← Κύπρος

Ερατώ Αριστοδήμου ν. NISO DEVELOPERS LTD, Αρ.Αγωγής: 881/2009, 15/5/2017

Ερατώ Αριστοδήμου ν. NISO DEVELOPERS LTD, Αρ.Αγωγής: 881/2009, 15/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ.Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ.Αγωγής: 881/2009 Μεταξύ: Ερατώ Αριστοδήμου Ενάγουσας και NISO DEVELOPERS LTD Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 06.06.2016 Ημερομηνία: 15.05.2017 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Αιτήτρια: κ.Θεοδοσίου με κ.Βελάρη Για την Καθ΄ης η αίτηση: κ.Χ"Eυτυχίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ζητείται προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγόμενη και/ή Διευθυντές της από το να πωλήσουν ή/και μεταβιβάσουν ή/και δωρήσουν ή/και άλλως πως διαθέσουν ή/και επιβαρύνουν ή/και αποξενώσουν οποιαδήποτε κινητή ή/και ακίνητη ιδιοκτησία ή οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στα άρθρα 7, 11, 15, 23 και 25 του Συντάγματος, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στον Περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149 άρθρο 73, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, Θ1, 2, 8 και 9, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στη διακριτική ευχέρεια και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τίθεται με την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας η οποία, αφού προσδιορίζει τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αξίωση της, επισυνάπτοντας επίσης, προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, ως Τεκμήριο 1 την γραπτή κατάθεση της, την οποία κατέθεσε ως μέρος της μαρτυρίας της, στη ακροαματική διαδικασία, με τα επισυνημμένα, σ΄αυτή, Τεκμήρια που κατέθεσε στα πλαίσια της μαρτυρίας της, ανέφερε ότι πριν την ακροαματική διαδικασία, τόσο στις 07/12/2011 όσο και στις 27/01/2014, προέβηκε σε έρευνες στα αρχεία του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας αναφορικά με την ακίνητη περιουσία η οποία ήταν εγγεγραμμένη επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση στην επαρχία Λευκωσίας. Από τις εν λόγω έρευνες διαφάνηκε ότι η Καθ' ης η Αίτηση τόσο το 2011 όσο και το 2014 ήταν κάτοχος και ιδιοκτήτης μεγάλης ακίνητης περιουσίας, η οποία σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της εναντίον της, θα μπορούσε να εκποιηθεί προς εκτέλεση και ικανοποίηση τυχόν απόφασης που θα μπορούσε να εκδοθεί υπέρ της. Συγκεκριμένα και πέραν του ακινήτου στο οποίο ανεγέρθηκαν οι επίδικες κατοικίες και το οποίο αφορούσε την Συμφωνία, ημερομηνίας 09/02/2006, η Καθ' ης η Αίτηση, σύμφωνα με την έρευνα ημερομηνίας 27/01/2014, φαίνονταν ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης 1/2 μεριδίου διαμερίσματος το οποίο βρισκόταν στην Λευκωσία, Δήμος Λευκωσίας, περιοχή Παναγιά, Φ./Σχ 21/55W1, Τμήμα 5, τεμάχιο 2418, και επίσης ιδιοκτήτης 1/2 μεριδίου οικοπέδου με αριθμό εγγραφής Φ.