Ζαχαρίας Χατζηγεωργίου ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Αρ. Αγωγής: 5141/16, 24/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5141/16 Μεταξύ: Ζαχαρίας Χατζηγεωργίου Ενάγοντος και Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ Εναγομένης Αίτηση ημερ. 18.01.17 υπό Ενάγοντος για Αποκάλυψη Εγγράφων Ημερομηνία: 24 Μαΐου 2017 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κ. Γ. Παπαθεοδώρου Για Καθ΄ ης: κα Τ. Χλωρακιώτου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την επίδοση της αγωγής, την εμφάνιση της Εναγομένης και προτού προχωρήσει σε οποιοδήποτε άλλο διάβημα, με την ως άνω αίτηση του ο Ενάγων-Αιτητής αιτείται: «Διάταγμα του Σεβ. Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως άμεσα αποκαλύψουν ενόρκως και παρουσιάσουν στον Ενάγοντα όλα τα έγγραφα τα οποία βρίσκονται ή/και τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή τους ή τα οποία μπορούν να εξασφαλίσουν, που να σχετίζονται με το επίδικο θέμα και ειδικότερα τις καταστάσεις λογαριασμών των πελατών τους NORTHFIELD GROUP LIMITED για την περίοδο που αφορά τον Οκτώβριο του 2014 μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης του Διατάγματος, ως επίσης και την αλληλογραφία μεταξύ τους ή και μεταξύ οποιουδήποτε άλλου η οποία σχετίζεται με τους λογαριασμούς αυτούς ή που να σχετίζεται με οποιονδήποτε τρόπο με τον Ενάγοντα και την Εταιρεία NORTHFIELD GROUP LIMITED». Η αίτηση βασίζεται στις Δ.28 κ.1, 4, 11, Δ.48 κ.8, στα άρθρα 31 και 41 του Ν.14/60 και στη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του (Ενάγοντος) στην οποίαν εξηγεί το ιστορικό της υπόθεσης μέχρι την καταχώριση της αγωγής και παραθέτει λόγους οι οποίοι κατά τη γνώμη του δικαιολογούν το αίτημα του. Μεταξύ άλλων ο Ενάγων αναφέρεται στην αγωγή υπ΄ αρ. 1155/16 την οποίαν είχε καταχωρίσει ο ίδιος εναντίον της Northfield Group Ltd (εφεξής «η Northfield») για δόλο και ψευδείς παραστάσεις. Εξηγεί ότι στα πλαίσια της αγωγής εκείνης εξασφάλισε απόφαση στις 31.5.06, η οποία διορθώθηκε στις 20.9.16, κατόπιν σχετικής παρέμβασης και αίτησης της Εναγομένης στην παρούσα (Τράπεζας Πειραιώς). Αναφέρει συγκεκριμένα ο Ενάγων πως το Δικαστήριο με τη διορθωθείσα του απόφαση, τού αναγνώρισε: (
- i)Αφενός το δικαίωμα της επιστροφής στον ίδιο του ποσού των US$113.075, το οποίο αυτός είχε μεταφέρει στον λογαριασμό που τηρούσε η Northfield στην Εναγομένη τράπεζα. (
- ii)Αφετέρου ότι η από τον ίδιο πληρωμή του ως άνω ποσού ήταν αποτέλεσμα δόλου και ή απάτης και ή ψευδών παραστάσεων της Northfield προς τον ίδιο. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως κατά την παρέμβαση της η Εναγομένη δεν ανέφερε σε κανένα στάδιο κατά πόσο είχε ή έχει στην κατοχή της το εν λόγω ποσό, αλλά κατά τον ίδιο αυτό προκύπτει με μεγάλη βεβαιότητα. Ο Ενάγων ζήτησε την καταβολή του ποσού από την Εναγομένη, πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε ότι έχει υποχρέωση πληρωμής, χωρίς να αρνείται ότι έχει στην κατοχή της οποιοδήποτε σχετικό ποσό που ανήκει στον ίδιο. Με μεταγενέστερη επιστολή του δικηγόρου του (ο Ενάγων) κάλεσε την Εναγόμενη να μην αποξενωθεί των χρημάτων τα οποία ο ίδιος είχε καταθέσει παλαιότερα με πρόθεση καταβολής τους στη Northfield. Ολοκληρώνει την ένορκη δήλωση του με την εξής §19: «Είναι καταληκτική η θέση μου ότι η υποβολή της επισυνημμένης Αίτησής μου υποβάλλεται σε κατάλληλο στάδιο λόγω των ειδικών περιστατικών της συγκεκριμένης αυτής υπόθεσης τα οποία γεγονότα εκτίθενται πιο πάνω. Το αποτέλεσμα της Αίτησης θα αποφασίσει στο στάδιο αυτό την συνέχιση ή