Κ.Π. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ & ΣΙΑ κ.α. ν. ΜΙΧΑΛΗΣ (Μάικ) ΤΥΜΒΙΟΣ κ.α., Αγωγή Αρ. 3900/15, 9/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 3900/15 Μεταξύ:
- Κ.Π. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ & ΣΙΑ από Λευκωσία
- Έλενας Ερωτοκρίτου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Ιωάννη Ερωτοκρίτου Εναγόντων -και-
- ΜΙΧΑΛΗΣ (Μάικ) ΤΥΜΒΙΟΣ
- Evgenia Michaelidou Developments Ltd
- Αργύρης Οδυσσέως υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ευθυμίας Μιχαήλ Τύμβιου
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡ. 12.2.16 Μεταξύ:
- Κ.Π. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ & ΣΙΑ από Λευκωσία
- Έλενας Ερωτοκρίτου υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Ιωάννη Ερωτοκρίτου Εναγόντων -και-
- ΜΙΧΑΛΗΣ (Μάικ) ΤΥΜΒΙΟΣ
- Evgenia Michaelidou Developments Ltd
- Νίκος Κληρίδης υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ευθυμίας Μιχαήλ Τύμβιου
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων --------------------------------------- Αίτηση υπό Εναγομένου 4 ημ. 11.10.16 για Απόρριψη ή Διαγραφή Κλητηρίου και Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 9 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενο 4-Αιτητή: κα Θ. Μαυρομουστάκη για Γενικόν Εισαγγελέα Για Ενάγοντες-Καθ΄ων 1: κ. Α. Γεωργιάδης Για Εναγόμενους 1, 2-Καθ΄ ων 2: κα Μ. Πανταζή για Κούσιος, Κορφιώτης Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 3-Καθ΄ ου 3: Καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αίτηση του ο Εναγόμενος 4-Αιτητής αιτείται: (α) Απόρριψη και ή διαγραφή του κλητηρίου και ή της Έκθεσης Απαίτησης ως μη αποκαλύπτουσας οποιαδήποτε εύλογη ή οποιαδήποτε αιτία αγωγής και ή ως επιπόλαιας και ενοχλητικής. (β) Απόρριψη και ή αναστολή της αγωγής και ή τη διαγραφή του κλητηρίου και ή της έκθεσης απαίτησης ως καταχρηστικής της διαδικασίας. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.27 κ.3, Δ.19 κ.26 και Δ.48 κ.1-4 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Από πλευράς γεγονότων αναφέρεται στην αίτηση πως ούτε στη γενική οπισθογράφηση ούτε στην έκθεση απαίτησης αποκαλύπτεται οποιαδήποτε εύλογη ή οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον του Εναγομένου
- Ένσταση καταχώρισαν μόνον οι Ενάγοντες προβάλλοντας επτά λόγους οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι: Α. Η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, αστήρικτη και αδικαιολόγητη. Β. Δεν αποκαλύπτεται βάσιμος λόγος προς επίκληση της Δ.27 κ.3 ενώ η εξουσία βάσει αυτής ασκείται με εξαιρετική φειδώ και αποτελεί εξαιρετικής φύσης μέτρο σε «ξεκάθαρες και προφανείς» περιπτώσεις. Γ. Δεν αποκαλύπτεται βάσιμος λόγος προς επίκληση της Δ.19 κ.26, η οποία δεν παρέχει εξουσία διαγραφής ολόκληρης της αγωγής. Δ. Ο Εναγόμενος 4 εμποδίζεται να επικαλείται απουσία εύλογης αιτίας αγωγής επειδή συναίνεσε στις 12.8.15 στην απολυτοποίηση προσωρινού διατάγματος στα πλαίσια της αγωγής. Ε. Η αίτηση καταχωρίστηκε με καθυστέρηση και συνιστά κατάχρηση. Στ. Η αίτηση ουσιαστικά καταχωρείται υπό τον μανδύα αίτησης για ακύρωση του απόλυτου διατάγματος ημ. 12.8.15, το οποίο ήδη αποφασίστηκε στις 13.4.16 και συνεπώς υπάρχει κώλυμα δεδικασμένου. Ζ. Ο αποκλεισμός Εναγομένου πρέπει να ασκείται με φειδώ. Στην παρούσα είναι ξεκάθαρη η ιδιότητα του Εναγομένου
