Frugal Consultants Ltd ν. Strongfield Marketing Ltd, Αρ. Αγωγής: 4624/16, 31/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4624/16 Μεταξύ: Frugal Consultants Ltd, από Βρετανικές Παρθένες Νήσους Ενάγουσας και Strongfield Marketing Ltd, από την Λευκωσία Εναγομένης Αίτηση ημερ. 5.10.16 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 31 Μαΐου 2017 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Ανδρέας Χαβιαράς Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κος Γιώργος Τριανταφυλλίδης με κα Μάρλεν Τριανταφυλλίδου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι εταιρία που συστάθηκε στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους για σκοπούς παροχής υπηρεσιών περιλαμβανομένης της υπεράσπισης από εχθρικές εξαγορές. Με την παρούσα αγωγή της, η ενάγουσα απαιτεί από την εναγομένη, το ποσόν των USD3.387.000,00 που αντιπροσωπεύει την κατ' ισχυρισμό αμοιβή επιτυχίας (success fee) που προκύπτει από σχετική σύμβαση μεταξύ των διαδίκων για παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Επιζητείται επίσης απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να δηλώνεται ότι η επίδικη σύμβαση είναι έγκυρη και δεσμευτική και ότι παρανόμως έχει τερματιστεί από την εναγομένη. Τέλος, επιζητείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι ρήτρα διαιτησίας στην επίδικη συμφωνία, είναι τόσον γενική και αόριστη, ώστε να μην τυγχάνει εφαρμογής. Με την καταχώρηση της αγωγής, η ενάγουσα πέτυχε στις 10.10.16, την μονομερή έκδοση διατάγματος με την οποία απαγορεύεται στην εναγομένη να αποξενώσει τα περιουσιακά της στοιχεία, τόσον εντός όσον και εκτός Κύπρου, περιλαμβανομένων των μετοχών που κατέχει σε δύο θυγατρικές Κυπριακές εταιρείες, ήτοι τις APG Polyplastic Group Ltd και Radius Systems Holdings Ltd, κατά τρόπο που να ελαττώνει το καθαρό ενεργητικό των καθ' ων η αίτηση κάτω από το ποσόν των USD 3.387.000,
- Επιπλέον, εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα με το οποίο διατασσόταν η εναγομένη όπως καταχωρήσει ένορκη δήλωση εντός 5 ημερών από την επίδοση του διατάγματος, με την οποία να αποκαλύπτει όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία αξίας USD10.000,00 και άνω. Αυτή η πρόνοια του διατάγματος, αναστάλθηκε μέχρι εκδίκασης της παρούσας αίτησης, με μεταγενέστερη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημ. 8.11.16 μετά από σχετικό αίτημα της εναγομένης. Τα γεγονότα της αίτησης, στηρίζονται σε δύο ένορκες δηλώσεις της Ekaterina Usanova από την Μόσχα, εκ των δικηγόρων της ενάγουσας. Η εκδοχή της ενάγουσας όπως προκύπτει από τις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις, είναι ως ακολούθως: Η εναγομένη είναι μέτοχος στην εταιρεία APG Polyplastic Group Ltd μαζί με την εταιρεία Ramilos Trading Ltd. Όταν η Ramilos Trading Ltd εξαγοράστηκε από την Ρωσική επενδυτική εταιρεία Α1 Group, οι ιδιοκτήτες της εναγομένης ανησύχησαν μήπως η εταιρία αυτή ήθελε να εξαγοράσει και τον υπόλοιπο όμιλο της APG. Αποτάθηκαν ως εκ τούτου στην εναγομένη για παροχή σχετικών συμβουλευτικών υπηρεσιών. Οι συζητήσεις κατέληξαν στην υπογραφή προκαταρκτικά, μιας νομικά δεσμευτικής συμφωνίας (term sheet) που θα αποτελούσε την βάση για την ετοιμασία και εκτέλεση μιας πιο λεπτομερούς σύμβασης παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών. Συμφωνήθηκε όπως δοθεί μηναία αμοιβή ύψους USD75.000,00 (retainer fee), η οποία θα ήταν πληρωτέα σε τριμηνιαίες δόσεις εκ USD225.000,
- Συμφωνήθηκε επίσης να δοθεί μια αμοιβή επιτυχίας (success fee) σε περίπτωση επίτευξης συμφωνίας εξαγοράς των μετοχών της APG, η οποία καθορίστηκε σε USD 3.387.000,
- Μεταξύ άλλων, αναφέρεται στην εν λόγω συμφωνία ότι αυτή θα διέπεται από την Αγγλικό Νόμο και δικαιοδοσία και συγκεκριμένα από το London Court of International Arbitration (LCIA). Κατά τις 19.5.16, πληρώθηκε η πρώτη δόση των USD225.000,
