← Κύπρος

ΕΥΑΝΘΙΑΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Αρ. Αγωγής: 1801/09, 5/5/2017

ΕΥΑΝΘΙΑΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ κ.α. ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Αρ. Αγωγής: 1801/09, 5/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1801/09 Μεταξύ:

  1. ΕΥΑΝΘΙΑΣ ΑΡΙΣΤΕΙΔΟΥ προσωπικά και ως κηδεμόνας ή μητέρα των
  2. Νάσου Αριστείδου (ανήλικος)
  3. Άριστου Αριστείδου (ανήλικος)
  4. Λένου Αριστείδου (ανήλικος) Εναγόντων - και - ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ Εναγομένου Ημερομηνία: 5 Μαΐου,
  5. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες: κ. Μ. Γεωργίου για Μάριο Γεωργίου και Συνεργάτες. Για Εναγόμενο: κα Μ. Στυλιανού, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κ. Ιωσήφ Αριστείδου, σύζυγος της Ενάγουσας 1 (γονείς των Εναγόντων 2, 3 και 4), παραδέχθηκε στην Αστυνομία ότι έλαβε μέρος σε ένοπλη ληστεία που έλαβε χώρα στις 3.1.05 εντός του καταστήματος της ΣΠΕ Αρεδιού στο Αρεδιού, της Επαρχίας Λευκωσίας. Για τις περιστάσεις διάπραξης της ένοπλης ληστείας, παραθέτω το σχετικό μέρος από την Απόφαση ημερ. 11.11.05 του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας (Τεκμήριο 1): «Λίγα λεπτά μετά τις 8.00 π.μ. της 3.1.05, ημέρα Δευτέρα, δυο μεταμφιεσμένοι κουκκουλοφόροι όρμησαν μέσα στο κατάστημα της ΣΠΕ Αρεδιού, στο Αρεδιού, και υπό την απειλή πιστολιών ανάγκασαν τον Γραμματέα και την υπάλληλο της συνεργατικής να ανοίξουν τα χρηματοκιβώτια, από τα οποία αφαίρεσαν το συνολικό ποσό των £24.808 και στη συνέχεια κατόρθωσαν να διαφύγουν με αυτοκίνητο. Η διαφυγή των δυο ληστών ήταν επεισοδιακή. Αυτό γιατί είχαν γίνει αντιληπτοί πριν ακόμη ορμήσουν μέσα στο κατάστημα και κατά την έξοδο τους βρέθηκαν αντιμέτωποι με τρεις πολίτες, ο ένας από τους οποίους τους σημάδευε με κυνηγετικό όπλο ενώ ο άλλος, που είχε ήδη τηλεφωνήσει και στην αστυνομία, είχε σταθμεύσει το μονοκάμπινο αυτοκίνητο του στη μέση του δρόμου ηχώντας συνεχώς τη σειρήνα του. Ακολούθησε ανταλλαγή πυροβολισμών αποτέλεσμα των οποίων ήταν ο τραυματισμός του Σάββα Στυλιανού, του πολίτη με το κυνηγετικό και πιθανό του ενός ή και των δυο ληστών, οι οποίοι τελικά κατόρθωσαν να διαφύγουν παρά το ότι τους ακολούθησε ο τρίτος πολίτης. Η αστυνομία έφτασε στη σκηνή της ληστείας λίγο μετά τη διαφυγή των δραστών και παρά την κινητοποίηση των περιπολικών της δεν κατόρθωσε να τους εντοπίσει. Από την ίδια, όμως, ημέρα οι υποψίες της στράφηκαν προς την κατεύθυνση των Κατηγορουμένων αλλά δεν έγινε κατορθωτό να εξασφαλισθεί μαρτυρία που να τους συνδέει με το έγκλημα. Η πορεία, όμως, των αστυνομικών ανακρίσεων άλλαξε δραματικά όταν στις 2.3.05 ο Ιωσήφ Αριστείδου (ΜΚ.21) έδωσε θεληματική κατάθεση στην αστυνομία με την οποία, αφού παραδέχθηκε συμμετοχή στη ληστεία, κατονόμασε τους δυο Κατηγορούμενους ως τους δράστες του εγκλήματος, κάτι που οι ίδιοι αρνούνται.» Για την εν λόγω ένοπλη ληστεία, κατηγορήθηκαν οι Πέτρος Πατσαλίδης από την Κακοπετριά και Ευριπίδης Ευριπίδου από την Λακατάμια. Ο κ. Ιωσήφ Αριστείδου δεν κατηγορήθηκε για να χρησιμοποιηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ως βασικός μάρτυρας κατηγορίας. Τελικά, και οι δύο Κατηγορούμενοι αθωώθηκαν σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζαν (Τεκμήριο 1). Μάρτυρας Κατηγορίας στην πιο πάνω Ποινική Υπόθεση, υπήρξε πέρα από τον κ. Ιωσήφ Αριστείδου και άλλους μάρτυρες, και η σύζυγός του κα Ευανθία Αριστείδου, Ενάγουσα
  6. Κατά ή περί τις 17.5.05 και ενόσω οι πιο πάνω δύο Κατηγορούμενοι τελούσαν υπό κράτηση ως υπόδικοι στις Κεντρικές Φυλακές, σημειώθηκε έκρηξη βόμβας στη βεράντα της οικίας του κ. Ιωσήφ Αριστείδου, συνεπεία της οποίας προκλήθηκαν ζημιές στην οικία. Ο Εναγόμενος θεωρεί ότι η βόμβα ήταν χαμηλής ισχύος, όμως αυτό ουδόλως ενδιαφέρει. Από τις διεξαχθείσες τότε εξετάσεις δεν προέκυψε ότι η πιο πάνω βομβιστική επίθεση είχε σχέση με τους Κατηγορούμενους ή με την υπόθεση που αυτοί αντιμετώπιζαν. Ουδείς κατηγορήθηκε γι΄ αυτήν. Σημειώνεται ότι ο κ. Ιωσήφ Αριστείδου και η οικογένειά του τέθηκαν κάτω από το Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων σύμφωνα με το Νόμο 95(Ι)/2001 (παραδεκτό γεγονός στην παράγραφο 5 της Υπεράσπισης του Εναγομένου). Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2008 αυτοί αφαιρέθηκαν από το Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων, κάτι που οι Ενάγοντες θεώρησαν παράνομο, με αποτέλεσμα να καταχωρίσουν την υπό εκδίκαση Αγωγή εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα, με την οποία αξιώνονται οι ακόλουθες θεραπείες: «Για όλους τους πιο πάνω λόγους η ενάγουσα εκίνησε αυτή την αγωγή και ζητά εναντίον του εναγομένου: Α. Γενικές Αποζημιώσεις για παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της όπως αυτά αναφέρονται πιο πάνω και/ή για παράβαση συμφωνίας και/ή για παράβαση των προσωπικών της δεδομένων όπως προστατεύονται από το Νόμο Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) 138(Ι)/2001 όπως αυτός τροποποιήθηκε και/ή από το Νόμο Προστασίας Μαρτύρων Ν.95(Ι)/
  7. Β. Τιμωρητικές, Παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις. Γ. Νόμιμο Τόκο από την 11/09/2008 ημερομηνία αφαίρεσης της από το Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Φ.Π.Α.00583810L)» Στις παραγράφους 19 - 22 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρονται τα ακόλουθα: «
  8. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του εναγόμενου αποτελεί παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων που απορρέουν από: i. Το άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων EΣΑΔ που αφορά το δικαίωμα της ενάγουσας και των μελών της οικογένειας της στην ζωή. ii. Άρθρου 5 της ΕΣΑΔ που αφορά το δικαίωμα της ενάγουσας και των μελών της οικογένειας της σε ασφάλεια και ελευθερία. iii. Άρθρο 8 της ΕΣΑΔ που αφορά το δικαίωμα για ιδιωτική και οικογενειακή ζωή τόσο της ενάγουσας όσο και των μελών της οικογένειας της.
  9. Η Ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η πιο πάνω συμπεριφορά του εναγόμενου αποτελεί παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθερίας του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ως εξής: i. Άρθρο 7 που αφορά το δικαίωμα της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας. ii. Άρθρο 8 που αφορά στο δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής ασφάλειας. iii. Το άρθρο 11 που αφορά το δικαίωμα της ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας. iv. Το άρθρο 15 που αφορά στο δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής.
  10. Είναι ο περαιτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας ότι η πρακτική σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες του Κόσμου συμπεριλαμβανομένων και όλων των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης όταν ένα άτομο ενταχθεί σε σύστημα ή σχέδιο προστασίας μαρτύρων αυτό γίνεται εφ' όρου ζωής και δεν μπορεί να τερματιστεί. Αυτός είναι και ο στόχος και το νόημα της Κυπριακής Νομοθεσίας και η απόφαση του εναγομένου που περιέχεται στην επιστολή του ημερ. 11/09/2008 είναι αυθαίρετη, αντισυμβατική και παράνομη.
  11. Είναι ο περαιτέρω ισχυρισμός της ενάγουσας ότι όταν εκπρόσωποι του εναγόμενου της ζητούσαν να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας της υποσχέθηκαν ότι τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγος της θα εντάσσοντας στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων εφ' όρου ζωής και στηριζόμενοι σε αυτήν την υπόσχεση αποφάσισαν να καταθέσουν ως μάρτυρες. Η πιο πάνω υπόσχεση δημιούργησε κατά τον ισχυρισμό της ενάγουσας συμβατική σχέση και η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων αναλόγου περιεχομένου.» Στην Έκθεση Απαίτησης γίνεται επίσης αναφορά πως η Ενάγουσα μη έχουσα άλλη επιλογή και για να προστατεύσει τον εαυτό της και τα ανήλικα τότε παιδιά της «αποφάσισε όπως διαζευχθεί το σύζυγό της τον οποίο απομάκρυνε από το συζυγικό οίκο με όλες τις αρνητικές, συναισθηματικές και οικονομικές επιπτώσεις που έχει αυτό τόσο στην ίδιαν όσο και των παιδιών της». Τα πιο πάνω επανέλαβε και όταν κατέθετε ως μάρτυρας στην παρούσα υπόθεση (παράγραφος 25 από τη γραπτή της δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αμέσως πιο κάτω): «
  12. Ονομάζομαι Ευανθία Αριστείδου και είμαι η ενάγουσα 1 στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο.
  13. Οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 είναι τα παιδιά μου. Κατά το έτος 2009 όταν καταχώρησα την εν λόγω αγωγή τα παιδιά μου ήταν ανήλικα. Σήμερα είναι και οι τρείς ενήλικες.
  14. Κατά το έτος 2005 τεθήκαμε κάτω από το σύστημα προστασίας μαρτύρων για να προστατευθούμε και να δώσουμε μαρτυρία στην αγωγή υπ' αριθμό 791/05 που εκκρεμούσε ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας εναντίον των Πέτρου Πατσαλίδη και Εύη Ευριπίδου.
  15. Στο πλαίσιο της ποινικής αγωγής 791/05 ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας τόσο εγώ όσο και ο σύζυγος μου Ιωσήφ Αριστείδου ήμασταν μάρτυρες κατηγορίας και τα ονόματα μας αναγράφηκαν στον κατάλογο μαρτύρων. Η ως άνω υπόθεση καταχωρήθηκε κατά/ή περί τον Απρίλιο του 2005 και κατηγορούμενοι ήταν οι Πέτρος Πατσαλίδης και Εύης Ευριπίδου.
  16. Μετά την καταχώρηση της εν λόγω ποινικής υπόθεσης τόσο εγώ όσο και ο σύζυγος μου Ιωσήφ Αριστείδου δεχθήκαμε επανειλημμένα απειλές κατά της ζωής μας και κατά της ζωής των παιδιών μας, εναγόντων 2, 3 και
  17. Μετά τις απειλές που δεχτήκαμε εγώ προσωπικά ειδοποίησα την αστυνομία αλλά δεν έπραξαν οτιδήποτε για να μας προστατεύσουν ή για να σταματήσουν οι απειλές που δεχόμασταν.
