ΕΝ+ GROUP LIMITED ν. CEAC HOLDINGS LIMITED κ.α., Αγωγή Αριθ: 3355/14, 12/4/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Χ. Ι. Πογιατζή, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αριθ: 3355/14 ΕΝ+ GROUP LIMITED, από το Τζέρσεϊ, ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ και
- CEAC HOLDINGS LIMITED, από τη Λευκωσία,
- KOMBINAT ALUMINIJUMA PODGORICA A.D., μέσω του Εκκαθαριστή της («BANKRUPTCY MANAGER»), κ. VESELIN PERISIC, από το Μαυροβούνιο, ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ ------------------------------------- ΜΟΝΟΜΕΡΗΣ ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 16 ΙΟΥΝΙΟΥ, 2014, ΓΙΑ ΕΝΔΙΑΜΕΣΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ: Ημερομηνία: 12 Απριλίου,
- Εμφανίσεις: Για Αιτητές-Ενάγοντες: Γιώργος Μούντης, Βικτώρια Παπαγιάννη για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Καθ΄ ης η Αίτηση-Εναγομένη 2: Μάρκος Γρηγόριος Δράκος για Δράκος & Ευθυμίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένη 1: Ουδεμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτηση, οι Αιτητές εξαιτήθηκαν το ακόλουθο Διάταγμα: «(Α) Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να δεσμεύονται και/ή παγοποιούνται όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί και/ή οι καταθέσεις της Εναγομένης/Καθ΄ ης η Αίτηση 2, οι οποίοι διατηρούνται εξ ολοκλήρου και/ή από κοινού με άλλα πρόσωπα σε οποιαδήποτε τράπεζα και/ή τραπεζικό και/ή συνεργατικό ίδρυμα και με το οποίο να απαγορεύεται και/ή να εμποδίζεται η Εναγόμενη/Καθ΄ ης η Αίτηση 2, προσωπικά και/ή μέσω των αξιωματούχων και/ή υπαλλήλων και/ή συνεργατών και/ή αντιπροσώπων της και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που ενεργεί εκ μέρους και/ή κατ΄ εντολή και/ή για λογαριασμό και/ή προς όφελος και/ή κατόπιν οδηγιών της, από του να μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει και/ή εκχωρήσει και/ή επιβαρύνει και/ή υποθηκεύσει και/ή δωρίσει και/ή πωλήσει και/ή προβεί σε οποιαδήποτε άλλη πράξη ή ενέργεια σε σχέση με οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη περιουσία αυτή διατηρεί στην Κύπρο ή το εξωτερικό μέχρι ποσού ύψους 100.000.000,00 Ευρώ και/ή οποιουδήποτε άλλου ποσού ήθελε θεωρήσει πρέπον το Δικαστήριο, μέχρι τελικής εκδίκασης της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας Διαταγής του Δικαστηρίου. (Β) Οποιαδήποτε περαιτέρω και/ή άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει ορθή και/ή πρέπουσα και/ή δίκαιη υπό τις περιστάσεις. (Γ) Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου Φ.Π.Α. 1025970R).» To Δικαστήριο, εξετάζοντας την Αίτηση μονομερώς, εξέδωσε το πιο πάνω Διάταγμα. Η Καθ΄ ης η Αίτηση καταχώρισε Ένσταση και η διαδικασία οδηγήθηκε σε ακρόαση. Βασικό έρεισμα της Αίτησης, είναι το Άρθρο 32, του Περί Δικαστηρίων Νόμου, 14/60, τα Άρθρα 2, 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, η αρχή που θεσπίστηκε από την υπόθεση Mareva Compania Naviera S.A. v. International Bulk Carriers S.A. [1975] 2 Lloyds' Rep. 509, καθώς και η νομολογία και/ή συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ισχυρισμοί Αιτητών Οι βασικοί ισχυρισμοί των Αιτητών όπως εμφαίνονται από την Ένορκη Δήλωση του Timur Valiev, ο οποίος είναι ο νομικός σύμβουλος της Ρωσικής εταιρείας ΕΝ+ Μanagement η οποία παρέχει υπηρεσίες διαχείρισης στους Ενάγοντες είναι οι ακόλουθοι:
- Οι Αιτητές είναι εταιρεία δεόντως συσταθείσα στο Jersey των Channel Islands και ασχολείται πρωτίστως με τους τομείς εξορύξεων, των μετάλλων (άνθρακα) και της παραγωγής ενέργειας, εργοδοτώντας πέραν των 100.000 προσώπων παγκοσμίως και με δημοσιευμένα έσοδα το 2012, ύψους USD 13.6 δις.
- Η Εναγομένη 1 (η «CEAC»), είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο, με έδρα τη Λευκωσία.
- Η Εναγομένη 2/Καθ΄ ης η Αίτηση (η «Καθ΄ ης η Αίτηση»), είναι ανώνυμη εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα δυνάμει των νόμων του Μαυροβουνίου και ασχολείται πρωτίστως με την παραγωγή αλουμινίου. Υπόβαθρο Γεγονότων:
- Δυνάμει σύμβασης αγοραπωλησίας με τίτλο «Συμφωνία για την Αγορά και Πώληση των Μετοχών των Ταμείων στην Καθ΄ ης η Αίτηση διά μέσω Δημόσιου Διαγωνισμού» ημερομηνίας 27.5.2005, όπως τροποποιήθηκε στη συνέχεια στις 24.10.2005 (η «ΣΑΛ») το Νοέμβριο, 2005, η CEAC απέκτησε το 65.4394% της Καθ΄ ης η Αίτηση από το Ταμείο για την Ανάπτυξη της Δημοκρατίας του Μαυροβουνίου, το Ταμείο της Δημοκρατίας για Σύνταξη και Ασφάλιση Αναπηρίας και το Γραφείο για την Εργασία της Δημοκρατίας του Μαυροβουνίου, έναντι πληρωμής του ποσού των €48.500.000,
- Το υπόλοιπο μετοχικό κεφάλαιο, το οποίο αντιστοιχούσε σε 34.56% κρατείτο εκείνη την περίοδο από ένα αριθμό μετόχων μειοψηφίας, κυρίως πρώην ή νυν εργοδοτουμένων της Καθ΄ ης η Αίτηση.
- Το 2007, μετά από μία αύξηση στο μετοχικό κεφάλαιο της Καθ΄ ης η Αίτηση, το ποσοστό της CEAC μειώθηκε σε 58.72%.
- Aπό τις 18.7.2005, η CEAC είναι εξ ολοκλήρου θυγατρική των Αιτητών. Οι Δύο Συμφωνίες Δανείου:
- Δυνάμει Συμφωνίας Δανείου ημερομηνίας 11.3.2008, (η «Πρώτη Συμφωνία Δανείου») μεταξύ των Αιτητών και της CEAC, oι Αιτητές συμφώνησαν όπως παράσχουν χρηματοδότηση στη CEAC και όπως της δανείσουν μέχρι USD 390.000.