- Το δε διάταγμα μπορούσε να εκδοθεί εναντίον του χωρίς να εναχθεί και ή ακόμα χωρίς την ύπαρξη αιτίας αγωγής εναντίον του. Ως γεγονότα τα οποία υποστηρίζουν την ένσταση τους οι Ενάγοντες:
- Παραθέτουν απόσπασμα από το κλητήριο τύπου Δ.2 κ.1 στο οποίο αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος 4 ενάγεται ως έχων στην κατοχή του ποσό €3.400.000 προς όφελος των Εναγομένων 1-3 λόγω απαλλοτρίωσης γης τους, του οποίου επίκειτο η πληρωμή στους ανωτέρω, εκτός εάν ο Εναγόμενος 4 διετάσσετο να μην πληρώσει ποσό μέχρι €202.944 που ισοδυναμεί με την αξίωση των Εναγόντων, οπότε ενήγαγαν και τον Εναγόμενο 4 αξιούντες διάταγμα όπως αυτός μη αποξενώσει ποσό μέχρι €202.944 μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής. Προσθέτουν οι Ενάγοντες πως εάν ο Εναγόμενος 4 πληρώσει το πιο πάνω ποσό στον Εναγόμενο 1 οι Ενάγοντες δεν θα δυνηθούν να εισπράξουν το λαβείν τους.
- Προσθέτουν περαιτέρω ότι οι παλαιότεροι ισχυρισμοί της Ενάγουσας 2 σε ένορκη της δήλωση ημ. 29.7.15 για αδυναμία του Εναγομένου 1 να εκπληρώσει τις οικονομικές του υποχρεώσεις δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ και μάλιστα στη βάση αυτής (της ένορκης δήλωσης) ο Εναγόμενος 4 συναίνεσε χωρίς επιφύλαξη στις 12.8.15 στην απολυτοποίηση του εκδοθέντος στις 30.7.15 προσωρινού διατάγματος. Γεγονότα Όπως συνάγεται από τα πιο πάνω, καθώς και εν μέρει από τις αγορεύσεις των δύο αντιμαχόμενων πλευρών προκύπτουν τα ακόλουθα ως κοινό υπόβαθρο γεγονότων: α) Η ως άνω αγωγή καταχωρίστηκε στις 29.7.15 συνοδευόμενη από μονομερή αίτηση για απαγορευτικό διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 4 περί μη αποξένωσης ποσού €202.944 από το ήδη δεσμευθέν σε άλλη αγωγή (2977/13) και ευρισκόμενο στην κατοχή του ποσό των €3.400.
- β) Στις 30.7.15 εκδόθηκε το πιο πάνω απαγορευτικό διάταγμα, το οποίο και κατέστη απόλυτο με τη συναίνεση του Εναγομένου 4 στις 12.8.
- γ) Στις 13.8.15, δηλαδή την αμέσως επόμενη μέρα, ο Εναγόμενος 4 κατόπιν διευθέτησης της αγωγής 2977/13 κατέβαλε το υπόλοιπο ποσό εκ των €3.400.000 στους Εναγόμενους 1, 2 και
- Νομική Πτυχή Παρά τη συμπερίληψη στην αίτηση διαφόρων ανάμικτων αιτητικών και νομικών βάσεων εντούτοις καθίσταται σαφές τόσο από το παρατεθέν στο σώμα της αίτησης πραγματικό υπόβαθρο όσο και από την αγόρευση του Εναγομένου 4 πως στην πραγματικότητα επιδιώκεται η απόρριψη της αγωγής επί τω ότι «[Ο]ύτε στη γενική οπισθογράφηση αλλά ούτε και στην έκθεση απαίτησης ... αποκαλύπτεται οποιαδήποτε εύλογη ή οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον του Εναγομένου 4». Τα πιο πάνω καταγραφέντα στην αίτηση αναμφίβολα παραπέμπουν στη Δ.27 κ.3, στη βάση της οποίας και θα πρέπει να εξεταστεί η αίτηση, χωρίς κατά τη γνώμη μου να εγείρεται ζήτημα εφαρμογής της Δ.19 κ.26 βάσει της οποίας, όντως, σύμφωνα με τη Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1338, «. η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής .». Αντίθετα, σύμφωνα με τη Δ.27 κ.3 το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως οποιοδήποτε δικόγραφο διαγραφεί επί τη βάσει του ότι δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία και σε τέτοια περίπτωση ή σε περίπτωση που η αγωγή φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι μηδαμινή ή ενοχλητική, δύναται να διατάξει όπως αυτή ανασταλεί ή απορριφθεί ή να εκδώσει απόφαση ως θα είναι δίκαιο. Όπως επιβεβαιώνεται από τη Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδης
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1852 τα πιο πάνω άπτονται της εγκυρότητας δικογράφου, ζήτημα το οποίο εξετάζεται στη βάση της Δ.27 κ.3 και όχι της Δ.19 κ.26, η οποία στοχεύει στη συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Από την ίδια απόφαση συνάγεται πως γενικά η διαγραφή δικογράφου συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αναμφίβολα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Όπως διαφορετικά τέθηκε στη Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1316 η αγωγή δεν απορρίπτεται παρά μόνο στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι:
(1)πράγματι το δικόγραφο του ενάγοντος χωρίς οποιαδήποτε αμφιβολία δεν περιέχει αιτία αγωγής και
(2)η αγωγή δεν μπορεί να διασωθεί κατόπιν τροποποιήσεων τις οποίες θα μπορούσε νόμιμα το Δικαστήριο να επιτρέψει. Στη Δημοκρατία ν. Γεωργίου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 704 με αναφορά στην Drummond - Jackson v. British Medical Association
(1970)1 All E.R. 1094 λέχθηκε πως το βασικό ερώτημα το οποίο εγείρεται είναι κατά πόσον η έκθεση απαίτησης αποκαλύπτει μια κατ΄ ισχυρισμόν αιτία αγωγής η οποία έχει κάποια πιθανότητα επιτυχίας ("Does this statement of claim disclose an alleged cause of action which has some chance of success?"). Η δε εισήγηση ότι δεν υπήρχε εύλογο αγώγιμο δικαίωμα απερρίφθη αφού κρίθηκε πως η κατ΄ ισχυρισμόν παραβίαση (των άρθρων 28, 30, 35) του Συντάγματος προέβαλλε ως εύλογη βάση αγωγής. Στη μεταγενέστερη Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Δημοκρατία
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 21 το Εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση απόρριψης της αγωγής, κρίνοντας ότι το δικόγραφο του ενάγοντος δεν ήταν αναντίλεκτα ανυπόστατο. Εκτιμήθηκε πως απεκάλυπτε τα αγώγιμα δικαιώματα της αμέλειας και της παράβασης θεσμίων καθηκόντων εναντίον της Δημοκρατίας, για την οποίαν υπήρχε ισχυρισμός ότι είχε την ευθύνη επίβλεψης της εκτέλεσης έργων κατασκευής επί λεωφόρου μέσω εταιρείας κατασκευών. Αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Το στάδιο εξέτασης αιτήσεως διαγραφής δικογράφου ως μη αποκαλύπτοντος αγώγιμο δικαίωμα εναντίον κάποιου εναγομένου δεν προσφέρεται για την εξέταση από το δικαστήριο της ισχύος της υπόθεσης του ενάγοντος. Εκείνο που εξετάζεται στα πλαίσια αίτησης διαγραφής δικογράφου είναι το κατά πόσο το δικόγραφο του οποίου ζητείται η διαγραφή είναι ανυπόστατο και μάλιστα αναντίλεκτα ανυπόστατο. .................................... Εκτιμούμε ότι, στην παρούσα υπόθεση, το πρωτόδικο δικαστήριο εξέτασε ουσιαστικά την ουσία της επίδικης διαφοράς