← Κύπρος

Joint Stock Company Rodovid Bank ν. Ledoyen Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1052/15, 23/5/2017

Joint Stock Company Rodovid Bank ν. Ledoyen Holdings Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1052/15, 23/5/2017 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλ. Παναγιώτου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1052/15 Μεταξύ: Joint Stock Company Rodovid Bank, εξ' Ουκρανίας Ενάγουσας και

  1. Ledoyen Holdings Ltd, εκ Λευκωσίας
  2. Halyna Mykhailivna Shepeleva, εξ' Ουκρανίας
  3. Amitiel Ltd, εκ Μπελίζ
  4. Sferton Consulting & Services Ltd, εκ Λευκωσίας
  5. Μιχάλης Τσίτσεκκος, εκ Λευκωσίας
  6. Aerotech Management Ltd, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων
  7. Andrea Prospero, εξ' Ελβετίας
  8. Oleksandr Oleksandrovich Shepelev, εξ' Ουκρανίας
  9. Icd Investments SΑ, εξ' Ελβετίας
  10. Serhii Kassianov, εξ' Ουκρανίας
  11. Pictet & Co Bankers, εξ' Ελβετίας
  12. Bombardier Inc, εκ Καναδά
  13. Pro-Mark Savers Club Ltd, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων
  14. Asiada Trade Ltd, εκ Μπελίζ
  15. Triumph Art Promotion Ltd, εκ Βρετανικών Παρθένων Νήσων
  16. Mikhailo Shepelev, εξ' Ουκρανίας
  17. Yemelyan Zakharov, εκ Ρωσίας
  18. Serhii Shcherbyna, εξ' Ουκρανίας
  19. Meganom Development Inc, εκ Παναμά
  20. Olena Kuznetsova, εξ' Ουκρανίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 9.3.15 υπό ενάγουσας - αιτήτριας για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερομηνία: 23 Μαΐου 2017 Για ενάγουσα - αιτήτρια: κος Σωτήρης Πίττας Για εναγόμενους 1, 2, 3, 6 & 19 - καθ' ων η αίτηση: κος Ανδρέας Μιχαηλίδης Για εναγομένους 7, 9 & 10: κος Ανδρέας Φράγκος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι τράπεζα με έδρα την Ουκρανία, της οποίας η πλειοψηφία των μετοχών κατέχεται από το Ουκρανικό κράτος. Με την παρούσα αγωγή, αιτείται με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, σειρά διαταγμάτων εναντίον των 20 εναγομένων εκ των οποίαν οι 17 είναι αλλοδαπά πρόσωπα (φυσικά & νομικά). Τα αιτούμενα διατάγματα, αφορούν μεταξύ άλλων διεκδίκηση περιουσιακών στοιχείων που κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, υπεξαίρεσαν οι εναγόμενοι από την τράπεζα. Η ενάγουσα αιτείται επίσης την επιστροφή του ποσού των 47 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής και τιμωρητικές αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό συνομωσία των εναγομένων, ισχυριζόμενη ότι αυτοί υφάρπαξαν το πιο πάνω ποσόν από την ενάγουσα με δόλια μέσα και κατά παράβαση των εμπιστευτικών τους καθηκόντων. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής στις 9.3.15, η ενάγουσα καταχώρησε και την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούσε τον διορισμό του Σάββα Σάββα ως ενδιάμεσου παραλήπτη των εναγομένων 1, 2, 3 και 6 και διάταγμα παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων όλων των εναγομένων. Ζητούσε επίσης διατάγματα αποκάλυψης (Norwich - Discovery Orders) καθώς και διάταγμα φίμωσης (Gagging Order) εναντίον των εναγομένων 4 &
  21. Το Δικαστήριο στις 16.3.15 εξέδωσε μονομερώς, μέρος των αιτούμενων διαταγμάτων ως οι παράγραφοι 1, 2, 4, 5 & 6 της αίτησης. Μεταξύ άλλων, παγοποιήθηκαν περιουσιακά στοιχεία της εναγομένης 2 και άλλων εναγομένων μέχρι του ποσού τω 50 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής. Επιπλέον, διορίστηκε ενδιάμεσος παραλήπτης των εναγομένων 1 & 6 εταιρειών που ανήκουν δικαιωματικά στην εναγομένη
  22. Τα υπόλοιπα αιτήματα ορίστηκαν για επίδοση στους εναγομένους αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσαν να εκδοθούν μονομερώς. Στις 22.4.15, κατέστη απόλυτο το αιτητικό αρ. 6 της παρούσας αίτησης, το οποίο διέτασσε τους εναγόμενους 4 & 5 όπως επιτρέψουν στον ενδιάμεσο παραλήπτη, πλήρη και ελεύθερη πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες που κατέχουν και οι οποίες σχετίζονται με τους εναγομένους 1 &
  23. Περαιτέρω εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης (Norwich Pharmacal) εναντίον των εναγομένων 4 & 5 ως το αιτητικό 7 της αίτησης, το οποίο δεν είχε εκδοθεί με το αρχικό διάταγμα ημ. 16.3.15 αφού το Δικαστήριο έκρινε ότι θα πρέπει να εξεταστεί δια κλήσεως. Με την επίδοση των προσωρινών διαταγμάτων, οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 6 & 19 καθώς και οι εναγόμενοι 7, 9 & 10, καταχώρησαν δυο ξεχωριστές ειδοποιήσεις ένστασης, με τις οποίες αρνούνται την οριστικοποίηση τους. Η διαδικασία εκδίκασης της παρούσας αίτησης, υπήρξε χρονοβόρα παρότι από την φύση τους, τα προσωρινά διατάγματα πρέπει να εκδικάζονται σε σύντομο χρονικό διάστημα. Οι λόγοι της καθυστέρησης εμφαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου και δεν θεωρώ σκόπιμο να τους παραθέσω αναλυτικά. Ενδεικτικά, σημειώνω την πολυπλοκότητα των επίδικών θεμάτων και την ανάγκη για επίδοση των προσωρινών διαταγμάτων στο εξωτερικό, διαδικασία που από την φύση της, είναι χρονοβόρα. Επιπλέον, εκδικάστηκαν στο μεταξύ αρκετές ενδιάμεσες αιτήσεις για ακύρωση του κλητηρίου και της επίδοσης. Καταχωρήθηκαν επίσης πολλές συμπληρωματικές και απαντητικές ένορκες δηλώσεις με σωρεία τεκμηρίων που κατέστησαν πολύ ογκώδη τον φάκελο του Δικαστηρίου. Μετά την ολοκλήρωση όλων των προδικαστικών θεμάτων, το Δικαστήριο καθηκόντως προχώρησε στην εκδίκαση της παρούσας αίτησης, στο συντομότερο δυνατόν χρονικό διάστημα. Η αίτηση και οι ενστάσεις των εναγομένων 1, 2, 3, 6 & 19 και 7, 9 & 10 Την παρούσα αίτηση, συνοδεύει εκτενής ένορκη δήλωση του Sergiy Dyadechko, ιδρυτή της ενάγουσας τράπεζας ("Τράπεζα Rodovid"). Η εκδοχή της ενάγουσας για τα γεγονότα της υπόθεσης όπως παρατίθεται αναλυτικά στην πιο πάνω ένορκη δήλωση, είναι συνοπτικά η εξής: Ο ενόρκως δηλών, υπήρξε μεγαλομέτοχος της τράπεζας "Rodovid" μέχρι τον Ιούνιο του 2009 όταν με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου της Ουκρανίας, η εν λόγω τράπεζα ανακεφαλαιοποιήθηκε. Έκτοτε, η Ουκρανική κυβέρνηση κατέστη μεγαλομέτοχος της τράπεζας. Μετά από την ανακεφαλαιοποίηση, η Ουκρανική κυβέρνηση διόρισε ως προσωρινό διαχειριστή της τράπεζας τον εναγόμενο 18, ο οποίος ήταν υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών της Ουκρανίας. Ο εναγόμενος 8, υπό την ιδιότητα του ως βουλευτή και επιτηρητή της τράπεζας, κατόρθωσε να εξασκήσει επιρροή στον εναγόμενο 18 και μέσω της επιρροής αυτής να αποκτήσει τον έλεγχο, όλων των τμημάτων της τράπεζας. Οι εναγόμενοι 8 και 18 συνωμότησαν και κατήρτισαν δόλιο σχέδιο, στο οποίο ενέπλεξαν φιλικά και συγγενικά τους πρόσωπα με σκοπό να αποσπάσουν περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας τράπεζας, στην οποία είχαν κατατεθεί σημαντικά ποσά από την Ουκρανική κυβέρνηση, στα πλαίσια της ανακεφαλαιοποίησης της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, ο εναγόμενος 8 κατόρθωσε με τον πιο πάνω τρόπο και με την συνέργεια του εναγόμενου 18 να αποσπάσει χρηματικά ποσά ύψους 47 εκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία διοχέτευσε σε αλλοδαπές εταιρείες που ελέγχονται πλήρως από συγγενικά και φιλικά του πρόσωπα. Ειδικότερα, ο εναγόμενος 8 σε συνεννόηση και συνεργασία με τη εναγόμενη 2 σύζυγο του, τον υιό του εναγόμενο 16 και τον εναγόμενο 18, χρησιμοποίησαν την εναγόμενη 1 εταιρεία καθώς και τις εναγόμενες 3, 6, 13, 14 και 19 αλλοδαπές εταιρείες ως οχήματα για τη διάπραξη των αδικοπραξιών τους εναντίον της ενάγουσας και ως μέσα για την νομιμοποίηση των κλεμμένων χρημάτων. Οι εν λόγω εταιρείες, λειτούργησαν εικονικά και δημιουργήθηκαν από τους εναγόμενους 2, 8 και 16 με αποκλειστικό σκοπό να καταστούν οχήματα λήψης και κατοχής των κλεμμένων κεφαλαίων της ενάγουσας τράπεζας. Περαιτέρω, ο εναγόμενος 10 χρησιμοποίησε την εναγόμενη 9 Ελβετική εταιρεία για την διάπραξη αδικοπραξιών εναντίον της τράπεζας και για τη νομιμοποίηση περιουσιακών στοιχείων που κλάπηκαν. Με βάση έρευνες που διεξήχθησαν από την εσωτερική ομάδα της ενάγουσας τράπεζας και οι οποίες συνεχίζονται μέχρι σήμερα, επιβεβαιώθηκε ότι κλάπηκε ποσό 47 εκατομμυρίων δολαρίων από τον εναγόμενο 8 και τους πιο πάνω συγγενείς και συνεργούς του. Το ποσό αυτό, διοχετεύθηκε και κατέληξε σε τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων 1, 6, 9, 15 και 19 που τηρούντο στην εναγόμενη 11 Ελβετική τράπεζα. Πιο συγκεκριμένα: α) Ποσό US$16.250.000 διοχετεύθηκε στην εναγόμενη 6, η οποία ελέγχεται από την εναγόμενη 2 (όπως και η εναγόμενη 1) και κατέληξε στην εναγόμενη 12 Καναδική εταιρεία για την κατασκευή αεροπλάνου, για σκοπούς αναψυχής της οικογένειας Shepelev. β) Ποσό ύψους US$1.605.080 διοχετεύθηκε σε εταιρείες που ελέγχονται από την εναγόμενη 2 για ενοικίαση κτιρίου, της εναγόμενης 2 με βάση πλαστά έγγραφα ενοικίασης. γ) Επιπλέον ποσό US$2.168.248 διοχετεύθηκε σε εταιρείες της οικογένειας Shepelev και συνεργατών τους για δήθεν επιδιορθώσεις του κτιρίου με βάση πλαστά έγγραφα. δ) Με εικονική συμφωνία νομικών υπηρεσιών, διοχετεύθηκε σε δικηγορικό οίκο ποσό ύψους US$25.559.322 τα οποία κατέληξαν, εν τέλει, στην οικογένεια Shepelev. ε) Με βάση πλασματική υποθήκη, αντικατέστησαν νόμιμη και έγκυρη υποθήκη ζημιώνοντας την τράπεζα με ποσό ύψους US$2.783.816 (απάτη SOIUZ-3). Αναφέρεται επιπλέον στην πιο πάνω ένορκη δήλωση ότι με βάση μία πλασματική συμφωνία δανείου μεταξύ της εναγόμενης 1 και της εναγόμενης 9, η οποία ελέγχεται από τον εναγόμενο 10, χορηγήθηκε δάνειο ύψους US$29 εκατομμυρίων. Μέσω του εν λόγω δανείου, διοχετεύθηκαν στην εναγόμενη 9 εταιρεία, διάφορα ποσά συνολικού ύψους US$21.200.