- Την ίδια ακριβώς ημέρα, ήτοι στις 11.3.2008, η CEAC συνήψε μία επιπρόσθετη Συμφωνία Δανείου («η Δεύτερη Συμφωνία Δανείου») για το ίδιο ακριβώς ποσό, αλλά αυτή τη φορά με την Καθ΄ ης η Αίτηση και υπό την ιδιότητα του δανειστή αντί του δανειζoμένου. Η Συμφωνία αυτή υπεγράφη από τα μέρη στις 28.3.2008 και στη συνέχεια τροποποιήθηκε στις 23.4.
- Αποτελεί ισχυρισμό των Αιτητών ότι υπάρχει άμεση σύνδεση μεταξύ των δύο πιο πάνω συμφωνιών, υπό την έννοια ότι η πρώτη είχε παρασχεθεί για το συγκεκριμένο λόγο της παροχής προς τη CEAC επαρκούς χρηματοδότησης προκειμένου αυτή, με τη σειρά της να δανείσει το αντίστοιχο ποσό στην Καθ΄ ης η Αίτηση. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι τα επίδικα δάνεια παρασχέθηκαν με σχεδόν τον ίδιο αριθμό δανείων προς τη CEAC και την Καθ΄ ης η Αίτηση, αντίστοιχα, και στις ίδιες ή σε πολύ κοντινές ημερομηνίες, ήτοι, όταν μία δόση καταβάλλετο από τους Αιτητές προς τη CEAC, μία ίδια ή παρόμοια δόση ακολουθούσε από τη CEAC προς την Καθ΄ ης η Αίτηση σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα στη συνέχεια.
- Κατά τη διάρκεια της περιόδου μεταξύ 27.3.2008 και 30.11.2011, δυνάμει των δύο πιο πάνω συμφωνιών δανείου, CEAC και Καθ΄ ης η Αίτηση δανείστηκαν ποσό περίπου €90.000.
- Κάτω από την Πρώτη Συμφωνία Δανείου, η CEAC προέβη σε κάποιες αποπληρωμές οι οποίες όμως δεν αποτελούν μεγάλο ποσοστό σε σχέση με το ύψος του δανείου.
- Κάτω από τη Δεύτερη Συμφωνία Δανείου, η Καθ΄ ης η Αίτηση προέβη σε διάφορες αποπληρωμές και συγκεκριμένα, κατέβαλε στη CEAC €41.266.425,00 και USD 25.592.000,00 στις 19.1.
- Αποτελεί επιπρόσθετο ισχυρισμό των Αιτητών ότι, τόσο η CEAC, όσο και η Καθ΄ ης η Αίτηση είχαν πάντα επίγνωση του γεγονότος ότι τα κεφάλαια που χορηγήθηκαν στην Καθ΄ ης η Αίτηση υπό μορφή δανείου από τη CEAC, ήταν ουσιαστικά, χρήματα των Αιτητών. Η Συμφωνία Διακανονισμού:
- Στις 16.11.2009, συνήφθη Συμφωνία Διακανονισμού ανάμεσα, μεταξύ άλλων, των διαδίκων, των Κρατικών Ταμείων και του Κράτους του Μαυροβουνίου, σχετικά με ορισμένες διενέξεις μεταξύ τους αναφορικά, μεταξύ άλλων, με τη ΣΑΠ.
- Σύμφωνα με αυτήν, η CEAC παραιτήθηκε της απαίτησής της εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση για το ποσό των €40.406.434,00 εκ του συνολικού ποσού των €90.431.335,24 που της είχε παρασχεθεί με βάση τη Δεύτερη Συμφωνία Δανείου, καθιστώντας συνεπώς συνολικό ποσό που της οφειλόταν σύμφωνα με την εν λόγω Συμφωνία €50.024.901,24, πλέον τόκο.
- Η CEAC οφείλει στους Αιτητές το ποσό των €52.466.657,05, πλέον τόκο της τάξης του 6.9% από την 1.1.2014, μέχρι την πλήρη και τελική εξόφλησή του.
- Σύμφωνα με την Πρώτη Συμφωνία Δανείου, η CEAC ήταν υπόχρεη να αποπληρώνει το αρχικό κεφάλαιο του δανείου και των τόκων, πλήρως, κατά ή πριν από τις 31.12.
- Εντούτοις, αναφέρεται ρητώς στην εν λόγω Συμφωνία ότι, ανεξάρτητα από οποιεσδήποτε άλλες διατάξεις που εμπεριέχονται σ΄ αυτήν, το δάνειο και όλοι οι τόκοι σε σχέση με αυτό, θα καθίστανται απαιτητοί και πληρωτέοι έπειτα από απαίτηση των Αιτητών εάν, μεταξύ άλλων, «λήφθηκε διοικητική απόφαση σε σχέση με το Δανειολήπτη ή διορισθεί από το Δανειολήπτη παραλήπτης ή διαχειριστής ή οποιαδήποτε από τα περιουσιακά στοιχεία του Δανειολήπτη ή ο Δανειολήπτης τεθούν υπό εκκαθάριση ή οποιαδήποτε επιβάρυνση ή εκτέλεση επιβάλλεται ή επηρεάζει οποιαδήποτε περιουσία, ή περιουσιακά στοιχεία των Δανειοληπτών.»
- Αποτελεί ισχυρισμό των Αιτητών ότι η CEAC έχει αθετήσει την Πρώτη Συμφωνία Δανείου εφόσον, ένα από τα περιουσιακά της στοιχεία, συγκεκριμένα η Καθ΄ ης η Αίτηση, έχει τώρα τεθεί υπό εκκαθάριση και αυτό έχει επηρεάσει την περιουσία και τα περιουσιακά στοιχεία του Δανειολήπτη. Η Συμφωνία Αποπληρωμής:
- Στις 18.6.2010 υπεγράφη Συμφωνία αποπληρωμής μεταξύ των Αιτητών και της Καθ΄ ης η Αίτηση με την οποία η Καθ΄ ης η Αίτηση δεσμεύτηκε να αποπληρώσει στους Αιτητές το ποσό των USD 41.440.075,22 (€43.356.869,33), ήτοι το ποσό που είχε πληρωθεί από τους Αιτητές για εξόφληση των υποχρεώσεων της Καθ΄ ης η Αίτηση με βάση μία διαφορετική συμφωνία διευκόλυνσης (δάνειο) ημερομηνίας 11.4.
- Η Διαδικασία Εκκαθάρισης:
- Αν και η εξόφληση του προαναφερθέντος χρέους έπρεπε να λάβει χώραν μέχρι τις 31.12.2016, η Καθ΄ ης η Αίτηση δεν πραγματοποίησε οποιεσδήποτε πληρωμές προς τους Αιτητές αφού εν τω μεταξύ είχαν αρχίσει διαδικασίες εκκαθάρισης εναντίον της.
- Στις 14.6.2013, το Υπουργείο Οικονομικών του Μαυροβουνίου καταχώρισε αίτηση για εκκαθάριση της Καθ΄ ης η Αίτηση, με σκοπό τη διευθέτηση εκκρεμουσών απαιτήσεων έναντι της εταιρείας.