και δεν περιορίστηκε μόνο στο κατά πόσο η έκθεση απαίτησης αποκάλυπτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εφεσιβλήτων-εναγομένων 2, όπως θα έπρεπε». Κρίνεται όμως πως πριν την ειδικότερη ενασχόληση με το θέμα της ύπαρξης αιτίας αγωγής στην παρούσα, προέχει η εξέταση των λόγων ένστασης που αφορούν το κώλυμα και την καθυστέρηση. Ισχυρισμός περί κωλύματος Οι Ενάγοντες προβάλλουν πως ο Εναγόμενος 4 εμποδίζεται λόγω συμπεριφοράς και λόγω δεδικασμένου στην εκ των υστέρων αμφισβήτηση της ύπαρξης εύλογης αιτίας αγωγής εναντίον του. Κατά την εισήγηση τους δεν μπορεί ο Εναγόμενος 4 και συγκατατεθείς στην απολυτοποίηση του προσωρινού διατάγματος να ανακαλέσει τη συναίνεση του και ή να προωθήσει το ίδιο αίτημα υπό τον μανδύα της απόρριψης της αγωγής ως μη αποκαλύπτουσας αιτίας αγωγής. Επικαλούνται προς τούτο απόσπασμα από το σύγγραμμα Law and Practice of Injunctions, W. Kerr, 6η έκδοση, σελ. 663, το οποίο έχει ως εξής: "A party who has deliberately consented to a perpetual injunction cannot be permitted to withdraw his consent merely because he has subsequently discovered that he might have a good defence to the action". Όπως περαιτέρω εξειδικεύεται η πιο πάνω εισήγηση, εφόσον σε διάταγμα διηνεκές δεν επιτρέπεται η ανάκληση της συγκατάθεσης πολύ περισσότερο δεν επιτρέπεται στην παρούσα κατά την οποία ο Εναγόμενος 4 συγκατατέθηκε όπως το διάταγμα καταστεί απόλυτο μέχρι αποπερατώσεως της αγωγής. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί πως όπως προκύπτει από το σύγγραμμα Halsbury's Law of England, 3η έκδοση, Τόμος 15, παρ. 336, κώλυμα από δεδικασμένο ή από οιονεί δεδικασμένο εγείρεται όταν ένα επίδικο γεγονός έχει αποφασιστεί δικαστικώς με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ των διαδίκων από δικαστήριο το οποίο είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί του θέματος και το ίδιο θέμα προβάλλει άμεσα προς εξέταση σε μεταγενέστερες διαδικασίες μεταξύ των ιδίων διαδίκων (βλ. Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 1298). Στην παρούσα περίπτωση σαφώς και δεν υπήρξε οποιαδήποτε τελεσίδικη απόφαση περί ύπαρξης ή όχι εύλογης αιτίας αγωγής. Η δε συμπεριφορά ή δηλώσεις διαδίκου θεμελιώνουν δικαιϊκό κώλυμα (equitable estoppel) μόνον όταν (α) οι παραστάσεις αυτές είναι σαφείς και (β) ο αντίδικος βασίζεται σε αυτές και αναπροσαρμόζει τη θέση του σε τέτοιο βαθμό που θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον πρώτο (διάδικο) να αποστεί από αυτές (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Εταιρείας Τεχνικών Έργων Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 94 και Γιαβρή ν. Πάσιου
(2004)1(Α) Α.Δ.Δ. 125). Με κάθε σεβασμό προς την εισήγηση δεν συμφωνώ ότι στην παρούσα περίπτωση τίθεται ζήτημα οποιασδήποτε μορφής κωλύματος και πολύ περισσότερο λόγω δεδικασμένου. Αυτό το οποίο έπραξε ο Εναγόμενος 4 ήταν να μην φέρει ένσταση αποφεύγοντας την ακρόαση για ένα τέτοιο θέμα και αποδεχόμενος την οριστικοποίηση του διατάγματος. Το ισχυρότερο το οποίο θα μπορούσε να λεχθεί είναι πως σε εκείνο το στάδιο αποδέχθηκε ότι υπήρχε κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, σύμφωνα