  18. Στην συνέχεια στις 17/05/2005 δεχθήκαμε βομβιστική επίθεση στην κατοικία μας στην οδό Αρχιεπισκόπου III 107Β, Αρεδιού. Από την έκρηξη υπέστησαν ζημιές τα αλουμίνια, τα έπιπλα, οι τοίχοι και το εσωτερικό μέρος του σπιτιού πλησίον της βεράντας όπου εξερράγη η βόμβα.
  19. Τότε με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα και κατόπιν πολλής πίεσης και άλλων διαβημάτων μου εμένα και του συζύγου μου τόσο εγώ όσο και ο σύζυγος μου Ιωσήφ Αριστείδου αλλά και τα παιδιά μου τέθηκαν κάτω από το Σύστημα Προστασίας Μαρτύρων σύμφωνα με το Νόμο Προστασίας Μαρτύρων Ν.95(Ι)/2001 όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο.
  20. Ως αποτέλεσμα της απόφασης αυτής λήφθηκαν τα ακόλουθα μέτρα προστασίας τόσο της δικής μου όσο και του συζύγου μου αλλά και των υπόλοιπων μελών της οικογένειας μου. Τα μέτρα που ελήφθηκαν ήταν τα ακόλουθα: α) Τέθηκε η κατοικία μας στο Αρεδιού υπό 24ωρη αστυνομική προστασία αποτελούμενη από δύο αστυνομικούς φρουρούς κατά βάρδια β) Τοποθετήθηκαν κάμερες παρακολούθησης και προβολείς υψηλού φωτισμού στο περίβολο της πιο πάνω κατοικίας γ) Δόθηκαν οδηγίες όπως ο λογαριασμός του ηλεκτρικού ρεύματος πληρώνεται από το Κράτος δ) Δόθηκε οικονομική βοήθεια ύψους €800 το μήνα ε) Δόθηκε υπόσχεση για βοήθεια εξειδικευμένης ιατρικής φροντίδας και περίθαλψης του νεαρότερου ανήλικου παιδιού μου, ενάγοντα 4, στ) Ο σύζυγος μου Ιωσήφ Αριστείδου μετά που κατάθεσε στο Δικαστήριο φυγαδεύτηκε σε άλλη Χώρα του εξωτερικού με αποτέλεσμα να κλονιστεί ο γάμος μας και να στερηθούν τα ανήλικα παιδιά μας δηλαδή οι ενάγοντες 2, 3 και 4 από την πατρική φροντίδα.
  21. Οι υποσχέσεις αυτές μαζί με πολλές άλλες περιέχονται σε επιστολές και γραπτά κείμενα αποφάσεων τα οποία ορθώς δεν μου δόθηκαν ποτέ λόγω λόγων ασφαλείας εμπιστευτικότητας και προστασίας των προσωπικών δεδομένων μου.
  22. Τόσο εγώ όσο και ο σύζυγος μου Ιωσήφ Αριστείδου καταθέσαμε ως μάρτυρες κατηγορίας στην εν λόγω υπόθεση και ήμασταν οι κύριοι μάρτυρες κατηγορίας με αποτέλεσμα να υποστούμε εκτεταμένη επίπονη και ενίοτε σκληρή αντεξέταση.
  23. Το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας διεξήγαγε την δίκη δημοσίως και δεν ζητήθηκε από την Κατηγορούσα Αρχή η διεξαγωγή δίκης κεκλεισμένων των θυρών.
  24. Στις 11/11/2005 το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας εξέδωσε απόφαση με την οποία αθώωσε τους κατηγορούμενους για τους λόγους που εξηγούνται στην απόφαση και οι οποίοι εν μέρει παραπέμπουν σε παραλείψεις της κατηγορούσας αρχής ο δικηγόρος της οποίας παρέλειψε να αντεξετάσει ουσιώδη μάρτυρα υπεράσπισης. Την απόφαση καταθέτω ως Τεκμήριο
  25. Οι κατηγορούμενοι οι οποίοι τελούσαν υπό κράτηση από τον Απρίλιο του 2005 μέχρι τις 11/11/2005 αφέθηκαν ελεύθεροι και παραμένουν ελεύθεροι μέχρι σήμερα.
  26. Η απόφαση του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας εφεσιβλήθηκε αλλά την ημέρα που ήταν ορισμένη η έφεση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε.
  27. Αμέσως μετά την απόφαση του Κακουργιοδικείου τα μέτρα ασφαλείας που λήφθηκαν προς όφελος μου και της οικογένειας μου χαλάρωσαν δημιουργώντας έντονο αίσθημα φόβου και ανασφάλειας για εμένα και την οικογένεια μου ως επίσης και έντονο κλίμα δυσπιστίας και δυσφορίας για την αναισθησία που επιδείκνυαν οι αρμόδιες αρχές του κράτους.
  28. Εγώ και ο σύζυγος μου απευθυνθήκαμε πανικόβλητοι σε δικηγόρο ο οποίος απέστειλε επιστολές ημερομηνίας 19/12/2005, 06/01/2006 και 30/01/2006 προς τον Γενικό Εισαγγελέα για να λάβουμε απάντηση στις 03/03/2006 με επιστολή του κου Ηλία Στεφάνου δικηγόρου στο Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα. Την επιστολή ημερ. 3/3/2006 καταθέτω ως Τεκμήριο
  29. Να σημειώσω στο σημείο αυτό ότι καμία εχεμύθεια και καμία εμπιστευτικότητα δεν είχε τηρηθεί ούτε καν από το Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα και αυτό φαίνεται και από σχετική επιστολή που απέστειλε ο ίδιος ο Γενικός Εισαγγελέας προς τον Γενικό Διευθυντή της ΑΗΚ ημερ. 11/9/
  30. Την εν λόγω επιστολή καταθέτω ως Τεκμήριο
  31. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ του Γενικού Εισαγγελέα και της ΑΗΚ με απάντηση της ΑΗΚ και συγκεκριμένα του κου Μωησή με επιστολή ημερ. 26/9/
  32. Την επιστολή καταθέτω ως Τεκμήριο
  33. Όπως φαίνεται από τις πιο πάνω επιστολές δεν τηρήθηκε καμία εμπιστευτικότητα της πληροφορίας για την ένταξη μας στο σύστημα προστασίας μαρτύρων. Φαίνεται και από τις επιστολές πως γεγονότα και πληροφορίες πηγαινοέρχονταν στα γραφεία της ΑΗΚ και ένα μεγάλο μέρος του προσωπικού της ΑΗΚ, έλαβε γνώση.
  34. Με την πιο πάνω επιστολή πληροφορήθηκα ότι τόσο εγώ όσο και τα μέλη της οικογένειας μου αφαιρεθήκαμε από το Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων γιατί δήθεν έχουν εκλείψει οι λόγοι που αφορούν στην ένταξη του συζύγου μου στο εν λόγω σχέδιο.
  35. Είναι η θέση μου ότι η συμπεριφορά του εναγομένου αποτελεί παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων τόσο εμένα όσο και των εναγόντων 2-
  36. Επίσης, αναφέρω ότι όταν εκπρόσωποι του εναγόμενου μου ζητούσαν να καταθέσω ως μάρτυρας κατηγορίας μου υποσχέθηκαν ότι τόσο εγώ όσο και ο σύζυγος μου θα εντασσόμασταν στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων εφ' όρου ζωής και στηριζόμενοι σε αυτήν την υπόσχεση αποφασίσαμε να καταθέσουμε ως μάρτυρες. Είναι με αυτή την προϋπόθεση που δέχτηκα να καταθέσω ως μάρτυρας γιατί μου υποσχέθηκαν ότι η προστασία θα είναι τόσο για μένα όσο και για τα παιδιά μου και το σύζυγο μου εφ όρου ζωής.
  37. Θεωρώ ότι εσφαλμένα και παράνομα τερματίστηκε η προστασία που μας παρείχε ο εναγόμενος και ότι η απόφαση του εναγομένου που περιέχεται στην επιστολή του ημερ. 11/09/2008 είναι αυθαίρετη, αντισυμβατική και παράνομη.
  38. Μετά την απόφαση του εναγόμενου να αφαιρέσει τόσο εμένα όσο και το σύζυγο μου από το Σχέδιο Προστασίας μαρτύρων εγώ μη έχοντας άλλη εκλογή και για να προστατέψω τον εαυτό μου και τα ανήλικα παιδιά μου αποφάσισα όπως χωρίσω με τον σύζυγο μου τον οποίο απομάκρυνα από τη συζυγική οικία με όλες τις αρνητικές συναισθηματικές και οικονομικές επιπτώσεις που έχει αυτό τόσο σε εμένα όσο και στα παιδιά μου.
  39. Πιστεύω ότι οι λόγοι που τερματίστηκε η ένταξη στο σχέδιο προστασίας μαρτύρων δεν ήταν λόγοι ασφαλείας αλλά ήταν οικονομικοί και συγκεκριμένα ήταν το γεγονός ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν πλήρωναν υπερωρίες στους αστυνομικούς που φρουρούσαν την κατοικία μας λόγω μη διάθεσης επαρκών κονδυλίων. Οι ίδιοι λόγοι ισχύουν και για την απροθυμία του εναγομένου να πληρώσει τους λογαριασμούς της ΑΗΚ.
  40. Εν τω μεταξύ εναντίον του τότε κατηγορούμενου Πέτρου Πατσαλίδη προσήχθησαν από το Γενικό Εισαγγελέα κατηγορίες για μεταφορά βόμβας και εκρηκτικών υλών ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας στην ποινική υπόθεση 34724/07 χωρίς όμως να ζητηθεί η κράτηση του εκκρεμούσης της δίκης. Παράλληλα κλήθηκε από το ΤΑΕ Λευκωσίας ο σύζυγος μου για να δώσει κατάθεση εάν γνώριζε οτιδήποτε για την υπόθεση αυτή γιατί όπως του αναφέρθηκε από το ΤΑΕ Λευκωσίας ο στόχος της εν λόγω βόμβας ήταν ο ίδιος και τα μέλη της οικογένειας μας.
  41. Παρ 'όλα τα πιο πάνω γεγονότα ο τότε Γενικός Εισαγγελέας είχε κρίνει ότι οι λόγοι που επέβαλαν να ενταχθεί η οικογένεια μου στο σύστημα προστασίας μαρτύρων έχουν εκλείψει.
  42. Η συμπεριφορά του εναγομένου και των αρμόδιων αρχών έχει αρνητικά αποτελέσματα μέχρι και σήμερα τόσο σε εμένα όσο και στα παιδιά μου. Πέραν του ότι αναγκάστηκα να χωρίσω με το σύζυγο μου ούτως ώστε να απομακρυνθεί από την οικία μας για λόγους ασφαλείας, τα παιδιά μου έχουν στιγματιστεί από το περίγυρο.
  43. Αποτέλεσμα όλου αυτού είναι τα παιδιά μου να αντιμετωπίζουν προβλήματα στις προσωπικές του σχέσεις, δεν μπορούν να αναπτύξουν φιλικές σχέσεις με άτομα του περίγυρου. Αντιμετωπίζουν επίσης προβλήματα στον επαγγελματικό τομέα και δεν μπορούν να βρουν δουλεία λόγω αυτού του στιγματισμού.