όχι της διαδικασίας. Εάν από τα έγγραφα ή και άλλες πληροφορίες οι οποίες τυχόν αποκαλυφθούν με το εκδοθεισόμενο (sic) διάταγμα διαφανεί ότι δεν υπάρχουν χρήματα στη κατοχή ή τον έλεγχο των Εναγομένων τα οποία μου ανήκουν, τότε η υπόθεση τελειώνει εδώ. Αν όμως το αποτέλεσμα είναι διαφορετικό τότε οι Εναγόμενοι θα πρέπει στα πλαίσια της αγωγής αυτής να δείξουν λόγο γιατί να μην ικανοποιήσουν τα αναγνωρισθέντα με την απόφαση του Δικαστηρίου στην Αγωγή 1155/2016 δικαιώματά μου που είναι αυτά της επιστροφής σε εμένα των ποσών που κατάθεσα στους Εναγομένους». (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ένσταση Η Εναγομένη προέβαλε τρεις λόγους για την απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι: 1. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για αποκάλυψη εγγράφων 2. Το αίτημα υποβάλλεται σε πρόωρο στάδιο, ήτοι πριν τη συμπλήρωση των δικογράφων και δη πριν την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης 3. Η Εναγομένη εμποδίζεται από του να αποκαλύψει τα αιτούμενα έγγραφα και ή πληροφορίες εφόσον καλύπτονται από τραπεζικό απόρρητο βάσει του Ν.66
(1)/97 Σύμφωνα με την ένσταση τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται εμφαίνονται στον δικαστικό φάκελο. Νομική Πτυχή Όπως έχει ήδη αναφερθεί πιο πάνω, στην αίτηση καταγράφεται πως αυτή στηρίζεται βασικά στους κ.1, 4 και 11 της Δ.28, η οποία ρυθμίζει γενικά το θέμα της αποκάλυψης εγγράφων. Βεβαίως θα πρέπει να λεχθεί πως ο κ.4 δεν έχει οποιαδήποτε άμεση σχέση με αποκάλυψη δεδομένου ότι στην πραγματικότητα αφορά προσαγωγή εγγράφου (production of document). Σχετικά με το θέμα της αποκάλυψης έχει αναφερθεί στην Τυλληρή ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 2271 ότι: "Η αποκάλυψη εγγράφων, υπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στοχεύει ..... στη λήψη πληροφοριών και στην παρουσίαση εγγράφων που σχετίζονται με τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων για το σκοπό προετοιμασίας για την ακρόαση και μπορεί να ζητηθεί από οποιοδήποτε από τους διαδίκους. Αίτημα για αποκάλυψη απορρίπτεται όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαία για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Τέτοια έγγραφα είναι τα έγγραφα που περιέχουν πληροφορίες που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να βοηθήσουν την υπόθεση του, είτε να βλάψει την υπόθεση του αντιδίκου του, είτε που να μπορούν δίκαια (fairly) να οδηγήσουν στις πιο πάνω συνέπειες και είναι άσχετο με το κατά πόσο μπορούν ή όχι να δοθούν σαν μαρτυρία. Κάθε έγγραφο που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση είναι σχετικό. Επίσης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι δεν επιτρέπεται η αποκάλυψη για σκοπούς «ψαρέματος» μαρτυρίας ή όπου εύλογα μπορεί να λεχθεί ότι τέτοια αποκάλυψη δεν θα χρησιμεύσει σε οτιδήποτε ή όπου μπορεί να θεωρηθεί κάτω από τις περιστάσεις ως μη αναγκαίο για τη δίκαιη διεκπεραίωση της δίκης. Ο χρόνος που διατάσσεται η αποκάλυψη των εγγράφων δεν προσδιορίζεται περιοριστικά στη Δ.28 αλλά συνήθως γίνεται μετά την ολοκλήρωση των εγγράφων προτάσεων, γιατί τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα. Είναι σημαντικό για ένα διάδικο να έχει την πρέπουσα αποκάλυψη πριν προχωρήσει στη δίκη". Η αποκάλυψη εγγράφων δυνατόν να είναι είτε γενική βάσει της Δ. 28 Θ.1 που αντιστοιχεί με την αγγλική διάταξη 0.31 r. 12, είτε ειδική βάσει της Δ.28 Θ.11 που αντιστοιχεί με την 0.31 r. 19Α
(3). Ειδικότερα στην TBF (Cyprus) Ltd κ.α v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Α.Ε. κ.α.