με τη νομολογία για το θέμα, αλλά και τούτο δεν μπορεί να είναι ασύνδετο με την όποια έκθεση απαίτησης καταχωριστεί αργότερα. Εν πάση περιπτώσει είναι προφανές πως ο Εναγόμενος 4 δεν επιχειρεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπον να αποσύρει τη δοθείσα συγκατάθεση του στην απολυτοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος. Ούτε τίθεται ζήτημα διαφοροποίησης της εκφρασθείσας παλαιότερα θέσης του. Συναίνεσε στην απολυτοποίηση του διατάγματος μέχρι οριστικής αποπερατώσεως της αγωγής και με την παρούσα αίτηση του και αφού πλέον έλαβε γνώση της έκθεσης απαίτησης επιδιώκει με δικονομικά μέσα, τα οποία του παρέχονται, ακριβώς την οριστική αποπεράτωση της αγωγής για τον ίδιο. Το ερώτημα λοιπόν το οποίο τίθεται είναι κατά πόσο διάδικος ο οποίος συγκατατέθηκε σε απολυτοποίηση προσωρινού διατάγματος κωλύεται αργότερα (
- i)είτε κατά την ακρόαση της ουσίας της αγωγής να προβάλει οποιαδήποτε υπεράσπιση, συμπεριλαμβανομένης της μη ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος (
- ii)είτε οποτεδήποτε πριν την ακρόαση και χρησιμοποιώντας άλλες δικονομικές πρόνοιες να προβάλει και προωθήσει παρόμοια θέση ότι δεν αποκαλύπτεται αιτία αγωγής ή και παραπλήσια θέση η οποία θα οδηγούσε στην αναστολή ή απόρριψη της αγωγής. Δεν θεωρώ ότι δύναται βάσιμα να υποστηριχθεί η άποψη ότι περιορίζονται κατά τον πιο πάνω τρόπο οι υπερασπίσεις τις οποίες θα μπορούσε να προβάλει κάποιος εναγόμενος στην ακρόαση, εξαιτίας δηλαδή μιας συγκατάθεσης στο ενδιάμεσο στάδιο. Αναμφίβολα κατά την ακρόαση δύναται να προβάλει την υπεράσπιση που επιθυμεί. Ούτε βεβαίως καθιερώθηκε οποτεδήποτε οποιαδήποτε αρχή πως ο διάδικος ο οποίος αποδέχθηκε την οριστικοποίηση διατάγματος στερείται μεταγενέστερα οποιωνδήποτε δικονομικών δικαιωμάτων ή ωφελημάτων, όπως π.χ. το δικαίωμα υποβολής αίτησης για απόρριψη της αγωγής ή για προδικαστική εκδίκαση νομικού ζητήματος. Ενόψει του ότι ο Εναγόμενος 4 έλαβε γνώση της έκθεσης απαίτησης πολύ μεταγενέστερα θεωρώ πως είχε κάθε δικαίωμα να προωθήσει την παρούσα και κατά τη δική μου γνώμη άδικο θα ήταν εάν του στερείτο ένα τέτοιο δικαίωμα. Καθυστέρηση Δεν συμφωνώ επίσης ότι τίθεται οποιοδήποτε θέμα καθυστέρησης στην καταχώριση της αίτησης. Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 29.7.15 επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου. Οι αξιώσεις των Εναγόντων αποκρυσταλλώθηκαν μόνο με την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, ήτοι στις 28.3.16 και δικαιωματικά ο Εναγόμενος 4 ανέμενε να λάβει γνώση των αξιώσεων αυτών. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι χρόνος έξι μηνών συνιστά υπερβολικό χρόνο και εν πάση περιπτώσει δεν είναι τέτοιος που να καθιστά την αίτηση απορριπτέα για ένα τέτοιο λόγο. Περαιτέρω, για ό,τι αξίζει, να σημειωθεί πως ο Εναγόμενος 4 στην αίτηση του αναφέρει πως παρέλαβε την έκθεση απαίτησης στις 27.9.16, χωρίς να έχει καθ΄ οιονδήποτε τρόπο αντικρουστεί, έστω και υπό μορφή γεγονότων τα οποία παρέθεσαν και στη δική τους ένσταση οι Ενάγοντες για κάποια άλλα θέματα. Αιτία αγωγής Οι Ενάγοντες, απαντώντας στη θέση ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής προβάλλουν ότι τέτοια αιτία καταδεικνύεται από την παράγραφο Α της γενικής οπισθογράφησης και τις παραγράφους 6, 7, 8, 30 και 31 της έκθεσης απαίτησης. Αξίζει να παρατεθούν αυτούσιες οι εν λόγω παράγραφοι οι οποίες είναι οι μόνες που περιέχουν κάποια αναφορά στον Εναγόμενο 4 και έχουν ως εξής: Από τη Γενική Οπισθογράφηση: «(Α) Ο Εναγόμενος 4 ενάγεται υπό την ιδιότητα του ως εμπιστευματοδόχος ποσού ανερχομένου σε περίπου €3,400.000.