  44. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κίνησα αυτή την αγωγή και ζητώ εναντίον του εναγομένου: Α. Γενικές Αποζημιώσεις για παράβαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων της όπως αυτά αναφέρονται πιο πάνω και/ή για παράβαση συμφωνίας και/ή για παράβαση των προσωπικών της δεδομένων όπως προστατεύονται από το Νόμο Περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) 138(Ι)/2001 όπως αυτός τροποποιήθηκε και/ή από το Νόμο Προστασίας Μαρτύρων Ν.95(Ι)/
  45. Β. Τιμωρητικές, Παραδειγματικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις Γ. Νόμιμο Τόκο από την 11/09/2008 ημερομηνία αφαίρεσης της από το Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Φ.Π.Α.00583810L).» Ο Ενάγων 2 καταθέτοντας ως μάρτυρας υιοθέτησε γραπτή δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω: «
  46. Είμαι ο Νάσος Αριστείδου και είμαι ο ενάγοντας 2 στην παρούσα αγωγή.
  47. Σήμερα έχω ενηλικιωθεί και είμαι 26 χρονών.
  48. Κατά το έτος 2005 ήμουν στην ηλικία των 16 ετών και φοιτούσα στην Α' Τάξη της Γ Τεχνικής Σχολής Λευκωσίας.
  49. Στις 17/5/2005 γύρω στις 02:00 το πρωί ενώ κοιμόμουνα ξύπνησα από ένα μεγάλο θόρυβο και αμέσως μετά άκουσα θόρυβο από σπάσιμο γυαλιών.
  50. Φοβήθηκα τόσο πολύ που δεν μπορούσα να σηκωθώ από το κρεβάτι και το μόνο που κατάφερα και σκέφτηκα να κάνω ήταν να σκεπαστώ ώστε να προστατευτώ όπως πίστευα.
  51. Μετά από 1-2 λεπτά σηκώθηκε η μητέρα μου, που είναι ενάγουσα 1 , και την άκουσα να φωνάζει πανικόβλητη και να ρωτά τι έγινε και να μας ψάχνει ένα ένα για να βεβαιωθεί ότι είμαστε καλά όλοι.
  52. Ο πατέρας μου απουσίαζε από την οικία.
  53. Μετά από κάποια λεπτά και αφού άκουσα την μητέρα μου που σηκώθηκε, σηκώθηκα και εγώ και πήγα στο σαλόνι του σπιτιού.
  54. Το σαλόνι ήταν γεμάτο γυαλιά σπασμένα, οι κουρτίνες που ήταν κρεμασμένες στα παράθυρα ήταν καταστρεμμένες και σκισμένες καθώς επίσης και το καθιστικό ήταν σκισμένοι οι καναπέδες.
  55. Επίσης οι τοίχοι του σπιτιού ήταν κτυπημένοι και είχαν καταστροφές και εκδορές από τα σίδερα.
  56. Στο σπίτι εκείνη την μέρα εκτός από εμένα και την μητέρα μου ήταν επίσης τα αδέλφια μου Λένος και Άριστος που ήταν τότε 12 και 14 ετών αντίστοιχα.
  57. Σηκωθήκαμε όλοι έντρομοι και το σπίτι μας έμοιαζε με πεδίο μάχης.
  58. Βγήκαμε έξω από το σπίτι για να δούμε τι συνέβη και η μητέρα μου κάλεσε αμέσως την αστυνομία.
  59. Ήρθε η Αστυνομία και μαζεύτηκε η γειτονιά καθώς ο θόρυβος ήταν πολύ μεγάλος. Οι γείτονες ρωτούσαν τι έγινε και γιατί μας έβαλαν βόμβα.
  60. Την επόμενη μέρα δεν πήγα σχολείο.
  61. Μετά την έκρηξη στο σπίτι μας με ρωτούσαν οι συμμαθητές μου αλλά και οι φίλοι μου από την γειτονιά τι έγινε και γιατί έβαλαν σε εμάς βόμβα και επίσης ρωτούσαν τι έγινε και που είναι μπλεγμένοι οι γονείς μας.
  62. Σιγά σιγά ξεκίνησαν ένας ενάς από τους συμμαθητές μου να μην μου μιλούν και να σταματήσουν να με κάνουν παρέα στο σχολείο.
  63. Όταν ρώτησα 2 από αυτούς γιατί άλλαξαν συμπεριφορά και στάση απέναντι μου, μου είπαν ότι οι γονείς τους δεν τους άφηναν να κάνουμε παρέα γιατί όπως τους έλεγαν οι γονείς μας είναι επικίνδυνοι και δεν είμαστε εμείς παιδιά για να κάνουν παρέα μαζί μας.
  64. Μετά από λίγο καιρό κατάλαβα ότι την ίδια αντιμετώπιση είχαν και τα δύο μου αδέλφια από τους συμμαθητές και τους φίλους τους και όταν τους ρώτησαν μου είπαν ότι όντως αυτό συνέβαινε και ότι στο σχολείο ακουγόταν ότι οι γονείς των συμμαθητών τους, τους απαγόρευαν να κάνουν παρέα μαζί μας.
  65. Παρ 'όλο που πριν το πιο πάνω περιστατικό, είχα φίλους και συμμαθητές που ερχόντουσαν στο σπίτι μας για να παίξουμε ηλεκτρονικά παιχνίδια ή για να δούμε ταινία, μετά κανένας από αυτούς δεν ερχόταν γιατί φοβόντουσαν και δεν ήθελαν οι γονείς τους να έχουν πάρε - δώσε με την οικογένεια μου.
  66. Ακόμα και σήμερα, στο χωριό με αντιμετωπίζουν τόσο εμένα όσο και τα αδέλφια μου ως εγκληματίες και ως τα παιδιά των γονιών που τους βάζουν βόμβες και πετούν χειροβομβίδες στο σπίτι τους.
  67. Δεν μπορώ να έχω καμία κοινωνική ζωή στο χωριό που κατοικώ και μάλιστα έχω ζητήσει πολλές φορές δουλειά από τους συγχωριανούς μου αλλά η αντιμετώπιση που έχω δεν είναι η καλύτερη.
  68. Θέλω να πω επίσης ότι μετά το πιο πάνω περιστατικό τοποθετήθηκαν στο σπίτι μας φωτεινούς προβολείς που φώτιζαν το σπίτι την νύχτα, τοποθετήθηκαν κάμερες, έγιναν έργα για να ψηλώσει ο τοίχος της περίφραξης του σπιτιού μας και είχαμε στο σπίτι μας 2 αστυνομικούς που φρουρούσαν το σπίτι επί 24ώρου βάσεως.
  69. Όλα τα πιο πάνω μέτρα κράτησαν περίπου γύρω στους 10 μήνες και μετά ξαφνικά σταμάτησαν να μας παρέχουν μέτρα ασφαλείας.
  70. Η διακοπή της παροχής των μέτρων ήταν τρομακτική για εμάς καθότι μετά το περιστατικό της ρήψης χειροβομβίδας στο σπίτι μας νιώθαμε μεγάλη ασφάλεια με τα μέτρα και ειδικά που ένιωθα ότι υπάρχουν αστυνομικοί που φρουρούν το σπίτι αλλά και προβολείς που εμποδίζουν με κάποιο τρόπο την είσοδο άγνωστου στο σπίτι μας.» Οι Ενάγοντες 3 και 4 δεν κατέθεσαν. Κατέθεσε ως μάρτυρας Εναγόντων ο πατέρας τους κ. Ιωσήφ Αριστείδου (Μ.Ε.3), ο οποίος επίσης υιοθέτησε γραπτή δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας επίσης παραθέτω: «
  71. Είμαι ο Ιωσήφ Αριστείδου με ΑΔΤ.643194 και είμαι ο εν διαστάσει σύζυγος της ενάγουσας.
  72. Στις 03/01/2005 ενεπλάκηκα σε ληστεία στη ΣΠΕ Αρεδιού. Τον Μάρτιο του ιδίου έτους έδωσα θεληματική κατάθεση στο ΤΑΕ Λευκωσίας για την συγκεκριμένη ληστεία. Κατάθεση επίσης είχε δώσει η ενάγουσα σύζυγος μου αναφορικά με το γεγονός ότι μετά την ληστεία εγώ και δύο άλλα πρόσωπα πήγαμε σπίτι μου και αλλάξαμε ρούχα και παραμείναμε εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα. Τα ρούχα μας τοποθετήθηκαν στον πλυντήριο όπου και πλύθηκαν από την ενάγουσα η οποία δεν γνώριζε τι προηγήθηκε.
  73. Η απόφαση της αστυνομίας και της εισαγγελίας ήταν όπως τόσο εμένα όσο και τη σύζυγο μου μας βγάλουν μάρτυρες κατηγορίας. Μετά από ένα μήνα περίπου μας έβαλαν βόμβα στην οικία μας στο Αρεδιού και σε λίγες ημέρες μας κάλεσε στο γραφείο του ο κος Θωμάς Ευθυμίου, αξιωματικός του ΤΑΕ στην παρουσία του κου Ηλία Στεφάνου, δικηγόρου της εισαγγελίας. Μας ενημέρωσαν ότι θα μας εντάξουν στο σύστημα προστασίας μαρτύρων.
  74. Εγώ είμαι συνταξιούχος με σύνταξη ανικανότητας από το 2001 και λάμβανα τότε ως σύνταξη 220 λίρες τον μήνα αλλά επειδή είχα δικαίωμα να εργάζομαι ορισμένες ώρες τον μήνα ο κος Στεφάνου μου είπε ότι θα μου δίνει και 600 Λ.Κ. τον μήνα για να μπορώ να βοηθώ την οικογένεια μου.
  75. Μετά από τηλεφωνικές απειλές και ένα βράδυ που με καταδίωκε ένα αυτοκίνητο αναγκάστηκα να πάω στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμειας για καταγγελία. Τότε με ξανακάλεσαν στο ΤΑΕ και μου ανακοίνωσαν ότι θα μου τοποθετήσουν κάμερες στο σπίτι μου και 24ωρη φρούρηση. Εγώ εκεί είχα πάει μόνος μου αλλά αντιπροσώπευα και την ενάγουσα σύζυγο μου και τα ανήλικα τότε παιδιά μου και για ότι εσυμφωνείτο και δεν ήταν παρούσα η ενάγουσα αυτή ενημερωνόταν τόσο από εμένα όσο και από τον κο Θωμά Ευθυμίου.
  76. Θέλω να δηλώσω ότι από την ημέρα που με ένταξαν στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων μέχρι την ημέρα που έδωσα μαρτυρία είχα καθημερινή επαφή είτε προσωπική είτε τηλεφωνική με τον κο Θωμά Ευθυμίου και σε πολλές περιπτώσεις με τον κο Ηλία Στεφάνου. Η εύλογη απορία μου ήταν πάντα τι θα γίνει μετά που θα μαρτυρήσω. Ο κος Ευθυμίου που μπορώ να πω ήταν πάντα δίπλα μου, μας έλεγε ότι στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων είσαι εφ' όρου ζωής και εσύ και η οικογένεια σου.
  77. Στις καθημερινές επαφές που είχα με τον κο Ευθυμίου μου έλεγε ότι αν επιθυμούσα μετά την μαρτυρία μου θα μπορούσα να φύγω από την Κύπρο και ότι την οικογένεια μου θα συνέχιζε να την προστατεύει η αστυνομία. Εδώ θέλω να πω ότι πλήρωναν τον λογαριασμό ρεύματος του σπιτιού κάθε δίμηνο καθότι είχαν τοποθετήσει κάμερες και προβολείς γύρω από το σπίτι. Με τον ίδιο τρόπο μου μιλούσε και ο κος Ηλίας Στεφάνου όταν τύγχαινε να μιλήσουμε για το ίδιο θέμα.