(2001)1(A) Α.Α.Δ. 153, αναγνωρίστηκε ότι η Δ.28 Θ.1 αφορά κυρίως τη γενική αποκάλυψη, εξ ου και η αίτηση γίνεται χωρίς ένορκη δήλωση, ενώ η Δ.28 Θ.11 χρησιμοποιείται για την αποκάλυψη συγκεκριμένου εγγράφου. Στην παρούσα υπόθεση ο Ενάγων προβάλλει μέσω της αγόρευσης του πως ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε αντιδικία είτε διαφορά με την Εναγόμενη-Τράπεζα, η οποία να προκύπτει από οποιαδήποτε σχέση μεταξύ τους. Επικαλείται την εκδοθείσα υπέρ του απόφαση στην αγ. 1155/16 εναντίον της Northfield (πελάτιδος της εδώ Εναγομένης) για δόλια, απατηλή και ψευδή συμπεριφορά και τη συναφή αναγνωριστική απόφαση ότι το κατατεθέν στην Εναγομένη ποσό ανήκει στον ίδιο και δέχεται ότι σκοπός της αίτησης είναι να τον πληροφορήσει η Εναγομένη κατά πόσον πράγματι έχει στην κατοχή της το πιο πάνω ποσό. Εντός των πλαισίων αυτών ο Ενάγων εντοπίζει ομοιότητες της υπόθεσης του με την TBF (ανωτέρω), καθώς και με την Bankers Trust Co v. Shapiva
(1980)1 W.L.R. 1274 στην οποία είχε παραπέμψει το Ανώτατο Δικαστήριο. Στην TBF (άνω) στα πλαίσια αίτησης για παραμερισμό του κλητηρίου και της επίδοσης του, καθώς και για αναστολή της αγωγής λόγω καταλληλότερου forum, οι ενιστάμενες ενάγουσες είχαν εξασφαλίσει ex parte διάταγμα τόσο για γενική όσο και για ειδική αποκάλυψη ήτοι (α) της προσφοράς την οποία είχε υποβάλει η εναγομένη 1 στις Βουλγαρικές Αρχές για την αγορά των επίδικων μετοχών και (β) έγγραφα των δικηγόρων της εναγομένης 1 προς το Βουλγαρικό Ανώτατο Δικαστήριο. Οι ενάγουσες ισχυρίζοντο δόλο, συνωμοσία, παράβαση συμφωνίας ή όρων εμπιστεύματος και εκτός από αποζημιώσεις διεκδικούσαν και δήλωση ότι δικαιούντο στα 2/3 μερίδια των μετοχών που είχαν κατακυρωθεί προς όφελος της εναγομένης
- Το διάταγμα αποκάλυψης είχε εκδοθεί πριν την καταχώριση έκθεσης απαίτησης. Η μεταγενέστερη αίτηση για ακύρωση του ex parte διατάγματος απερρίφθη και στα πλαίσια της έφεσης το Ανώτατο Δικαστήριο εξέτασε πρώτα τη θέση ότι δεν χωρούσε αποκάλυψη στα πλαίσια αίτησης. Είναι γεγονός πως σε αυτό το σημείο παρέπεμψε στην Bankers Trust (άνω) υποδεικνύοντας ότι εκεί συγχρόνως με την αγωγή ζητήθηκε και δόθηκε διάταγμα άμεσης αποκάλυψης εναντίον τράπεζας για λογαριασμούς πελατών της. Πλην όμως είναι προφανές πως το Ανώτατο έκρινε πιο σχετική κάποια άλλη υπόθεση, χωρίς να τύχει άμεσης χρήσης η Bankers Trust. Όπως λέχθηκε συγκεκριμένα: «Η απόφαση στη Rome ν. Punjab National Bank [1989] 2 All E.R. 136, έχει περισσότερη αμεσότητα με το θέμα μας. Ακριβώς σε περίπτωση, όπως περίπου η κρινόμενη, που ζητήθηκε ακύρωση του κλητηρίου για παράτυπη επίδοση, κρίθηκε ότι το δικαστήριο διατηρούσε την εξουσία του να διατάξει την αποκάλυψη εγγράφων για τους σκοπούς ακρόασης της σχετικής αίτησης των εναγομένων. Τονίστηκε ωστόσο ότι δεν ενασκείται συχνά αλλά μόνο όταν καταδεικνύεται ότι το μέτρο είναι αναγκαίο για τη δίκαιη εκδίκαση της αίτησης». Στην παρούσα περίπτωση η αποκάλυψη δεν ζητείται μεν στα πλαίσια αίτησης αλλά η Εναγόμενη έχει δίκαιο ότι σπανίως εκδίδεται διάταγμα αποκάλυψης είτε υπέρ ενάγοντος πριν την καταχώριση έκθεσης απαίτησης είτε υπέρ εναγομένου πριν την καταχώριση υπεράσπισης. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice 1958, σελ. 611: «Time or Stage for Discovery The Court will not, save in very exceptional circumstances, orders a defendant to produce documents in his possession before the plaintiff has delivered his statement of claim ................. .................................... and nor is it the practice to allow a plaintiff discovery before defence: .................................... For the same reasons a Defendant is as a rule, not allowed genera! discovery before putting his Defence». Ο Ενάγων παραθέτοντας συγκεκριμένο απόσπασμα από την TBF (άνω) επικαλείται την ύπαρξη αναλογίας με την εν λόγω υπόθεση, εννοώντας πως αν μάθει σήμερα ότι δεν υπάρχουν τα χρήματα «.τότε η υπόθεση τελειώνει εδώ». Δεν παραθέτει όμως ολόκληρο το σχετικό απόσπασμα. Με όλο τον σεβασμό έχω τη γνώμη πως η συνολική ανάγνωση του διαφοροποιεί ουσιωδώς το νόημα. Ειδικότερα υπήρξε λόγος έφεσης ότι η αίτηση αποκάλυψης ήταν πρόωρη πριν την υποβολή δικογράφων και την παρεπόμενη αποκρυστάλλωση των επίδικων θεμάτων και ότι αποσκοπούσε στο να υποβοηθήσει τις ενάγουσες να προωθήσουν την υπόθεση τους, οπότε καταλήγοντας το Ανώτατο είπε: Δεν ευσταθεί καμιά από τις αιτιάσεις αυτές, τις οποίες είχε απορρίψει η πρωτόδικη απόφαση. Έχουμε ήδη εξηγήσει πως σε αιτήσεις για παραμερισμό του κλητηρίου, το δικαστήριο μπορεί να κάμει χρήση της διαδικασίας αποκάλυψης σε κατάλληλη περίπτωση. Δεν είναι δυνατό να θεωρηθεί πρόωρο το διάβημα λόγω της φύσης της διαδικασίας, η οποία, σε περίπτωση επιτυχίας, θέτει οριστικό τέρμα στην αγωγή ή την απονεκρώνει. Αυτό απαντά και τη μομφή για την απουσία ιδιαίτερων περιστάσεων. Δε θα είχε εδώ νόημα η ολοκλήρωση της δικογραφίας για να εξεταστεί το ενδεχόμενο παροχής θεραπείας. Το παράπονο ότι με την αποκάλυψη υποβοηθούνται οι εφεσίβλητοι είναι αβάσιμο γιατί, όπως προκύπτει από την απόφαση του Tomlin Δ., αυτή είναι μια από τις σκοπιμότητες που εξυπηρετεί το μέτρο». Είναι προφανές πως όταν το Ανώτατο αναφέρεται σε «φύση της διαδικασίας» δεν εννοεί την ίδια την αγωγή, αλλά σαφέστατα την αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου (ή για αναστολή της διαδικασίας), η οποία σε περίπτωση επιτυχίας της εκ των πραγμάτων θα έθετε εκποδών την αγωγή εξ ολοκλήρου. Αναμφίβολα στην παρούσα δεν εκκρεμεί αντίστοιχη ή παρόμοια διαδικασία. Ο Ενάγων απλώς διασυνδέει την προώθηση ή όχι της αγωγής του με την ύπαρξη ή όχι των συγκεκριμένων