Σχ. 21/55Ε2, Τμήμα 2, Τεμάχιο υπ. αριθμό 1123, το οποίο βρίσκεται στην Λευκωσία, Δήμος Λευκωσίας, Περιοχή Βουδομάκτρας, τα οποία ακίνητα δεν βαρύνοντο με οποιαδήποτε εμπράγματα βάρη ή επιβαρύνσεις. Το ακίνητο στο οποίο είχαν ανεγερθεί οι επίδικες κατοικίες επ' ονόματι της Καθ' ης η Αίτηση χωρίς κατατεθειμένο πωλητήριο έγγραφο ήταν μόνο η κατοικία υπ. Αριθμό 3, τεμάχιο 1219 Φ/ΣΧ 30/28Ε1, τμήμα Α Άγιος Νικόλαος, Λακατάμειας, Λευκωσία, οδός Σάββα Ξενή 3, (όπως αριθμήθηκε αργότερα από τον Δήμο Λακατάμειας) ενώ η Καθ' ης η Αίτηση ήταν επίσης εγγεγραμμένη ιδιοκτήτης των ακινήτων με αριθμό εγγραφής τεμαχίου 1029 Φ/Σχ. 30728Ε1, τμήμα 4, Δήμο Άγιος Νικόλαος Λακατάμεια και αριθμό εγγραφής τεμαχίου 499 Φ/Σχ 30/28Ε1, τμήμα 7 τα οποία όμως βαρύνοντο με εμπράγματα βάρη. Αφού ξεκίνησε η ακρόαση της υπόθεσης και για σκοπούς καθορισμού της δυνατότητας εκτέλεσης και ικανοποίησης της τυχόν απόφασης που θα εκδίδετο υπέρ της, έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της όπως προβούν εκ νέου σε έρευνες στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας και έρευνα στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αναφορικά με ακίνητα σε ολόκληρη την Κύπρο, με την οποία διαπιστώθηκε ότι μέχρι την ημερομηνία εκείνη, η Καθ' ης η Αίτηση είχε αποξενώσει και μεταβιβάσει σε τρίτα πρόσωπα ήτοι το 1/2 μερίδιο του διαμερίσματος στη Λευκωσία, Δήμος Λευκωσίας, περιοχή Παναγιά με Φ./Σχ 21/55W1, Τμήμα 5, τεμάχιο 2418, και επίσης το ½ μερίδιο του οικοπέδου με αριθμό εγγραφής Φ./Σχ 21/55Ε2, Τμήμα 2, Τεμάχιο υπ. αριθμό 1123, το οποίο βρίσκεται στην Λευκωσία, Δήμος Λευκωσίας, Περιοχή Βουδομάκτρας. Περαιτέρω, και πέραν των πιο πάνω αποξενώσεων, στις 26/01/2016, η κατοικία υπ. Αριθμό 3 επιβαρύνθηκε με πωλητήριο έγγραφο επ' ονόματι της κα. Βασούλας Κιάγια Παναγή, με ποσό πώλησης €185.000,00, ενώ διαφάνηκε ότι στις 12/02/2014, η Καθ' ης η Αίτηση απέκτησε ένα χωράφι στην Λεμεσό με αρ. τεμαχίου 686 Φ/Σχ. 48/25, Τμήμα 0, μερίδιο το όλο στην Λεμεσό, περιοχή Ζωοπηγή, Τσεπούδες. Επισυνάπτοντας ως Τεκμήριο 2 αντίγραφο της έρευνας της ημερομηνίας 01/06/2016, ήταν η θέση της ότι το Τεκμήριο 2 σε συνδυασμό με τα Τεκμήρια 26 και 26Α που έχουν επισυναφθεί στην γραπτή δήλωση της Τεκμήριο 1, η Καθ' ης η Αίτηση μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής έχει προβεί σε αποξενώσεις, διαθέσεις και επιβαρύνσεις της ακίνητης περιουσίας της με ορατό πλέον τον κίνδυνο να μην μπορεί να εκτελεστεί και να μείνει ανικανοποίητη τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου που μπορεί να εκδοθεί υπέρ της. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι οι μεταβιβάσεις και αποξένωση της ακίνητης περιουσίας της Καθ' ης η Αίτηση, έγιναν με δόλιο σκοπό για να εμποδισθεί να εκτελέσει την απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ της και κατά συνέπεια θα πρέπει να ακυρωθούν εάν και εφόσον εκδοθεί απόφαση υπέρ της ούτως ώστε η ακίνητη περιουσία της Καθ' ης η Αίτηση που αποξενώθηκε να επανεγγραφεί επ' ονόματι της για να είναι σε θέση να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης της δικαστικής απόφασης που τυχόν εκδοθεί υπέρ της. Η Εναγόμενη καταχώρησε ένσταση η οποία στηρίζεται στα άρθρα 7,11,15,23 και 25 του Συντάγματος, στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60), στα άρθρα 4,5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6 στη Δ. 48 θ.θ 1-4, 8 και 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στους Κανόνες της Επιείκειας και στις Γενικές και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι ένστασης έχουν ως ακολούθως: 1. Η Ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα. 2. Δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. 