  24. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι το εν λόγω «πλασματικό» δάνειο, αποσκοπούσε στη νομιμοποίηση των κλοπιμαίων από την ενάγουσα τράπεζα. Στη συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε δύο κατ' ισχυρισμό δολοφονικές απόπειρες που διενήργησε ο εναγόμενος 8 εναντίον του με συνεργάτες και φίλους του, προκειμένου να τον εξοντώσει για να μην αποκαλύψει λεπτομέρειες και στοιχεία για τις απάτες και τις κλοπές που διέπραξε εναντίον της ενάγουσας τράπεζας. Όπως αναφέρει, η πρώτη απόπειρα κατά της ζωής του διενεργήθηκε το Μάρτιο του 2012, κατά την οποία τραυματίστηκε σοβαρά αυτόπτης μάρτυρας και ελαφριά ο ίδιος και ο οδηγός του. Η δεύτερη απόπειρα, οργανώθηκε από τον εναγόμενο 8 σε συνεργασία με τον εναγόμενο 17, υιό του εναγομένου 16 και τον εναγόμενο 10 πεθερό του. Στο σχέδιο αυτό, συμμετείχαν και εκπρόσωποι τοπικών αρχών μιας Ρωσικής πόλης, οι οποίες εξέδωσαν πλαστά έγγραφα προκειμένου να εκδοθεί ο ίδιος στη Ρωσία για να διενεργηθεί εκεί η δολοφονία του. Για την υπόθεση αυτή, ο εναγόμενος 17 φέρεται να παραδέχθηκε ότι εισέπραξε μέσω της εναγόμενης 9 που είναι ιδιοκτησίας του εναγόμενου 10, ποσό ύψους US$1.261.000 ως αντιπαροχή για την οργάνωση της δολοφονίας του. Για τις πιο πάνω απόπειρες κατά της ζωής του, έγιναν καταγγελίες στην αστυνομία εναντίον των εναγόμενων 2, 8, 10, 16, 17 και άλλων συνεργατών του εναγόμενου 8 και εκδόθηκαν διεθνή εντάλματα σύλληψης εναντίον τους. Η εναγόμενη 2 συνελήφθη και εκδόθηκε στην Ουκρανία για να δικαστεί και αναμένεται η δίκη της μαζί με άλλα πρόσωπα που τελούν υπό σύλληψη. Αναφέρεται επίσης πως συνελήφθη και εκδόθηκε και ο εναγόμενος 8 αλλά κατόρθωσε να αποδράσει. Επανασυνελήφθη πρόσφατα από τις Ρωσικές αρχές και αναμένεται η έκδοση του στην Ουκρανία για να δικαστεί για όλες τις ποινικές υποθέσεις που εκκρεμούν εναντίον του. Στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, εκδόθηκαν μονομερώς τα υπό κρίση διατάγματα στις 16.3.
  25. Ανάμεσα σε άλλα, παγοποιήθηκαν περιουσιακά στοιχεία της εναγόμενης 2 και άλλων εναγόμενων, μέχρι ποσού US$50 εκατομμυρίων και διορίστηκε ο Σάββας Σάββα, Ελεγκτής/Λογιστής εκ Λεμεσού ως ενδιάμεσος παραλήπτης των εναγομένων 1 και 6 εταιρειών, που ανήκουν δικαιωματικά στην εναγόμενη
  26. Σημειώνεται ότι στις 19.11.2015, εκδόθηκε από το Δικαστήριο ενδιάμεση απόφαση με την οποία απορρίφθηκε αίτημα των εναγομένων 7, 9 και 10 για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Την ίδια ημερομηνία, εκδόθηκε και δεύτερη ενδιάμεση απόφαση με την οποία απορρίφθηκε παρόμοιο αίτημα της εναγομένης
  27. Οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 6 και 19 καταχώρησαν ειδοποίηση ένστασης στο αίτημα για προσωρινά διατάγματα. Στους λόγους ένστασης, αναφέρουν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και επιπλέον η ενάγουσα δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προέβη σε αποκάλυψη όλων των γεγονότων της υπόθεσης. Αναφέρεται επίσης ότι δεν έχει αποδειχθεί η προϋπόθεση του κατεπείγοντος και ότι η ενάγουσα καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην καταχώρηση δικαστικών διαδικασιών αφού τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζει τους ισχυρισμούς της, ήταν γνωστά σε αυτήν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αναφέρεται τέλος στους λόγους ένστασης ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι σαφώς υπέρ της απόρριψης του αιτήματος και ότι τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα δημιουργήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στους εναγομένους 1, 2, 3, 6 και
  28. Την αίτηση συνοδεύει ένορκη δήλωση της Χρυσοβαλάντως Πέτρου, δικηγόρου στο γραφείο των συνηγόρων των καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3, 6 και
  29. Αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένη από τους πιο πάνω πελάτες της να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση, σημειώνοντας ότι η εναγόμενη 2 κατοικεί μόνιμα στην Ουκρανία και δεν ήταν εφικτό να ταξιδέψει στην Κύπρο αυτή την περίοδο. Αναφέρει επίσης ότι τα γεγονότα τα οποία παραθέτει στην ένορκη της δήλωση, τα πληροφορήθηκε από την εναγομένη 2 και τους Ουκρανούς δικηγόρους της καθώς και από έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους οι συνήγοροι που χειρίζονται την υπόθεση. Στη συνέχεια, η ενόρκως δηλούσα αφού απορρίπτει τους ισχυρισμούς της ενάγουσας για συνωμοσία και κλοπή χρημάτων, αναφέρει ότι με την ένορκο δήλωση της αίτησης δεν στοιχειοθετείται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, ήταν η θέση της ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν απορριφθεί η αίτηση. Επιπλέον, ο διορισμός του κ. Σάββα ως ενδιάμεσου παραλήπτη, αποτελεί σπάνια και δραστικότατη θεραπεία, η μονομερής χορήγηση της οποίας δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σε σχέση με την υπεξαίρεση χρημάτων της ενάγουσας, ο ομνύουσα αναφέρει ότι η εναγομένη 2 ειδοποιήθηκε από τις Ουκρανικές Αρχές ότι είναι ύποπτη στις 24.12.12, όμως η υπόθεση ουδέποτε προωθήθηκε. Οι δικηγόροι της εναγομένης 2, την πληροφορούν ότι οι υποψίες αυτές είναι παντελώς αβάσιμες και δεν υπάρχει πιθανότητα καταδίκης της. Όπως την πληροφορεί η εναγομένη 2, το πρόσωπο που θα έπρεπε να κατηγορηθεί για απάτη και για διάφορες παράνομες πράξεις είναι ο κος Dyadechko, που είναι ο ενόρκως δηλών στην αίτηση. Όμως, το πρόσωπο αυτό χρησιμοποιεί τις διασυνδέσεις του με τις αρχές της Ουκρανίας για να επιρρίψει στην εναγομένη 2 σοβαρές παρανομίες που ο ίδιος διέπραξε και για να την ενοχοποιήσει προκειμένου να υφαρπάξει την περιουσία της οικογένειας της. Ήταν η θέση της ομνύουσας ότι ο κύριος Dyadechko, απέκτησε τεράστια δύναμη στην Ουκρανία μετά την αλλαγή του Προέδρου της χώρας. Μιας χώρας που κατά την ομνύουσα, παρουσιάζει τεράστιο πρόβλημα διαφθοράς και όπου οι υποθέσεις όπως η παρούσα, είναι σύνηθες φαινόμενο. Το γεγονός δε ότι ο κ. Dyadechko σχεδίασε δύο στημένες απόπειρες φόνου εναντίον του με σκοπό να ενοχοποιήσει τον εναγόμενο 8, δείχνει ότι είναι άτομο χωρίς ηθικούς φραγμούς και ότι αποσκοπεί στη δημιουργία εντυπώσεων για παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ο εν λόγω Dyadechko είναι γνωστός στην Ουκρανία για ατασθαλίες στον τραπεζικό τομέα αφού πέραν της ενάγουσας, ακόμη μια τράπεζα στην οποία ήταν επικεφαλής, τέθηκε υπό εκκαθάριση. Στη συνέχεια, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες κατά πόσο η ενάγουσα τράπεζα που σήμερα ανήκει κατά 99.9% στο Ουκρανικό κράτος, έλαβε απόφαση να εγείρει την παρούσα αγωγή και κατά πόσο εξουσιοδότησε τον κ. Dyadechko να ενεργεί εκ μέρους της. Ήταν η θέση της ομνύουσας ότι η παρούσα αγωγή είναι μια προσωπική υπόθεση του κ. Dyadechko με στόχο να οικειοποιηθεί τα χρήματα που βρίσκονται στα χέρια της εναγομένης 12 και στον λογαριασμό της εναγομένης 1 χωρίς η αιτήτρια να έχει οποιαδήποτε σχέση με την υπόθεση. Στη συνέχεια, η ενόρκως δηλούσα απαντά σε όλους τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης με την οποία προσάπτονται διάφορες κατηγορίες εναντίον των εναγομένων για απάτη, οικειοποίηση χρημάτων, αγορά αεροσκάφους και εικονική ενοικίαση κτιρίου. Αναφέρεται επί του προκειμένου σε απόφαση του Εμπορικού Δικαστηρίου στο Κίεβο, την οποία καταχώρησε η ενάγουσα και η οποία αφορούσε την κατ' ισχυρισμόν μεταβίβαση ακινήτου. Το Εμπορικό Δικαστήριο του Κιέβου απέρριψε το αίτημα της ενάγουσας. Σε σχέση με την αγορά του αεροσκάφους, η ομνύουσα αναφέρθηκε σε απόφαση του Δικαστηρίου του Κιέβου ημερομηνίας 17.11.14 με την οποία εκδόθηκε διάταγμα παγοποίησης του ποσού των ΗΠΑ$16.250.000,00 που οφείλει η εναγομένη 12 στην εναγομένη
  30. Η ομνύουσα θεωρεί λανθασμένη την πιο πάνω απόφαση, σημειώνοντας ότι το Ουκρανικό Δικαστήριο παραπλανήθηκε όσον αφορά την προέλευση του πιο πάνω ποσού. Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι η ενάγουσα παρέλειψε κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων να αποκαλύψει τα πιο κάτω σημαντικά και ουσιώδη γεγονότα: (α) Ουδεμία υπόθεση δικάστηκε και ουδείς καταδικάστηκε σε σχέση με τα αδικήματα τα οποία κατ' ισχυρισμόν διαπράχθηκαν από τους εναγόμενους. (β) Τον Αύγουστο του 2014 στάλθηκε αίτημα για δικαστική συνδρομή στο Federal Department of Justice and Police της Ελβετίας σε σχέση με τα αδικήματα τα οποία κατ' ισχυρισμό διέπραξε ο εναγόμενος 8 και τα οποία αποτελούν αντικείμενο τη παρούσας υπόθεσης. (γ) Δεν αποκαλύφθηκε η σχέση και/ή η συμφωνία του κ. Dyadechko με την ενάγουσα. (δ) Εντέχνως απέκρυψε και/ή υποβάθμισε τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ του εναγόμενου 8 και του κ Dyadechko, παρουσιάζοντας την παρούσα υπόθεση ως μια διαφορά μεταξύ της ενάγουσας τράπεζας και του εναγόμενου 8, με αποτέλεσμα να παρασύρει το Δικαστήριο μακριά από την ουσία της υπόθεσης που είναι οι διαφορές των δύο αντρών. (ε) Δεν αποκάλυψε την απόφαση του Δικαστηρίου του Κιέβου (Kyiv City Pechersk District Court) ημερομηνίας 17.11.14, στην υπόθεση υπ' αρ. 757/33605/14-κ, για την παγοποίηση του ποσού των ΗΠΑ$16.250.