- Στις 8.7.2013, το Εμπορικό Δικαστήριο της Ποντγκόριτσα, με Απόφασή του, διέταξε την έναρξη διαδικασιών πτώχευσης εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση, καθώς και το διορισμό του κ. Veselic Perisic ως εκκαθαριστή («bankruptcy manager») και κάλεσε τους πιστωτές της εταιρείας να καταχωρίσουν τις εξασφαλισμένες και μη εξασφαλισμένες απαιτήσεις τους.
- Σε συμμόρφωση με τα πιο πάνω, τόσο οι Αιτητές, όσο και η CEAC καταχώρισαν αξιώσεις εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση.
- Μετά το κλείσιμο του μητρώου των πιστωτών της Καθ΄ ης η Αίτηση, τόσο οι Αιτητές, όσο και η CEAC, απαριθμήθηκαν ως δύο από τους βασικούς πιστωτές της Καθ΄ ης η Αίτηση. Συγκεκριμένα η CEAC κατατάχθηκε ως ο δεύτερος μεγαλύτερος πιστωτής με αναγνωρισμένη απαίτηση ύψους €50.024.901,24 πλέον τόκο, ενώ οι Αιτητές ως ο τέταρτος μεγαλύτερος πιστωτής με αναγνωρισμένη απαίτηση ύψους €43.356.869,33, πλέον τόκο.
- Περί τα τέλη του 2013, ο Εκκαθαριστής ξεκίνησε διαδικασία για την πώληση της περιουσίας της Καθ΄ ης η Αίτηση, η δε αρχική τιμή της αξίας των περιουσιακών της στοιχείων ορίστηκε στα €28.000.000,
- Προσφορά, για αγορά των πιο πάνω περιουσιακών στοιχείων, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Εκκαθαριστή, κατατέθηκε από την εταιρεία «UNIPROM» d.o.o. of Niksic (η «UNIPROM»)
- Ακολούθησαν όμως διαδικασίες αμφισβήτησης της πιο πάνω προσφοράς, δικαστικές και μη, από πλευράς CEAC, που επέφεραν αδιέξοδο.
- Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος σε περίπτωση που ολοκληρωθεί η πώληση και η μεταφορά/αποξένωση της περιουσίας της Καθ΄ ης η Αίτηση στη UNIPROM, να είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο για τους Αιτητές να ανακτήσουν τα χρέη της CEAC και της Καθ΄ ης η Αίτηση έναντί τους, δυνάμει των δύο Συμφωνιών Δανείου (άμεσο χρέος από την CEAC και έμμεσο από την Καθ΄ ης η Αίτηση), και δυνάμει της Συμφωνίας Αποπληρωμής (άμεσο χρέος από την Καθ΄ ης η Αίτηση), αλλά επίσης και από τρίτα πρόσωπα (UNIPROM ή άλλους μεταγενέστερους αγοραστές). Η Ένσταση Η Καθ΄ ης η Αίτηση, καταχώρισε Ένσταση προβάλλοντας συνολικά 8 λόγους ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως ακολούθως: (Α) Οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν ουσιώδη γεγονότα (Β) Δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον (Γ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου και της νομολογίας για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος (Δ) Υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας (Ε) Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης. Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του Vesko M. Bozonic, από την Ποντγκόριτσα, Μαυροβουνίου, ο οποίος είναι δικηγόρος και υπήκοος Μαυροβουνίου. Αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον κ. Veselin Perisic υπό την ιδιότητά του ως Διαχειριστή Πτώχευσης της Καθ΄ ης η Αίτηση να προβεί στη εν λόγω Ένορκη Δήλωση. Έχει προσωπική γνώση των επίδικων γεγονότων λόγω της ενεργής συμμετοχής του στο να συμβουλεύει τον κ. Perisic, ο οποίος έχει διορισθεί ως Διαχειριστής Πτώχευσης με Απόφαση του Εμπορικού Δικαστηρίου στην Ποντκόριτσα ημερομηνίας 8 Ιουλίου, 2013, για να αντιπροσωπεύσει το Χρεώστη (Bankruptcy Debtor)/Καθ΄ ης η Αίτηση. Kατεπείγον Θεωρώ ορθό όπως πρώτα εξεταστεί αυτό το θέμα αφού η νομολογία επιτάσσει ότι το υπαρκτό του κατεπείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κάτω από το Άρθρο 9, του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, ΚΕΦ. 6, (βλ., μεταξύ άλλων, Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1 A.A.Δ. 598, Τhe Timberland Co of USA v. Evans and Sons Ltd κ.ά.
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179, Zein κ.ά. ν. Παράσχος Καμπανελλάς Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η καθυστέρηση στην καταχώριση μιας Αγωγής, δεν πρέπει να επενεργεί ως εμπόδιο στην απόδοση ενδιάμεσης θεραπείας (βλ. Μάρθα Γεωργίου Ηλία Πλακίδη διά του Πληρεξουσίου Αντιπροσώπου αυτής Χαράλαμπου Ιωαννίδη ν. Nomisko Developers Ltd,
(2010)1 (Α) Α.Α.Δ. 577). Στην υπόθεση αυτή η καθυστέρηση στην καταχώριση της Αγωγής ήταν μεν τρία έτη, αλλά η ενδιάμεση θεραπεία δεν αποδόθηκε μονομερώς. Η κατάσταση είναι διαφορετική σε περιπτώσεις που η ενδιάμεση θεραπεία επιζητείται μονομερώς. Σε τέτοιες περιπτώσεις θα πρέπει με βάση το Άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, να «αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις». Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί επαρκώς, μπορεί να αποβεί μοιραία. Επίκληση μπορεί να γίνει της υπόθεσης Τσιαντής ν. Ηellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1(Γ) A.A.Δ 2029, όπου γίνεται μια ευρεία ανάλυση των αρχών και των συνεπειών της καθυστέρησης προσφυγής στη δικαιοσύνη. Με αναφορά πρώτα στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 788, αναφέρονται τα ακόλουθα στις σελίδες 2037-2040: «Στην Bacardi & Co. Ltd, πιο πάνω, έχει γίνει εκτεταμένη παράθεση της νομολογίας που διέπει τα θέμα της καθυστέρησης. Λέχθηκαν τα εξής: "Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία, άνκαι τα δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του, και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μη απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής τηρουμένων των προνοιών του περί Παραγραφής Νόμου, 1939 (Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδοση, παρα. 633). Στον Κerly΄s (πιο πάνω), παρα. 15-68, το θέμα τίθεται ως εξής: "Οποιαδήποτε σημαντική μη αναγκαία καθυστέρηση στην επιδίωξη ενδιάμεσης θεραπείας ενδέχεται να γείρει το ισοζύγιο της ευχέρειας εναντίον του ενάγοντα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η διαδικασία πρέπει να αρχίζει χωρίς προειδοποίηση. Η καθυστέρηση λόγω της παράλειψης των εναγομένων να απαντήσουν σε επιστολές μπορεί να συγχωρεθεί." Στον Kerr on Injunctions (πιο πάνω), σελ. 360-61 υιοθετείται η ίδια προσέγγιση. "Η απλή καθυστέρηση στην έναρξη διαδικασίας μετά τη διαπίστωση της παραβίασης φαίνεται ότι δεν αποτελεί κώλυμα για την έκδοση διατάγματος κατά την ακρόαση της αγωγής. Ωστόσο καθυστέρηση δυνατόν να οδηγήσει το δικαστήριο στο να αρνηθεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος ειδικά όταν ο εναγόμενος έχει δημιουργήσει μια επιχείρηση στην οποία έχει χρησιμοποιήσει το επίδικο σήμα με πασίγνωστο τρόπο."». Έχει νομολογηθεί ότι το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ. 6. (Βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Xρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, Timberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ 1179, Χριστοδούλου ν. Vraets