3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού Διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60). 4. Η αίτηση πάσχει από ασάφεια και γενικότητα. 5. Η αίτηση είναι ουσιαστικά και νομικά αβάσιμη και καταχρηστική. 6. Τα γεγονότα, στα οποία στηρίζεται η αίτηση, είναι ψευδή και/ή ελλιπή και/ή παραπλανητικά και, σε κάθε περίπτωση, δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος. Η Εναγόμενη με ένορκο δήλωση του Διευθυντή της που συνοδεύει την ένσταση αρνείται τους ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στην ένορκο δήλωση και προβάλλει την υπεράσπιση της και αρνείται ότι δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Δεν αντεξετάσθηκε κανένας από τους ομνύοντες και οι δύο πλευρές με τις γραπτές αγορεύσεις τους υποστήριξαν τις θέσεις των διαδίκων. Σ΄αυτές γίνεται εκτεταμένη αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης καθώς επίσης και στη σχετική νομολογία. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς στις εκατέρωθεν θέσεις, όπου χρειαστεί θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά στις διάφορες εισηγήσεις των δύο πλευρών πιο κάτω. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 αποτελεί το υπόβαθρο αιτήσεων που υποβάλλονται μονομερώς (βλ. σχετικά Τσιάντη και Hellenic Bank (Investments) Ltd,

(2001)1AAΔ, 2029). Στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 9 έπαυσε να διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο αφού η αίτηση επιδόθηκε και η Εναγόμενη έλαβε γνώση. To άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία εξουσία σχετικά για την έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Το άρθρο αυτό εξετάστηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια σε σειρά υποθέσεων (δέστε Acropol Shipping Co. Ltd v. Petros I. Rossis
(1976)1 CLR 38, Odysseos v. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, National Bank of Greece SA v. Motovia Ltd
(1987)1 CLR 583, 599-602, Ζεμενίδης v. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Τσολάκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1(Β) ΑΑΔ 282, Louis Vuitton v. Dermosak Ltd κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453). Προχωρώ στις ουσιαστικές προϋποθέσεις που το άρθρο καθορίζει ότι πρέπει να συντρέχουν για να έχει το Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα που θα έκρινε δίκαια ή πρόσφορα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι οι εξής: (
  1. i)H ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση (
  2. ii)Η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία. (iii) Το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη του σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευθεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση (arguable case) με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο Ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο και/ή βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις αστικές υποθέσεις. Η «πιθανότητα» στα πλαίσια της επιφύλαξης του Άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον Αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας (visible chance of success). Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, αυτή εξετάζεται κάτω από το ερώτημα κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Δηλαδή αν η επιδίκαση των αποζημιώσεων υπέρ του ενάγοντα στο τελικό στάδιο της υπόθεσης είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του τότε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Τα δύο πρώτα κριτήρια και προϋποθέσεις, είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα, ιδιαίτερα στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το ενδιάμεσο στάδιο όπου τα δικόγραφα εξετάζονται μαζί με το αποδεικτικό υλικό που εμπεριέχεται στις ενόρκους δηλώσεις και της μαρτυρίας που προκύπτει από την αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Μπορεί να λεχθεί ότι στην εξέταση της πρώτης προϋπόθεσης η βάση της αίτησης έχει άμεση σχέση με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, ενώ η δεύτερη προχωρεί και στην εξέταση της προσφερόμενης μαρτυρίας για την πραγματική θεμελίωση της αίτησης. Επιπρόσθετα με τις πιο πάνω τρεις προϋποθέσεις το Δικαστήριο θα πρέπει να σταθμίσει αν είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το Διάταγμα (δέστε Bacardi v. Vinco
(1996)1(B) AAΔ 788, Ζηντίλης ν. Ανδρέου
(1997)1 (Γ) ΑΑΔ 1603, Mitsingas v. Timberland
(1997)1 (G) ΑΑΔ 1791, Άκης (Μεταφορές Δεμάτων) Εξπρές Λτδ ν. C. Kokkouri Trading,
(1998)1ΑΑΔ 149). To πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης πρέπει να διακριβούται μέσα από τις αντίστοιχες δηλώσεις. Στο στάδιο όμως αυτό το Δικαστήριο δεν αναμένεται να αξιολογήσει τη μαρτυρία που τίθεται ενώπιον του και πρέπει να αποφεύγει τη διεξοδική διευκρίνιση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. Σε αυτό το στάδιο το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 όπως αναφέρθηκαν ανωτέρω. Για να αποδειχθούν δε οι τρεις αυτές προϋποθέσεις, ο Αιτητής πρέπει να παραθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο της μαρτυρίας (the substratum of evidence), η οποία θα χρειαστεί με σκοπό μόνο να δικαιολογήσει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (δέστε Hadjikyriacos Co. Ltd. v. United Biscuits UK Ltd
(1984)1 CLR 263, 267-268). Ωστόσο τονίζω ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις, όπως η παρούσα, τα θέματα δεν αποφασίζονται τελεσίδικα από το Δικαστήριο το οποίο θα πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε τελικά συμπεράσματα ως προς το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο της υπόθεσης (δέστε Adidas v. Jonitexo Ltd
(1984)1 CLR 263, Άκης άλλως Γρηγόρης Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστιάνα Σταύρου Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Το Άρθρο 5
(1)και
(2)στο οποίο στηρίζεται επίσης η αίτηση του Κεφ. 6 προβλέπει τα ακόλουθα: «
(1)Οποιοδήποτε Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί αγωγή για χρέος ή αποζημιώσεις, μπορεί, οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση της αγωγής, με διάταγμα του να διατάξει όπως ο εναγόμενος παρεμποδισθεί από του να αποχωρισθεί τόσο μέρος της ακίνητης περιουσίας που βρίσκεται γραμμένη στο όνομα του ή για την οποία έχει δυνάμει νόμου δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης, όσο κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου θα είναι αρκετό να ικανοποιηθεί η απαίτηση του ενάγοντα μαζί με τα έξοδα του στην αγωγή.