- πλέον τόκους και/ή ως έχων στον έλεγχο και την κατοχή του το εν λόγω ποσό προς όφελος και για λογαριασμό των Εναγομένων 1, 2 και/ή 3, ποσόν το οποίο αντιπροσωπεύει υπόλοιπο αποζημίωσης από απαλλοτρίωση Τουρκοκυπριακής γης ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1, 2 και/ή 3 δυνάμει συμβιβασμού μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Εναγομένων 1 και 2 στο πλαίσιο συνολικής διευθέτησης των απαιτήσεων των Εναγομένων 1,2 και 3 κατά της Τουρκίας και/ή της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας κατά ή περί 21.6.12 από το δεσμευμένο ποσό στην αγωγή αρ.2977/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, δυνάμει προσωρινού διατάγματος 27.2.15 το οποίο κατέστη απόλυτο την 13.5.15, και του οποίου επίκειται η πληρωμή στους Εναγόμενους 1, 2 και/ή 3 από τον Εναγόμενο 4 εκτός εάν αυτός διαταχθεί να μην πληρώσει ποσόν μέχρι €202,944.- στο οποίο ανέρχεται η αξίωση των Εναγόντων, όθεν οι Ενάγοντες ενάγουν τον Εναγόμενο 4 υπό την ιδιότητα του αυτή αξιούντες διάταγμα όπως αυτός μη αποξενώσει ποσό μέχρι €202,944.- μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής αυτής καθότι σε μια τέτοια περίπτωση οι Ενάγοντες δεν θα δυνηθούν να εισπράξουν το λαβείν τους». Από την Έκθεση Απαίτησης: «6. O Εναγόμενος 4 κατά τον χρόνο έγερσης της παρούσας αγωγής είχε στην κατοχή ή τον έλεγχο του ή ως εμπιστευματοδόχος προς όφελος των Εναγομένων 1, 2 και 3 ποσό ύψους €3,400.000.-(τριών εκατομμυρίων τετρακοσίων χιλιάδων ευρώ) από το υπόλοιπο αποζημίωσης απαλλοτρίωσης τουρκοκυπριακής ιδιοκτησίας γης των Εναγομένων 1, 2 και/ή 3 στους οποίους επίκειτο η πληρωμή του, από τον Εναγόμενο 4, δυνάμει συμβιβασμού μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των εν λόγω Εναγομένων στο πλαίσιο συνολικής διευθέτησης των απαιτήσεων των Εναγομένων 1 και 2 κατά της Τουρκίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας, ποσόν δεσμευμένο δυνάμει προσωρινού διατάγματος 27.2.15 που κατέστη απόλυτο την 13.5.15, στην αγωγή αρ.2977/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την οποία ήγειρε ο Εναγόμενος 3 εναντίον των Εναγομένων 1,2 και 4. 7. Oι Ενάγοντες ταυτόχρονα με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής εξασφάλισαν την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, ημερομηνίας 30.7.15, το οποίον την 12.8.15 κατέστη απόλυτον δυνάμει του οποίου απαγορεύτηκε στον Εναγόμενο 4 να καταβάλει στους Εναγόμενους 1,2 και/ή 3 ποσό αξίας μέχρι και €202,944.- από το ήδη δεσμευμένο ποσό των €3,400.000.- στην αγωγή αρ.2977/13 μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής. Το δε υπόλοιπο ποσό από τα €3,400.000.