(1990)1 Α.Α.Δ. 1475, Zein ν. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606, Re Stavros Hotel Apartments Ltd κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 836, 841 και Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 861, 864). Στην Timberland (πιο πάνω), μετά από μονομερή αίτηση των εφεσειόντων το Πρωτόδικο Δικαστήριο εξέδωσε απαγορευτικό διάταγμα, παρεμποδίζον τους εφεσίβλητους να πωλούν ή διαθέτουν υποδήματα με το έμβλημα των προϊόντων των εφεσειόντων ή με έμβλημα ουσιωδώς όμοιο προς αυτό. Οι εφεσείοντες, ενώ έλαβαν γνώση των δραστηριοτήτων των εφεσιβλήτων, πωλητών υποδημάτων στην Πάφο, αφότου άρχισε η εμπορική τους δραστηριότητα στην Κύπρο, το Μάϊο του 1994, δεν πήραν κανένα μέτρο εναντίον τους μέχρι το Φεβρουάριο του 1995. Η επίκληση των επικείμενων ξεπουλημάτων, ως στοιχείου προσδίδοντος την υφή του κατεπείγοντος στο αίτημά τους, χαρακτηρίστηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ως «μη σοβαρή». Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Πρωτόδικο Δικαστήριο ακύρωσε το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα εν όψει, ανάμεσα σ΄ άλλα, και της αποκαλυφθείσας καθυστέρησης. Το Εφετείο διαφώνησε με την πρωτόδικη προσέγγιση. Έθεσε το θέμα ως εξής: «Διαφωνούμε με το πρωτόδικο Δικαστήριο, ότι τα "επικείμενα ξεπουλήματα" δεν αποτελούσαν γεγονός που έτεινε να προσδώσει επείγοντα χαρακτήρα στο αίτημα. Πρόκειται για περίοδο, κατά την οποία οι πωλήσεις είναι σε έξαρση και ο πιθανός επηρεασμός από την αντιποίηση εμπορευμάτων μεγάλος. Η έναρξη εμπορικής δραστηριότητας, εκ μέρους των εφεσειόντων, στην Πάφο, συνιστούσε γεγονός το οποίο καθιστούσε το αίτημα ακόμη πιο επείγον. Το ότι το γεγονός δεν αποκαλύφθηκε εξαρχής, δεν αναιρούσε το κατεπείγον του αιτήματος, αλλά το καθιστούσε ολιγότερο δραστικό. Σημασία θα είχε η μη αποκάλυψή του, εάν αφαιρούσε από τα ερείσματα του κατεπείγοντος. ........................... Όπως αποφασίστηκε στην M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. The Timberland Co. of USA
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791, έτσι και στην παρούσα υπόθεση, διαπιστώνουμε ότι, δοθείσας της αποκάλυψης συζητήσιμης υπόθεσης από τους εφεσείοντες, με ορατή την πιθανότητα επιτυχίας, η προστασία των δικαιωμάτων τους καθίστατο επείγον ζήτημα, λόγω της φύσης των παραβιάσεων και των άμεσων ζημιογόνων επιδράσεων στα δικαιώματα τους." Από τα λεχθέντα στην Bacardi & Co., πιο πάνω, είναι καθαρό ότι κατά την εξέταση της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής καθώς και το κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. Στην παρούσα υπόθεση, όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, η έκδοση του επίδικου διατάγματος σε καμιά περίπτωση δεν επηρεάζει τον εφεσείοντα «έχοντας υπόψη την δεδηλωμένη θέση του ότι οι μετοχές αγοράσθηκαν χωρίς τις οδηγίες του και επομένως δεν του ανήκουν». Επομένως σε σχέση και με τους δύο παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη η πλάστιγγα κλίνει εναντίον του εφεσείοντα. Αυτό που προκύπτει από τα νομολογηθέντα στην Timberland (πιο πάνω) είναι τα εξής: Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά την γένεση της βάσης της αγωγής. Όπως παρατηρεί ο Χατζηχαμπής, Δ. στην Χριστοδούλου (πιο πάνω) «το κρίσιμο στοιχείο για την αίτηση δεν ήταν ο χρόνος έγερσης της αιτίας αγωγής αλλά ο χρόνος πληροφόρησης του εφεσίβλητου για τη δυνατότητα του να επιτύχει την ενδιάμεση θεραπεία.» Περαιτέρω επεξήγηση δίδεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Μuskita-Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, όπου στις σελ. 2056-2057, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στην Τσιαντή ν. Ηellenic Bank (Investments) Limited
(2001)1 A.A.Δ. 2029 έγινε επισκόπηση της σχετικής με το θέμα της καθυστέρησης θέσης της Νομολογίας. Οι αρχές οι οποίες προκύπτουν από τη νομολογία είναι οι εξής:
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να πετύχει τελικά στην αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορούν να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες.» Επιπρόσθετα, έχει νομολογηθεί ότι τυχόν καθυστέρηση μπορεί να κριθεί δικαιολογημένη αν τα γεγονότα μιας υπόθεσης είναι τόσο περίπλοκα που χρειάζεται χρόνος για να διαπιστωθούν (βλ. Seamark Consultancy Services Ltd v. Lasala κ.ά.
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 162). Στην Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Benfleet Enterprises Ltd κ.ά.
(2006)1 (A) A.A.Δ 280, καθυστέρηση επτά μηνών κρίθηκε ως δικαιολογημένη αφού στο διαρρεύσαν διάστημα ανταλλάσσετο αλληλογραφία σε προσπάθεια επίλυσης των διαφορών των διαδίκων. Στην Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χάμπου κ.ά.
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 879, αποφασίστηκε ότι καθυστέρηση 16 μηνών στην καταχώριση της μονομερούς αιτήσεως στερούσε από τους εφεσείοντες το στοιχείο του κατεπείγοντος. Στην Spidertrade Com. Finance Ltd v. Χ"Γαβριήλ
(2003)1(Α) Α.Α.Δ. 121, καθυστέρηση για περίοδο 8 μηνών, για την οποία δεν δόθηκε οποιαδήποτε δικαιολογία, κρίθηκε αδικαιολόγητη. Αντίθετα, στην Χ"Γαβριήλ κ.ά. ν. Επενδυτικό Συγκρότημα Συνεργατικών Εταιρειών Λευκόνoικο Λτδ
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ. 606, καθυστέρηση 7 μηνών από το αγώγιμο δικαίωμα μέχρι την καταχώριση της αγωγής και της αίτησης για ενδιάμεσο διάταγμα κρίθηκε δικαιολογημένη, αφού οι σχέσεις και οι αντίστοιχες τοποθετήσεις των μερών δημιούργησαν κατά τα φαινόμενα εύλογα την προσδοκία εξώδικης διευθέτησης, η οποία πρέπει να ενθαρρύνεται. Πρόσφατα δε έχει επαναληφθεί η αρχή ότι, παρόλον που το κατεπείγον θα πρέπει να τεκμηριώνεται εξ υπαρχής, επανεξετάζεται κατά την ακρόαση αλλά δεν μπορεί να μεταβληθεί μεταγενέστερα, για παράδειγμα με καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης Κουππά ν. Πουλλάς Τσαδιώτης Λτδ κ.α., Π.Ε. 312/10 και 351/11 ημερομηνίας 17.7.