- Στο μεταξύ η αιτήτρια άρχισε να παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στην καθ' ης η αίτηση, γύρω από την νομική της στρατηγική, την συνάντηση της με την Α1 αλλά και την προσπάθεια εξεύρεσης άλλων επενδυτών. Ταυτόχρονα, οι όροι της τελικής συμφωνίας συμβουλευτικών υπηρεσιών, ήταν υπό διαπραγμάτευση. Οι υπεύθυνοι της εναγομένης, καθησύχαζαν την ενάγουσα ότι η σύμβαση συμβουλευτικών υπηρεσιών θα υπογραφόταν σύντομα. Παρόλα αυτά και ενώ η καθ' ης η αίτηση πήρε το μέγιστο των υπηρεσιών της αιτήτριας, στην συνέχεια της ανακοίνωσε ότι δεν προτίθεται να υπογράψει την δεσμευτική συμφωνία. Ισχυρίστηκε επιπλέον ότι είχε δικαίωμα να καταγγείλει την αρχική συμφωνία (term sheet) χωρίς την περαιτέρω καταβολή οιουδήποτε ποσού στην αιτήτρια. Απαίτησε μάλιστα την επιστροφή της προκαταβολής που πλήρωσε. Η αιτήτρια απάντησε ότι θεωρεί την στάση της καθ' ης η αίτηση ως υπαναχώρηση (repudiation) από τα συμφωνηθέντα και ασκώντας το δικαίωμα της να αποδεχθεί αυτήν την υπαναχώρηση, τερμάτισε την σύμβαση. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι από την πιο πάνω συμπεριφορά της καθ' ης η αίτηση έχει υποστεί ζημιές, τις οποίες απαιτεί με την αγωγή της. Αιτείται συγκεκριμένα το ποσόν των USD3.387.000,00 που αντιπροσωπεύει την κατ' ισχυρισμό αμοιβή επιτυχίας (success fee) όπως προκύπτει από την πιο πάνω συμφωνία μεταξύ των διαδίκων. Επιζητεί επίσης απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να δηλώνεται ότι η επίδικη σύμβαση είναι έγκυρη και δεσμευτική. Στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την παρούσα αίτηση, η αιτήτρια ισχυρίζεται επιπλέον ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Επιπλέον αν δεν οριστικοποιηθεί το εκδοθέν διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η καθ' ης η αίτηση καταχώρησε ειδοποίηση ένστασης, αρνούμενη την οριστικοποίηση του διατάγματος. Με την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση της, προβάλει μια διαφορετική εκδοχή για τα γεγονότα. Ενώ δέχεται ότι αποτάθηκε στην αιτήτρια για την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, αρνείται την θέση ότι η προκαταρκτική συμφωνία (term sheet) συνιστά δεσμευτική σύμβαση. Το έγγραφο αυτό θα αποτελούσε την βάση για τις μετέπειτα διαπραγματεύσεις προκειμένου να υπογραφεί τελική δεσμευτική συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών (Advisory Services Contract). Το εν λόγω μη δεσμευτικό έγγραφο (term sheet), υπεγράφη λόγω του επείγοντος της κατάστασης και για να ξεκινήσει άμεσα η παροχή των συμβουλευτικών υπηρεσιών. Αμέσως μετά την υπογραφή του προκαταρκτικού αυτού εγγράφου, ξεκίνησαν διαπραγματεύσεις προκειμένου να συμφωνηθούν οι όροι της δεσμευτικής συμφωνίας παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών. Κατά την περίοδο αυτή, σε αντίθεση με το τι υποστηρίζει η αιτήτρια, δεν υπήρξε καμία παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών προς την καθ' ης η αίτηση για την εξαγορά των μετοχών της APG. Αντιθέτως, όλες οι επαφές μεταξύ των μερών αφορούσαν συζητήσεις για τους όρους που θα περιλάμβανε η συμφωνία παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών. Οι διαπραγματεύσεις αυτές παρότι διήρκεσαν ένα μήνα δεν καρποφόρησαν λόγω διαφωνιών σχετικά με σημαντικούς και ουσιώδεις όρους, όπως το πεδίο των παρεχόμενων υπηρεσιών, την ευθύνη των μερών και τις αποζημιώσεις. Ως εκ τούτου, η καθ' ης η αίτηση αποφάσισε να σταματήσει κάθε προσπάθεια συνεργασίας με την αιτήτρια. Στους λόγους ένστασης της καθ' ης η αίτηση, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Προβάλλεται επί του προκειμένου, ισχυρισμός ότι δεν υπεγράφη νομικά δεσμευτική σύμβαση μεταξύ των μερών. Αλλά ακόμη και αν το προκαταρκτικό έγγραφο (term sheet) είναι δεσμευτικό, αυτό διέπεται από ρήτρα δικαιοδοσίας Αγγλικού Διαιτητικού Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα τα Κυπριακά Δικαστήρια να στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την απαίτηση της παρούσας αγωγής. Περαιτέρω όπως προκύπτει από τα γεγονότα, η αιτήτρια δεν έχει παράσχει καμία υπηρεσία ώστε να δικαιολογείται η απαίτηση της για αμοιβή επιτυχίας (success fee) από την καθ' ης αίτηση. Αναφέρεται επιπλέον στους λόγους ένστασης ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Επίσης, το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της καθ' ης η αίτηση αφού η συνέχιση του διατάγματος, της δημιουργεί ταλαιπωρία και ανεπανόρθωτη ζημιά, σε αντίθεση με την αιτήτρια η οποία δεν θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη αν το υπό κρίση διάταγμα ακυρωθεί. Αναφέρεται επί του προκειμένου ότι δεν έχει αποδειχθεί, πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της καθ' ης η αίτηση. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο αφού το παραπλάνησε παραποιώντας τα πραγματικά γεγονότα, προκειμένου να εκδοθούν μονομερώς τα υπό κρίση προσωρινά διατάγματα. Αγορεύσεις Ο συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση του, αναφέρθηκε στο ιστορικό της υπόθεσης και στην εκδοχή της αιτήτριας για τα γεγονότα, όπως αυτά προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν της αίτηση. Είναι η θέση του συνηγόρου ότι η προκαταρκτική συμφωνία (term sheet), αποτελεί νόμιμο συμβόλαιο που δεσμεύει και τα δύο μέρη. Με αναφορά στο εν λόγο έγγραφο, ισχυρίστηκε ότι παρέχονται επαρκείς λεπτομέρειες αναφορικά με την συνεργασία και τις νομικές υποχρεώσεις των μερών. Το γεγονός ότι τα μέρη διαπραγματεύτηκαν στη συνέχεια πιο αναλυτική σύμβαση δεν σημαίνει κατά τον συνήγορο ότι η προκαταρκτική συμφωνία δεν είναι δεσμευτική. Ιδιαίτερα όταν σε αυτήν περιλαμβάνετο η αμοιβή της αιτήτριας αλλά και ο τρόπος πληρωμής. Τέλος, τα μέρη προέβησαν σε διάφορες ενέργειες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων τους όπως απορρέουν από το εν λόγω έγγραφο. Συγκεκριμένα, η καθ' ης η αίτηση προέβη στην πρώτη τριμηνιαία πληρωμή του ποσού των USD 225.000,
- Η αιτήτρια με τη σειρά της, ανέλαβε μεγάλο μέρος ιδιαίτερα σημαντικής εργασίας, εκπληρώνοντας την υποχρέωση της να παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες. Στη βάση του πιο πάνω εγγράφου, η αιτήτρια έχει βάσιμη υπόθεση στην αγωγή αφού λόγω της παράβασης του από την καθ' ης η αίτηση, η αιτήτρια έχει υποστεί ζημιά που ισούται με το ποσό της αμοιβής επιτυχίας (success fee). Όσον αφορά τη ρήτρα διαιτησίας, ήταν η θέση του συνηγόρου ότι η ύπαρξη της δεν αναιρεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Δικαιολογεί μόνο την κατάθεση αίτησης εκ μέρους της εναγομένης για αναστολή της διαδικασίας. Εντούτοις, η πιο πάνω ρήτρα σε καμία περίπτωση δεν θα δικαιολογούσε την ανατροπή των προσωρινών μέτρων που έχουν εκδοθεί. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι στην εν λόγω ρήτρα διαιτησίας δεν αναφέρεται ρητά ότι οι διαφορές των μερών θα πρέπει να επιλύονται οπωσδήποτε με διαιτησία ούτε προσδιορίζονται τα είδη των διαφορών που θα υπόκεινται σε διαιτησία. Επιπλέον δεν αναφέρεται εάν θα πρέπει να τυγχάνει εφαρμογής σε διαφορές που αφορούν την ισχύ, την εγκυρότητα, την ερμηνεία ή την καταγγελία της σύμβασης. Επομένως είναι εμφανές κατά τον συνήγορο ότι δεν υπάρχει έγκυρη ρήτρα διαιτησίας και κατά συνέπεια, η αιτήτρια έχει δικαίωμα να καταχωρήσει αγωγή κατά της εναγομένης στη δικαιοδοσία του τόπου σύστασης της, ήτοι ενώπιον τον Κυπριακών Δικαστηρίων. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι υπάρχει μεγάλος κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης. Αναφέρθηκε σε πληροφορίες για αναδιάρθρωση του ομίλου της εναγομένης, κάτι που δεν διαψεύδεται από την ίδια. Η αγωγή που ήγειρε η εταιρεία Ramilos στα Αγγλικά Δικαστήρια, κατέδειξε επίσης αυτόν τον κίνδυνο. Η απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση της Ramilos δεν εξαλείφει κατά τον συνήγορο τον πραγματικό κίνδυνο, ήτοι ότι η εναγομένη θα χρησιμοποιήσει τα περιουσιακά της στοιχεία με τέτοιο τρόπο ώστε να ματαιώσει κάθε μελλοντική επιδίκαση υπέρ της αιτήτριας, του ποσού που επιζητεί με την αγωγής της. Ήταν περαιτέρω η θέση του συνηγόρου ότι τα προσωρινά μέτρα δεν προκαλούν καμία ενόχληση στην καθ' ης η αίτηση, η οποία ισχυρίζεται ότι κατέχει περιουσιακά στοιχεία πολύ μεγαλύτερα από την αξίωση της ενάγουσας. Την ίδια στιγμή, η καθ' ης η αίτηση έχει τοποθετήσει τα περιουσιακά της στοιχεία σε χώρες εκτός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου τούτου. Εντούτοις, αρνείται να δεχθεί τα υπό κρίση διατάγματα χωρίς να δώσει καμία εξήγηση για αυτό. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, ο συνήγορος ανέφερε ότι η αιτήτρια έχει συμμορφωθεί πλήρως με τις υποχρεώσεις της για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Τα γεγονότα που επικαλείται η καθ' ης η αίτηση δεν έχουν καμία σχέση με την υπόθεση και δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά τη μονομερή έκδοση των διαταγμάτων. Από την άλλη πλευρά, ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση στη δική του αγόρευση, ανέπτυξε αναλυτικά τους λόγους ένστασης που παρατίθενται στο δικόγραφο της ειδοποίησης ένστασης. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, ανέφερε ότι δεν υπάρχει οιαδήποτε νομικά δεσμευτική συμφωνία, εφόσον το προκαταρκτικό έγγραφο (term sheet) δεν συνιστά έγκυρη σύμβαση και δεν αντικατοπτρίζει τις πραγματικές προθέσεις των μερών. Με παραπομπή στο άρθρο 10.1 του Περί Συμβάσεων Νόμου (Κεφ. 149), ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα δεν υπάρχει απόλυτη αποδοχή των όρων του προκαταρκτικού εγγράφου ούτε κοινή αντίληψη μεταξύ των μερών ως προς το σκοπό υπογραφής του. Το εν λόγω έγγραφο, συνιστούσε ένα ενδεικτικό πλάνο για τις μετέπειτα διαβουλεύσεις, αναφορικά με το περιεχόμενο του δεσμευτικού συμβολαίου παροχής υπηρεσιών, το οποίο και θα καθόριζε τις λεπτομέρειες της συνεργασίας μεταξύ των μερών. Η θέση της αιτήτριας ότι η ρήτρα διαιτησίας είναι αόριστη και ασαφής, αντίκειται στη θέση της ότι το εν λόγω έγγραφο, αποτελεί δεσμευτική συμφωνία. Δεν είναι δυνατόν κατά τον συνήγορο, το ίδιο έγγραφο να είναι δεσμευτικό σε σχέση με ορισμένες από τις πρόνοιες του και με άλλες όχι. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι το εν λόγω έγγραφο αποτελεί δεσμευτική συμφωνία, αυτή είναι άκυρη για τον λόγο ότι δεν υπογράφτηκε με την ελεύθερη συναίνεση των καθ' ων η αίτηση. Στην παρούσα υπόθεση, προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η αιτήτρια προέβη σε ψευδείς παραστάσεις προς την καθ' ης η αίτηση ότι ήταν σε θέση να τη βοηθήσει σε σχέση με την εξαγορά των μετοχών της. Οι εκπρόσωποι της αιτήτριας, παρίσταναν τους εαυτούς τους ότι ήταν εξειδικευμένα άτομα στον τομέα των επενδυτικών συμβουλευτικών υπηρεσιών και ειδικότερα στη διευθέτηση μετοχικών διαφορών και εχθρικών εξαγορών. Αυτός ήταν και ο λόγος υπογραφής του εν λόγω εγγράφου από την εναγομένη. Όμως όπως αργότερα αποδείχτηκε, τίποτε από τις πιο πάνω παραστάσεις δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Περαιτέρω, η εν λόγω συμφωνία δεν είναι δεσμευτική αφού ελλείπει το στοιχείο της αντιπαροχής που είναι απαραίτητο για τη συνομολόγηση έγκυρης σύμβασης. Αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι οι αιτητές δεν παρείχαν οποιανδήποτε ουσιαστική συμβουλευτική ή άλλη υπηρεσία προς την καθ' ης η αίτηση σε σχέση με την επικείμενη εξαγορά του μετοχικού κεφαλαίου της APG. Συνεπάγεται επομένως ότι υφίσταται παντελής αποτυχία αντιπαροχής εκ μέρους της αιτήτριας λόγω μη εκπλήρωσης από μέρους της, του όρου για παροχή υπηρεσιών. Γι' αυτό ακριβώς τον λόγο, η καθ' ης η αίτηση δικαιούται σε επιστροφή της ήδη καταβληθείσας πρώτης δόσης, της αμοιβής των USD 225.000,
- Ακόμη όμως κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι η αιτήτρια παρείχε στην καθ' ης η αίτηση κάποια υπηρεσία, αυτή ήταν αποκλειστικά προκαταρκτικής φύσης και μη ουσιώδης από την οποία η καθ' ης η αίτηση δεν απεκόμισε κανένα όφελος και η οποία επ' ουδενί λόγο, ξεπερνά σε αξία το ποσό των USD 225.000,00 που έχει ήδη καταβληθεί στην αιτήτρια. Όσον αφορά την απαίτηση για την πληρωμή αμοιβής επιτυχίας (success fee), ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο σχετικός όρος δεν έχει καμία νομική ισχύ. Αυτό γιατί το εν λόγω έγγραφο έχει τερματιστεί από την καθ' ης η αίτηση ενόψει της παράβασης του από πλευράς αιτήτριας. Περαιτέρω η αιτήτρια δεν δικαιούται σε πληρωμή αμοιβής επιτυχίας αφού αυτό συνιστά ποινική ρήτρα σε σύμβαση κατά παράβαση στο άρθρο 74 του Κεφ.