  31. Ήταν τέλος η θέση της ενόρκως δηλούσας ότι η καταχώρηση της παρούσας αγωγής, έχει αποκλειστικό σκοπό να πετύχει την δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 2 και της οικογένειας της. Με άδεια του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης και για απάντηση στους ισχυρισμούς της ένστασης των εναγομένων 1, 2, 3, 6 και
  32. Την ένορκη δήλωση υπογράφει ο Volodymyr Bogatyr, ο οποίος αναφέρει ότι είναι ο Ουκρανός δικηγόρος που διορίστηκε από τον κο Dyadechko για να τον συμβουλεύσει στην διαχείριση της παρούσας υπόθεσης που η ενάγουσα καταχώρησε στην Κύπρο. Ο ενόρκως δηλών, αρνείται τους ισχυρισμούς που αναγράφονται στην ένορκη δήλωση της ένστασης των εναγομένων 1, 2, 3, 6 και 19 και ιδιαίτερα την θέση ότι δεν έχουν προσαχθεί κατηγορίες εναντίον των εναγομένων. Επισυνάπτει επί του προκειμένου, ως τεκμήριο 1, αντίγραφο κατηγορητηρίου εναντίον των εναγομένων 1 & 2 με τα οποία κατηγορούνται για διάπραξη ποινικών αδικημάτων που αφορούν μεταξύ άλλων την κλοπή από την ενάγουσα τράπεζα αλλά και την απόπειρα δολοφονίας του κου Dyadechko. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, γίνεται επίσης αναφορά στην φυγοδικία του εναγομένου 8, ο οποίος παρακωλύει με τον τρόπο αυτό την ποινική διαδικασία αλλά και στις συνεχείς αναβολές που ζητά η εναγομένη 2, προφασιζόμενη λόγους υγείας. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στο τεκμήριο 3 της ένορκης του δήλωσης που είναι επιστολή του V.M. Kulish διαχειριστή της ενάγουσας τράπεζας με την οποία καταδεικνύεται ότι η ενάγουσα, έχει εξουσιοδοτήσει τον κο Dyadechko να προχωρήσει ως εκπρόσωπος της, στις υπό κρίση δικαστικές διαδικασίες και ότι έχει πληροφορηθεί και εγκρίνει την δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι η παρούσα διαδικασία δεν είναι προσωπική του κου Dyadechko αλλά θύμα της απάτης είναι ενάγουσα, η οποία αξιώνει τα χρήματα που οι εναγόμενοι υφάρπασαν με παράνομο τρόπο. Ο κος Dyadechko ως το πρόσωπο που ίδρυσε και διεύθυνε την τράπεζα πριν την κρατικοποίηση της, χαίρει της εμπιστοσύνης της ενάγουσας και του Ουκρανικού κράτους και έχει εξουσιοδοτηθεί να προχωρήσει σε όλες τις δικαστικές διαδικασίες για επιστροφή των ποσών που κλάπηκαν. Ακολούθως, ο ενόρκως δηλών απαντά σε όλους τους ισχυρισμούς της ένστασης των εναγομένων 1, 2, 3, 6 και 19 και επαναλαμβάνει την θέση της ενάγουσας για την με παράνομο τρόπο υπεξαίρεση του επίδικου ποσού από την ενάγουσα τράπεζα. Γίνεται επίσης αναφορά στις ποινικές διαδικασίες που εγέρθηκαν στην Ουκρανία εναντίον των εναγομένων 1 & 2 και άλλων προσώπων σε σχέση με την κλοπή των χρημάτων της ενάγουσας αλλά και για τις απόπειρες δολοφονίας του κου Dyadechko. Αναφέρει τέλος ότι ο εναγόμενος 8 βρίσκεται σήμερα στην Ρωσία, η οποία αρνείται να τον εκδώσει και ο γιος του εναγόμενος 16, βρίσκεται στον Καναδά. Ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, κατεχώρησαν και οι εναγόμενοι 7, 9 και
  33. Στους λόγους ένστασης, αναφέρεται ότι η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και για αλλότριους σκοπούς. Επαναλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι ο κος Dyadechko, ουδέποτε έλαβε εξουσιοδότηση από την ενάγουσα τράπεζα να καταχωρήσει τις υπό κρίση διαδικασίες στη Κύπρο. Η αγωγή και το αίτημα για προσωρινά διατάγματα, καταχωρήθηκαν αυτοβούλως και εκδικητικά λόγω προσωπικών διαφορών που έχει ο κος Dyadechko με τον εναγόμενο
  34. Αναφέρεται επίσης ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση συντηρητικού διατάγματος και ότι η ενάγουσα παρέλειψε να αποκαλύψει όλα τα ουσιαστικά γεγονότα που σχετίζονται με την υπόθεση. Αναφέρεται τέλος ότι οι εναγόμενοι 7, 9 & 10 δεν είναι αναγκαίοι διάδικοι στην υπό κρίση διαφορά και δεν συνδέονται με την υπόθεση αφού όλες τους οι συναλλαγές, είναι αληθείς και πραγματικές. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του εναγομένου 10, ο οποίος ορκίστηκε στην Πρεσβεία της Κύπρου στην Ουκρανία. Σε αυτή, επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό ότι δεν ευσταθούν τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της αίτησης και ότι η παρούσα διαδικασία ασκείται καταχρηστικά λόγω προσωπικών διαφορών του κου Dyadechko με τον εναγόμενο 8 Shepelev. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι το Δικαστήριο έχει παραπλανηθεί σκοπίμως από τον κο Dyadechko, προκειμένου να παγοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία των εναγομένων 7, 9 & 10 που καμία σχέση δεν έχουν με την υπόθεση. Κατ' αρχάς, είναι παραδεκτό από τον κύριο Dyadechko ότι έχει χάσει το σύνολο των μετοχών του στην ενάγουσα τράπεζα, την οποία σήμερα ελέγχει κατά πλειοψηφία το Ουκρανικό κράτος. Ο εν λόγω Dyadechko δεν παρουσίασε καμία εξουσιοδότηση ότι δύναται να εκ εκπροσωπεί την ενάγουσα τράπεζα. Στην συνέχεια, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι στην ένορκη δήλωση της αίτησης δεν αποκαλύπτονται ουσιαστικά γεγονότα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου στην μονομερή έκδοση του διατάγματος. Συγκεκριμένα, ο κος Dyadechko απέκρυψε από το Δικαστήριο το γεγονός ότι οι διαφορές του με τον εναγόμενο χρονολογούνται από το
  35. Απέκρυψε επίσης ότι οι Ουκρανικές Αρχές, ζήτησαν από τις αντίστοιχες της Ελβετίας την νομική τους συνδρομή για αποκάλυψη όλων των αναγκαίων εγγράφων που αφορούν τα κατ' ισχυρισμό αδικήματα. Έγινε διερεύνηση στην Ουκρανία και δεν τους προσάφθηκε καμία κατηγορία. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει στη συνέχεια ότι η αιτήτρια παραπλανεί το Δικαστήριο, ισχυριζόμενη ότι οι καθ' ων η αίτηση 7, 9 και 10 έχουν προβεί σε ενέργειες καταδολίευσης και ότι η σύμβαση δανείου που σύναψαν είναι δήθεν εικονική. Τέλος, αναφέρεται ότι η αιτήτρια απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι έγιναν έρευνες στην Ουκρανία για το θέμα της ισχυριζόμενης οργάνωσης δολοφονίας του Dyadechko από τον εναγόμενο 17 και δεν έχει εντοπιστεί οτιδήποτε εναντίον του ομνύοντα και για αυτό δεν έχει προσαφθεί εναντίον του καμία κατηγορία. Ήταν η θέση του ενόρκως δηλούντα ότι γίνεται προσπάθεια να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο μια ψευδής και παραπλανητική εικόνα ότι ο ίδιος οι εναγόμενοι 7 & 9, συνωμότησαν δήθεν με σκοπό να υφαρπάξουν από την ενάγουσα USD47.000.000,
  36. Οι ισχυρισμοί αυτοί κατά τον ομνύοντα δεν έχουν οποιαδήποτε σχέση με την πραγματικότητα και είναι προϊόν καλοστημένης πλεκτάνης του κου Dyadechko, ο οποίος για εκδικητικούς λόγους λόγω προσωπικών προβλημάτων με τον εναγόμενο 8, έχει αναμίξει τους εναγομένους 7, 9, και 10 σε αυτή την υπόθεση. Στη συνέχεια, ο ομνύοντας αναφέρεται στις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στην Ουκρανία καθώς και την εκ μέρους του ίδρυση της εναγομένης 9 εταιρείας στην Ελβετία. Η εν λόγω εταιρεία, συστάθηκε από τον ίδιο νομότυπα για να διαχειριστεί τις επιχειρήσεις του στα θέματα γεωργίας και κτηνοτροφίας και για να επωφεληθεί από τις ειδικές ρυθμίσεις και τα πλεονεκτήματα της χώρας αυτής. Οι ισχυρισμοί της αιτήτριας ότι η εν λόγω εταιρεία ιδρύθηκε για να ενεργεί ως αποδέκτης κλεμμένων περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα. Ο ίδιος ουδέποτε είχε σχέση ή εμπλοκή σε όσα η ενάγουσα ισχυρίζεται και αρνείται κατηγορηματικά ότι υπήρξε συνεργάτης του εναγομένου
  37. Γνωρίστηκε με τον εναγόμενο 8 το 2005 ενώ ήταν γείτονες και περί το 2012 συνδέθηκαν οικογενειακά όταν η κόρη του, είχε συνάψει δεσμό με τον εναγόμενο 16 που είναι γιος του εναγομένου
  38. Απέκτησαν ένα παιδί χωρίς να παντρευτούν και η σχέση τους διήρκησε μέχρι το 2014, οπότε χώρισαν. Η κόρη του, διαμένει σήμερα στην Ουκρανία και ο εναγόμενος 16 στον Καναδά. Έκτοτε, οι σχέσεις του με τον εναγόμενο 8, είναι ανύπαρκτες. Στη συνέχεια, ο ομνύοντας ενώ αποδέχεται ότι η εναγομένη 9 πήρε κάποια χρήματα ως δανειοδότηση, στη συνέχεια αρνείται ότι αυτά ήταν αποτέλεσμα εικονικών συμβάσεων δανείου. Ισχυρίζεται ότι τα δάνεια ήταν πραγματικά και σχετίζονταν με τις δραστηριότητες του ομίλου των εταιρειών του στην Ουκρανία. Από το ποσό που αναφέρεται στη συμφωνία δανείου (τεκμ.7), το πραγματικό ποσό που έλαβε η εναγομένη 9 εταιρεία ως δάνειο, ήταν μόνο USD21.200.000,
  39. Τέλος, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι το εκδοθέν διάταγμα προκαλεί μεγάλο και σοβαρό πρόβλημα στις εμπορικές δραστηριότητες του ομίλου του και ειδικά στην εναγομένη 9 εταιρεία, αλλά και στον ίδιο προσωπικά. Ήταν επίσης η θέση του ότι τα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν γιατί δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
  40. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου, καταχωρήθηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τον κο Dyadechko. Σε αυτήν, αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι είναι εξουσιοδοτημένος από την ενάγουσα να την εκπροσωπεί στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Επισυνάπτει επί του προκειμένου ως τεκμήριο 1, αντίγραφο σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου. Ακολούθως, ο ομνύοντας αμφισβητεί την εγκυρότητα της ενόρκου δηλώσεως της έντασης των εναγομένων 7, 9 & 10 που έγινε στην Πρεσβεία της Κύπρου στην Ουκρανία. Στη συνέχεια, απαντά στους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του εναγομένου 10 για τις κατ' ισχυρισμό προσωπικές διαφορές που έχει με τον εναγόμενο
  41. Είναι σαφές κατά τον ομνύοντα ότι δεν υπάρχουν προσωπικές διαφορές αλλά αντικείμενο της παρούσας είναι η προσπάθεια της ενάγουσας να ανακτήσει ένα τεράστιο ποσό που έχει κλαπεί με τη βοήθεια των εναγομένων 7, 9 και
  42. Ως προς την κατ' ισχυρισμό διαιτητική υπόθεση στην Ελβετία, ο ενόρκως δηλών επισύναψε ως τεκμήριο 2, αντίγραφο επιστολής που στάλθηκε από τον εναγόμενο 7 για να δώσει την συγκατάθεση των εναγομένων 7, 9 και 10 για τερματισμό αυτής της υπόθεσης. Αναφορά έγινε και στην κατάθεση της διευθύντριας της εναγομένης 15 στην εν λόγω διαδικασία, σύμφωνα με την οποία η συμφωνία δανείου μεταξύ εναγομένης 9 και εναγομένης 15 δεν είχε ποτέ υπογραφεί από την ίδια. Ο ενόρκως δηλών επέμενε στη θέση του για τη συμμετοχή των εναγομένων 7, 9 και 10 στη συνωμοσία για την κλοπή των χρημάτων της ενάγουσας. Μετά την πιο πάνω συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Dyadechko, καταχωρήθηκε με άδεια του Δικαστηρίου, απαντητική ένορκη δήλωση εκ μέρους της Αναστασίας Ιωάννου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των συνηγόρων για τους καθ' ων η αίτηση 7, 9 και
