Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας MAXDATA HOLDINGS LTD ν. Σάββα Τσιαμπάρτα κ.α., Αρ.Αίτησης: 245/2001, 30/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Αρ.Αίτησης: 245/2001 Επί τοις αφορώσι την εταιρεία Maxdata Holdings Ltd Λεωνίδας Κίμωνος ως εκκαθαριστής της υπό εκκαθάριση εταιρείας MAXDATA HOLDINGS LTD Εφεσειόντων και 1.Σάββα Τσιαμπάρτα 2.Ιωάννη Ιωάννου 3.Αρτέμη Αρτέμη 4.Μιχάλη Αρτέμη 5.Δημητράκη Τσολακίδη Εφεσιβλήτων ----------- Ημερομηνία: 30 Μαΐου 2017 Για τον αιτητή: κα Μυριάνθους Για τον εκκαθαριστή: κος Σωτηρίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η επίδικη αίτηση, η οποία είναι ημερομηνίας 14.2.2017, ακούστηκε την 26.5.
- Την ίδια ημέρα το δικαστήριο αποφάσισε το αποτέλεσμα τούτης και δήλωσε στους δικηγόρους ότι απορρίπτεται. Εν τούτοις αναφέρθηκε ότι το κείμενο θα ακολουθούσε εντός δύο ημερών και δόθηκε η σημερινή ημερομηνία. Αυτό λοιπόν το κείμενο έρχεται να αιτιολογήσει την απορριπτική απόφαση, ημερομηνίας 26.5.
- Τώρα, η αίτηση επιζητεί έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων· «1.Άδεια και/ή διάταγμα του δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται άδεια στον αιτητή Ανδρέα Αναστασίου, να αρχίσει πολιτική αγωγή εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας MAXDATA HOLDINGS LTD ή εναντίον του εκκαθαριστή της υπό αυτή του την ιδιότητα Λεωνίδα Κίμωνος. ..» Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί και συγκεκριμένα Δ.9 κ.κ.10 και 11 και Δ.48 κ.κ.1-9· ο περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ.113, άρθρα 2,215,220,228 και 233· οι περί Εταιρειών Κανονισμοί, κ.3· οι περί Εταιρειών (εκκαθαρίσεις) Κανονισμοί του 1933, κ.92· και η συμφυής και διακριτική εξουσία του δικαστηρίου. Ας σημειωθεί ότι η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ομνύει ο αιτητής. Το περιεχόμενο τούτης σχολιάζω πιο κάτω. Στον αντίποδα η εταιρεία, μέσω του εκκαθαριστή, αντιτίθεται στο αίτημα. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: «i.Η υπό κρίση αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη. ii.Ο αιτητής δεν έχει συζητήσιμη (prima facie) υπόθεση εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας MAXDATA HOLDINGS LTD. iii.Οι αξιώσεις του αιτητή εξετάστηκαν μέσω της διαδικασίας επαλήθευσης και απορρίφθηκαν από τον εκκαθαριστή όχι διότι δεν ήταν επαληθεύσιμες, αλλά διότι δεν υποστηρίχθηκαν με στοιχεία. iv.Ο αιτητής δεν άσκησε έφεση εναντίον της απορριπτικής απόφασης του εκκαθαριστή κατά τη διαδικασία εκκαθάρισης, εντός του προβλεπόμενου από τους κανονισμούς χρόνο. v.Δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. vi.Ο αιτητής δε θεμελιώνει καλό και επιτακτικό λόγο για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. vii.Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις απόδοσης της αιτούμενης θεραπείας. viii.Η υπό κρίση αίτηση υποβάλλεται καθυστερημένα.» Και οι δύο πλευρές επικαλέστηκαν προηγούμενη απόφαση τούτου του δικαστηρίου, εν προκειμένω την αίτηση 245/2001, Αναφορικά με την εταιρεία Maxdata Holdings Ltd, ημερομηνίας 30.11.2011, ώστε να υποστηρίξουν τις θέσεις τους. Γεγονός είναι ότι στην εν λόγω υπόθεση είχα την ευκαιρία να πραγματευτώ τις αρχές που διέπουν το άρθρο 220 του Κεφ.113 και ως εκ τούτου τα εκεί αναφερόμενα είναι καθ'όλα σχετικά. Όπως είχα την ευκαιρία να αναφέρω στην προηγηθείσα απόφαση [ημερομηνίας 30.11.2011]· «Η πιο πάνω κατάληξη δεν σημαίνει όμως και επιτυχία της αίτησης. Στο σύγγραμμα Company Law (πιο πάνω) στη σελίδα 701 αναφέρεται ότι∙ "The court will always give a plaintiff leave to proceed against the company if he has a prima facie case and his claim cannot be dealt with adequately in the winding up, or if the remedy he seeks cannot be given him therein". Περαιτέρω, στον