- Η Καθ΄ ης η Αίτηση αποδίδει στους Αιτητές υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης αφού, σύμφωνα με τη δική τους θέση, γνώριζαν ότι είχε απορριφθεί η αίτηση για απαγόρευση της πώλησης του εργοστασίου στις 11.3.2014 από το Δικαστήριο του Μαυροβουνίου, παρόλα δε αυτά παρέμειναν άπρακτοι μέχρι τις 16.6.2014, οπότε και καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση. Η θέση των Αιτητών διαφέρει, εφόσον ισχυρίζονται ότι το θέμα κατέστη κατεπείγον όταν στις 11.6.2014 είχε δημοσιευθεί σε τοπικές εφημερίδες ότι, ο Εκκαθαριστής της Καθ΄ ης η Αίτηση είχε καταρτίσει συμφωνία πώλησης του εργοστασίου με την Uniprom και ότι η πώληση και μεταφορά ήταν προγραμματισμένη να ολοκληρωθεί την 1.7.
- Τότε θεώρησαν οι Αιτητές το θέμα ως κατεπείγον και ότι έπρεπε να κινηθούν άμεσα. Κρίνοντας συνολικά και σφαιρικά το θέμα, θεωρώ ότι οι Αιτητές έχουν ικανοποιήσει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι αμφότερες οι πλευρές έχουν εμπλέξει πάρα πολλά γεγονότα τα οποία θεωρούν ως επίδικα και η καθεμιά αξιολογεί με διαφορετικό τρόπο τη σημασία τους. Σ΄ αυτό το θέμα, υπεισέρχεται σε μεγάλο βαθμό το υποκειμενικό στοιχείο. Θεωρώ όμως ότι η θέση των Αιτητών και δικαιολογημένη και λογική είναι εφόσον τελούσαν μεν σε αναμονή νέων εξελίξεων, αλλά κινήθηκαν όταν έκριναν ότι ήταν η ορθή στιγμή. Η πορεία τους βρίσκει έρεισμα στις πιο πάνω αρχές της νομολογίας, επομένως, αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Η Καθ΄ ης η Αίτηση με τον πρώτο λόγο ένστασης ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο επαρκώς ή καθόλου ουσιώδη γεγονότα και/ή μαρτυρία και/ή παρέβησαν την υποχρέωσή τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (duty of full and frank disclosure) και/ή παραπλάνησαν το Δικαστήριο και/ή δεν παρουσίασαν πλήρη και δίκαιη εικόνα, σε σχέση με συγκεκριμένα γεγονότα, τα οποία γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν. Μεταξύ άλλων, η Καθ΄ ης η Αίτηση αναφέρεται στα ακόλουθα γεγονότα: (α) στα δικαιώματα και τις θεραπείες που παρέχει το δίκαιο του Μαυροβουνίου σε παραπονούμενους, όπως είναι οι Αιτητές, σε διαδικασία εκκαθάρισης, (β) στα παράπονα και στις δικαστικές διαδικασίες που ξεκίνησαν οι Αιτητές στο Μαυροβούνιο αναφορικά με την εκκαθάριση και τις αποφάσεις που εκδόθηκαν σχετικά με αυτά, (γ) στο ότι οι υποχρεώσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση είχαν οριστικά κριθεί από το Εμπορικό Δικαστήριο του Μαυροβουνίου με Απόφαση ημερομηνίας 14.10.
- Οι νομικές αρχές που εφαρμόζονται σε τέτοιες περιπτώσεις έχουν με σαφήνεια επαναληφθεί στην Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.α. v. Adeona Holdings Limited, Π.Ε. Ε6/14, ημερομηνίας 27.2.
- Στην εν λόγω Απόφαση ο Ερωτοκρίτου, Δ., ανέφερε τα ακόλουθα: «Η υποχρέωση κάθε διαδίκου που ζητά μονομερώς διάταγμα να προβαίνει σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη, είναι δεδομένη. Σχετική είναι η νομολογία που προκύπτει μεταξύ άλλων και από τις υποθέσεις Global Cruises SA κ.α. ν. Metro Shipping & Travel Ltd
(1989)1 ΑΑΔ 607, 616-8, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264-267, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 και Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd κ.α.
(2004)1Γ ΑΑΔ 1953, 1956. Όπως αναφέρεται, σε μονομερείς αιτήσεις ο αιτητής υποχρεούται να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη και να ενεργήσει με καλή πίστη. Αυτό ισχύει σε όλες τις περιπτώσεις που ζητείται θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, οπότε ο Αιτητής έχει υποχρέωση να προσέλθει με «καθαρά χέρια». Η μη αποκάλυψη είτε αθώα, είτε εσκεμμένη, θεωρείται είδος εξαπάτησης γι' αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, χωρίς την περαιτέρω εξέταση της ουσίας της αίτησης. Η υποχρέωση αποκάλυψης εκτείνεται σε όλα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία ήταν γνωστά ή τα οποία θα μπορούσαν να γίνουν γνωστά μετά από εύλογη έρευνα και τα οποία ενδεχομένως θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του δικαστηρίου. Όσο πιο δραστικό είναι το διάταγμα που ζητείται, τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης. Η υποχρέωση αποκάλυψης δεν περιορίζεται μόνο σε γεγονότα, αλλά εκτείνεται και στο νόμο και νομικές αρχές, καθώς και σε σημεία τα οποία ενδεχομένως να μην είναι υπέρ των Αιτητών (βλ. Swift Fortune Ltd (The Capaz Duckling) v. Magnifica Marine SA [2008] 1 Lloyd´s Rep. 54). Επίσης, περιλαμβάνει και την αποκάλυψη άνευ βλάβης αλληλογραφίας (βλ. Linsen International Ltd v. Humpuss Sea Transport Pte Ltd
(2010)EWHC 303 (Comm)). Αυτό υποβοηθά το δικαστήριο στο να αντιληφθεί όλα τα σχετικά σημεία, προτού αποφασίσει. Σχετικές είναι οι Siporex Trade S.A. v. Comdel Commodities Ltd [1986] 2 Lloyd´s Rep 428 QBD και Global Cruises S.A. κ.α. v. Metro Shipping & Travel Ltd, ανωτέρω. Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής. Στην αγγλική υπόθεση Bank Mellat v. Nikpour (Mohammad Ebrahaim)
(1985)F.S.R. 87 CA, αναφέρθηκε ότι το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, σύμφωνα με την αρχή του locus poenitentiae (ευκαιρία για μεταμέλεια ή διόρθωση), μπορεί, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, ιδιαίτερα όταν η μη αποκάλυψη είναι αθώα, να ακυρώσει το προηγούμενο διάταγμα και να εκδώσει νέο, υπό όρους (βλ. επίσης Recnex Trading Ltd κ.α. v. Tράπεζας Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 71/11, ημερ. 16.4.2014). Όμως αυτή η διακριτική ευχέρεια θα πρέπει να ασκείται με αρκετή περισυλλογή, ώστε να μην εξουδετερώνει το μοναδικό κόστος ή «τιμωρία» για μη αποκάλυψη, που δεν είναι άλλο από την ακύρωση του διατάγματος. Στην υπόθεση Brink´s-Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 All ER 188 o δικαστής Balcombe LJ επεξηγώντας την ευρεία διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου, ανέφερε τα εξής:- «The rule that an ex parte injunction will be discharged if it was obtained without full disclosure has a two-fold purpose. It will deprive the wrongdoer of an advantage improperly obtained: see R v Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 509. But it also serves as a deterrent to ensure that persons who make ex parte applications realise that they have this duty of disclosure and of the consequences (which may include a liability in costs) if they fail in that duty. Nevertheless, this judge-made rule cannot be allowed itself to become an instrument of injustice. It is for this reason that there must be a discretion in the court to continue the injunction, or to grant a fresh injunction in its place, notwithstanding that there may have been non-disclosure when the original ex parte injunction was obtained: see in general Bank Mellat v Nikpour (Mohammad Ebrahaim) [1985] F.S.R. 87, 90 and Lloyds Bowmaker Ltd v Britannia Arrow Holdings Plc., ante p. 1337, a recent decision of this court in which the authorities are fully reviewed. I make two comments on the exercise of this discretion.