- ο Εναγόμενος 4, κατόπιν διευθέτησης της αγωγής 2977/13, κατέβαλε στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 την 13.8.15 αμέσως μετά την "απολυτοποίηση" του διατάγματος στην παρούσα αγωγή και την αντικατάσταση του διαχειριστή Αργύρη Οδυσσέως. 8. Η απαίτηση των Εναγόντων ενάντια στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 είναι για δικηγορικά έξοδα και για παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες σ' αυτούς, πάντοτε κατόπιν οδηγιών, σε αριθμό υποθέσεων ενώπιον των Κυπριακών Δικαστηρίων ως επίσης και σε σχέση με προσφυγές των Εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα μαζί και/ή ξεχωριστά στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), λεπτομέρειες των οποίων εκτίθενται πιο κάτω στην Έκθεση Απαίτησης. 30. Με επιστολή τους ημερομηνίας 2.7.15 οι Ενάγοντες απαίτησαν από τους Εναγομένους 1, 2 και 3 όλα τα υπό αυτών οφειλόμενα ποσά για τις προς αυτούς ήδη προσφερθείσες υπηρεσίες και/ή τη δικηγορική αμοιβή των Εναγόντων για τις 20 υποθέσεις που περιγράφονται στις Λεπτομέρειες της παραγράφου 9 πιο πάνω αξιώνοντας, ποσόν ανερχόμενο στις €202,944.- 31. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 μέχρι σήμερα κανένα ποσόν δεν πλήρωσαν σε σχέση με τις 20 υποθέσεις της παραγράφου 9, το δε οφειλόμενο συνολικό ποσό για τις ήδη προσφερθείσες υπηρεσίες και/ή τη δικηγορική αμοιβή των Εναγόντων ανέρχεται στις €202,944.- το οποίο οι Ενάγοντες απαιτούν». Να σημειωθεί πως οι Ενάγοντες παραθέτουν αναλυτικά στοιχεία για 20 δικαστικές υποθέσεις τις οποίες χειρίστηκαν ως δικηγόροι, καθώς και τις αναλυτικές χρεώσεις δικηγορικής αμοιβής για την κάθε υπόθεση, οι οποίες (χρεώσεις) συμποσούνται σε €202.944, ποσόν το οποίο αξιούν από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, κατά το πλείστον αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως. Σαφέστατα λοιπόν η αγωγή αφορά αξίωση αμοιβής για παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες από δικηγόρους. Το γιατί ενεπλάκη ο Εναγόμενος 4 σε μια τέτοια αγωγή απαντάται από τους Ενάγοντες στην αγόρευση τους. Αναφέρουν πως ο Εναγόμενος 4 και ουδείς άλλος εκ των υπολοίπων εναγομένων έχει στην κατοχή του το ποσό το οποίο απαιτούν (οι Ενάγοντες) ως εμπιστευματοδόχος προς όφελος των Εναγομένων 1, 2 και 3 και ότι εάν ο Εναγόμενος 4 πληρώσει το αξιούμενο ποσό των €202.944 στον Εναγόμενο 1, τότε οι Ενάγοντες δεν θα δυνηθούν να εισπράξουν το λαβείν τους. Όπως προκύπτει από το σύνολο των δικογράφων το ποσό των €3.400.000 αποτελούσε την τελευταία δόση αποζημίωσης για απαλλοτρίωση γης των Εναγομένων 1, 2 και 3. Το ποσό αυτό όμως είχε παγοποιηθεί εις χείρας του Εναγομένου 4 βάσει ενδιάμεσου διατάγματος ημ. 27.2.15 στην αγωγή 2977/13 την οποίαν ήγειρε ο Εναγόμενος 3 διαχειριστής εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 και το οποίο διάταγμα είχε καταστεί απόλυτο στις 13.5.15. Όπως αναφέρει η Ενάγουσα 2 σε παλαιότερη ένορκη δήλωση της (ημ. 29.7.15) το γεγονός αυτό η ίδια το είχε πληροφορηθεί στις 2.7.15, δηλαδή λίγο πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής. Η όλη ουσία εν τέλει καταλήγει να είναι ότι οι Ενάγοντες είχαν απαίτηση εναντίον των