Buckley (πιο πάνω) στη σελίδα 499 αναφέρεται ότι∙ "But, in general, leave to institute or proceed with an action will only be given where some question arises which cannot properly be determined in the winding up, and for whose determination an action is requisite". Εκ των πιο πάνω συνάγεται ότι για να επιτύχει αίτημα ως το επίδικο ο αιτητής χρειάζεται να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι έχει συζητήσιμη (prima facie) υπόθεση εναντίον της εταιρείας, ότι η φύση της αξίωσής του είναι τέτοια που δεν μπορεί να εξεταστεί με επαλήθευση, και ότι η θεραπεία που αξιώνει δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μέσω της διαδικασίας επαλήθευσης.» Αυτό λοιπόν είναι το πλαίσιο στο οποίο εξετάζεται αίτημα ως το υπό κρίση. Ας δούμε όμως τί είναι εκείνο που ο ομνύων την αίτηση επικαλείται εδώ ως πραγματικό υπόβαθρο τούτης. Ο ομνύων την αίτηση αναφέρει πως την 11.6.2002 αιτήθηκε επαλήθευση χρέους εναντίον της εταιρείας. Τούτη η επαλήθευση είναι το τεκμήριο Α στην αίτηση. Στη συνέχεια, την 18.4.2012, ο εκκαθαριστής καταχώρισε αγωγή εναντίον του ομνύοντα, εδώ αιτητή, η οποία όμως τελικά αποσύρθηκε. Η αγωγή είναι το τεκμήριο Β στην αίτηση. Την 4.4.2016 ο εκκαθαριστής απέστειλε επιστολή στον ομνύοντα (βλ. τεκμήριο Γ στην αίτηση) με την οποία τον πληροφορούσε ότι η απαίτηση του απορρίφθηκε. Στην επίδικη ένορκη δήλωση επισυνάπτεται και αριθμός τεκμηρίων. Είναι τούτα· τιμολόγιο ημερομηνίας 17.10.2000 (βλ. τεκμήριο Ε), κατάσταση δεδουλευμένων μισθών (βλ. τεκμήριο Στ) και αναλυτική κατάσταση ημερομηνίας 11.6.2002 (βλ. τεκμήριο Ζ). Εν κατακλείδι, είναι η θέση του ομνύοντα ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της ανωτέρω εταιρείας, ότι η φύση της αξίωσης του είναι τέτοια που δεν μπορεί να εξετασθεί με επαλήθευση και ότι η θεραπεία που αξιώνει δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μέσω της διαδικασίας επαλήθευσης. Και εγείρεται το ερώτημα· ικανοποιούν τούτα τα στοιχεία το κριτήριο συζητήσιμης υπόθεσης (prima facie case); Τι είναι όμως εκείνο που η νομολογία αναγνωρίζει ως συζητήσιμη υπόθεση. Η απάντηση στο ερώτημα προκύπτει από τις ακόλουθες δύο αποφάσεις. Η πρώτη είναι η Αναφορικά με την Αίτηση των Ανθούλλας Βαλιαντή και Γιώργου Μορφάκη, Πολ.Αίτ.22/2016, ημερ.10.2.2016, όπου λέχθηκε ότι· «Προκειμένου, λοιπόν, να χορηγηθεί άδεια για καταχώρηση αίτησης για έκδοση προνομιακού εντάλματος, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία. Είναι ικανοποιητικό να φαίνεται στην αίτηση και στα γεγονότα που τη στηρίζουν πως υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση. Στην υπόθεση Re Kakos
(1985)1 C.L.R.250 τέθηκε το πλαίσιο της έννοιας του όρου εκ πρώτης όψεως υπόθεση ως ακολούθως: "We remain wholly unconvinced that a prima facie case was made for leave to apply for an order of Certiorari. As the expression 'prima facie' suggests, a convincing enough case must be made on first view. On second view, formed after hearing the other side, this impression may dissipate. A prima facie case is not an unanswerable one but one sufficiently cogent, or arguable, to merit an answer. On numerous occasions Courts were concerned to elicit and apply the concept in diverse circumstances. A particularly instructive approach to analysis of the concept, I found, with respect, that of Megarry, V.C., in Land Securities v. Metropolitan Police [1983] 2 All E.R.254, 258. According to this approach, a prima facie case is made out if an arguable case is disclosed, without need arising at this initial or at this initial or preliminary stage for consideration of any rebutting evidence."» Η άλλη απόφαση είναι η Ανδρέας Γιάγκου κ.ά. ν. Λουκίας Φωτίου, Πολ.Έφ.233/2009, ημερ.24.1.2014, στην οποία αναφέρθηκε πως· «Το τι αποτελεί 'prima facie defence', όπως το έθεσε ο Λόρδος Atkin στην απόφαση Evans v. Bartlam - ανωτέρω -, επεξηγήθηκε μεταγενέστερα από τον Megarry V.C. στην Land Securities plc v. Receiver for the Metropolitan Police District