(1)Whilst, having regard to the purpose of the rule, the discretion is one to be exercised sparingly, I would not wish to define or limit the circumstances in which it may be exercised.
(2)I agree with the views of Dillon L.J. in the Lloyds Bowmaker case, at. P. 1349C-D, that if there is jurisdiction to grant a fresh injunction, then there must also be a discretion to refuse, in an appropriate case, to discharge the original injunction.» Χρήσιμη ανάλυση της νομολογίας για τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, δίδεται επίσης στην αγγλική υπόθεση Arena Corporation Ltd (In Provisional Liquidations) v. Schroeder
(2003)All ER (D)
- Λόγω των δραστικών επιπτώσεων που συνήθως ακολουθούν εύρημα δικαστηρίου ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη, τα τελευταία χρόνια διαπιστώθηκαν δύο φαινόμενα. Πρώτον, μια δικαιολογημένη φοβία εκ μέρους των δικηγόρων των αιτητών ως προς τον κίνδυνο να θεωρηθεί η πλευρά τους ότι δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τίθενται ενώπιον των δικαστηρίων όγκοι εγγράφων, τα οποία, χωρίς οποιαδήποτε επεξήγηση, τις περισσότερες φορές τείνουν να συσκοτίζουν παρά να διαφωτίζουν το δικαστήριο. Όπως τονίστηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση National Bank of Sharjah v. Dellborg, The Times, December 24, 1992 (CA), υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά μεταξύ ειλικρινούς και πλήρους αποκάλυψης και του κατακλυσμού του δικαστηρίου με σωρεία εγγράφων, πλείστα των οποίων είναι μη ουσιώδη και αχρείαστα για τους σκοπούς που τίθενται ενώπιον του δικαστηρίου. Γι' αυτό είναι πολύ σημαντικό όπως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, να επεξηγείται με τρόπο λακωνικό η σημασία των εγγράφων που επισυνάπτονται. Περαιτέρω, θα πρέπει να τονίζεται το σημαντικό μέρος των εγγράφων, ώστε τα ουσιώδη θέματα να αναδύονται εύκολα με μια απλή συνδυασμένη ανάγνωση της ένορκης δήλωσης και των εγγράφων. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος η αποκάλυψη να μην θεωρηθεί ειλικρινής και πλήρης. Το δεύτερο φαινόμενο που παρατηρείται, αφορά τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι τα τελευταία χρόνια προσπαθούν να εκμεταλλευτούν τις όποιες ελλείψεις στην ένορκη δήλωση του αντιδίκου τους, υποβάλλοντας ακραίες και αβάσιμες εισηγήσεις για μη αποκάλυψη, αγνοώντας το γεγονός ότι η σχετική νομολογία δίδει έμφαση στη μη αποκάλυψη «ουσιωδών γεγονότων». Παρατηρούμε ότι αυτό συνήθως γίνεται όταν οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος επί της ουσίας είναι λίγες, οπότε εναποτίθενται όλες οι ελπίδες για ακύρωση του διατάγματος στη μη αποκάλυψη κάποιου στοιχείου, το οποίο τις περισσότερες φορές δεν είναι καθόλου ουσιώδες. Χωρίς να θέλουμε με κανένα τρόπο να αδυνατίσουμε ποσώς την υποχρέωση για ειλικρινή και πλήρη αποκάλυψη, θα πρέπει να τονίσουμε το αυτονόητο, ότι τα δικαστήρια δεν πρέπει να αποπροσανατολίζονται από αβάσιμες εισηγήσεις που δίδουν έμφαση στη μη αποκάλυψη κάποιου ασήμαντου στοιχείου, το οποίο δεν αφορά σε ουσιώδες γεγονός. Ούτε ο κανόνας πρακτικής για ακύρωση του διατάγματος σε περίπτωση μη αποκάλυψης, θα πρέπει να αφεθεί να μετατραπεί σε εργαλείο αδικίας (βλ. Brink´s-Mat Elcombe, ανωτέρω).» Προωθώντας τις πιο πάνω θέσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση, ο κ. Bozovic ισχυρίζεται τα ακόλουθα στις Ένορκες Δηλώσεις (κύρια και Συμπληρωματική) που συνοδεύουν την Ένσταση:
- Για νομικά θέματα που αφορούν στην περί πτώχευσης νομοθεσία του Μαυροβουνίου, έχει λάβει γνωμάτευση από νομικό εμπειρογνώμονα στον εν λόγω κλάδο, τον Καθηγητή Mijat Jocovic την οποία επισύναψε ως τεκμήριο στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Ένσταση. Επιπρόσθετα, έχει και ο ίδιος καλή γνώση του περί Πτώχευσης Νόμου του Μαυροβουνίου αφού είναι δικηγόρος με πολλά χρόνια πρακτικής εμπειρίας άσκησης δικηγορίας στο Μαυροβούνιο.
- Μετά το άνοιγμα της πτώχευσης, η διαδικασία πτώχευσης στο Μαυροβούνιο, διέπεται από τον Περί Πτώχευσης Νόμο ως Ειδικό Νόμο (Lex Specialis) και είναι εναρμονισμένος με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο.
- Μετά την έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης, η διαδικασία διεξάγεται από και υπό την εποπτεία του Εμπορικού Δικαστηρίου, καθώς είναι το αρμόδιο Δικαστήριο, οι αποφάσεις του οποίου εφαρμόζονται αυτεπάγγελτα (ex officio).