- Επιπλέον, από τη στιγμή που το έγγραφο αυτό έχει τερματιστεί και δεν έχει ολοκληρωθεί με επιτυχία η συνεργασία των μερών δεν δικαιολογείται επιδίκαση του εν λόγω ποσού. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ακόμα και στην περίπτωση που το έγγραφο αυτό είναι δεσμευτικό, είναι εμφανές ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας να εκδικάσουν την παρούσα υπόθεση. Η σχετική ρήτρα που περιλαμβάνεται στο εν λόγω έγγραφο, αναφέρει το αγγλικό δίκαιο ως το εφαρμοστέο δίκαιο για τις διαφορές των μερών. Αναφέρει επίσης ότι εφαρμόζονται οι κανόνες διαιτησίας του LCIA. Στην απουσία οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας αναφορικά με το forum επίλυσης διαφορών μεταξύ των μερών, είναι σαφές ότι στο εν λόγω έγγραφο υφίσταται ο όρος ότι οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των μερών θα παραπέμπεται και επιλύεται σε διαιτησία στο Λονδίνο, ενώπιον του London Court of International Arbitration (LCIA). Ο συνήγορος ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υφίσταται οποιοσδήποτε κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης. Η ίδια η αιτήτρια, παραδέχεται ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης ξεπερνούν τα USD 300.000.000,
- Πρόκειται δηλαδή για ποσό πολύ μεγαλύτερο της αξίωσης της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή. Η αιτήτρια δεν έχει όμως αποκαλύψει πώς και με ποιο τρόπο, εμφανίζεται κίνδυνος αποξένωσης αυτών των περιουσιακών στοιχείων. Οι δικαστικές διαδικασίες της Ramilos στα Αγγλικά Δικαστήρια που επικαλέστηκε η αιτήτρια δεν σχετίζονται με τα γεγονότα της παρούσας. Επιπλέον, οι πληροφορίες για επικείμενη συγχώνευση και αναδιοργάνωση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης, παρέμεινε ατεκμηρίωτη αφού δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει τις εν λόγω υποψίες της ενάγουσας. Ανεξαρτήτως τούτου, ο συνήγορος αρνήθηκε ότι η καθ' ης η αίτηση σκοπεύει να προβεί σε οποιεσδήποτε αναδιοργανωτικές μεταβιβάσεις των περιουσιακών της στοιχείων. Εν πάση όμως περιπτώσει, ακόμη και σε ενδεχόμενη συγχώνευση της εναγομένης με οποιανδήποτε εταιρεία του ομίλου, τα περιουσιακά της στοιχεία δεν θα χαθούν ενώ οποιαδήποτε αγώγιμα δικαιώματα εναντίον της θα εξακολουθήσουν να υφίστανται και εναντίον της οντότητας που θα προκύψει από τη συγχώνευση. Προκύπτει από τα πιο πάνω κατά τον συνήγορο, ότι η αιτήτρια δεν παρουσίασε οποιοδήποτε γνήσιο κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της καθ' ης η αίτηση. Τέλος, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι το μερίδιο της εναγομένης στην APG, του οποίου η αξία ανέρχεται σύμφωνα με την ίδια την αιτήτρια σε USD 15.000.000,00, είναι παγοποιημένο ενόψει ισοψηφίας με τη Ramilos και συνεπώς η αποξένωση του, είναι πρακτικώς αδύνατη. Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι αυτό γέρνει προς την πλευρά της καθ' ης η αίτηση. Δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις, η οριστικοποίηση του διατάγματος. Σε τέτοια περίπτωση, θα παραμείνουν παγοποιημένα τα περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης μέχρι του ποσού των USD 3.387.000,00 ενώ η αιτήτρια ενδεχομένως να μην έχει οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Σε ό,τι αφορά τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων, προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης ότι δεν δικαιολογείται η πληρωμή αμοιβής επιτυχίας (success fee) στην αιτήτρια. Κατά συνέπεια, η οριστικοποίηση του διατάγματος δεν θα οδηγήσει στη διατήρηση του status quo, αλλά αντιθέτως θα επιφέρει στους αιτητές πλεονέκτημα και θα τους τοποθετήσει σε καλύτερη μοίρα από την καθ' ης η αίτηση. Για τους ιδίους λόγους δεν έχει αποδειχθεί κατά τον συνήγορο, το κατεπείγον στην έκδοση του υπό κρίση διατάγματος. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της δικαστικής διαδικασίας. Η ισχυριζόμενη παράβαση της προκαταρκτικής συμφωνίας και ο παράνομος τερματισμός της, επήλθε στις 5.7.16 ενώ η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 5.10.
- Δεν δόθηκε καμία δικαιολογία από την αιτήτρια για την καθυστέρηση τριών και πλέον μηνών στη λήψη οιωνδήποτε δικαστικών μέτρων. Ο συνήγορος, επανέλαβε στη συνέχεια τον ισχυρισμό ότι η αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια εφόσον παραποίησε τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Παραπλάνησε το Δικαστήριο πρωτίστως ως προς την δεσμευτικότητα του προκαταρκτικού εγγράφου. Απέκρυψε το γεγονός ότι το έγγραφο (term sheet), ήταν ένα προκαταρκτικό και μη δεσμευτικό έγγραφο που υπογράφτηκε αποκλειστικά για σκοπούς καθοδήγησης ενώ η σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών θα αποτελούσε τη μόνη δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών. Το δεύτερο στοιχείο είναι ότι η αιτήτρια παρότι αποκάλυψε την αξία του μεριδίου της εναγομένης στην APG, εντούτοις παρέλειψε να αποκαλύψει στο Δικαστήριο το γεγονός της ισοψηφίας των μετοχών με την Ramilos με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η αποξένωση αυτού του περιουσιακού στοιχείου. Τα πιο πάνω γεγονότα είναι κατά τον συνήγορο, εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας και ανατρέπουν την πραγματική βάση του εκδοθέντος μονομερώς διατάγματος. Συνεπώς η παράλειψη αποκάλυψης τους, καθιστά το προσωρινό διάταγμα ακυρωτέο. Νομική πτυχή Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στα άρθρα 4 & 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6). Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, αφορά την δέσμευση ακίνητης περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής και δεν έχει σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ομοίως δεν εφαρμόζεται το άρθρο 5 του Κεφ. 6, που αφορά δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου προς το σκοπό εκτέλεσης απόφασης που ήθελε πετύχει ο ενάγοντας. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο εξέτασης της παρούσας, είναι το άρθρο 32 του Ν.14/60 επί του οποίου επίσης στηρίζεται η αίτηση και οι πρόνοιες του οποίου έχουν ευρύτερη εφαρμογή στην έκδοση συντηρητικού διατάγματος από τα άρθρα 4 & 5 του Κεφ.
- Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 είναι: • Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. • Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. • Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η προϋπόθεση του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201). Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Σχετική είναι και η υπόθεση Γεώργιου Κοσμά ν Ανδρέα Χ¨Κυπρή κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ. 169 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής στην σελ. 176: «Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή (ιδέ: Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG
(1984)1 CLR 263). Όπως όμως δείχνει καθαρά η υπόθεση Michael v. Brevinos
(1969)1 CLR 578, εκτός ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή.» Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα και δεν περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής δικαιοσύνης. (Βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η νομολογία καθορίζει ότι η διαδικασία σε μονομερή αίτηση, επιβάλλει στον αιτητή να αποκαλύψει στο Δικαστήριο, όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Όπως τονίζεται τόσο στην Αγγλική όσο και στην Κυπριακή νομολογία, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ένας διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και αιτείται στην απουσία του αντιδίκου του, κάποια θεραπεία. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ο αιτητής ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Όπου ο αιτητής εξασφαλίσει όφελος από την απόκρυψη γεγονότων στην μονομερή του αίτηση, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Αυτό γιατί παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Στην Αγγλική υπόθεση Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)3 ALL E.R 188 ο Δικαστής Gibson, αναφέρει ότι η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Το Δικαστήριο κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό και αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή ή δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό. Τα πιο πάνω ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά, το Δικαστήριο σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Συμπεράσματα Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Αυτό γιατί σε περίπτωση που γίνουν αποδεκτοί οι εν λόγω ισχυρισμοί, η αίτηση θα απορριφθεί χωρίς να εξεταστεί κατά πόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για έγκριση της. Ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση στην αγόρευση του, επικαλέστηκε στην ουσία δύο γεγονότα που κατά την άποψη του δεν αποκαλύφθηκαν κατά την μονομερή έκδοση του διατάγματος. Το πρώτο, αφορά στο ότι το έγγραφο (term sheet), ήταν προκαταρκτικό και μη δεσμευτικό και υπογράφτηκε αποκλειστικά για σκοπούς καθοδήγησης ενώ η σύμβαση παροχής συμβουλευτικών υπηρεσιών θα αποτελούσε, την μόνη δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών. Το δεύτερο, σχετίζεται με την ισοψηφία των μετοχών της ενάγουσας στην APG με την εταιρεία Ramilos, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η αποξένωση τους. Έχω μελετήσει με προσοχή τους πιο πάνω ισχυρισμούς και με όλο το σέβας δεν συμφωνώ με την θέση για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Και στα δύο πιο πάνω ζητήματα που επικαλείται ο συνήγορος της η καθ' ης η αίτηση, οι δύο πλευρές προέβαλαν διαφορετικές εκδοχές. Η αιτήτρια δεν αποδέχεται την θέση της καθ' ης η αίτηση ότι η προκαταρκτική συμφωνία (term sheet), δεν είναι δεσμευτική. Αντιθέτως, ήταν από την αρχή η θέση της ότι το έγγραφο αυτό είναι δεσμευτικό και για τα δύο μέρη, πλην της ρήτρας διαιτησίας. Η καθ' ης η αίτηση προβάλλει επίσης διαφορετική εκδοχή ως προς την δυνατότητα αποξένωσης των μετοχών της ενάγουσας στον όμιλο APG. Ήταν σαφής η θέση της ότι ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός, ανεξαρτήτως του ποσοστού συμμετοχής της καθ' ης η αίτηση στο μετοχικό κεφάλαιο. Η διαφωνία ως προς τις εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων δεν είναι στοιχείο που μπορεί να τεκμηριώσει απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης. Ούτε είναι δυνατόν να αποδοθεί στην αιτήτρια, απόκρυψη ενός γεγονότος με το οποίο διαφωνεί και έναντι του οποίου προβάλει διαφορετική εκδοχή. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, γίνεται αναφορά μεταξύ άλλων σε απόκρυψη της μεγάλης οικονομικής επιφάνειας της καθ' ης η αίτηση καθώς και στις ψευδείς παραστάσεις των εκπροσώπων της προς την αιτήτρια ως προς την επαγγελματική τους επάρκεια. Όσον αφορά τις κατ' ισχυρισμό ψευδείς παραστάσεις τις οποίες επίσης αρνείται η αιτήτρια, ισχύουν τα όσα ανέφερα πιο πάνω σε σχέση με την προβολή διαφορετικών εκδοχών εκ μέρους των δύο πλευρών. Το στοιχείο αυτό θα αποφασιστεί μετά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής και όχι σε αυτό στο στάδιο. Εν πάση περίπτωση σε καμία περίπτωση δεν συνιστά απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων. Επιπλέον, τα υπόλοιπα γεγονότα που η καθ' ης η αίτηση επικαλείται με την ένσταση της, όπως η απόκρυψη της μεγάλης οικονομικής επιφάνειας της καθ' ης η αίτηση δεν είναι ουσιαστικής φύσης με την έννοια ότι δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν σημαντικά την κρίση του Δικαστηρίου στην μονομερή έκδοση του διατάγματος. Υπό τας περιστάσεις δεν αποτελούν ουσιαστικά γεγονότα με την έννοια που δίνεται από την νομολογία στον όρο, ώστε παράλειψη αναφοράς σε αυτά να στοιχειοθετεί απόκρυψη που να δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης. Ενόψει των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότων ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης σε προκαταρκτικό στάδιο και χωρίς να εξεταστούν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος. Το δεύτερο στοιχείο που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί της καθ' ης η αίτηση για αδικαιολόγητη καθυστέρηση από την αιτήτρια, στην προώθηση της παρούσας διαδικασίας. Είναι παραδεκτό ότι ο τερματισμός της προκαταρκτικής συμφωνίας επήλθε στις 5.7.16 ενώ η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 5.10.16. Κατά την κρίση μου, η πάροδος τριών μηνών από τον τερματισμό της σύμβασης μέχρι την έγερση δικαστικών διαδικασιών δεν δικαιολογεί υπό τα περιστάσεις, ισχυρισμό για καθυστέρηση δεδομένης και της διεθνούς φύσης της υπόθεσης (βλ. Seamark Consultancy Services Limited ν. Joseph P Lasala, κα
(2007)1 Α.Α.Δ. 162) Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις έγκρισης του αιτήματος. Από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, κρίνω ότι έχει αποδειχθεί η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Η ενάγουσα στην παρούσα αγωγή, επικαλείται την ύπαρξη δεσμευτικής συμφωνίας που κατ' ισχυρισμό έχει παραβιαστεί από την εναγομένη με αποτέλεσμα την δημιουργία ζημιάς, στην ίδια την ενάγουσα. Ο ισχυρισμός αυτός που καθορίζει και την αιτία αγωγής της ενάγουσας, καταδεικνύει κατά την άποψη μου ότι υπάρχει στην παρούσα περίπτωση, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Αναφορικά με την δεύτερη προϋπόθεση για την ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής, έγινε μεγάλη συζήτηση μεταξύ των μερών, στο κατά πόσο το προκαταρκτικό έγγραφο (term sheet) είναι δεσμευτικό. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το εν λόγω έγγραφο είναι δεσμευτικό πλην της ρήτρας διαιτησίας, ενώ η εναγομένη υπεστήριξε ότι αυτό δεν έχει καμία νομική ισχύ και ως εκ τούτου δεν δεσμεύει τους διαδίκους. Χωρίς να αποφαίνομαι επί της ουσίας της αγωγής, είναι νομίζω θεμιτό στο στάδιο αυτό, έχοντας υπόψη το σύνολο του υλικού που τέθηκε ενώπιον μου και ιδιαίτερα τα παραδεκτά γεγονότα, να αποφασίσω για την δεσμευτικότητα ή όχι του εν λόγω εγγράφου, αποκλειστικά και μόνον για να εξεταστεί η δεύτερη προϋπόθεση για την πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Είναι παραδεκτό και από τις δύο πλευρές ότι το εν λόγω έγγραφο υπογράφτηκε λόγω του επείγοντος της κατάστασης και για να ξεκινήσει άμεσα η παροχή των συμβουλευτικών υπηρεσιών και ότι αυτό θα αποτελούσε την βάση για τις μετέπειτα διαπραγματεύσεις προκειμένου να υπογραφεί τελική συμφωνία (Advisory Services Contract). Είναι επίσης παραδεκτό ότι οι συζητήσεις που επακολούθησαν δεν κατέληξαν σε υπογραφή τελικής συμφωνίας. Στα μόνα σημεία που διαφωνούν οι δύο πλευρές, είναι στο κατά πόσον ξεκίνησαν οι συμβουλευτικές υπηρεσίες της ενάγουσας προς την εναγομένη και κατά πόσον το πιο πάνω έγγραφο ήταν δεσμευτικό για τα μέρη. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι ξεκίνησαν οι συμβουλευτικές υπηρεσίες και το έγγραφο ήταν δεσμευτικό, ισχυρισμοί που η εναγομένη αρνείται. Από τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και το υπόλοιπο υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι το εν λόγω έγγραφο (term sheet) που υπεγράφη από τους διαδίκους δεν μπορεί παρά να έχει δεσμευτική ισχύ για τα μέρη. Το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι θα αποτελούσε την βάση για την μετέπειτα τελική και πιο λεπτομερή συμφωνία συνεργασίας δεν σημαίνει ότι πρόκειται για έγγραφο χωρίς καμία νομική αξία. Είναι προφανές από τα παραδεκτά γεγονότα ότι με την υπογραφή του εν λόγω εγγράφου, υπήρχε ξεκάθαρη πρόθεση νομικής αλληλοδέσμευσης μεταξύ των διαδίκων. Το γεγονός αυτό προκύπτει και από το ίδιο το κείμενο του εγγράφου, στο οποίο καθορίζονται οι ουσιαστικές βάσεις της συνεργασίας, οι οποίες θα συνιστούσαν το βάθρο για την υπογραφή του τελικού συμβολαίου. Το γεγονός ότι και ότι το προκαταρκτικό έγγραφο υπογράφτηκε λόγω του επείγοντος της κατάστασης και ότι αναμένετο η υπογραφή τελικής συμφωνίας με όλες τις λεπτομέρειες της συνεργασίας, δεν σημάνει ότι αυτό ήταν χωρίς καμία νομική δέσμευση. Τα γεγονότα της παρούσας, διαφοροποιούνται από αυτά της υπόθεσης