  78. Κατά ή περί τον Σεπτέμβριο του 2005 έδωσα μαρτυρία και μετά την μαρτυρία μου ο κος Στεφάνου με τον κο Ευθυμίου εντός μιας ημέρας μου έβγαλαν διαβατήριο, ταυτότητα και άδεια οδηγού με καινούριο όνομα. Τα νέα μου στοιχεία τα γνώριζε μόνο ο κος Θωμάς Ευθυμίου και κάποιος αστυνομικός Γιώργος ο οποίος με συνόδευε στις διάφορες υπηρεσίες για να πάρω τα νέα μου στοιχεία.
  79. Μετά το πέρας της μαρτυρίας μου ο κος Λευτέρης Παντελή ο κος Στέλικος, ο κος Διονυσίου Αστυνομικός Διευθυντής Λευκωσίας τότε, ο κος Ηλίας Στεφάνου, ο κος Θωμάς Ευθυμίου και ο κος Πέτρος Κληρίδης τότε Γενικός Εισαγγελέας μέσω του κου Ηλία Στεφάνου μου έδιναν συγχαρητήρια για τον τρόπο που μαρτύρησα.
  80. Μια ημέρα πριν αναχωρήσω με προορισμό την Κρήτη ήρθε σπίτι μου ο κος Ευθυμίου μαζί με τον Λοχία Παντελή Ιορδανούς, με αποχαιρέτησαν, μου έδωσαν 1,500 ευρώ, μου είπε ο κος Θωμάς «πρόσεχε και την υπόλοιπη βοήθεια θα την κανονίσουμε με τον Γενικό Εισαγγελέα». Θέλω να σημειώσω ότι του κου Θωμά Ευθυμίου του είχα απόλυτη εμπιστοσύνη.
  81. Πήγα στην Κρήτη, με παρότρυναν να βρω κάποιον αξιωματικό της αστυνομίας στο Ηράκλειο για να με βοηθήσει να εγκατασταθώ στην Κρήτη και ο άνθρωπος μου είπε ότι είναι καλύτερα να μην μείνω στην Κρήτη. Μετά από 4-5 μέρες πήγα στην Αθήνα βρήκα σπίτι στο Παγκράτι εγκαταστάθηκα εκεί και μετά από 20 μέρες περίπου με πήρε τηλέφωνο ο Θωμάς Ευθυμίου και μου είπε ότι ο Γενικός Εισαγγελέας με τη σύμφωνη γνώμη του κου Ηλία Στεφάνου αποφάσισαν να μου δώσουν 22,000 Λ.Κ. τα οποία παρέδωσαν στην γυναίκα μου και μου τα έφερε στην Ελλάδα.
  82. Εδώ θέλω να τονίσω ότι όταν έφευγα μου είπαν ο κος Στεφάνου και ο κος Ευθυμίου ότι θα μου έβρισκαν δουλειά για να επιβιώσω. Ένα μεγάλο μέρος των χρημάτων που μου έδωσαν τα ξόδεψα για οικιακό εξοπλισμό. Το ενοίκιο που πλήρωνα στο Παγκράτι επειδή το σπίτι ήταν τριών υπνοδωματίων για να μπορώ να φιλοξενώ και την οικογένεια μου ήταν 750 ευρώ το μήνα πλέον τα κοινόχρηστα, θέρμανση και άλλα.
  83. Είχα τηλεφωνική επαφή με τον κο Ευθυμίου περίπου τρεις φορές την εβδομάδα γιατί ήθελα μόνο εκείνος να ήξερε που είμαι. Εδώ θέλω να τονίσω ότι η καλή ψυχολογία που είχα μέχρι να δώσω μαρτυρία και οι πρώτοι 4-5 μήνες στο εξωτερικό οφείλετο στην συμπαράσταση του κου Θωμά Ευθυμίου. Όταν ανάφερα περί τον Γενάρη- Φλεβάρη του 2006 στον κο Θωμά ότι πρέπει να βρω δουλειά γιατί δεν θα αντέξω οικονομικά, επειδή ήταν τόσο ειλικρινής μαζί μου ο Θωμάς μου ανάφερε ότι είναι πολύ δύσκολο. Τηλεφώνησα αμέσως στον κο Ηλία Στεφάνου και περίπου μου είπε και αυτός τα ίδια.
  84. Όταν ήμουν μόνος μου στην Ελλάδα δεν μετάνιωσα ποτέ μου που έδωσα μαρτυρία στο Δικαστήριο αλλά άρχισα να καταλαβαίνω ότι αν επιστρέψω στην Κύπρο θα είναι δύσκολο να επιστρέψω στο σπίτι μου. Έβλεπα ότι τα παιδιά μου φοβούνταν και αυτό προήλθε από την ημέρα που μου έβαλαν βόμβα στην οικία μας.
  85. Επέστρεψα στην Κύπρο τον Μάρτιο όταν πέθανε ο πατέρας μου και συζήτησα με τον Θωμά και τον Ηλία Στεφάνου το τι θα γίνει με εμένα στην Ελλάδα και το γιατί δεν βοηθούν την οικογένεια μου πλέον. Θυμάμαι ότι χαρακτηριστικά τους είπα ότι δεν είναι σωστό να βοηθάς κάποιον που θα μαρτυρήσει και όταν μαρτυρήσει να σταματάς την βοήθεια.
  86. Το καλοκαίρι επέστρεψα στην Κύπρο. Τα παιδιά μου ήταν σε δύσκολες ηλικίες 13, 15 και 17 χρονών και εκτός του ότι είχαν να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους που παραμονεύουν στη ζωή μας αντιμετώπιζαν και την περιφρόνηση του κόσμου. Έτσι αποφάσισα να έρθω στην Κύπρο μόνιμα στην οικογένεια μου για να μπορέσω να τους βοηθήσω οικονομικά. Μόλις επέστρεψα με πήραν τηλέφωνο από την αστυνομική διεύθυνση Λευκωσίας και με ρώτησαν τι σκοπεύω να κάνω και εγώ τους είπα ότι για να παραμείνω στο εξωτερικό πρέπει να μου βρουν δουλειά. Σε 10 λεπτά με ξαναπήραν τηλέφωνο και μου ανακοίνωσαν ότι δεν μπορούν να μου παρέχουν ασφάλεια πλέον. Αυτό που δεν θα ξεχάσω ποτέ μου είναι η αντίδραση του κου Θωμά Ευθυμίου που με πήρε τηλέφωνο θυμωμένος, απογοητευμένος, μου ζήτησε συγγνώμη και μου είπε «δεν πιστεύω ότι συμβαίνουν έτσι πράγματα, να χρησιμοποιούν μια οικογένεια και μετά να την εγκαταλείπουν».
  87. Με την φυγή της αστυνομίας και σε λίγες μέρες την επιθυμία της αστυνομίας να αφαιρέσει τις κάμερες από την οικία μας έβλεπα ότι τα παιδιά μου ήταν φοβισμένα γιατί φοβούνταν μήπως ξανασυμβεί αυτό που συνέβη προηγουμένως δηλαδή να μας βάλουν ξανά βόμβα. Αποφάσισα να φύγω από το σπίτι. Η γυναίκα μου ήθελε να προστατεύσει τα παιδιά μας ακόμα και από εμένα τον ίδιο γιατί εδώ θέλω να σας πω ότι οι εμπειρογνώμονες της αστυνομίας το βράδυ που ήρθαν σπίτι μας μετά την έκρηξη της βόμβας μου είπαν ότι αν η βόμβα τοποθετείτο πίσω στα δωμάτια δεν θα έμενα κανένας μας ζωντανός.
  88. Για ένα χρόνο περίπου μπορώ να πω ότι ήμουν αδέσποτος. Έμενα δεξιά - αριστερά είχα καθημερινή επαφή με τα παιδιά μου και το 2009 οι γιοί μου έκτισαν περίπτερο στον Άγιο Ιωάννη Μαλούντας και έτσι η μόνιμη μου διαμονή ήταν σε ένα δωμάτιο στην δουλειά των παιδιών μου.
  89. Επαφή με τον κο Ευθυμίου είχα τακτικότατα. Όταν συναντιόμασταν καταλάβαινα ότι ντρεπόταν για αυτά που συνέβησαν και μου έλεγε ότι το πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων είναι εφ' όρου ζωής και δεν μπορώ να καταλάβω τι έκαναν.
  90. Το 2011 με επισκέφτηκε ο Πέτρος Πατσαλίδης στην δουλειά των παιδιών μου, συζητήσαμε και εγώ αμέσως το ανάφερα στην αστυνομία χωρίς κανένα αποτέλεσμα, έτσι αποφάσισα ότι έπρεπε να μείνω μακριά από την δουλειά των παιδιών μου. Την ίδια γνώμη είχε και η γυναίκα μου. Αυτά όλα είχαν ως αποτέλεσμα να είμαι σε διάσταση με την σύζυγο μου.
  91. Τελειώνοντας θέλω να πω ότι δεν μετάνιωσα που έδωσα μαρτυρία για την αστυνομία αλλά δεν περίμενα ποτέ μου ότι σήμερα θα ήμουν σε αυτή την κατάσταση. Η απομάκρυνση μου από την οικία μου αλλά η καθημερινή επαφή με τα παιδιά μου είχαν ως αποτέλεσμα με αυτά που έπαθα εγώ να είμαι δίπλα τους και τώρα στην ηλικία των 23, 25 και 27 χρόνων δεν έχει παραστρατήσει κανένας τους.
  92. Και κάτι τελευταίο θέλω να πω ότι σύσσωμο το αστυνομικό σώμα ήταν πάντα δίπλα μου και απορημένοι και αντίθετοι με την απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα.» Εκ μέρους του Εναγομένου κατέθεσε ο Ανώτερος Υπαστυνόμος κ. Θωμάς Ευθυμίου (Μ.Υ.1). Υιοθέτησε γραπτή δήλωσή του, το περιεχόμενο της οποίας παραθέτω αυτολεξεί: «Είμαι ο Ανώτερος Υπαστυνόμος Θωμάς Ευθυμίου και είμαι προσωρινά αποσπασμένος στη Σχολή Εθνικής Ασφάλειας, στην Ελλάδα.
  93. Το 2005 ήμουν Υπεύθυνος του σοβαρού Εγκλήματος στο ΤΑΕ Λευκωσίας και μεταξύ των υποθέσεων τις οποίες διερεύνησα ήταν και η υπόθεση της ένοπλης ληστείας στην ΣΠΕ Αρεδιού με εμπλεκόμενους τον Ιωσήφ Αριστείδου και δυο άλλους.
  94. Ο κος Ιωσήφ Αριστείδου, ενώ τελούσε υπό κράτηση στα πλαίσια υπό διερεύνηση υπόθεσης κατοχής και κυκλοφορίας πλαστών χαρτονομισμάτων, προέβηκε σε θεληματική κατάθεση στην οποία παραδεχόταν την συμμετοχή του στην ένοπλη ληστεία της ΣΠΕ Αρεδιού κατονομάζοντας και δύο συνεργάτες του.
  95. Με απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα ο κος Αριστείδου, θα κατέθετε ως μάρτυρας κατηγορίας στην ποινική υπόθεση 791/05 Κακουργιοδικείου Λευκωσίας εναντίον των υπόλοιπων υπόπτων για την ένοπλη ληστεία. Πριν να κληθεί να καταθέσει ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, και ειδικότερα στις 17/6/05, τοποθετήθηκε εκρηκτικός μηχανισμός στην βεράντα της οικείας του κου Αριστείδου και ο Γενικός Εισαγγελέας, λόγω του κινδύνου που πιθανόν να διέτρεχε ως μάρτυρας και της σημασίας της μαρτυρίας του αποφάσισε να εντάξει τον ίδιο και την οικογένεια του στο σχέδιο προστασίας μαρτύρων. Παρουσιάζεται επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα προς τον Αρχηγό Αστυνομίας ημερομηνίας 25/7/2005 ως τεκμήριο
  96. Δέον να σημειωθεί ότι η έκρηξη οφείλετο σε μηχανισμό χαμηλής ισχύος και προκάλεσε ελαφριές ζημιές στην κατοικία. Η υπόθεση δεν εξιχνιάσθηκε.