  43. Αναφέρει ότι οι ισχυρισμοί για αντικανονικότητα στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 7, 9 και 10 δεν ευσταθούν. Η εν λόγω ένορκη δήλωση είναι κατά την ομνύουσα, καθόλα νομότυπη και σύμφωνη με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας. Η δυνατότητα ενόρκου δηλώσεως σε Πρεσβεία της Δημοκρατίας, αναγράφεται στις επίσημες ιστοσελίδες του κράτους και κάθε αντίθετος ισχυρισμός στερείται πειστικότητας και νομικής αιτιολόγησης. Αναφορικά με το πληρεξούσιο που επισύναψε ο κ. Dyadechko ως τεκμήριο 1 στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι δεν είναι έγκυρο αφού δεν αναφέρει το όνομα του προσώπου που το υπογράφει και που παρέχει τις εξουσίες που περιγράφονται σε αυτό εκ μέρους της ενάγουσας. Επίσης, το τεκμήριο 1 δεν είναι πιστοποιημένο ούτε φέρει σφραγίδα του εξουσιοδοτούντος προσώπου. Ως εκ τούτου, το περιεχόμενο του δεν θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Επιπλέον, ο κ. Dyadechko παραλείπει τεχνηέντως να προσκομίσει και να παρουσιάσει οποιοδήποτε διοριστήριο (retainer) για το διορισμό του κ. Σωτήρη Πίττα ως δικηγόρου της ενάγουσας στην παρούσα. Ούτε παρουσιάστηκε οποιοδήποτε πρακτικό συνεδρίασης της ενάγουσας, στην οποία να καταγράφεται ρητά και με σαφήνεια η λήψη απόφασης για την εξουσιοδότηση του κ Dyadechko να ενεργεί εκ μέρους της και για λογαριασμό της. Όσον αφορά τον τερματισμό της διαδικασίας της διαιτησίας στην Ελβετία, αναγράφεται σαφώς στο τεκμήριο 2 της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του κ. Dyadechko ότι ο τερματισμός γίνεται με επιφύλαξη του δικαιώματος επαναφοράς της υπόθεσης. Τέλος, η ενόρκως δηλούσα απορρίπτει όλους τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του κ. Dyadechko, τους οποίους χαρακτηρίζει ως ψευδείς και παραπλανητικούς. Αγορεύσεις Ο συνήγορος για την αιτήτρια, ανέφερε στην αγόρευση του ότι δεν θα επιμένει στην έκδοση των διαταγμάτων που δεν δόθηκαν μονομερώς και ορίστηκαν για επίδοση. Επιπλέον, η ενάγουσα δεν θα επιμένει στην οριστικοποίηση των διαταγμάτων για τους εναγομένους 8, 16 & 18, οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στην διαδικασία του προσωρινού διατάγματος. Στον εναγόμενο 8 δεν έγινε επίδοση των μονομερών διαταγμάτων και οι εναγόμενοι 16 & 18 δεν έχουν κατά τον συνήγορο, καμία περιουσία που θα μπορούσε να δεσμευθεί. Έτσι αυτό που απέμεινε για εκδίκαση, είναι η οριστικοποίηση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν μονομερώς στις 16.3.15 για τους εναγομένους 1, 2, 3, 6 & 19 ως επίσης και για τους εναγομένους 7, 9 &
  44. Στην συνέχεια, ο συνήγορος έκανε αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης και την εκδοχή της ενάγουσας όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση. Απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση, όπως προβάλλονται στις καταχωρηθείσες ενστάσεις και τις ενόρκους δηλώσεις που τις υποστηρίζουν. Ειδικότερα για την ένορκη δήλωση του εναγομένου 10 που υποστηρίζει την ένσταση των εναγομένων 7, 9 και 10, ισχυρίστηκε ότι είναι παράτυπη. Η ένορκη αυτή δήλωση έγινε στην πρεσβεία της Κύπρου στην Ουκρανία. Παρόλα αυτά δεν έχει τηρηθεί κατά τον συνήγορο, η Δ.39 Θ.10 ως προς την βεβαίωση που πρέπει να δίνεται από το πρόσωπο που παίρνει την ένορκη δήλωση. Απλά, ο Πρέσβης πιστοποίησε ότι η ένορκη δήλωση υπογράφτηκε στην παρουσία του χωρίς όμως να επιβεβαιώσει ότι ο εναγόμενος 10, ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον του. Σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι παρά το ότι οι καθ' ων η αίτηση αρνούνται την εκδοχή της αιτήτριας για υπεξαίρεση χρημάτων, εντούτοις παραδέχονται μεγάλο μέρος των ισχυρισμών της παρούσας αίτησης, στοιχείο που δείχνει την εμπλοκή τους στην απάτη και δικαιολογεί την οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων. Ως τέτοια παραδεκτά γεγονότα, ανέφερε την μίσθωση του ακινήτου της εναγομένης 2 στην τράπεζα, την συμφωνία για τις νομικές υπηρεσίες, την μεταφορά των US$21.2000,000,00 στην εναγομένη 9 υπό μορφή δανείου κ.α. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται βέβαια ότι οι πράξεις αυτές δεν ήταν εικονικές αλλά νόμιμες. Ο συνήγορος ανέφερε επί του προκειμένου ότι το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν θα υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης ούτε και θα αποφασίσει επί των εκατέρωθεν αντικρουομένων εκδοχών των διαδίκων. Για σκοπούς όμως έκδοσης συντηρητικού διατάγματος, οι πιο πάνω παραδοχές καταδεικνύουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα, η ενάγουσα να επιτύχει στις αιτούμενες με την αγωγή της θεραπείες. Παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο δεν καλείται σήμερα να αποφασίσει επί αμφισβητούμενων γεγονότων, ο συνήγορος επανέλαβε ότι το παραδεκτό γεγονός της μεταφοράς των επίδικων ποσών από την ενάγουσα τράπεζα σε πρόσωπα συνδεδεμένα με τον εναγόμενο 8 και ενόσω η τράπεζα βρισκόταν υπό καθεστώς εξυγίανσης στην οποία ο ίδιος ο εναγόμενος 8 είχε εμπλακεί υπό την ιδιότητα του ως βουλευτής, καταδεικνύει εκ πρώτης όψεως υπόθεση και σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής. Στην συνέχεια, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60, αναφορικά με τον κίνδυνο να μην απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Με παραπομπή σε νομολογία, ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω προϋπόθεση, τεκμηριώνεται όταν αποδειχθεί ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η απόφαση, στην περίπτωση που μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία και ανεξάρτητα από την πρόθεση των καθ' ων η αίτηση για κάτι τέτοιο. Εκείνο που μετρά, είναι η επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης. Παρόλα αυτά, η ύπαρξη δόλου είναι κατά τον συνήγορο, ένας σημαντικός παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη στην έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva. Στην παρούσα υπόθεση, τα ποσά που έχουν δεσμευθεί επ' ονόματι των εναγομένων 1 και 6 ήτοι τα χρηματικά ποσά που είναι κατατεθειμένα στην ελβετική τράπεζα των εναγομένων αρ. 11, αποτελούν αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Ως εκ τούτου πλην του άρθρου 32 του Ν.14/60, εφαρμόζεται και το άρθρο 4 του Κεφ. 6 που αφορά την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων σε σχέση με το αντικείμενο της αγωγής. Οι εναγόμενοι παραδέχονται την λήψη μεγάλου μέρους αυτών των χρημάτων, πλην όμως ισχυρίζονται ότι όλα έγιναν νομότυπα. Η θέση αυτή απορρίπτεται με την ένορκο δήλωση του Ουκρανού δικηγόρου Bogatyr όπου επισυνάπτονται τεκμήρια, σύμφωνα με τα οποία η Κεντρική Τράπεζα της Ουκρανίας ουδέποτε έδωσε άδεια στην εναγομένη 2 για εξαγωγή συναλλάγματος και ότι η ισχυριζόμενη πώληση μετοχών της εναγομένης 2 δεν της απέφερε τέτοια εισοδήματα. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι όπως καταδεικνύεται από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού οι καθ' ων η αίτηση θα αποξενώσουν με ευκολία όλα τα ποσά που έχουν στην κατοχή τους και τα οποία συνιστούν το αντικείμενο της αγωγής. Σε σχέση με το ισοζύγιο της ευχέρειας, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι αυτό γέρνει προς την πλευρά της ενάγουσας αφού σε περίπτωση ακύρωσης των διαταγμάτων, η αγωγή ιχνηλάτησης (tracing action) θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Από την άλλη, συνέχιση των διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής δεν θα προξενήσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους καθ' ων η αίτηση. Ο συνήγορος αναφέρθηκε επί του προκειμένου στη μεγάλη καθυστέρηση της εναγομένης 2, η οποία κατεχώρησε την ένσταση της 21 μήνες μετά την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Περαιτέρω, η εναγομένη 2 δεν θα παραχωρούσε δάνειο πέραν των 21.000.000 δολαρίων στην εναγομένη 9 χωρίς καμία εξασφάλιση και χωρίς να λάβει κανένα μέτρο για είσπραξη τόσο μεγάλου ποσού από το
  45. Τα πιο πάνω στοιχεία καταδεικνύουν κατά τον συνήγορο ότι τα εν λόγω ποσά δεν ανήκουν στην εναγομένη 2 από νόμιμες δραστηριότητες της, αλλά πρόκειται για τα ποσά που υπεξαιρέθηκαν με δόλο και απάτη από την ενάγουσα τράπεζα. Ως εκ τούτου, καμιά ζημιά δεν πρόκειται να υποστούν οι καθ' ων η αίτηση από τη συνέχιση των διαταγμάτων. Σε αντίθετη περίπτωση, αν τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς ακυρωθούν, η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού είναι εμφανής η πρόθεση των καθ' ων η αίτηση να αποξενώσουν και αποκρύψουν την περιουσία που υπεξαίρεσαν από την ενάγουσα. Στη συνέχεια και παραπέμποντας σε νομολογία, ο συνήγορος αναφέρθηκε στην εξουσία του Δικαστηρίου να διορίζει ενδιάμεσο παραλήπτη. Ήταν η θέση του ότι στην παρούσα υπόθεση, ενδείκνυται ο διορισμός ενδιάμεσου παραλήπτη λόγω ακριβώς του κινδύνου εξαφάνισης των περιουσιακών στοιχείων των καθ' ων η αίτηση. Αυτό δικαιολογείται και από τον διεθνή χαρακτήρα της υπόθεσης, γεγονός που καταδεικνύει ότι η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις σπάνιες εκείνες υποθέσεις όπου ο διορισμός ενδιάμεσου παραλήπτη είναι αναγκαίος ώστε να προσφερθεί επιπλέον προστασία στα περιουσιακά στοιχεία των καθ' ων η αίτηση. Μόνο μέσω του διορισμού ενδιάμεσου παραλήπτη, τα περιουσιακά στοιχεία των καθ' ων η αίτηση που αποτελούν κλαπείσα περιουσία της ενάγουσας θα προστατευτούν ικανοποιητικά μέχρι την ακρόαση της παρούσας αγωγής. Με τον τρόπο αυτό θα ενδυναμωθεί αποτελεσματικά το προστατευτικό καθεστώς που θα εγκαθιδρυθεί με την οριστικοποίηση των διαταγμάτων παγοποίησης. Χωρίς τον διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη, τα διατάγματα παγοποίησης δεν θα είναι επαρκή ώστε να εμποδιστούν οι καθ' ων η αίτηση από την περαιτέρω διάθεση και απόκρυψη των κλεμμένων περιουσιακών στοιχείων που η ενάγουσα τράπεζα ιχνηλατεί και διεκδικεί με την παρούσα αγωγή. Ήδη από τις εκθέσεις που ο ενδιάμεσος παραλήπτης καταχώρησε στον φάκελο του Δικαστηρίου, εμφαίνονται τα διαβήματα που έλαβε προκειμένου να προφυλάξει τα δεσμευμένα περιουσιακά στοιχεία. Αναφορικά με το καθήκον πλήρους αποκάλυψης, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν απέκρυψε κανένα γεγονός, από αυτά που οι καθ' ων η αίτηση αναφέρουν με τις ενστάσεις τους. Περαιτέρω, οι καθ' ων η αίτηση δεν απέδειξαν ότι τα στοιχεία που επικαλούνται, ήταν σημαντικά στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων. Ο συνήγορος των εναγομένων 1, 2, 3, 6 και 19 στη δική του αγόρευση, επανέλαβε όλους τους λόγους ένστασης όπως αυτοί αναφέρονται στην ειδοποίηση ένστασης των πελατών του. Ισχυρίστηκε στη συνέχεια ότι από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ξεκάθαρα η απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος. Δεν γίνεται καμία αναφορά στις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, σε συγκεκριμένα γεγονότα που να δικαιολογούν το κατεπείγον τη έκδοσης των διαταγμάτων. Ελλείπει επίσης, οποιαδήποτε αναφορά σε σχέση με κίνδυνο αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων 1, 2, 3, 6 και