Εναγομένων 1-3 για €202.944, ενώ ο Εναγόμενος 4 (η Δημοκρατία) χρωστούσε την τελευταία δόση αποζημίωσης για απαλλοτρίωση εξ €3.400.000 στους Εναγομένους 1-3. Οι Ενάγοντες θέλοντας να διασφαλίσουν την είσπραξη του λαβείν τους σε περίπτωση που επιτύχουν στην παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1-3 κινήθηκαν με την παρούσα αγωγή τους και εναντίον του Εναγομένου 4, εξασφαλίζοντας το προαναφερθέν διάταγμα μη αποξένωσης του ποσού των €202.944. Είναι όμως ηλίου φαεινότερο πως δεν είχαν οποιοδήποτε λόγο να κινηθούν δικαστικώς εναντίον του Εναγομένου 4 είτε στη βάση συμβατικής είτε στη βάση αδικοπρακτικής ευθύνης είτε καθ΄ οιονδήποτε άλλον τρόπο, τουλάχιστον εξ όσων αναφέρουν στην έκθεση απαίτησης τους. Σαφέστατη στοιχειοθέτηση της πιο πάνω διαπίστωσης παρέχεται από τη μόνη αξίωση η οποία διατυπώνεται εναντίον του Εναγομένου 4 στην καταληκτική §38 της έκθεσης απαίτησης τους, η οποία έχει ως εξής: «(Δ) Ενάντια στον Εναγόμενο 4 όπως μη αποξενώσει ή με οποιοδήποτε τρόπο καταβάλει προς τους Εναγομένους 1, 2 και/ή 3 ποσό αξίας μέχρι και €202,944.- το οποίο είναι ήδη δεσμευμένο δυνάμει προσωρινού διατάγματος 30.7.15 το οποίο κατέστη απόλυτο στις 12.8.15 μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αγωγής». Η διατύπωση εν τέλει αξίωσης για ένα τελικό και διηνεκές διάταγμα μη αποξένωσης με μοναδικό προφανώς στόχο τη διασφάλιση του λαβείν των Εναγόντων ίσως μέσω άλλων διαδικασιών (π.χ. μεσεγγύησης), επιβεβαιώνει πως δεν υπάρχει οποιαδήποτε εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του Εναγομένου 4. Ο απλός χαρακτηρισμός του τελευταίου ως «εμπιστευματοδόχου» επειδή οφείλει κάποιο ποσό στους υπόλοιπους εναγομένους δεν δημιουργεί εύλογη αιτία αγωγής. Ο Εναγόμενος 4 δεν είχε στην κατοχή του κάποιο συγκεκριμένο αντικείμενο ή άλλη ταυτοποιήσιμη περιουσία λόγω της οποίας θα μπορούσε ίσως να θεωρηθεί ως αναγκαίος διάδικος στη διαδικασία. Ουσιαστικά υπέχει θέση χρεώστη έναντι των Εναγομένων 1-3, οι οποίοι με τη σειρά τους και στη βάση των προβληθέντων ισχυρισμών υπέχουν θέση χρεωστών έναντι των Εναγόντων στην παρούσα. Η πρακτική της έγερσης αγωγής από πιστωτή εναντίον χρεώστη και της προσθήκης ως συνεναγομένου κάποιου τρίτου ο οποίος οφείλει χρήματα στον εν λόγω χρεώστη προς διασφάλιση του λαβείν του εν λόγω πιστωτή δεν βρίσκει έρεισμα στον νόμο ή στη νομολογία. Μια τέτοια πρακτική θα καθιστούσε υποκείμενο σε αγωγή τον κάθε χρεώστη κάθε εναγόμενου σε κάθε αγωγή για χρέος. Κατά τη γνώμη μου διακρίνεται η περίπτωση έκδοσης διατάγματος εναντίον εναγομένου, το οποίο εκ των πραγμάτων επηρεάζει τρίτο πρόσωπο - μη διάδικο στη βάση της Cetelem S.A. v. Roust Holdings Ltd
(2005)2 Lloyd's την οποίαν επικαλέστηκαν οι Ενάγοντες. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω καταλήγω ότι η αίτηση είναι βάσιμη και θα πρέπει να επιτύχει καθότι δεν έχει καταδειχθεί εύλογη αιτία αγωγής εναντίον του Εναγομένου 4. Ως εκ τούτου η αγωγή εναντίον του Εναγομένου 4 απορρίπτεται. Τα έξοδα τόσον της αίτησης όσον και της αγωγής επιδικάζονται προς όφελος του Εναγομένου 4 και εις βάρος των Εναγόντων ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