  97. Ως ανακριτής της υπόθεσης, είχα επικοινωνία με τον κο Αριστείδου σε τακτά χρονικά διαστήματα αλλά σε καμία περίπτωση δεν του ανέφερα, ότι η ένταξη τους στο σχέδιο προστασίας μαρτύρων, θα ήταν εφόρου ζωής και με όλο το σεβασμό αν του έλεγα κάτι τέτοιο δεν θα υπήρχε λόγος να έχει «εύλογη απορία, πάντα τι θα γίνει μετά που θα μαρτυρήσει».
  98. Είναι η θέση μου ότι είχα πει στον κο Αριστείδου ότι αν επιθυμούσε θα μπορούσε να φύγει για το εξωτερικό, ως ήταν και η τοποθέτηση του Γενικού Εισαγγελέα, για το χρονικό διάστημα , πριν ακόμα καταθέσει ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά σε καμία περίπτωση δεν υποσχέθηκα, ούτε και θα μπορούσα άλλωστε να υποσχεθώ, ότι η οικογένεια του θα συνέχιζε να προστατεύεται εφ όρου ζωής εφόσον αυτό δεν προνοείτο από τον Νόμο.
  99. Μετά την ένορκη κατάθεση του, ενημερώθηκα από τον κο Λ. Παντελή, Δικηγόρο της Δημοκρατίας που χειριζόταν την ποινική υπόθεση της ένοπλης ληστείας, ότι η εκτίμηση του ιδίου ήταν ότι ο κος Αριστείδου θα κρινόταν ως αναξιόπιστος μάρτυρας, ως εκ τούτου δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι του είχα δώσει συγχαρητήρια για την μαρτυρία του.
  100. Πριν την αναχώρηση του για το εξωτερικό με οδηγίες του Γενικού Εισαγγελέα διευθετήθηκε η έκδοση νέων εγγράφων για τον κο Αριστείδου σε συνεννόηση με τις αρμόδιες υπηρεσίες. Ο κος Αριστείδου κατανοώντας πλήρως ότι τα νέα έγγραφα θα ίσχυαν μόνο ενόσω βρισκόταν στο εξωτερικό και μόνο για το εξωτερικό υπέγραψε σχετική υπεύθυνη δήλωση την οποία και σας παρουσιάζω ως τεκμήριο
  101. Μετά την μετάβαση του κου Αριστείδου στο εξωτερικό, ο Γενικός Εισαγγελέας ενέκρινε το ποσό των 22.000 ΛΚ, ως οικονομική ενίσχυση για την εγκατάσταση και διαβίωση του στο εξωτερικό τα οποία παρέδωσα στην σύζυγο του, για να του τα παραδώσει. Σε καμία περίπτωση όμως δεν διαβεβαιώσαμε τον κο Αριστείδου ότι θα του βρίσκαμε εργασία στο εξωτερικό και προς τούτο συνηγορεί η δική του χειρόγραφη επιστολή, η οποία παραλήφθηκε από την Νομική Υπηρεσία στις 19/12/2005 και στην οποία ο ίδιος αφού εκφράζει τις ευχαριστίες του προς τον Γενικό Εισαγγελέα, παρακαλεί τον Γενικό Εισαγγελέα να τον βοηθήσει να βρει εργασία. Εάν είχαμε υποσχεθεί στον κο Αριστείδου την εξεύρεση εργασίας, σίγουρα δεν θα ήταν αυτό το ύφος της επιστολής του. Παρουσιάζεται η σχετική επιστολή ως τεκμήριο
  102. Περαιτέρω παρουσιάζω επιστολή του δικηγόρου της δημοκρατίας κου Η. Στεφάνου, ημερομηνίας 3/3/06 προς τον τότε δικηγόρο του κου Αριστείδου, κο Ν. Κληρίδη, στον οποίο μεταξύ άλλων θέτει με σαφήνεια ότι θα έπρεπε να εξεύρει εργασία μόνος του ως τεκμήριο ­
  103. Προς διευκόλυνση του Δικαστηρίου παρουσιάζω επιστολή του τότε Β.Α. (Ε) ημερομηνίας 13/2/06 προς τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας που υπογραμμίζει ότι από την κατάθεση του κου Αριστείδου στο δικαστήριο μέχρι και την ημερομηνία συγγραφής της επιστολής «δεν υπήρξε καμία ουσιαστική απειλή ή πληροφορία για απειλή εναντίον του Ιωσήφ Αριστείδου ή των μελών της οικογένεια του» και γινόταν εισήγηση για εξέταση του ενδεχόμενου μείωσης σε πρώτο στάδιο του προσωπικού που φρουρούσε την κατοικία του και σε μελλοντικό στάδιο, να αποφασιζόταν το ενδεχόμενο πλήρους απόσυρσης της φρουράς, και του υπόλοιπου εξοπλισμού. Η σχετική επιστολή παρουσιάζεται ως Τεκμήριο
  104. Περαιτέρω, επαναλαμβάνω ότι ουδέποτε μίλησα για εφ όρου ζωής ένταξη στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων, αφού κάτι τέτοιο θα ήταν αντινομικό εφόσον γνώριζα ότι για να είναι κάποιος ενταγμένος στο πρόγραμμα θα πρέπει να εξακολουθεί να υφίσταται υπαρκτός κίνδυνος για τον ίδιο ή τους οικείους του και σε κάθε περίπτωση τέτοια εξουσία έχει μόνον ο Γενικός Εισαγγελέας για να το αποφασίσει.
  105. Με την επιστροφή του στην Κύπρο, ο κος Αριστείδου, είχε αραιές επαφές μαζί μου και πάντα ευχαριστούσε για την μεταχείριση που έτυχε και σίγουρα ποτέ δεν ντράπηκα και ούτε είχα λόγο να ντραπώ, για τον τρόπο που έτυχε χειρισμού από τον γενικό Εισαγγελέα με τον οποίο βρισκόμασταν σε συνεργασία ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης που αφορούσε τον Ιωσήφ Αριστείδου . Εδώ να σημειώσω ότι ήταν ο πρώτος μάρτυρας που εντάχτηκε στο νεοσυσταθέν τότε Πρόγραμμα και έτυχε της καλύτερης δυνατής μεταχείρισης , από όλες τις απόψεις.
  106. Περαιτέρω να αναφέρω ότι ουδέποτε με πληροφόρησε ο Ιωσήφ η οποιοσδήποτε άλλος για επαφή του Ιωσήφ με τον Π. Πατσαλίδη και έχω την άποψη ότι εάν συνέβαινε τέτοιο επεισόδιο, σίγουρα θα με είχε ενημερώσει, όπως και για οποιοδήποτε άλλο κίνδυνο ή απειλή.
  107. Αναφορικά με το θέμα υγείας που αντιμετώπιζε μέλος της οικογένειας του Ιωσήφ Αριστείδου παρουσιάζω αλληλογραφία μεταξύ Αστυνομίας και Υπ. Υγείας, ως Τεκμήριο 12, στην οποία εμφαίνονται οι προσπάθειες να βοηθηθεί, το παιδί τους με κάθε δυνατό τρόπο, δεικνύοντας ότι η βοήθεια που παρασχέθηκε στην οικογένεια ήταν ποικιλόμορφη και σφαιρική. Περαιτέρω, σημειώνω ότι ο κος Αριστείδου δεν φυγαδεύτηκε αλλά αυτόβουλα επέλεξε την μετοίκηση του στο εξωτερικό, χωρίς την συνοδεία της οικογένειας του.
  108. Τέλος να αναφέρω ότι το σύστημα προστασίας συνεχίζει να υφίσταται μόνο εφόσον εξακολουθεί να υπάρχει κίνδυνος και στη περίπτωση του κ Ιωσήφ Αριστείδου τέτοιος κίνδυνος δεν υπήρξε από την περάτωση της υπόθεσης στο κακουργιοδικείο μέχρι και σήμερα.» Η ύπαρξη και το περιεχόμενου του Τεκμηρίου 9, για το οποίο γίνεται αναφορά στη γραπτή δήλωση του μάρτυρα, είναι παραδεκτό από τους Ενάγοντες, με τις επιφυλάξεις όπως αυτές εκφράστηκαν στις 8.1.16 από τον κ. Γεωργίου. Το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 9 έχει ως εξής: «Προς Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Εντιμότατε κύριε Γενικέ Εισαγγελέα. Είμαι ο Ιωσήφ Αριστείδου από το Αρεδιού μάρτυρας κατηγορίας στην υπόθεση της ληστείας της ΣΠΕ Αρεδιού. Θα ήθελα με την επιστολή μου αυτή πρώτα να σας ευχαριστήσω για τα όσα κάνατε μέχρι σήμερα για μένα και την οικογένεια μου και ταυτόχρονα να σας ενημερώσω σχετικά με μένα. Όπως γνωρίζετε έχω μεταβεί και εγκατασταθεί στο εξωτερικό μετά την μαρτυρία μου στο Δικαστήριο. Θέλω να με βοηθήσετε να βρω μια εργασία για να μπορώ να έχω τουλάχιστο τα απαραίτητα δηλαδή (ενοίκιο, κοινόχρηστα, θέρμανση κλπ.). Είναι το μόνο που ζητώ και τίποτα περισσότερο. Η μετάβαση μου στο εξωτερικό ήταν πρώτα θέμα ασφάλειας δικής μου και μετά μιας κάποιας τιμωρίας για την πράξη την οποία έκανα. Σας ευχαριστώ και πάλι και σας εύχομαι καλά Χριστούγεννα και καλή χρονιά.» Αντεξεταζόμενος ο κ. Ευθυμίου από τον κ. Γεωργίου, έκανε αναφορά στον Πέτρο Πατσαλίδη, ο οποίος ήταν Κατηγορούμενος μαζί με τον Ευριπίδη Ευριπίδου στην Ποινική Υπόθεση 791/
  109. Του υποβλήθηκε ότι ο Πέτρος Πατσαλίδης θεωρείται από την Αστυνομία και κυρίως από τους κατά καιρούς Αξιωματικούς και άντρες του ΤΑΕ, ως ένα ιδιαίτερα επικίνδυνο πρόσωπο. Η απάντησή του ήταν ότι δεν μπορεί να έχει προσωπική άποψη για το τι θεωρεί κάθε Αξιωματικός του ΤΑΕ. Του υποβλήθηκε ότι τη βομβιστική επίθεση στην οικία της Ενάγουσας 1 την είχε κάνει κάποιος με το όνομα «Βάτραχος», ο οποίος είχε δολοφονηθεί πριν από τρία περίπου χρόνια. Η θέση του ήταν ότι το μόνο που γνωρίζει είναι ότι το πρόσωπο αυτό ήταν γνωστό στην Αστυνομία και ότι δολοφονήθηκε. Του υποβλήθηκε ότι «οποιοσδήποτε σαν τον Πέτρο Πατσαλίδη μπορεί να του αναδώξει ακόμη και σήμερα να εκδικηθεί είτε τον κ. Ιωσήφ Αριστείδου είτε την κα Βαθούλα Αριστείδου για τη μαρτυρία που έδωσαν και είναι απρόβλεπτα όλα αυτά.». Η απάντησή του ήταν ότι ως Αστυνομία εξετάζουν τα συγκεκριμένα δεδομένα της κάθε υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, ως ανέφερε, παρόλο που η Απόφαση εξεδόθη το 2005 και οι Κατηγορούμενοι αθωώθηκαν, ο μάρτυρας παρέμεινε στο σχέδιο μέχρι το