  46. Ήταν η θέση του συνηγόρου ότι υπήρξε επιπλέον καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, η οποία αναιρεί την προϋπόθεση του επείγοντος. Αυτό αποδεικνύεται από το ότι τα γεγονότα της υπόθεσης, ήταν γνωστά από το 2011 όπου έγιναν και οι σχετικές έρευνες από τις αρμόδιες αρχές. Τον Αύγουστο του 2014 στάλθηκε αίτημα στις ελβετικές αρχές για δικαστική συνδρομή σε σχέση με αδικήματα που κατ' ισχυρισμό διέπραξε ο εναγόμενος 8 και τα οποία αποτελούν αντικείμενο της παρούσας υπόθεσης. Η ενάγουσα παρόλα αυτά, μόλις τον Μάρτιο του 2015 αποτάθηκε στα κυπριακά Δικαστήρια για εξασφάλιση των υπό κρίση προσωρινών διαταγμάτων. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι οι εναγόμενοι προέβησαν μέχρι και το 2015 σε προσπάθειες αποξένωσης της περιουσίας τους, καταδεικνύει ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υπάρχει και συνεπώς δεν υφίσταται ο παράγοντας του κατεπείγοντος. Για μόνο αυτόν τον λόγο, τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει κατά τον συνήγορο να ακυρωθούν. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι δεν υπάρχει στην παρούσα περίπτωση σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα η ενάγουσα να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. Η παράλειψη της ενάγουσας να εξηγήσει με σαφήνεια τις αξιώσεις της δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι έχει καλή βάση αγωγής και σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Περαιτέρω, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν έχει αποδειχθεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αναφορικά με την απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι στην παρούσα περίπτωση, τα στοιχεία που αποκάλυψε η πλευρά της ενάγουσας, έδειχναν μια διαφορετική εικόνα από την πραγματική. Παραπλάνησε το Δικαστήριο, αποκρύπτοντας τις εμφανείς αδυναμίες της υπόθεσης της. Απέκρυψε, συγκεκριμένα, το γεγονός ότι καμία ποινική υπόθεση δεν δικάστηκε σε σχέση με τα αδικήματα τα οποία προσάπτει στους εναγόμενους και εντέχνως απέκρυψε άλλα σημαντικά γεγονότα με αποτέλεσμα να παραπλανήσει το Δικαστήριο στην έκδοση των μονομερών διαταγμάτων. Στην ουσία, παρουσίασε τις προσωπικές διαφορές που έχει ο κύριος Dyadechko με τον εναγόμενο 8 ως διαφορές με την ενάγουσα τράπεζα. Στη συνέχεια ο συνήγορος ισχυρίστηκε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας επειδή ότι τα υπό κρίση διατάγματα δεν επιδόθηκαν στους εναγομένους 8 και 18 που είναι κατά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, οι βασικότεροι υπαίτιοι της απάτης. Λόγω του γεγονότος αυτού, οι εναγόμενοι 1, 2, 3, 6 και 19 αναγκάστηκαν να ενστούν και να προωθήσουν τις θέσεις τους χωρίς να έχουν στη διάθεση τους τη μαρτυρία των εναγομένων 8 και 18, η οποία θα ήταν ουσιαστικής σημασίας για την υπόθεση. Ήταν τέλος η θέση του συνηγόρου ότι ο διορισμός προσωρινού παραλήπτη, αποτελεί ασυνήθιστη θεραπεία που δεν δικαιολογείται από τα γεγονότα της υπόθεσης και εν πάση περιπτώσει δεν θα έπρεπε ποτέ να χορηγηθεί στα πλαίσια μονομερούς αίτησης. Ο συνήγορος των εναγομένων 7, 9 και 10 στη δική του αγόρευση, αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης, όπως προκύπτει από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του ότι όπως εμφαίνεται από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, τα ισχυριζόμενα αδικήματα διαπράχθηκαν μεταξύ των ετών 2009 και 2012, πριν δηλαδή δημιουργηθεί οποιαδήποτε σχέση του εναγομένου 8 με τον εναγόμενο
  47. Προκύπτει επιπλέον ότι υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση από πλευράς ενάγουσας, στην προώθηση της παρούσας δικαστικής διαδικασίας. Επιπλέον, οι εναγόμενοι 7, 9 και 10 περιλήφθηκαν στην παρούσα δικαστική διαδικασία επιπόλαια και στη βάση αναληθών, ανακριβών και παραπλανητικών ισχυρισμών χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε νομική ή πραγματική σύνδεσή τους με τις κατ' ισχυρισμό αδικοπραξίες που επικαλείται η ενάγουσα. Στη συνέχεια, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι η επίδικη συμφωνία δανείου είναι πραγματική και ότι ο εναγόμενος 10 που είναι γνωστός επιχειρηματίας στη χώρα του, δεν θα είχε καμία ανάγκη να συνάψει οποιαδήποτε εικονική ή πλασματική συμφωνία. Ο εναγόμενος 10 στην ένορκη του δήλωση, έχει παρουσιάσει απερίφραστα και χωρίς κανένα δισταγμό όλη τη διαδρομή των χρημάτων, σχετικά με το εν λόγω δάνειο. Το στοιχείο αυτό, καταδεικνύει κατά τον συνήγορο ότι δεν επρόκειτο για εικονική σύμβαση. Αντιθέτως, προκύπτει ότι τα χρήματα αυτά λήφθηκαν για την ενίσχυση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του στην Ουκρανία όταν αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα περί το
  48. Στη συνέχεια, ο συνήγορος επανέλαβε τους ισχυρισμούς για έλλειψη εξουσιοδότησης του κ. Dyadechko στην εκπροσώπηση της ενάγουσας τράπεζας, αλλά και στην απουσία όλων των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Ήταν η θέση του ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ούτε και πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Εισηγήθηκε επίσης ότι δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία προς υποστήριξη της τρίτης προϋπόθεσης ότι η απόφαση που ενδεχομένως θα εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας δεν θα ικανοποιηθεί. Αναφορικά με τον ισχυρισμό για ελαττωματική ένορκη δήλωση του εναγομένου 10, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι ο τελευταίος ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον του Κύπριου Πρέσβη στην Ουκρανία. Δεν επρόκειτο ως εκ τούτου για απλή πιστοποίηση, όπως οι αιτητές παραπλανητικά ισχυρίζονται. Ο συνήγορος ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι δεν υπήρξε πλήρης αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, δεν αποκαλύφθηκε ο χρόνος κατά τον οποίο ο κ. Dyadechko απώλεσε τις μετοχές του στην ενάγουσα τράπεζα και γιατί η αιτήτρια καθυστέρησε για τρία χρόνια να αποταθεί στο Δικαστήριο για δικαστική προστασία. Επιπλέον δεν αποκαλύφθηκε μεταξύ άλλων, το γεγονός ότι δεν έχει προσαφθεί καμία κατηγορία εναντίον του εναγομένου 10 παρότι ζητήθηκε δικαστική συνδρομή από τις Ελβετικές Αρχές για την αποκάλυψη των εγγράφων που αφορούν τα ισχυριζόμενα αδικήματα. Ο συνήγορος ανέφερε στη συνέχεια ότι δεν έχει αποδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος στην έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Το γεγονός αυτό προκύπτει ξεκάθαρα και από τη μεγάλη καθυστέρηση με την οποία η ενάγουσα κατεχώρησε τις παρούσες διαδικαστικές διαδικασίες. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, ο συνήγορος ισχυρίστηκε ότι τα εκδοθέντα διατάγματα προκαλούν ζημιές και ταλαιπωρία στις επαγγελματικές συναλλαγές των εναγομένων 7, 9 και 10 παρόλο που ουδεμία ανάμειξη έχουν, στα όσα η αιτήτρια ισχυρίζεται εναντίον τους. Νομική πτυχή Η υπό κρίση αίτηση, στηρίζεται μεταξύ άλλων, στα άρθρα 4, & 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.6) αλλά και στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  49. Το άρθρο 4 του Κεφ. 6 έχει ως ακολούθως: "4

(1). Το Δικαστήριο μπορεί οποτεδήποτε κατά την διάρκεια της εκκρεμότητας οποιασδήποτε αγωγής να εκδώσει στα πλαίσια της Αγωγής διάταγμα για την κατάσχεση, διατήρηση, φύλαξη, πώληση, κατοχή ή επιθεώρηση οποιασδήποτε περιουσίας που είναι αντικείμενο της Αγωγής ή διάταγμα για την παρεμπόδιση οποιασδήποτε απώλειας, ζημιάς ή δυσμενούς επηρεασμού που εκτός αν εκδιδόταν το διάταγμα θα μπορούσε να προκληθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο η περιουσία, μέχρι την τελική απόφαση πάνω σε κάποιο ζήτημα που επηρεάζει αυτό το πρόσωπο ή την περιουσία ή μέχρι την εκτέλεση της απόφασης". Προκύπτει από την ανάγνωση του πιο πάνω άρθρου ότι αυτό αφορά αποκλειστικά, δέσμευση περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση, επιδιώκεται μεταξύ άλλων και δέσμευση χρηματικών ποσών που έχουν κατ' ισχυρισμό κλαπεί από την αιτήτρια και τα οποία η αιτήτρια επιδιώκει να ανακτήσει με την αγωγή της. Ως εκ τούτου, είναι εμφανές ότι η παρούσα αφορά αίτημα δέσμευσης περιουσίας που συνιστά το αντικείμενο της αγωγής. Ως αποτέλεσμα, κρίνω ότι τυγχάνουν εφαρμογής, οι διατάξεις του άρθρου 4 του Κεφ.6, οι οποίες μπορούν να εξεταστούν ανεξάρτητα από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Σχετική επί του θέματος, είναι επίσης η απόφαση Palestine Plantations Company Ltd v. Olivier & Co. (Cyprus) Ltd 16 C.L.R. 122. Η ίδια αρχή αναφέρεται και στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR
  1. Λέχθηκε ότι στην περίπτωση που επιζητείται δέσμευση περιουσίας που είναι το αντικείμενο της αγωγής, αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα δυνάμει του άρθρου 4 του Κεφ. 6 μπορεί να εξεταστεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  2. Υποδεικνύεται όμως ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, είναι ευρύτερης εφαρμογής. Επομένως, όταν εξετάζεται αίτηση δυνάμει αυτού του άρθρου 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, αυτόματα λαμβάνονται υπόψη και οι πρόνοιες του άρθρου 4 του Κεφ.