(2)Κανένα τέτοιο διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός αν φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας έχει καλή βάση αγωγής και ότι με την πώληση ή τη μεταβίβαση της περιουσίας σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο είναι πιθανό ότι ο ενάγοντας μπορεί να παρεμποδισθεί στο να επιτύχει ικανοποίηση της απόφασης του Δικαστηρίου αν αυτή εκδιδόταν υπέρ του». Για να ενεργοποιείται αυτή η δυνατότητα του Ενάγοντα πρέπει το αγώγιμο δικαίωμα να αφορά χρέος ή αποζημιώσεις. Στη παρούσα υπόθεση εφαρμόζονται οι πρόνοιες του πιο πάνω άρθρου ως προς το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας και ζητείται βασικά η απαγόρευση της πώλησης ή μεταβίβασης κινητής και ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης. Τίθενται από το νόμο δύο προϋποθέσεις: (α) Καλή βάση αγωγής: Στην υπόθεση Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 ΑΑΔ έχει τεθεί με καθαρότητα ότι ο όρος αυτός (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του άρθρου 5 του Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση Συντηρητικού Διατάγματος αναφορικά με ακίνητο που δεν αποτελεί επίδικο θέμα της αγωγής έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στο άρθρο 32. Και στις δύο περιπτώσεις επιβάλλεται η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεση (arquable cause) ως προϋπόθεση στην έκδοση Συντηρητικών Διαταγμάτων. (β) Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί βάσει του άρθρου 5
(2)του Κεφ. 6 είναι η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντα. Στην υπόθεση Phasarias Art Centre Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνίκ Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 785 αναφέρθηκε ότι η απαίτηση του άρθρου 5 να υπάρχει πιθανότητα «να παρεμποδιστεί ο ενάγων στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του αν δεν εκδοθεί το παρεμπίπτον διάταγμα αντιστοιχεί προς την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 όπως αυτή ερμηνεύτηκε σε σχέση με παρεμπίπτοντα διατάγματα. (γ) Επίσης υπάρχει αναγκαιότητα προσδιορισμού ή συγκεκριμενοποίησης κατά το δυνατόν της ακίνητης περιουσίας για την οποία ζητείται η δέσμευση. Σύμφωνα με το σαφές κείμενο του άρθρου 5 του Κεφ. 6 το Δικαστήριο δύναται καθ΄ οιονδήποτε χρόνο μετά την έγερση της αγωγής να διατάξει όπως ο Εναγόμενος παρεμποδιστεί να απαλλοτριώσει ή διαθέσει τόσο μέρος της ακινήτου ιδιοκτησίας του, όσο κατά την γνώμη του Δικαστηρίου είναι επαρκές να ικανοποιήσει την απαίτηση του Ενάγοντος. Από το γεγονός αυτό συνάγεται ότι ο ενάγων πρέπει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για το ακίνητο για το οποίο ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία του, ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης του Ενάγοντος. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω νομική πτυχή τίθεται το ερώτημα κατά πόσο πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του Κεφ. 6 που είναι ειδικός νόμος και του άρθρου 32 του Ν. 14/60 (βλ. Lacatamitis v. Theothorou
(1983)1B CLR 520). Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση αποκαλύπτεται στη βάση του καταχωρισμένου δικογράφου. Στην παρούσα υπόθεση με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο η Ενάγουσα παραθέτει πλήρη στοιχεία και λεπτομέρειες για την αξίωση της. Μέσα από αυτή και τα γεγονότα που περιέχονται στην αίτηση και την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα και σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ως έχει αναφερθεί πιο πάνω το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Εκείνο που χρειάζεται σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Κρίνω επίσης ότι με βάση τη μαρτυρία που έθεσε ενώπιον μου η Αιτήτρια, έχει αποκαλύψει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Από την μαρτυρία της περιλαμβανομένων των διαφόρων τεκμηρίων που έχουν επισυναφθεί εξάγεται αυτή η ορατή πιθανότητα επιτυχίας στη βάση ότι καταδεικνύεται το βάσιμο της αξίωσης χωρίς να χρειάζεται οτιδήποτε στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων σε αυτό το στάδιο. Ως προκύπτει από τη Έκθεση Απαίτησης το αγώγιμο δικαίωμα ης Ενάγουσας (ήτοι τη συμφωνηθείσα αμοιβή ύψους ΛΚ30.000 και αν απέφερε κέρδος η πώληση των επίδικων οικοπέδων πέραν των ΛΚ 50.000, 25% επί αυτού) στηρίζεται σε γραπτή συμφωνία ημερ. 09.02.2006 η οποία κατ΄ισχυρισμό τερματίσθηκε παράνομα. Στη κατάθεση της Αιτήτριας και τα επισυναπτόμενα Τεκμήρια αναφέρονται με λεπτομέρεια τα γεγονότα τα οποία αποτελούν επαρκή μαρτυρία, στο παρόν στάδιο και για τους σκοπούς εξέτασης της υπό εκδίκαση αίτησης, για να καταλήξει το Δικαστήριο στην ύπαρξη καλής βάσης Αγωγής και ορατής πιθανότητας επιτυχίας της. Οι ισχυρισμοί της Εναγόμενης για αμφισβήτηση της αξίωσης, ως αναφέρθηκε πιο πάνω, δεν αναιρούν το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας και θα εξετασθούν κατά την εξέταση της ουσίας της Αγωγής, άλλωστε σύμφωνα με την νομολογία το παρόν στάδιο δεν είναι το ορθό στάδιο για ουσιαστική αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας ώστε να υπάρχει κατάληξη επί αμφισβητούμενων γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή της πιθανότητας παρεμβολής εμποδίου στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας, από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ικανοποιείται και αυτή η προϋπόθεση, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη τη διαφοροποίηση που έγινε στη ακίνητη περιουσία που είχε η Εναγόμενη κατά το ουσιώδη χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αγωγής και τη ακίνητη ιδιοκτησία που κατέχει το χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης. Έχοντας υπόψη ότι η Ενάγουσα δεν έχει οποιαδήποτε εξασφάλιση για το σύνολο του διεκδικούμενου ποσού κρίνω ότι κάτω από τις περιστάσεις τυχόν αποξένωση της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης θα καταστήσει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης που δυνατό να εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας δύσκολη αν όχι αδύνατη. Ως εκ τούτου διαφωνώ με τη θέση της Καθ΄ης η αίτηση ότι δεν έχει αποδειχθεί η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης έχοντας υπόψη ότι, η υπό εκδίκαση αίτηση στηρίζεται και στο άρθρο 5
(1)του Νόμου στο οποίο δίνεται δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα «σε οποιοδήποτε χρόνο μετά τη έγερση της αγωγής» σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η έκδοση διατάγματος προέκυψε σε μεταγενέστερο στάδιο και δη μετά την τελευταία έρευνα που έχει διεξαχθεί στο Κτηματολόγιο ημερομηνίας 01.06.2016 εκ μέρους της Αιτήτριας για τη ακίνητη ιδιοκτησία της Εναγομένης και έχοντας υπόψη το χρόνο καταχώρησης της παρούσας αίτησης, κρίνω ότι δεν υπάρχει τέτοια καθυστέρηση που να δικαιολογεί την απόρριψη της παρούσας αίτησης. Το υπό συζήτηση διάταγμα επιδιώκει κατ' ουσία να διατηρήσει την κατάσταση των πραγμάτων η οποία ίσχυε πριν από την έναρξη της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Η Εναγόμενη δεν στερείται του δικαιώματος της να κατέχει τη επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία και να την χρησιμοποιεί. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θα πρέπει να εξετασθεί ποιο μέρος της ακίνητης ιδιοκτησίας θα πρέπει να δεσμευθεί λόγω αναγκαιότητας προσδιορισμού κατά το δυνατόν της ακίνητης περιουσίας που είναι αναγκαία για να διατάξει να ικανοποιήσει την απαίτηση της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα έπρεπε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία για τα ακίνητα για τα οποία ζητεί τη δέσμευση και την κατά προσέγγιση αξία τους, ώστε να συσχετισθεί με το ύψος της απαίτησης της αλλά και τέτοια μαρτυρία που να υποδηλοί ότι είναι δυνατόν να ικανοποιηθεί η απαίτηση της εάν εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Από τις έρευνες του Κτηματολογίου που τέθηκαν ενώπιον μου, Τεκμήρια 2 και 3 προκύπτει ότι η μόνη ακίνητη περιουσία η οποία δεν βαρύνεται με εμπράγματα βάρη (τα οποία προηγούνται τυχόν εκποίησης memo, το οποίο ήθελε εγγραφεί επί της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγομένης εκδοθεί μετά την έκδοση της απόφασης υπέρ της Ενάγουσας) και που προσδιορίζεται κατά προσέγγιση η αξία της είναι το χωράφι με αρ. τεμαχίου 686 Φ/Σχ. 48/25 Τμήμα 0 στη τοποθεσία Τσεούδες Ζωοπηγή, Λεμεσός. Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, υπό το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την υπό συζήτηση περίπτωση, καταλήγω ότι είναι πραγματικά δίκαιη και πρόσφορη η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, περιορισμένου στη πιο πάνω ακίνητη περιουσία, αφού στην περίπτωση που η Ενάγουσα-Αιτήτρια αποτύχει στην αξίωση της η πλευρά της Εναγόμενης με βάση όσα η ίδια έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου δεν θα αντιμετωπίσει ιδιαίτερα προβλήματα. Στην περίπτωση όμως που η Ενάγουσα-Αιτήτρια επιτύχει στις διεκδικήσεις της και η πλευρά της Εναγόμενης στο μεταξύ δεν εμποδιστεί να αποξενώσει τη πιο πάνω ακίνητη ιδιοκτησία τότε ο κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη η όποια απόφαση προς όφελος της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης είναι ορατή. Στην υπόθεση Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd
(1987)1 WLR, 670 υποδείχθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα για το ζήτημα: «Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση, με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει ν' αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν 'εσφαλμένη' με το πιο πάνω νόημα.» Στο σημείο αυτό και πριν από την κατάληξη του Δικαστηρίου είναι χρήσιμο πιστεύω να σχολιαστεί η θέση της πλευράς της Εναγόμενης-Καθ΄ης η Αίτηση ότι η πλευρά της Αιτήτριας δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια. Σημειώνω εδώ ότι στην αίτηση αυτή, μετά την απόφαση του Δικαστηρίου να επιδοθεί, ακολουθήθηκε η διαδικασία αίτησης δια κλήσεως και δεν εξετάζεται ως μονομερής αίτηση με υποχρέωση αποκάλυψης που υπάρχει σε αυτού του είδους αιτήσεων αφού δίνεται η δυνατότητα να ακουσθεί και η άλλη πλευρά προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια. Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις τέθηκαν στην απόφαση της ολομέλειας στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd,
(1996)1 ΑΑΔ 597. Στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd v. Xάρη Χρίστου
(1998)1 ΑΑΔ 598 αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd, (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου υπ' αρ. 157/90 - 30.5.1996), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπόταν στην απουσίας του, αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι σημασία έχει η αποκάλυψη γεγονότων, εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στο πλαίσιο του συνόλου των πραγματικών περιστατικών που φαίνεται να περιβάλλουν την υπό συζήτηση αίτηση δεν βρίσκω ότι έγινε οποιαδήποτε απόκρυψη γεγονότων που να ήταν σχετικά με την υπό εξέταση Αίτηση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω αισθάνομαι ότι υπάρχει το πραγματικό πλαίσιο γεγονότων το οποίο στοιχειοθετεί την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος κατ' εφαρμογή του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και των προϋποθέσεων που αυτό θέτει σε συνδυασμό με το άρθρο 5 του Κεφ. 6 και ως εκ τούτου εκδίδεται προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδίζεται η Εναγόμενη και/ή Διευθυντές της από το να πωλήσουν ή/και μεταβιβάσουν ή/και δωρήσουν ή/και άλλως πως διαθέσουν ή/και επιβαρύνουν ή/και αποξενώσουν το χωράφι με αρ.Τεμαχίου 686 Φ/Σχ.48/25 Τμήμα 0 στη τοποθεσία Τσεούδες Ζωοπηγή Λεμεσός. Αναφορικά με τα έξοδα της ενδιάμεσης αυτής διαδικασίας, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο γιατί δεν θα πρέπει κατ' εφαρμογή του βασικού για τα έξοδα, κανόνα, να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας-Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης - Καθ'ης η Αίτηση όπως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .......... Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.