χρημάτων σε λογαριασμό της Northfield ή στην κατοχή της Εναγομένης, σε τέτοιο μάλιστα βαθμό που εκβαραθρώνει ο ίδιος την όποια δικογραφηθείσα αξίωση του εάν δεν υπάρχουν τα χρήματα. Η προσπάθεια να παραλληλιστεί η καταλυτική απόφαση επί αίτησης ακύρωσης κλητηρίου με την απόφαση που θα λάμβανε ο ίδιος ο Ενάγων ως προς την πορεία της αγωγής του εάν πληροφορείτο ότι δεν υπάρχουν τα χρήματα είναι ατυχής και εν πάση περιπτώσει η αγωνιώδης επιθυμία του να λάβει τώρα επιβεβαίωση για την ύπαρξη ή όχι των χρημάτων σε λογαριασμό δεν θα μπορούσε να συνιστά εξαιρετική περίσταση, με την ως άνω έννοια και πάντως δεν δικαιολογεί αφ΄ εαυτής αποκάλυψη σε αυτό το πρόωρο στάδιο. Θα πρέπει εδώ να διευκρινιστεί πως η αρχική απόφαση ημερ. 31.5.16 στην αγ. 1155/16 περιείχε και διατακτικό μέρος διατάσσουσα όπως η Εναγόμενη ή και η Τράπεζα καταβάλουν στον Ενάγοντα το ποσό των €113.
- Το μέρος αυτό αφαιρέθηκε μετά την παρέμβαση της εδώ Εναγομένης Τράπεζας με αποτέλεσμα, με τη διορθωθείσα πλέον στις 20.9.16 απόφαση, απλώς να αναγνωρίζεται προς όφελος του Ενάγοντος και εις βάρος της Northfield ότι: (α) Η Northfield δεν είχε ούτε έχει κανένα δικαίωμα ούτε νομιμοποιείται με οποιονδήποτε τρόπο στην είσπραξη των ποσών τα οποία ο Ενάγων κατέβαλε ή μετέφερε στον λογαριασμό της Northfield στην Εναγομένη εδώ Τράπεζα, τα οποία συμποσούνται σε US$113.075, και ότι (β) Η υπό του Ενάγοντος καταβολή του πιο πάνω ποσού με οδηγίες του όπως αυτά καταβληθούν ή μεταφερθούν στον λογαριασμό ή προς όφελος της Northfield είναι αποτέλεσμα πράξεων δόλου ή απάτης ή και ψευδών παραστάσεων της Northfield προς τον ίδιο. Είναι αξιοσημείωτο πως και αμέσως μετά τη διόρθωση (20.9.16), ο Ενάγων με επιστολή του ημ. 4.10.16 αναφερόταν στο ποσό ως ευρισκόμενο στον λογαριασμό της Northfield και ζητούσε από την Εναγόμενη Τράπεζα την εντός 10 ημερών πληρωμή-επιστροφή του στον ίδιο (Τεκμήριο 6). Σημειωτέον επίσης ότι η τροποποιηθείσα απόφαση εφεσιβλήθηκε. Σε νεώτερη δε επιστολή του ο Ενάγων ημερ. 20.10.16 (Τεκμήριο 7) μέσω του συνηγόρου του ενημέρωνε τους δικηγόρους της Εναγομένης για το θέμα και την καλούσε όπως μη αποξενωθεί των χρημάτων που ευρίσκονται στην κατοχή της, ως εξής: «
- Η απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 20.09.2016 έχει εφεσιβληθεί από τον Ενάγοντα - πελάτη μου Ζαχαρία Χατζηγεωργίου.
- Με τη διαμορφωθείσα απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 20.09.2016, εξακολουθεί να αναγνωρίζεται από το Δικαστήριο ότι τα ποσά τα οποία καταβλήθεισαν (sic) από τον Ενάγοντα με σκοπό να πληρωθούν στους Εναγομένους και τα οποία ευρίσκονται στη κατοχή των πελατών σας, οι Εναγόμενοι δεν έχουν κανένα δικαίωμα ούτε νομιμοποιούνται σε είσπραξή τους, λόγω του ότι η καταβολή τους ήταν αποτέλεσμα πράξεων δόλου, απάτης ή/και ψευδών παραστάσεων.