  3. Παρόλα αυτά, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου κάτω από το άρθρο 4 του Κεφ. 6, παραμένει επίσης ευρεία και δεν εκδίδεται διάταγμα από μόνο το γεγονός ότι το αίτημα αφορά περιουσία που είναι το αντικείμενο της αγωγής. Σε σχέση με αυτό το θέμα, ο πρώην Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης σε μελέτη του με τίτλο Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο που δημοσιεύτηκε στο COPRUS DE JURE CUPR II Τεύχος 1, σελ. 179, αναφέρει τα ακόλουθα στην σελ. 213: "Το άρθρο 4 του Κεφ. 6, δεν συνοδεύεται από πρόνοια ανάλογη με εκείνη της παραγράφου
(2)του άρθρου 5 του Κεφ. 6 ή εκείνη της επιφύλαξης στο άρθρο 32
(1)του Ν. 14/
  1. Αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι σημαίνει πως με δεδομένο το γεγονός ότι επιζητείται κάποιο από τα προβλεπόμενα παρεμπίπτοντα διατάγματα σε σχέση με το αντικείμενο της αγωγής, ακολουθεί αυτόματα η έγκριση της σχετικής αίτησης. Απλώς, το ζήτημα της έκδοσης ή της άρνησης έκδοσης του διατάγματος, εντάσσεται, χωρίς ειδικά προαπαιτούμενα, στα πλαίσια της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου που με γνώμονα τις ανάγκες της δικαιοσύνης, θα ενεργήσει έτσι ή αλλιώς, ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης." Όπως προαναφέρθηκε, η παρούσα αίτηση στηρίζεται επίσης στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
  2. Οι προϋποθέσεις για έκδοση συντηρητικού διατάγματος δυνάμει των προνοιών του πιο πάνω άρθρου είναι οι ακόλουθες: • Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. • Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. • Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Σε τελικό στάδιο, το Δικαστήριο θα πρέπει πρόσθετα να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, (βλ. μεταξύ άλλων Πουρνουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ 201). Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, λέχθηκε ότι στη διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση κατά πόσο πληρούνται οι τρεις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60. Δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και δεν καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. επίσης Adidas v. Jonitexo
(1984)1 CLR 263). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179,202). Περαιτέρω, στην Highgate Primary School Ltd κ.α. ν. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α
(2009)1Α Α.Α.Δ 317, λέχθηκε ότι: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσίβλητων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους - ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια". Η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος. Στην υπόθεση Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788, 792, αναλύονται οι συνέπειες στην καθυστέρηση έναρξης δικαστικής διαδικασίας, σε αίτημα για προσωρινό διάταγμα. ". Η καθυστέρηση εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία αν και τα Δικαστήρια θα σταθμίσουν το ζήτημα της καθυστέρησης έναντι της πιθανότητας του Ενάγοντα να επιτύχει τελικά στην αγωγή του και θα λάβουν υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει οδηγηθεί σε έξοδα ή έχει καθησυχαστεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή παραπλανήθηκε λόγω της απραξίας του ενάγοντα. Ωστόσο η τάση της σύγχρονης νομολογίας είναι να μην απορρίπτεται αξίωση για διάταγμα κατά την ακρόαση της αγωγής απλώς και μόνο λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της αγωγής." Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, η νομολογία καθορίζει ότι η διαδικασία σε μονομερή αίτηση, επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο, όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Όπως τονίζεται, οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη εφαρμόζονται στις περιπτώσεις όπου ένας διάδικος καταχωρεί μονομερή αίτηση και ζητά κάποια θεραπεία, στην απουσία του αντιδίκου του. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη όχι μόνον όλων των ουσιωδών γεγονότων αλλά να αναφερθεί και σε τυχόν υπεράσπιση που ενδεχομένως να έχει λόγο να πιστεύει ότι μπορεί να προβάλει η άλλη πλευρά. Έτσι όπου ο αιτητής εξασφαλίσει κάποιο όφελος από την απόκρυψη γεγονότων, το Δικαστήριο σε μεταγενέστερο στάδιο θα ακυρώσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει σε μια προσπάθεια να του στερήσει αυτό το όφελος. Ο λόγος είναι γιατί, παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως, πρέπει να είναι ουσιώδη για την ετυμηγορία του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση. (Βλ. μεταξύ άλλων, Χριστιάνα Στυλιανού v. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1Α ΑΑΔ 583). Τελικά το Δικαστήριο, έχει διακριτική ευχέρεια παρόλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Στην παρούσα περίπτωση, εκτός από την δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων που κατ' ισχυρισμό αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής, η ενάγουσα επιζητεί περαιτέρω και τον διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη για τις εναγόμενες εταιρείες 1 & 6 ώστε να διασφαλιστούν τα εν λόγω διατάγματα παγοποίησης. Ο διορισμός ενδιάμεσου παραλήπτη, δύναται να επιτευχθεί στα πλαίσια παρεμπίπτοντος συντηρητικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32.1 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Στην υπόθεση Starport Nominees Ltd κα (αρ.2)
(2010)1Β Α.Α.Δ 1370, λέχθηκε ότι στην Κύπρο, η εξουσία έκδοσης προσωρινών συντηρητικών διαταγμάτων παρέμεινε ευρύτατη. Δυνάμει αυτής της ευρύτατης εξουσίας, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα που να περιλαμβάνει τον διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη εάν αυτό κρίνεται πρόσφορο, ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις. Η έκδοση σε προηγούμενο στάδιο άλλου συντηρητικού διατάγματος δεν αποτελεί κώλυμα για τον διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη. Προϋποτίθεται βέβαια ότι ο διορισμός είναι συναφής και συμπληρωματικός της ενδιάμεσης θεραπείας που προηγήθηκε. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής, στις σελίδες 1379 και 1380 της πιο πάνω απόφασης Starport: «Όπως αναφέρεται και στο σύγγραμμα του David Bean: Injunctions, 8η έκδ. σελ. 112, παρ. 7.20, η εξουσία για το διορισμό παραλήπτη είναι συναφής και συνδεδεμένη με τα διατάγματα παγοποίησης τα λεγόμενα «freezing injunctions» ή ακόμη και υποκατάστατα τους, εκεί όπου χρειάζεται ο έλεγχος από ένα τρίτο πρόσωπο προς διατήρηση των περιουσιακών στοιχείων. Δεν αποτελεί βεβαίως η εξουσία αυτή διορισμού παραλήπτη, σύνηθες φαινόμενο. Εδώ όμως είναι προφανές, όπως γίνεται αντιληπτό, ότι τα υπό κρίση διατάγματα με το διορισμό του ελεγκτή/λογιστή έχουν αυτό το σκοπό και είναι συναφή και συμπληρωματικά προς τα προηγηθέντα εκδοθέντα διατάγματα απαγορευτικής και προστακτικής φύσεως.» Στην πρωτόδικη απόφαση Zordis Finance Ltd v. Vandella Systems Corporation, Πρωτογενής Αίτηση Αρ. 64/2014 του Ε.Δ. Λεμεσού, παρατέθηκε το πιο κάτω απόσπασμα από την αγγλική υπόθεση JSC BTA Bank v Ablyazov (No 3) [2011] Bus. L.R. D119: «
  1. It is true that the appointment of a receiver is a very intrusive remedy. It is also expensive and not easily reversible. These considerations can, however, be ameliorated by an appropriately fortified undertaking in damages. A receivership order will no doubt be completely inappropriate in the ordinary freezing order case where assets are constituted by money in bank accounts (in respect of which the relevant bank can be given notice) or by immovable property. The order will therefore only be appropriate in cases where an injunction is insufficient on its own. Such cases are only likely to arise where there is a measurable risk that, if it is not granted, a defendant will act in breach of the freezing order or otherwise seek to ensure that his assets will not be available to satisfy any judgment which may in due course be given against him. If, therefore, the method by which a defendant beneficially holds his assets is transparent, a receivership order may well not be necessary. But if it is opaque and there is a reasonable suspicion that such opacity will be used by a defendant to act in breach of a freezing order, it may well be the case that a receivership order is appropriate.» Από την προαναφερθείσα νομολογία, προκύπτει ότι η δραστική θεραπεία διορισμού ενδιάμεσου παραλήπτη, είναι επιτρεπτή ειδικά ως προς την διασφάλιση των διαταγμάτων παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων διαδίκου μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Ιδιαίτερα, όπου τα διατάγματα παγοποίησης δεν θεωρούνται επαρκή με την έννοια ότι αν δεν διοριστεί παραλήπτης, ο εναγόμενος πιθανόν να ενεργήσει κατά παράβαση τους και να αποξενώσει περιουσία με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή, η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αντιθέτως, όπου το διάταγμα παγοποίησης προστατεύει επαρκώς την επίδικη περιουσία, δεν ενδείκνυται ο διορισμός ενδιάμεσου παραλήπτη. Το ζήτημα επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο σύγγραμμα Kerr on the Law and Practice as to Receivers 15η έκδοση σελ. 6 -7: « ..... No positive or unvarying rule can be laid down as to whether the court will or will not interfere by this kind of interim protection of the property. Where, indeed, the property is as it were in medio, in the enjoyment of no one, it is the common interest of all the parties that the court should prevent a scramble, and a receiver will readily be appointed: as, for instance, over the property of a deceased person pending a litigation as to right to probate or administration. But where the object of the plaintiff is to assert a right to property of which the defendant is in enjoyment, the case presents more difficulty. The court by taking possession at the instance of the plaintiff may be doing a wrong to the defendant; in some cases an irreparable wrong. If the plaintiff should eventually fail in establishing his rights against the defendant, the court may by its interim interference have caused mischief to the defendant for which the subsequent restoration of the property may afford no adequate compensation. ........................................................................................................... If the court is satisfied upon the materials it has before it that the party who makes the application has established a good prima facie title, and that the property the subject matter of the proceedings will be in danger if left until the trial in the possession or under the control of the party against whom the receiver is asked for, or, at least, that there is reason to apprehend that the party who makes the application will be in a worse situation if the appointment of a receiver be delayed, the appointment of a receiver is almost a matter of course if there is no danger to the property, and no fact is in evidence to show the necessity or expediency of appointing a receiver, a receiver will not be appointed. The duty of the court upon a motion for a receiver is merely to protect the property for the benefit of the person or persons to whom the court, when it has all the materials necessary for a determination, shall think it properly belongs. .......» Είναι σαφές από τα πιο πάνω ότι βασικός σκοπός του διορισμού ενδιάμεσου παραλήπτη, είναι η περαιτέρω προστασία των επίδικων περιουσιακών στοιχείων. Συμπεράσματα Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί για αντικανονική ένορκη δήλωση του εναγομένου 10 που συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης των εναγομένων 7, 9 και
  2. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι η βεβαίωση (Jurat) του Πρέσβη ενώπιον του οποίου έγινε η ένορκη δήλωση δεν συνάδει με το πρότυπο που παρέχει το έντυπο 35 του δικονομικού κανονισμού της Δ.39 Θ.
  3. Οι διατάξεις της Δ.39 Θ.10 έχουν ως ακολούθως: «
  4. The person taking the affidavit shall note immediately at the foot thereof, towards the left side of the paper, the time when and the place where the affidavit is taken, and that the affidavit was sworn and signed before him; he shall sign the jurat and describe his office. (Form 35).» Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η βεβαίωση θα πρέπει να αναφέρει ότι ο ενόρκως δηλών όχι μόνο υπέγραψε αλλά επιπλέον ορκίστηκε ενώπιον του προσώπου που βεβαιώνει την ένορκο δήλωση. Σχετική είναι η απόφαση Θεμιστοκλέους ν. Arizona Trading Co Ltd
(1997)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση, η αίτηση συνοπτικής απόφασης συνοδευόταν από ένορκη δήλωση από την οποία απουσίαζε η βεβαίωση του Πρωτοκολλητή (jurat) δυνάμει της Δ.39 θ.
  2. Το Εφετείο σε αντίθεση με το πρωτόδικο Δικαστήριο, θεώρησε την πιο πάνω παράλειψη ουσιώδη, η οποία δεν θα μπορούσε να θεραπευθεί δυνάμει της Δ.