- To Άρθρο 7, του Περί Πτώχευσης Νόμου, προβλέπει ότι η διαδικασία πτώχευσης ρυθμίζεται αποκλειστικά από τον ίδιο, με επιτακτικό χαρακτήρα, και το Άρθρο 8 του ίδιου νόμου προβλέπει ότι η διαδικασία πτώχευσης είναι επείγουσα και δεν επιτρέπεται να σταματήσει και να τερματισθεί.
- Οι πιστωτές πτώχευσης μπορούν να διεκδικήσουν τις απαιτήσεις τους εναντίον του οφειλέτη πτώχευσης μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσης, πράγμα που σημαίνει ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 23 του Νόμου, ο δικαστής της πτώχευσης λαμβάνει αποφάσεις για τη δρομολόγηση των προκαταρκτικών διαδικασιών πτώχευσης, διαπιστώνει την ύπαρξη λόγου πτώχευσης, αποφασίζει για την έναρξη της διαδικασίας, διορίζει και απομακρύνει το διαχειριστή πτώχευσης, καθορίζει τον κατάλογο των απαιτήσεων, επιλύει διαφορές που αφορά σε δηλωθείσες απαιτήσεις, αποφασίζει για την έναρξη πολιτικής διαδικασίας που αφορά στην πτώχευση, εγκρίνει τη διανομή της πτωχευτικής περιουσίας στους πιστωτές, αποφασίζει σχετικά με καταγγελίες και άλλες νομικές διαδικασίες που σχετίζονται με τις πράξεις του διαχειριστή πτώχευσης και εκτελεί άλλα καθήκοντα που προβλέπονται από το εν λόγω Άρθρο
- Σύμφωνα με το Άρθρο 90 του Νόμου, με την έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης, όλες οι διαδικασίες σταματούν, ανεξάρτητα από το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμούν και υπάρχει πραγματική έλξη (real attraction) δικαιοδοσίας σε πολιτική διαδικασία. Το Δικαστήριο πτώχευσης αποκτά δικαιοδοσία επί του αντικειμένου για όλες τις διαφορές που θα διεξαχθούν μετά την έναρξη της διαδικασίας πτώχευσης κατά την οποία ο οφειλέτης πτώχευσης συμμετέχει ως διάδικος ανεξάρτητα από τη θέση του άλλου διαδίκου, δηλαδή το Δικαστήριο που διεξάγει τη διαδικασία πτώχευσης, γίνεται το Δικαστήριο για όλες τις διαφορές που προκύπτουν από τη διαδικασία πτώχευσης, ανεξάρτητα από το ποία είναι τα μέρη της διαφοράς. Ως εκ τούτου, αναφορικά με το αντικείμενο και την εδαφική δικαιοδοσία στον τομέα της διαδικασίας πτώχευσης, το Δικαστήριο πτωχεύσεων έχει αποκλειστική αρμοδιότητα. Στο Μαυροβούνιο, αυτό το Δικαστήριο είναι το Εμπορικό Δικαστήριο.
- Οι πιστωτές του οφειλέτη, όπως οι Αιτητές, μπορούν να διεκδικήσουν τα δικαιώματα και αξιώσεις τους μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας πτώχευσης και με τους διαδικαστικούς κανόνες της πτώχευσης (Άρθρα 82 και 90 του Νόμου). Τούτο γίνεται για να διασφαλίζεται ότι όλες οι απαιτήσεις έχουν αποφασισθεί από ένα Δικαστήριο, το οποίο εποπτεύει την πτώχευση και εξασφαλίζει την ίση μεταχείριση όλων των πιστωτών (Άρθρο 4 του Νόμου). Δεν επιτρέπονται άλλα νομικά διαβήματα ως τρόπος νομικής προστασίας.
- Εκείνο ακριβώς που επιχειρούν οι Αιτητές, στην προκειμένη περίπτωση, είναι να ανατρέψουν τη διαδικασία πτώχευσης που λαμβάνει χώραν στο Μαυροβούνιο, μετά που όλες οι νομικές διαμαρτυρίες τους απέτυχαν ενώπιον του Εμπορικού Δικαστηρίου του Μαυροβουνίου. Έχει γίνει μία πιο εκτενής αναφορά στους αντίστοιχους ισχυρισμούς της Καθ΄ ης η Αίτηση για το λόγον ότι επικαλείται τη νομοθεσία και διαδικασία του Μαυροβουνίου, όχι μόνο στο θέμα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, αλλά και στο θέμα της κατάχρησης της διαδικασίας και μη εκπλήρωσης των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος και νομολογία, για τα οποία, αναφορά θα γίνει πιο κάτω. Οι Αιτητές διαφωνούν με τις πιο πάνω θέσεις και έχουν επισυνάψει Γνωμάτευση από τους δικηγόρους τους στο Μαυροβούνιο στην οποία αναφέρεται ότι δεν υπάρχει εμπόδιο από το νόμο του Μαυροβουνίου στην επιδίωξη της ίδιας ή άλλης απαίτησης εκτός Μαυροβουνίου. Επιπρόσθετα, αρνούνται την απόκρυψη εκ μέρους τους των δικαστικών διαδικασιών που είχαν λάβει χώραν στο Μαυροβούνιο. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, στα πάμπολλα και περίπλοκα γεγονότα που έχουν καταστήσει επίδικα οι δύο πλευρές, δεν βρίσκω ότι οι Αιτητές, κατά το στάδιο της μονομερούς εξέτασης της Αίτησής τους απέκρυψαν από το Δικαστήριο οποιαδήποτε γεγονότα, τόσο ουσιώδη που εάν είχαν τεθεί εξαρχής, θα μετέβαλλαν την αρχική θέση του Δικαστηρίου για έκδοση του Διατάγματος. Στην νομική θεώρηση του νόμου του Μαυροβουνίου, υπάρχουν διαφορετικές απόψεις για τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων των Αιτητών στην Κύπρο. Όμως οι Αιτητές, και τη νομική θεώρηση, σύμφωνα με τη δική τους θέση αποκάλυψαν, αλλά και τις δικαστικές διαδικασίες που οι ίδιοι θεωρούσαν σημαντικές. Αφιέρωσαν δε σημαντικό μέρος της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, σ΄ αυτές. Για τους πιο πάνω λόγους και αυτός ο λόγος ένστασης απορρίπτεται. Προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας για Έκδοση Ενδιάμεσου Διατάγματος Οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 32, του Ν.14/60, όπως έχουν αναλυθεί από τη νομολογία είναι γνωστότατες και δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός τους. Οι Αιτητές έχουν αποδείξει, στο βαθμό που απαιτείται, τις τρεις αυτές προϋποθέσεις αφού έχουν παραθέσει στοιχεία για οφειλή της Καθ΄ ης η Αίτηση προς αυτούς, και τις δυσκολίες που θα προκύψουν μεταγενέστερα σε περίπτωση μη διατήρησης του Διατάγματος σε ισχύ. Αυτό λόγω της διαδικασίας εκκαθάρισης στην οποία έχει τεθεί, γεγονός που σημαίνει ότι υπάρχει ενδεχόμενο η απόφαση που τυχόν να εκδοθεί να μείνει ανικανοποίητη. Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το Άρθρο 32 του Ν.14/60, αυτό δεν σημαίνει αυτόματα έγκριση της Αίτησης. Είναι νομολογημένο ότι η ύπαρξη απλώς των τριών πιο πάνω θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο, το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Κούνουνα ν. C & A Simonos Ltd
(2002)1(B) AAΔ 1361, Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1(Α) ΑΑΔ 317, Αβερκίου ν. Θέο Κτηματική Λτδ κ.α.