- Ο πελάτης μου μου έδωσε ήδη οδηγίες να λάβω νομικά μέτρα εναντίον των πελατών σας - Τράπεζας για την είσπραξη του άνω ποσού». Ακολούθησε εντός πολύ λίγων ημερών η καταχώριση της παρούσας αγωγής (31.10.16). Είναι σαφές λοιπόν πως ο Ενάγων γνώριζε και θεωρούσε βέβαιο ότι τα χρήματα παραμένουν στην κατοχή της Εναγομένης και το κυριότερο είναι πως πιστεύει στην ύπαρξη, αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Τράπεζας. Εξ ου και η καταχώριση της αγωγής στης οποίας τη γενική οπισθογράφηση έχουν συμπεριληφθεί, υπό §Α-Στ, αξιώσεις για καταβολή του ποσού, καθώς και αξιώσεις για συνήθεις ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, λόγω παράνομης ή δόλιας συμπεριφοράς ή αμέλειας και παράβασης καθηκόντων. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν είναι ορθή η θέση ότι ο Ενάγων «.δεν έχει οποιαδήποτε αντιδικία ή διαφορά.» με την Εναγομένη, αφού ακριβώς το αντίθετο καταδεικνύεται από τη γενική οπισθογράφηση και τη δήλωση ότι θα διεκδικήσει τα ποσά ή αποζημιώσεις. Με δεδομένη τη δικογράφηση των πιο πάνω αξιώσεων δεν έχει καταδειχθεί οποιαδήποτε αναγκαιότητα για λήψη πληροφοριών ή παρουσίαση εγγράφων είτε για σκοπούς προετοιμασίας για ακρόαση είτε για σκοπούς δίκαιης διεκπεραίωσης της δίκης, είτε για να βοηθήσουν την υπόθεση του Ενάγοντος. Βασικά διαφαίνεται πως δεν υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο το οποίο χρειάζεται ο Ενάγων σε αυτό το πρώιμο στάδιο και ότι εν τέλει τον ενδιαφέρει απλώς να καταστήσει πέραν πάσης αμφιβολίας τη βεβαιότητα του ότι τα συγκεκριμένα ποσά παραμένουν στην Εναγομένη. Η επιθυμία επιβεβαίωσης επίσης δεν συνηγορεί αφ΄ εαυτής υπέρ έγκρισης της αίτησης. Άλλωστε, όπως έχει λεχθεί, τέτοια αποκάλυψη συνήθως διατάσσεται μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων διότι τότε διαφαίνονται τα επίδικα θέματα και στην παρούσα δεν έχουν καταδειχθεί τέτοιες ή οποιεσδήποτε περιστάσεις που θα μπορούσαν να κριθούν πολύ εξαιρετικές ούτως ώστε να δικαιολογούσαν την αποκάλυψη πριν την καταχώριση έκθεσης απαίτησης. Ενδεικτικό είναι πως δεν προβλήθηκε καν ισχυρισμός ότι τέτοια έγγραφα είναι αναγκαία για την ετοιμασία της έκθεσης απαίτησης. Ούτε βεβαίως συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος τύπου Bankers Trust στην παρούσα. Στην υπόθεση εκείνη η εξαπατηθείσα ενάγουσα (τράπεζα) είχε συνενώσει στην αγωγή της εναντίον των φερομένων ως «απατεώνων» και την τράπεζα ("Discount Bank") στην οποίαν είχε καταλήξει σημαντικό μέρος των αποσπασθέντων χρημάτων. Με ex parte αίτηση της η ενάγουσα ζητούσε εναντίον όλων διάταγμα αποκάλυψης των υπολοίπων σε τραπεζικούς λογαριασμούς των «απατεώνων» και περαιτέρω εναντίον της εναγομένης 3 τράπεζας διάταγμα αποκάλυψης και λήψης αντιγράφων κάθε αλληλογραφίας, επιταγών, ενταλμάτων πληρωμής, αιτήσεων, σημειωμάτων κλπ σχετιζομένων με τους δράστες. Όπως ανέφερε το Αγγλικό Εφετείο: "The action they have brought is quite clearly to trace and follow these funds which the Bankers Trust Co. have been fraudulently deprived of. It operates in common law and in equity as a right to follow and trace the moneys". Πιο κάτω και καταλήγοντας στην έκδοση των διαταγμάτων ανέφερε τα ακόλουθα: "So here the Discount Bank incur no personal liability: but they got mixed up, through no fault of their own, in the tortious or wrongful acts of these two men: and they come under a duty to assist the Bankers Trust Co. of New York by giving them and the court full information and disclosing the identity of the wrongdoers. In this case the particular point is "full information." This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its customer's account and the documents and correspondence relating to it. It should only be done when there is a good around for thinking the money in the bank is the plaintiff's money — as, for instance, when the customer has got the money by fraud — or other wrongdoing — and paid it into his account at the bank. The plaintiff who has been defrauded has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Lord Atkin's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge pour I'Etranger v. Hambrouck [1921] 1 K.B.
- The customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank: see Initial Services Ltd. v. Putterill [1968] 1 Q.B.
- If the plaintiff's equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents — for that is the only way of tracing the money or of knowing what has happened to it: see Mediterranea Raffineria Siciliana Petroli S.p.a. v. Mabanaft G.m.b.H. (unreported). So the court, in order to give effect to equity, will be prepared in a proper case to make an order on the bank for their discovery. The plaintiff must of course give an undertaking in damages to the bank and must pay all and any expenses to which the bank is put in making the discovery: and the documents, once seen, must be used solely for the purpose of following and tracing the money: and not for any other purpose". Είναι προφανές πως αποκλειστικός σκοπός της χορήγησης διατάγματος τύπου Bankers Trust είναι η παρακολούθηση της διακίνησης και η ιχνηλάτηση περιουσίας. Είναι δε ιδιαίτερης σημασίας πως τα έγγραφα και πληροφορίες δύνανται να χρησιμοποιηθούν μόνο προς τον σκοπό παρακολούθησης και εντοπισμού των χρημάτων και όχι για οποιονδήποτε άλλον σκοπό. Στην παρούσα περίπτωση ο Ενάγων: (α) Ισχυρίστηκε σε προηγούμενη αγωγή ότι τα χρήματα ευρίσκονται στην κατοχή της Εναγομένης. (β) Εξασφάλισε μάλιστα αναγνωριστική απόφαση ότι η Northfield δεν έχει κανένα δικαίωμα είσπραξης τους, ενώ καταχώρισε έφεση κατά της διαγραφής του διατακτικού μέρους της απόφασης στην παλαιότερη αγωγή. (γ) Επιχείρησε να εισπράξει το ποσό με σχετικές επιστολές και ακολούθως με την παρούσα αγωγή του εναντίον της τράπεζας (Εναγομένης). (δ) Σαφέστατα δεν σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τα έγγραφα και τις όποιες πληροφορίες μόνο για ιχνηλάτηση (trace), αλλά αντιθέτως επιδιώκει απλώς ατράντακτη επιβεβαίωση και παραδοχή της Εναγομένης με σκοπό να συνεχίσει την αγωγή εναντίον της, διεκδικώντας είτε το ίδιο το ποσό είτε αποζημιώσεις. (ε) Δεν έχει καταχωρίσει αγωγή προς ιχνηλάτηση. Απόδειξη τούτου είναι η θέση του στην ένορκη δήλωση πως αν διαφανεί ότι η Εναγόμενη δεν κατέχει τα χρήματα τότε δεν ενδιαφέρεται ούτε επιθυμεί να πληροφορηθεί την περαιτέρω διακίνηση τους. Κατάληξη Με βάση όλα τα ανωτέρω έχει καταδειχθεί αφενός πως δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε εξαιρετική περίσταση για έκδοση διατάγματος αποκάλυψης πριν τη συμπλήρωση των δικογράφων, και αφετέρου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος τύπου Bankers Trust. Σημειώνεται βεβαίως πως εάν έκρινα ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος δεν θα συμφωνούσα ότι τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα απορρήτου τόσο στη βάση της υπόθεσης Bankers Trust όσο και στη βάση του άρθρου 29
(2)(η) του Ν.66
(1)/97. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης και εις βάρος του Ενάγοντος ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. (Υπ.) .................. Χ.Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./ΚΚ