  3. Αποφασίστηκε επίσης ότι η Δ.39 Θ.15, καλύπτει τις επουσιώδεις παρατυπίες μιας ένορκης δήλωσης και όχι την απουσία της βεβαίωσης του Πρωτοκολλητή. Παρά το ότι στην πιο πάνω υπόθεση υπήρχε υπογραφή, έλειπε ολόκληρη η βεβαίωση του πρωτοκολλητή, συμπεριλαμβανομένης και της λέξης «ορκίστηκε», η οποία κατά το Εφετείο αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο της βεβαίωσης. Λέχθηκαν συγκεκριμένα τα εξής: «Όπως προκύπτει από τη νομολογία η Δ.39 θ.15 καλύπτει κυρίως τις επουσιώδεις παρατυπίες στη βεβαίωση ως, λ.χ., τις λέξεις "before me" ή την καταχώρηση της βεβαίωσης σε χωριστή σελίδα (βλέπε Atkin's Court Forms in Civil Proceedings, 2nd ed., vol.3, σελ.330). Στην περίπτωση μας παραλείπεται ολόκληρη η βεβαίωση. Και το πιο σημαντικό η λέξη «ορκίστηκε», που είναι το ουσιαστικό στοιχείο της. Το ότι υπάρχει η υπογραφή δεν μεταβάλλει την κατάσταση». Στην παρούσα περίπτωση, από μελέτη της βεβαίωσης που τέθηκε στην ένορκη δήλωση της εν λόγω ένστασης, προκύπτει ότι δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός για αντικανονικότητα λόγω παράβασης της Δ.39 Θ.
  4. Το πρόσωπο ενώπιον του οποίου έγινε η ένορκη δήλωση, αναγράφει στο κάτω αριστερό μέρος της δήλωσης ότι ο ενόρκως δηλών ορκίστηκε και υπέγραψε ενώπιον του (sworn and sign before me) στην Πρεσβεία της Κύπρου στην Ουκρανία. Στην συνέχεια επιβεβαιώνει ότι η ένορκη δήλωση υπεγράφη ενώπιον του και υπογράφει την βεβαίωση περιγράφοντας τον τίτλο του ως «Πρέσβης». Κρίνω ως εκ τούτου ότι οι πρόνοιες της Δ.39 Θ.10 έχουν τηρηθεί και δεν τίθεται ζήτημα αντικανονικότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση των εναγομένων 7, 9 και
  5. Ανεξαρτήτως τούτου θα πρέπει να τονιστεί ότι ακόμη και στην περίπτωση που η ένορκη δήλωση κρινόταν παράτυπη, το γεγονός αυτό δεν θα μπορούσε να συμπαρασύρει σε ακυρότητα, ολόκληρη την ένσταση. Η ειδοποίηση ένστασης σύμφωνα με την Δ.48 Θ.4
(1)δεν είναι αναγκαίο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Στηρίζεται σε συγκεκριμένους λόγους ένστασης και στα γεγονότα που προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Στην περίπτωση που ο καθ' ου η αίτηση επιθυμεί να αναφερθεί σε γεγονότα που δεν προκύπτουν από τον φάκελο, έχει την δυνατότητα να καταχωρήσει ένορκη δήλωση, συνοδευτική της ειδοποίησης ένστασης. Όμως, παράλειψη καταχώρησης ένορκης δήλωσης δεν καθιστά παράτυπη την ένσταση. Σχετική είναι η υπόθεση Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν. Χαρίδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 825, στην οποία λέχθηκε ότι σύμφωνα Δ.48 Θ.4
(1)δεν είναι απαραίτητο όπως μια ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση, παρά μόνο στην περίπτωση που γεγονότα στα οποία η ένσταση βασίζεται, δεν είναι εμφανή από το φάκελο της διαδικασίας. Επομένως, αυτή καθ' αυτή η παράλειψη καταχώρησης συνοδευτικής ένορκης δήλωσης δεν είναι μοιραία για την ένσταση, πλην όμως θα είχε ως αποτέλεσμα να ληφθούν υπόψη, μόνον όσα γεγονότα ήταν εμφανή από το φάκελο της αγωγής. Το επόμενο ζήτημα που θα με απασχολήσει, είναι οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση για απόκρυψη ουσιαστικών στοιχείων κατά την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων. Σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία, σε περίπτωση που οι πιο πάνω ισχυρισμοί γίνουν αποδεκτοί, το Δικαστήριο θα απορρίψει την αίτηση χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία, του κατά πόσον ενδείκνυται η οριστικοποίηση των επίδικων διαταγμάτων. Και στις δύο ειδοποιήσεις ένστασης που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση, προβάλλονται ισχυρισμοί για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων από πλευράς αιτήτριας. Τους ίδιους ισχυρισμούς, προέβαλαν και οι δύο συνήγοροι για τους καθ' ων η αίτηση στις αγορεύσεις τους. Επικαλέστηκαν συγκεκριμένα στην παράλειψη της αιτήτριας να αναφερθεί στην απουσία καταδίκης των καθ' ων η αίτηση για τα ποινικά αδικήματα που τους προσάπτει καθώς και σε μια διαιτητική διαδικασία στην Ελβετία. Αναφορά έγινε μεταξύ άλλων και στην παράληψη της ενάγουσας να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό ότι εξουσιοδότησε τον κο Dyadechko να την εκπροσωπεί στην αγωγή, στην έλλειψη αιτιολογίας για την καθυστέρηση προώθησης δικαστικών διαδικασιών καθώς και στην παράθεση αναληθών γεγονότων που παραπλάνησαν το Δικαστήριο ως προς την πραγματική εικόνα της υπόθεσης. Σαν τέτοια ανέφεραν τις απόπειρες δολοφονίες αλλά και τους ισχυρισμούς για εικονικότητα δανείων και μεταφοράς χρημάτων, τις οποίες χαρακτηρίζουν ως νόμιμες. Όσον αφορά τα δύο τελευταία στοιχεία, δεν τίθεται ζήτημα απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων. Η αιτήτρια παρέθεσε την δική της εκδοχή για τα γεγονότα της υπόθεσης. Το γεγονός ότι οι καθ' ων η αίτηση διαφωνούν με την πιο πάνω εκδοχή, προβάλλοντας την δική τους θέση για τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, δεν είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί σε αυτό το στάδιο αλλά κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Σίγουρα όμως η διαφωνία ως προς τις εκατέρωθεν εκδοχές των διαδίκων δεν είναι στοιχείο που μπορεί να τεκμηριώσει απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων της υπόθεσης. Ούτε μπορεί να αποδοθεί στην αιτήτρια απόκρυψη ενός γεγονότος με το οποίο διαφωνεί και έναντι του οποίου προβάλει διαφορετική εκδοχή. Επιπλέον, οποιαδήποτε κρίση του Δικαστηρίου επί του θέματος στο παρόν στάδιο θα σήμαινε στην ουσία ότι αποφασίζει στα πλαίσια της ενδιάμεσης αίτησης προσωρινού διατάγματος την ουσία της αγωγής, κάτι που δεν επιτρέπεται σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομολογία. Τα ίδια ισχύουν και για την θέση των καθ' ων η αίτηση, αναφορικά με την νόμιμη εκπροσώπηση της ενάγουσας από τον κο Dyadechko. Και στο ζήτημα αυτό οι δύο πλευρές προέβαλαν διαφορετικές εκδοχές, οι οποίες δεν μπορούν να αποφασιστούν στο παρόν στάδιο, αλλά κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Ούτε οι ισχυρισμοί για απουσία αιτιολόγησης της όποιας καθυστέρησης έναρξης της δικαστικής διαδικασίας, συνιστά λόγο για τεκμηρίωση ισχυρισμού απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων. Το στοιχείο αυτό θα εξεταστεί στα πλαίσια διερεύνησης των ουσιαστικών προϋποθέσεων έγκρισης του αιτήματος και αφού ληφθούν υπόψη όλα τα δεδομένα της υπόθεσης. Να σημειώσω δε ότι και σε αυτό το σημείο, οι θέσεις των δύο πλευρών διίστανται. Επιπλέον, δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός για απόκρυψη του γεγονότος της απουσίας καταδίκης των καθ' ων η αίτηση, αναφορικά με τα ποινικά αδικήματα που τους προσάπτει η αιτήτρια. Στις ενόρκους δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, γίνεται αναφορά στην διερεύνηση ποινικών αδικημάτων από τις Ουκρανικές αρχές, εναντίον συγκεκριμένων εναγομένων και για ποινικές διαδικασίες που εξακολουθούν να εκκρεμούν. Καταχωρήθηκαν δε με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση του Ουκρανού δικηγόρου Bogatyr, τα σχετικά ποινικά έντυπα. Ειδικά για τον εναγόμενο 8, έγινε αναφορά για φυγοδικία και στις προσπάθειες των ουκρανικών αρχών για έκδοση του, προκειμένου να δικαστεί για τα ποινικά αδικήματα που αντιμετωπίζει. Είναι σαφές ότι η θέση της αιτήτριας, είναι ότι οι ποινικές διαδικασίες εξακολουθούν να εκκρεμούν και δεν υπάρχει ακόμη καμία καταδίκη. Υπό τας περιστάσεις δεν έγινε καμία απόκρυψη για απουσία καταδίκης των καθ' ων η αίτηση. Για να ήταν επιλήψιμη οιαδήποτε συμπεριφορά της αιτήτριας θα έπρεπε αυτή να αναφερθεί σε καταδίκες των καθ' ων η αίτηση. Όμως σε καμία περίπτωση δεν έχει αναφερθεί σε κάτι τέτοιο, στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση. Για τους ιδίους λόγους, η απουσία ισχυρισμών για έγερση ποινικής υπόθεσης εναντίον του εναγομένου 10 δεν συνιστά επιλήψιμη απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων. Όσον αφορά την διαιτητική διαδικασία στην Ελβετία, επεξηγήθηκε από την αιτήτρια ότι αυτή αποσύρθηκε με πρωτοβουλία των εναγομένων 7, 9 και
  1. Ανεξαρτήτως τούτου, το γεγονός αυτό από μόνο του αλλά και τα υπόλοιπα γεγονότα που επικαλούνται οι καθ' ων η αίτηση δεν συνιστούν ουσιαστικά γεγονότα με την έννοια που δίνεται από την νομολογία στον όρο, ώστε παράλειψη αναφοράς σε αυτά να στοιχειοθετεί απόκρυψη που να δικαιολογεί την απόρριψη της αίτησης. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση για απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων κατά την μονομερή διαδικασία έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων. Τούτου λεχθέντος, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον έχουν αποδειχθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις οριστικοποίησης των εκδοθέντων διαταγμάτων. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, εξετάζοντας με προσοχή όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, διαπιστώνω πως πληρούνται οι δύο πρώτες απαιτήσεις της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης. Αποκαλύπτεται από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ότι η αγωγή έχει ορατές προοπτικές επιτυχίας. Υπενθυμίζεται ότι με βάση το κλητήριο ένταλμα και τις ένορκες δηλώσεις που κατατέθηκαν προς υποστήριξη της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας, στηρίζεται στο αστικό αδίκημα της συνωμοσίας. Όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις του Dyadechko, η ενάγουσα διεκδικεί από τους εναγόμενους, το συνολικό ποσόν των 47 εκατομμυρίων δολαρίων Αμερικής που κατ' ισχυρισμόν έχει κλαπεί από την οικογένεια Shepelev (εναγόμενους 2, 8 και 16) και τους φίλους και συνεργάτες τους (εναγόμενους 10, 17 και 18), οι οποίοι συνωμότησαν και σχεδίασαν την υφαρπαγή των περιουσιακών στοιχείων της ενάγουσας τράπεζας. Η εναγόμενη 1, που είναι ιδιοκτησίας της εναγόμενης 2, φέρεται να είναι ένας από τους συνωμότες αφού τα κλοπιμαία κεφάλαια διοχετεύθηκαν σε δικούς της λογαριασμούς που διατηρούσε στην εναγόμενη 11 Ελβετική τράπεζα και στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε ως όχημα για την μεταφορά και νομιμοποίηση των κεφαλαίων, που κατ' ισχυρισμόν έχουν κλαπεί από την ενάγουσα τράπεζα. Επίσης, ποσόν US$16.250.000 διοχετεύθηκε στην εναγόμενη 6 που ελέγχεται από την εναγόμενη 2 και κατέληξε στην εναγόμενη 12 Καναδική εταιρεία για την κατασκευή αεροπλάνου, για σκοπούς αναψυχής της οικογένειας Shepelev. Υποδεικνύεται επιπλέον πως με βάση τη μαρτυρία που προσκόμισε η ενάγουσα, οι εναγόμενοι 1, 2 & 8, διοχέτευσαν συνολικό ποσό US$21.200.000 στην εναγόμενη 9, μέσω πλασματικής συμφωνίας δανείου. Σύμφωνα με την ενάγουσα, το εν λόγο ποσόν αποτελεί μέρος από τα κλαπέντα κεφάλαια της ενάγουσας τράπεζας. Οι εναγόμενοι 7 και 9 παρουσιάζονται επίσης με βάση τη μαρτυρία, ως μέρη της συνωμοσίας. Ο ενάγων 7 που είναι Ελβετός δικηγόρος, ενεργούσε ως αξιωματούχος των εταιρειών του εναγόμενου 10, καθώς και εταιρειών της οικογένειες Shepelev, στις οποίες παρείχε υπηρεσίες. Ο εναγόμενος 10 που είναι ιδιοκτήτης της εναγόμενης 9 εταιρείας, παρουσιάζεται να είχε ενεργό συμμετοχή και εμπλοκή την υπόθεση. Ως συνεργάτης του εναγόμενου 8, απεδέχθη τη διοχέτευση κλοπιμαίων κεφαλαίων προς την εναγόμενη 9, μέσω της φερόμενης πλασματικής συμφωνίας δανείου. Επιπλέον, παρουσιάζεται να διέθεσε σημαντικά ποσά (US$1,2εκ.) στην εναγόμενη 15, ιδιοκτησίας του εναγόμενου 17, τα οποία αποτελούσαν την κατ' ισχυρισμόν αντιπαροχή για την οργάνωση της δολοφονίας του Dyadechko από τον εναγόμενο