  110. Σε σχέση με τα μέτρα, ανέφερε ότι η προστασία στην οικία των Εναγόντων στο Αρεδιού, αφορούσε σε φρουρά, σε τοποθέτηση καμερών και περίφραξης, η οποία περίφραξη παραμένει μέχρι σήμερα. Σε πρώτο στάδιο, απομακρύνθηκε η φρουρά, παρέμεινε ο φωτισμός και η περίφραξη, και αντί φρουράς μέχρι και τα τελευταία χρόνια υπήρχε και περιπολική κάλυψη. Σε σχέση με την οικονομική ενίσχυση, υποβλήθηκαν οι ακόλουθες ερωτήσεις και δόθηκαν οι ακόλουθες απαντήσεις: «Ε. Τούτη ήταν μια πτυχή της ένταξης των εναγόντων στο σύστημα προστασίας μαρτυρίων. Η άλλη πτυχή ήταν οικονομική ενίσχυση, συμφωνείτε; Α. Μάλιστα. Ε. Η οικονομική αυτή ενίσχυση που αφορά στους Ενάγοντες ήταν Λ.Κ.600 το μήνα και για να το διευκρινίσουμε Λ.Κ.22.000 δόθησαν στον κ. Αριστείδου όταν θα έφευγε για το εξωτερικό και Λ.Κ.600 μηνιαίως στη σύζυγο και τα παιδιά του. Στο όνομα της Βαθούλας, της Ενάγουσας 1 ήταν τα Λ.Κ.600 έτσι; Α. Να σας πω τι θυμάμαι διότι περιλάμβανε και άλλα. Καταρχήν δεν ήταν οικονομική βοήθεια με την έννοια που την είπε ο κ. Γεωργίου. Εκείνο που γίνεται, εφόσον ο κ. Ιωσήφ Αριστείδου εκείνη την περίοδο ήταν άνεργος και έπαιρνε κάποιο επίδομα από το Κράτος ως άνεργος αλλά είχε αν θέλετε έκαμνε κάποια κουτσοδούλεια και έφερνε και κάποια εισοδήματα στην οικογένεια και επειδή αυτό το δικαίωμα θα περιοριζόταν με την έννοια για λόγους ασφαλείας, ουσιαστικά διδόταν ένα επίδομα στην οικογένεια ως βοήθημα. Επίσης το χρηματικό ποσό των Λ.Κ.22.000 το οποίο δόθηκε ήταν καθαρά, δεν ήταν θέμα οικονομικής βοήθειας, ήταν καθαρά για τα έξοδα μεταβίβασης στο εξωτερικό, διαβίωσης, αγοράς εξοπλισμού μέχρι να βρει δουλειά. Επίσης να συμπληρώσω ότι επειδή στην κατοικία μπήκαν κάμερες και προβολείς οι οποίες συνεπάγονταν ένα αυξημένο ποσό πληρωμής σε ηλεκτρισμό, αποφασίστηκε να πληρώνεται όλος ο λογαριασμός από το κονδύλι του Γενικού Εισαγγελέα. Ε. Το ποσό των Λ.Κ.22.000 δεν είναι επίδικο κύριε Ευθυμίου γι΄ αυτό θέλω να επικεντρώσετε την σκέψη σας στο ποσό των Λ.Κ.600 μηνιαίως. Είπατε ότι αυτό το ποσό συμφωνήθηκε να δίδεται στην οικογένεια ως ενίσχυση οικονομική για την αναστάτωση η οποία θα προκαλείτο από την μαρτυρία η οποία θα διδόταν στην εν λόγω υπόθεση. Αποσύρω την ερώτηση. Αυτές οι Λ.Κ.600 από πότε μέχρι πότε δίδονταν; Α. Δεν μπορώ να σας βοηθήσω. Ε. Όταν αποφασίστηκε να δοθεί αυτό το ποσό των Λ.Κ.600 από ποιόν αποφασίστηκε ότι θα διδόταν αυτό το ποσό; Α. Από τον Γενικό Εισαγγελέα. Ε. Εγώ σας λέω ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία ότι ήταν για καθορισμένο ή για περιορισμένο χρονικό διάστημα αυτό το ποσό. Πως απαντάτε; Α. Μα είναι κατανοητό ότι ήταν για δύο, τρεις μήνες μέχρι να πήγαινε να καταθέσει στο Δικαστήριο ο κ. Αριστείδου. Ουσιαστικά στηρίξαμε αυτό το πράγμα που είχε να εργάζεται δεξιά και αριστερά και ήταν λογικό ότι μιλούσαμε για εκείνη την περίοδο διότι μετά τη μαρτυρία είτε στην Κύπρο διέμενε είτε στο εξωτερικό θα μπορούσε να εργαστεί και να συμπληρώνει τα εισοδήματα της οικογένειας.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του ανέφερε τα ακόλουθα: «Μα εκείνο που αντιλαμβάνομαι εγώ και μπορώ να πω είναι ότι δεν υπήρχε κάποια άλλη διεκδίκηση εκ μέρους τους και ήταν ευχαριστημένοι και αυτό μπορώ να το καταθέσω. Φαίνεται και στην ίδια την αλληλογραφία που έστειλε ο κ. Ιωσήφ Αριστείδου προς τον Γενικό Εισαγγελέα όπου ευχαριστεί για την όλη βοήθεια στον ίδιο και στην οικογένεια και το μόνο που του ζητά αν μπορεί να βοηθήσει για εξεύρεση εργασίας. Μην ξεχνάτε ότι η επιλογή να μεταβεί στο εξωτερικό ήταν δική του.» Σε σχέση με το όφελος που απεκόμισε ο κ. Αριστείδου και η οικογένειά του, ανέφερε τα ακόλουθα: «Α. Πρέπει να το δούμε σφαιρικά. Να μην ξεχνάτε κύριε Γεωργίου ότι ο κ. Ιωσήφ Αριστείδου συμμετείχε σε μια ληστεία. Λίγες μέρες προηγουμένως είχε συλληφθεί για μια άλλη υπόθεση κατοχής πλαστών χαρτονομισμάτων. (Σε αυτό το στάδιο ο κ. Ιωσήφ Αριστείδου εξέρχεται της αίθουσας του Δικαστηρίου). Οι συνέπειες αν θέλετε για μια οικογένεια με τρία παιδιά, όπως ήταν τότε, βεβαίως είναι σοβαρές από μόνες τους, από την συμμετοχή του σε μια ληστεία την οποία ομολόγησε. Από εκεί και πέρα έτυχε ο ίδιος πολλά ευεργετήματα. Δεν οδηγήθηκε ούτε καν ως κατηγορούμενος ενώπιον του Δικαστηρίου, βοηθήθηκε οικονομικά ο ίδιος και η οικογένεια του. Κατά συνέπεια για 3 ½ χρόνια η Δημοκρατία πλήρωνε δεν ξέρω πόσες εκατοντάδες χιλιάδες λίρες. Αν θυμάμαι καλά οι μισθοί των αστυνομικών που πρόσεχαν την κατοικία του κ. Αριστείδου ήταν πέραν των Λ.Κ.70.000, αν προσθέσουμε τις κάμερες, τον ηλεκτρισμό, την περίφραξη, τις μετακινήσεις που συνοδευόταν η οικογένεια τότε κατά την περίοδο εκείνη, την περιπολική κάλυψη, τα έξοδα και τα λεφτά που του έδωσαν να μεταβεί στο εξωτερικό, μιλούμε για ένα αρκετά σεβαστό ποσό για την εποχή. Είναι ο ίδιος αν θέλετε που ενέπλεξε τον εαυτό του σε αυτή την κατάσταση και η πολιτεία στάθηκε αρωγός δίπλα του με την έννοια ότι θα είχε αξιοποιηθεί ως μάρτυρας κατηγορίας. Το όφελος στο σύνολο της οικογένειας ήταν τεράστιο. Δεν άλλαξε το γεγονός και δεν ήταν θέμα χρημάτων Λ.Κ.600 ή Λ.Κ.800, το γεγονός ότι έλαβε μέρος στη ληστεία και σε μια κοινωνία επειδή ήταν χωριό, ήταν στο χωριό του που έγινε η ληστεία, στο Αρεδιού, βεβαίως ήταν ένα θέμα που σίγουρα έκαμε κακό στην ίδια την οικογένεια και στα παιδιά του. Αυτή ήταν η ουσία.» Του υποβλήθηκε ότι «Η νόμιμη προσδοκία που δημιουργήθηκε στην Βαθούλα Αριστείδου μετά την έκρηξη του εκρηκτικού μηχανισμού όπως το λέτε και μετά την πληρωμή των Λ.Κ.600 μηνιαίως και μετά την αναχώρηση του συζύγου της στο εξωτερικό ήταν ότι θα συνέχιζε αυτή η οικονομική ενίσχυση για απεριόριστο χρονικό διάστημα και αυτή την προσδοκία την δημιούργησε η παρατεταμένη πληρωμή των Λ.Κ.600.», για να απαντήσει ότι δεν μπορεί να σχολιάσει τις προσδοκίες της κας Ευανθίας. Η αντεξέταση αποπερατώθηκε με τις ακόλουθες ερωτήσεις: «Ε. Σας υποβάλω ότι εφόσον ενταχθεί κάποιος στο σύστημα προστασίας μαρτύρων όπως είναι οι Ενάγοντες, αλλά και ο κ. Ιωσήφ Αριστείδου, αυτοί εντάσσονται εφ΄ όρου ζωής γιατί είναι αδύνατο και ανθρωπίνως απρόβλεπτο να πει κάποιος ότι έχουν εκλείψει οι κίνδυνοι εναντίον του. Α. Εγώ θα απαντήσω ότι λέει ο Νόμος, η σχετική νομοθεσία είναι εκεί και δεν έχει τέτοια πρόβλεψη. Ε. Συμφωνώ ότι δεν έχει τέτοια πρόβλεψη αλλά δεν έχει πρόβλεψη περί του αντιθέτου ότι είναι για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Α. Όχι. Είναι στη διακριτική ευχέρεια του Γενικού Εισαγγελέα. Ε. Στην διακριτική ευχέρεια του Γενικού Εισαγγελέα είναι αν θα ενταχθεί στο σύστημα. Σας υποβάλω ότι από την όλη συμπεριφορά του Ηλία Στεφάνου εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα και από τις πράξεις του, δηλαδή την πληρωμή των Λ.Κ.22.000 στον κ. Ιωσήφ Αριστείδου και την πληρωμή των Λ.Κ.600 το μήνα, δημιουργήθηκε η δικαιολογημένη εντύπωση ότι υπήρχε συμφωνία ή κατανόηση για την πληρωμή αυτού του ποσού των Λ.Κ.600 το μήνα για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Α. Δεν μπορώ να μιλήσω εγώ πως κατανόησε η ενάγουσα το ζήτημα.» (Η υπογράμμιση γίνεται από το Δικαστήριο). Επανεξεταζόμενος ανέφερε ότι ο κ. Αριστείδου γνώριζε ότι η ένταξη στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων δεν ήταν εφ΄ όρου ζωής. Αυτή ήταν σε γενικές γραμμές η προσαχθείσα μαρτυρία το σύνολο της οποίας έχω θέσει ενώπιον μου. Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες ενόσω αυτοί κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο, το καλό ή κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. (Βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ 1273, 1280 - 1281, Κυριάκου ν. Γ. Νικόλα (Μακρή) Λτδ,