Φώτσιου ν. Ηροδότου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1172, στην οποία κρίθηκε ότι δεν υπήρχε ξεκάθαρη πρόθεση νομικής δέσμευσης μεταξύ των διαδίκων, αφού η προκαταρκτική συμφωνία τελούσε υπό την αίρεση της συναίνεσης της εφεσίβλητης. Αντιθέτως στην παρούσα περίπτωση, η προκαταρκτική συμφωνία δεν τελούσε υπό την αίρεση κανενός γεγονότος και εν πάση περιπτώσει, σίγουρα όχι υπό την αίρεση της υπογραφής τελικής συμφωνίας. Τούτου λεχθέντος, το επόμενο ζήτημα που θα εξετάσω είναι το κατά πόσον είναι δεσμευτικός και ο όρος του εν λόγω εγγράφου, ο οποίος καθορίζει διαιτητική ρήτρα επίλυσης των διαφορών των διαδίκων. Ο συνήγορος της ενάγουσας παρότι υποστήριξε την δεσμευτικότητα της προκαταρκτικής συμφωνίας, εντούτοις ισχυρίστηκε ότι η ρήτρα διαιτησίας που αναφέρεται σε αυτήν δεν δεσμεύει τους διαδίκους γιατί είναι ασαφής και αόριστη. Πέραν του γεγονότος ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί αντιφάσκουν μεταξύ τους, είναι νομίζω εμφανές από την ανάγνωση της εν λόγω ρήτρας ότι είναι αρκετά σαφής και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αόριστη. Η ρήτρα διαιτησίας, καθορίζει ρητά ότι όλες οι διαφορές μεταξύ των μερών θα επιλύονται με βάση το Αγγλικό δίκαιο ενώπιον του London Court of International Arbitration (LCIA). Ως εκ τούτου, κρίνω ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν τις διαφορές όπως αναφέρονται στην παρούσα αγωγή. Ο συνήγορος της αιτήτριας στην αγόρευση του, ισχυρίστηκε ότι ακόμα και στην περίπτωση που κριθεί ότι η ρήτρα διαιτησίας είναι δεσμευτική, η αγωγή δεν θα πρέπει να απορριφθεί αλλά να ανασταλεί μέχρι την ολοκλήρωση της διαιτητικής διαδικασίας. Με όλο το σέβας δεν συμφωνώ με την πιο πάνω προσέγγιση. Αντικείμενο της παρούσας δεν είναι η αναστολή της αγωγής αλλά η οριστικοποίηση ή όχι των προσωρινών διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς. Η εναγομένη δεν επικαλείται την ρήτρα διαιτησίας προκειμένου να ανασταλεί η παρούσα αγωγή και να παραπεμφθεί σε διαιτητή. Η επίκληση της ρήτρας διαιτησίας, έγινε στα πλαίσια ισχυρισμού για την έλλειψη δικαιοδοσίας και συνεπακόλουθα, της προϋπόθεσης για ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής όπως καθορίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Έχω την άποψη ότι από την στιγμή που έχει αποδειχθεί ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή λόγω της πιο πάνω ρήτρας για αποκλειστική δικαιοδοσία του του London Court of International Arbitration (LCIA), είναι σαφές ότι η ενάγουσα δεν απέδειξε την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της. Πέραν τούτου, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η ενάγουσα δεν έχει αποδείξει ούτε την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν οριστικοποιηθούν τα υπό κρίση διατάγματα. Η εναγομένη με την ένσταση της, επικαλέστηκε την μεγάλη οικονομική της επιφάνεια, που καταδεικνύει κατά την άποψη της ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, η ενάγουσα δεν θα αντιμετωπίσει κανένα πρόβλημα εκτέλεσης της απόφασης. Η θέση αυτή δεν αμφισβητήθηκε από την ενάγουσα. Αντιθέτως, έγινε επίκληση της μεγάλης οικονομικής επιφάνειας της εναγομένης από τον συνήγορο της ενάγουσας, προκειμένου να καταδείξει ότι αυτή δεν θα υποστεί καμία ταλαιπωρία από την παγοποίηση του ποσού των USD3.387.000,00 που αποτελεί ένα πολύ μικρό, ποσοστό από την περιουσία της. Γεγονός παραμένει ότι η μη αμφισβητηθείσα μεγάλη οικονομική επιφάνεια της εναγομένης, εκμηδενίζει τον κίνδυνο να μην είναι σε θέση η ενάγουσα να εκτελέσει οιανδήποτε απόφαση ήθελε πετύχει στην παρούσα αγωγή. Ούτε η θέση για την πιθανή αναδιάρθρωση των μετοχών του ομίλου της εναγομένης δικαιολογεί την απόδειξη της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Αρχικά θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εν λόγω ισχυρισμός παρέμεινε ατεκμηρίωτος αφού δεν δόθηκε καμία μαρτυρία πέραν κάποιων αόριστων πληροφοριών ότι επίκειται συγχώνευση και αναδιοργάνωση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης. Ανεξαρτήτως τούτου, όπως πολύ σωστά επισημάνθηκε από τον συνήγορο της εναγομένης, ακόμη και σε ενδεχόμενη συγχώνευση της εναγομένης με οποιανδήποτε εταιρεία του ομίλου, δεν έχει αποδειχθεί ότι τα περιουσιακά της στοιχεία θα απωλεσθούν ή ότι οποιαδήποτε αγώγιμα δικαιώματα εναντίον της θα δεν θα εξακολουθήσουν να υφίστανται και εναντίον της οντότητας που θα προκύψει από τη συγχώνευση. Συνοψίζοντας όλα τα πιο πάνω, κρίνω ότι από το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960 ότι δηλαδή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, σε περίπτωση που ακυρωθούν τα εκδοθέντα μονομερώς προσωρινά διατάγματα. Ως αποτέλεσμα, τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 10.10.16 ακυρώνονται. Η ενάγουσα - αιτήτρια να επιβαρυνθεί επίσης με τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από το πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