(2013)1(Α) ΑΑΔ 222, Melouskia Commercial Ltd κ.α. v. Chumachenko κ.α., Π.Ε. Ε71/13, ημερομηνίας 30.9.2014, Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.α. ν. Αdeona Holdings Ltd, Π.Ε. Ε6/14, 27.2.
- Είναι στο σημείο αυτό που αποκτούν σημασία τα επιχειρήματα της Καθ΄ ης η Αίτηση για το γεγονός ότι η παρούσα διαδικασία επεμβαίνει στη διαδικασία εκκαθάρισης στο Μαυροβούνιο. Είναι παραδεκτό ότι οι υποχρεώσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση υπερβαίνουν κατά πολύ το ενεργητικό της. Το παρόν Διάταγμα, δεσμεύει περιουσία παγκοσμίως, περιουσία της Καθ΄ ης η Αίτηση μέχρι ποσού €100.000.
- Επεμβαίνει δηλαδή στη διαδικασία εκκαθάρισης που διεξάγεται στο Μαυροβούνιο. Ανεξάρτητα από το κατά πόσον οι Αιτητές διαθέτουν το δικαίωμα να εγείρουν την παρούσα διαδικασία στην Κύπρο, κατά μη καταχρηστικό τρόπο, τα γεγονότα εξετάζονται υπό το πρίσμα του δίκαιου και εύλογου διατήρησης σε ισχύ του εκδοθέντος Διατάγματος. Θεωρώ ότι τα επιχειρήματα της Καθ΄ ης η Αίτηση στο σημείο αυτό θα πρέπει να επιτύχουν διότι η παρούσα διαδικασία όχι μόνο επεμβαίνει στη διαδικασία εκκαθάρισης που διεξάγεται υπό την εποπτεία του Εμπορικού Δικαστηρίου του Μαυροβουνίου, αλλά ταυτόχρονα θέτει σε προνομιούχα θέση τους Αιτητές έναντι των άλλων πιστωτών της Καθ΄ ης η Αίτηση, οι οποίοι λαμβάνουν μέρος στην εκεί διαδικασία και όχι στην παρούσα. Στην Νικολάου ν. Μαννάρη υπό την ιδιότητά του ως Παραλήπτη-Διαχειριστή της Priamos Hotels Ltd, Π.Ε. 226/10, ημερομηνίας 10.7.2015, που αφορούσε σε διαδικασία ενδιάμεσου διατάγματος, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η έφεση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη, αλλά δεν θα ΄ταν χωρίς σημασία να επισημανθεί ότι όπου επιδιώκεται η παγοποίηση περιουσιακών στοιχείων μιας εταιρείας που τελεί υπό διαχείριση δεν πρέπει να παρεμβάλλονται (από το Δικαστήριο) ανεπίτρεπτα εμπόδια στο έργο του Παραλήπτη/Διαχειριστή, ανεξάρτητα αν αυτός αντιπροσωπεύει την εταιρεία ή τον ομολογιούχο που τον διόρισε. Παραπέμπουμε σχετικά στην υπόθεση Capital Cameras Ltd v. Harold Lines and others (National Westminster Bank plc Intervening) [1991] 3 All E.R. 389 όπου παρατηρήθηκε ότι μετά το διορισμό Παραλήπτη/Διαχειριστή δεν υπάρχει κίνδυνος σπατάλης ή διασκορπισμού των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας και ως εκ τούτου δεν πρέπει να εμποδίζεται ο διαχειριστής να χειρίζεται αυτά τα στοιχεία σύμφωνα με τους όρους του ομολόγου και όπως αυτός κρίνει κατάλληλα.» Θεωρώ ότι η πιο πάνω αρχή εφαρμόζεται και στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, έστω και εάν η διαδικασία εκκαθάρισης διεξάγεται στην αλλοδαπή. Η Καθ΄ ης η Αίτηση είναι εταιρεία που εδρεύει στο Μαυροβούνιο και ορθά η διαδικασία εκκαθάρισής της διεξάγεται στη χώρα αυτή. Έχουν δε περιγραφεί πρόνοιες της εν λόγω νομοθεσίας οι οποίες προσομοιάζουν με τις αντίστοιχες πρόνοιες του Κυπριακού δικαίου. Για όλους του πιο πάνω λόγους, αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί γι΄ αυτό και η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Ισχυρισμοί Αιτητών για Παρακοή του Ενδιάμεσου Διατάγματος Ένα τελευταίο σημείο που χρήζει εξέτασης είναι οι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι η Καθ΄ ης η Αίτηση τελεί σε παρακοή και το Δικαστήριο με βάση την πάγια πρακτική και νομολογία θα έπρεπε να αρνηθεί να εξετάσει την Ένσταση τους και να την απορρίψει χωρίς περαιτέρω εξέτασή της. Είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει τη διακριτική ευχέρεια να αρνηθεί να ακούσει κάποιο διάδικο ο οποίος τελεί σε παρακοή διατάγματος που το ίδιο εξέδωσε, καταφρονώντας με αυτό τον τρόπο το ίδιο το Δικαστήριο. Θεωρώ όμως ότι, για να γίνει κάτι τέτοιο, θα πρέπει να υπάρχουν επαρκή και σαφή στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου. Το θέμα τέθηκε από πλευράς Αιτητών κατά την αγόρευσή τους χωρίς να υπάρχει η αντίστοιχη θέση της Καθ΄ ης η Αίτηση. Στηρίζουν δε τη θέση τους οι Αιτητές, στους ίδιους τους ισχυρισμούς της Καθ΄ ης η Αίτηση στην Ένορκη της Δήλωση. Τα στοιχεία που έχουν τεθεί στο Δικαστήριο, δεν είναι αρκετά για να οδηγήσουν το Δικαστήριο στην άσκηση της πιο πάνω εξουσίας του. Για το λόγο αυτόν, η αντίστοιχη θέση των Αιτητών, απορρίπτεται. Κατάληξη Με βάση όλα τα πιο πάνω, η Αίτηση των Αιτητών απορρίπτεται. Το εκδοθέν Διάταγμα ακυρώνεται. Τα Έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της Καθ΄ ης η Αίτηση και σε βάρος των Αιτητών. Αυτά να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή. Μεταξύ των Αιτητών και Καθ΄ ης η Αίτηση αφενός, και της Εναγομένης 1 αφετέρου, ουδεμία διαταγή για Έξοδα. [Υπ.] Χ. Ι. Πογιατζής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