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 869, 873, Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν. Νίκου Κυριακίδη, Πολ. Έφεση 209/10, απόφαση ημερ. 9.9.15, και την πρόσφατη απόφαση ημερ. 25.4.17 Δώρος Πολυκάρπου ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφεση 149/15). Έχω θέσει ενώπιον μου και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ 506 υποδεικνύεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Τέλος, πρέπει να αναφέρω ότι πριν αξιολογήσω την προσαχθείσα μαρτυρία έθεσα ενώπιον μου και τα όσα ανέφεραν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους. Ο κ. Γεωργίου με την τελική του αγόρευση ανέφερε πως «Παρόλο που είναι γεγονός ότι ο μεν Θωμάς Ευθυμίου, ανώτερος υπαστυνόμος της Κυπριακής Αστυνομίας είναι πολύ πιο μορφωμένος, πολύ πιο ικανός ως μάρτυρας λόγω και του αντικειμένου του από την ενάγουσα και τους μάρτυρες της. Η ενάγουσα και οι μάρτυρες της είναι πρόσωπα χαμηλού μορφωτικού επιπέδου χωρίς εξοικείωση με τα Δικαστήρια ούτε και έχουν πείρα στο να διατυπώνουν και να εξηγούν τις θέσεις τους ως μάρτυρες». Θα επαναλάβω το αυτονόητο ότι το επάγγελμα που ασκεί ένας μάρτυρας ή το μορφωτικό επίπεδο αυτού, ούτε επαυξάνει ούτε μειώνει την αξιοπιστία του (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1056). Ο κ. Ιωσήφ Αριστείδου (Μ.Ε.3) δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και απορρίπτω τη μαρτυρία του. Σημειώνω βεβαίως πως ουδόλως λαμβάνω υπόψη το γεγονός ότι ο ίδιος ενεπλάκη σε ληστεία στη ΣΠΕ Αρεδίου στις 3.1.05 και ότι κρίθηκε αναξιόπιστος στην ποινική υπόθεση στην οποία κλήθηκε και κατέθεσε ως μάρτυρας κατηγορίας. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε πως ο λόγος που αναγκάστηκε να επιστρέψει τον Αύγουστο του 2006 στην Κύπρο ήταν γιατί οι Αρμόδιες Αρχές του Κράτους δεν του έβρισκαν εργασία στο εξωτερικό, επιρρίπτοντας έτσι την ευθύνη σε αυτές. Όμως, οι Αρμόδιες Αρχές του Κράτους του είχαν ήδη από προηγουμένως αναφέρει ότι δεν υπήρχε δυνατότητα εξεύρεσης εργασίας μέσω των Αστυνομικών Αρχών. Σχετικό είναι το Τεκμήριο 2, Επιστολή ημερ. 3.3.06 που απεστάλη στον τότε δικηγόρο του κ. Αριστείδου, στην οποία, ανάμεσα σε άλλα, αναφέρονται και τα ακόλουθα: «
  1. Είχαμε εξ υπαρχής, προ 4 μηνών, επισημάνει στον κο....... ότι θα έπρεπε στο νέο τόπο εγκατάστασης του να βρει μια ικανοποιητική εργασία που να του παρέχει τα απαραίτητα για τη διαβίωση του. Δεν υπάρχει δυνατότητα εξεύρεσης εργασίας μέσω των αστυνομικών αρχών.» Σε άλλο μέρος της αντεξέτασής του άλλαξε την πιο πάνω θέση του και ανέφερε ότι ο λόγος που επέστρεψε από το εξωτερικό «ήταν γιατί άφησαν την οικογένειά μου μόνη της», υπονοώντας βεβαίως τις Αρμόδιες Αρχές του Κράτους. Ούτε και αυτό βεβαίως είναι ορθό, αφού μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2008 (δηλαδή δύο και πλέον χρόνια μετά την επιστροφή του) αυτός βρισκόταν στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων με ότι αυτό συνεπαγόταν τόσο για τον ίδιον όσο και για την οικογένειά του που διέμενε στην Κύπρο. Σχετικά είναι τα Τεκμήριο 2 και
  2. Περαιτέρω κατά την κυρίως εξέτασή του, είχε αναφέρει πως επέστρεψε στην Κύπρο για να βοηθήσει οικονομικά τα παιδιά του τα οποία βρίσκονταν σε δύσκολες ηλικίες 13, 15 και 17 ετών και επειδή αυτά είχαν να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους «που παραμονεύουν στη ζωή μας και επειδή αντιμετώπιζαν και την περιφρόνηση του κόσμου». Του υποβλήθηκε ότι ο κ. Ευθυμίου του είχε εξηγήσει το πρόγραμμα Προστασίας στο οποίο θα ήταν ενταγμένος ενόσω υπήρχε κίνδυνος. Σε αυτή την ερώτηση ουσιαστικά δεν απάντησε και αρκέστηκε να αναφέρει ότι ο λόγος που επέστρεψε από το εξωτερικό ήταν γιατί άφησαν εκτεθειμένη την οικογένειά του και ότι ο άνθρωπος που τον στήριξε ψυχολογικά ήταν ο κ. Ευθυμίου. Απορρίπτω τη μαρτυρία του ότι ο κ. Ευθυμίου του έλεγε «από την αρχή» ότι το πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων είναι εφ΄ όρου ζωής. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, δεν θα απέστελλε την επιστολή (Τεκμήριο 9) στον Γενικό Εισαγγελέα τον Δεκέμβριο του 2005 (Τεκμήριο 9) ή θα ανέμενα να είχε αναφέρει κάτι τέτοιο στην εν λόγω επιστολή. Μάλιστα με την εν λόγω επιστολή, ευχαριστεί τον Γενικό Εισαγγελέα για τα όσα έκανε γι΄ αυτόν και την οικογένειά του, και το μόνο που ζητά και τίποτε περισσότερο, είναι να τον βοηθήσει να εξεύρει εργασία για να καλύπτει τα απαραίτητα έξοδά του. Στην εν λόγω επιστολή μάλιστα αναφέρει πως η μετάβασή του στο εξωτερικό ήταν θέμα δικής του ασφάλειας και θέμα τιμωρίας του ιδίου για την πράξη που έκανε, υπονοώντας βεβαίως τη συμμετοχή του στην ένοπλη ληστεία στο κατάστημα της ΣΠΕ Αρεδιού. Ούτε και η Ενάγουσα 1 μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Κατ΄ αρχάς για σκοπούς εντυπωσιασμού επεκτάθηκε σε θέματα που δεν έχουν σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας Αγωγής. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν ζήτησε όπως η δίκη των Πατσαλίδη και Ευρυπίδη διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της υπέστη «εκτεταμένη επίπονη και ενίοτε σκληρή αντεξέταση» από τον δικηγόρο των Κατηγορουμένων, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω είναι ο δικηγόρος που την εκπροσωπεί στην παρούσα Αγωγή. Εν πάση περιπτώσει, ο Γενικός Εισαγγελέας ουδεμία ευθύνη έχει για το γεγονός ότι η δίκη δεν διεξήχθη κεκλεισμένων των θυρών ούτε για το γεγονός ότι η Ενάγουσα 1 υπέστη επίπονη και σκληρή αντεξέταση, ως ισχυρίζεται. Δεν θα σχολιάσω τον ισχυρισμό της ότι οι Κατηγορούμενοι αθωώθηκαν επειδή ο τότε δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής παρέλειψε να αντεξετάσει ουσιώδη μάρτυρα Υπεράσπισης. Έφθασε στο σημείο να αναφέρει πως αποφάσισε να χωρίσει με το σύζυγό της μετά την απόφαση του Εναγομένου να αφαιρέσει τόσο αυτήν όσο και τον σύζυγό της από το Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων, σε μια προσπάθειά της να επιρρίψει ευθύνη στον Γενικό Εισαγγελέα για τον κατ΄ ισχυρισμό χωρισμό της, και διεκδικήσει έτσι αποζημιώσεις. Εάν ο γάμος της κλονίστηκε δεν είναι κάτι για το οποίο ευθύνεται ο Γενικός Εισαγγελέας. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός ότι τα παιδιά τους στερήθηκαν της πατρικής φροντίδας. Ισχυρίστηκε πως όταν εκπρόσωποι του Εναγομένου της ζητούσαν να καταθέσει ως μάρτυρας κατηγορίας, της είχαν υποσχεθεί ότι θα εντασσόταν στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων εφ΄ όρου ζωής. Της υποβλήθηκε ότι ουδέποτε της δήλωσαν ότι θα βρισκόταν στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων εφ΄ όρου ζωής, για να απαντήσει παραπέμποντας στα λόγια του κ. Ευθυμίου και του δικηγόρου της Εισαγγελίας. Ο δικηγόρος όμως της Εισαγγελίας με την επιστολή του ημερ. 3.3.06 (Τεκμήριο 2), το περιεχόμενο της οποίας γνώριζε πολύ καλά η μάρτυρας, δεν υποστηρίζει την πιο πάνω θέση της. Δεν με έπεισε για την αλήθεια αυτού του ισχυρισμού της και βρίσκω πως πρόκειται για σκέψη εκ των υστέρων. Κατ΄ αρχάς η ίδια και τα παιδιά της εντάχθηκαν στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων συνεπεία της ένταξης του συζύγου της στο Σχέδιο, ο οποίος θα ήταν βασικός μάρτυρας κατηγορίας στην Ποινική υπόθεση που αντιμετώπιζαν οι Πατσαλίδης και Ευριπίδου (για το θέμα αυτό παραπέμπω στην επιστολή του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 25.7.15, Τεκμήριο 7). Συνεπώς, η ένταξη της στο Σχέδιο δεν είχε σχέση με τη δική της μαρτυρία αλλά ήταν απόρροια της ένταξης του συζύγου της στο Σχέδιο. Έκανε αναφορά σε τηλεφωνικές απειλές οι οποίες, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, συνέχισαν και μετά την αθωωτική απόφαση του Κακουργιοδικείου. Από το Τεκμήριο 6, προκύπτει ότι υπέβαλε στην Αστυνομία ένα παράπονο στις 15.8.
