id. [4] 1 ΑΑΔ 364
(2000)[5]
(1968)1 C.L.R. 291, 293 [6]
(1920)3 K.B. 143 [7]
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. [8]
(1981)3 C.L.R. 271 [9] Πολιτική ΄Εφεση 10232/11.1.2000 [10]
(1991)1 Α.Α.Δ. 984, 988 [11]
(2012)1 Γ ΑΑΔ 2771

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.