  2. Όλα αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο υλικό που τέθηκε ενώπιον μου, καταδεικνύουν ότι έχουν αποδειχθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και σοβαρής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. Η διαπίστωση αυτή, προκύπτει επιπλέον και από το μη αμφισβητούμενο γεγονός, της μεταφοράς μεγάλων χρηματικών ποσών της ενάγουσας σε τραπεζικούς λογαριασμούς των εναγομένων 1, 6, 9, 15 και 19 που τηρούντο στην εναγόμενη 11 Ελβετική τράπεζα, τα οποία δεν έχουν μέχρι σήμερα επιστραφεί. Σημειώνεται δε ότι δεν έχει αμφισβητηθεί ότι οι εναγόμενες 1 και 6 εταιρείες, ελέγχονται από την εναγομένη 2 που είναι η σύζυγος του εναγομένου 8, εναντίον του οποίου έχουν ασκηθεί ποινικές διώξεις στην Ουκρανία για κατηγορίες που έχουν να κάνουν μεταξύ άλλων με ισχυρισμούς για απόσπαση των πιο πάνω ποσών από την ενάγουσα τράπεζα. Δεν έχει επίσης αμφισβητηθεί ότι ο εναγόμενος 8 δεν έχει εμφανιστεί στην πιο πάνω ποινική Δίκη και ότι οι Ουκρανικές αρχές έχουν ζητήσει χωρίς επιτυχία, την έκδοση του από την Ρωσία όπου βρίσκεται σήμερα. Τονίζω ότι με τις πιο πάνω διαπιστώσεις, σε καμία περίπτωση δεν αποφασίζονται στο στάδιο αυτό, τα επίδικα ζητήματα της αγωγής. Η επίλυση του θέματος κατά πόσον η ενάγουσα δικαιούται ή όχι στις αιτούμενες με την αγωγή θεραπείες, θα γίνει μόνον με την εκδίκαση της υπόθεσης και την τελική αξιολόγηση των εκατέρωθεν θέσεων των διαδίκων. Όμως, για σκοπούς οριστικοποίησης των υπό κρίση συντηρητικών διαταγμάτων, κρίνω για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής της. Απομένει να εξεταστεί η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η διερεύνηση του κριτηρίου αυτού, συναρτάται σύμφωνα με την πιο πάνω νομολογία και με την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την έγκριση ή όχι του διατάγματος. Η αιτήτρια με την αγωγή της, εκτός από διατάγματα που να δηλώνουν ότι η απόσπαση των επίδικων ποσών ήταν προϊόν δόλου και απάτης από τους εναγομένους, αιτείται επιπλέον απόφαση του Δικαστηρίου για επιστροφή όλων των πιο πάνω ποσών που συνιστούν έτσι, το αντικείμενο της αγωγής. Είναι κατά την κρίση μου εμφανές ότι σε περίπτωση αποξένωσης των πιο πάνω ποσών από τους καθ' ων η αίτηση, η ενάγουσα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αφού η απαίτηση της για επιστροφή τους θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Η πιο πάνω διαπίστωση, προκύπτει και από το γεγονός ότι τα ποσά αυτά βρίσκονται σε λογαριασμούς στο εξωτερικό όπου με ευκολία μπορούν να μεταφερθούν οπουδήποτε χωρίς η ενάγουσα να γνωρίζει την διαδρομή τους. Κρίνω ενόψει των πιο πάνω ότι έχει αποδειχθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 ότι δηλαδή αν δεν οριστικοποιηθούν τα υπό κρίση διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω ότι η αιτήτρια έχει επιπλέον αποδείξει και τις προϋποθέσεις του άρθρου 4 του Κεφ. 6, όπως ερμηνεύθηκαν από την προαναφερθείσα νομολογία. Η πιο πάνω κατάληξη μου, σχετίζεται και με την διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Κρίνω ότι σε περίπτωση οριστικοποίησης των διαταγμάτων, η ταλαιπωρία που θα υποστούν οι καθ' ων η αίτηση, είναι σημαντικά μικρότερη από αυτή που θα υποστεί η αιτήτρια, σε περίπτωση ακύρωσης τους. Επειδή ακριβώς επιζητείται προσωρινό διάταγμα που αφορά το αντικείμενο της αγωγής, υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η απαίτηση της αιτήτριας να παραμείνει άνευ αντικειμένου αν ακυρωθούν τα επίδικα διατάγματα. Ενόψει τούτου, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως διατηρηθεί η υπάρχουσα κατάσταση πραγμάτων, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και την επίλυση όλων των επίδικων διαφορών μεταξύ των διαδίκων. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί των καθ' ων η αίτηση για κατάχρηση διαδικασίας και καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Υποστηρίχθηκε επί του προκειμένου, κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας λόγω μη επίδοσης του προσωρινού διατάγματος στους εναγομένους 8 &
  3. Όμως όπως επεξηγήθηκε, ο εναγόμενος 8 φυγοδικεί από την Ουκρανία και ως εκ τούτου δεν έγινε κατορθωτή η επίδοση των δικογράφων σε αυτόν. Όσον δε αφορά τον εναγόμενο 18, αυτός δεν έχει καμία περιουσία που θα μπορούσε να δεσμευθεί για σκοπούς της παρούσας. Από την άλλη δεν έχει επεξηγηθεί με σαφήνεια πως επηρέασε την ένσταση και επιχειρηματολογία των εναγομένων 7, 9 και 10 ως εισηγήθηκε ο δικηγόρος τους, η απουσία των εναγομένων 8 & 18 από την διαδικασία. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς για καθυστέρηση, σημειώνω ότι σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κου Dyadechko, μόλις τον Φεβρουάριο του 2015, οι αρμόδιες ανακριτικές αρχές της Ουκρανίας έδωσαν στην ενάγουσα όλες τις σχετικές πληροφορίες και έγγραφα αναφορικά με την παρούσα υπόθεση ώστε να είναι σε θέση να προχωρήσει με δικαστικές διαδικασίες. Πέραν τούτου, κρίνω ότι η πολυπλοκότητα και η διεθνής φύση της υπόθεσης καθώς και η ανάγκη για συλλογή του αποδεικτικού υλικού σε πολλές χώρες, συνιστούν στοιχεία που δικαιολογούν την όποια καθυστέρηση στην έναρξη των δικαστικών διαδικασιών στην Κύπρο (βλ. Seamark Consultancy Services Limited ν. Joseph P Lasala, κα
(2007)1 Α.Α.Δ. 162). Κρίνω ενόψει των πιο πάνω ότι δικαιολογείται η οριστικοποίηση των διαταγμάτων παγοποίησης που εκδόθηκαν μονομερώς μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής. Απομένει να εξεταστεί κατά πόσον θα οριστικοποιηθεί και το διάταγμα για διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη αφού πρόκειται για ξεχωριστό διάβημα, η έγκριση του οποίου προϋποθέτει την απόδειξη ειδικών περιστατικών. Όπως έχει νομολογηθεί, πρόκειται για πολύ δραστικό μέτρο που σπάνια παραχωρείται και μόνο εκεί, όπου αυστηρά αποδεικνύεται ότι είναι αναγκαίο για την διασφάλιση των διαταγμάτων παγοποίησης των περιουσιακών στοιχείων διαδίκου μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Αφού μελέτησα με πολύ προσοχή το υλικό που τέθηκε ενώπιον μου και έχοντας υπόψη την προαναφερθείσα νομολογία σε συνδυασμό με τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης, κρίνω ότι η παρούσα εμπίπτει σε εκείνες τις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου ενδείκνυται ο διορισμός ενδιάμεσου παραλήπτη. Λόγω της διεθνούς φύσης της υπόθεσης και της ευκολίας με την οποία μπορούν να μεταφερθούν χρήματα στο εξωτερικό, κρίνεται αναγκαία η περαιτέρω διασφάλιση των διαταγμάτων παγοποίησης με τον διορισμό ενδιάμεσου παραλήπτη μέχρι πλήρους εκδίκασης της αγωγής. Υπενθυμίζεται ότι τα διατάγματα παγοποίησης, αφορούν χρηματικά ποσά που είναι το αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Τα ποσά αυτά βρίσκονται σε τραπεζικούς λογαριασμούς όπου με ευκολία μπορούν να μεταφερθούν οπουδήποτε στο εξωτερικό χωρίς η ενάγουσα να γνωρίζει την διαδρομή τους. Στα πλαίσια αυτά, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εκδώσει προσωρινό διάταγμα διορισμού ενδιάμεσου παραλήπτη για περαιτέρω προστασία της περιουσίας που θεωρείται αντικείμενο της αγωγής (βλ. Kerr on the Law and Practice as to Receivers ανωτέρω). Υπό τα περιστάσεις, κρίνεται πρόσφορο, ορθό και δίκαιο όπως το προσωρινό διάταγμα ημ. 16.3.15 με το οποίο διορίστηκε ο Ελεγκτής/Λογιστής Σάββας Σάββα ως ενδιάμεσος παραλήπτης των εναγομένων 1 & 6 εταιρειών, οριστικοποιηθεί μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Ενόψει όλων των πιο πάνω, είναι η τελική κατάληξη μου ότι η αιτήτρια έχει αποδείξει όλες τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 αλλά και του άρθρου 4 του Κεφ. 6 για την οριστικοποίηση των υπό κρίση συντηρητικών διαταγμάτων όπως αυτές ερμηνεύθηκαν και αναλύθηκαν από την προαναφερθείσα νομολογία. Για τους ιδίους λόγους, κρίνω εύλογο και δίκαιο υπό τας περιστάσεις όπως τα εν λόγω προσωρινά διατάγματα οριστικοποιηθούν μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Ενόψει όλων των πιο πάνω, τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 16.3.15 αναφορικά με τους εναγομένους 1, 2, 3, 6 & 19 καθώς και για τους εναγομένους 7, 9 & 10, καθίστανται οριστικά μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητείο και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3, 6, 19, 7, 9 & 10. Τα διατάγματα που αφορούν τους εναγομένους 8, 16 & 18 ακυρώνονται χωρίς διαταγή για έξοδα, λόγω απόσυρσης του σχετικού αιτήματος, από τον συνήγορο της ενάγουσας. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Π.Ε.Δ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.