  3. Όταν ρωτήθηκε πόσο χρόνο διήρκησαν αυτές οι τηλεφωνικές απειλές, δεν μπορούσε να θυμηθεί. Περαιτέρω, δέχτηκε πως δεν γνώριζε ποιος ήταν αυτός που τηλεφωνούσε ούτε και κατονόμασε οποιοδήποτε πρόσωπο. Ωστόσο, η ίδια, ως ανέφερε, υποψιαζόταν ανθρώπους του Πέτρου Πατσαλίδη και του Ευριπίδη Ευριπίδου, χωρίς όμως αυτές οι υποψίες να υποστηρίζονται από συγκεκριμένα γεγονότα. Μάλιστα, όταν ρωτήθηκε ποιοι ήταν αυτοί, απάντησε γενικά και αόριστα πως δεν τους γνωρίζει. Ουδέποτε βεβαίως απεκάλυψε το περιεχόμενο αυτών των κατ΄ ισχυρισμό τηλεφωνικών απειλών, τις οποίες όμως ήθελε με μεγάλη ευκολία να χρεώσει στους Πατσαλίδη και Ευριπίδου. Στην κυρίως εξέτασή της ανέφερε πως ο σύζυγός της φυγαδεύτηκε σε χώρα του εξωτερικού μετά που κατέθεσε ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Αντεξεταζόμενη όμως δέχτηκε πως ήταν επιθυμία του ίδιου του συζύγου της να μεταβεί στο εξωτερικό και το Κράτος υλοποίησε την επιθυμία του. Μάλιστα, για σκοπούς μετάβασής του στο εξωτερικό οι Αρμόδιες Αρχές του Κράτους του χορήγησαν ταξιδιωτικά και άλλα έγγραφα με άλλο όνομα (σχετικό είναι το έγγραφο-Τεκμήριο 8 που υπέγραψε ο κ. Αριστείδου σε σχέση με την υποχρέωσή του να επιστρέψει τα εν λόγω έγγραφα). Ήταν εμφανής η προσπάθειά της να επιρρίψει την ευθύνη για τη βομβιστική επίθεση στην οικία τους στον Πέτρο Πατσαλίδη σε μια προσπάθεια να δώσει στο Δικαστήριο την εικόνα ότι τόσο η ίδια όσο και η οικογένειά της κινδύνευσε και συνεχίζει να κινδυνεύει από τον Πέτρο Πατσαλίδη. Ισχυρίστηκε πως ανεπίσημα (χωρίς να διευκρινίζει τη σημαίνει αυτό) της είχαν αναφέρει πως τη βόμβα την είχε τοποθετήσει άνθρωπος του Πατσαλίδη με το όνομα «Βάτραχος». Ποιός, πότε και με ποιά στοιχεία της ανέφερε κάτι τέτοιο, δεν διευκρίνισε. Και αυτό το μέρος της μαρτυρίας της απορρίπτεται. Ισχυρίστηκε πως τόση είναι η ανασφάλεια που διακατέχει την ίδια και τα παιδιά της, με αποτέλεσμα «να μην μπαίνει μέσα στο σπίτι μου άνθρωπος ούτε για μένα ούτε για τα παιδιά μου». Πρόκειται περί άλλης μιας υπερβολής στη μαρτυρία της. Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία της ότι τα παιδιά της δεν μπορούν να βρουν εργασία «λόγω αυτού του στιγματισμού». Εν κατακλείδι, η μαρτυρία της ότι της είχαν υποσχεθεί ότι τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της θα εντάσσονταν στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων εφ΄ όρου ζωής, απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Το ίδιο ισχύει και για τη μαρτυρία της ότι τόσο η ίδια όσο και ο σύζυγός της δέχτηκαν επανειλημμένα απειλές «κατά της ζωής μας και κατά της ζωής των παιδιών μας». Το αίσθημα φόβου ότι κινδυνεύει από τους αθωωθέντες ή από τους ανθρώπους τους, εάν το έχει, δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένα γεγονότα. Ούτε και ο κ. Νάσος Αριστείδου (Ενάγων 2), μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν εμφανής η προσπάθειά του να μην απαντήσει σε σχέση με την εμπλοκή του πατέρα του στη ληστεία. Αντεξεταζόμενος ρωτήθηκε αν γνωρίζει κατά πόσο ο πατέρας του ενεπλάκη σε ληστεία. Η απάντησή του ήταν ότι εκείνο τον καιρό δεν γνώριζε, αφήνοντας βεβαίως να νοηθεί πως αργότερα πληροφορήθηκε. Όταν δικαιολογημένα η συνήγορος του Εναγομένου τον ερώτησε αν εκ των υστερών πληροφορήθηκε, απάντησε γενικά και αόριστα ότι «μετά που γίνηκε ότι εγίνηκε εμάθαμε μερικά πράγματα», αποφεύγοντας και πάλι να απαντήσει. Όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει αν εννοούσε ότι ο πατέρας του ενεπλάκη σε ληστεία, απάντησε ότι αυτό που έμαθε ήταν ότι ήταν μάρτυρας κατηγορίας και ότι δεν γνώριζε αν ο πατέρας του είχε εμπλοκή στη ληστεία. Οι πιο πάνω απαντήσεις του δεν με πείθουν και συνιστούν σκέψεις εκ των υστέρων. Στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε πως δεν έχει καμία κοινωνική ζωή στο χωριό όπου κατοικεί και ότι έχει ζητήσει πολλές φορές εργασία από τους συγχωριανούς του αλλά η αντιμετώπιση που έχει δεν είναι η καλύτερη. Μάλιστα άφησε να νοηθεί πως λόγω αυτής της αντιμετώπισης που έχει από τους συγχωριανούς του δεν μπόρεσε να εξεύρει εργασία. Αντεξεταζόμενος παραδέχτηκε ότι στο παρελθόν εργάστηκε και ότι είχε και δικό του περίπτερο. Μάλιστα, όπως ανέφερε, κατά διαστήματα έκανε αρκετές εργασίες ως εργοδοτούμενος. Εκείνο που διαπίστωσα παρακολουθώντας τον ήταν ότι με την κυρίως εξέτασή του ήθελε να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν έχει καμία κοινωνική ζωή και ότι δεν μπορεί να εργαστεί συνεπεία της βομβιστικής επίθεσης που έλαβε χώρα στην οικία τους το 2005, όταν ήταν ακόμη ανήλικος. Η μαρτυρία του, πλην του γεγονότος ότι υπήρξε βομβιστική επίθεση στην οικία διαμονής του το 2005 με αποτέλεσμα να προκληθούν υλικές ζημιές και αναστάτωση στον ίδιον και στην οικογένεια του, απορρίπτεται. Ο Μ.Υ.1, κ. Θωμάς Ευθυμίου μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία του, η οποία ήταν σταθερή και υποστηρίζεται από τα κατατεθέντα Τεκμήρια. Κατ΄ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί πως η μαρτυρία του πως ουδέποτε ο ίδιος υποσχέθηκε στον κ. Ιωσήφ Αριστείδου και στη σύζυγό του ότι θα ήταν στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων εφ΄ όρου ζωής, υποστηρίζεται, θα έλεγα, και από τη γραμμή της αντεξέτασής του, αφού του υποβλήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων, ότι δημιουργήθηκε η εντύπωση ή η νόμιμη προσδοκία στους πελάτες του ότι υπήρχε συμφωνία για την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.600 μηνιαίως για απεριόριστο χρονικό διάστημα. Η καταβολή του ποσού αυτού είχε σχέση με το Σχέδιο και ορθά ο κ. Ευθυμίου απάντησε πως δεν ήταν θέμα του ίδιου «πως κατανόησε η Ενάγουσα το ζήτημα» ή πως αντιλήφθηκε αυτή την παρατεταμένη πληρωμή των Λ.Κ.
  4. Με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του κ. Θωμά Ευθυμίου, βρίσκω πως ουδέποτε δόθηκε στην Ενάγουσα 1 ή στο σύζυγό της υπόσχεση για ένταξη στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων εφ΄ όρου ζωής. Σημειώνεται, πως τέτοια υποχρέωση εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα δεν υφίσταται δυνάμει του Νόμου, κάτι που ορθά αναγνώρισε ο κ. Γεωργίου κατά την αντεξέταση του κ. Ευθυμίου. Περαιτέρω, βρίσκω πως ουδέποτε καταρτίστηκε τέτοια συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ή μεταξύ του κ. Ιωσήφ Αριστείδου και του Γενικού Εισαγγελέα. Όσον αφορά στον ισχυρισμό για παράβαση προσωπικών δεδομένων με αφορμή την επιστολή ημερ. 11.9.08 του Γενικού Εισαγγελέα (Τεκμήριο 3), διαπιστώνω πως στην εν λόγω επιστολή ουδόλως αναφέρεται το όνομα των Εναγόντων. Κατ΄ επέκταση ουδόλως αναφέρεται σε αυτή ότι οι Ενάγοντες υπήρξαν πρόσωπα ενταγμένα στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων. Η επιστολή κάνει αναφορά μόνο στον κ. Ιωσήφ Αριστείδου, ο οποίος βεβαίως δεν είναι Ενάγων στην παρούσα Αγωγή. Συνεπώς, η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων στην τελική αγόρευσή του ότι «Στην επιστολή αυτή ημερομηνίας 11/09/2008 (Τεκμήριο 3) ο Γενικός Εισαγγελέας ο ίδιος αποκαλύπτει στο προσωπικό της ΑΗΚ ότι η ενάγουσα είναι ενταγμένη στο Σύστημα Προστασίας Μαρτύρων παραβιάζοντας ο ίδιος τους Νόμους της Πολιτείας τους οποίους είναι θεματοφύλακας.», δεν είναι ορθή. Επειδή ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων έχει αναφέρει στην αγόρευσή του ότι ο Γενικός Εισαγγελέας παραβίασε τις πρόνοιες του άρθρου 18 (προφανώς εννοούσε του άρθρου 19) του Περί Προστασίας Μαρτύρων Νόμου του 2001 (Ν.95(Ι)/2001), θα αναφέρω απλώς πως κατά το χρόνο που εστάλη η εν λόγω επιστολή ο κ. Ιωσήφ Αριστείδου και η οικογένειά του, δεν ήταν πρόσωπα ενταγμένα στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγόντων παρέπεμψε σε μια ενδιαφέρουσα, όντως, όπως ανέφερε Απόφαση του τότε Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κ. Κώστα Κληρίδη, νυν Γενικού Εισαγγελέα. Πρόκειται για την Απόφαση που εξεδόθη στις Συνενωμένες Αγωγές 7252/06 και 141/07, που- καταχώρισαν οι κ.κ. Πέτρος Πατσαλίδης και Ευριπίδης Ευριπίδου εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα, τους οποίους επίσης εκπροσώπησε τότε. Πρόκειται για τα πρόσωπα που ήταν Κατηγορούμενα για τη ληστεία εις βάρος της ΣΠΕ Αρεδιού. Εκεί βεβαίως το Δικαστήριο βρήκε ότι υπήρχε «μια καθαρή παραβίαση του Άρθρου 10
(2)α του Διεθνούς Συμφώνου και του Νόμου αρ. 14/1969.». Η παραβίαση αφορούσε στο γεγονός ότι οι δύο Ενάγοντες, οι οποίοι τελούσαν υπό κράτηση εκκρεμούσης της ποινικής υπόθεσης που αντιμετώπιζαν, «κανενός διαχωρισμού δεν έτυχαν από τους καταδίκους ενόσω ήταν υπόδικοι και επιπρόσθετα καμμιάς διαφορετικής μεταχείρισης έτυχαν η οποία θα εδικαιολογείτο από την υπόστασή τους σαν μη καταδικασθέντων προσώπων.». Εδώ, το Δικαστήριο δεν έχει βρει ότι υπάρχει παραβίαση οποιουδήποτε Νόμου ή Διεθνούς Συμφώνου. Εδώ, ο κ. Ιωσήφ Αριστείδου και η οικογένειά του τέθηκαν στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων μέχρι και τρία χρόνια περίπου μετά που ο κ. Αριστείδου και η Ενάγουσα 1 έδωσαν μαρτυρία στην ποινική υπόθεση. Αξιόπιστη μαρτυρία από την οποία να προκύπτει ότι η Ενάγουσα ή η οικογένειά της κινδύνευαν σε περίπτωση που αφαιρούνταν από το Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων, δεν υπήρξε. Με άλλα λόγια, δεν έχει φανεί από αξιόπιστη μαρτυρία ότι οι φόβοι για την ασφάλεια των Εναγόντων για τους οποίους έκανε αναφορά η Ενάγουσα 1, ο κ. Ιωσήφ Αριστείδου και ο υιός τους, έχουν έρεισμα. Εν κατακλείδι, (α) η Απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα να αφαιρέσει από το Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων τους Ενάγοντες και τον κ. Ιωσήφ Αριστείδου, δεν προσκρούει σε Νομοθεσία. (β) δεν έχει αποδειχθεί ότι υπήρξε υπόσχεση εκ μέρους του Εναγομένου ή εκπροσώπων αυτού προς τους Ενάγοντες ή τον κ. Ιωσήφ Αριστείδου ότι θα εντάσσονταν στο Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων εφ΄ όρου ζωής. Κατ΄ επέκταση δεν υπήρξε συμβατική σχέση ή συμφωνία με τέτοιο περιεχόμενο, (γ) δεν έχει φανεί από αξιόπιστη μαρτυρία ότι με την Απόφαση του Γενικού Εισαγγελέα να αφαιρέσει από το Σχέδιο Προστασίας Μαρτύρων τους Ενάγοντες και να τερματίσει κάθε μέτρο προστασίας, παραβιάστηκαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τα ανθρώπινα δικαιώματα και ελευθερίες των Εναγόντων ως λεπτομερώς περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης και (δ) όσον αφορά στην αξίωση της Ενάγουσας 1 που αφορά σε «παράβαση των προσωπικών της δεδομένων», παραπέμπω στα όσα ανέφερα πιο πάνω. Η Αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγομένου και εναντίον των Εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΓΓ/

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.