(1983)1 W.L.R.439, ο οποίος είπε τα εξής: "If the term 'prima facie case' is used, I think that this is to be understood in the sense of a case made out by the landlord, without the need to evaluate any rebutting evidence put forward by the tenant. That is why Diplock L.J., at p.80 used the term 'bona fide arguable case'; and the unanimous view of the Court that the point ought not to be tried twice over seems to point strongly to the phrase 'prima facie case' bearing the meaning that I have indicated."» Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η μαρτυρία του ομνύοντα δεν ικανοποιεί το κριτήριο συζητήσιμης υπόθεσης. Στην ουσία τίποτα αναφέρει εκεί. Απλώς παραθέτει αριθμό εγγράφων, τα οποία όμως δεν ομιλούν αφ'εαυτών, δηλαδή δεν στοιχειοθετούν την απαίτηση, έστω στο βαθμό συζητήσιμης υπόθεσης. Και εξηγώ· παρουσιάζεται ένα τιμολόγιο (τεκμήριο Ε), μια κατάσταση δεδουλευμένων μισθών (τεκμήριο Στ) και μια αναλυτική κατάσταση (τεκμήριο Ζ). Για ποιο λόγο εκδόθηκαν τούτα τα έγγραφα· ποιο χρόνο αφορούν· ποια ήταν η συμφωνία που οδήγησε σε τούτα τα έγγραφα, δηλαδή τί ήταν που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, εν προκειμένω τι υπηρεσίες προσφέρθηκαν, αν προσφέρθηκαν, πότε προσφέρθηκαν και τί ακολούθησε. Όλα τα πιο πάνω ερωτήματα δεν έτυχαν διαπραγμάτευσης από τον ομνύοντα. Συνεπώς, ουδεμία μαρτυρία βρίσκεται ενώπιον του δικαστηρίου που να φανερώνει ίχνος υπόθεσης, πόσω δε μάλλον συζητήσιμης υπόθεσης, εναντίον της εταιρείας. Πέραν όμως των πιο πάνω, η αίτηση είναι απορριπτέα και για ένα άλλο λόγο. Αίτημα ως το υπό κρίση εγκρίνεται εκεί όπου η θεραπεία που αξιώνεται δεν μπορεί να εξεταστεί με επαλήθευση. Τέτοιες περιπτώσεις είναι συνήθως υποθέσεις στις οποίες εγείρεται αξίωση γενικών αποζημιώσεων, φερ'ειπείν λίβελος, ατύχημα ή επίθεση. Δηλαδή εκεί όπου η νομική βάση είναι τέτοια που επιζητεί να επιδικαστούν γενικές ή παραδειγματικές ή τιμωρητικές αποζημιώσεις. Στην προκείμενη περίπτωση αναμφισβήτητο είναι ότι ο αιτητής αποτάθηκε στον επίσημο παραλήπτη και αιτήθηκε επαλήθευση. Με την ενέργειά του αυτή επιβεβαιώνει και ο ίδιος ότι το ισχυριζόμενο χρέος της εταιρείας είναι επαληθεύσιμο. Εν ολίγοις η όποια αξίωση του μπορεί να επαληθευθεί και συνεπώς δεν χρειάζεται να εγερθεί η αγωγή. Ο λόγος που ο αιτητής αποτάθηκε στο δικαστήριο είναι γιατί ο εκκαθαριστής απέρριψε το αίτημα του για επαλήθευση. Εν τούτοις αυτός δεν είναι λόγος για να δοθεί άδεια για έναρξη διαδικασίας εναντίον της εταιρείας. Δικαίως η πλευρά της εταιρείας υποδεικνύει το άρθρο 251 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.113, εφόσον εκεί προβλέπεται διαδικασία αμφισβήτησης της απόφασης του εκκαθαριστή. Κατ'επέκταση αν ο αιτητής νιώθει δυσαρεστημένος από την απόφαση του εκκαθαριστή, το μέτρο στο οποίο μπορεί να προβεί είναι εκείνο που αναφέρεται στο άρθρο 251 του Κεφ.113 και όχι έγερση αγωγής, διαδικασία που αν ήθελε εγκρίνει σήμερα το δικαστήριο μάλλον θα περιπλέξει τα πράγματα, εφόσον αντίκειται στη φιλοσοφία του άρθρου 220 του Κεφ.113 ότι κάθε διαδικασία που αφορά υπό εκκαθάριση εταιρεία διακόπτεται ώστε η περιουσία της εταιρείας να περιέλθει στα χέρια του εκκαθαριστή και να τη διανέμει pari passu μεταξύ των πιστωτών (βλ. προηγούμενη απόφαση ημερ.30.11.2011). Συνεπώς και γι'αυτό το λόγο η αίτηση είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της καθ'ης η αίτηση και εναντίον του αιτητή, ως θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ......... Λ.Α.Παντελή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ.